Monday, February 6, 2017
Κάρολος Ντίκενς: Η επιρροή του εξακολουθεί να είναι αισθητή
Monday, February 6, 2012
Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου πολέμιου της φτώχειας, Καρόλου Ντίκενς
Thursday, January 26, 2012
Ντίκενς, ριζοσπάστης, διαχρονικός, επίκαιρος
Saturday, January 21, 2012
Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου πολέμιου της φτώχειας, Καρόλου Ντίκενς
Διακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς -γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1812 στο Λάντπορτ του Πόρτσμουθ και πέθανε το 1870 στο Ρότσεστερ, χωρίς να προλάβει να φτάσει τα 60-, το έργο του μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Την εποχή της πρωτοφανούς κρίσης, με την ανεργία να αυξάνεται και τα εισοδήματα να συρρικνώνονται, η ρημαγμένη από την οικονομική εξαθλίωση βικτωριανή Αγγλία, που κυριαρχεί σε όλη τη μυθιστορηματική παραγωγή του Ντίκενς, επανακάμπτει εντυπωσιακά στο προσκήνιο, για να υπενθυμίσει μιαν ανυπόφορα βαριά κοινωνική συνθήκη: μια συνθήκη που η ευμάρεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα έδειχνε μέχρι και πριν από λίγα μόλις χρόνια πως είχε μπει οριστικά στα αζήτητα της Ιστορίας (ακόμα κι αν τα πρώτα σημάδια για τον τερματισμό του αναδιανεμητικού συστήματος της μεταπολεμικής περιόδου άρχισαν να εμφανίζονται ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1970).
Δουλεύοντας σε εργοστάσιο βερνικιών
Το τέκνο μιας καταχρεωμένης δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειας, που σταμάτησε το σχολείο για να δουλέψει σε εργοστάσιο βερνικιών και γνώρισε στο πετσί του τη σκληρότητα της παιδικής εργασίας, υπήρξε ένας από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των κάθετων ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όσο και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για εξαιρετικά μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση.
Η φτώχεια καθόρισε τον κόσμο των μυθιστορημάτων του Ντίκενς και αποτυπώθηκε με τον πιο παραστατικό τρόπο στους διάσημους χαρακτήρες του. Από τον Όλιβερ Τουίστ και τον Νίκολας Νίκλεμπι (αμφότερα το 1839), όπου θα αποκαλυφθεί με τα μελανότερα χρώματα η μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στο έγκλημα και την πορνεία (μολονότι η εικόνα της πόρνης θα απαλλαγεί σε εντυπωσιακό βαθμό από την ηθική και την κοινωνική της απαξίωση), μέχρι τον Ζοφερό Οίκο (1853) και τη Μικρή Ντόρριτ (1857), που θα αποτελέσουν ένα ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο), η μυθιστοριογραφία του Ντίκενς θα είναι η μυθιστοριογραφία των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.
Οι εικόνες της αδυναμίας, του ξεπεσμού και του στυγνού προσώπου της εργοδοσίας δεν θα λείψουν και από το κορυφαίο έργο του Ντίκενς, τονΝτέιβιντ Κόπερφιλντ (1850), μια σαφώς αυτοβιογραφική σύνθεση (όπως, άλλωστε, και τα περισσότερα βιβλία του), με την οποία θα ανακαλέσει πικρά στιγμιότυπα από τη ζωή του στο εργοστάσιο βερνικιών.
Πανταχού παρούσα και βασισμένη στην προσωπική του η εμπειρία, η φτώχεια θα απασχολήσει τον Ντίκενς από τη μια ως υλικό (οικονομικό και κοινωνιολογικό) ζήτημα και από την άλλη ως καθαρώς ηθικό και ψυχολογικό μέγεθος.
Από τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία (1843) μέχρι και τα Δύσκολα χρόνια (1854) ή τις Μεγάλες προσδοκίες (1861), ο Ντίκενς θα μιλήσει για τη φτώχεια μέσω της ανάπτυξης ενός προβληματισμού για τη σημασία και το βάρος του χρήματος στον βίο των ανθρώπων που υποφέρουν από την έλλειψή του, όπως και των ανθρώπων που το κατέχουν και το διακινούν, καταδικάζοντας την ύπαρξη των υπολοίπων σε έναν μόνιμο στροβιλισμό, που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση και την απόγνωση.
Στη νουβέλα της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που γνώρισε άπειρες εκδοχές στον κινηματογράφο και είναι το γνωστότερο βιβλίο του Ντίκενς, όπως και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο σπαγγοραμμένος Εμπενίζερ Σκρουτζ, που θα μετατραπεί σε συνώνυμο της εξοντωτικής απροθυμίας και της ολοκληρωτικής μιζέριας, θα δείξει τις βλαβερές συνέπειες του πλούτου σε εύπορους και φτωχούς.
Φτωχοί και εύποροι θα βρουν τη χαρά τους μόνο όταν το χρήμα θα βγει από το σφιχτοδεμένο πουγκί, για να φέρει την ευτυχία στο τραπέζι όλων.
Στα Δύσκολα χρόνια, ο Ντίκενς δεν θα κρύψει την απογοήτευσή του για το όραμα της βιομηχανικής τεχνολογίας, που αντί να διευκολύνει το άνοιγμα του δρόμου για έναν νέο τρόπο ζωής, ικανό να συμπεριλάβει στους κόλπους του τις χειμαζόμενες μάζες, θα μαζέψει το χρήμα στα χέρια των λίγων, χαντακώνοντας κάθε προοπτική και ελπίδα για τα εργατικά στρώματα.
Ακόμα και στις Μεγάλες προσδοκίες, που μάλλον ξεφεύγουν από τα όρια του κοινωνικού μυθιστορήματος, ο συγγραφέας θα χτίσει τον κεντρικό του χαρακτήρα με βάση τις επιταγές του χρήματος, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνεται η βικτωριανή Αγγλία: το φτωχόπαιδο που αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μυθιστόρημα, θα έχει έναν και μοναδικό στόχο, το πώς να πλουτίσει σε μια κοινωνία συστηματικών αποκλεισμών.
Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας αφήγησης που θέλει να αποδείξει και στα τρία έργα το ίδιο πράγμα: ότι η φτώχεια δεν συνιστά φυσική κατάσταση ή προϊόν προσωπικής ανικανότητας, αλλά το απαραγνώριστο χαρακτηριστικό ενός πανίσχυρου ταξικού καθεστώτος, που υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια την πίστη του στην ανισομέρεια και την ανισότητα.
Ένας πολυεπίπεδος κοινωνικός κόσμος
Ο Ντίκενς έχει κατηγορηθεί κατ' επανάληψη για την προσήλωσή του στην κριτική της φτώχειας, που θεωρήθηκε από πολλούς επιβαρυντικό στοιχείο για τη λογοτεχνική λειτουργία των μυθιστορημάτων του.
Ο ανεξέλεγκτος συναισθηματισμός απέναντι στους βασανισμένους ήρωες και η σχηματικότητα στην εικονογράφηση της ταξικής βίας είναι δύο από τα συχνότερα επιχειρήματα αυτής της συλλογιστικής, που βλέπει στον Ντίκενς μιαν άχρωμη και υποτονική κλίμακα διαβαθμίσεων.
Τέτοιου τύπου, ωστόσο, δυσχέρειες, που σίγουρα δεν απουσιάζουν κατά τόπους από τη δουλειά του Ντίκενς, τείνουν αμέσως να εξισορροπηθούν από την εκτεταμένη ποικιλία των χαρακτήρων του, η οποία ανακινεί πολλαπλές όψεις του συλλογικού περίγυρου, όπως και από την κάθε άλλο παρά προγραμματική οπτική του για το καθημερινό περιβάλλον της φτώχειας και του πλούτου: οπτική που κινείται ευθύς εξαρχής σε ένα πολύχυμο κοινωνικό και ιστορικό πεδίο.
Ξαναδιαβάζοντας τον Ντίκενς, θα ανακαλύψουμε εύκολα και μιαν άλλη αρετή του. Η κριτική της φτώχειας αποκτά τόσο παραστατική δύναμη στα γραπτά του, χάρη στη σοφά διαρθρωμένη πλοκή του. Δημοσιευμένα ως επί το πλείστον υπό τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων (μηνιαίες συνέχειες στον περιοδικό Τύπο), τα βιβλία του Ντίκενς ξέρουν πώς να διατηρούν αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας έναν περιεκτικό, γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με μιαν αρραγή και πέρα για πέρα συναρπαστική δράση. Σίγουρα, ένας μυθιστοριογράφος του καιρού μας.
Wednesday, February 2, 2011
Το BBC ετοιμάζεται για το έτος Ντίκενς
Thursday, December 24, 2009
Το ανεξιχνίαστο μυστήριο της φαντασίας του Ντίκενς

The Economist
Michael Slater: Charles Dickens, εκδ. Yale University Press, σελ. 720
Στη διάρκεια ενός γεύματος, ένας Αμερικανός φίλος έκανε επίμονες ερωτήσεις στον Ντίκενς για τον τρόπο που λειτουργούσε η φαντασία του. Από πού, αλήθεια, έβγαιναν όλοι εκείνοι οι καταπληκτικοί ήρωες; «Ανεξιχνίαστο μυστήριο!» ήταν η απάντηση του δημιουργού του Ολιβερ Τουίστ, του Εμπενέζερ Σκρουτζ, του Ουράια Χιπ, της Μις Χάβισαμ, του Πιπ, του Πίκγουικ και όλων των άλλων. Παίρνοντας στο χέρι του ένα ποτήρι, συνέχισε: «Ας υποθέσουμε ότι αποφασίζω να το αποκαλέσω αυτό μυθιστορηματικό ήρωα, να φανταστώ ότι είναι ένας άνθρωπος, να τον προικίσω με ορισμένα χαρακτηριστικά· αμέσως, οι λεπτοί ιστοί της σκέψης, που έρχονται από κάθε κατεύθυνση, δεν ξέρω από πού, τυλίγονται και πλέκονται γύρω του, ώσπου αποκτά σχήμα και ομορφιά, δική του ζωή».
Οι μελετητές του προσπαθούν να εξιχνιάσουν αυτό το μυστήριο εδώ και πολλά χρόνια. Η βιογραφία του Μάικλ Σλέιτερ αρχίζει με δύο γεγονότα-κλειδιά στην παιδική ηλικία του Ντίκενς: τη φυλάκιση του πατέρα του για χρέη και την ταπεινωτική εμπειρία του μικρού αγοριού όταν αναγκάστηκε να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο όπου έβαφαν μπότες. Πολλές εκατοντάδες σελίδες αργότερα, βλέπουμε τον ηλικιωμένο Ντίκενς, που είναι πλέον πλούσιος, διάσημος και σεβαστός, να συναναστρέφεται τη βασίλισσα και να συζητάει ανέμελα σε «αριστοκρατικές» συντροφιές για τα προβλήματα με τους υπηρέτες.
Σκληρή δουλειά
Μεσολάβησε μια τεράστια ποσότητα σκληρής δουλειάς. Από τον καιρό που τύπωσε το πρώτο του διήγημα μέχρι τον θάνατό του το 1870, ο Ντίκενς έζησε σε φρενήρη υπεραπασχόληση: δεν ήταν μόνο ότι έγραφε συνεχώς, αλλά ακολουθούσε και ένα πρόγραμμα καθημερινής ζωής όπου συνωστίζονταν φιλανθρωπικές δραστηριότητες, έρευνες και εκστρατείες για κοινωνικά προβλήματα. Είχε ανελέητη αυτοπειθαρχία και ήταν ταυτόχρονα εκρηκτικός και αποδοτικός κάτω από πίεση.
Η οικογενειακή ζωή του Ντίκενς ήταν συναισθηματικά φορτισμένη όσο και τα μυθιστορήματά του. Ο γάμος του δεν άντεξε στη γνωριμία του, το 1857, με την Ελεν Τέναντ, μια νεαρή ηθοποιό. Ο Ντίκενς ήταν τότε 45 ετών και εκείνη 18. Παραμένει ασαφές τι είδος σχέσης είχαν αναπτύξει, ωστόσο ο Ντίκενς είχε ξελογιαστεί αρκετά ώστε να παρατήσει την επί 22 χρόνια σύζυγό του, την Κάθριν, που του είχε δώσει δέκα παιδιά. Είπε για εκείνην ότι ήταν «μια σελίδα στη ζωή μου που ξαφνικά έγινε λευκή». Στο μεταξύ, έστησε για την Ελεν ερωτικές «φωλίτσες» στην Αγγλία και στη Γαλλία, όπου μπορούσε να την επισκέπτεται όσο συχνότερα γινόταν. Καθώς είχε εργαστεί ακούραστα για να επιτύχει μια θέση αξιοσέβαστου τζέντλεμαν, ήταν αδύνατο να προχωρήσει είτε σε διαζύγιο είτε σε ανοιχτή εξωσυζυγική σχέση. Ισως τελικά ο μεγάλος έρωτας της ζωής του να ήταν αυτός που μοιραζόταν με τους αναγνώστες του που τον λάτρευαν.
Ο Μάικλ Σλέιτερ, επίτιμος καθηγητής της βικτωριανής λογοτεχνίας στο Birkberck College του Λονδίνου, έχει ίσως αναγκαστεί να παραλείψει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Η προσπάθεια να συνοψίσει μια τόσο πλούσια και καλά τεκμηριωμένη βιογραφία μέσα σε έναν τόμο πρέπει να ήταν τρομερά δύσκολη.
Μικροσημειώσεις
Δύο πράγματα ξεχωρίζουν. Ο συγγραφέας είναι πολύ καλός στο να συνδέει γεγονότα από τη ζωή του Ντίκενς με τα βιβλία του. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν αναφέρεται στον «Δαβίδ Κόπερφιλντ», το πιο αυτοβιογραφικό από τα μυθιστορήματα του Ντίκενς (και το «αγαπημένο του παιδί»). Είναι καλός επίσης όταν πραγματεύεται τη διαδικασία σύνθεσης των μεγάλων έργων του. Παρουσιάζει μικρά αποσπάσματα από τις λακωνικές σημειώσεις που χρησιμοποιούσε ο Ντίκενς για να χαρτογραφήσει τη λαβυρινθώδη πλοκή των μυθιστορημάτων και το μωσαϊκό των χαρακτήρων του. «Ο έρωτας της Εστερ πρέπει να μείνει στο προσκήνιο για να φανεί η επακόλουθη δοκιμασία δυσκολότερη και η νίκη πιο άξια». «Ο Τζο; Ναι. Σκότωσέ τον». Είναι εκπληκτικό το ότι τέτοιες μικροσημειώσεις αρκούσαν για να κρατήσει το κουβάρι των αφηγήσεών του ξεκάθαρο στο κεφάλι του. Ακόμα πιο εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι σε μερικά από τα όψιμα μυθιστορήματά του, όπως οι «Μεγάλες προσδοκίες», έβλεπε την πλοκή τόσο ξεκάθαρα από την αρχή που δεν νοιαζόταν να κρατήσει οποιαδήποτε σημείωση.
Ο Τσαρλς Σλέιτερ έγραψε μια έγκυρη και συναρπαστική βιογραφία. Ισως θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να συλλάβει το αίνιγμα του μυθοπλαστικού κόσμου του Ντίκενς. Η ζωή του περιγράφεται με δεξιοτεχνία. Ομως το θεμελιακό μυστήριο του τι πυροδοτούσε αυτή τη μοναδική, εξωφρενική φαντασία παραμένει, όπως είχε πει ο Ντίκενς στον Αμερικανό φίλο του, ανεξιχνίαστο. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009]
Wednesday, August 27, 2008
Στις κατακόμβες του Κλόιστεραμ
ΜΟΝΟΜΑΧΙΕΣ
Το ημιτελές μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς και πώς ένας σύγχρονος γάλλος βιβλιοπώλης σκηνοθετεί την επίλυση του μυστηρίου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ
Οι υποψίες βαραίνουν
Το γραφείο του Ντίκενς σε δημοπρασία του Christie's του Λονδίνου (2 Απριλίου 2008)
Η δράση απογειώνεται με μια μοιραία παρεξήγηση μεταξύ του Εντουιν Ντρουντ και του αδερφού της Μις Λάντλες, Νέβιλ. Ο Υποδιάκονος Κρίσπαρκλ αναλαμβάνει να φιλιώσει τα αγόρια. Τζάσπερ και Ντάρντλς συνωμοτούν στις υπόγειες κρύπτες και στον νυχτωμένο Καθεδρικό - ένα χαμίνι τους εντοπίζει και τους χλευάζει, χοροπηδώντας στο σεληνόφωτο. Ρόζα και Εντουιν σμίγουν, συζητούν και αποφασίζουν μυστικά να χωρίσουν. Και τότε ο Εντουιν Τρουντ εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Ο Νέβιλ Λάντλες ξεκινάει για ένα αλλόκοτο προσκύνημα, αλλά τον γυρίζουν πίσω. Οι υποψίες πέφτουν πάνω του. Το ρολόι και η καρφίτσα του Εντουιν βρίσκονται στον βυθό του ποταμού και η Ρόζα περνάει δύσκολες ώρες. Ενας νεοφερμένος ασπρομάλλης κάνει την εμφάνισή του στο Κλόιστεραμ. Ποιος είναι ο κύριος Ντάτσερυ; Και ποιος ο κύριος Τάρταρ;
Ο Ντίκενς ξεδιπλώνει όλη τη μαεστρία του στην καθοδήγηση των ηρώων αλλά και στη δημιουργία ατμόσφαιρας - το μυθιστόρημα, αν και ημιτελές, θεωρείται από τα κορυφαία του. «Από μέσα, μεσ' απ' τους τάφους, απ' τις καμάρες, απ' τον θόλο, ο Γέρος Χρόνος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό· και ζοφερές σκιές άρχισαν να σκουραίνουν στις γωνίες· και υγρασίες άρχισαν να σηκώνονται από τις πρασινίλες στις πλάκες, και τα τζοβαϊρικά - που ο ήλιος γέρνοντας είχε σκορπίσει πάνω στο πάτωμα του κλίτους μέσα απ' τα χρωματιστά τζάμια των παραθύρων - άρχισαν να ξαχνίζουν. Πέρα απ' το κιγκλίδωμα του ιερού, ψηλά στα σκαλιά που τα επιστέγαζε το εκκλησιαστικό όργανο το ελάχιστα ορατό μέσα στη σκοτεινιά που απλωνόταν γοργά, λευκά ράσα διακρίνονταν αμυδρότατα και μια ασθενική φωνή, που υψωνόταν και ξανάπεφτε μ' ένα μονότονο, ραγισμένο μουρμουρητό, ακουγόταν κατά διαστήματα αχνά. Εξώ, στον ελεύθερο αέρα, το ποτάμι, τα πράσινα βοσκοτόπια και τα καστανά σπάρσιμα χωράφια, οι καρπεροί λόφοι και κάμποι κοκκίνιζαν στο ηλιοβασίλεμα, ενώ σε μακρινούς ανεμόμυλους και αγροικίες έλαμπαν τα παραθυράκια, μικρά κομμάτια αστραφτερών φύλλων χρυσού. Μέσα στη Μητρόπολη όλα έγιναν γκρίζα, λασπερά και εντάφια, και το σπασμένο μονότονο μουρμουρητό συνεχιζόταν σαν φωνή που ξεψυχάει, μέχρις ότου το όργανο και η Χορωδία ξέσπασαν και την έπνιξαν σε μια θάλασσα μουσικής».
Το τέλος της ιστορίας χάθηκε μαζί με τον συγγραφέα της. Ο Ντίκενς, που κατά κανόνα κατέστρωνε όλο το μυθιστόρημα και κρατούσε λεπτομερειακές σημειώσεις για το τι θα συμβεί στο κάθε κεφάλαιο, από το πρώτο ως το τελευταίο, δεν άφησε στην περίπτωση αυτή καμία ένδειξη. Τίποτε, εκτός από όσα φημολογείται πως εμπιστεύτηκε στη βασίλισσα Βικτωρία, η οποία όμως δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό. Αυτό το μυστικό επιχειρεί να ανακαλύψει στο δικό του βιβλίο ο Ζαν-Πιερ Ολ, με τον ήρωά του Φρανσουά Ντωμάλ, φανατικό αναγνώστη του Ντίκενς, ο οποίος κατατρύχεται από την επιθυμία να μάθει το τέλος που σκόπευε να δώσει ο άγγλος συγγραφέας στο μυθιστόρημά του.
Ωστόσο, δεν είναι ολότελα μόνος σε αυτή του την προσπάθεια. Και κάποιος άλλος, ο Μισέλ Μανζματέν, κυνηγάει ακριβώς την ίδια χίμαιρα. Η μονομαχία τους θα επεκταθεί και στον ερωτικό τομέα ενώ οι ανατροπές που πολλαπλασιάζονται σελίδα τη σελίδα παρασύρουν τον αναγνώστη από τη μία εποχή στην άλλη με φρενιτιώδη ορμή και με τη συντροφιά εκκεντρικών ηρώων που δεν δείχνουν σε τίποτε να υπολείπονται μιας Μις Χάβισαμ ή ενός κυρίου Πίκγουικ. «Ο κύριος Ντικ έμεινε σιωπηλός. Εκανε μεταβολή, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σε μένα ή στο θύμα του. Τον είδα να βγαίνει από το ελβετικό σαλέ, να χώνεται στο τούνελ και να ξεπροβάλλει έπειτα στην απέναντι πλευρά του δρόμου για το Ρότσεστερ. Υστερα τον κατάπιε το σκοτάδι. Ωστόσο, περίπου κάθε δέκα δευτερόλεπτα, τον ξερνούσε πάλι χάρη στις αστραπές που φώτιζαν την αχανή πελούζα, φωτογραφίζοντας την όλο και πιο μακρινή σιλουέτα του στην ίδια στάση: στάση βιαστικού πεζοπόρου που βαδίζει έχοντας λυγισμένους τους αγκώνες».




