Showing posts with label Ντίκενς Κάρολος. Show all posts
Showing posts with label Ντίκενς Κάρολος. Show all posts

Monday, February 6, 2017

Κάρολος Ντίκενς: Η επιρροή του εξακολουθεί να είναι αισθητή

Ο Κάρολος Ντίκενς, ορθότερα Τσαρλς Ντίκενς [Charles Dickens, 7 Φεβρουαρίου 1812 – 9 Ιουνίου 1870] ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος. Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας από τους πιο διάσημους Άγγλους μυθιστοριογράφους. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής (19ος αιώνας). Η δημοτικότητά του ποτέ δεν μειώθηκε στη διάρκεια της ζωής του και σήμερα ακόμη η εκτίμηση για το έργο του είναι πολύ υψηλή.
 

Monday, February 6, 2012

Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου πολέμιου της φτώχειας, Καρόλου Ντίκενς


Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται από τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς -γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1812 στο Λάντπορτ του Πόρτσμουθ και πέθανε το 1870 στο Ρότσεστερ, χωρίς να προλάβει να φτάσει τα 60-, και το έργο του μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Την εποχή της πρωτοφανούς κρίσης, με την ανεργία να αυξάνεται και τα εισοδήματα να συρρικνώνονται, η ρημαγμένη από την οικονομική εξαθλίωση βικτωριανή Αγγλία, που κυριαρχεί σε όλη τη μυθιστορηματική παραγωγή του Ντίκενς, επανακάμπτει εντυπωσιακά στο προσκήνιο, για να υπενθυμίσει μιαν ανυπόφορα βαριά κοινωνική συνθήκη: μια συνθήκη που η ευμάρεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα έδειχνε μέχρι και πριν από λίγα μόλις χρόνια πως είχε μπει οριστικά στα αζήτητα της

Thursday, January 26, 2012

Ντίκενς, ριζοσπάστης, διαχρονικός, επίκαιρος

Ο συγγραφέας που αφουγκράζεται τον κόσμο, τις ανισότητες, τις συγκρούσεις....
Του Ηλια Mαγκλινη, Η Καθημερινή, 22/1/2012...
«Ηταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του». Η πασίγνωστη αρχή της «Ιστορίας δύο Πόλεων» του Τσαρλς Ντίκενς, όπου συγκρίνει την εποχή του με τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης.
Διακόσια χρόνια μετά τη γέννησή του (1812), θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια λόγια για τη δική μας εποχή, συγκρίνοντάς την με εκείνη του Ντίκενς: τη βιομηχανική επανάσταση του τότε με την ηλεκτρονική/ψηφιακή του σήμερα, τις κοινωνικές ανισότητες του τότε με την ανεργία, την ανασφάλεια της σημερινής οικονομικής κρίσης κ. ο. κ. Τηρουμένων των αναλογιών φυσικά, διότι από την εποχή του Ντίκενς, πολλά στραβά ίσιωσαν. Ωστόσο, ένα καίριο ερώτημα, σε μια επετειακή χρονιά, θα μπορούσε να είναι αυτό: πέρα από διαχρονικά μεγάλος συγγραφέας, μήπως ο Ντίκενς είναι και επίκαιρος;
Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, πεζογράφος με αγγλική παιδεία, λέει ότι «αν για την αποικιοκρατική τότε Βρετανία υπήρξε ένας συγγραφέας που καθόρισε τη βρετανικότητα και ανέδειξε το Λονδίνο ως την πρώτη κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα του πλανήτη, σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ντίκενς εξακολουθεί να αποτελεί μια συγγραφική πρόκληση: ένας συγγραφέας που αφουγκράζεται τον κόσμο, τις ανισότητες, τις εξεγέρσεις και τις διαμάχες στους δρόμους, που καταγράφει τις αδυναμίες στα συστήματα πρόνοιας και στις εργασιακές σχέσεις, τις ψυχικές διαταραχές στη συμπεριφορά των δοκιμαζόμενων. Eνας συγγραφέας που συμβαδίζει με τις εξελίξεις στον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό χώρο και εφοδιάζει το μυθιστόρημα με δέκτες και πομπούς ώστε να διερευνά τα δύσκολα και τα επερχόμενα. Eνας Ντίκενς στην κλονιζόμενη Ευρώπη θα ήταν όχι μόνον ένας κοινωνικός καθοδηγητής -μετά την απογοήτευση της στάσης των πολιτικών- αλλά και αναγνωστικό αποκούμπι. Τότε που θα τον διαβάζουμε δίπλα σε μια γκαζόλαμπα, επειδή θα μας έχουν κόψει το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ ο τόπος γύρω μας θα θυμίζει μια Dickensland».
«Παραείναι επίκαιρος»
Για την καταξιωμένη συγγραφέα Αθηνά Κακούρη, η οποία έχει μεταφράσει Ντίκενς, «η Αγγλία του Ντίκενς είναι ένα πανίσχυρο κράτος, με στέρεα βασιλεία και κοινοβουλευτικούς θεσμούς, κυριαρχεί στη μισή υφήλιο, είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη παγκοσμίως, έχει μια ρωμαλέα αριστοκρατία και μια ακόμη πιο ρωμαλέα αστική τάξη, που έχουν όλη την άνεση να συγκινηθούν από τα όσα τους υποδεικνύει ο Ντίκενς ότι πρέπει να αλλάξουν – τα κακά ορφανοτροφεία, την θλιβερή εγκληματικότητα, τις κακόφημες συνοικίες, την αφόρητη αυταρέσκεια, την κακή λειτουργία του Δικαίου κ. ά. Ο κόσμος του Ντίκενς στέκει καλά στα πόδια του και χρειάζεται μερεμέτια.
» Αντιθέτως, στην Ελλάδα σήμερα, αλλά και γενικά στον κόσμο μας, τα πάντα μπαίνουν εξ αρχής υπό αμφισβήτηση, γιατί τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί σωστά: δημοκρατία, πολίτευμα, οικονομία, θρησκεία, διαπροσωπικές σχέσεις... Εντούτοις ο Ντίκενς είναι και παραείναι επίκαιρος διότι κάθε μεγάλος συγγραφέας, ακόμη και όταν περιγράφει τις συνθήκες της εποχής του, κάνει την ανατομία του ανθρώπου που είναι αιωνίως η ίδια. Δεν είναι επίκαιρος ο Σοφοκλής; Δεν είναι επίκαιρος ο Τσέχοφ»;
Ο μελετητής (και μεταφραστής ενός έργου του Ντίκενς) Στέφανος Ροζάνης πιστεύει ότι «η μεγάλη αξία του Ντίκενς έγκειται στο εξής: περιγράφει τη σκοτεινιά της μητροπόλεως, το εξαθλιωμένο υποκείμενο, τον παρία, τον παρείσακτο, κάνοντας στην ουσία μια προβολή στο μέλλον: προαναγγέλλει αυτό που έχει γίνει σήμερα το Παρίσι, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη κτλ».
Σύμφωνα με τον Σ. Ροζάνη, «ο Ντίκενς είναι ένας ριζοσπαστικός ρομαντικός: ασκεί τη δριμύτερη και πιο εύστοχη κριτική πάνω στο αστικό πνεύμα και από την άλλη, προτείνει ως λυτρωτικό στοιχείο την εξανάσταση της ανθρώπινης ατομικότητας, δηλαδή της εσωτερικής, υποκειμενικής εξέγερσης. Παιδί αυτής της εξέγερσης είναι ο “επαναστατημένος άνθρωπος” του Αλμπέρ Καμί. Ομως και αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επέκταση του οράματος και της κριτικής του Ντίκενς. Παρά το “εγκώμιο” του αστικού πνεύματος, ο Ντίκενς διακρίνει μέσα σε αυτό το σαράκι της εξαθλίωσης που αποκρύπτεται πίσω από τη μεγάλη προσδοκία. Οπως και σήμερα: ο ορθολογισμός των οικονομικών δεικτών καταλήγει σε έναν πλήρη παραλογισμό της ανθρώπινης υποστάσεως. Με το πρόσχημα του ορθολογισμού δημιουργήθηκε ένας σχιζοφρενής άνθρωπος, όπως λέει και ο Φρέντρικ Τζέιμσον στη μελέτη του για το μεταμοντέρνο».
«Υπόθεση πάθους»
Η Αθ. Κακούρη μας πληροφορεί ότι στην Αγγλία θα προβληθεί προσεχώς από την τηλεόραση η διασκευή του κύκνειου άσματος του Ντίκενς, «Το μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ» (είναι το βιβλίο που, όπως λέει η ίδια, είχε πρόπερσι την ευτυχία να μεταφράσει για τις εκδόσεις της Εστίας). «Πρόκειται για μια σκοτεινή υπόθεση πάθους - ερωτικού και ναρκωτικών. Τι πιο σύγχρονο; Το βιβλίο είναι μισό, γιατί ο Ντίκενς πέθανε, ενώ το έγραφε. Σημειώσεις του δεν υπάρχουν. Πολλοί προσπάθησαν να το αποτελειώσουν - χωρίς σημαντική επιτυχία. Τώρα ανέλαβε η Γκίνεθ Χιου, που δηλώνει ότι το έργο είναι Ηράκλειο! Να η ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε το “Μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ” και ως γνώστες πλέον να κρίνουμε τη νέα τηλεοπτική σειρά. Και μετά, σειρά κορδόνι, όλο τον υπόλοιπο αγέραστο Ντίκενς, δίδοντας προτεραιότητα στο διασκεδαστικότατο “Αρχείο Πίκγουικ” (Pickwick Papers)».
Πάντως, από τις πιο πρόσφατες ελληνικές εκδόσεις ξεχωρίζουμε τον «Ζοφερό οίκο» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, Gutenberg), τις «Μεγάλες προσδοκίες» (μτφρ. -επίμετρο Αρτεμις Σταμπουλοπούλου, Πόλις), το «Παλαιοπωλείο» (μτφρ. Εφη Καλλιφατίδη, Ωκεανίδα), την «Ιστορία δύο Πόλεων» (μτφρ. Αν. Αγαπητού - Β. Τράπαλη, Εξάντας), «Το μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ» (μτφρ. Αθ. Κακούρη, Εστία), «Η ιστορία του Κυρίου μας» (μτφρ. Σ. Ροζάνης, Υψιλον).
Το αποτύπωμά του είναι ανεξίτηλο
Πώς όμως φαντάζει ο Ντίκενς σε έναν σύγχρονο, νέο Αγγλο συγγραφέα, στα έργα του οποίου μάλιστα το Λονδίνο παίζει εξέχοντα ρόλο, όπως και σε εκείνα του δημιουργού των «Δύσκολων Καιρών»; Θέσαμε αυτό το ερώτημα στον 33χρονο Αλεξ Πρέστον, συγγραφέα που διακρίθηκε στην πατρίδα του ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα, «This Bleeding City» («Η πόλη που μας πλήγωνε», εκδ. Παπαδόπουλος): μια ερωτική ιστορία στο Λονδίνο του 2008, με φόντο την οικονομική κατάρρευση, όπως τη βίωσε ο ίδιος ο συγγραφέας όταν εργαζόταν στο Σίτι, την εποχή που «έσκασε η φούσκα» της Leeman Brothers. Το δεύτερο μυθιστόρημα του Πρέστον, «The Revelations», θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο (όπως και το πρώτο, από τον Faber): «Στη Βρετανία, ο Ντίκενς είναι ο απόλυτος εκφραστής του ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Συνδυάζει την γκόθικ αίσθηση με μιαν έξοχη πλοκή, μέσα απ’ την οποία ο αναγνώστης στην κυριολεξία βαπτίζεται στις ζωές των ηρώων. Και σήμερα, το αποτύπωμα του Ντίκενς παραμένει ανεξίτηλο. Ειδικά όταν κάποιος γράφει για το Λονδίνο, δεν μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά αυτού του μεγάλου χρονικογράφου της πόλης: τους ομιχλώδεις δρόμους, τα σκοτεινά περάσματα, τον υπόγειο κόσμο, τα μεγάλα φώτα. Ο Ντίκενς άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την ίδια μας την πόλη.
»Ολοι έχουν το αγαπημένο τους ντικενσιανό μυθιστόρημα. Καποιοι το πιο συναισθηματικό “Ολιβερ Τουίστ” ή το “Ντέιβιντ Κόπερφιλντ”. Αλλοι, την επική “Ιστορία δυο Πόλεων” ή τον “Κοινό μας φίλο”. Για μένα, ο Ντίκενς είναι κορυφαίος στις “Μεγάλες προσδοκίες” και τον “Ζοφερό οίκο”. Σε αυτά είναι όπου έχουμε τον ιδανικό συνδυασμό βαθιά ανθρώπινων χαρακτήρων, συναρπαστικής πλοκής, θαυμάσιας ατμόσφαιρας και, πάνω απ’ όλα, την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν τεχνίτη του μυθιστορήματος, ο οποίος έγραφε όταν το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος βρισκόταν στο απόγειό του».

Saturday, January 21, 2012

Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου πολέμιου της φτώχειας, Καρόλου Ντίκενς

Η ζοφερή εικόνα της ανέχειας ξαναγίνεται επίκαιρη...
Διακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Καρόλου Ντίκενς -γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1812 στο Λάντπορτ του Πόρτσμουθ και πέθανε το 1870 στο Ρότσεστερ, χωρίς να προλάβει να φτάσει τα 60-, το έργο του μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Την εποχή της πρωτοφανούς κρίσης, με την ανεργία να αυξάνεται και τα εισοδήματα να συρρικνώνονται, η ρημαγμένη από την οικονομική εξαθλίωση βικτωριανή Αγγλία, που κυριαρχεί σε όλη τη μυθιστορηματική παραγωγή του Ντίκενς, επανακάμπτει εντυπωσιακά στο προσκήνιο, για να υπενθυμίσει μιαν ανυπόφορα βαριά κοινωνική συνθήκη: μια συνθήκη που η ευμάρεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα έδειχνε μέχρι και πριν από λίγα μόλις χρόνια πως είχε μπει οριστικά στα αζήτητα της Ιστορίας (ακόμα κι αν τα πρώτα σημάδια για τον τερματισμό του αναδιανεμητικού συστήματος της μεταπολεμικής περιόδου άρχισαν να εμφανίζονται ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1970).

Δουλεύοντας σε εργοστάσιο βερνικιών

Το τέκνο μιας καταχρεωμένης δημοσιοϋπαλληλικής οικογένειας, που σταμάτησε το σχολείο για να δουλέψει σε εργοστάσιο βερνικιών και γνώρισε στο πετσί του τη σκληρότητα της παιδικής εργασίας, υπήρξε ένας από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των κάθετων ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όσο και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για εξαιρετικά μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση.

Η φτώχεια καθόρισε τον κόσμο των μυθιστορημάτων του Ντίκενς και αποτυπώθηκε με τον πιο παραστατικό τρόπο στους διάσημους χαρακτήρες του. Από τον Όλιβερ Τουίστ και τον Νίκολας Νίκλεμπι (αμφότερα το 1839), όπου θα αποκαλυφθεί με τα μελανότερα χρώματα η μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στο έγκλημα και την πορνεία (μολονότι η εικόνα της πόρνης θα απαλλαγεί σε εντυπωσιακό βαθμό από την ηθική και την κοινωνική της απαξίωση), μέχρι τον Ζοφερό Οίκο (1853) και τη Μικρή Ντόρριτ (1857), που θα αποτελέσουν ένα ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο), η μυθιστοριογραφία του Ντίκενς θα είναι η μυθιστοριογραφία των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.

Οι εικόνες της αδυναμίας, του ξεπεσμού και του στυγνού προσώπου της εργοδοσίας δεν θα λείψουν και από το κορυφαίο έργο του Ντίκενς, τονΝτέιβιντ Κόπερφιλντ (1850), μια σαφώς αυτοβιογραφική σύνθεση (όπως, άλλωστε, και τα περισσότερα βιβλία του), με την οποία θα ανακαλέσει πικρά στιγμιότυπα από τη ζωή του στο εργοστάσιο βερνικιών.

Πανταχού παρούσα και βασισμένη στην προσωπική του η εμπειρία, η φτώχεια θα απασχολήσει τον Ντίκενς από τη μια ως υλικό (οικονομικό και κοινωνιολογικό) ζήτημα και από την άλλη ως καθαρώς ηθικό και ψυχολογικό μέγεθος.

Από τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία (1843) μέχρι και τα Δύσκολα χρόνια (1854) ή τις Μεγάλες προσδοκίες (1861), ο Ντίκενς θα μιλήσει για τη φτώχεια μέσω της ανάπτυξης ενός προβληματισμού για τη σημασία και το βάρος του χρήματος στον βίο των ανθρώπων που υποφέρουν από την έλλειψή του, όπως και των ανθρώπων που το κατέχουν και το διακινούν, καταδικάζοντας την ύπαρξη των υπολοίπων σε έναν μόνιμο στροβιλισμό, που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση και την απόγνωση.

Στη νουβέλα της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που γνώρισε άπειρες εκδοχές στον κινηματογράφο και είναι το γνωστότερο βιβλίο του Ντίκενς, όπως και ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο σπαγγοραμμένος Εμπενίζερ Σκρουτζ, που θα μετατραπεί σε συνώνυμο της εξοντωτικής απροθυμίας και της ολοκληρωτικής μιζέριας, θα δείξει τις βλαβερές συνέπειες του πλούτου σε εύπορους και φτωχούς.

Φτωχοί και εύποροι θα βρουν τη χαρά τους μόνο όταν το χρήμα θα βγει από το σφιχτοδεμένο πουγκί, για να φέρει την ευτυχία στο τραπέζι όλων.

Στα Δύσκολα χρόνια, ο Ντίκενς δεν θα κρύψει την απογοήτευσή του για το όραμα της βιομηχανικής τεχνολογίας, που αντί να διευκολύνει το άνοιγμα του δρόμου για έναν νέο τρόπο ζωής, ικανό να συμπεριλάβει στους κόλπους του τις χειμαζόμενες μάζες, θα μαζέψει το χρήμα στα χέρια των λίγων, χαντακώνοντας κάθε προοπτική και ελπίδα για τα εργατικά στρώματα.

Ακόμα και στις Μεγάλες προσδοκίες, που μάλλον ξεφεύγουν από τα όρια του κοινωνικού μυθιστορήματος, ο συγγραφέας θα χτίσει τον κεντρικό του χαρακτήρα με βάση τις επιταγές του χρήματος, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνεται η βικτωριανή Αγγλία: το φτωχόπαιδο που αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο μυθιστόρημα, θα έχει έναν και μοναδικό στόχο, το πώς να πλουτίσει σε μια κοινωνία συστηματικών αποκλεισμών.

Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας αφήγησης που θέλει να αποδείξει και στα τρία έργα το ίδιο πράγμα: ότι η φτώχεια δεν συνιστά φυσική κατάσταση ή προϊόν προσωπικής ανικανότητας, αλλά το απαραγνώριστο χαρακτηριστικό ενός πανίσχυρου ταξικού καθεστώτος, που υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια την πίστη του στην ανισομέρεια και την ανισότητα.

Ένας πολυεπίπεδος κοινωνικός κόσμος

Ο Ντίκενς έχει κατηγορηθεί κατ' επανάληψη για την προσήλωσή του στην κριτική της φτώχειας, που θεωρήθηκε από πολλούς επιβαρυντικό στοιχείο για τη λογοτεχνική λειτουργία των μυθιστορημάτων του.

Ο ανεξέλεγκτος συναισθηματισμός απέναντι στους βασανισμένους ήρωες και η σχηματικότητα στην εικονογράφηση της ταξικής βίας είναι δύο από τα συχνότερα επιχειρήματα αυτής της συλλογιστικής, που βλέπει στον Ντίκενς μιαν άχρωμη και υποτονική κλίμακα διαβαθμίσεων.

Τέτοιου τύπου, ωστόσο, δυσχέρειες, που σίγουρα δεν απουσιάζουν κατά τόπους από τη δουλειά του Ντίκενς, τείνουν αμέσως να εξισορροπηθούν από την εκτεταμένη ποικιλία των χαρακτήρων του, η οποία ανακινεί πολλαπλές όψεις του συλλογικού περίγυρου, όπως και από την κάθε άλλο παρά προγραμματική οπτική του για το καθημερινό περιβάλλον της φτώχειας και του πλούτου: οπτική που κινείται ευθύς εξαρχής σε ένα πολύχυμο κοινωνικό και ιστορικό πεδίο.

Ξαναδιαβάζοντας τον Ντίκενς, θα ανακαλύψουμε εύκολα και μιαν άλλη αρετή του. Η κριτική της φτώχειας αποκτά τόσο παραστατική δύναμη στα γραπτά του, χάρη στη σοφά διαρθρωμένη πλοκή του. Δημοσιευμένα ως επί το πλείστον υπό τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων (μηνιαίες συνέχειες στον περιοδικό Τύπο), τα βιβλία του Ντίκενς ξέρουν πώς να διατηρούν αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας έναν περιεκτικό, γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με μιαν αρραγή και πέρα για πέρα συναρπαστική δράση. Σίγουρα, ένας μυθιστοριογράφος του καιρού μας.
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Wednesday, February 2, 2011

Το BBC ετοιμάζεται για το έτος Ντίκενς

Eνα ημιτελές μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς, το «Μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ», ετοιμάζεται να μεταφέρει στη μικρή οθόνη το BBC Four. O Nτίκενς πέθανε το 1870 χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα, όμως πριν από τον θάνατό του πρόλαβε να αφηγηθεί στον φίλο και βιογράφο του Τζον Φόρστερ μια περίληψη της πλοκής, όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του BBC. 

Πρόσφατα η συγγραφέας Γκουίνεθ Χιουζ ολοκλήρωσε το σενάριο για την τηλεταινία που στηρίζεται στο βιβλίο και θα προβληθεί εντός του 2011. Το «Μυστήριο του Εντουιν Ντρουντ» έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στον κινηματογράφο και η πιο πρόσφατη διασκευή του ήταν μια ταινία του 1993 με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Πάουελ. Φέτος τα Χριστούγεννα θα προβληθεί στο BBC Οne μια νέα διασκευή των «Μεγάλων προσδοκιών» προς τιμήν της 200ής επετείου από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα, καθώς το 2012 θα είναι έτος Ντίκενς.

Thursday, December 24, 2009

Το ανεξιχνίαστο μυστήριο της φαντασίας του Ντίκενς


Μια συναρπαστική βιογραφία του σπουδαίου μυθιστοριογράφου

The Economist

  • Michael Slater: Charles Dickens, εκδ. Yale University Press, σελ. 720

Στη διάρκεια ενός γεύματος, ένας Αμερικανός φίλος έκανε επίμονες ερωτήσεις στον Ντίκενς για τον τρόπο που λειτουργούσε η φαντασία του. Από πού, αλήθεια, έβγαιναν όλοι εκείνοι οι καταπληκτικοί ήρωες; «Ανεξιχνίαστο μυστήριο!» ήταν η απάντηση του δημιουργού του Ολιβερ Τουίστ, του Εμπενέζερ Σκρουτζ, του Ουράια Χιπ, της Μις Χάβισαμ, του Πιπ, του Πίκγουικ και όλων των άλλων. Παίρνοντας στο χέρι του ένα ποτήρι, συνέχισε: «Ας υποθέσουμε ότι αποφασίζω να το αποκαλέσω αυτό μυθιστορηματικό ήρωα, να φανταστώ ότι είναι ένας άνθρωπος, να τον προικίσω με ορισμένα χαρακτηριστικά· αμέσως, οι λεπτοί ιστοί της σκέψης, που έρχονται από κάθε κατεύθυνση, δεν ξέρω από πού, τυλίγονται και πλέκονται γύρω του, ώσπου αποκτά σχήμα και ομορφιά, δική του ζωή».

Οι μελετητές του προσπαθούν να εξιχνιάσουν αυτό το μυστήριο εδώ και πολλά χρόνια. Η βιογραφία του Μάικλ Σλέιτερ αρχίζει με δύο γεγονότα-κλειδιά στην παιδική ηλικία του Ντίκενς: τη φυλάκιση του πατέρα του για χρέη και την ταπεινωτική εμπειρία του μικρού αγοριού όταν αναγκάστηκε να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο όπου έβαφαν μπότες. Πολλές εκατοντάδες σελίδες αργότερα, βλέπουμε τον ηλικιωμένο Ντίκενς, που είναι πλέον πλούσιος, διάσημος και σεβαστός, να συναναστρέφεται τη βασίλισσα και να συζητάει ανέμελα σε «αριστοκρατικές» συντροφιές για τα προβλήματα με τους υπηρέτες.

Σκληρή δουλειά

Μεσολάβησε μια τεράστια ποσότητα σκληρής δουλειάς. Από τον καιρό που τύπωσε το πρώτο του διήγημα μέχρι τον θάνατό του το 1870, ο Ντίκενς έζησε σε φρενήρη υπεραπασχόληση: δεν ήταν μόνο ότι έγραφε συνεχώς, αλλά ακολουθούσε και ένα πρόγραμμα καθημερινής ζωής όπου συνωστίζονταν φιλανθρωπικές δραστηριότητες, έρευνες και εκστρατείες για κοινωνικά προβλήματα. Είχε ανελέητη αυτοπειθαρχία και ήταν ταυτόχρονα εκρηκτικός και αποδοτικός κάτω από πίεση.

Η οικογενειακή ζωή του Ντίκενς ήταν συναισθηματικά φορτισμένη όσο και τα μυθιστορήματά του. Ο γάμος του δεν άντεξε στη γνωριμία του, το 1857, με την Ελεν Τέναντ, μια νεαρή ηθοποιό. Ο Ντίκενς ήταν τότε 45 ετών και εκείνη 18. Παραμένει ασαφές τι είδος σχέσης είχαν αναπτύξει, ωστόσο ο Ντίκενς είχε ξελογιαστεί αρκετά ώστε να παρατήσει την επί 22 χρόνια σύζυγό του, την Κάθριν, που του είχε δώσει δέκα παιδιά. Είπε για εκείνην ότι ήταν «μια σελίδα στη ζωή μου που ξαφνικά έγινε λευκή». Στο μεταξύ, έστησε για την Ελεν ερωτικές «φωλίτσες» στην Αγγλία και στη Γαλλία, όπου μπορούσε να την επισκέπτεται όσο συχνότερα γινόταν. Καθώς είχε εργαστεί ακούραστα για να επιτύχει μια θέση αξιοσέβαστου τζέντλεμαν, ήταν αδύνατο να προχωρήσει είτε σε διαζύγιο είτε σε ανοιχτή εξωσυζυγική σχέση. Ισως τελικά ο μεγάλος έρωτας της ζωής του να ήταν αυτός που μοιραζόταν με τους αναγνώστες του που τον λάτρευαν.

Ο Μάικλ Σλέιτερ, επίτιμος καθηγητής της βικτωριανής λογοτεχνίας στο Birkberck College του Λονδίνου, έχει ίσως αναγκαστεί να παραλείψει πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Η προσπάθεια να συνοψίσει μια τόσο πλούσια και καλά τεκμηριωμένη βιογραφία μέσα σε έναν τόμο πρέπει να ήταν τρομερά δύσκολη.

Μικροσημειώσεις

Δύο πράγματα ξεχωρίζουν. Ο συγγραφέας είναι πολύ καλός στο να συνδέει γεγονότα από τη ζωή του Ντίκενς με τα βιβλία του. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν αναφέρεται στον «Δαβίδ Κόπερφιλντ», το πιο αυτοβιογραφικό από τα μυθιστορήματα του Ντίκενς (και το «αγαπημένο του παιδί»). Είναι καλός επίσης όταν πραγματεύεται τη διαδικασία σύνθεσης των μεγάλων έργων του. Παρουσιάζει μικρά αποσπάσματα από τις λακωνικές σημειώσεις που χρησιμοποιούσε ο Ντίκενς για να χαρτογραφήσει τη λαβυρινθώδη πλοκή των μυθιστορημάτων και το μωσαϊκό των χαρακτήρων του. «Ο έρωτας της Εστερ πρέπει να μείνει στο προσκήνιο για να φανεί η επακόλουθη δοκιμασία δυσκολότερη και η νίκη πιο άξια». «Ο Τζο; Ναι. Σκότωσέ τον». Είναι εκπληκτικό το ότι τέτοιες μικροσημειώσεις αρκούσαν για να κρατήσει το κουβάρι των αφηγήσεών του ξεκάθαρο στο κεφάλι του. Ακόμα πιο εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι σε μερικά από τα όψιμα μυθιστορήματά του, όπως οι «Μεγάλες προσδοκίες», έβλεπε την πλοκή τόσο ξεκάθαρα από την αρχή που δεν νοιαζόταν να κρατήσει οποιαδήποτε σημείωση.

Ο Τσαρλς Σλέιτερ έγραψε μια έγκυρη και συναρπαστική βιογραφία. Ισως θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να συλλάβει το αίνιγμα του μυθοπλαστικού κόσμου του Ντίκενς. Η ζωή του περιγράφεται με δεξιοτεχνία. Ομως το θεμελιακό μυστήριο του τι πυροδοτούσε αυτή τη μοναδική, εξωφρενική φαντασία παραμένει, όπως είχε πει ο Ντίκενς στον Αμερικανό φίλο του, ανεξιχνίαστο. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009]


Wednesday, August 27, 2008

Στις κατακόμβες του Κλόιστεραμ

ΜΟΝΟΜΑΧΙΕΣ

Το ημιτελές μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς και πώς ένας σύγχρονος γάλλος βιβλιοπώλης σκηνοθετεί την επίλυση του μυστηρίου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ
Ο συγγραφέας του Ολιβερ Τουίστ στήνει το κείμενό του με καμιά δεκαριά βασικούς στυλοβάτες: τον Τζακ Τζάσπερ, έναν άντρα μελαχρινό, περίπου είκοσι έξι χρόνων, με πυκνά, λαμπερά, καλοχτενισμένα μαύρα μαλλιά και φαβορίτες, με φωνή πλούσια και βαθιά και φέρσιμο λιγάκι σκυθρωπό· τη δεσποινίδα Ρόζα Μπαντ που τη φωνάζουν Ροζούλα, ένα θαύμα ομορφιάς και παιδικότητας, με ουκ ολίγες παραξενιές, χαϊδεμένη του «Εκπαιδευτηρίου Κορασίδων» που διευθύνει η Μις Τουίνκλτον, και την οποία ορέγεται ο Τζάσπερ που της παραδίδει μαθήματα μουσικής· τον νεαρό Εντουιν Ντρουντ, αρραβωνιαστικό της Ρόζας σύμφωνα με την επιθυμία των γονιών και των δύο οι οποίοι προτού πεθάνουν θεώρησαν καλό να συνδέσουν τα ανήλικα παιδιά τους με μια κοινή μοίρα· τον κηδεμόνα της Ρόζας κύριο Γκριούτζιους, έναν στεγνό ωχροκίτρινο άντρα «που αν τον έβαζαν σε κανένα μύλο θα έβγαινε παρευθύς αλεσμένος, κατάξερος ταμπάκος»· τον δημοπράτη και μετέπειτα δήμαρχο του Κλόιστεραμ κύριο Σάπση, έναν άνδρα με μεγαλοπρεπές ύφος αλλά και ανιαρό, κοντά στα 60 του, που ντύνεται α λα Πρωτοπρεσβύτερος, με ένα λάσκο περίγραμμα του στομαχιού και τσάκισες οριζόντιες στο γιλέκο του· τον πετροπελεκητή Νταρντλς, που ασχολείται κυρίως με τις επιτάφιες πλάκες και τα μνημεία και έχει «από κορυφής μέχρις ονύχων απολύτως το χρώμα το δικό τους»· τον υποδιάκονο κύριο Κρίσπαρκλ. Μια πλειάδα ήσσονος σημασίας ήρωες συμπληρώνουν τη διανομή και διασταυρώνουν τα βήματά τους με τους υπόλοιπους στους δρόμους και τα περίτεχνα κτίσματα της πόλης, στα μεσαιωνικά της ερείπια, στις κρύπτες και στα νεκροταφεία, σε μια ατμόσφαιρα που μυρίζει μούχλα από το παρελθόν και τα μυστικά που κρύβει στις απόκοσμες ομίχλες της.
Η επιρροή που ασκεί ο ζοφερός Τζάσπερ στη Ροζ, ο οποίος ας σημειωθεί εκτελεί και χρέη κηδεμόνα του αρραβωνιαστικού της Εντουιν, είναι κάθε άλλο παρά ευεργετική. Η φτωχή κοπέλα έχει παραδοθεί στη δαιμονική του δύναμη και δεν φαίνεται να υπάρχει πλάσμα ικανό να τη λυτρώσει από αυτό το μαρτύριο. «Μη μού μιλάς για αυτό! Με τρομοκρατεί. Με κυνηγάει μες στο μυαλό μου σαν απαίσιο φάντασμα. Νιώθω πως δεν είμαι ασφαλισμένη από αυτόν ποτέ. Νιώθω σαν να μπορεί να περάσει μέσα από τον τοίχο όταν μιλήσουμε για αυτόν. Με έχει υποδουλώσει με το βλέμμα του. Με έχει εξαναγκάσει να τον καταλάβω χωρίς να πει λέξη, και με έχει εξαναγκάσει να σωπάσω χωρίς να ξεστομίσει την παραμικρή απειλή. Οταν παίζω δεν παίρνει λεπτό τα μάτια του από τα χέρια μου. Οταν τραγουδώ, δεν παίρνει λεπτό τα μάτια από τα χείλη μου. Οταν με διορθώνει και παίζει μια νότα, ή μια συγχορδία, ή παίζει μια φράση, βρίσκεται αυτός ο ίδιος μέσα στους ήχους, ψιθυρίζοντας ότι με ποθεί ερωτικά και προστάζοντάς με να κρατήσω το μυστικό του. Εγώ αποφεύγω τα μάτια του, αλλά εκείνος με εξαναγκάζει να τα βλέπω χωρίς να τα κοιτάζω».

Οι υποψίες βαραίνουν



Το γραφείο του Ντίκενς σε δημοπρασία του Christie's του Λονδίνου (2 Απριλίου 2008)



Η δράση απογειώνεται με μια μοιραία παρεξήγηση μεταξύ του Εντουιν Ντρουντ και του αδερφού της Μις Λάντλες, Νέβιλ. Ο Υποδιάκονος Κρίσπαρκλ αναλαμβάνει να φιλιώσει τα αγόρια. Τζάσπερ και Ντάρντλς συνωμοτούν στις υπόγειες κρύπτες και στον νυχτωμένο Καθεδρικό - ένα χαμίνι τους εντοπίζει και τους χλευάζει, χοροπηδώντας στο σεληνόφωτο. Ρόζα και Εντουιν σμίγουν, συζητούν και αποφασίζουν μυστικά να χωρίσουν. Και τότε ο Εντουιν Τρουντ εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Ο Νέβιλ Λάντλες ξεκινάει για ένα αλλόκοτο προσκύνημα, αλλά τον γυρίζουν πίσω. Οι υποψίες πέφτουν πάνω του. Το ρολόι και η καρφίτσα του Εντουιν βρίσκονται στον βυθό του ποταμού και η Ρόζα περνάει δύσκολες ώρες. Ενας νεοφερμένος ασπρομάλλης κάνει την εμφάνισή του στο Κλόιστεραμ. Ποιος είναι ο κύριος Ντάτσερυ; Και ποιος ο κύριος Τάρταρ;

Ο Ντίκενς ξεδιπλώνει όλη τη μαεστρία του στην καθοδήγηση των ηρώων αλλά και στη δημιουργία ατμόσφαιρας - το μυθιστόρημα, αν και ημιτελές, θεωρείται από τα κορυφαία του. «Από μέσα, μεσ' απ' τους τάφους, απ' τις καμάρες, απ' τον θόλο, ο Γέρος Χρόνος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό· και ζοφερές σκιές άρχισαν να σκουραίνουν στις γωνίες· και υγρασίες άρχισαν να σηκώνονται από τις πρασινίλες στις πλάκες, και τα τζοβαϊρικά - που ο ήλιος γέρνοντας είχε σκορπίσει πάνω στο πάτωμα του κλίτους μέσα απ' τα χρωματιστά τζάμια των παραθύρων - άρχισαν να ξαχνίζουν. Πέρα απ' το κιγκλίδωμα του ιερού, ψηλά στα σκαλιά που τα επιστέγαζε το εκκλησιαστικό όργανο το ελάχιστα ορατό μέσα στη σκοτεινιά που απλωνόταν γοργά, λευκά ράσα διακρίνονταν αμυδρότατα και μια ασθενική φωνή, που υψωνόταν και ξανάπεφτε μ' ένα μονότονο, ραγισμένο μουρμουρητό, ακουγόταν κατά διαστήματα αχνά. Εξώ, στον ελεύθερο αέρα, το ποτάμι, τα πράσινα βοσκοτόπια και τα καστανά σπάρσιμα χωράφια, οι καρπεροί λόφοι και κάμποι κοκκίνιζαν στο ηλιοβασίλεμα, ενώ σε μακρινούς ανεμόμυλους και αγροικίες έλαμπαν τα παραθυράκια, μικρά κομμάτια αστραφτερών φύλλων χρυσού. Μέσα στη Μητρόπολη όλα έγιναν γκρίζα, λασπερά και εντάφια, και το σπασμένο μονότονο μουρμουρητό συνεχιζόταν σαν φωνή που ξεψυχάει, μέχρις ότου το όργανο και η Χορωδία ξέσπασαν και την έπνιξαν σε μια θάλασσα μουσικής».

Με λυγισμένους αγκώνες

Το τέλος της ιστορίας χάθηκε μαζί με τον συγγραφέα της. Ο Ντίκενς, που κατά κανόνα κατέστρωνε όλο το μυθιστόρημα και κρατούσε λεπτομερειακές σημειώσεις για το τι θα συμβεί στο κάθε κεφάλαιο, από το πρώτο ως το τελευταίο, δεν άφησε στην περίπτωση αυτή καμία ένδειξη. Τίποτε, εκτός από όσα φημολογείται πως εμπιστεύτηκε στη βασίλισσα Βικτωρία, η οποία όμως δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό. Αυτό το μυστικό επιχειρεί να ανακαλύψει στο δικό του βιβλίο ο Ζαν-Πιερ Ολ, με τον ήρωά του Φρανσουά Ντωμάλ, φανατικό αναγνώστη του Ντίκενς, ο οποίος κατατρύχεται από την επιθυμία να μάθει το τέλος που σκόπευε να δώσει ο άγγλος συγγραφέας στο μυθιστόρημά του.

Ωστόσο, δεν είναι ολότελα μόνος σε αυτή του την προσπάθεια. Και κάποιος άλλος, ο Μισέλ Μανζματέν, κυνηγάει ακριβώς την ίδια χίμαιρα. Η μονομαχία τους θα επεκταθεί και στον ερωτικό τομέα ενώ οι ανατροπές που πολλαπλασιάζονται σελίδα τη σελίδα παρασύρουν τον αναγνώστη από τη μία εποχή στην άλλη με φρενιτιώδη ορμή και με τη συντροφιά εκκεντρικών ηρώων που δεν δείχνουν σε τίποτε να υπολείπονται μιας Μις Χάβισαμ ή ενός κυρίου Πίκγουικ. «Ο κύριος Ντικ έμεινε σιωπηλός. Εκανε μεταβολή, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά σε μένα ή στο θύμα του. Τον είδα να βγαίνει από το ελβετικό σαλέ, να χώνεται στο τούνελ και να ξεπροβάλλει έπειτα στην απέναντι πλευρά του δρόμου για το Ρότσεστερ. Υστερα τον κατάπιε το σκοτάδι. Ωστόσο, περίπου κάθε δέκα δευτερόλεπτα, τον ξερνούσε πάλι χάρη στις αστραπές που φώτιζαν την αχανή πελούζα, φωτογραφίζοντας την όλο και πιο μακρινή σιλουέτα του στην ίδια στάση: στάση βιαστικού πεζοπόρου που βαδίζει έχοντας λυγισμένους τους αγκώνες».


Το ΒΗΜΑ, 03/08/2008