Showing posts with label ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Show all posts
Showing posts with label ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Show all posts

Sunday, September 18, 2011

Οταν το παρελθόν σκοτώνει το μέλλον


Ο Αργεντινός Εδγάρδο Κοζαρίνσκι αφηγείται την ιστορία µιας Γερµανίδας που προσπαθεί να αλλάξει τη ζωή της
Οταν το παρελθόν σκοτώνει το µέλλον

Αν «οι ιστορίες δεν επινοούνται αλλά κληρονοµούνται», όπως έγραψε ο αργεντινός συγγραφέας Εδγάρδο Κοζαρίνσκι στο µυθιστόρηµά του Ο µολδαβός σωµατέµπορος, σε τούτο το βιβλίο η συγγραφική επινόηση είναι προφανής και του προσφέρει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την ιστορική εµπειρία µε απαράµιλλη τεχνική. Φανταστείτε λοιπόν µια νεαρή Γερµανίδα τον Ιανουάριο του 1945 να περνάει µέσα από το πολωνικό και το τσεχικό έδαφος και να φθάνει στη Βιέννη. Φανταστείτε την τυλιγµένη σε µια βαριά, σχεδόν ασήκωτη στρατιωτική χλαίνη, µέσα στην παγωνιά και στο χιόνι. Να πηγαίνει από τη Βιέννη στη Γένοβα και από εκεί, τρία χρόνια αργότερα, να καταλήγει στο Μπουένος Αϊρες.

Saturday, April 30, 2011

Το ρομάντζο της ερήμου

  • Μια ιστορία έρωτα και παρεξηγήσεων με φόντο τη Δυτική Σαχάρα και το μέτωπο του Πολισάριο
  • Γρηγόρης Μπέκος, ΤΟ ΒΗΜΑ: 30/4/2011

Το ρομάντζο της ερήμου



  • Ενα καλοστημένο βιβλίο που αγάπησε ιδιαίτερα ο Μάριο Βάργκας Λιόσα.

Είναι μια γλυκιά αυγουστιάτικη νύχτα. Η μικρή πλατεία είναι γεμάτη κόσμο, όλοι απολαμβάνουν μια μεγάλη δημόσια βεγγέρα κάτω απ΄ τον έναστρο ουρανό. Ενα συγκρότημα παίζει πάνω σε μια σιδερένια εξέδρα ένα πάσο ντόμπλε του Φρανθίσκο Αλόνσο που υμνεί την ισπανική πατρίδα. Ο Σάντι και η Μόντσε, ένα ερωτευμένο ζευγάρι νέων, λικνίζονται στους ρυθμούς ενός σκοπού που χορεύεται σε ζευγάρια από τον 16ο αιώνα ως σήμερα. Ο Σάντι επαναλαμβάνει τον μοναδικό στίχο του στρατιωτικού, κατά τ΄ άλλα, τραγουδιού που ταιριάζει στην περίσταση. Σιγοψιθυρίζει στη Μόντσε, ανάμεσα στα φιλιά που ανταλλάσσουν, τον στίχο «τότε να δεις πώς σ΄ αγαπώ», όπως ακριβώς τιτλοφορεί ο ισπανός συγγραφέας Λουίς Λεάντε το μυθιστόρημά του που κέρδισε το 2007 το σημαντικό για τον ισπανόφωνο κόσμο (μετά το «Θερβάντες» και το «Ρόμουλο Γκαλιέγος») βραβείο «Αλφαγκουάρα».

Το άγχος της ελευθερίας και της λύτρωσης

Mυθιστόρημα εμπνευσμένο από την υπόθεση του αιμομίκτη πατέρα Φριτζλ στην Αυστρία

  • Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 30 Aπριλίου 2011
  • ΕΜΑ ΝΤΟΝΑΧΙΟΥ: Το δωμάτιο, μετ.: Εφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός
Τι σημαίνει ακριβώς ο εγκλεισμός; Υπάρχει πράγματι εγκλεισμός όταν η αντίστροφη κατάσταση είναι απολύτως άγνωστη; Μήπως είναι πιο δύσκολο να διαλέγεις ελεύθερα, από το να σου προσφέρεται μονάχα μία δυνατότητα προς επιλογή; Ο Τζακ είναι ένα πεντάχρονο αγοράκι που ζει στο Δωμάτιο με τη μαμά του, ένα χώρο δίχως παράθυρα, μ’ ένα μικρό φεγγίτη κάπου ψηλά, με την πόρτα μονίμως κλειδωμένη, εκτός από τις φορές που το μόνο πρόσωπο που παρεμβαίνει στη σχέση Τζακ και Μαμάς, ο Σατανίκ, ανοίγει με κωδικό και μπαίνει για να κοιμηθεί με τη μαμά του ή να ανανεώσει τις έτσι κι αλλιώς λιγοστές τους προμήθειες.

Thursday, March 31, 2011

Κοινωνικά αόρατος σε ένα υπόγειο της Νέας Υόρκης

  • ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
  • Ενα από τα 100 καλύτερα πεζογραφήματα του 20ού αιώνα κυκλοφορεί τώρα και στα ελληνικά
  • του Αναστάση Βιστωνίτη, ΤΟ ΒΗΜΑ:  26/03/2011, 05:45
Κοινωνικά αόρατος σε ένα  υπόγειο της Νέας Υόρκης
«Aόρατος άνθρωπος». Εργο της ομάδας καλλιτεχνών ψηφιακής φωτογραφίας GoGaeta



Αν κανείς ξεχώριζε τρία κορυφαία μυθιστορήματα που γράφτηκαν από αφροαμερικανούς συγγραφείς τον 20ό αιώνα, ένα από αυτά θα ήταν ο Αόρατος άνθρωπος του Ραλφ Ελισον. Τα άλλα δύο θα ήταν ίσως το Γέννημα θρέμμα του Ρίτσαρντ Ράιτ και το Τραγούδι του Σόλομον της Τόνι Μόρισον. Με τη διαφορά όμως ότι το βιβλίο του Ελισον είναι το πλέον φιλόδοξο και κατά μία έννοια το λιγότερο «αφροαμερικανικό». Η έκδοσή του στα ελληνικά εκκρεμούσε για πολλά χρόνια. Και παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα του καταλόγου της «Μodern Library» και στον αντίστοιχο του περιοδικού «Τime», μόλις τώρα βρίσκει τον δρόμο του στην ελληνική αγορά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση στις ΗΠΑ. Εστω και αργά ωστόσο το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας θα γνωρίσει ένα από τα μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα του προηγούμενου αιώνα.

Αφορμή για το βιβλίο του Ελισον ήταν το ομότιτλο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Χ. Τζ. Γουέλς που εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1897. Σε αυτό ένας φοιτητής της χημείας ονόματι Γκρίφιν ανακαλύπτει τη συνταγή που μπορεί να τον κάνει αόρατο· έτσι, κυκλοφορεί άλλοτε αόρατος και άλλοτε μεταμφιεσμένος με γάντια, γυαλιά και επιδέσμους. Στο εύρημα αυτό ο Ελισον είδε μια πελώρια μεταφορά και την αντέστρεψε: ο δικός του αόρατος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που γίνεται αόρατος με τη θέλησή του αλλά κάποιος τον οποίο οι άλλοι «αρνούνται να δουν».

Στο βιβλίο του Ελισον, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής-πρωταγωνιστής του, ένας εικοσάχρονος μαύρος που δεν κατονομάζεται, μας λέει την ιστορία του: μέσα από ποιες περιπέτειες κατέληξε να ζει αόρατος στο υπόγειο ενός κτιρίου της Νέας Υόρκης, όπου μένουν μόνο λευκοί, το οποίο είναι κλειδωμένο από τον 19ο ακόμη αιώνα. Αόρατος, λοιπόν, δηλαδή έξω από την κοινωνία, ζει στο σκοτάδι και με τον νου και τις αισθήσεις του δημιουργεί τον δικό του κόσμο. «Αφού απλώς υπήρχα για είκοσι περίπου χρόνια,άρχισα να ζω μόνο όταν ανακάλυψα ότι είμαι αόρατος» λέει στο πρώτο κεφάλαιο (τον πρόλογο του μυθιστορήματος).

Από εδώ και πέρα αρχίζει η γοητευτική εξιστόρηση των περιπετειών του νεαρού ήρωα. Ζει σε μια μικρή πόλη του αμερικανικού Νότου, είναι πρότυπο μαθητή στο κολέγιο και εκεί, μπροστά σε ακροατήριο λευκών, διαβάζει ένα κείμενό του για τον αγώνα του μέσου Αφροαμερικανού, έχοντας όμως νωρίτερα περάσει από κάποιες ταπεινωτικές δοκιμασίες, τις οποίες ο Ελισον τις περιγράφει με εκπληκτική ζωντάνια. Εξαιτίας της έξοχης ομιλίας του κερδίζει μια υποτροφία σε ένα σημαντικό κολέγιο αποκλειστικά για μαύρους. Η ζωή στο κολέγιο είναι γεμάτη δραματικά επεισόδια (συμπεριλαμβανομένης μιας ιστορίας αιμομιξίας) και ο αφηγητής καταλήγει κάποια στιγμή στο Χάρλεμ όπου πρωταγωνιστεί στο κίνημα των μαύρων για κοινωνική αλλαγή.

Οι σκηνές από τη ζωή στο Χάρλεμ είναι από τις εντυπωσιακότερες, όπου παρελαύνουν εραστές, τζογαδόροι, παπάδες. Και ο αφηγητής, ενώ αισθανόταν στην αρχή ότι η πολιτική του θα άλλαζε τον κόσμο, κατέληξε στο συμπέρασμα πως για τη δημιουργία συνείδησης απαραίτητη είναι πριν και πάνω απ΄ όλα η αυτογνωσία. Δεν είναι λοιπόν ο μόνος αόρατος άνθρωπος. Είναι ένας από τους πολλούς- αλλά αντιπροσωπευτικός γιατί κατάφερε να μην αλλοτριωθεί.

Ο Αόρατος άνθρωπος είναι το μόνο μυθιστόρημα που έγραψε ο Ραλφ Ελισον (1914-1994). Τελειοθήρας, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει και ένα δεύτερο, το οποίο έγραφε επί 40 χρόνια αφήνοντας πίσω του 2.000 σελίδες. Ωστόσο αυτό το ένα μυθιστόρημα ήταν αρκετό για να τον κατατάξει στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα (όπως συνέβη και με έναν άλλο σπουδαίο συγγραφέα του ενός μυθιστορήματος, τον Μάλκολμ Λόουρι με το Κάτω από το ηφαίστειο). Το υπόλοιπο έργο του Ελισον αποτελείται από μια σειρά εξαίρετα λογοτεχνικά και πολιτικά δοκίμια. Στον Αόρατο άνθρωπο επιχείρησε να δημιουργήσει ένα πεζογραφικό έργο αντίστοιχο της Ερημης χώρας, του μεγάλου ποιήματος του Ελιοτ, το οποίο θεωρούσε ότι αξιοποιούσε κατά τον καλύτερο τρόπο τη μουσική αντίστιξη μέσω της γλώσσας. Το ίδιο θέλησε να κάνει και αυτός στο μυθιστόρημά του, όπου η μουσική τζαζ καθορίζει συχνά τον ρυθμό της αφήγησης. Πέραν όμως αυτού, αποτυπώνει τον περίγυρο της αφροαμερικανικής κοινωνίας χωρίς μελοδραματισμούς αλλά και χωρίς εξιδανικεύσεις όσον αφορά τόσο τους λευκούς όσο και τους μαύρους, καταρρακώνοντας τα στερεότυπα. Διότι κανένας μαύρος δεν είναι μόνο μαύρος και κανένας λευκός δεν είναι καθαρός λευκός. Τα στερεότυπα τυφλώνουν τους ανθρώπους και τους καθιστούν ανίκανους να δουν. Το ότι στο μυθιστόρημα υπάρχουν πλήθος παραλληλισμοί και συγκρίσεις με την ομηρική Οδύσσεια (με τους Κύκλωπες και τις Σειρήνες λ.χ.) δημιουργεί πρόσθετο ενδιαφέρον για τον έλληνα αναγνώστη. Αλλωστε ο Ομηρος ήταν τυφλός, όπως και ο αφηγητής του μυθιστορήματος.

Sunday, March 27, 2011

Μυθιστορήματα, προοίμια εξεγέρσεων

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
  • ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Καθώς τώρα οι εξεγέρσεις που ξεκίνησαν από τις χώρες της βόρειας Αφρικής εξαπλώνονται σε όλο τον αραβικό κόσμο, οι πολιτικοί αναλυτές βεβαιώνουν ότι η επιτυχία τους οφείλεται και στη χρήση των νέων τεχνολογιών από τους εξεγερμένους. 

Το Ιντερνετ, μέσα από το facebook και το twitter αποδείχθηκε τελικά ένα πανίσχυρο όπλο στα χέρια μιας χούφτας ακτιβιστών. Και έγινε ένας εχθρός που η δύσκαμπτη γραφειοκρατική κρατική ασφάλεια των γηραιών δυναστών δεν είχε υπολογίσει και φάνηκε ανίκανη να τον αντιμετωπίσει.

Μόνο που πέρα από τους ακτιβιστές του πληκτρολογίου, που οργάνωσαν τις πρώτες διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις έγιναν από τον λαό. Τους καθημερινούς ανθρώπους που συγκρούστηκαν με την αστυνομία στους δρόμους της Τύνιδας, διαδήλωσαν οργισμένοι στο Αλγέρι αψηφώντας τις δυνάμεις καταστολής, έστησαν οδοφράγματα στην πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου απέναντι στους παρακρατικούς του προέδρου Μουμπάρακ και τώρα αντιμετωπίζουν με τα όπλα στο χέρι τα στρατεύματα της Λιβύης σε έναν εμφύλιο πόλεμο, που προκάλεσε και την υποκριτική επέμβαση της Δύσης. Είναι όλοι αυτοί που τα μυθιστορήματα συγγραφέων όπως του Γιασμίνα Χάντρα και του Αλάα αλ Ασουάνι περιγράφουν την αδιέξοδη ζωή τους. Ενώ οι ρίζες αυτής της ολοένα αυξανόμενης απόγνωσης, που οδήγησε τελικά στην έκρηξη, καθρεφτίζονται στις ιστορίες του Ναγκίμπ Μαχφούζ ή του Ταχάρ Μπεν Τζελούν. Γιατί στις δικές τους σελίδες κρύβεται η κληρονομιά της αποικιοκρατίας, οι αιματηρές επαναστάσεις που οδήγησαν στην ανεξαρτησία, η γέννηση του αραβικού εθνικισμού και η κατάληξή του σε μια σειρά από ολοκληρωτικά καθεστώτα. 

«Οι συγγραφείς της βόρειας Αφρικής έχουν λειτουργήσει δεκαετίες τώρα ως ιστορικοί αναλυτές και μάχιμοι ρεπόρτερ», σημείωνε κατά τη διάρκεια των ταραχών στην Αίγυπτο ο Ιρανός Ρεζά Ασίαν, που επιμελείται μια εκτενή ανθολογία από ποιήματα και διηγήματα των νέων αράβων συγγραφέων, για την εκδοτική αγορά της Δύσης. Η διαπίστωσή του δεν ξενίζει κανέναν. Σε χώρες όπου η λογοκρισία ήταν «και πολιτική και θρησκευτική», όπου οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί αναλυτές έπρεπε να αντιμετωπίσουν και τους γραφειοκράτες της κυβέρνησης και τους μισαλλόδοξους μουλάδες, η λογοτεχνία ήταν το μόνο «καταφύγιο για να περιγράψεις την πραγματικότητα» όπως το έχει πει ο Γιασμίνα Χάντρα.

Το μυθιστόρημα του αλγερινού εξόριστου και πρώην στρατιωτικού, του Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ, που κρύβεται πίσω από το γυναικείο ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα, το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» (εκδόσεις Καστανιώτη) εξιστορεί μέσα από τα μάτια του Γιουνές, του ήρωά του, τις συνθήκες ζωής των Αλγερινών κάτω από την κυριαρχία της Γαλλίας, που οδήγησαν στον πολύχρονο αιματηρό αγώνα τους για ανεξαρτησία. Ενώ ο Γάλλος γεννημένος στην Αλγερία Μορίς Ατιά παίρνει τη σκυτάλη στο «Μαύρο Αλγέρι» για να διηγηθεί, με την αφορμή ενός αστυνομικού μυστηρίου, τη φρίκη των συγκρούσεων ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό της Αλγερίας, τους παρακρατικούς του ακροδεξιού OAS και τις επίλεκτες μονάδες του γαλλικού στρατού.

Ακόμα και η ιστορία ξεφεύγει από τα δίκτυα της λογοκρισίας, όπως στο πρόσφατα μεταφρασμένο μυθιστόρημα του αιγύπτιου νομπελίστα συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ «Ενώπιον του θρόνου» (εκδόσεις Ψυχογιός). Εκεί μπροστά στις θεότητες των αρχαίων Αιγυπτίων, τον Οσιρι και την Ισιδα, οι ηγέτες της χώρας, από τον ιδρυτή της Αιγύπτου Φαραώ Μήνη μέχρι τον Νάσερ και τον Σαντάτ, απολογούνται για τις ενέργειές τους, αλληλοκατηγορούνται για τα πεπραγμένα τους ενώ ένας αριθμός από μάρτυρες, επαναστάτες, ποιητές και φελάχους διηγούνται με ένα ξεχωριστό τρόπο την ιστορία της χώρας και στηλιτεύουν την καταπίεση και την πολιτική διαφθορά.

Οσο για τη σημερινή πραγματικότητα, αυτήν που έκανε τους ανθρώπους να ξεχυθούν στους δρόμους, ζωντανεύει στις σελίδες του «Μεγάρου Γιακουμπιάν» (εκδόσεις Πόλις), που έγινε και παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Γιατί ο αιγύπτιος οδοντίατρος Αλάα αλ Ασουάνι -ορκισμένος αντίπαλος του Μπουμπάρακ- κατάφερε μέσα από τις ιστορίες των κατοίκων ενός μισοερειπωμένου μεγάρου στο Κάιρο να αναδείξει την απελπισία μιας γενιάς που παραπαίει ανάμεσα στην παραίτηση ή τη στράτευση με τους ισλαμιστές. Ενώ από την άλλη τα διηγήματα του «Ταξί - Στους δρόμους του Καΐρου» (εκδόσεις Μεταίχμιο), γραμμένα από τον Χάλεντ ελ Χαμίσι, περιγράφουν μέσα από τις ιστορίες των οδηγών ταξί και των πελατών τους με πικρό χιούμορ τον διαρκή αγώνα για επιβίωση στους δρόμους του Καΐρου.
«Ζούμε σε ταραγμένους καιρούς» είχε γράψει ήδη πριν από είκοσι χρονια ο Ν. Μαχφούζ. «Η Αίγυπτος μοιάζει με γυναίκα που έχει δύσκολο τοκετό. Πρέπει οι ηγέτες μας να βρούνε ένα τρόπο να ξαναοικοδομήσουν την κοινωνική συνοχή ανάμεσα στους πολίτες και να δώσουν βάρος στην εκπαίδευση των νέων». Τα λόγια του τώρα μοιάζουν προφητικά, καθώς στην εποχή που τα έλεγε κανείς δεν έδωσε σημασία. Αλλωστε, λίγο πολύ η Δύση έβλεπε πάντα τη βόρεια Αφρική κάτω από τα μάτια των φολκλόρ κλισέ όπως το έθετε ο παλαιστίνιος στοχαστής Εντουαρντ Σαΐντ. Ενός οριενταλισμού, όπως τον αποκαλούσε, όπου ο αραβικός κόσμος ήταν ο τόπος γεμάτος ηδονές, για τους Δυτικούς, όπως τον περιέγραψε ο Γκιστάβ Φλομπέρ. Ενα κλισέ που ακολούθησαν και οι αμερικανοί μπίτνικ, όπως ο Πολ Μπόουλς ή ο Ουίλιαμ Μπάροουζ που συνέρρεαν στο Μαρόκο, όπου η δική τους μποέμ ανεμελιά ερχόταν σε σύγκρουση με την αλλόκοτη μοιρολατρία των ντόπιων.
Χρειάστηκαν τα μυθιστορήματα συγγραφέων όπως του Μαροκινού Ταχάρ Μπεν Τζελούν, που αποκαλύπτουν το μαροκινό ανελεύθερο καθεστώς. Ανάμεσά τους το «Μια εκτυφλωτική απουσία φωτός» (Εκδόσεις Λιβάνη) για τη ζωή ενός κρατούμενου στα κελιά της φυλακής Ταζμάρτ. Η «Η μοιραία νύχτα» (εκδόσεις Λιβάνη) όπου μέσα από μια περιήγηση σε τρεις πόλεις του Μαρόκου, τη Φεζ της δεκαετίας του 1940, την Ταγγέρη δέκα χρόνια αργότερα και την Σαουέν του σήμερα, ο Μπεν Τζελούν μιλάει για το πάθος της ελευθερίας. Ενώ ο Ναγκίμπ Μαχφούζ με την περίφημη «Τριλογία του Καΐρου» («Ο δρόμος κοντά στο παλάτι», «Το παλάτι των επιθυμιών» και «Οι δρόμοι του Νείλου» - όλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός), ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έδινε τη δική του εκδοχή για την ιστορία της χώρας του.

Από την άλλη, ο Μουλεσεχούλ, χρησιμοποιώντας τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπως στο βιβλίο του «Ο σχιζοφρενής με το νυστέρι» (εκδόσεις Καστανιώτη) καταδεικνύει την παρακμιακή ατμόσφαιρα της εξουσίας στην Αλγερία και αναλύει τη φιλοσοφία των φανατικών ισλαμιστών που έστησαν ολόκληρη εμφύλια σύγκρουση τη δεκαετία του 1990 στη χώρα. Ο ομοεθνής του Αζίζ Σουάκι υπογράφει στο βιβλίο του «Το αστέρι του Αλγερίου» (Εκδόσεις Κέδρος) την άνοδο και την πτώση ενός τραγουδιστή του ράι σε μια εποχή όπου το Ισλάμ έχει κηρύξει πόλεμο στα φαινόμενα ηθικής σήψης όπως το τραγούδι. Και ο Αλ Ασουάνι προσθέτει με το «Σικάγο» (Εκδόσεις Πατάκη) την προσπάθεια κάποιων φοιτητών από την Αίγυπτο να προσαρμοστούν στην αμερικανική πραγματικότητα όπως διαμορφώνεται μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και όπου επικρατούν τα ρατσιστικά κλισέ, σύμφωνα με τα οποία όλοι οι Αραβες είναι τρομοκράτες.

Οταν ο μικροπωλητής Μοχάμεντ Μπουαζίνι αυτοπυρπολούνταν στην πόλη Σιντ Μπουζίντ της Τυνησίας και οι συμπατριώτες βγήκαν οργισμένοι στους δρόμους, κανείς δεν περίμενε ότι ήταν το φιτίλι των εκρήξεων που θα πραγματοποιούνταν στην Αίγυπτο, στην Αλγερία και στη Λιβύη. Οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές, χρόνια εξόριστοι στη Δύση, αδυνατούν να κατανοήσουν τη φύση των εξεγέρσεων. Γι' αυτό και δίνουν περισσότερο βάρος στη μέθοδο, όπως τα κοινωνικά δίκτυα μέσα από το Ιντερνετ παρά στους ίδιους τους εξεγερμένους. Κι όμως τα σπέρματα αυτής της αναπάντεχης έκρηξης βρίσκονται μέσα στη λογοτεχνία των χωρών. Ή, όπως το θέτει σε μια διαπίστωση, ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες, ο Αιγύπτιος Χάλεντ ελ Χαμίσι, στην εισαγωγή των διηγημάτων του «Ταξί»: «Οι αναλύσεις των απλών ανθρώπων έχουν μεγαλύτερο βάθος από αυτές των πολιτικών αναλυτών, οι οποίοι συνήθως γεμίζουν τον τόπο με τον ανούσιο θόρυβό τους. Γιατί τελικά ο πολιτισμός αυτού του έθνους εκδηλώνεται μέσω αυτών των απλών ανθρώπων και ο αιγυπτιακός λαός πραγματικά μπορεί να είναι δάσκαλος για όποιον επιθυμεί να διδαχτεί». 7

Friday, January 7, 2011

Η ιστορία ενός λεηλατημένου αλήτη

Μυθιστόρημα

  • Η ζωή και ο θάνατος του Αριστείδη Παγκρατίδη, του μυθιστορηματικού και για μερικούς ηρωοποιημένου δράκου του Σέιχ Σου, γίνεται αφορμή για μια μυθοπλασία μέσα από την οποία αναβιώνει η σκληρή μετεμφυλιακή δεκαετία 1950-60 στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην Ελλάδα

Ι. Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Πριν από 43 χρόνια ο Αριστείδης Παγκρατίδης, καταδικασμένος τετράκις εις θάνατον από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την κατηγορία του «σίριαλ κίλερ», εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. «Μανούλα μου, είμαι αθώος» ήταν οι τελευταίες λέξεις του προτού οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος τον ξαπλώσουν νεκρό στο δάσος του Σέιχ Σου, από το οποίο πήρε το προσωνύμιο «δράκος του Σέιχ Σου».

Σαράντα χρόνια μετά αποδείχθηκε ότι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, Αρίστος γι΄ αυτούς που τον ήξεραν, δεν ήταν δολοφόνος αλλά θύμα. Ο πραγματικός «δράκος» ανήκε σε καλή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, είχε πληρώσει και είχε διαφύγει.

Ο Θωμάς Κοροβίνης στήνει ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα στηριγμένο στα ντοκουμέντα και στην ιδιαίτερη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη. Μιλούν γι΄ αυτόν επινοημένα πρόσωπα που τον γνώρισαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συναγελάστηκαν μαζί του, άνθρωποι φιλικοί και εχθρικοί προς αυτόν. Και μέσα από την εξιστόρηση της ζωής και της πορείας κατάβασης στον θάνατο του Παγκρατίδη περνάει η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ΄50. Εκεί εστιάζει ο μυθιστοριογράφος αλλά και παραμυθάς, συλλέκτης, τραγουδιστής αλλά και ερευνητής συγγραφέας.

Η δεκαετία του ΄50 στη Θεσσαλονίκη είναι σκληρή, προσδιορισμένη ιστορικά. Τη χρονιά που δικάζεται ο Παγκρατίδης, 1963, είναι η χρονιά της δολοφονίας του Λαμπράκη από το παρακράτος. Οι νικητές του Εμφυλίου έχουν διαμορφώσει ένα καθεστώς εκτός θεσμών, εκτός δικαιοσύνης, εκτός νομιμότητας, με τη σύμφωνη όμως γνώμη των υπηρετών του νόμου και της τάξης. Ο Παγκρατίδης ήταν χαμένος από χέρι. Δεν ήταν ευυπόληπτος, ήταν ένας αλήτης. Ηταν φτωχός, αδύναμος κοινωνικά, ευάλωτος ψυχικά, ένοχος συναισθηματικά. Το παρακράτος με τη βοήθεια της Αστυνομίας- που ζητούσε εξιλέωση για την υπόθεση Λαμπράκη- έστησε τον μηχανισμό κατασκευής ενός ενόχου. Τύπος, καθεστηκυία τάξη, Αστυνομία και δικαστές ήταν εκτελεστές ενός σχεδίου με ήρωα έναν άνθρωπο που πρωταγωνιστούσε σε μια υπόθεση που θύμιζε Ντίκενς και Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό.
  • Ντυμένος με κουρέλια

Γεννήθηκε το 1940 στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας του Χαράλαμπος, λοχαγός του Ελληνικού Στρατού, δολοφονείται από τον ΕΑΜ. Η οικογένεια, ο Αρίστος, η αδελφή του Μαρία, ο αδελφός του Παγκράτης και η μητέρα τους μετακομίζουν το 1945 στη Θεσσαλονίκη. Ζουν σε παράγκες και αργότερα σε φτωχόσπιτα. Η μητέρα του δουλεύει ως πλύστρα, γνωρίζεται με τον εισπράκτορα Ευγένιο Αλεξιάδη και συζούν σε ένα σπίτι στην Ανω Τούμπα. Ο Αρίστος φοίτησε μόνο σε δύο τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Η ζωή του ήταν ένα με την αλάνα. Ντυμένος με κουρέλια, βρώμικος, έπαιζε όλη μέρα με τα χώματα και τις πέτρες. Με τους φίλους του, όπως τα περιγράφει ένας από αυτούς, έκαναν τρέλες, ενοχλούσαν τον κόσμο με την μπάλα και τις φωνές τους. Θαύμαζαν τον Ταρζάν. Μόλις μεγάλωσαν κατέβηκαν στο κέντρο της πόλης, πήγαιναν σινεμά να δουν αστυνομικά και καουμπόικα, χάζευαν τις πληθωρικές γυναίκες και κυνηγιόνταν με τους αστυνομικούς. Η οικογένεια του Αρίστου είναι από τις πιο φτωχές οικογένειες του μαχαλά, έτσι μπαίνει από μικρός στη βιοπάλη. Δουλεύει κατ΄ αρχάς σε παντοφλάδικο και μετά σε τσαγκαράδικο. Μετά δούλεψε ως χαμάλης-αχθοφόρος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως το 1955. Κλέβουν με έναν φίλο του δύο ποδήλατα για να πάνε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερη ζωή. Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στο Βίδον της Κέρκυρας.

Δύο χρόνια μετά βγαίνει από το Αναμορφωτήριο και επιστρέφει στην Τούμπα. Αρχίζει να δουλεύει πάλι δεξιά και αριστερά. Καταλήγει πάλι χαμάλης στο λιμάνι. Αργότερα και λίγο προτού πάει φαντάρος το 1959 δουλεύει στον «γύρο του θανάτου». Είναι το περίφημο ξύλινο βαρέλι που στα εσωτερικά του τοιχώματα μοτοσικλετιστές έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο ιδιοκτήτης της «επιχείρησης» έχει να το λέει για το πόσο υπάκουος και καλός δουλευτής είναι ο Αρίστος. Θα παρουσιαστεί στον στρατό το 1959, θα περάσει άσχημα, θα λιποτακτήσει, θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί αλλά τελικά θα πάρει απολυτήριο ως ψυχικά διαταραγμένος.
  • Η τριπλή σεξουαλικότητα
Η σεξουαλική του ζωή ήταν αυτή που τον πρόδωσε, πάνω στην αταξία της σεξουαλικότητάς του βασίστηκε το «κοινό αίσθημα» αλλά και η Ασφάλεια για να τον καταδικάσει. Μικρό παιδί τον αποπλανεί ένας χημικός, μάρτυρας αργότερα στη δίκη. Τον δελεάζει με χρήματα για να ασελγεί πάνω του. Αργότερα στα δεκατέσσερά του ασελγεί πάνω του ο Βασίλης Τενεκετζής. «Δεν ευχαριστιόταν αλλά το δεχόταν για τις 15-20 δραχμές που είχε ανάγκη όταν έμενε άνεργος» θα πει στο δικαστήριο ο μάρτυρας Τενεκετζής. Ο Μαμούνας, ένας βαρκάρης που πούλαγε μαμούνια, δηλαδή δολώματα για ψαράδες, τον έπεισε να πάει μαζί του για 30 δραχμές. Ενας άλλος εργάτης παραδέχεται ότι τον έπεισε να κοιμηθεί μαζί του δωροδοκώντας τον με ένα πιάτο φασολάδα. Ο Αρίστος λέει ότι από το 1957 ως και το 1959 πήγαινε με πόρνες πίσω από το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ αλλά καμιά φορά και σε φτηνά ξενοδοχεία. Μερικές φορές πηγαίνει και με άνδρες, του αρέσει να είναι αυτός ενεργητικός. Συχνάζει στην ταβέρνα «Η πεθερά», όπου σχετίζεται με τραβεστί. Μαθαίνει και συνηθίζει στην ηδονοβλεψία αλλά και να καπνίζει χασίς. Ενα κορμί ήταν ο Αρίστος που το σέρνανε δεξιά κι αριστερά.
  • Η κατηγορία, η δίκη, η καταδίκη
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης θα κατηγορηθεί για «απόπειρα ανθρωποκτονίας μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Αθανασίου Παναγιώτου και Ελεονώρας Βλάχου εις το Σέιχ Σου. Ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Κωνσταντίνου Ραΐση και Ευδοκίας Παληογιάννη εις αγροτική περιοχή του αεροδρομίου Μίκρας και ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος της Μελπομένης Πατρικίου εις οικίσκον του Δημοτικού Νοσοκομείου». Υπάρχει η ομολογία του που την πήραν με συνεχείς εκβιασμούς από έναν άνθρωπο που φοβόταν και είχε χάσει το λογικό του.

Ο εισαγγελέας της έδρας Μιχαήλ Σγουρίτσας θα πει: «Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για την ενοχή του. Γι΄ αυτό και προτείνω να του επιβληθεί όχι η θανατική ποινή αλλά η ποινή των ισοβίων». Ο Παγκρατίδης στερήθηκε όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την προδικασία. Τον πίεσαν ψυχολογικά και σωματικά για να δημιουργήσουν με το υλικό της προδικασίας το φανταστικό πρόσωπο του «δράκου» που ταίριαζε στις προσδοκίες των εφημερίδων και του «κοινού». Μία και μοναδική μάρτυς υπήρξε και αυτή δεν τον αναγνώρισε, αγνοήθηκε σωματικό υλικό που βρέθηκε σε πτώμα και τον απέκλειε από δράστη γιατί δεν του ανήκε, η «ομολογία» του είναι μνημείο κατασκευής αλλά αυτός ήταν τόσο χαμένος που δεν ήξερε τι έλεγε, προσπαθούσε να είναι συνεπής με την «ομολογία του».

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, στο δάσος του Σέιχ Σου, εκεί που σαν παιδί γνώρισε τις μόνες χαρούμενες μέρες του, τα ξημερώματα της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου 1966. Στράφηκε προς τους άνδρες του αποσπάσματος: «Παιδιά, σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι». Λίγο πριν τον ήχο των όπλων θα φωνάξει: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».
  • Το μυθιστόρημα
Ο Θωμάς Κοροβίνης, εκτός από τα ρεπορτάζ της εποχής και κάποια λίγα επίσημα κείμενα από εφημερίδες και υλικά της δίκης,οργάνωσε την αφήγησή του με βάση τις επινοημένες αφηγήσεις ανθρώπων που γνώρισαν τον Παγκρατίδη: της μητέρας του, ενός παιδικού φίλου, μιας παραδουλεύτρας που γνώριζε την οικογένεια,ενός παρακρατικού γείτονα του Αρίστου, ενός χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων της εποχής, ενός αστού της παραλίας, των κατά καιρούς αφεντικών του, μιας πόρνης, μιας γνωστής του Αρίστου τραγουδίστριας. Ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον ήρωα από το ΄55 ως το ΄60, από 15 ως 20 χρόνων, με φλασμπάκ στο παρελθόν του και αναφορές στο ολέθριο μέλλον του. Αυτές οι παράλληλες αφηγήσεις μπορεί να έχουν ως επίκεντρο επιφανειακά τον Παγκρατίδη, στην πραγματικότητα όμως ξεδιπλώνουν εικόνες μιας εποχής, μιας κοινωνίας και των ανθρώπων που τη διαμόρφωσαν ή διαμορφώθηκαν από αυτήν. Είναι η ιστορία της δεκαετίας του ΄50, λίγο πριν από την αντιπαροχή, με τον φόβο του αστυφύλακα, το κυνήγι των κομμουνιστών, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, τη φτώχεια και την ανέχεια. Ηταν η κοινωνία των χαμηλών επαγγελμάτων, των μεροκαματιάρηδων αλλά και η κοινωνία τού «έξω καρδιά», της ευτυχίας που μπορούσε να προσφέρει μια βόλτα με πασατέμπο και μαλλί της γριάς,δύο ώρες σινεμά με τον Τζόνι Βαϊσμίλερ και η παρακολούθηση του «γύρου του θανάτου». Εκπληκτικό το κεφάλαιο του Ιωάννη Χαλεπλή, ιδιοκτήτη του συγκροτήματος «Γύρος του θανάτου», που αφηγείται τις κοινωνίες των χωριών που επισκεπτόταν και τις τοπικές κουλτούρες. Εντυπωσιακό το κεφάλαιο όπου μια τραβεστί, η Λολό, διηγείται σε καλιαρντά τον κύκλο της και πώς τα ΄φτιαξε με τον Αρίστο ή εκείνο το κεφάλαιο όπου η Σύλβα, μια τραγουδίστρια σε λαϊκό κέντρο, διηγείται τη σύντομη αλλά πολύ δυνατή γνωριμία της με τον Αρίστο. Η Σύλβα θα πει και τον τελικό λόγο για τον αδικοχαμένο αγαπημένο της:

«Αυτόν τον κυνηγούσε η ζωή, καρντάση μου, όπως κυνηγούσαν οι μοτοσικλέτες τον κίνδυνο σ΄ εκείνο τον τρελό το γύρο του θανάτου».

Θωμάς Κοροβίνης
Ο Θωμάς Κοροβίνης, φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση,ερευνά εδώ και χρόνια πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Εγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ΄ Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη- Λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι. Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν,Τακίμια. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η πολυσχιδής δημιουργικότητά του οφείλεται και στην ανάγκη να αποφύγει την ανία και την τριβή με την επανάληψη. Δηλώνει ότι έχει καημό να διασώσει τη ζώσα μνήμη και όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Πιστεύει ότι η δουλειά του διαφυλάσσει ένα κομμάτι από την κουλτούρα εποχών που είχαν κάτι να μας πουν.

Saturday, November 20, 2010

Υπάρχει «κρυφή» γοητεία στα ευπώλητα μυθιστορήματα;


  • Συχνά οι εκπρόσωποι της αμιγούς λογοτεχνίας κοιτάζουν με μισό μάτι τις πωλήσεις των «απέναντι»
  • Tης Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 20 Nοεμβρίου 2010
H «ζήλια» είναι αμφίπλευρη, αλλά για διαφορετικούς λόγους: οι εκπρόσωποι της αμιγούς λογοτεχνίας κοιτάνε με μισό μάτι τις ιλιγγιώδεις πωλήσεις των λεγόμενων light συναδέλφων τους. H πλευρά των ευπώλητων και light, πάλι, έχει κρυφό καημό επειδή η επίσημη κριτική δεν ασχολείται μαζί τους, πλην ελαχίστων και σποραδικών εξαιρέσεων. Kι εδώ που τα λέμε, ως προς αυτό έχουν δίκιο. H αλήθεια είναι ότι συνήθως κατηγοριοποιούμε αυτά τα βιβλία και αυτούς τους συγγραφείς χωρίς να κάνουμε τον κόπο ούτε καν να τα ξεφυλλίσουμε. Σκεφτήκαμε λοιπόν να επιχειρήσουμε να ακυρώσουμε τις αιτίες της «ζήλιας», τουλάχιστον όσον αφοράν τη μια πλευρά. Σκεφτήκαμε να αναζητήσουμε, με τον τρόπο της κριτικής, όσα βρίσκουν στις σελίδες αυτών των ευπώλητων βιβλίων όλες αυτές οι χιλιάδες αναγνώστες. Aρκετοί εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους στα site των συγγραφέων και ομολογουμένως το πιο συγκρατημένο είναι «Nα 'ναι καλοτάξιδο και ευλογημένο!».

Eτσι, δύο επαρκείς αναγνώστες, δύο από τους ανθρώπους που διαβάζουν πολύ περισσότερα από 1 - 5 βιβλία τον χρόνο και έχουν άποψη για την ιστορία της λογοτεχνίας, διάβασαν για τις «Aντιπαραθέσεις» κάποιους τίτλους, από αυτούς που ανήκουν στην κατηγορία της λεγόμενης light λογοτεχνίας, όπως θα διάβαζαν ένα οποιοδήποτε άλλο βιβλίο. Kαι τους ζητήσαμε να γράψουν τη γνώμη τους, την κριτική τους για ό, τι διάβασαν. H επιλογή των τίτλων ήταν τυχαία και έγινε από τους δύο κριτικούς. Mε μόνο ίσως κριτήριο ότι όλοι οι συγγραφείς είναι ιδιαίτερα αναγνωρίσιμοι στο ευρύ κοινό, αφού είναι ευπώλητοι.

Ξεκινήσαμε με το σκεπτικό ότι είναι βιβλία που αφορούν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και οφείλουμε να δούμε πιο προσεκτικά όσα γοητεύουν τους πολλούς αναγνώστες τους. Παραμένουμε με το ερώτημα, αν οι σελίδες της light λογοτεχνίας μπορούν να γίνουν εφαλτήριο για άλλες λογοτεχνικές σελίδες...

AΠOΨH : Σταθερές αξίες, σταθερές αποδόσεις
  • Της Ελισαβετ Κοτζια
Πασχαλία Τραυλού, Λένα Μαντά, Χρυσηίδα Δημουλίδου. Κανένας δεν θέλει να είναι επηρμένος, αλαζών, προσβλητικός απέναντι στους καλότυχους συγγραφείς αδιαμφισβήτητων εμπορικών επιτυχιών, και στους δεκάδες χιλιάδες συμπαθείς αναγνώστες των ογκωδέστατων βιβλίων τους που επί βδομάδες καταλαμβάνουν πρώτες θέσεις στον κατάλογο των ευπώλητων. Και ο κυριότερος λόγος είναι ότι κανείς ποτέ δεν ζήτησε τη γνώμη της κριτικής, ούτε προέβαλε λογοτεχνικές-αισθητικές αξιώσεις. Πρόκειται αντιθέτως για μια πολυπληθή κοινότητα ενός αφηγηματικού είδους που η ιστορία του ξεπερνά τους δύο αιώνες, και η οποία απολαμβάνει σχετικώς αθόρυβα αυτό που αγαπά.

Oταν ωστόσο ο συστηματικός αναγνώστης της λογοτεχνίας θα πάρει στα χέρια του τη «Γυναίκα του φάρου», «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» ή το «Μερσέντες Χιλ» δύσκολα αποφεύγει το σοκ όσο καλοπροαίρετα δεκτικός κι αν είναι. Και θα θλιβεί γιατί τόσες δεκάδες χιλιάδες, κυρίως γυναίκες, βρίσκουν ξεκούραση, καταφύγιο και παρηγοριά σε αναγνώσματα στα οποία κυριαρχούν τα πιο φτηνά στερεότυπα και τα πιο τετριμμένα κλισέ για τα διακριτικά των δύο φύλων, για τις σχέσεις των ζευγαριών, για τις εθνικές αξίες και τις κοινωνικές επιδιώξεις.

Oσο για την τεχνική -την ανάπτυξη της πλοκής, τον ρυθμό της εξιστόρησης, τη γλωσσική καλλιέργεια- ούτε λόγος να γίνεται. Οι συγγραφείς δεν υποψιάζονται πως η γραπτή αφήγηση έχει τους τρόπους της, τα πάντα μοιάζουν ριγμένα χύμα. Κατά τα άλλα, οι άντρες έχουν όψη ολύμπιου θεού, βλέμμα αστρίτη και ονειρεύονται να γίνουν ο φόβος και ο τρόμος των Τουρκαλάδων. Οι αιθέριες φιγούρες των γυναικών με τα χειμαρρώδη πυρρόξανθα μαλλιά και τα καταπράσινα σμαραγδένια μάτια μπορεί να γίνουν μυθικές σταρ του βωβού σινεμά και να ερωτευθούν ασφαλώς παράφορα. Αφού πάντως κακοπάθουν στα πέρατα της οικουμένης, θα βρουν εντέλει καταφύγιο στο πατρικό τους για να κάνουν τι -μαντέψτε το- να διαβάσουν την Αγία Γραφή! (Aυτό η συγγραφέας μάλλον το είδε σε κύκλο Κουάκερων στον κινηματογράφο παρά σε ελληνικό σπίτι). Τέλος πάντων. Σταθερές αξίες, σταθερές αποδόσεις.

AΠOΨH : Το φαινόμενο Γιώργος Πολυράκης
  • Του Νικου Βατοπουλου
«Πώς σου φαίνεται;». Είχα ήδη φθάσει στη σελίδα 200 και η απάντηση ήταν ήδη έτοιμη. «Μου αρέσει!». Το μυθιστόρημα του Γιώργου Πολυράκη «Μακρινοί ορίζοντες» (εκδ. Ψυχογιός) ήταν ένας ογκόλιθος στο στέρνο μου, με τις 700 σελίδες του να με περιμένουν. Είχα περιέργεια και, ομολογώ, μεγάλη επιφυλακτικότητα πριν αρχίσω την πρώτη μου επαφή με τον κόσμο του ιατρού-συγγραφέα Γιώργου Πολυράκη, του ανθρώπου που με εντυπωσιακή μεθοδικότητα έχει ώς τώρα γράψει 11 μυθιστορήματα, τα οποία έχουν πουλήσει συνολικά 430.000 αντίτυπα. Αν είμαι σε θέση να αποδώσω ένα εύσημο στον κ. Γ. Πολυράκη αυτό είναι η αφηγηματική δεινότητα. Η πλοκή του ξετυλίγεται σαν κορδέλα στον άνεμο και ίσως γι’ αυτό δεν στάθηκα να ρωτήσω τον εαυτό μου αν αυτό που διάβαζα ήταν «καλή» ή «εύκολη» λογοτεχνία. Καθώς διάβαζα τους «Μακρινούς ορίζοντες», που αρχίζουν στη Θεσσαλία της δεκαετίας του 1880 και προχωρούν στον 20ό αιώνα, με έρωτες, θανάτους, εθνικές αναταράξεις και πολύ σοφές δόσεις ιστορικής γνώσης, ξαναγύριζα σε μια ασφαλή αγκαλιά μιας εφηβείας όταν καταβρόχθιζα μυθιστορήματα–ποταμούς του 19ου αιώνα.

Εχω χίλιες απαντήσεις στο γιατί τα βιβλία του κ. Γ. Πολυράκη πουλούν τόσο πολλά αντίτυπα και γιατί τόσες χιλιάδες αναγνώστες τον θαυμάζουν. Η δική του εκδοχή της λογοτεχνίας είναι «παλιομοδίτικα» ουμανιστική και ξεχειλίζει από κατάφαση στη ζωή. Εχει το ταλέντο να συνθέτει «σάγκες», με αποχρώσεις εύληπτες και χαρακτήρες ξεκάθαρους. Εκείνο που θα έλεγα ότι τον διαφοροποιεί είναι τα έντονα στοιχεία ηρωισμού, ιστορικής γνώσης, ωμής καταγραφής και ζωηρής ατμόσφαιρας. Με εντυπωσίασαν οι σκηνές βίας και τραγωδίας, την προσθήκη των οποίων προσέλαβα ως ρεαλιστική αποδοχή της ζωής. Θα απαντήσω σε δύο ερωτήματα που θέτω στον εαυτό μου. Πού εντάσσεται η λογοτεχνία του Γιώργου Πολυράκη; Θα έλεγα ότι είναι μια λογοτεχνία ψυχαγωγική, με μεγάλο σεβασμό στον αναγνώστη. Θα ξαναδιάβαζα βιβλίο του Γιώργου Πολυράκη; Ναι. Η γραφή του έχει την αρετή της συμφιλίωσης και πηγή την καλοσύνη. Χαίρομαι που ανακάλυψα έναν Ελληνα story-teller που στην Αμερική θα ήταν βασιλιάς των βιβλίων τσέπης.


Tuesday, March 2, 2010

Τα σύννεφα της Ιστορίας

  • Του Γιωργου Βεη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02/03/2010
  • Κώστα Χατζηαντωνίου: «Αγκριτζέντο». Εκδόσεις «Ιδεόγραμμα», σελ. 293

Ο συγγραφέας είναι έμπειρος. Οσα αφορούν την ικανή και αναγκαία κειμενική οικονομία του είναι ήδη γνωστά. Γι’ αυτό και η οριστική μορφή του παρόντος μυθιστορήματος παρακολουθεί, αφομοιώνει, προεκτείνει εν τέλει, σε καλώς συγκερασμένη εκδοχή, όσα το πρωτογενές σχέδιο διάρθρωσε, χωρίς αντιπαραγωγικές παλινδρομήσεις, υφολογικές αναταράξεις ή άλλες διηγητικές αβαρίες. Συγκρατώ επίσης ότι η πλοκή διακρίνεται για την αβίαστη εξέλιξή της. Κατά τα άλλα η συγγραφική πείρα επινοεί συν τοις άλλοις μνήμες και βιώματα, ενώ φυλετικές - εθνικές πεποιθήσεις και πιστεύω συνάπτονται ευεργετικά στον κύριο μυθιστορηματικό ιστό. Το ιστορικό παρελθόν, εφιαλτικό και μη, και η σύγχρονη ιλαροτραγωδία του ανθρώπου συναποτελούν τους δύο κύριους πόλους των σημάνσεων του «Αγκριτζέντο», που ανακαλεί βεβαίως τον πατρώο - μητρώο Ακράγαντα κατά τρόπο ευθύ και εμπεριστατωμένο.

Παρόν και παρελθόν, οίκοθεν νοείται, ενοποιούνται σε πολλά σημεία του έργου. Η διεύρυνση αυτή εισπράττεται φυσιολογικά: ο χωρόχρονος μοιάζει αίφνης οικείος. Αποσχηματισμένοι ιερείς, φλογεροί εραστές, αυτοτιμωρούμενοι, παράδοξοι κακοποιοί και αινιγματικοί ιατροφιλόσοφοι αναδεικνύονται προοδευτικά σε περσόνες ευρύτερου ψυχικού εκτοπίσματος, που αναζητούν διακαώς την πολυπόθητη κάθαρση της ανώτερης βαθμίδας. Η παρένθετη, αλλά εμβληματική μορφή, του διασημότερου τέκνου του Αγκριτζέντο, δηλαδή του Εμπεδοκλή, υποδηλώνει στο μεταξύ τη σαφή συσχέτιση της μοίρας του ανθρώπου εν γένει με όσα η ρηξικέλευθη σκέψη του φιλοσόφου διείδε. Τον βίο και την πολιτεία του Ακραγαντίνου σοφού αναλαμβάνει να αποτυπώσει ένας αεικίνητος λόγιος, ο Παυσανίας. Εχω την εντύπωση ότι ο Κώστας Χατζηαντωνίου γνωρίζει ότι «αν ψάχνεις να βρεις ένα νόημα στην Ιστορία, είναι σαν να κοιτάς τα σύννεφα. Στα σύννεφα βλέπεις σχήματα που μοιάζουν με λιοντάρια, με βουνά, με λίμνες, με θάλασσες. Είναι σχήματα αυθαίρετα, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι αυθαίρετη και η Ιστορία. Βλέπω την Ιστορία σαν ένα μεγάλο όνειρο, που όμως δεν το ονειρεύεται κανείς. Είναι σαν όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του. Ισως όμως δεν έχει προορισμό...», όπως μας έδειξε ο μείζων φιλόσοφος και αμετακίνητος φιλέλληνας Αρθούρος Σοπενχάουερ. Το πολιτισμικό κληροδότημα του Αγκριτζέντο – Ακράγαντα αναπλάθεται μέσα σε ένα ιδεαλιστικό, πλην όμως πειστικό σκηνικό. Οι πνευματικές αξίες της Μεγάλης Ελλάδας, τα διδάγματα από την εκεί δράση του Ελληνισμού και όσα άλλα παρεμφερή προέκυψαν διιστορικά, ενοφθαλμίζονται κατά συνέπεια στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα των σημερινών δεδομένων.

Sunday, October 25, 2009

Το μπεστ σέλερ από τα Τίρανα

  • Ο Σκεντέρμπεης, ο Αλή Πασάς Τεπελενλής, ο Λάμπρος Τζαβέλας, ήρωες ενός βιβλίου που έσπασε κάθε ρεκόρ πωλήσεων στην Αλβανία. Ο συγγραφέας του διετέλεσε υπουργός του Φατός Νάνο

  • του ΡIRO ΜISHA | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
Κανένα άλλο βιβλίο στην Αλβανία τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν κατάφερε τέτοιο ξάφνιασμα και προβληματισμό στο κοινό όσο το μυθιστόρημα Να ζεις σε νησίτου Μπεν Μπλούσι. Οι εκδόσεις Τoena, μάλιστα, που το εξέδωσαν στην αλβανική, το 2008 ανθολόγησαν σε ειδική τους έκδοση μέρος της πλημμυρίδας των σχολίων του αλβανικού Τύπου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα Μπεν Μπλούσι με τα 25.000 πωληθέντα αντίτυπά του ανέρχεται στην κορυφή της κυκλοφορίας της μεταπολιτευτικής Αλβανίας, όπου τα συνήθη επίπεδα δεν ξεπερνούν τα 5.000 αντίτυπα.

Πολλοί και διάφοροι οι λόγοι που συνθέτουν τον καμβά της επιτυχίας αυτού του μυθιστορήματος. Μεταξύ αυτών και το γεγονός ότι εδώ και χρόνια ο Μπεν Μπλούσι, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, έχει αναδειχθεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της αλβανικής δημόσιας και πολιτικής ζωής- αρχικά ως πετυχημένος δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους πολιτικούς των τελευταίων ετών. Υπήρξε υπουργός της κυβέρνησης του Φατός Νάνο και εκλέγεται βουλευτής εδώ και μερικά χρόνια με το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην αλβανική Βουλή, όπου για ορισμένο διάστημα διετέλεσε και πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλιστών. Η δημόσια αυτή εικόνα του όμως αδυνατεί να εξηγήσει μόνη της το ασυνήθιστο ενδιαφέρον του κοινού για την πρώτη του αυτή εμφάνιση στα γράμματα.

  • Πέρα από τα στερεότυπα
Ο βασικός λόγος που αυτό το μυθιστόρημα προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον αλλά και τόσο βαθιά διαμάχη σχετίζεται με το θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Ο Μπεν Μπλούσι είχε την τόλμη να αναδιφήσει σε μία από τις περιόδους της Ιστορίας της Αλβανίας που παραμένουν εν γένει ομιχλώδεις και σχεδόν ανεξερεύνητες, αλλά στην ουσία πολύ βαρυσήμαντες, όπου πασχίζει να βρει τα αίτια και την εξήγηση των όσων πραγματεύεται. Στο εν λόγω έργο του ο Μπεν Μπλούσι είχε την αρετή να προσφέρει στους αναγνώστες του μια αρκετά σύνθετη θεώρηση της ιστορίας τους, η οποία διέφερε πολύ από τα στερεότυπα του μέχρι τότε σερβιρίσματός της. Στο επίκεντρο της προσοχής, επομένως, βρίσκεται μια περίοδος κατά την οποία στην Αλβανία, υπό την αυξανόμενη πίεση της τουρκικής κυριαρχίας, συντελείται ο εξισλαμισμός μεγάλου μέρους των Αλβανών, οι οποίοι ασπάζονται τη νέα θρησκεία που φέρει μαζί του ο κατακτητής. Μια αλλαγή, ασφαλώς, διόλου εύκολη, συχνά δραματική και επώδυνη.

Πυρήνας του μυθιστορήματος Να ζεις σε νησί είναι τα συμβάντα στη ζωή μιας οικογένειας, σε κάποιο χωριό στον Νότο της Αλβανίας, τέλη του 18ου- αρχές του 19ου αιώνα. Η αρχή του μυθιστορήματος συμπίπτει ακριβώς με τη στιγμή που το πρώτο μέλος της κάποια ημέρα αποφασίζει να αλλαξοπιστήσει, να γίνει μουσουλμάνος, προκειμένου να διευκολύνει τη ζωή της οικογένειάς του. Η απόφαση αυτή επέφερε μεγάλο κλονισμό και βαθιά διένεξη σε όλο το χωριό. Στη συνέχεια ξετυλίγεται η ιστορία μερικών γενεών αυτής της οικογένειας, τα μέλη της οποίας μοιράζονται ανάμεσα στις δύο θρησκείες, αλλά παρ΄ όλα αυτά βρίσκουν τον τρόπο να συμβιώσουν.
  • Οι μηχανισμοί επιβίωσης
Απλοποιώντας κάπως τα πράγματα, θα δούμε ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να συλλάβει και να ερμηνεύσει τις διεργασίες οι οποίες έλαβαν χώρα τα δύσκολα και ταραγμένα εκείνα χρόνια και μέσα από τις οποίες κατέστη δυνατό να συγκροτηθούν και βαθμιαία να μορφοποιηθούν οι μηχανισμοί επιβίωσης των Αλβανών ως λαού, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και αρκετές από τις ιδιότητες που, με την πάροδο του χρόνου, εξελίχθηκαν στα πιο βαρυσήμαντα χαρακτηριστικά και απαραίτητα στοιχεία της κοινής ζωής τους.

Οχι τυχαία το μυθιστόρημα φέρει τον τίτλο Να ζεις σε νησί. Η βασική μεταφορά του παραμένει αυτή του νησιού. Το νησί είναι η συγκεκριμένη οικογένεια που ζητεί να επιβιώσει, είναι το συγκεκριμένο χωριό που θέλει να επιβιώσει, είναι η Αλβανία που πασχίζει να επιβιώσει. «Μοναδικό μέλημα των νησιωτών είναι πώς να σώσουν το νησί τους από τις μπόρες και τους κατακτητές» λέει ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου.

Οχι τυχαία η δράση του μυθιστορήματος μεταφέρεται από τη μία εποχή στην άλλη παρακολουθώντας μια πλούσια πινακοθήκη προσώπων, ανώνυμων και ιστορικών (οι ζωές και οι ιστορίες των οποίων συνυφαίνονται φυσιολογικά), που δρουν στην αχανή επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η αλληλουχία των γεγονότων, από τα Γιάννινα του Αλή Πασά Τεπελενλή ως τη Μοσχόπολη της ακμής και της παρακμής, στη Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Κρήτη, φιλοτεχνεί την ευρεία και πειστική εκείνη εικόνα μέσα από την οποία αναδύεται το μήνυμα πως η ζωή στο νησί είναι αδιανόητη χωρίς τη μεγάλη θάλασσα που το περιβάλλει. Ασφαλώς, ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να περιοριστεί στα όρια αυτού που λέγεται βασικό του μήνυμα. ΤοΝα ζεις σε νησίείναι ένα μυθιστόρημα της σχέσης του ανθρώπου με τη ζωή και τον θάνατο, τον έρωτα, το σήμερα, το χθες και το μέλλον και, αναμφίβολα, με την αιωνιότητα, επομένως τη θρησκεία. Παρ΄ όλα αυτά παραμένει ένα μυθιστόρημα για την Ιστορία, όπου ο Μπλούσι καταφεύγει ώστε να βρει την ερμηνεία για οτιδήποτε αφορά το σήμερα.
  • Ο κ.Ρiro Μisha είναι συγγραφέας, διευθυντής του Ινστιτούτου Διαλόγου και Επικοινωνίας των Τιράνων.

Saturday, September 26, 2009

Οι θάνατοι των Αθανάτων

  • Ποιος έχει βάλει στο στόχαστρο τα μέλη της Ακαδημίας του Ρίο ντε Τζανέιρο; Μια ξεκαρδιστική ιστορία από τον δημοφιλή βραζιλιάνο συγγραφέα και σκηνοθέτη Ζο Σοάρες

Στον τόμο των αστυνομικών διηγημάτων Ελληνικά εγκλήματα 3που εκδόθηκαν από τον Καστανιώτη υπάρχει και το διήγημα του Πέτρου Μάρκαρη «Η δολοφονία ενός Αθανάτου», όπου ένας συγγραφέας, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, βρίσκεται νεκρός, θύμα εγκληματικήςενέργειας. Το θέμα όμως του θανάτου των ακαδημαϊκών έχει απασχολήσει και τον Ζο Σοάρες (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1938), κωμωδιογράφο, θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη, ιδιαιτέρως δημοφιλή στην πατρίδα του για τα «ελαφρά» αστυνομικά του μυθιστορήματα. Γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από τα βιβλία του Μια σάμπα για τον Σέρλοκ Χολμς (βλ. «Βιβλία», 20 Νοεμβρίου 1998) και Ποιος σκότωσε τον Χετούλιο Βάργκας; («Βιβλία», 1η Ιουλίου 2001), ο Σοάρες στο παρόν μυθιστόρημα μας μεταφέρει στο 1923, όταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο, σ΄ ένα οίκημα πανομοιότυπο με το Μικρό Τριανόν των Βερσαλλιών, δώρο της γαλλικής κυβέρνησης στη Βραζιλία, πρόκειται να γίνει τελετή για την ανάδειξη ενός νέου μέλους της Ακαδημίας. Πρόκειται για τον γερουσιαστή Μπελιζάριου Μπεζέρα, εξέχον μέλος της καλής κοινωνίας που μοιάζει με «αυτοκράτορα οπερέτας». Ο Μπεζέρα είναι συγγραφέας του βιβλίουΔολοφονίες στη Βραζιλιάνικη Ακαδημία Γραμμάτων, όπου αφηγείται με χιούμορ και οίστρο την ιστορία ενός αποτυχημένου ποιητή, ο οποίος αποφασίζει να εκδικηθεί όλα τα μέλη της Ακαδημίας εξολοθρεύοντάς τα επειδή αρνήθηκαν να τον ανακηρύξουν Αθάνατο. Ξαφνικά, όμως, στην πανηγυρική τελετή ο νέος ακαδημαϊκός πεθαίνει δηλητηριασμένος. Ατυχώς, στην κηδεία του το κακό επαναλαμβάνεται, αφού ο συνάδελφός του στην Ακαδημία, ο ποινικολόγος Βαρεζέιρα, πέφτει και αυτός νεκρός τη στιγμή που ετοιμάζεται να εκφωνήσει τον επικήδειο.

Τότε δύο άνθρωποι αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν τις δολοφονίες: ο επιθεωρητής Μασάντου Μασάντου και ο ιατροδικαστής Ζιλμπέρτου ντε Πένα-Μοντέιρου. Ψάχνοντας για τον δολοφόνο, ανακρίνοντας υπόπτους, αυτό το δίδυμο των ερευνητών πέφτει πάνω σε πρόσωπα που συνδέονται με τα θύματα ποικιλοτρόπως: αισθηματικά, σεξουαλικά, οικονομικά. Είναι η Μονίκ, γαλλίδα καλλιτέχνις, για τα μάτια της οποίας μάχονται νέοι και γέροι, κοινοί θνητοί και Αθάνατοι (ο επιθεωρητής πλαγιάζει μαζί της, το ίδιο κάνει με τη Μανουέλα, σύζυγο πρεσβευτή, αλλά και τη Γαλάτεια, κόρη του ποιητή Εουζέμπιο Φερνάντες). Είναι ακόμη ο Λαμεζόν, ιδιοκτήτης σκανδαλοθηρικών εφημερίδων, συγγραφέας ενός βιβλίου για πουλιά, ερωτευμένος με έναν ιάπωνα σοφέρ, ο Ντάντας, ποινικολόγος που υπερασπίζεται αναρχικούς και κομμουνιστές, και ο ιερέας Ινάσιου ντε Βιλαφόρτε, θαυμαστής του Οσκαρ Γουάιλντ, άνδρας με σεξουαλικές παρεκκλίσεις, που υπογράφει ποιήματα ως «Ντόριαν Γκρέι». Ποιο είναι το κίνητρο των δολοφονιών; Η εκδίκηση ή κάτι άλλο; Ο επιθεωρητής ανακαλύπτει μυστικά και ψέματα, εκβιασμούς και διαστροφές, ενώ η λύση των μυστηριωδών φόνων, όπως είναι το πρέπον, δίνεται στο τέλος και κρύβεται μέσα στο βιβλίο του Ράντγιαρντ ΚίπλινγκΤο βιβλίο της ζούγκλας.

Στα προηγούμενα βιβλία του ο Σοάρες, αντλώντας στοιχεία από τη βραζιλιάνικη και την παγκόσμια ιστορία, χρησιμοποιώντας ήρωες πραγματικούς (π.χ. τη Σάρα Μπερνάρ ή τον πρόεδρο της Βραζιλίας Ζετούλιο Βάργκας) και επινοημένους, δικούς του (π.χ. τον Ντιμίτρι Κόροζετς, αναρχικό που ανέλαβε υποτίθεται τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Ιωσήφ στο Σαράγεβο), μα και άλλων συγγραφέων (π.χ. τον Χολμς του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ), δανειζόμενος το απολαυστικό ύφος του μεγάλου συμπατριώτη του Ζουακίμ Μαρία Μασάντου ντε Ασίς, επιχειρούσε να διακωμωδήσει πρόσωπα, θεσμούς και καταστάσεις. Τώρα έχει σειρά η Ακαδημία της Βραζιλίας που φαίνεται εύκολος στόχος, καθώς η ανάδειξη των καινούργιων μελών της δεν γίνεται πάντοτε με διαφανείς διαδικασίες, αλλά και τα πρόσωπα που εισέρχονται σε αυτήν δεν είναι συνήθως τα καταλληλότερα στον τομέα τους. Ο συγγραφέας τα βάζει με τους ακαδημαϊκούς της Βραζιλίας, όχι τους σημερινούς, που ενδέχεται να δυσαρεστηθούν, αλλά τους παλαιούς που αντικειμενικά δεν μπορούν να αντιδράσουν. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μια ξεκαρδιστική ιστορία, όπου αναμειγνύονται σε σωστές δόσεις φόνοι και σεξ, περιπέτεια και μυστήριο, λογοτεχνία- βραζιλιάνικη και παγκόσμια-, αλλά και μουσική- καθοριστικό στην πλοκή είναι τοΡέκβιεμ του Μότσαρτ-, οπότε η επιδίωξη του συγγραφέα να ευφρανθεί ο αναγνώστης μέσω του σαρκασμού και της ειρωνείας επιτυγχάνεται απολύτως.
  • του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009