Showing posts with label Χατζηβασιλείου Βαγγέλης. Show all posts
Showing posts with label Χατζηβασιλείου Βαγγέλης. Show all posts

Saturday, September 5, 2015

Η Ζωή ανάμεσα στη μοίρα και στην τύχη

  • Με το νέο του μυθιστόρημα ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση της δεκαετίας του 1980
Η Ζωή ανάμεσα στη μοίρα και στην τύχη
Ξάνθη, ένα από τα σκηνικά της «Ζωής μεθόριας»


Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Ζωή μεθόρια

Εκδόσεις Πατάκη, 2015,
σελ. 267, τιμή 12,80 ευρώ

Στη Βόρεια Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 θα μας μεταφέρει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με το καινούργιο μυθιστόρημά του, ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη και φτάνοντας μέχρι την Ξάνθη, τα Πομακοχώρια, την Καβάλα, την Αλεξανδρούπολη και την Ορεστιάδα. Αυτοί είναι οι τόποι μεταξύ των οποίων θα μετακινηθεί η πρωταγωνίστριά του Ζωή, μια νεαρή καθηγήτρια Αγγλικών, προσπαθώντας να ανακαλύψει την ταυτότητά της σε μια εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας το ατομικό θα αρχίσει να διεκδικεί εντατικά τα δικαιώματά του. Η Ζωή, βέβαια, δεν εκπροσωπεί ακριβώς τους μέσους όρους των χρόνων της: διαβάζει μετά μανίας λογοτεχνία (κάποτε καταπιάνεται και με τη μετάφραση), είναι άβγαλτη και φοβισμένη ερωτικά, ακούει αποκλειστικά ροκ και μοιάζει εντελώς απρόθυμη να βγει από τη μοναξιά της. Στο τέλος, βέβαια, θα κατορθώσει να ερωτευτεί έναν συνομήλικό της, αλλά τίποτε εν συνεχεία δεν θα πάει καλά. Εχοντας επιζήσει παλαιότερα από ένα θανατηφόρο τροχαίο, η πρωταγωνίστρια θα πέσει, όντας μεθυσμένη, θύμα ενός δεύτερου τροχαίου, ενώ ο σωτήρας της, που θα τη βγάλει μισοπνιγμένη από το νερό για να της δώσει το φιλί της ζωής, θα σκοτωθεί σε ένα τρίτο τροχαίο. Στο μεταξύ, ο ψυχίατρος ο οποίος θα αναλάβει μετά από όλα αυτά τη θεραπεία της, θα καταλήξει με τη σειρά του στον θάνατο.

Saturday, July 25, 2015

Παράξενες ιστορίες

  • Είκοσι διηγήματα με μεγάλες δόσεις υπερρεαλισμού και παραλόγου σε μια εξωφρενικά ασύνδετη πορεία μεταξύ Αθήνας, Ευρώπης και ελληνικής επαρχίας
Παράξενες ιστορίες



Θοδωρής Ρακόπουλος
Νυχτερίδα στην τσέπη
Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα,
σελ. 121, τιμή 9,30 ευρώ

Κανένα από τα διηγήματα της συλλογής του Θοδωρή Ρακόπουλου δεν εκπέμπει ένα ευθύ, αναφορικό νόημα, καμιά από τις καταστάσεις που παρουσιάζονται δεν διαθέτει ένα εύκολα αναγνωρίσιμο σχήμα, κανένας από τους ήρωες που κυκλοφορούν από σελίδα σε σελίδα δεν υπάγεται σε οποιαδήποτε ρεαλιστική συνθήκη. Και ως προς το σύνολο, πάλι, κανένα κομμάτι δεν μοιάζει να επικοινωνεί ακριβώς με κάποιο άλλο ενώ την ίδια στιγμή όλα μαζί καταφέρνουν να αποτελέσουν, χάρη στον εγγενώς παιγνιώδη χαρακτήρα τους, μιαν αδιαίρετη ενότητα.

Friday, March 27, 2015

Ο άγνωστος Καρούζος

  • Ποιήματα δημοσιευμένα από τον ίδιο σε περιοδικά και εφημερίδες από το 1949 και μετά και αδημοσίευτα ποιήματα που προέρχονται είτε από το δικό του αρχείο είτε από αρχεία φιλικών του προσώπων
Ο άγνωστος Καρούζος
Ο Νίκος Καρούζος διαβάζει ποιήματά του σε εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος


Νίκος Καρούζος
Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα
Φιλολογική επιμέλεια Μαρία Αρμύρα.
Εκδόσεις Ικαρος,
σελ. 431, τιμή 20 ευρώ

Μία από τις πιο ιδιότυπες φωνές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο Νίκος Καρούζος (1926-1990), θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή από το κατάλυμα της θρησκευτικής πίστης, για να υιοθετήσει βαθμιαία το πνεύμα μιας θεμελιακής αμφισβήτησης: κάνοντας την αρχή από το γκρέμισμα των ουράνιων και των επίγειων θεών, θα φτάσει αργότερα μέχρι την προκήρυξη για την ανάγκη μιας επαναστατικής διαστολής του κόσμου. Ο Καρούζος δεν είναι, βεβαίως, ούτε συνηθισμένος πιστός ούτε κλασικός επαναστάτης. Με κέντρο έκφρασής του τη γλώσσα (το συνεχές παιχνίδι με την ανασημασιοδότηση κάθε έννοιας και κάθε παράστασης), ο ποιητής θα υπονομεύσει εκ των ένδον τις παραδοχές τόσο του πιστού όσο και του επαναστάτη, αποκαλύπτοντας στο βάθος της θερμής καρδιάς του πρώτου ή στα άδυτα της εξεγερμένης ψυχής του δεύτερου το ίδιο πάντα θέμα: την καταστρατηγημένη υπόσταση της καθημερινής ύπαρξης η οποία, βασανισμένη από την αδυναμία της να βρει ένα στήριγμα σε έναν περίγυρο που μοιάζει να έχει απολέσει οριστικά όλες τις μείζονες αξίες και αναφορές του, υποχρεώνεται σε μιαν άσκοπη και συνάμα εξαιρετικά οδυνηρή περιδίνηση στο εσωτερικό της, προσπαθώντας απεγνωσμένα να πιαστεί από τις φθαρμένες όσο και έτοιμες να καταλήξουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα λαβές του.

Monday, March 16, 2015

Η παρωδία στην ποίηση του Σεφέρη

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης φωτίζει μια σχετικά αφανή διάσταση του έργου του νομπελίστα ποιητή
Η παρωδία στην ποίηση του Σεφέρη
Ο Γιώργος Σεφέρης στο Θέατρο του Διονύσου το 1965


Γιώργος Παναγιωτίδης
Γιώργος Σεφέρης. Βίος και παρωδία
Εκδόσεις Γαβριηλίδης,
σελ. 211, τιμή 15,98 ευρώ

Εκεί όπου η σάτιρα τα βάζει με τα πράγματα καθεαυτά, η παρωδία στρέφει τα βέλη της στην έκφρασή τους, στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στον κόσμο και στα σημεία μέσω των οποίων όχι μόνο διεκδικούν αλλά και νομιμοποιούν την παρουσία τους. Και εκεί όπου η σάτιρα απολαμβάνει την τέχνη της, νιώθει υπερήφανη για τα παραμορφωτικά της επιτεύγματα και δεν διστάζει να δείξει παντού τις κατακτήσεις της, διατρανώνοντας την αρνητική της στάση, η παρωδία νοιάζεται μόνο για το πώς θα ανασυντάξει άρδην το λογοτεχνικό της πρότυπο. Η παρωδία μπορεί να αποδειχθεί ένα ισχυρό μέσον αμφισβήτησης των λογοτεχνικών πατέρων και να εξελιχθεί σε ένα περίτεχνο παιχνίδι με τις μορφές.

Tuesday, September 30, 2014

Το εμφυλιακό τραύμα από τη μεριά της Αριστεράς

Με αναμνήσεις από τους απόηχους του Εμφυλίου, ο τελευταίος τόμος από την τριλογία της Μάρως Δούκα κινείται στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας
Η διαδικασία ενεργοποίησης της μνήμης θα λειτουργήσει συμφιλιωτικά σε όλο το μήκος της τριλογίας της Μάρως Δούκα


Μάρω Δούκα
Ελα να πούμε ψέματα
Εκδόσεις Πατάκη,
σελ. 664, τιμή 21,90 ευρώ

Ο Εμφύλιος δεν πιάνει όλες τις σελίδες του καινούργιου μυθιστορήματος της Μάρως Δούκα (ενδεχομένως ούτε τις μισές), αλλά αποτελεί έναν μνημονικό τόπο που επηρεάζει όλη τη δράση και αποδεικνύεται γρήγορα ο σκληρός δραματουργικός της πυρήνας. Βασισμένη στην εναλλαγή τριτοπρόσωπης, αντικειμενικής αφήγησης, πρωτοπρόσωπου εσωτερικού μονολόγου και ελεύθερου πλάγιου λόγου (όταν ο τριτοπρόσωπος αφηγητής ταυτίζεται με τα αισθήματα και την οπτική των ηρώων του), η Δούκα θα αναθέσει τους πρωταγωνιστικούς της ρόλους σε τέσσερα πρόσωπα. Δύο εξ αυτών είναι αδέλφια και μάλιστα δίδυμα: ο Πανάρης Κριαράς, ένας μονόχνοτος και οξύθυμος λόγιος, και η Ελεονόρα, παιδίατρος και μητέρα της Βιργινίας η οποία είναι ερωτευμένη με τον Ιδομενέα. Ο Ιδομενέας μαζί με τη μητέρα του Αναστασία θα συμπληρώσουν την πρωταγωνιστική τετράδα. Μια τετράδα μέσω της οποίας οι εμφυλιακές εικόνες θα τρυπώσουν σε κάθε σχεδόν καμπή της πλοκής, μετατρέποντας το παρελθόν σε μια τυραννική δεσπόζουσα, που θα σημαδέψει τα μυθοπλαστικά πρόσωπα και τις εικόνες τις οποίες θα σχηματίσουν για τον τόπο τους.  

Sunday, September 28, 2014

Σε ποιο βαθμό μπορεί η κριτική να επηρεάσει τις πωλήσεις ενός βιβλίου; (ΙΙ)



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*Η Καθημερινή, 28/09/2014

Η λογοτεχνική κριτική δεν είναι κάτι έξω από τη λογοτεχνία: ανήκει σ’ αυτήν αφού τη θέτει προ οφθαλμών επί καθημερινής σχεδόν βάσεως, προσπαθώντας να καταγράψει όλες τις σημαντικές της εξελίξεις. Η κριτική έχει τη δυνατότητα να ανοίξει διάλογο με τον συγγραφέα ακόμα κι όταν είναι αρνητική (η τελευταία περίπτωση μοιάζει ψυχολογικά δύσκολη αλλά τουλάχιστον προσωπικά την έχω ζήσει κατ’ επανάληψη). Είναι, λοιπόν, αναπόσπαστο κομμάτι της λογοτεχνικής πιάτσας παραδομένο πλήρως στις ανάγκες της; Αν με αυτό εννοούμε πως συνδιαλέγεται όχι με τα πρόσωπα μα με τα κείμενα, τα οποία σχηματίζουν στο οπτικό της πεδίο εκτός από μια σειρά ατομικών μονάδων κι ένα υπό συνεχή διαμόρφωση και αναδιαμόρφωση σύνολο, τότε ναι, η κριτική αποτελεί μέρος της λογοτεχνίας και οι τύχες της δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μαζί της.

Sunday, November 20, 2011

Αλέξης Πανσέληνος: Οι αυταπάτες µιας ζωής

  • Ενα γκραφίτι, οι εθνικιστές και η τρίτη ηλικία
  • του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  • ΤΟ ΒΗΜΑ:  20/11/2011

Αλέξης Πανσέληνος: Οι αυταπάτες µιας ζωής
 Το καινούργιο µυθιστόρηµα του Αλέξη Πανσέληνου αναφέρεται στα δεινά της τρίτης ηλικίας: τη φθορά και την κατάπτωση, τη βαθιά µελαγχολία που φέρνει η εικόνα του άρρωστου και του ανήµπορου σώµατος, αλλά και την ανάγκη να αρπαχτεί κανείς από τα τελευταία ζωτικά του αποθέµατα και να προσπαθήσει να ζυγίσει τον βίο του και να µετρήσει τα στραβά και τις αποτυχίες του. 


Στις Σκοτεινές επιγραφές πρωταγωνιστούν τρεις άντρες που έχουν από καιρό συνταξιοδοτηθεί. Ο Στάθης και ο Γιάννης έχουν χάσει από βαριά ασθένεια τις συντρόφους τους, ενώ ο Πίπης ζει µε µια γυναίκα την οποία δεν έχει πάψει να επιθυµεί ερωτικά παρά το γεγονός ότι ποτέ του δεν µπόρεσε να υποµείνει τη χαµηλή της πάστα. Και οι τρεις (διαφηµιστής ο ένας, δικηγόρος ο άλλος, τραπεζικός ο τρίτος) αποτελούν σαφώς αρνητικούς χαρακτήρες: δίβουλοι, άφιλοι (παρά τους δεσµούς οι οποίοι υποτίθεται πως τους συνενώνουν), υπολογιστές, µε χαλασµένα αισθήµατα που θα δηλητηριάσουν τις σχέσεις τους µε τις γυναίκες και θα αποξενώσουν τα παιδιά τους.

Thursday, November 17, 2011

Η απατηλή λάµψη της Μεταπολίτευσης

  • Η (αυτο)καταστροφική πορεία ενός γνήσιου τέκνου της γενιάς του Πολυτεχνείου ως τη δολοφονία του
  • του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
  • ΚΡΙΤΙΚΗ,ΤΟ ΒΗΜΑ, 6/11/2011


Φοιτητική διαμαρτυρία την περίοδο του Πολυτεχνείου (Νοέμβριος 1973). Ο ήρωας του Μάκη Καραγιάννη είναι γνήσιο τέκνο της γενιάς του Πολυτεχνείου, ο οποίος διώχθηκε από τη χούντα και υπέστη βασανιστήρια


Ο Στέφανος Δενδρινός είναι γνήσιο τέκνο της γενιάς του Πολυτεχνείου. Με ιστορικό βασανισµού τον Νοέµβριο του 1973 στο κολαστήριο του Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη, θα ακολουθήσει µια φιλόδοξη ακαδηµαϊκή καριέρα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η µαταιοδοξία του ωστόσο δεν θα αργήσει να φωτίσει τα πάντα µε την απατηλή της λάµψη. Ο Δενδρινός θα µπλεχτεί σε ένα σκάνδαλο προµηθειών του πανεπιστηµίου και θα καταλήξει να βρεθεί νεκρός από άγνωστο χέρι. 

Το πρώτο µυθιστόρηµα του Μάκη Καραγιάννη είναι µια τοιχογραφία της Μεταπολίτευσης, η οποία απλώνει τα φτερά της ως την κατοχική Θεσσαλονίκη µε το πογκρόµ των ναζιστών κατά των εβραίων. Γύρω από το πρόσωπο του Δενδρινού θα συγκεντρωθούν όλες οι παθογένειες που αναπτύχθηκαν στο σώµα της ελληνικής κοινωνίας τα 30 τελευταία χρόνια: η δηµόσια ρεµούλα και ο παράνοµος ιδιωτικός πλουτισµός, η πανεπιστηµιακή διαφθορά, ο άγριος καταναλωτισµός, η διαπλοκή της παραοικονοµίας µε ποικίλα κυκλώµατα εξουσίας, η αδίστακτη εκµετάλλευση των µεταναστών, η πατριδοκαπηλία. 

Saturday, April 30, 2011

Σκυταλοδρομία σεξ, αισθημάτων και αγάπης

Οι έξι ήρωες του Γιώργου Συμπάρδη δημιουργούν μια τοιχογραφία μικροαστικής καθημερινότητας
Σκυταλοδρομία σεξ,  αισθημάτων και αγάπης



  • του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ:  30/4/2011
Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε το 1945 και έχει στο ενεργητικό του τρία όλα κι όλα πεζογραφικά βιβλία: τη νουβέλα Μέντιουμ, που δημοσιεύτηκε το 1987, και δύο μυθιστορήματα: τον Αχρηστο Δημήτρη, που κυκλοφόρησε το 1998, μιαν ολόκληρη εντεκαετία μετά τη νουβέλα, και την ανά χείρας Υπόσχεση γάμου, που χρειάστηκε ακόμη μεγαλύτερο διάστημα (δεκατρία σωστά χρόνια) για να φτάσει στους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Προσηλωμένος τεχνίτης, ο Συμπάρδης εξισορροπεί τους λιγοστούς του τίτλους (αν θεωρήσουμε ότι οι λιγοστοί τίτλοι αποτελούν ζήτημα) με έναν εξαιρετικά πυκνό και μεστό αφηγηματικό λόγο, που προβάλλει τις αντιδράσεις των ηρώων του γυμνωμένες από το οιοδήποτε αισθηματολογικό ένδυμα: σαν ένα στυφό μόνο απόσταγμα τού αδιόρατα σαρακοφαγωμένου βίου τους, που εξαντλείται σε μια συνεχή και μάταιη περιπλάνηση στο τοπίο της πόλης και της καθημερινής της κίνησης.

Monday, November 22, 2010

Πώς να ερμηνεύσουμε τη λογοτεχνία;

  • Mark Angenot, Jean Bessiere, Douwe Fokkema, Eva Kushner (επιμελητές)
  • Θεωρία της λογοτεχνίας. Προβλήματα και προοπτικές
  • μτφρ.: Τιτίκα Δημητρούλια.
  • εκδόσεις Gutenberg, σ. 633, ευρώ 39
Ο τόμος Θεωρία της λογοτεχνίας εγκαινιάζει τη σειρά Σύγκριση και θεωρία της λογοτεχνίας, την οποία έχει αναλάβει για λογαριασμό των εκδόσεων Gutenberg ο Ζ. Ι. Σιαφλέκης. Το έργο έχει μιαν ορισμένη ηλικία (κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1989), και αφήνει εκ των πραγμάτων έξω από τη συζήτηση τάσεις και ρεύματα που αναπτύχθηκαν στο πεδίο της θεωρίας της λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας (κυρίως τον προβληματισμό των μετααποικιακών σπουδών, αν και ούτε οι σαφώς γηραιότερες πολιτισμικές σπουδές καταλαμβάνουν κάποια διακριτή θέση στις σελίδες του). Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ρίχνει την παραμικρή σκιά στις ποικιλώνυμες προσεγγίσεις του, οι οποίες μοιάζουν να μην έχουν χάσει ούτε κατ' ελάχιστον τη ζωντάνια τους στις μέρες μας, σχηματίζοντας έναν περιεκτικό χάρτη των ιδεών και των συστημάτων που απασχόλησαν τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι και την προτελευταία δεκαετία του 21ου αιώνα.

Γραμμένα από πανεπιστημιακούς της Ευρώπης, των ΗΠΑ, του Καναδά και της Ρωσίας, τα κείμενα της Θεωρίας της λογοτεχνίας βγαίνουν από την καρδιά της συγκριτικής φιλολογίας και κινούνται γύρω από τέσσερις κεντρικούς άξονες, που διαμορφώνουν και τις ισάριθμες ενότητες του έργου. Ο πρώτος άξονας αναφέρεται στην ταυτότητα του λογοτεχνικού γεγονότος, στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη λογοτεχνία και στις έννοιες τις οποίες συγκροτούμε προκειμένου να την ορίσουμε (Ταυτοποίηση και ταυτότητες του λογοτεχνικού γεγονότος). Ο δεύτερος άξονας καλύπτει τα λογοτεχνικά συστήματα: τη σχέση της λογοτεχνίας με τα γένη της, αλλά και με την Ιστορία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό, όχι μόνο στην πολλαπλώς εξερευνημένη Δύση, αλλά και στην πολλαχώς αγνοημένη Ανατολή (Το λογοτεχνικό σύστημα). Ο τρίτος άξονας έχει να κάνει με το παιχνίδι επικοινωνίας, το οποίο γεννά ή στο οποίο μετέχει η λογοτεχνία (Κείμενο και λογοτεχνική επικοινωνία). Ο τέταρτος, τέλος, άξονας είναι ο κρισιμότερος και θέτει ένα καίριο, διπλό ερώτημα: το ερώτημα του πώς να ερμηνεύσουμε τη λογοτεχνία, όπως και του τι προσφέρει η λογοτεχνία προς ερμηνεία (Δρόμοι και τρόποι της κριτικής). Η ερμηνεία αυτήν καθεαυτήν αποτελεί πρόβλημα, όπως γράφουν οι επιμελητές στην εισαγωγή τους, και χρειάζεται να τη σκεφτούμε ξανά και ξανά, ακόμη κι αν ξέρουμε πως δεν έχουμε πολλές πιθανότητες να φτάσουμε σε κάποια συμφωνία ή σ' ένα κοινό συμπέρασμα.
  • Ταυτότητα, λογοτεχνικά συστήματα και επικοινωνία
Κανένας από τους συνεργάτες του τόμου δεν προσέρχεται στο τραπέζι με την οποιαδήποτε βεβαιότητα για το παρόν ή για το παρελθόν του αντικειμένου του. Ξεκινώντας από τον πρώτο άξονα, τον άξονα για την ταυτότητα της λογοτεχνίας, καθίσταται αμέσως φανερό πως ενώ οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές επιστήμες, ειδικότερα δε η συγκριτική φιλολογία, ένιωθαν στα πρώτα τους βήματα κολακευμένες γιατί μπορούσαν να ανοίξουν έναν δρόμο για τη μετάβαση από το επιμέρους και το ειδικό προς το γενικό και το καθολικό, αντανακλώντας μιαν επιστημολογική αναζήτηση (και φιλοδοξία) που είχε ξεκινήσει από τον Μεσαίωνα, στην πορεία συνειδητοποίησαν πως έπρεπε να επιχειρήσουν μια σύνθεση (μια ταυτοχρονία) ειδικού και γενικού, η οποία δεν έχει πάψει να συνιστά ζητούμενο της έρευνας μέχρι και σήμερα (Pierre Laurette). Και ως προς τους δεσμούς, ωστόσο, της λογοτεχνίας με την Ιστορία και την κοινωνία, οι οποίοι εξετάζονται στη δεύτερη ενότητα, την ενότητα για τα λογοτεχνικά συστήματα, η κουβέντα γίνεται γύρω από τις αμφιβολίες που εγείρονται από έναν επανερχόμενο δυϊσμό. Κοινωνιολογία της λογοτεχνίας, όπου τον κυρίαρχο ρόλο αναλαμβάνουν οι παράγοντες εκτός ή προ του λογοτεχνικού κειμένου (οι λογοτεχνικοί θεσμοί, για παράδειγμα, σε συνάρτηση με τους κρατικούς μηχανισμούς και την ιδεολογία) ή κοινωνιοκριτική, όπου στην επιφάνεια ανεβαίνουν τα ενδοκειμενικά και τα διακειμενικά στοιχεία; Η μόνη δυνατή απάντηση είναι και πάλι μια σύνθεση, με τους δύο κλάδους «να διαρθρώνονται ο ένας επί του άλλου» και να μη μας επιτρέπουν να διανοηθούμε ότι μπορούν να προοδεύσουν ξεχωριστά (Edmond Cros).

Οι αμφιβολίες κατακλύζουν και την τρίτη ενότητα, την ενότητα για το επικοινωνιακό παιχνίδι της λογοτεχνίας, που έχει τραβήξει την προσοχή όλων των θεωριών της πρόσληψης. Ποιος είναι εδώ ο πομπός και ποιος είναι ο δέκτης; Το κείμενο ή ο αναγνώστης; Ενα λογοτεχνικό κείμενο που υπερασπίζεται την ιστορική του φόρτιση ή μια νεότερη αναγνωστική εποχή που αλλάζει με τις σύγχρονες έγνοιες της τον ορίζοντα της παραδομένης σημασίας του; Και τι είναι η λογοτεχνία που διαβάζουμε; Ενα κείμενο διαφορετικό από τα μη λογοτεχνικά κείμενα ή ένα σημειοδοτικό και σημασιολογικό σύνολο που ορίζει με σαφήνεια τη διαφορά του από τα υπόλοιπα όμορα σύνολα; Η όποια απάντηση ή λύση δεν μπορεί παρά να έχει, για άλλη μία φορά, διερευνητικό χαρακτήρα: κάνουμε παραδοχές, δεν αρνούμαστε τις διαψεύσεις, είμαστε υποχρεωμένοι να διατυπώνουμε διαρκώς καινούριες υποθέσεις (Elrond Birch).
  • Το τέλος του κριτικού-τρισμέγιστου ιερέα-ερμηνευτή
Η έλλειψη βεβαιοτήτων βρίσκει, όπως είναι αναμενόμενο, την αποθέωσή της στην τέταρτη ενότητα, την ενότητα για τη λογοτεχνική ερμηνεία. Σίγουρα ο κριτικός-μέγας ιερέας-ερμηνευτής, που επωμίζεται την ευθύνη να μεταφράσει το θέλημα ενός επτασφράγιστου θεϊκού μηνύματος, έχει απέλθει οριστικά από τη σκηνή. Το μόνο που είναι σε θέση να διεκδικήσει ο κριτικός του καιρού μας είναι όχι να αποκαλύψει και να θεμελιώσει ένα συγκεκριμένο νόημα, αλλά να θέσει το πλαίσιο για να κυκλοφορήσουν προς έγκριση πολλά και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους νοήματα. Αλλά κι αυτό αμφισβητείται. Οι θεωρητικοί αντιτάσσουν στην τέχνη της ερμηνείας του κριτικού, που συνιστά μια προικισμένη προσωπική περιπέτεια, την επιστήμη της λογοτεχνίας, που λειτουργεί και προάγεται μέσα από τις ερευνητικές της εργασίες. Θεωρητικοί, όμως, και κριτικοί μοιάζουν αναπόφευκτα πιασμένοι στο δίχτυ της ερμηνείας. Χωρίς την ερμηνεία (εκτός κι αν ακούσουμε τους αποδομιστές, που κηρύσσουν το ερμηνευτικό ανέφικτο), κανένας δεν θα καταλάβει και δεν θα κατανοήσει το παραμικρό στο λογοτεχνία. Αρκεί η ερμηνεία να σπάσει τα όρια του υποκειμενικού και να πάει προς το διυποκειμενικό, μεταδίδοντας το νόημα το οποίο έχει οικειοποιηθεί και στους άλλους (Mario Valdes).


Και η αξιολόγηση; Η αξιολόγηση είναι ύποπτη, παραπλανητική και επικίνδυνη γιατί παραπέμπει στην υψηλή λογοτεχνία, που προσπαθεί να αντιπαραβάλει στον κατακερματισμένο κόσμο του ύστερου καπιταλισμού μιαν ανεύρετη, μυθολογική ενότητα: η έννοια της υψηλής τέχνης και της αισθητικής κρύβει τη χειραγώγηση της λογοτεχνίας από την πολιτική και την κοινωνική εξουσία (Jochen Schulte-Sasse). Σύμφωνοι, αλλά κι έτσι υπάρχει κίνδυνος να παραπλανηθούμε. Επειδή η άρνηση της αξιολόγησης κρύβει τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να αμφισβητεί τις κατεστημένες αξίες, φωτίζοντας μ' έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο τις προϋποθέσεις της ισχύος τους. Τα πράγματα, ας μην το ξεχνάμε, έχουν πάντα διπλή και τριπλή όψη.

Η μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, που έχει προσέξει εξαντλητικά την ορολογία και τις αναφορές των κειμένων του τόμου, καταφέρνει να δείξει ακόμη και στον μη προϊδεασμένο αναγνώστη πως η θεωρία της λογοτεχνίας δεν είναι γλωσσικό τέρας ούτε εννοιολογική Βαβέλ, αλλά ζωντανή, λογική και επαγωγική έκφραση. Αξιος ο κόπος της. *

Saturday, November 20, 2010

Η ανατρεπτική ματιά της παρωδίας

Πόσο αντέχουν τα μυθιστορήματα στον χρόνο; Πόσο μπορούν να προστατέψουν τις ιστορίες τους από τις μικρές ή τις μεγάλες μεταβολές που φέρνει η παρέλευση των δεκαετιών στις κοινωνικές μας αντιλήψεις και στις καθημερινές μας συνήθειες;
 
Πόσο είναι σε θέση να διατηρήσουν όχι μόνο τη φρεσκάδα των θεμάτων τους, αλλά και την πρωτοτυπία της γραφής τους σε μια τέχνη (τη λογοτεχνία) που αλλάζει κάθε τόσο φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά; Κι ακόμη, πόσο επικοινωνεί ένα μυθιστόρημα που δημοσίευσε ο συγγραφέας στα νιάτα του με το έργο που έχει μεσολαβήσει μέχρι να φτάσει στην ώριμη ηλικία του;

Ξεφυλλίζω το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου «Η φάρσα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, και λέω πως οι επανεκδόσεις αποτελούν πάντα μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τέτοιες συζητήσεις. Η «Φάρσα» ανήκει στα νεανικά έργα της Σωτηροπούλου και δημοσιεύτηκε το 1982, όταν η ίδια δεν είχε κλείσει ακόμη τα τριάντα (την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η νουβέλα της «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα» και δύο χρόνια νωρίτερα το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Διακοπές χωρίς πτώμα»).

Τι είναι η «Φάρσα»; Μα, ό,τι δηλώνει το όνομά της: ένα μεθοδευμένο παιχνίδι, ένα εκ των προτέρων οργανωμένο αστείο, που κάνουν εις βάρος των εντελώς ανυποψίαστων θυμάτων τους δύο κορίτσια έτοιμα να βάλουν φωτιά στους πάντες με τα τηλεφωνήματά τους.
  • Εκείνο που δεν θα έρθει ποτέ
Ποια είναι τα θύματα των δύο κοριτσιών; Μα, διάφορα τυχαία πρόσωπα της καθημερινότητας, βολεμένα στο επάγγελμα, την κοινωνική ιδιότητα και τον οικογενειακό τους ρόλο, που χάνουν απροειδοποίητα το χαλί κάτω από τα πόδια τους ενόσω οι δύο φαρσέρ προσπαθούν να καταπολεμήσουν όχι μόνο την εξωτερική τους ανία, αλλά και την εσωτερική, βαθιά εγκατεστημένη μοναξιά τους. Τι ακριβώς, όμως, θέλουν τα δύο κορίτσια;

Ο Ευγένιος Αρανίτσης το περιέγραψε πολύ πυκνά από τις σελίδες της «Ελευθεροτυπίας», όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο, σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις ηρωίδες της η Σωτηροπούλου: «Υπάρχει μια θολή ανάμνηση και μια αστραπή ανοησίας σε κάθε προσπάθεια να ξεγελάσουν τη βαρεμάρα τους. Υπάρχει πολύ σεξ χωρίς να φαίνεται. Υπάρχει μια έξυπνη και απόλυτα διεισδυτική ματιά που φωτίζει την ψυχολογία εκείνου που περιμένει κάτι χωρίς αυτό το κάτι να έρχεται ποτέ».

Κυριαρχημένα από μια τέτοια ψυχολογία, τα δύο κορίτσια θητεύουν σε έναν κόσμο εγγενούς αταξίας και συνεχούς περιπλάνησης. Αναζητώντας επί ματαίω έναν σκοπό και ένα νόημα για την ύπαρξή τους, σε μια πραγματικότητα η οποία προκαλεί την εξέγερσή τους με την ψεύτικη αρμονία της, οι πρωταγωνίστριες ζουν σ' ένα έκκεντρο μυθιστόρημα, που αρνείται, όπως κι εκείνες, την ενότητα και τη συνοχή, και υπονομεύει, άλλοτε με τον ανοιχτό χλευασμό κι άλλοτε με το ψιλοδουλεμένο χιούμορ, κάθε προσπάθεια ολοκλήρωσης.
  • Η ωριμότητα και η νιότη
Δεν έχει, άραγε, κάτι και από την αποσπασματικότητα και το αίολο πνεύμα των ημερών μας (ακόμη κι αν οφείλονται σε εντελώς διαφορετικά αίτια) η ανυπότακτη στάση των δύο κοριτσιών και ο τρελός τηλεφωνικός εθισμός τους, σε μια σύνθεση η οποία, συμπεριλαμβάνοντας και τις ίδιες στους κόλπους της, δεν έχει χάσει κατά το παραμικρό την ελευθερία και τον ριζοσπαστισμό της; Σκέφτομαι, όμως, έχοντας επιστρέψει στο παρόν, κι ένα άλλο θέμα. Ερχονται, μήπως, σε αντίκρουση τα ανατρεπτικά γνωρίσματα της «Φάρσας» με το κατοπινό έργο της Σωτηροπούλου, με τα μυθιστορήματα και τις συλλογές διηγημάτων που δημοσίευσε από το 1982 μέχρι σήμερα, σχηματίζοντας τη μακρά συγγραφική της πορεία; Το ακριβώς αντίθετο, θα έλεγα.

Κοιτάζω ξανά τη δουλειά της: «Μεξικό» (1988), «Χοιροκάμηλος» (1992), «Ο βασιλιάς του φλίπερ» (1998), «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» (1999), «Δαμάζοντας το κτήνος» (2003), «Αχτίδα στο σκοτάδι» (2005) και «Εύα» (2009). Οπου κι αν σταθούμε, ένα κράμα ασυγκράτητου πόθου και ανελέητης γελοιοποίησης κατακλύζει κάθε τόσο τους χαρακτήρες της, για να τους αφήσει εν τέλει τελείως απροστάτευτους στα μάτια μας, σαν αιφνιδιαστικά παράδοξες εκδοχές ενός μάλλον γνώριμου και οικείου περίγυρου. Οι ήρωες των περισσότερων έργων της καταδικάζονται, όπως και τα δύο κορίτσια της «Φάρσας», σε μια μόνιμη εκκρεμότητα και αιώρηση, σε μια ζωή με ελαφρώς απροσδιόριστες, αλλά για πάντα ανεπούλωτες ρωγμές.

Πρόκειται για τα αθύρματα μιας εξοντωτικής παρωδίας: μιας παρωδίας η οποία διαλύει κομμάτι κομμάτι την προσωπικότητά τους, είτε για να την παραδώσει στη ματαιότητα και τον αυτοχλευασμό είτε, σπανιότερα, για να την ανασύρει από τα σκοτεινά βάθη των αδιεξόδων της και να τη γεμίσει χαρά και ζωική ένταση.

Η εξουθένωση του εγώ και οι διαβρωμένοι δεσμοί του με το πραγματικό ανοίγουν τον δρόμο για τη σκιαγράφηση ενός ολοφάνερα λοξού τοπίου, στις εικόνες του οποίου τείνει να προσαρμοστεί και η αφήγηση: αν η συνείδηση των ηρώων παίρνει τη μορφή μιας σπασμένης ευθείας ή ενός κουνημένου κάδρου, τότε και το αφηγηματικό σχήμα το οποίο τους περιέχει (ας αναλογιστούμε και πάλι τη «Φάρσα») εξελίσσεται αναλόγως, παραμένοντας από σκοπού ανυπόστατο και άπιαστο - πλην με μια εκ των ένδον ορμή και τόλμη, που αποτελεί όλη τη δύναμη της Σωτηροπούλου εδώ και μία τριακονταετία. *
  • Παρωδία εναντίον κωμωδίας και σάτιρας 
Στους τόνους της παρωδίας, επί τη βάσει των οποίων κινείται η Σωτηροπούλου στο μεγαλύτερο μέρος του έργου της, έχει θητεύσει μια ολόκληρη γενιά: η γενιά που εμφανίζεται στα γράμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τι είναι, όμως, η παρωδία και ποια είναι η διαφορά της από τη σάτιρα και την κωμωδία;

Ως προς τη σάτιρα, εκεί όπου εκείνη τα βάζει με τα πράγματα καθεαυτά, η παρωδία στρέφει τα βέλη της στην έκφρασή τους - στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην καθημερινή μας αντίληψη και στα σημεία μέσω των οποίων όχι μόνο διεκδικούν, αλλά και νομιμοποιούν την παρουσία τους στη συνείδησή μας. Κι εκεί όπου η σάτιρα απολαμβάνει τη δουλειά της, νιώθει περήφανη για τα παραμορφωτικά της επιτεύγματα και δεν διστάζει να δείξει παντού τις κατακτήσεις της, φανερώνοντας πέρα για πέρα την αρνητική της διάθεση, η παρωδία ανασυντάσσει την πραγματικότητα δίχως να αποβάλλει υποχρεωτικά τα δομικά, γενεσιουργά υλικά της.

Ως προς την κωμωδία, πάλι, το βέβαιο είναι πως απομακρύνεται από την αμφισημία και την υπαινικτική γλώσσα της παρωδίας και ότι προτιμά μια ανακουφιστική και καθαρτική διασκέδαση (την υπερνίκηση των κακών που θίγει), χωρίς τη συνδρομή της «βαρείας σφύρας» της σάτιρας, όπως επιτακτικά το ζητούσε για την υψηλή ηθική της τέχνης του ο Εμμανουήλ Ροΐδης.


Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά τη διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Είναι ένας κόσμος που θέλει να αγνοήσει (ει δυνατόν και να λησμονήσει) το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από την αποκαθήλωση και συνάμα την ανοχή των πάντων. Είναι ένας κόσμος που μένει πάντα μισός και ανέστιος, φωτισμένος πλαγίως από προβολείς, οι οποίοι παίζουν ασταμάτητα με την απεικόνισή του στο βλέμμα μας, χωρίς να επιβάλλουν μια ορισμένη ανάγνωσή του: ας αποφασίσουμε οι ίδιοι για το πόσο ποθητός ή πόσο μισητός είναι.

Saturday, October 23, 2010

Νάνος Βαλαωρίτης: Παίζοντας με την τέχνη και τον κόσμο

Τον τελευταίο καιρό ο Νάνος Βαλαωρίτης βρίσκεται σε διαρκή επικαιρότητα. Πρώτα ένα μυθιστόρημα, που υπό τον τίτλο «Μα το Δία» (εκδόσεις «Ηλέκτρα») μας έδωσε εδώ κι έναν χρόνο μια σπαρακτική παρωδία της καθημερινότητας του συγγραφικού σιναφιού και της παράνοιας των μπεστ σέλερ.
 

Υστερα μια μελέτη της Σοφίας Βούλγαρη (δημοσιευμένη στο καλοκαιρινό τεύχος του κερκυραϊκού περιοδικού «Πόρφυρας»), που μας αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ξεπερνά ο Νάνος τον ιστορικό ανταγωνισμό του προπάππου του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη με τον Σολωμό, βγάζοντας τόσο τον προπάππο όσο και τον Σολωμό από το ασφυχτικό εθνικό τους κοστούμι. Ακολούθησαν, τον μήνα που τρέχει, ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Διαβάζω» (με συνεργασίες των Αντιγόνης Κατσαδήμα, Ιωάννας Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, Ελισάβετ Αρσενίου και Φωτεινής Μαργαρίτη), καθώς και μια εκδήλωση του ίδιου περιοδικού, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Κυριακίδη, στη Στοά του Βιβλίου (μίλησαν η Αντ. Κατσουδάκη, ο Βίκτωρ Ιβάνοβιτς και ο τιμηθείς). Στο μεταξύ ο Βαλαωρίτης, που μας έδωσε στα μέσα της χρονιάς και μια κεφάτη (με διάθεση για πολλές ανατροπές) ποιητική συλλογή, υπό τον τίτλο «Ανθη θερμοκηπίου» (εκδόσεις «Απόπειρα»), ετοιμάζει ακόμη δύο βιβλία: μια καινούργια ποιητική συλλογή, που θα κυκλοφορήσει με τίτλο «Γραμματοκιβώτιο ανεπίδοτων επιστολών» από τις εκδόσεις «Υψιλον», και μια μελέτη για τη σχέση των ομηρικών ραψωδιών με το αλφάβητο, που θα τυπωθεί από την Ελληνοαμερικανική Ενωση.
  • Ειρωνική μηχανή βραδείας καύσεως
Ο Βαλαωρίτης θα μπει με το νέο έτος στα ενενήντα χρόνια του, αλλά καμία ρυτίδα δεν μοιάζει να χαλνά τη φρεσκάδα του έργου του. Η παραμονή του στην επικαιρότητα δεν είναι τυχαία. Οι εικόνες, το βλέμμα και η γλώσσα του, όπως βγαίνουν από τη μυθιστορηματική, την ποιητική και τη δοκιμιακή του παραγωγή, είναι απαλλαγμένες από την οποιαδήποτε μεγαληγορία και υψηλή ενατένιση, αλέθονται με τη βοήθεια μιας ειρωνικής μηχανής βραδείας καύσεως (για μην κολλήσει η ειρωνεία στην επιφάνεια) και καταργούν κάθε αυτάρεσκη βεβαιότητα: η λογοτεχνία δεν είναι απομόνωση και εκκλησιασμός αλλά άνοιγμα στον κόσμο και παιχνίδι με τις άπειρες δυνατότητές του, τα είδη δεν υπάρχουν για να φυλακίζουν τους συγγραφείς αλλά για να εμπνέουν την υπέρβασή τους και η τέχνη δεν είναι πένθιμη ψαλμωδία ή γαμήλια χαρά αλλά άσκηση και εφεύρεση, μια καθημερινή αναμέτρηση με τη μορφοποίηση των υλικών της, που οφείλουν να μεταμορφώσουν την πρώτη, απλή μαγιά τους σε εκρηκτική ύλη.

Εχει γραφτεί κατ' επανάληψη πως ο Βαλαωρίτης είναι μια ξεχωριστή μορφή του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού με διεθνείς καταβολές. Η βιογραφική του πορεία δεν το διαψεύδει. Γεννημένος το 1921 στη Λωζάννη, σπουδάζει φιλολογία στο Λονδίνο, όπου έρχεται σε επαφή με τον Ελιοτ και τον Οντεν, μεταφράζοντας εκ παραλλήλου Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο και Γκάτσο, για να συμμετάσχει λίγο αργότερα στις δραστηριότητες των υπερρεαλιστών στο Παρίσι και να εκδώσει αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι». Ο Βαλαωρίτης κάνει, σε επίπεδο παρέμβασης και κινητοποίησης, τα πάντα για τον μοντερνισμό: γράφει άρθρα και γεννά κάθε τόσο νέες μεταφράσεις, σχεδιάζει και εκδίδει περιοδικά (το 1989 ιδρύει μαζί με τον πρόσφατα χαμένο Αντρέα Παγουλάτο τη «Συντέλεια»), δίνει διαλέξεις, παραδίδει μαθήματα. Στην Αμερική (φεύγει λόγω χούντας) διδάσκει συγκριτική λογοτεχνία και έρχεται σε επαφή με τους μπίτνικς.
  • Η υπέρβαση του μοντερνισμού
Μένω, παρ' όλα αυτά, με την εντύπωση πως όταν ο Βαλαωρίτης στρέφεται στα πρωτότυπα γραπτά του προσπαθεί κάτι που υπερβαίνει όχι μόνο τον μοντερνισμό αλλά και κάθε κινηματική ετικέτα. Με βάση την υπερρεαλιστική του αγωγή, αλλά και τη συναναστροφή του με όλες σχεδόν τις καλλιτεχνικές ζυμώσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1970, που θεμελίωσαν τη μεταμοντέρνα οπτική για τον κόσμο (ο μεταμοντερνισμός δεν εκφράζεται σε μιαν ορισμένη τέχνη και τις αναστατώνει όλες μαζί), ο Βαλαωρίτης θα φτιάξει ένα σύμπαν το οποίο θα αποκαλύψει μια λογοτεχνία με ακατάβλητη επινοητικότητα, μια λογοτεχνία που παρακολουθεί από απόσταση αναπνοής, παρά την ηλικία του εμπνευστή της, ό,τι συμβαίνει στην αιχμή του καιρού μας.

Ποιητής που περνά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στο μυθιστόρημα και μυθιστοριογράφος που εκτρέπεται χωρίς την ελάχιστη δυσκολία στη δοκιμιογραφία, ο Βαλαωρίτης κάνει περίπου τα πάντα με τη γραφή του. Ως ποιητής προκαλεί τη λογική μας, αντικαθιστώντας το νόημα με τον ήχο (με την τριβή και την κρούση των λέξεων). Ως μυθιστοριογράφος δοκιμάζει την αντοχή μας, συνταιριάζοντας τις πιο ετερόκλητες φόρμες: από το ρεαλιστικό, το κοινωνικοπολιτικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα μέχρι το nouveau roman, το ρομάντζο, την περιπετειώδη αφήγηση και τη μελλοντολογική δυστοπία. Ως δοκιμιογράφος ψάχνει τα όριά μας, υπερασπίζοντας τις πιο διαφορετικές επιλογές: από Τζόις και Κάφκα μέχρι Ομηρο και Σολωμό.

Θιασώτης μιας ανελέητης καρναβαλοποίησης, στην οποία το δραματικό συνυπάρχει με το κωμικό, το τοπικό με το παγκόσμιο, το τωρινό με το αρχαίο, το κανονιστικό με το αιρετικό και το υψηλό με το χαμηλό, ο Βαλαωρίτης ξηλώνει όλους τους ιδεολογικούς μύθους περί λογοτεχνίας (για την άνωθεν ανάθεση του έργου της και την ιερή αποστολή της), χωρίς να ξεχνά ούτε λεπτό τη βαθύτερη απόλαυση και ηδονή της, που δεν είναι άλλη από τη γλωσσοκεντρική της ευδία. *
  • Ο Ομηρος, το μαγικό παραμύθι και ο Τζόις
Μιλώντας για τη συγγραφική του τέχνη στην Αντιγόνη Κατσαδήμα, στο «Διαβάζω» Οκτωβρίου, ο Νάνος Βαλαωρίτης θα υπεραμυνθεί της αξίας του φορμαλισμού. Ο φορμαλισμός στον στοχασμό του δεν είναι ένα κλειστό και αυτάρεσκο σύστημα, παγιδευμένο στη ναρκισσιστική καλλιτεχνική του έκφραση αλλά, αντιθέτως, μια ικανότητα συνδυασμού και ταξινόμησης που μπορεί να αποφέρει ανεπανάληπτη μαγεία.

Τα παραδείγματα που επιστρατεύει τα λένε, νομίζω, όλα. Στους μύθους και τα παραμύθια που έψαξαν οι Ρώσοι φορμαλιστές (μια επιστημονική σχολή που προσπάθησε να αποδείξει με κάθε μέσον την αυτοτέλεια και την αυτοδυναμία της λογοτεχνίας), η αφήγηση βασίζεται σε μια σειρά επαναλαμβανόμενων τύπων και παραστάσεων, οι οποίοι είναι απαραίτητοι τόσο για το ξεκίνημα όσο και για την εξέλιξη και την ολοκλήρωση της πλοκής.

Πρόκειται για τις λειτουργίες του μαγικού παραμυθιού, όπως τις ονόμασε ο Βλαντίμιρ Προπ, αλλά τον Βαλαωρίτη τον ενδιαφέρει κάτι άλλο -ότι το μαγικό παραμύθι, ως προϊόν της συλλογικής φαντασίας, δεν έχει συνειδητό σχεδιασμό ενώ ο Ομηρος και ο Τζόις κεφαλαιοποιούν τον επαναλαμβανόμενο κόσμο τους και καθορίζουν τα μοτίβα τους επί τη βάσει ενός πλήρως οργανωμένου σχεδίου. Κάθε γράμμα της αλφαβήτου είναι για τον Ομηρο μια ραψωδία κι ένα θεματικό μοτίβο (από τον έρωτα στην έριδα, για παράδειγμα), ενώ κάθε μυθιστορηματικό κεφάλαιο του «Οδυσσέα» του Τζόις αντιστοιχεί σ' ένα ομηρικό κεφάλαιο.

Το σχήμα που διαγράφει ο Βαλαωρίτης έχει μια πρόδηλη κανονιστικότητα. Πρόκειται, όμως, για μια ποιητική κανονιστικότητα, για μια αέρινη γεωμετρία, που επιτρέπει να φτερώσουν απελευθερωτικά φτερά στην πλάτη τής οποιασδήποτε τάξης και αρμονίας.

Saturday, October 2, 2010

Με μελαγχολίες καθημερινότητας, φαντασίες και εφηβείες

Εικόνες από την καθημερινή ζωή της πόλης, με υπάρξεις αιχμαλωτισμένες στο δίχτυ ενός σπαραγμένου μικρόκοσμου αποκαλύπτει το μυθιστόρημα του Κώστα Μουρσελά «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας», ενώ ο τόμος «Η δασκάλα με τα μαύρα» φιλοξενεί ιστορίες τρόμου γραμμένες από τις σημαντικότερες γυναίκες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Από κοντά, ο «Μάγκας» της Πηνελόπης Δέλτα, που αλλάζει θεματικά το κλίμα, μ' έναν σκύλο ο οποίος εκπαιδεύεται στην κοινωνική κριτική.
  • Κώστας Μουρσελάς, Κλειστόν λόγω μελαγχολίας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 367
Πρωταγωνιστές και κομπάρσοι τοποθετούνται εν κύκλω στο μυθιστόρημα του Κώστα Μουρσελά «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας», ανακαλώντας το ύφος της «Μικρής μας πόλης», όπως το ξέρουμε από τα ομώνυμα έργα του Θόρντον Ουάιλντερ και του Δημήτρη Χατζή, αλλά και από το «Spoon River» του Εντγκαρ Λι Μάστερς. Η καθημερινότητα στο «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας» έχει ευτράπελες στιγμές και εικονογραφείται συχνά μέσα από ιδιαίτερα χαριτωμένα επεισόδια, αλλά εκείνο το οποίο κυριαρχεί στην αφήγηση είναι μια συγκρατημένη θλίψη για την ήττα ή και την αποτυχία της ζωής: φανερές απάτες και κρυφά συμφέροντα, έρωτες χαμένοι ή μισοκερδισμένοι, συμβιώσεις στα όρια της κατάρρευσης, άντρες κυνηγημένοι από τα φαντάσματά τους και γυναίκες βυθισμένες σε περίεργους ρεμβασμούς, αλλά και φόβοι, ανασφάλειες, παραλογισμοί ή παρακρούσεις, που μπορεί να εκδηλωθούν ανά πάσα στιγμή και προς πάσα κατεύθυνση. Οι ιστορίες του Μουρσελά παρεισδύουν η μία στην άλλη (εξού και ο χαρακτηρισμός του έργου ως μυθιστορήματος), ενώ οι πρωταγωνιστές συνδέονται με περίπλοκο τρόπο μεταξύ τους (στο τέλος του βιβλίου δημοσιεύεται χάρτης των σχέσεων των ηρώων σχεδιασμένος από τον καθηγητή του ΑΠΘ Ξενοφώντα Κοκόλη), για να καταλήξουν σ' ένα κοινό κουβάρι: στο δίχτυ ενός σπαραγμένου μικρόκοσμου, ο οποίος θέλει να ξετυλίξει αργά τις κρυμμένες σημασίες του, αποκαλύπτοντας κατά στάδια, αλλά σε μεγάλο βάθος, το περιεχόμενό του. Στη θέση των οριακών ηρώων και των εξαιρετικά πιεστικών καταστάσεων, που προτιμούσαν συχνά οι συγγραφείς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 (το «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας» κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1999), ο Μουρσελάς βάζει τη στέγνια, το τέλμα και τις αδράνειες των μέσων όρων, περνώντας από την ιλιγγιώδη ταχύτητα ενός αδιάκοπα ρευστού και υπό ανέλιξη χρόνου στην ακινησία ενός σχεδόν αχρονικού ή εξωχρονικού τοπίου, όπου τα πάντα κινούνται με τον ρυθμό της αέναης και συνάμα ανησυχαστικής επανάληψης. Οι υπάρξεις στο «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας» διαλύονται από τον καταπλακωμένο, εσωστρεφή τους ορίζοντα και ρημάζονται από τα ψυχικά τους αδιέξοδα. Ο συγγραφέας κατανοεί πέρα για πέρα την καταστροφή στην οποία καταλήγουν νωρίτερα ή αργότερα οι ήρωές του και ερμηνεύει διακριτικά την τύχη τους: πρόκειται για έναν πληθυσμό που ατύχησε όχι εξ ιδίας ευθύνης, αλλά λόγω μιας υπέρτερης και ανεξέλεγκτης βούλησης.
  • Η δασκάλα με τα μαύρα και άλλες ιστορίες τρόμου, επιμέλεια: Ρίτσαρντ Ντάλμπι, εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 406
Η λογοτεχνία του τρόμου, την οποία έβγαλε από τα σπλάχνα της γοτθικής παράδοσης η Μέρι Σέλεϊ με τον «Φρανκενστάιν», και η οποία περιλαμβάνει στους κόλπους της ονόματα όπως ο Πόε, ο Χόφμαν, ο Γκοτιέ και ο Στόουκερ, είναι ένα είδος το οποίο εν Ελλάδι παρέμεινε επί μακρόν στα αζήτητα: συγγραφείς και αναγνώστες έδειξαν βαθιά αδιαφορία (σήμερα τα πράγματα μοιάζουν ελαφρώς διαφορετικά) για τον κόσμο της λογοτεχνίας τρόμου, που ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη λογοτεχνία του φανταστικού: μια λογοτεχνία που μετατρέπει το απόκοσμο και το υπερφυσικό σε αναγνωρίσιμη πραγματικότητα, εκφράζοντας τον βαθύτερο φόβο του ανθρώπου για το μακρινό, το άπιαστο και το άγνωστο, σ' έναν σύμπαν που όσο περισσότερο φανερώνει τα μυστικά του τόσο πιο επίφοβο και επικίνδυνο γίνεται. Οι ιστορίες που συγκεντρώνει στον ανά χείρας τόμο ο Ρίτσαρντ Ντάλμπι, με πολλές ανθολογίες τρόμου στο ενεργητικό του, έχουν γραφτεί αποκλειστικά από γυναίκες - τα ονόματα των οποίων αποκαλύπτουν ορισμένες από τις σημαντικότερες συγγραφείς του 20ού αιώνα: Ιντιθ Γουόρτον, Μέι Σίνκλερ, Ρίτσμαλ Κρόμπτον, Μάρτζερι Λόρενς, Μάργκαρετ Εργουιν, Φ.Μ. Μέιορ, Αν Μπριτζ, Στέλλα Γκίμπονς, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, Ρόζμαρι Τιμπερλέι, Σίλια Φρέμλιν, Αντόνια Φρέιζερ, Ρουθ Ρέντελ, Α.Σ. Μπάιατ, Ο.Λ. Μπάρκερ, Πενέλοπι Λάιβλι, Ρόζμαρι Παρντόου, Λίζα Σεντ Ομπέν ντε Τεράν, Αντζελα Κάρτερ, Ελίζαμπεθ Φάνσετ, Τζόαν Αϊκεν και Ντόροθι Κ. Χέινς. Με πολύ διαφορετικό στυλ γραφής και κλίμα πλοκής, οι 22 συγγραφείς του τόμου κατορθώνουν να δημιουργήσουν μια κοινή ατμόσφαιρα: την ατμόσφαιρα του μυστηρίου και της απειλής που σχηματίζεται γύρω από ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση, για να κατακλύσει βαθμιαία τη σκηνή και να καθηλώσει με τις εξελίξεις της τους πάντες.
  • Π.Σ. Δέλτα, Μάγκας, επίμετρο: Βασίλης Πεσμαζόγλου, χρονολόγιο: Αλ. Π. Ζάννας, εικοστή έκτη συμπληρωμένη, μονοτονική έκδοση, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και Σία Α.Ε., σ. 374 
Ο «Μάγκας» της Πηνελόπης Δέλτα (πρώτη έκδοση 1935) έχει διαβαστεί από γενεές επί γενεών αναγνωστών και παρά την προχωρημένη ηλικία του δεν έχει χάσει το παραμικρό από τη φρεσκάδα και τη δροσιά του. Ξεφυλλίζω την καινούρια (26η) έκδοση της Εστίας, που περιλαμβάνει εκτός από το χρονολόγιο του φιλολογικού επιμελητή Αλ. Π. Ζάννα κι ένα αισθαντικό επίμετρο του πεζογράφου Βασίλη Πεσμαζόγλου, και σκέφτομαι τη δύναμη την οποία μπορεί να κερδίσει η λογοτεχνία κατά την πορεία της μέσα στον χρόνο, αν διαθέτει γερά πατήματα και αληθινό τσαγανό. Ο Μάγκας, ένας καλοζωισμένος σκύλος, βγαίνει από την ασφάλεια του αρχοντικού του και περιπλανιέται στις αθηναϊκές γειτονιές, όπου θα γνωρίσει από πρώτο χέρι τη φτώχεια, τη στέρηση και την πείνα, αλλά και την τρυφερότητα ή την αγάπη. Ο Μάγκας δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά ή εφήβους. 

Χρησιμοποιώντας έναν απλό, μα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ζωομορφισμό, η Δέλτα κατορθώνει να δώσει με χιούμορ το καθημερινό στίγμα της εποχής της, ασκώντας, όπως παρατηρεί ο Πεσμαζόγλου, «ένα είδος κοινωνικής κριτικής»: οι ανισότητες δεν ανάγονται σε κάποια φυσική τάξη πραγμάτων και τα οικονομικά προνόμια δεν εγγυώνται την ευτυχία. Εκείνο το οποίο οφείλει πάνω απ' όλα να μη λείψει είναι ο εφησυχασμός. Και ο Μάγκας είναι ένας κάθε άλλο παρά πλαδαρός και εφησυχασμένος σκύλος.

Sunday, April 25, 2010

Πέφτοντας χωρίς ίλιγγο στο κενό

  • Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσά μάτια, επίμετρο: Τενεσί Ουίλιαμς, μτφρ.: Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, σ. 178, ευρώ 15,07

Δεν έχει παρατηρηθεί τυχαία (για την ακρίβεια, έχει γραφεί κατά κόρον) πως η Κάρσον ΜακΚάλερς είναι μία από τις πιο επιδέξιες και εμπνευσμένες κληρονόμους της μυθιστορηματικής παράδοσης του αμερικανικού Νότου (στην οποία ανήκουν ο Μαρκ Τουέιν και ο Ουίλιαμ Φόκνερ), συνομιλώντας ευθέως και με το ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα (τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι). Το γοτθικό στοιχείο, όπως ονομάζει ο Τενεσί Ουίλιαμς στο επίμετρο της ανά χείρας έκδοσης την ποιητική της φρίκης, που διαπερνά απ' άκρου εις άκρον τα βιβλία της ΜακΚάλερς (από το «Η καρδιά κυνηγάει μοναχή» του 1940 μέχρι την «Πρόσκληση σε γάμο» του 1946 και την «Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» του 1951 ή το «Ρολόι δίχως δείκτες» του 1961), είναι ό,τι ξεχωρίζει αμέσως στη γραφή της, αγκαλιάζοντας με την ανατριχιαστική παρουσία του δικαίους και αδίκους και κατευθύνοντας τους ήρωες στην άβυσσο, χωρίς καμία πιθανότητα ανάτασης ή επιστροφής.

Η φρίκη, βεβαίως, δεν είναι για τη ΜακΚάλερς ο φόνος και το ανεξιχνίαστο, μεταφυσικό του μυστήριο, όπως το ξέρουμε από την κλασική γραμμή του γοτθικού, αλλά μια συνεχής, εξοντωτική πάλη με το τετριμμένο και την καθημερινότητα, όπου οι άνθρωποι συντρίβονται υπό το βάρος της άτεγκτης μοίρας τους, δίχως την παραμικρή βοήθεια ή υποστήριξη. Οι ακραίες ταξικές και φυλετικές διακρίσεις, η σκληρότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι ανυπολόγιστοι κίνδυνοι των προσωπικών σχέσεων, το άγχος του παρόντος και οι στερήσεις των παιδικών ή εφηβικών χρόνων, οι ανεπανόρθωτες σωματικές και ψυχικές βλάβες, η εμφάνιση του θανάτου σε όλα τα στάδια (ακόμη και τα πιο αμέριμνα) της ζωής, όπως και τα απλήρωτα ερωτικά πάθη ή οι τεράστιες επαγγελματικές καταστροφές είναι τα δεδομένα που δίνουν σάρκα και οστά στη γοτθική φρίκη της ΜακΚάλερς, αποκαλύπτοντας μια πεζογραφία στο εσωτερικό της οποίας το αίμα ρέει ακατάσχετα και από παντού, για να πνίξει μέσα στην πηχτή, καυτή του μάζα κάθε ελπίδα και απαντοχή.[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Thursday, April 8, 2010

Η σουρεαλιστική μπόμπα

  • Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βάζει φωτιά στην καλλιτεχνική Αθήνα του Μεσοπολέμου
  • Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί Σουρρεαλισμού, Η διάλεξη του 1935, σ. 86, 9 ευρώ > Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, επιμέλεια-επίμετρο: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Αγρα, σ. 69, 10,50 ευρώ

Στις 25 Ιανουαρίου του 1935, ημέρα Παρασκευή και ώρα επτά το απόγευμα, ο Ανδρέας Εμπειρίκος δίνει στη Λέσχη Καλλιτεχνών στην Αθήνα (επί της οδού Καραγιώργη Σερβίας) μια διάλεξη που θα σημάνει την αρχή ενός παρατεταμένου κύκλου έκπληξης και δυσαρέσκειας. Μυημένος στην ψυχανάλυση και αφοσιωμένος οπαδός του υπερρεαλισμού, ο Εμπειρίκος, που έχει ζήσει τα προηγούμενα χρόνια στο Παρίσι και έχει μπει στον κύκλο του Αντρέ Μπρετόν, μιλάει με πρωτοφανή ενθουσιασμό για ένα ποιητικό κίνημα το οποίο έχει ταράξει τα διεθνή ύδατα, αλλά παραμένει τελείως άγνωστο στην Ελλάδα. Ο ομιλητής είναι 34 ετών και δεν έχει βγάλει ακόμη βιβλίο - η «Υψικάμινος», με την οποία θα κάνει το ντεμπούτο του στα ελληνικά γράμματα, θα τυπωθεί εντός του 1935, ενώ την ίδια εποχή θα ξεκινήσει και η επαγγελματική του καριέρα στην ψυχανάλυση. Κάνοντας λόγο για τον υπερρεαλισμό, ο Εμπειρίκος θα αναφερθεί ευθύς εξαρχής σε μιαν εξαιρετικά επικίνδυνη μπόμπα: μια μπόμπα που επιζητεί να σαρώσει (και ει δυνατόν να εξαφανίσει) με το επαναστατικό της πνεύμα όχι μόνο το καλλιτεχνικό αλλά και το πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο.

Οι υπερρεαλιστές υπερβαίνουν τον ντανταϊσμό

Για τη διάλεξη του Εμπειρίκου υπήρχαν μέχρι τώρα μόνο κάποιες πληροφορίες: από σχετικές αναφορές του ίδιου ή του Οδυσσέα Ελύτη. Η έκδοση του κειμένου της διάλεξης από τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, που έχει γράψει και μια λίαν κατατοπιστική εισαγωγή (το χειρόγραφο βρέθηκε πρόσφατα ανάμεσα σε άλλα κατάλοιπα), αποτελεί μια θαυμάσια ευκαιρία προκειμένου να γνωρίσουμε εκ του σύνεγγυς τις θέσεις του Εμπειρίκου περί «σουρεαλισμού» σε μια πνευματική Αθήνα η οποία αντιδρά αλλεργικά απέναντι σε οποιαδήποτε καινοτομία (μετά τις λυσσώδεις επιθέσεις που θα δεχτεί η «Υψικάμινος», ο όρος «σουρεαλισμός» θα αποκτήσει σφόδρα αρνητική σημασία και θα αντικατασταθεί, κατόπιν προτροπής του Νικήτα Ράντου, από τον ακριβέστερο και δοκιμότερο σήμερα «υπερρεαλισμό»). Ο Εμπειρίκος σπεύδει να καταγράψει από τις πρώτες αράδες της ομιλίας του τις διαφορές μεταξύ Νταντά και υπερρεαλισμού. Το Νταντά πιστεύει πως η ποίηση οφείλει να πηγάζει από το ασυνείδητο και ποντάρει, υπό την καθοδήγηση του Τριστάν Τζαρά, στη δύναμη της έκπληξης και του τυχαίου, δημιουργώντας έναν εκφραστικό χείμαρρο, που βιάζεται να αποτινάξει κάθε ακαδημαϊσμό και κάθε κανόνα, αλλά δεν διαθέτει την οργανωτική βούληση και την οραματική καθαρότητα του υπερρεαλισμού. Το Νταντά είναι μια σπουδαία ανταρσία, αλλά δεν έχει τα μέσα και τον τρόπο για να κάνει αποτελεσματική τη δράση του: μοιάζει περισσότερο με ένα «πάθος» και μια «πεποίθηση», με μια χειρονομία η οποία θα μείνει στα μισά του δρόμου λόγω της αοριστίας της και της έλλειψης ενός όντως επαναστατικού προσανατολισμού.

Στη χαλαρότητα και την αμηχανία του Νταντά ο υπερρεαλισμός θα αντιτάξει τον «οργανικό» του χαρακτήρα: τη θεμελιώδη άρνησή του να φτιάξει προμελετημένες παραστάσεις, την ακλόνητη πίστη του στην αποκάλυψη της εσωτερικής ροής της συνείδησης, καθώς και την προσήλωσή του στις ικανότητες του «ψυχικού αυτοματισμού», που θα δαμάσει το τέρας του ορθολογισμού και των άτεγκτων συνεπαγωγών του μέσω των υψηλών συνειρμών και της απελευθερωτικής λειτουργίας του ονείρου. Ο υπερρεαλισμός θα στείλει έτσι περίπατο όλα τα αυτονόητα και τις συμβάσεις και θα περιέλθει σε μια κατάσταση εκστατικής αφαίρεσης, που θα γεμίσει με τεράστια ενέργεια την ποιητική λέξη και θα μετατρέψει το περιεχόμενό της σε ένα διαρκές, ακατάλυτο γίγνεσθαι. Η ποίηση θα κατέβει από το θεϊκό βάθρο στο οποίο την τοποθέτησαν ο ρομαντισμός και ο συμβολισμός και θα γίνει ένα με τη ζωή, σ' ένα πεδίο όπου εκ των πραγμάτων θα ενώσει τη φωνή της με τον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό, κηρύσσοντας την επανάσταση και στο πολιτικό ή το κοινωνικό επίπεδο.

Ανεξάρτητα από το πόσο εκτεταμένα θα εφαρμόσει στην ποίησή του τέτοιες αρχές, ο Εμπειρίκος αναδεικνύεται στη διάλεξή του για τον υπερρεαλισμό σε έναν ανυποχώρητο υπερασπιστή της υπερρεαλιστικής ορθοδοξίας. Παραπέμποντας ακούραστα στα δύο μανιφέστα του Μπρετόν (του 1924 και του 1929) και μνημονεύοντας τα ιερά ονόματα του Αρτώ, του Σουπώ, του Νταλί, του Βιτράκ, του Αραγκόν και του Ελυάρ, ο Εμπειρίκος πολιτογραφείται με τη διάλεξή του ως ο κεντρικός εισηγητής και θεωρητικός του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, ακόμη κι αν πρέπει κάποια στιγμή να πάρει αποστάσεις, όπως προσφυώς σημειώνει στην εισαγωγή του ο Γιατρομανωλάκης, από τη σύμπλευση των υπερρεαλιστών με τους κομμουνιστές, οι οποίοι τον τρομάζουν με τη σιδερένια κομματική τους πειθαρχία. Τέτοιες επιφυλάξεις μπορεί να μην περνούν στη διάλεξη (στις ημέρες μας τις ξέρουμε από την αλληλογραφία του Εμπειρίκου με την οικογένειά του), που διαποτίζεται από μιαν ιδεολογία στράτευσης, αλλά σύντομα, μέσα στο 1935, θα συμπέσουν με το γεγονός της αποβολής των υπερρεαλιστών από τους κόλπους της Τρίτης Διεθνούς, επιδεικνύοντας την ευστοχία τους.[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Wednesday, February 17, 2010

Στην άκρη της Κόλασης

Σαρλ Μπωντλαίρ

Σαρλ Μπωντλαίρ


  • Σαρλ Μπωντλαίρ: Τα άνθη του κακού Τα απαγορευμένα ποιήματα, μτφρ.: Ερρίκος Σοφράς, εικόνες: Πατ Αντρέα, εκδ. Μεταίχμιο, σ. 71, 18 ευρώ

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ, που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1821 και πρόλαβε να ζήσει μόνο μέχρι τα 46 του χρόνια, συνέδεσε τον εαυτό του με την πιο καθοριστική στιγμή της νεωτερικότητας στην ιστορία της ευρωπαϊκής ποίησης. Δημοσιεύοντας εν έτει 1857 τα «Ανθη του κακού» («Fleurs du mal»), ο Μπωντλαίρ τινάζει στον αέρα, όχι μόνο την παράδοση, αλλά και οτιδήποτε γίνεται αποδεκτό στα μέσα του 19ου αιώνα ως πολιτική, κοινωνική, ηθική και θρησκευτική αξία. Ο ποιητής δημοσιεύει κατά τη διάρκεια της σύντομης όσο και άκρως περιπετειώδους ζωής του κι άλλα πράγματα: πριν από τα «Ανθη του κακού» κυκλοφορεί η νουβέλα του «Η Φανφαρλό» (1847), ενώ λίγο μετά την έκδοσή τους τυπώνονται τα δοκίμιά του «Οι τεχνητοί παράδεισοι» (1860), που αναδεικνύουν τις κριτικές, τεχνοκριτικές και μουσικοκριτικές του επιδόσεις, όπως και η συλλογή του «Μικρά πεζά ποιήματα» (1862), που θυμίζει πως ο εμπνευστής της είναι, μεταξύ άλλων, και ο εισηγητής ενός καινούργιου, όπως και αδιανόητου για την εποχή του λογοτεχνικού είδους: της πολυχρησιμοποιημένης και πολυφορεμένης στις ημέρες μας ποιητικής πρόζας, που θα γνωρίσει στη γραφίδα του ορισμένες από τις ευτυχέστερες ώρες της. Ας μην ξεχνάμε ακόμη πως ενόσω κυοφορεί τα «Ανθη του κακού», ο Μπωντλαίρ αρχίζει να μεταφράζει με τρομακτική προθυμία και θέρμη (προθυμία και θέρμη που θα σπεύσει να υιοθετήσει λίγο αργότερα και ο Μαλαρμέ) ποιήματα και διηγήματα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, προσπαθώντας να καλύψει όλο το κενό αναγνώρισης, το οποίο του λείπει στις ΗΠΑ, με την πάση θυσία καθιέρωσή του στη Γαλλία.

Η ποιητική του εκτυφλωτικού χάους

Μεταφράσεις, ποιητικά πεζά, κριτικές και πρόζα ωχριούν μπροστά στο μέγεθος της έκρηξης την οποία θα προκαλέσουν, από την πρώτη κιόλας ημέρα της κυκλοφορίας τους, τα «Ανθη του κακού». Τα πάντα θα γκρεμιστούν εδώ σε ένα εκτυφλωτικό χάος: η τάξη και η ευνομία των αστών, τα υψηλά αισθήματα και τα πολιτικά ιδανικά των ρομαντικών, οι ηθικές απαγορεύσεις των χριστιανών, οι γλωσσικές σεμνοτυφίες και οι πολυπληθείς συμβάσεις των ποιητών (παλαιοτέρων, αλλά και συγχρόνων). Ο Μπωντλαίρ θα τιμήσει τον στίχο του με την επίμονη προβολή της παρακμής, του άκρατου ερωτισμού και της υψηλής δαιμονολογίας (ο Σατανάς απαντά στην απόσυρση του θείου ως προδομένος θεός και ως πρίγκιπας της εξορίας), θα εξυμνήσει την τρέλα των παραισθητικών ουσιών, θα αποθεώσει τη βία, θα λατρέψει τη δύναμη του σκοταδιού και της Κόλασης, θα ταυτίσει την αγριότητα της έκφρασης με την επίτευξη του ωραίου (ή, έστω, με το κυνήγι της «ουράνιας ομορφιάς», όπως θα το έλεγε ο Πόε), θα υποκλιθεί μπροστά στον θάνατο, θα διακηρύξει στα πέρατα της οικουμένης τη χαρά της λησμονιάς και της παραίτησης και θα δαφνοστεφανώσει ως αγαπημένη του μούσα την πλήξη (η ακηδία του spleen, που μεταπίπτει σε οδυνηρά κερδισμένη αθανασία).

Ο ποιητής ξέρει πως ο κόσμος τον οποίο φτιάχνει με τα «Ανθη του κακού» δεν ανήκει στη φύση και δεν αντανακλά κάποια προαιώνια κατάσταση του ανθρώπου: ο κόσμος του αποτελεί ένα πέρα για πέρα κατασκευασμένο και τεχνητό σύμπαν, αποκαλύπτοντας τον σκληρό πυρήνα της νεωτερικότητας, στο εσωτερικό της οποίας θα πάρουν το πάνω χέρι ο σαρκασμός και η ειρωνεία και θα αρπάξουν φωτιά το όνειρο, το εξεζητημένο και η φαντασία. Σ' ένα τέτοιο πλαίσιο, η ποίηση θα κληθεί, όχι μόνο να επαναστατήσει ενάντια στη θεσπισμένη ταυτότητά της, αλλά και να ξεθεμελιώσει τον κοινωνικοπολιτικό της περίγυρο (ο Μπωντλαίρ θα βρεθεί στα οδοφράγματα του 1848), σε μια τροχιά διαρκούς ανατροπής και αναστάτωσης.

Αδιάπτωτη αιχμηρότητα

Τα «Ανθη του κακού» είναι πιθανόν να είναι πολλά: «υπέρτατη μυθοπλασία» (όπως θα το ήθελε ο Ουάλας Στίβενς) και ακατάλυτος λογοτεχνικός πυλώνας (όπως θα το προτιμούσε ο Τζορτζ Στάινερ), κορυφαία εκδήλωση του δανδισμού (με την πομπώδη περιφρόνηση για την πνευματική και κοινωνική αγωγή του πλήθους), ρομαντική πρωτοπορία (με τη βαριά μέθη από τις εισπνοές της φρίκης) ή πρωτογενής χριστιανισμός (η απέχθεια για την αδυναμία των άλλων να υπερβούν το εγώ τους και να διακρίνουν το καλό δεν αποκλείεται να οδηγεί σε μιαν ελεύθερη, απαλλαγμένη από τον οιονδήποτε προκαθορισμό θρησκευτική αναζήτηση, όπως προσφυώς σπεύδει να σημειώσει ο Τ. Σ. Ελιοτ). Ο,τι κι αν είναι εντέλει τα «Ανθη του κακού», εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι πως η πυκνότητα και η αιχμηρότητά τους παραμένουν στο ακέραιο μέχρι και σήμερα. Αυτό αποδεικνύει αμέσως, ακόμη και με ένα πρώτο ξεφύλλισμα, η μετάφραση των απαγορευμένων ποιημάτων του βιβλίου από τον Ερρίκο Σοφρά στην πρόσφατη, καθ' όλα προσεγμένη, δίγλωσση (ελληνικά και γαλλικά), με σκληρό εξώφυλλο, έκδοση του «Μεταίχμιου», που συνοδεύεται από τα αξιέραστα σχέδια του ολλανδού εικαστικού Πατ Αντρέα.

Τι ακριβώς, όμως, σημαίνει «απαγορευμένα ποιήματα»; Οταν το 1857 κυκλοφορούν για πρώτη φορά τα «Ανθη του κακού», τα δικαστήρια καταδικάζουν τον ποιητή και τους εκδότες του, επιβάλλουν αυστηρές χρηματικές ποινές και απαγορεύουν έξι ποιήματα («Λέσβος», «Κολασμένες γυναίκες - Δελφίνη και Ιππολύτη», «Η Λήθη», «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», «Τα Κοσμήματα», «Οι μεταμορφώσεις της Λάμνιας»), τα οποία θα χρειαστούν σχεδόν μία εκατονταετία για να ξαναδούν το φως της δημοσιότητας (το 1949 γίνεται αναθεώρηση της δίκης). Αυτά είναι τα ποιήματα τα οποία μεταφράζει ο Σοφράς, τηρώντας τη φόρμα και τον ρυθμό της ομοιοκαταληξίας του πρωτοτύπου και πετυχαίνοντας μιαν ολόχυμη, πολύ ζωντανή και ιδιαίτερα εκφραστική απόδοση, που περιλαμβάνει και το σονέτο «Επιγραφή σ' ένα βιβλίο καταδικασμένο», το οποίο έγραψε ο Μπωντλαίρ ως εισαγωγικό στην τρίτη έκδοση των «Fleurs du mal», το 1868 (δεν πρόλαβε να τη δει τυπωμένη):

Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη,

αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο

το λέω της μελαγχολίας μνημείο.

Ανθρωπε του καλού, άσ' το στην άκρη.

Ρητορική αν δεν πήγες να σπουδάσεις

στου Σατανά το σκοτεινό σχολείο,

δε θα αντιληφθείς ούτε σημείο,

μπορεί και υστερικό να με ονομάσεις.

Αν, δίχως να χαθείς στη γοητεία,

την άβυσσο κοιτάζεις με ηρεμία,

έλα και διάβασε κι αγάπησέ με·

παράξενη ψυχή, που αναστενάζεις

και στον παράδεισο ψάχνεις να φτάσεις,

λυπήσου με!... Αλλιώς, σε καταριέμαι!

Τα απαγορευμένα ποιήματα αναπαράγουν τα «Άνθη του κακού» ως απολύτως χαρακτηριστική επιτομή τους. Η ηδονή χωρίς άμφια και μακριά από περιφράξεις και κάγκελα, η θανατοφιλία, η παγιδευμένη στην άναστρη νύχτα ύπαρξη, η αγάπη για το διακοσμητικό και το επινοημένο, η υπερδιέγερση του φαντασιακού, το όραμα του απραγματοποίητου, η ανείπωτη έξαρση της σάρκας, το μίσος για την επανάληψη και την κοινοτοπία, ο ριζοσπαστικός (καλλιτεχνικός και πολιτικός) ρόλος της ποίησης και η ευεργετική επίδραση της λήθης δίνουν το «παρών» σε κάθε στίχο και στροφή των απαγορευμένων ποιημάτων και εξακολουθούν να συγκλονίζουν την καρδιά και να αιφνιδιάζουν τις αισθήσεις μας, έστω κι αν ετοιμαζόμαστε να κλείσουμε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα - ενός αιώνα ο οποίος επιστρέφει ποικιλοτρόπως σε αλλοιώσεις και ακυρώσεις που μέχρι πρότινος λογαριάζαμε οριστικά ξεπερασμένες.

Sunday, January 10, 2010

Πολιτικοκοινωνική παρωδία

  • Ενας θανατηφόρος ιός πλήττει τη Βουλή, τα κόμματα και το σύνολο των κρατικών και εθνικών θεσμών σε ένα υπερρεαλιστικής έμπνευσης τοπίο. Παύλος Μάτεσις, «Graffito».

Αν ο Μένης Κουμανταρέας δοκίμασε πριν από λίγον καιρό τις δυνάμεις του σε ένα είδος δραματικής δυστοπίας, δημοσιεύοντας το αφήγημα «Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά», ο Παύλος Μάτεσις επιστρέφει με το μυθιστόρημά του «Graffito» (εκδόσεις Καστανιώτη) στη δυστοπία, περνώντας μέσα από τη λογοτεχνική και την πολιτικοκοινωνική παρωδία.

Κι αν ο Κουμανταρέας κατάφερε να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της γραφής του φιλοτεχνώντας ένα κλίμα εντελώς ξένο προς το υπόλοιπο έργο του, ο Μάτεσις πετυχαίνει το δικό του εκρηκτικό αποτέλεσμα χάρη στη μακρά του θητεία σε ένα ύφος και σε μια ατμόσφαιρα που ξέρει απέξω κι ανακατωτά.

Οπως και σε παλαιότερες συνθέσεις του, ο Μάτεσις ενορχηστρώνει στο «Graffito» τις πιο άσχετες και αταίριαστες μεταξύ τους φιγούρες σ' ένα τοπίο όπου τα πάντα λειτουργούν παραμορφωτικά, απορυθμίζοντας τον οιονδήποτε συμφωνημένο κανόνα και καταργώντας κάθε εδραιωμένη παράσταση. Κι αν κατά το παρελθόν ο Μάτεσις δεν απέφυγε να υπονομεύσει (ενδεχομένως και να ακυρώσει) τις παραμορφώσεις του, παγιδευμένος στην καταχρηστική προβολή τους, σήμερα κατορθώνει να ισορροπήσει ενδεδειγμένα τις περισσότερες από τις δόσεις και τις αναλογίες του, οδηγώντας τις εικόνες του σε μιαν αληθινή κοσμογονία.

Στο «Graffito» δεν πρωταγωνιστούν πρόσωπα (όσα πρόσωπα κυκλοφορούν στις σελίδες του αποτελούν μέλη ενός εκ των προτέρων υπονομευμένου και εσκεμμένα προσχηματικού θιάσου) αλλά έννοιες, αξίες και συλλογικές υποστάσεις, που ανεβαίνουν επί σκηνής για να αμφισβητηθούν και να λοιδορηθούν εξαντλητικά -μέχρι τελικής πτώσεως.

Με κέντρο αναφοράς έναν θανατηφόρο ιό ο οποίος πλήττει όλους τους κρατικούς και εθνικούς θεσμούς (από τη Βουλή και τα κόμματα μέχρι την οργάνωση των υπουργείων, την αστυνομία, τις μυστικές υπηρεσίες, τη Δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τις διπλωματικές αποστολές), ο Μάτεσις τινάζει στον αέρα πολιτικές πίστεις, ιδεολογικά οράματα, θρησκευτικές πεποιθήσεις και λαϊκές δοξασίες, φτιάχνοντας έναν ως εξ ορισμού παράλυτο, παραιτημένο και νικημένο κόσμο: τον κόσμο που διακρίνουμε κάθε τόσο τριγύρω μας χωρίς να τολμάμε να τον ομολογήσουμε ή να τον παραδεχτούμε.

Ξηλώνοντας με κέφι τη σοβαροφάνεια τόσο της πολιτικής εσχατολογίας (Οργουελ) όσο και της επιστημονικής φαντασίας (Φίλιπ Ντικ), ο Μάτεσις παραπέμπει σε ένα καθαρώς ανατρεπτικό πνεύμα: σ' ένα πνεύμα δημιουργικής αναίδειας τύπου Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, που σαρώνει αίφνης κάθε παγιωμένη οντότητα, για να μας βάλει με έναν τρελό ρυθμό στο λογοτεχνικό του παιχνίδι, το οποίο συνδυάζει δαιμόνια την υπερρεαλιστική έξαρση με μια πυκνή και αδιάπτωτη ειρωνεία. Αξιο, όπως κι αν το κρίνουμε, το έργο του.

Τελειώνουν τα έργα της θάλασσας

Χρειάζεται μέγας μαρξιστικός οίστρος για να πιστέψει κανείς πως ο Δημήτρης Χατζής ευαγγελίζεται στο πολυσυζητημένο «Διπλό βιβλίο» τον ερχομό μιας νέας εποχής, που θα απαλλάξει τους ανθρώπους από το αίσθημα της μοναξιάς και της αποξένωσης.

Αυτό, πάντως, κάνει, αναζητώντας σώνει και καλά ένα φίλτρο σωτηρίας, ο Παναγιώτης Νούτσος στη μελέτη του «Δημήτρης Χατζής. "Το διπλό βιβλίο"» («Ελληνικά Γράμματα»). Βεβαίως και ο Χατζής παραμένει μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του ένας πεζογράφος ο οποίος παρατηρεί ασμένως το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Βεβαίως και το δοκιμιακό του όραμα για τη συγκρότηση μιας καινούριας νεοελληνικής ιδεολογίας επικοινωνεί χωρίς περιφράσεις με την πεζογραφία του. Βεβαίως, τέλος, και ο συγγραφέας βάζει τους ήρωές του ενόψει ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος. Η απόσταση, όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά και στο να δούμε στους απόκληρους του «Διπλού βιβλίου» την εγελιανή διαλεκτική της «άρνησης της άρνησης» (μια σχεδόν μεταφυσική υπέρβαση της αλλοτρίωσης) είναι η απόσταση που μας χωρίζει από τον Προκρούστη. Αλίμονο, εκείνο το οποίο θριαμβεύει στο «Διπλό βιβλίο» δεν είναι το σθένος της ιδεολογίας αλλά η κατά κράτος ήττα και υποχώρηση. Ο Χατζής θα το πει όσο πιο σκληρά μπορεί -κόντρα σε οποιαδήποτε σιδερένια αριστερή αισιοδοξία: Τελειώνουν τα έργα της θάλασσας. Ολα. Η ζωή μου.

Νέες εκδόσεις

  • «Πού 'ναι τα φτερά;» ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ. Νουβέλα. Εκδόσεις Πατάκη.

Ενα παιδί ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον κόσμο σε μιαν επαρχιακή πόλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Το «Πού 'ναι τα φτερά» δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1975 και η επανέκδοσή του τριάντα πέντε χρόνια μετά δείχνει πόσο φρέσκια διατηρείται η ματιά του.

  • «Συνάντησέ την, το βράδυ» ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ. Σημειώσεις για ένα χαμένο μυθιστόρημα. Εκδόσεις «Πλέθρον».

Η Ελλάδα αντίκρυ στην Ευρώπη σε μια νουβέλα με έντονα ρευστό και αποσπασματικό χαρακτήρα, όπου τα πάντα παραμένουν από σκοπού σε διαρκή εκκρεμότητα και όπου τα κενά του νοήματος και της δράσης οφείλουν να συμπληρωθούν από τον αναγνώστη.

  • «Ο φόβος των βαρβάρων. Πέρα από τη σύγκρουση των πολιτισμών» TZVETAN TODOROV. Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας. Εκδόσεις «Πόλις».

Αν θέλουμε να σεβαστούμε και να υπηρετήσουμε τη δημοκρατία, παρατηρεί ο Τσβετάν Τοντορόφ, τότε πρέπει να απαλλαγούμε από τη βαρβαρότητα της ιδέας για τη σύγκρουση των πολιτισμών: εκείνο στο οποίο καλεί η εποχή μας είναι ο διάλογος μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων.

  • «Μπαμ» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΚΥΛΑΣ. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις «Κέδρος».

Ο Νίκος συνειδητοποιεί ότι η ζωή του κύλησε για μεγάλο διάστημα με τρόπο ο οποίος δεν του έχει προσφέρει το παραμικρό και αποφασίζει να την αλλάξει. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο, πρέπει προηγουμένως να τη σκεφτεί και να την κατανοήσει σε όλες τις λεπτομέρειες.

  • «Σκεπτικοί. Η συνδιαλλαγή της άρνησης» ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ. Εκδόσεις «University Studio Press».

Η δύναμη της σκεπτικιστικής φιλοσοφίας πηγάζει από τη φαντασία της, που της επιτρέπει να απορεί συνεχώς, θέτοντας σε αμφισβήτηση το αντικείμενό της αλλά και προχωρώντας σε μιαν άρνηση της άρνησης, η οποία τη βοηθάει να κατανοήσει το φαινόμενο της ζωής.

Sunday, December 6, 2009

Αποχαιρετισμός στα όπλα

  • Οταν η μνήμη αποκαλύπτει έναν κόσμο όπου το όνειρο απογειώνει την πραγματικότητα. Τ. Χατζητάτσης «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί».

Πεζογράφος χαμηλών τόνων, με φανερά ποιητική διάθεση, η οποία δεν τον εμποδίζει να συγκεντρωθεί στον φωτισμό και στην ανάδειξη της λεπτομέρειας, ο Τάσος Χατζητάτσης, που έφυγε πριν από έναν χρόνο από τη ζωή, σε ηλικία 63 ετών, εμφανίστηκε με κατακτημένα τα μέσα και το ύφος του από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, υπό τον τίτλο «Εντεκα Σικελικοί Εσπερινοί» (1997), καταφέρνοντας μέσα στα δέκα όλα κι όλα χρόνια της παρουσίας του στα γράμματα να σχηματίσει ένα εξαιρετικά πυκνό και κατασταλαγμένο σύνολο.

Οι «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί», που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πόλις», κλείνουν τον κύκλο του κατά τον ωριμότερο τρόπο.

Ξέροντας πως ο θάνατος βρισκόταν επί θύραις, ο Χατζητάτσης έγραψε τα διηγήματα των «Ακροτελεύτιων Εσπερινών» σαν κομμάτια αποχαιρετισμού.

Ο αποχαιρετισμός του, όμως, δεν έχει κανένα στοιχείο πένθους ή θρήνου: είναι, από τη μια μεριά, μια αναδρομή στη θεματική και το στυλ της πρόζας του, όπως διαμορφώθηκε από το 1997 μέχρι σήμερα, και, από την άλλη, ένα ταξίδι στον κόσμο των αγαπημένων νεκρών, που ανεβαίνουν στη σκηνή της αφήγησης λίγο προτού η αυλαία πέσει για πάντα (για τους ήρωες, αλλά και για τον συγγραφέα).

Τοποθετώντας στο εσωτερικό της ίδιας ενότητας μια συγχορδία από ετερόκλητες φωνές, που εκφράζουν τους πιο διαφορετικούς χαρακτήρες, ανοίγοντας τον στιγμιαίο χρόνο των διηγημάτων του στον αναπεπταμένο χώρο της νουβέλας ή του μυθιστορήματος, αλλά και εγκατασπείροντας στην πλοκή του αιφνιδιαστικά εμβόλιμα, που τρέπουν αίφνης την κατεύθυνσή της σε παρένθετες πλην κάθε άλλο παρά άσχετες ιστορίες, ο Χατζητάτσης συνοψίζει στο μεταθανάτιο βιβλίο του τη μορφολογία και την αρχιτεκτονική ολόκληρου του έργου του: τη γόνιμη συνάντηση του μοντερνισμού με τη ρεαλιστική παράδοση σε μια φόρμα όπου το ονειρικό απογειώνει το πραγματικό και το πραγματικό δίνει σάρκα και οστά (ζωντανή πνοή και ανάσα) στο όνειρο.

Αναλόγως εκτεταμένο είναι στους «Ακροτελεύτιους Εσπερινούς» το τοπίο των ηρώων και των γενεών που παίρνουν μέρος στη δράση: κουρασμένοι νοικοκυραίοι του καιρού μας, που παρακολουθούν ελαφρώς ανήμποροι την ορμή της νιότης, λαχταριστές ντίβες του μεταπολεμικού κόσμου, που αρχίζουν σιγά-σιγά να χάνουν τη λάμψη τους, αντιστασιακοί και δωσίλογοι της Κατοχής, που κατατρύχουν τους νεότερους κλώνους, επιτυχημένοι επαγγελματίες του μεσοπολέμου, που σώζουν με τις ικανότητές τους πάντες, καθώς και μοναχικές φιγούρες του παρόντος βυθισμένες στη μοναξιά τους: αυτή είναι η ανθρωπολογία που φέρνει στην επιφάνεια η συγγραφική μνήμη, σ' έναν κόσμο όπου τα άτομα τσαλαπατιούνται από τους ογκόλιθους της Ιστορίας, χωρίς, μολοντούτο, να στερούνται ούτε κατά το παραμικρό την ατομικότητά τους.

Ο Χατζητάτσης θα ταξιδέψει εφεξής στο μέλλον μόνο με τα βιβλία του, που δεν μπορεί παρά να το καταστήσουν φωτεινό κι ευοίωνο. Αξιος ο κάθε κόπος του.

Μια χαμένη ευκαιρία

Μια παρέα εφήβων αγγίζει τα ερωτικά της όρια λίγο πριν από την ενηλικίωσή της, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, γνωρίζοντας όχι μόνο την αφόρητη επιθυμία, αλλά και την ολοκληρωτική διάψευση (σε μέγεθος σωστής καταστροφής), που θα οδηγήσει με έναν μοιραίο τρόπο στην εκδίκηση και τον θάνατο.

Το θέμα του Στέφανου Δάνδολου στο καινούριο μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος κύκνος» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι εξαιρετικά δυνατό (η βία μιας γενιάς -των σημερινών σαραντάρηδων- που ένιωσε πολύ γρήγορα την ήττα) και θα μπορούσε να σπάσει κυριολεκτικώς κόκαλα. Ομως, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει δύο βασικές αδυναμίες.

Η πρώτη είναι ότι περικυκλώνει με βραδείς ρυθμούς και χωρίς υποβλητική κλιμάκωση (με μιαν ολοφάνερη αμηχανία, αλλά και χαλαρότητα) το ψέμα που τοποθετεί στον πυρήνα της εξιστόρησής του (η εξαπάτηση του Φτερού από τη Μάγκυ) προκειμένου να κινήσει όλα τα βασικά νήματα της δραματουργίας. Η δεύτερη είναι πως γεμίζει τον μύθο του με ακραία περιστατικά, στερώντας έτσι από το κεντρικό του γεγονός (την αυτοκτονία του Σμαρ) μεγάλο μέρος της δύναμής του και καταλήγοντας σε μια καθαρώς μελοδραματική λύση (μια καλόγρια και μια διά βίου αποτυχημένη λεσβία περιθάλπουν ένα ορφανό εξώγαμο), η οποία θα ήταν πανεύκολο να αποφευχθεί ή, έστω, να μειώσει δραστικά τους τόνους της. Μια σαφώς χαμένη ευκαιρία.

Νέες εκδόσεις

  • «Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού»

COLIN THUBRON

Μετάφραση: Αθανάσιος Ζάβαλος. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος.

Από την Κίνα στο βόρειο Αφγανιστάν και από εκεί στο Ιράν και στο Κουρδιστάν: αυτή είναι η διαδρομή την οποία ακολουθεί ο Κόλιν Θέμπρον, ταξιδεύοντας κατά μήκος του δρόμου του μεταξιού με ιστορικό φόντο τον Μάο, τη Σοβιετική Ενωση, τον Ταμερλάνο και τους Ταλιμπάν.

  • «Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά»

JONATHAN SAFRAN FOER

Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου. Εκδόσεις «Μελάνι».

Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου μέσα από τα μάτια ενός 9χρονου παιδιού. Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ επινοεί μιαν ιδιαίτερα πρωτότυπη οπτική γωνία για την ημέρα που συγκλόνισε τις ΗΠΑ και τον κόσμο και κατορθώνει να προβάλει στο εγώ τού μικρού του ήρωα μιαν ολόκληρη εποχή.

  • «Το θεώρημα του Αλμοδόβαρ»

ΑΝΤΟΝΙ ΚΑΖΑΣ ΡΟΣ

Μυθιστόρημα. Μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου. Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».

Ο Αντονι έχει παραμορφωθεί μετά από ένα τροχαίο και ζει μέσα στην μοναξιά. Οταν, όμως, συναντιέται με τον σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, η διάθεση για ζωή επιστρέφει με σφοδρό τρόπο και ο Αντονι κάνει την υπέρβαση. Ενα μυθιστόρημα για τη δύναμη του πόθου και της επιμονής.

  • «Για τον Αλέξανδρο Αργυρίου»

ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Μουσείο Μπενάκη.

Κριτικοί και φιλόλογοι θυμίζουν την τροχιά την οποία διέγραψε ο Αλέξανδρος Αργυρίου στα ελληνικά γράμματα και αναδεικνύουν ποικίλες πλευρές του γραμματολογικού στοχασμού του, που αγκάλιασε πολλαπλά και συχνά όχι ευδιάκριτα φαινόμενα.

  • «Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Ανθολόγιο»

Μετάφραση, επιλογή κειμένων: Ερρίκος Μπελιές. Εκδόσεις «Κέδρος».

Ο Ερρίκος Μπελιές, που έχει μεταφράσει τα θεατρικά άπαντα του Σέξπιρ, επιλέγει και μεταφράζει αποσπάσματα από το σύνολο του έργου του, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ιδέες του για τον έρωτα, την αγάπη και τον θάνατο, αλλά και για την ιατρική και τη δικαιοσύνη ή τη συκοφαντία.