Showing posts with label Ιστοριογραφία. Show all posts
Showing posts with label Ιστοριογραφία. Show all posts

Saturday, April 24, 2010

Η μαρξιστική ιστοριογραφία από τον Γ. Σκληρό ως τον Δ. Χατζή

Η ΑΥΓΗ: 24/04/2010

Κύκλους συναντήσεων μαρξιστικής ιστοριογραφίας οργανώνουν από κοινού το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Η πρώτη συνάντηση θα γίνει στα γραφεία του "Πουλαντζά" (Σαρρή 14) την προσεχή Τρίτη 27 Απριλίου (6.30 μ.μ.) με θέμα: Η οικονομική διάσταση στην ελληνική μαρξική ιστοριογραφία και εισηγητές τους ιστορικούς Σπύρο Ασδραχά και Βαγγέλη Πρόντζα.

Οι κύκλοι που συνδιοργανώνονται για πρώτη φορά, έχουν στόχο τη μελέτη της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα από τις πρώτες εμφανίσεις της, στις αρχές του 20ού αιώνα στο έργο του Γ. Σκληρού έως τη δεκαετία του 1960 και τη συμβολή στη σχετική συζήτηση του Δ. Χατζή. Η εξέταση του έργου μεμονωμένων ιστορικών, αλλά και ιστοριογραφικών προσεγγίσεων ολόκληρων χρονικών περιόδων, αποσκοπεί στον αναστοχασμό για την επιρροή που άσκησε ο μαρξισμός στην ανασυγκρότηση της ελληνικής ιστοριογραφίας και στον εμπλουτισμό της με νέα μεθοδολογικά εργαλεία και θεματικές, στο πλαίσιο των πολιτικών και κοινωνικών συγκυριών. Στον πρώτο κύκλο συναντήσεων τίθενται ζητήματα που αφορούν την οικονομική διάσταση της ελληνικής μαρξικής ιστοριογραφίας και τις μαρξιστικές προσεγγίσεις στην αρχαιότητα και στους κλέφτες και τους αρματολούς. Στις συναντήσεις που θα ακολουθήσουν στις 11 και στις 25 Μαίου θα συμμετέχουν οι: Παντελής Λέκκας, Έλενα Πατρικίου, Νίκος Θεοτοκάς, Νίκος Κοταρίδης. Το φθινόπωρο του 2010, θα πραγματοποιηθεί ο δεύτερος κύκλος.

Tuesday, December 1, 2009

Μεταξύ εκλαΐκευσης και ακαδημαϊκής έρευνας

  • Ενας συλλογικός τόμος, απεικόνιση της ιστοριογραφικής παραγωγής και της αντιμετώπισης της ιστορίας για τη δεκαετία του ’40
  • Του Γιωργου Καζαμια*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1/12/2009
  • Γιώργος Αντωνίου - Νίκος Μαραντζίδης (επιμ.), «Η εποχή της Σύγχυσης, η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία», Αθήνα (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), 2008, σ. 583.

ΜΕΛΕΤΗ. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα συλλογικό τόμο, όπου επιχειρείται η παρουσίαση της εξέλιξης της ιστοριογραφίας για τη δεκαετία του ’40. Πέρα από το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, ο τόμος επιτελεί και έναν επιπλέον σκοπό: για τον υποψιασμένο και ενδιαφερόμενο για την ιστορία αναγνώστη, λειτουργεί και ως απεικόνιση της ιστοριογραφικής παραγωγής, μια γέφυρα μεταξύ της εκλαΐκευσης και της ακαδημαϊκής ιστορικής έρευνας. Και αυτό, σε μια εποχή που ακόμη και οι ίδιοι οι ιστορικοί δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το σύνολο της τρέχουσας ιστορικής παραγωγής, είναι κατά τη γνώμη μας σημαντική συμβολή.

Πρωτότυπη προσπάθεια

Στην εισαγωγή, τίθενται μια σειρά θέματα, από τα οποία ξεχωρίζουμε την πρωτότυπη προσπάθεια ποσοτικής αποτίμησης της ιστορικής παραγωγής (σ. 28-39), αλλά και τις αλλαγές πορείας στην αντιμετώπιση της Ιστορίας, από τη μεταπολεμική κυριαρχία της δεξιάς εκδοχής της ως την αναθεώρησή της μετά τη μεταπολίτευση. Η πρώτη ενότητα του τόμου εξετάζει τη διεθνή οπτική, η οποία έχει μια εντελώς ιδιαίτερη βαρύτητα για την ιστοριογραφία του συγκεκριμένου θέματος, καθώς ώς το 1974, οι ιδιάζουσες πολιτικές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας συνέβαλαν στο να εξελιχθεί το μεγαλύτερο μέρος της ιστοριογραφικής παραγωγής στο εξωτερικό. Το άρθρο του Γιάννη Ιατρίδη, η «ναυαρχίδα» ίσως του τόμου, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο: ο συγγραφέας εξετάζει μεγάλο αριθμό αγγλόφωνων έργων που ανήκουν σε διαφορετικές σχολές και προσεγγίσεις, δίνοντάς μας μια εξαιρετική επισκόπηση.

Εντυπωσιακή είναι η τοποθέτηση της ελληνικής εμπειρίας στο διεθνές πλαίσιο της μεταπολεμικής διαίρεσης του κόσμου, πλαίσιο που, όπως είναι γνωστό, επηρέασε και τις διαμάχες των ιστορικών. Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η σύνδεση μεταξύ των διαφόρων θεωριών διεθνών σχέσεων και της ιστορικής παραγωγής. Ενα μερικό συμπέρασμα που θα μπορούσε ίσως να εξαχθεί εδώ, είναι ότι αν και μέσα στις διαμάχες των σχολών τα ψύχραιμα έργα σπανίζουν, η αξία τους σε βάθος χρόνου αυξάνεται. Τελικά αυτά είναι που επικρατούν.

Κεφάλαια σε κάθε χώρα

Χωριστά κεφάλαια για τη γερμανική, τη γιουγκοσλαβική και τη βουλγαρική ιστοριογραφία, παρουσιάζουν με ενάργεια τις σιωπές και τη διαφορετική έμφαση στα γεγονότα σε κάθε χώρα. Ενώ τα αγγλόφωνα έργα ασχολήθηκαν εκτενώς με τη διεθνή διάσταση, η γερμανική ιστοριογραφία πέρασε από το στάδιο της διαχείρισης της ήττας και της ενοχής. Στη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία πάλι η ιστορία υποτάχθηκε στην πολιτική της κομμουνιστικής περιόδου. Ενδιαφέρουσα είναι και η πορεία της έρευνας στις δύο αυτές χώρες στη μετακομμουνιστική περίοδο.

Η ελληνική οπτική

Η ελληνική οπτική που παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος είναι εξίσου ενδιαφέρουσα, καθώς επιλέχθηκαν θέματα πρωτότυπα: η τοπική διάσταση, η δημόσια ιστορία μέσα από τρεις ιστορικές εγκυκλοπαίδειες και η αντίσταση των μη-εαμικών οργανώσεων στην Αθήνα. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε τόσο την αξία όσο και τους κινδύνους της τοπικότητας. Οπως τονίζεται (και από τον συγγραφέα του σχετικού κεφαλαίου), οι μελέτες για την τοπική διάσταση συμπληρώνουν τη «μεγάλη αφήγηση». Την εμπλουτίζουν με νέες ψηφίδες, κάποιες ταιριαστές, κάποιες παράταιρες, που αποκτούν την πραγματική τους αξία μόνο όταν ιδωθούν σε αντιπαραβολή με όλα τα άλλα στοιχεία. Αλλά αυτό βέβαια ισχύει για το σύνολο της ιστοριογραφίας. Τα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα του τρίτου μέρους του τόμου προσθέτουν και άλλες διαστάσεις στο εγχείρημα. Ενα πολύ χρήσιμο κεφάλαιο για τους Ελληνες Εβραίους, ένα για τις μαρτυρίες γυναικών και ένα για τους πολιτικούς πρόσφυγες, εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για τη δουλειά που έχει δημοσιευθεί για τα θέματα αυτά.

Παραμελημένες διαστάσεις

Ο τόμος κλείνει με δύο κεφάλαια, (Λογοτεχνία 1946-74, Πηγές για το στρατιωτικό αγώνα) που καλύπτουν δύο μάλλον παραμελημένες διαστάσεις του θέματος. Το κεφάλαιο για τη λογοτεχνία είναι ενδιαφέρον όσο και εκτενές, με αδυναμία του την μερική μόνο κάλυψη τής υπό εξέταση περιόδου. Το καταληκτικό κεφάλαιο πάλι, άπτεται του τομέα της στρατιωτικής ιστορίας, διαδεδομένης στο επίπεδο της εκλαΐκευσης, αλλά με περιορισμένη παρουσία στον ακαδημαϊκό χώρο. Η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος, αποτελείται από τα έργα που χρησιμοποιήθηκαν ή παρουσιάστηκαν στο κείμενο και δεν φιλοδοξεί να παραθέσει πλήρη κατάλογο όλης της βιβλιογραφικής παραγωγής. Είναι κρίμα που η προσπάθεια δεν συμπληρώνεται με έναν τόμο-διάδοχο του Βιβλιογραφικού Οδηγού των Fleischer - Bowman, θεμελιώδους έργου για μια ολόκληρη γενιά νεότερων ερευνητών (που όμως μετρά ήδη σχεδόν 25 χρόνια από την έκδοσή του στα ελληνικά).

Εντιμη προσπάθεια

Κανένας (ιστορικός ή μη) δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας. Ολοι μας κρινόμαστε από το έργο μας και τον βαθμό εντιμότητας με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το υλικό μας: αυτό άλλωστε είναι που μας φέρνει κοντύτερα στην (αναμενόμενη από την κοινωνία) αντικειμενικότητα. Τόσο οι συγγραφείς όσο και οι επιμελητές του τόμου αυτού έχουν -όπως άλλωστε αναμένεται- τις απόψεις τους για την πολυσυζητημένη (και πλήρη πάθους και παθών) περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Στον τόμο αυτό έχουμε μια προσπάθεια αποτίμησης της ιστοριογραφίας της περιόδου. Παρά τις κάποιες αδυναμίες της, η προσπάθεια είναι και έντιμη και φιλότιμη και πρωτότυπη για τα ελληνικά χρονικά.

Αδυναμίες

Οι όποιες αδυναμίες της έκδοσης δεν μπορούν να οδηγούν σε μηδενισμό της. Ο τόμος είναι μια πρώτη συμβολή στο θέμα. Ο δρόμος είναι πλέον ανοιχτός για τους επαγγελματίες ιστορικούς που θα ακολουθήσουν την παράδοση της επιστημονικής έρευνας και θα συμφωνήσουν, θα διαφωνήσουν και θα συμπληρώσουν τη συζήτηση και την έρευνα για την ιστοριογραφία της δεκαετίας του ’40, της πραγματικής «εποχής της σύγχυσης» για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

*Ο Γιώργος Καζαμίας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Sunday, December 7, 2008

Διεθνούς σημασίας οι Νεοελληνικές Σπουδές

Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ) συμπλήρωσε φέτος μισό αιώνα ζωής. Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού από τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου, τον Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά και τον Λεωνίδα Ζέρβα, ο νυν διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών (ΙΝΕ) καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πασχάλης Κιτρομηλίδης ζήτησε από τέσσερις ξένους καθηγητές Μεσογειακής Ιστορίας να καταθέσουν τις απόψεις τους για τη συμβολή της ιστορικής έρευνας της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και του πολιτισμού στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία και στην ιστορία των ιδεών.

Στόχος της ημερίδας που διοργανώθηκε την περασμένη Τρίτη στο ΙΝΕ ήταν η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο οι ξένοι μελετητές και ιστορικοί αντιλαμβάνονται τις νεοελληνικές σπουδές, τη σημασία που αποδίδουν στη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας και στο έργο του Νεοελληνικού Ινστιτούτου. Αναζητείται, εν ολίγοις, το ξένο βλέμμα που θα φωτίσει τη θέση μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά και θα μας δώσει μια απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα, εάν και κατά πόσο μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες και μέριμνες με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο.

  • Διασύνδεση

Η εμμονή στη μελέτη των πηγών και της βιβλιογραφίας και η διασύνδεση της ελληνικής έρευνας με την αντίστοιχη διεθνή αποτελεί, όπως τόνισε ο καθηγητής Κιτρομηλίδης, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάδειξη των νεοελληνικών σπουδών σε ευδιάκριτο πεδίο επιστημονικής έρευνας. Το ζητούμενο είναι η καθιέρωση, αναγνώριση των νεοελληνικών σπουδών στον ίδιο βαθμό με τις κλασικές και εσχάτως με τις βυζαντινές σπουδές στο ευρύτερο πεδίο των κοινωνικών επιστημών.

Η πρώτη κοινή διαπίστωση ήταν πως η βιβλιογραφική συμβολή των ερευνητών της νεοελληνικής ιστορίας ως αυτόνομου πεδίου έρευνας, όπως το οραματίστηκε ο πρωτοπόρος μελετητής του νεοελληνικού Διαφωτισμού, Κ.Θ. Δημαράς, στην αγγλόφωνη κυρίως ξένη ιστοριογραφία δεν είναι επουδενί αμελητέα.

«Η μελέτη των εθνικών ιστοριών των χωρών της Ευρώπης, όπως της Ελλάδας αποτελεί τη βάση για την υπερεθνική και συγκριτική μελέτη της Ιστορίας, όπως στην περίπτωση της Ιστορίας της Μεσογείου ή των Βαλκανίων. Για παράδειγμα, η Ελληνική Επανάσταση πρέπει να ειδωθεί, συσχετίζοντας τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες με τους μεγάλους αγώνες ηθικής απελευθέρωσης και τις μεταρρυθμίσεις του 19ου αιώνα, όπως η κατάργηση της δουλείας και η χειραφέτηση των γυναικών», τόνισε ο καθηγητής Νεότερης Ιταλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ, Τζον Ντέιβις. Ο καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου, Εντέμ Ελντέμ ήταν ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Θεωρώ αδύνατη τη μελέτη της οθωμανικής ιστορίας χωρίς αναφορά στα επάλληλα στρώματα Νεοελληνικής Ιστορίας. Η προσέγγιση της οθωμανικής και της τουρκικής ιστορίας του 18ου και του 19ου αιώνα είναι αδύνατη χωρίς τη βαθιά γνώση της ελληνικής. Οι δύο ιστορίες είναι αλληλένδετες».

Η πεποίθηση ότι το επιστημονικό έργο που εκπονείται υπό την αιγίδα του ΙΝΕ δεν είναι αποκομμένο και άσχετο με τα τεκταινόμενα στο αντίστοιχο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό πλαίσιο ενισχύθηκε όταν η συζήτηση πέρασε στα προβλήματα και στις εγγενείς αδυναμίες της ιστορικής έρευνας. Η μελέτη της ελληνικής ιστορίας των νεότερων χρόνων από το 1453 ώς σήμερα αποτελεί απαραίτητο κλειδί για την ανάδειξη των νέων ερωτημάτων στα οποία η ιστορική έρευνα καλείται να δώσει απαντήσεις. Όπως ανέφερε ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας της Ecole Normale, Ζιλ Πεκού, για τους ιστοριογράφους του 19ου και των απαρχών του 20ού αιώνα, η μελέτη της ευρωπαϊκής ή της παγκόσμιας ιστορίας ήταν συνυφασμένη με την κατάδειξη μιας σχέσης ισχύος και την απόδειξη της υπεροχής σε μια διμερή σχέση. Υπ’ αυτή την έννοια οι χώρες χωρίζονταν σε χώρες προς σύγκριση και σε χώρες μοντέλα. «Στην περίπτωση της Ελλάδας παρατηρούμε μια υπερεθνική ιστορική προσέγγιση της χώρας, σε βάρος των μελετών της εσωτερικής ιστορίας. Το ιστοριογραφικό αυτό έλλειμμα αναδεικνύει αφενός την ανάγκη επαν-εθνικοποίησης της νεοελληνικής ιστορίας, η οποία γράφτηκε στο εξωτερικό από ξένους, και αφετέρου την ανάγκη εξάλειψης και των τελευταίων καταλοίπων της παλιάς νοοτροπίας, τα οποία κρύβονται πίσω από ασαφείς κατηγοριοποιήσεις της ιστοριογραφίας, όπως στην περίπτωση της ιστορίας της Μεσογείου, πίσω από την οποία παραμένει η πρόθεση υπερεθνικής προσέγγισης χωρών, όπως η Ελλάδα. Από τη Σύνοδο της Βαρκελώνης μπήκε στο λεξιλόγιό μας μια καινούργια έκφραση, «η Ευρώπη της Μεσογείου», προκειμένου να γίνει η διάκριση μεταξύ Ευρώπης και Μεσογείου και να τονιστεί ότι η Μεσόγειος δεν είναι Ευρώπη. Ενώ μέχρι πρότινος θεωρούσαμε ότι η Μεσόγειος ήταν η καρδιά και το λίκνο της Ευρώπης», συμπλήρωσε ο Πεκού.

  • Ενιαίο ευρωπαϊκό βιβλίο

Ο καθηγητής Ντέιβις επεσήμανε ότι αυτή ήταν και η αιτία που απέτυχε παταγωδώς η απόπειρα συγγραφής ενός ενιαίου βιβλίου Ιστορίας για όλη την Ευρώπη. «Το θέμα είναι να αναρωτηθεί κανείς: “Γιατί;”. Και να δοκίμαζε να γράψει ένα νέο βιβλίο Ιστορίας. Μια πιθανή λύση θα ήταν να ξεκινούσε με βάση τη Μεσόγειο, αλλά με εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Γιατί η Μεσόγειος είναι ο τόπος όπου η παλιά Ευρώπη συναντάει τους αρχέγονους αντιπάλους της. Εκεί που βρίσκονται εδώ και αιώνες όλα τα σύνορα της Ευρώπης. Ο τόπος συνάντησης της χριστιανικής και της ισλαμικής Ευρώπης. Πώς δημιουργήθηκαν αυτά τα σύνορα; Στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται η κληρονομιά της αποικιοκρατίας και της μετα-αποικιοκρατίας. Δηλαδή το ερώτημα γιατί η Αλγερία, το Μαρόκο, η Αίγυπτος εμφανίζονται στην ευρωπαϊκή ιστορία μόνο ως ευρωπαϊκές αποικίες. Δεν είχαν άλλο ρόλο; Αυτές είναι ερωτήσεις στις οποίες καλούμαστε να απαντήσουμε», τόνισε.

Σύμφωνα με τον Ζιλ Πεκού η Ιστορία της Ελλάδας μάς επιτρέπει να εστιάσουμε σε αυτού του είδους τις ερωτήσεις. Αποτελεί το έναυσμα, προκειμένου να αναζητήσουμε τα σημεία επαφής μεταξύ δύο χωρών και τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται η ευρωπαϊκότητα ή μη μιας χώρας.

Ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας Τζοβάνι Λέβι συμπλήρωσε ότι η αυστηρά ορθολογική ανάγνωση της ιστορικής προοπτικής των γεγονότων, που χαρακτηρίζει τον τρόπο προσέγγισης της εθνικής ιστορίας των μεσογειακών χωρών, είναι εξαιρετικά μονοδιάστατη και παρωχημένη, με αποτέλεσμα η ιστορική έρευνα να έχει μείνει πίσω σε σχέση με τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες. «Η ιστοριογραφία βιώνει μια βαθιά κρίση εξαιτίας της υποτίμησης του ρόλου του βιβλίου. Η ιστορία είναι αναγκασμένη να ανταγωνιστεί τη μονοδιάστατη και απλουστευτική εικόνα του κόσμου που προβάλλουν τα ΜΜΕ. Η δουλειά μας πλέον είναι να διορθώνουμε τις διαστρεβλώσεις της Ιστορίας από τα ΜΜΕ για την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων. Ωστόσο, η ασταμάτητη ροή, ο τεράστιος όγκος πληροφοριών έχει “σβήσει” τον χρόνο με αποτέλεσμα ο ιστορικός να μην είναι σε θέση να συνδέσει τα γεγονότα μεταξύ τους», επεσήμανε ο κ. Λέβι.

Υποβαθμίζεται η έρευνα στην Ευρώπη

Το απομεσήμερο, μετά το τέλος της ημερίδας, η συζήτηση συνεχίστηκε με ένα ποτήρι κρασί, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, πριν και μετά το αργοπορημένο μεσημεριανό γεύμα. Με αφορμή τη συζήτηση για τη σημασία που μπορεί να έχει σήμερα η ύπαρξη ενός Ινστιτούτου ανθρωπιστικών και κατ’ επέκταση σύγχρονων ιστορικών σπουδών σε μια χώρα, με δεδομένη την ύπαρξη αντίστοιχων πανεπιστημιακών τμημάτων, οι τέσσερις διακεκριμένοι προσκεκλημένοι του κ. Κιτρομηλίδη εξέφρασαν τον βαθύ τους πόνο και τον καημό για την ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών έρευνας στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ευρώπη και την υποβάθμιση του επιπέδου σπουδών των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

  • Χρηματοδότηση

Ο Ζιλ Πεκού τόνισε ότι ένα ινστιτούτο όπως το ΙΝΕ μπορεί να εξασφαλίσει τον έλεγχο του πεδίου της έρευνας, των θεμάτων και των χρημάτων του, κάτι που σιγά σιγά εξαφανίζεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τη χρηματοδότηση αναλαμβάνουν ιδιώτες που δεν ενδιαφέρονται για τη γνώση καθεαυτή, κάτι που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ενός ερευνητικού κέντρου. «Βρισκόμαστε σήμερα στη Γαλλία αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα που ενδέχεται να αντιμετωπίζετε κι εσείς εδώ. Η ανάγκη ύπαρξης του αντίστοιχου θεσμού, του CNRS αμφισβητείται. Αμφισβητείται όμως, με έμμεσο τρόπο, δηλαδή το υπουργείο αποφασίζει ότι εκείνο είναι που θα χρηματοδοτεί τις μεγάλες ερευνητικές ομάδες, μέσω της Εθνικής Υπηρεσίας Έρευνας. Το οποίο σημαίνει ότι οι ερευνητές δεν έχουν τον έλεγχο του πεδίου και των θεμάτων της έρευνάς τους», τόνισε ο Ζιλ Πεκού

«Θα έλεγα ότι το πλεονέκτημα του ινστιτούτου είναι ότι έχει συγκεκριμένο ερευνητικό σκοπό. Μπορεί να αναπτύξει με την πάροδο των ετών τα ερευνητικά του προγράμματα σε συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία, κάτι που δύσκολα γίνεται στο πανεπιστήμιο, όπου το επιστημονικό προσωπικό εναλλάσσεται διαρκώς. Ένα ινστιτούτο παρέχει διάρκεια και σταθερότητα στον ερευνητή για την ολοκλήρωση μακροχρόνιων ερευνών», συμπλήρωσε ο Τζον Ντέιβις.

«Από την άλλη, για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, η αποκοπή των ερευνητών από το ακαδημαϊκό κόσμο συνιστά πρόβλημα. Το ιδανικό θα ήταν ο ερευνητής να έχει ένα πόδι στο πανεπιστήμιο και ένα στο ινστιτούτο. Ιδιαίτερα στον τομέα των Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Ο πυρηνικός φυσικός μπορεί ευκολότερα να κλειστεί στο εργαστήριό του. Επίσης, στις κοινωνικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες σπανίως υπάρχει και εξωτερική χρηματοδότηση, ενώ οι θετικές επιστήμες χρηματοδοτούνται από τις βιομηχανίες κ.λπ. Κι εκεί τα πράγματα είναι εύκολα καθώς δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος της ιδεολογίας, της άσκησης δηλαδή, ιδεολογικού ελέγχου. Υπάρχουν οι κανόνες της αγοράς, αλλά όχι της ιδεολογίας του χρηματοδότη. Συνεπώς στις ανθρωπιστικές επιστήμες έχουμε ανάγκη της ουδετερότητας του χρηματοδότη, την οποία μπορεί να την εγγυηθεί το κράτος. Γιατί η έρευνα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα στις θεωρητικές σπουδές δεν είναι απτά, όπως το πείραμα του CERN», παρενέβη ο Εντέμ Ελντέμ.

  • Aπομόνωση

Ο Τζοβάνι Λέβι φάνηκε πιο προβληματισμένος: «Με τρομάζει το γεγονός ότι η ιστορία απομονώθηκε και απομόνωσε τον εαυτό της. Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ενοποιήθηκαν ρίχνοντας πολύ χαμηλά το επίπεδο των σπουδών τους, απευθυνόμενα στις μάζες και απομακρυνόμενα από τον κόσμο της ουσιαστικής έρευνας. Το δημόσιο πανεπιστήμιο ξεψυχάει και μεταβάλλεται σε ένα είδος λυκείου χαμηλού επιπέδου, ενώ ενισχύονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Οπότε προέκυψε η τάση της δημιουργίας μετά-πανεπιστημιακών θεσμών για την σοβαρή έρευνα. Αυτό λοιπόν που χρειάζεται είναι η πλήρης αναδιοργάνωση των πανεπιστημίων, προκειμένου να υπάρξει συντονισμός στην έρευνα», υποστήριξε.

Saturday, November 24, 2007

ΟΙ ΨΙΘΥΡΙΣΤΕΣ: ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ



O Orlando Figes (γενν. Λονδίνο 1959) είναι καθηγητής της ιστορίας στο Birkbeck College, του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Έχει γράψει πολλά βιβλία που αναφέρονται στη ρωσική ιστορία: το Η τραγωδία ενός λαού: Η ρωσική επανάσταση:1891-1924 [A People's Tragedy: The Russian Revolution, 1891-1924] τιμήθηκε επανειλημμένως με τα βραβεία Wolfson Prize, NCR Book Award, W.H. Smith Literary Award, Longman/History Today Book Prize και Los Angeles Times Book Prize. Επίσης το βιβλίο Ο Χορός της Νατάσας: Μια πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας [Natasha's Dance: A Cultural History of Russia] (2002) που είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο (short-list) επίλεκτων υποψηφίων για το Samuel Johnson Prize και το Duff Cooper Prize. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το «The Whisperers: Private Life in Stalin's Russia» [=Οι Ψιθυριστές: Ιδιωτική ζωή στη Ρωσία του Στάλιν] (2007). Άλλα έργα του: «Peasant Russia, Civil War: The Volga Countryside in Revolution, 1917-21» (1989), «Interpreting the Russian Revolution: The Language and Symbols of 1917» (1999), σε συνεργασία με τον Boris Kolonitskii.

Για να γράψει τους Ψιθυριστές, ο Orlando Figes μελέτησε, για πολλά χρόνια, τα απομνημονεύματα των διανοουμένων «αποστατών», όπως οι Eugenia Ginzburg και Nadezhda Mandelstam, και το έργο του Aleksandr Solzhenitsyn, που χαιρετήθηκε ευρέως ως μια αυθεντική φωνή ενός ανθρώπου που έζησε τον τρόμο του Στάλιν ως απλός πολίτης. Τα βιβλία τους πράγματι αποτύπωσαν την εμπειρία των ανθρώπων, οι οποίοι ήσαν «έντονα αφοσιωμένοι στα ιδανικά της ελευθερίας και του ατομικισμού». Αλλά δεν μπορεί κανείς να πει ότι ήσαν χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που δεν ήσαν αντίπαλοι του καθεστώτος και δεν συμμετείχαν σε οποιοδήποτε είδος ουσιαστικής διαφωνίας, αλλά στάλθηκαν ακόμα και στα στρατόπεδα εργασίας, εξόριστοι σε μακρινούς τόπους ή κατευθείαν στη συνοπτική εκτέλεση. Παρακολουθούμε τον αντίκτυπο του gulag «στον εσωτερικό κόσμο των απλών πολιτών», πολλά θύματα «σιωπηλά αποδέχτηκαν τις βασικές αξίες του συστήματος».

Ο συγγραφέας στρέφει την προσοχή μας σε μια τεράστια σειρά πηγών - επιστολές, απομνημονεύματα, συνομιλίες. Εξιστορεί για το πώς οι Ρώσοι προσπάθησαν να υπομείνουν τη ζωή κάτω από τον Στάλιν, υπομένοντας πολλές φορές την πραγματικότητα των φοβερών επιλογών τους. Η σοβιετική ιστορία έχει ιδωθεί γενικά είτε ως ιστορία ενός πολιτικού συστήματος είτε ιστορία των θυμάτων του. Το Whisperers είναι για τους Ρώσους ολόκληρη η τρομακτική εμπειρία κάτω από τον Στάλιν. Εκείνοι που διαμόρφωσαν το πολιτικό σύστημα έγιναν, πολύ συχνά, τα θύματά του. Εκείνοι που ήσαν τα θύματά του, ήσαν συχνά αρκετά αθώοι. Το Whisperers αναδημιουργεί το είδος του λαβυρίνθου στο οποίο οι Ρώσοι βρέθηκαν, όπου μια χωρίς πρόθεση λανθασμένη ενέργεια μπορούσε είτε να καταστρέψει μια οικογένεια είτε, διεστραμμένα, να την σώσει. Μια κοινωνία στην οποία ο καθένας μιλούσε ψιθυριστά: είτε για να προστατευθεί ο ίδιος, την οικογένειά του, τους γείτονες είτε τους φίλους του - είτε για να τους ενημερώσει.

Ο Figes παραθέτει δημόσιες επιστολές αποθάρρυνσης της καταγγελίας. Σε μια αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Εγώ, ο Nikolai Ivanov, απαρνιέμαι τον πατέρα μου, έναν πρώην-ιερέα, επειδή για πολλά χρόνια εξαπάτησε τους ανθρώπους με τη διδασκαλία του ότι ο Θεός υπάρχει, και αυτός είναι ο λόγος που διαρρηγνύω όλες τις σχέσεις μου μαζί του». Οι νέοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να σπάσουν τη συνέχεια με το παρελθόν τους, υποστηρίζοντας συχνά ότι οι γονείς τους ήσαν νεκροί ή είχαν φύγει σαν ένα δείγμα απομάκρυνσης από «το στίγμα παράδοσής τους». Υπήρξαν γονείς που εκλιπαρούσαν τα παιδιά τους για να υποβάλουν τέτοιες επιστολές προκειμένου να εξασφαλίσουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή την επαγγελματική πρόοδο!


La cathédrale de Saint Basile sur la place Rouge à Moscou

Κάθε ιστορία είχε τη λογική της. Η εκστρατεία του Στάλιν για να εκφοβίσει τον πληθυσμό δεν είχε κανένα ηθικό όριο. Ο Figes γράφει για τον Pavlik Morozov, έναν έφηβο που λέγεται ότι σκοτώθηκε από άλλα μέλη της οικογενείας του επειδή είχε καταγγείλει τον πατέρα του για την πώληση ψεύτικων εγγράφων στους κουλάκους ζωντανός στις εδώ κοντά «πρόσθετες τακτοποιήσεις.» (Οι κουλάκοι ήσαν μια κατηγορία αποκαλούμενων πλουσιότερων αγροτών που θεωρήθηκαν το κύριο εμπόδιο στην κολλεκτιβοποίηση) ο πατέρας καταδικάστηκε και στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο εργασίας και αργότερα εκτελέστηκε. Μετά από το θάνατο του αγοριού, ο σοβιετικός Τύπος δημιούργησε έναν ολόκληρο μύθο γύρω από την περίπτωσή του.