Showing posts with label Χριστιανόπουλος Ντίνος. Show all posts
Showing posts with label Χριστιανόπουλος Ντίνος. Show all posts

Monday, February 13, 2012

Τιμούν τον Ντίνο Χριστιανόπουλο


Τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον ποιητή που έκανε τη... μεγάλη άρνηση, καθώς δεν δέχτηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2011 του υπουργείου Πολιτισμού, τιμά ο Σύλλογος Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., «Ο Φιλόλογος», με το πρόγραμμα εκδηλώσεων που ξεκίνησε ήδη και θα διαρκέσει ως τον Ιούνιο. Τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον ποιητή που έκανε τη... μεγάλη άρνηση, καθώς δεν δέχτηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2011 του υπουργείου Πολιτισμού, τιμά ο Σύλλογος Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., «Ο Φιλόλογος», με το πρόγραμμα εκδηλώσεων που ξεκίνησε ήδη και θα διαρκέσει ως τον Ιούνιο. Η κεντρική εκδήλωση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο θα γίνει τη Δευτέρα στην κεντρική βιβλιοθήκη του δήμου και θα παραστεί ο ίδιος ο ποιητής, ενώ για το έργο του θα μιλήσουν οι καθηγητές Μ. Ιατρού και Δημ. Κόκορης, και ο λογοτέχνης, Π. Σφυρίδης.
Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων του «Φιλολόγου» είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: στα Φιλολογικά Βραδινά, προσωπικότητες από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών θα αναδείξουν θέματα πολιτισμού και θα συνομιλήσουν με το κοινό. Το Λογοτεχνικό/Καλλιτεχνικό Αναλόγιο θα προσφέρει τη δυνατότητα σε ανθρώπους της λογοτεχνίας και των άλλων τεχνών να παρουσιάσουν το έργο τους, ενώ το Ι΄ Πανελλήνιο Συνέδριο θα γίνει από τις 30 Μαρτίου ως την 1η Απριλίου και έχει θέμα «Η γλώσσα της παιδείας». Παράλληλα, συνεχίζονται τα Πολιτιστικά Δρώμενα με επισκέψεις σε εκθεσιακούς και αρχαιολογικούς χώρους.
Στο πλαίσιο των Λογοτεχνικών Αναλογίων θα παρουσιάσουν το έργο τους ο ηθοποιός Αγγελος Αντωνόπουλος (1/3), η παιδαγωγός και σκηνοθέτης Βασιλική Νευροκοπλή (10/5), ο συγγραφέας και δημοσιογράφος -συνεργάτης του «Εθνους»- Απόστολος Λυκεσάς (15/3) κ.ά.

Monday, January 23, 2012

«Δεν θέλω ούτε τα βραβεία, ούτε τα λεφτά τους» λέει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

«Ούτε θα εμφανιστώ ούτε θα απλώσω το χέρι για να το πάρω. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Με αυτό τον τρόπο σχολίασε ο Θεσσαλονικιός ποιητής, Ντίνος Χριστιανόπουλος τη διάκρισή του με το μεγάλο βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού, παραπέμποντας σε παλιότερο κείμενό του (1979) με τον τίτλο «Εναντίον». Ο 81χρονος λογοτέχνης απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. «Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "υπείροχον έμμεναι άλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου …» αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο κείμενό του «Εναντίον» ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Sunday, June 5, 2011

Επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος


«Είμαι εχθρός της κάθε ανάμειξης στα πολιτικά. Δεν καταλαβαίνω γιατί αγανακτούν. Τους κόβουν τα ποσοστά τους; Εγώ είμαι ήρεμος και ήσυχος. Ζω με τη σύνταξή μου (590 ευρώ) το μήνα και μια «ενίσχυση» που μου δίνει («μου τα χρωστάει όχι από καλοσύνη») ο εκδότης μου άλλα 100 ευρώ το μήνα. Αυτά μου φτάνουν. Ζω καλά» δήλωνε λίγα λεπτά πριν την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της σχολή απ’ όπου αποφοίτησε σχεδόν 50 χρόνια πριν - της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ - ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Λίγο αργότερα η Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Μαρία Ιατρού που εκφώνησε τον έπαινο του τιμώμενου υπενθύμιζε μεταξύ άλλων ποιημάτων του την «Αγκίδα» («Το βράδυ που σκότωσαν τον Λαμπράκη/ γυρνούσα από ένα ραντεβού/ ... Πέρασαν τρία χρόνια./ Ξανακύλησα στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά/.
'Όμως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί/ σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δε βγαίνει: άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά/ άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα, κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια»…
Και το «Εναντίον»; (το ομότιτλο κείμενό του - του 1977 - σύμφωνα με το οποίο… «Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι./
Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερού μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

Thursday, April 7, 2011

Ποιητές στις μέρες της κρίσης

Νάνος Βαλαωρίτης
  • Tης Μαριαννας Τζιαντζη, Η Καθημερινή, 06/04/2011
Δύο ποιητές είχε την ευκαιρία να δει και να ακούσει ο τηλεθεατής τις τρεις τελευταίες ημέρες της περασμένης εβδομάδας: τον Ντίνο Χριστιανόπουλο («Στα άκρα», ΝΕΤ) και τον Νάνο Βαλαωρίτη («Πρόσωπα και απόψεις», ΣΚΑΪ). Γεννημένος το 1931 ο πρώτος, το 1921 ο δεύτερος. Γέννημα θρέμμα της Θεσσαλονίκης ο ένας, κοσμοπολίτης ο άλλος.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα είχε το πρώτο μέρος της συνέντευξης του κ. Χριστιανόπουλου στη Βίκυ Φλέσσα (το δεύτερο μέρος έχει προγραμματιστεί για την επόμενη Παρασκευή), ενώ η δίωρη διάρκειά της επέτρεψε να ακουστούν αρκετά ποιήματά του. Αντίθετα, ο κ. Βαλαωρίτης απάντησε στις σχεδόν εφ’ όλης της ιστορικής και τρέχουσας ύλης ερωτήσεις του Αρη Πορτοσάλτε, όμως και οι δύο μίλησαν και για την ποίηση και νομίζω ότι τα λόγια τους θα ενδιέφεραν όσους αναρωτιούνται για τα μυστήρια αυτής της τέχνης, που δεν είναι λιγότερο θαυμαστά από τα μυστήρια της ίδιας της ζωής.
Και οι δύο αναφέρθηκαν στην Κατοχή. Εκείνη τη «φριχτή εποχή», είπε ο κ. Βαλαωρίτης, «η ποίηση έπαιξε ένα ρόλο απίθανα θεραπευτικό... ήταν ένας παράδεισος όπου μπορούσες να ξεφύγεις από τη φρικτή πραγματικότητα, να ξεφύγεις από τα πτώματα των ανθρώπων που πέθαιναν στους δρόμους». Επισήμανε επίσης ότι τότε σημειώθηκε μια έξαρση της ποίησης, ότι γράφτηκαν έξοχα ποιήματα («Μπολιβάρ», «Αμοργός», «Ηλιος ο πρώτος» κ. ά.). Ας μην υποτιμάμε λοιπόν «την τέχνη, ειδικά την ποίηση».

Ο «αταξίδευτος» κ. Χριστιανόπουλος μας έδειξε ότι έχει την ικανότητα να ταξιδεύει τους άλλους. Δεν εννοώ τη γεωγραφική μετακίνηση, αλλά το να βγαίνουμε από το καβούκι μας και να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Σε πολύ τρυφερή ηλικία είδε κι αυτός όχι μόνο τα πτώματα στους δρόμους, αλλά και τους εξαντλημένους από την πείνα ζωντανούς που ξάπλωναν στο πεζοδρόμιο, μη έχοντας πια δυνάμεις να βαδίσουν. Ετσι, σωριάζονταν στην άκρη του πεζοδρομίου, ώστε την άλλη μέρα να τους μαζέψουν νωρίς τα κάρα του δήμου. Ζωή και θάνατος «στα άκρα». Ομως εκεί, στο κράσπεδο, το αγοράκι της Κατοχής, που είχε γείρει μαζί με την αποκαμωμένη μητέρα του, γνώρισε την αλληλεγγύη, το κουράγιο, την ελπίδα. Πώς να προσπεράσει κανείς αυτό το πολύτιμο μάθημα;

Η τύχη και η τόλμη βοήθησαν τον κ. Βαλαωρίτη να ζήσει δημιουργικά στην Ελλάδα, τη Βρετανία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ. Ο κ. Χριστιανόπουλος έμαθε στη Θεσσαλονίκη τι σημαίνει μικροψυχία και καταπίεση, έμαθε όμως και να συγχωρεί. Αλλοι κόσμοι, άλλες ευκαιρίες, άλλοι δρόμοι.

«Θεωρώ τον εαυτό μου αμαθή. Ακόμα μαθαίνω», είπε ο κ. Βαλαωρίτης. Και οι δύο αυτές εκπομπές, τόσο διαφορετικές ως προς τον ρυθμό και το ύφος τους, έδειξαν ότι ακόμα και από αυτό το ψυχρό Μέσο, την τηλεόραση, μπορεί κανείς να μάθει πράγματα που δεν βρίσκονται εύκολα στα βιβλία ή στο Διαδίκτυο.

Monday, February 7, 2011

Από ποιητής, δικαστής


Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι εμμονικός στην ποίησή του και στις κρίσεις του. Ουδέν πρόβλημα μέχρι αυτού του σημείου. Ολοι κουβαλάμε τις τρέλες μας και τις εμμονές μας. Κι όταν τις δημοσιοποιούμε, δεν κρατάμε δα και τη ζυγαριά της τυφλής Δικαιοσύνης. Προσπαθούμε, όμως, να είμαστε τουλάχιστον προσεκτικοί, για να μην αδικήσουμε ό,τι δεν είναι του γούστου μας. 

Ο εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενος ποιητής, εδώ και είκοσι χρόνια μάς λέει πόσο εργατικός ήταν και είναι, και πόσο τεμπέλης ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης ή ο Μίλτος Σαχτούρης. 'Ή ότι το βραβείο Νόμπελ, που πήρε ο Γιώργος Σεφέρης, το χρωστάει στο γεγονός ότι άλλαξε τον αρχικό τίτλο της ποιητικής του συλλογής από «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν» σε «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ'». Εύκολο το υπονοούμενό του: ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το βρετανικό λόμπι επηρέασε την κρίση της Σουηδικής Ακαδημίας.
Το κοινό τού «Gazarte», την περασμένη εβδομάδα, πήγε να ακούσει έναν ποιητή, αλλά τελικώς συνάντησε έναν άτυπο δικαστή, ο οποίος πετάει με ευκολία σημαντικούς ομοτέχνους του στη λάσπη και στο βόρβορο της λοιδορίας και της συκοφαντίας. Γιατί, εν γένει, στην τέχνη δεν ψάχνουμε για καλούς και κακούς ανθρώπους, προκομμένους και ανεπρόκοπους, ηθικούς και ανήθικους. Αναζητάμε καλά ποιήματα, καλά θεατρικά έργα, καλές ταινίες, καλές εικαστικές δημιουργίες. Αλλιώς θα ψάχναμε σε κάθε καλλιτέχνη τον σχιζοφρενή, τον μέθυσο, τον χασικλή, τον ομοφυλόφιλο, τον μπαϊσέξουαλ, τον μαζοχιστή, τον σαδιστή. Τρέμε Μαρκήσιε ντε Σαντ!
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν έχει ανάγκη από τέτοιες κακίες που, έτσι κι αλλιώς, είναι ξεθυμασμένες και παλιοκαιρισμένες. Εχει γράψει ορισμένα σημαντικά ποιήματα, τα δοκίμιά του είναι λαμπρά, οι βιβλιογραφίες του ακριβείς, η αγάπη του για το ρεμπέτικο δεδομένη και μεταδόσιμη στους νεότερους. Γι' αυτό κάθε φορά που μιλάει για τεμπελιά, ανατρέχουμε στο βιβλίο του Πολ Λαφάργκ, «Το δικαίωμα στην τεμπελιά». Του το προτείνουμε ως αντίδοτο στο δηλητήριό του.

Tuesday, February 1, 2011

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Περί ποίησης και τεµπελιάς

  • Της Χάρης Ποντίδα, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011
Κατάµεστο το θεατράκι  του «Gazarte» για τη βραδιά  ποίησης «Ενας Λόγος  παραπάνω»
Βραδιά ποίησης, Δευτέρα βράδυ, σε µια Αθήνα χωρίς µεταφορικά µέσα; Δύσκολο… Αυτό σκεπτόµουν καθώς κατηφόριζα στον έρηµο δρόµο κοντά στην κεντρική πλατεία του Μετρό στο Γκάζι. Στο θεατράκι του «Gazarte» (δίπλα ακριβώς στην αίθουσα συναυλιών) έλαβε χώρα βραδιά ποίησης µε καλεσµένο τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και οικοδεσπότες τη Λίνα Νικολακοπούλου και τον δηµοσιογράφο Αρη Σκιαδόπουλο, που είναι οι µόνιµοι οικοδεσπότες της σειράς «Ενας λόγος παραπάνω».

Πέρυσι το δοκίµασε για πρώτη φορά στο «Zoom» η Λίνα Νικολακοπούλου µε µάλλον αµφίβολα αποτελέσµατα (αν και δεν περίµενε κανείς το ευρύ κοινό) και φέτος το τόλµησε ξανά σε νέα στέγη, ζεστή. Τελικά όποιος επιµένει µπορεί και να πετύχει. Ανκαι ήταν η πρώτη φορά (µας το είπαν οι ίδιοι) που η σειρά τιµήθηκε από τόσο µεγάλο ακροατήριο.

Ωρα 8.45 µ.µ. και το θέατρο µοιάζει µε φορτωµένο λεωφορείο σε ώρα αιχµής. Απίστευτο; Mέσα στον κόσµο διακρίνω τη Χαρούλα Αλεξίου, τη Νόνικα Γαληνέα, τον Γρηγόρη Ψαριανό, τον Γιώργο Χρονά, ανθρώπους του ραδιοφώνου, την τραγουδίστρια Ελεονώρα Ζουγανέλη. Το κοινό «µεικτό», από πολύ νεαρά άτοµα µέχρι και «ώριµα» ζευγάρια από 40 και άνω.

Επρεπε να το περιµένω (σκέφτοµαι).Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δεν µιλάει εύκολα, ούτε κατεβαίνει τακτικά στην Αθήνα. Απότην άλλη, είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει να τσιγκλάει το κοινό και κυρίως να επιτίθεται ανοικτά – αυτό που θα λέγαµε χύµα και τσεκουράτα –στις «αδιαπραγµάτευτες αλήθειες» του χώρου του. Εκεί είναι που δεν πιάνεται µε τίποτα.

∆εν αργήσαµε να το διαπιστώσουµε κι εµείς. «Α, δεν θέλω χειροκροτήµατα», είπε στον ενθουσιώδη φαν που τόλµησε να κάνει την κίνηση όταν διάβασε µε τον χαρακτηριστικό κοφτό του τόνο ένα από πιο δηµοφιλή του ποιήµατα, το «Ενός λεπτού σιγή».

«Τα χειροκροτήµατα εµποδίζουν στο να νιώσουµε το ποίηµα. Βούβα λοιπόν για να το χαρείτε».

Στην εισαγωγή που έκανε για εκείνον ο Αρης Σκιαδόπουλος – «πολύ περήφανος άνθρωπος, από τους λίγους που αρνήθηκαν τη σύνταξη για ποιητές, όπως και ο άλλος κορυφαίος µας ποιητής, ο Καρούζος» – ο Χριστιανόπουλος ένιωσε κατευθείαν την ανάγκη να βάλει τα πράγµατα στη θέση τους. «Ηθελα να πω ότι η περίπτωση Καρούζου ήταν προβληµατική. Καταρχήν δεν ήταν κορυφαίος ποιητής. Καλός ναι, κορυφαίος όχι. Και τη σύνταξη την αρνήθηκε λόγω επάρσεως, γιατί δεν του έδωσαν την ανώτατη που είχαν ηδη δώσει στη Ζωή Καρέλλη. Αν ήταν αντράκι, ας την αρνιόταν από την αρχή».

Τα ποιήµατά του τα διάβασε ο ίδιος κάνοντας µια ανθολόγηση από τα πιο δηµοφιλή αλλά και τα λιγότερο γνωστά. «Από κορµί σε κορµί», «∆ιάλειµµα χαράς», «Ερωτας», «Η κακιά στιγµή», «Μπαξέ τσιφλίκι» κ.ά. όπως και ελληνικά επιγράµµατα που µετέφρασε ο ίδιος από τους ελληνιστικούς χρόνους, ποιήµατά του από το βιβλίο του «Εντευκτήριο», µεταφράσεις του από τη Σαπφώ, από τον ποιητή των αλεξανδρινών χρόνων Κριναγόρα, από τη σειρά «Ανακρεόντεια».

Η αίθουσα ήταν εντελώς σιωπηλή και προσηλωµένη. Οσοι τον άκουγαν πρώτη φορά σίγουρα θαύµασαν την οικονοµία του λόγου του, τη σαφήνεια αλλά και το «βάρος» που έχουν καµιά φοράοι καθηµερινές, απλές λέξεις. Απλές σε πρώτο επίπεδο...

Αλλά όσο λακωνικός και βαθύς είναι ο ποιητής Χριστιανόπουλος όταν γράφει τόσο… εξωστρεφής και καυστικός γίνεται όταν είναι να υπερασπίσει τις απόψεις του. Η ερώτηση (που του έθεσε ο Γρηγόρης Ψαριανός) αφορούσε την επικριτική άποψη που είχε καταθέσει σε συνέντευξή του, πριν από µια δεκαετία περίπου, για τον Σεφέρη. Είχε αναθεωρήσει άραγε;

«Καθόλου», απάντησε. «Η αντίρρησή µου πηγάζει από κάποιες µικρές λεπτοµέρειες. Ο Σεφέρης αποδέχτηκε να αλλάξει τον τίτλο του ποιήµατος “Κύπρον ου µ’ εθέσπισεν” και να το κάνει “Ηµερολόγιο Καταστρώµατος Γ’” κι έτσι πήρε το Νοµπέλ. Ε, να χέσω τέτοιο Νοµπέλ». Και για τον Ελύτη είχε εκφράσει πολλές φορές τις αντιρρήσεις του. Συγκεκριµένες αντιρρήσεις που αφορούσαν τον τρόπο ζωής του. «Τον επέκρινα– και του το είχα πει στα ίσια και µετά δεν µου µίλαγε. Ηταν τεµπέλης. Ηταν από πλούσια οικογένεια και ζούσε µια ζωή µε το χαρτζιλίκι της µαµάς του και των αδελφών του για να είναι απερίσπαστος και να γράφει ποίηση. Μα είναι δυνατόν, επειδή είσαι ποιητής, να τεµπελιάζεις και να τρέχεις µε τις πιτσιρίκες;».

Nαι, αλλά και ο Σαχτούρης δεν δούλεψε ποτέ (παρατήρηση από το κοινό). «Μα είναι ολόκληρη συνοµοταξία τεµπελχανάδων. Παράδειγµα είναι ο Ελύτης».
INFO
Στα επόµενα ραντεβού (Δευτέρες) τού «Ενας λόγος παραπάνω» σειρά έχουν ο Τίτος Πατρίκιος, η Μάρω Δούκα, ο ψυχαναλυτής Φιλόθεος Φάρος και ο ΚΥΡ
  • «Ανεξέλεγκτος ο βαθύτερος εαυτός µας»
Με τον ∆ιονύσιο Σολωµό ασχολήθηκε χρόνια, έγραψε γι’ αυτόν επτά βιβλία, τον θεωρεί µέγιστο ποιητή, αυτό όµως δεν αναιρεί το γεγονός ότι ήταν µπάσταρδος. «Αφού ήταν; Είναι αµάρτηµα να το πω; Πολλοί µε έβρισαν, άκουσα τα πάντα, αλλά έχω δίκιο. Οι µελετητές το έχουν πει κι εγώ απλά το υπογράµµισα. Αλλά είναι επιπόλαιοι οι Ελληνες, δεν εννοούν να διαβάσουν – αν διάβαζαν αυτά που έχω γράψει θα καταλάβαιναν. Αλλά θέλουν τα ινδάλµατά τους καθαρά».

«Τα πολλά λόγια όµως είναι και κουραστικά, (το είχε επισηµάνει άλλωστε δυο-τρεις φορές) καλύτερα δεν είναι περάσουµε στον πάνω όροφο απ’ όπου φαίνεται φωτισµένη και η Ακρόπολη και να ακούσουµε τον ∆ηµήτρη Νικολούδη να παίζει τα τραγούδια του; Τριάντα τρία ποιήµατά του µελοποίησα ο ίδιος και µετά τέρµα. Του τελείωσε. Πώς ξεκίνησε αυτό και πώς σταµάτησε ούτε που ξέρω. Αυτό αποδεικνύει ότι ο βαθύτερος εαυτός µας είναι ανεξέλεγκτος». Η βραδιά συνεχίστηκε µε τραγούδι, ποτό, συνωστισµό στο µπαρ και κουβέντες, όπως οφείλει να τελειώνει κάθε ποιητική βραδιά.

Sunday, November 7, 2010

Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Η κρίση είναι μια κινδυνολογία κατασκευασμένη»

  • Ο 79χρονος κοσμοκαλόγερος, που ζει με τα 580 ευρώ σύνταξη του ΙΚΑ, παρέα με τις τρεις γάτες του, μιλά για τη Θεσσαλονίκη, τον νομάρχη και τον μητροπολίτη της και ξορκίζει την οικονομική κρίση 
«Η κρίση είναι μια κινδυνολογία κατασκευασμένη»

Πριν από χρόνια, σε μια ιδιωτική συζήτηση ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε πει για τον εαυτό του «εγώ είμαι τσιβί». Πάει να πει, κατά κυριολεξία, ξύλινο καρφί και, μεταφορικά, ενοχλητικός, δυσάρεστος, οπωσδήποτε δύσκολος. Για τους περισσότερους ο κ. Χριστιανόπουλος είναι περίεργος άνθρωπος. Πότε στωικός άλλοτε επικούρειος. Συχνά κυνικός, αλλά με αριστοτέλεια λογική. Με σωκρατική ηρεμία, αλλά ταυτόχρονα σκωπτικός και βωμολόχος, τόσο που θα τον ζήλευε ο Πιέτρο Αρετίνο. 

Ζει με τα 580 ευρώ σύνταξη του ΙΚΑ, ενώ οι τρεις ασπρόμαυρες θηλυκές γάτες του ?η αγαπημένη του Μιραμάρ, η Μαρία και η Σωτηρούλα- τρώνε μάλλον περισσότερο από τον ίδιο. 

Ζει πάντα ως κοσμοκαλόγερος μέσα σε άγρια λιτότητα, η οποία δεν διακόπτεται ούτε όταν αποδέχεται κάποιες από τις προσκλήσεις σε σπίτια γνωστών και φίλων. Φυσικά συνεχίζει να τραγουδάει με το συγκρότημα που ο ίδιος ίδρυσε, την «Παρέα του Τσιτσάνη».

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι σήμερα 79 ετών, ωστόσο δεν σταματά τις προκλήσεις. Αν και πάνω από το κεφάλι του, στο γραφείο, βρίσκονται τα πορτρέτα του Καβάφη και του Τσιτσάνη, πετά το γάντι στον Αλεξανδρινό ποιητή και μάλιστα για το πλέον γνωστό του ποίημα τις «Θερμοπύλες». 

Υστατη και αποχαιρετιστήρια πρόκληση; Ισως όχι, αφού την τελευταία φαίνεται ότι την κρατάει για τον ίδιο του τον εαυτό.Καθώς ανέβαινα στο σπίτι του, στις Σαράντα Εκκλησιές, σκεφτόμουν ότι έχουν περάσει κοντά εξήντα χρόνια από τότε (1952) που εξέδιδε την πρώτη του ποιητική συλλογή, της οποίας ο τίτλος, «Εποχή των ισχνών αγελάδων», είναι δραματικά επίκαιρος. Οπότε η κουβέντα άρχισε από την οικονομική κρίση.

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει οικονομική κρίση. Ολα όσα ακούγονται μου φαίνονται ψέματα και σκόπιμα. Τα κάνουν δημοσιογράφοι σαν και σένα. Από αυτά ζουν. Εγώ έχω ένα πλεονέκτημα. Δεν έχω τηλεόραση. Με δυο λόγια, δεν πιστεύω στην κρίση, είναι μια κατασκευασμένη κινδυνολογία».
Θα πάμε λένε σε πτώχευση.
Ας πάμε πρώτα και μετά τα λέμε. Θα λιγοστέψουν τα κρουαζιερόπλοια;
Ναι, αλλά το ζόρι το τραβάει ο κοσμάκης.
Μια ζωή ο κοσμάκης έσφιγγε το ζωνάρι. Είναι μαθημένος. Οσο για τον κίνδυνο ας ξεσπάσει, αλλά δεν ξεσπά. Μπορεί εγώ να πέφτω έξω, οπότε δεν έγινε και τίποτα, αλλά αν έχω δίκιο, είναι φοβερό. Εγώ, πάντως, έχω συνέχεια στα μάτια μου την εικόνα ενός κυρίου που κάθεται στον καναπέ του και όλο μονολογεί: μα τι θα γίνει με αυτήν την κρίση; Αλλά δεν παύει να είναι μια χαρά και ένας καθωσπρέπει κύριος. Που δεν ενοχλείται από τίποτα, ακόμη κι αν του έκοψαν 200 ευρώ, γιατί η ζωή του κυλάει πάρα πολύ ωραία. Και έχει και γκαρσονιέρα για την γκόμενα.
Εσείς παραμένετε λιτοδίαιτος και ζείτε με απειροελάχιστα.
Ναι, από το 1974 είμαι 72 κιλά. Μάλιστα πέρασαν κιόλας οκτώ χρόνια από την εγχείρηση που έκανα και όλα πάνε καλά. Τρώω μόνο το κανονικό. Πόσοι από αυτούς τους παχουλούς κυρίους δεν θα ήθελαν να μην έχουν τα περιττά κιλά τους;
Νιώθετε καθόλου μνησικακία γι' αυτούς που τα προηγούμενα χρόνια είχαν μάθει στην εξαλλοσύνη και την ευμάρεια;
Αν με τον τρόπο που ζούσαν οδηγήθηκαν εδώ, καλά να πάθουν. Ας το πάθουν για να μάθουν, αλλά αν δεν το πάθουν δεν έχουν να χάσουν και τίποτα... Εγώ είμαι βαθύς χριστιανός (γελάει) και τους συγχωρώ...
Με τον κ. Ανθιμο πώς τα πάτε;
Αριστα. Ολοι βέβαια τον βρίζουν. Δεν ξέρω αν έκανε κανένα κακό στην παλιά του μητρόπολη. Εγώ τον βρίσκω συμπαθέστατο, σε βαθμό που με αφήνει αδιάφορο. Εχει κάτι πατριωτικές εξάρσεις, «πάτε στην Πόλη κι έρχομαι κι εγώ μαζί σας», αλλά ούτε αυτοί πηγαίνουν ούτε αυτός έρχεται...
Ο κ. Ψωμιάδης;
Με τον Ψωμιάδη αξιώθηκα να τραγουδήσουμε μαζί. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μοναδική ευκαιρία ήταν. Είναι, δυστυχώς, παράφωνος μέχρι αηδίας, αλλά το χειρότερο είναι ότι τραγουδάει με έναν τρόπο σαν να βρίσκεται σε σκυλάδικο. Δυο φορές τραγουδήσαμε μαζί. Και τις δυο μπερδεύτηκα εξαιτίας του. Μόνο στη χρεοκοπία δεν φτάσαμε. Αλλά με κατέπληξε ως ψάλτης. Ναι, αυτός ο ίδιος που στραβώνει η γλώσσα του στα ρεμπέτικα, λέει τέλεια τον Ακάθιστο.
Τι αγαπάτε τελικά στη Θεσσαλονίκη;
Ούτε κι εγώ ξέρω τι γίνεται. Μυστήριο. Είναι όπως με τη μάνα μου. Η οποία μου φέρθηκε πολλές φορές άσχημα. Με έδερνε όταν ήμουν δέκα χρονών γιατί έγραφα ποιήματα. Κι όμως την αγαπώ. Δεν έχω ιδέα γιατί αγαπώ τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν ξέρω και πώς εκφράζω αυτήν την αγάπη. Κι αυτό πρόκειται να συνεχιστεί μέχρι να πεθάνω. Εδώ θα πεθάνω. Αντεξα στα δύσκολα, τώρα στα εύκολα θα φύγω; Και μάλιστα ξέρω πού θα θαφτώ.
Το ψάξατε;
Σου φαίνεται αστείο; Δεν προαλείφομαι για τα κοιμητήρια «Αναστάσεως του Κυρίου», αλλά για το Νεκροταφείο Πανοράματος. Διότι εκεί οι συγγενείς μου έχουν οικογενειακό τάφο. Θα συμπεριληφθώ κι εγώ εκεί. Ενας συγγενής, εξάλλου, μου απέμεινε. Ο Γιάννης Μέγας. Αυτός διαχειρίζεται τα οικογενειακά μας και θα με θάψει εκεί. Εχω εξασφαλισμένο τάφο δηλαδή. Τυχαία άνοιξε αυτή η συζήτηση.
Μου λέει ο Μέγας: «Μη στενοχωριέσαι, θα σε βάλουμε εκεί και θα είσαι πολύ ευχαριστημένος...». Είναι λίγο μακάβριο, λίγο φαιδρό, αλλά δεν βαριέσαι δεν είναι κι άσχημα. Θα γλιτώσω να με θάβουν και να με ξεθάβουν. Μια φορά θα με χώσουν εκεί και τέλειωσε. Είναι πολύ βολικό και πρακτικό. Ξέρεις ότι του Ιωάννου και του Καζαντζή απειλούνται κάθε χρόνο να πεταχτούν τα κοκάλα τους στον δρόμο αν δεν πληρώσουν κάτι ζουμερά ποσά οι οικογένειές τους στα νεκροταφεία; Είναι ντροπή αυτή η συμπεριφορά για ανθρώπους σαν κι αυτούς που τίμησαν την πόλη.
  • ΠΕΡΙ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ
    Ρίχνω το γάντι στον Καβάφη
Τι φταίει και η Θεσσαλονίκη έχει πάρει την «κάτω βόλτα»;
Νομίζω ότι εκεί θα καταλήγαμε για ένα και μοναδικό λόγο. Διότι η Αθήνα έχει σκοπό να τρώει όλες τις μικρότερες πόλεις. Και το πράγμα επιτείνεται. Oχι μόνο αφαίμαξαν τη Θεσσαλονίκη από τους καλύτερους, αλλά συνειδητά υποβαθμίζουν όσους επιμένουν ακόμη να ζουν εδώ.
Βέβαια, οφείλω να πω ότι δεν είναι και λίγοι αυτοί που κάνουν κρα για να κατέβουν στην Αθήνα. Είχα κι εγώ οικονομικές προτάσεις πολύ καλές, αλλά με το όχι μου κλώτσησα και όλη τη σχετική περιουσία.
Ας πούμε ήθελαν να με κάνουν πρόεδρο του Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας πριν από τον Καψάλη. Είχε καμιά γλύκα η Θεσσαλονίκη κι έμεινα; Oχι. Είναι μια εμμονή στο παράλογο; Δεν ξέρω. Αλλά τώρα γεύομαι και μια μικρή δικαίωση.
Oπως το γεγονός ότι ο απλός λαός με γνωρίζει, με δείχνουν με το χέρι ή με σταματούν στον δρόμο, μου φιλούν το χέρι λες και είμαι Πατριάρχης. Κάτι γερόντια είναι βέβαια αλλά συγκινούμαι... Τελευταία, εκτός από τα γερόντια, άρχισαν να ενδιαφέρονται οι Κύπριοι. Επειδή έγραψα παλαιότερα κάτι ποιήματα υπέρ της Κύπρου, ήταν καλά, όχι ψευτοπατριωτικά, έρχονται λοιπόν σοβαρά και μιλάμε.
Τον ερχόμενο Φεβρουάριο πρόκειται μάλιστα να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Αιγαίον» του Βάσου Φτωχόπουλου μια συλλογή με οχτώ ποιήματα. Εγώ δεν πάω στην Κύπρο, αλλά θα πάνε τα ποιήματά μου. Δεν θα πάω όχι μόνο γιατί δεν ταξιδεύω, αλλά και γιατί νομίζω ότι θα με πιάσει κόλπος αν δω την τουρκική σημαία πάνω στον Πενταδάκτυλο.
Τα ποιήματα δεν έχουν σχέση με την Κύπρο. Iσα ίσα. Είναι πολιτικά και ερωτικά. Σε ένα μάλιστα κάνω μια μεγάλη κόντρα στον Καβάφη. Και αποδεικνύω ότι σε πολλά ποιήματά του είναι ιδεαλιστής. Επειδή όμως ο ιδεαλισμός είναι μια ψώρα, εγώ που όφειλα να θεωρούμαι ιδεαλιστής ουσιαστικά δεν είμαι. Χτυπώ λοιπόν τον Καβάφη για το ποίημά του «Θερμοπύλες», αυτό για τους 300 Σπαρτιάτες, «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και για την Ελλάδα δήθεν. Ποιων «κείνων»; Εκείνων που πρώτα έπρεπε να σκοτώσουν μερικούς είλωτες πριν πάνε στον πόλεμο. Ο Αριστοτέλης το λέει ξεκάθαρα.
Οι 300 λοιπόν σκοτώθηκαν για να κάνουν καλό στα αφεντικά τους, τα οποία ήθελαν ανενόχλητα να σκοτώνουν τους είλωτες. Αλλάζει τελείως δηλαδή το σκηνικό. Ρίχνω λοιπόν το γάντι στον Καβάφη που είναι και λίγο γλυκατζούρας σε κάποια ποιήματα. Εγώ είμαι σκληρός. Διατυπώνω μία άλλη άποψη την οποία ο Καβάφης με το κύρος και την ποιότητά του τη σκέπαζε. Πολλές δήθεν απόψεις που εμφανίζονται ως πατριωτικές δεν είναι τίποτα άλλο παρά το συμφέρον των αφεντικών. Αυτό κανείς δεν το λέει. Εγώ λοιπόν σηκώνω το καπάκι.
Και γιατί το κάνετε αυτό;
Για να πω ότι είναι ιδεαλιστική η άποψη του Καβάφη. Δεν είναι πολύ σωστή. Οι 300 έχουν φρικτά εθνικιστικούς λόγους.
  • ΠΕΡΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
  • Ολοι οι εθνικιστές είναι... δήθεν
Τώρα τα βάζετε και με τους εθνικιστές πάνω που σας είχαν αγαπήσει για το άλλο ποίημα με τον Κίσινγκερ.
Μα και τώρα είμαι εθνικιστής, αλλά δεν το πολυλέω. Αλλά θέλω διάλογο. Να δω τι κάνουν και οι δήθεν εθνικιστές. Ποιοι εθνικιστές; Δεν υπάρχουν εθνικιστές. Ποιος; Ο Καρατζαφέρης που με έχει στον στόχο μονίμως;
Και ο Αδωνις;
...ποιος είναι ο Αδωνις;
Σας αρέσει να προκαλείτε σκάνδαλο;
Αμα θέλεις, γιατί όχι; Αλλά τι σκάνδαλο; Θέλω να τους το τσούζω. Ο εφησυχασμός είναι πολύ φτηνός. Δεν μ' αρέσει ο ψευτοπατριωτισμός του κώλου. Να λέμε τα σύκα σύκα. Εχω μελετήσει πολύ το ζήτημα των ειλώτων. 800 χρόνια οι Σπαρτιάτες σκότωναν τους Μεσσήνιους που ήταν αδέλφια τους. Ξέρω βέβαια ότι θα μου ριχτούν με αυτά που λέω, αλλά έχω κι εγώ βέλη στη φαρέτρα μου. Θα δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η ιστορία. Εγώ πάντως ετοιμάζομαι για τον άλλο κόσμο οπότε... (εδώ ο λόγος του γίνεται μέλος έμμετρο, πικρό ποίημα) θα τους πω γκουντμπάι κι ο γάιδαρος πετάει και κανείς δεν μας ρωτάει...
Θα ψηφίσετε στις εκλογές;
Εγώ ψηφίζω ανελλιπώς. Δεν έχω χάσει ψηφοφορία. Αλλά από το 1965, από την Αποστασία, αποφάσισα ότι δεν έχουμε σωτηρία, μας κοροϊδεύουν με μικροπαραλλαγές. Ιδιο είναι πάντα το αποτέλεσμα. Ψηφίζω διαρκώς λευκό. Δηλαδή, όχι ακριβώς λευκό, αλλά πάνω στο λευκό γράφω ένα ποίημα. Μια λέξη ή έναν στίχο. Δύο στίχους κυρίως χρησιμοποιώ. Εναν από ψαλμό του Δαυίδ «Μή πεποίθατε επ' άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οίς ούκ έστι σωτηρία», κι έναν ελαφρά παραλλαγμένο στίχο του Καβάφη που λέει «Βλάπτουν όλοι την Ελλάδα». Δεν δέχομαι κανέναν από όλους τους κερχανάδες... Και τι νόημα έχει εξάλλου τι θα ψηφίσω εγώ; Σε δυό τρία χρόνια θα πεθάνω. Ξέρεις τι ησυχία που θα νιώθω; Εγώ θα είμαι κάτω από τα ρεπανάκια και βγάλτε εσείς τα κάστανα απ' τη φωτιά.
  • ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΥΚΕΣΑΣ, ΕΘΝΟΣ, 07/11/2010

Sunday, September 7, 2008

Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Με πλήγωσε κι απόψε η Εγνατία»

«Με πλήγωσε κι απόψε η Εγνατία»

Χτύπησα το κουδούνι της παλιάς πολυκατοικίας: Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο Νικόλαος και αργότερα Κωνσταντίνος («είναι πολύ σπάνιο να βρεις κάποιον βαπτισμένο δύο φορές, όπως είμαι εγώ») άνοιξε την πόρτα. Ψηλός, καλοστεκούμενος, λες και τα 77 του χρόνια τα δαμάζει όπως τις λέξεις. Ακολούθησα το κίτρινο φως ως το τέρμα του διαδρόμου. Με προέτρεψε να περάσω στο μικρό δωμάτιο με τις δύο μεγάλες βιβλιοθήκες. Σχεδόν ακούμπησα το ξύλινο πάτωμα όταν κάθισα στην παλιά κόκκινη πολυθρόνα.

Μπροστά μου ήδη σερβιρισμένο το κέρασμα: γλυκό βύσσινο και λεμονάδα, που μου φάνηκε ζεστή όσο ποτέ, αλλά την ήπια σχεδόν μονορούφι. «Η μαμά μου μού είπε: όταν έρχεται ένας ξένος, κάτι να τον κερνάς. Προφανώς, το ίδιο σας έχει πει κι εσάς, να μην πάτε σε ξένο σπίτι με άδεια χέρια. Κακώς!» είπε κοιτάζοντας το μπονζάι που του προσέφερα. «Με εξαναγκάζετε δηλαδή να δεχτώ ένα δώρο χωρίς να ξέρετε αν έχω την όρεξή του. Και γιατί κινέζικο; Σας έφαγε η μόδα;». Μου έρχεται ένας στίχος του… «Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…» Προσπαθώ να βγω από τη δύσκολη θέση λέγοντας ότι πρόκειται για ένα φυτό που ζει αιώνες και δεν θέλει συχνά πότισμα. «Δηλαδή, θέλετε να μου πείτε ότι αν πεθάνω θα πρέπει να το φορτωθεί η γειτόνισσά μου και μετά η κόρη της κ.ο.κ.». Βάζω τα γέλια. Κι εκείνος αναστενάζει βγάζοντας ένα ξερό «έστω…».

Κάθεται στο γραφείο του, κάτω από δύο εικόνες σε πανομοιότυπο κάδρο: «Καβάφη με Τσιτσάνη δεν θα δεις πουθενά. Είναι “ατραξιόν του Χριστιανόπουλου”». Ξανασηκώνεται, για να βάλει τάξη στις τέσσερις γάτες του που μαλλιοτραβιούνται στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί, μεταξύ ενικού και πληθυντικού, έδωσα τη δική μου συνέντευξη.

- Και τώρα, λοιπόν, τι θα ’ρθεις ν’ αποκομίσεις από τη Θεσσαλονίκη;
  • - Ο,τι προλάβω.
- Δηλαδή, τι σχέδιο έχετε καταστρώσει; Θα πάτε στον υφυπουργό, στον υπουργό; Γιατί κι αυτοί έχουν γνώμη.
  • - Θα προτιμούσα να μην πάω.
- Ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης ήταν, φαίνεται, βουλευτής στη Δράμα και ο πρωθυπουργός τού είπε: «Δεν παίρνεις κι αυτό το υπουργείο, να ξεμπερδέψω και με σένα;». Μαθαίνω ότι κάνει καλά τη δουλειά του. Αλλά τι με νοιάζει; Σ’ έναν ανασχηματισμό θα έρθει άλλος. Εμείς είμαστε μπουρδέλο εδώ. Περνάνε οι διάφοροι γαμιάδες, με το αζημίωτο βέβαια… Και τι ακριβώς θα με ρωτήσετε; Έχετε ερωτηματολόγιο;
  • - Όχι, δεν έχω.
- Δηλαδή, θα με ρωτήσετε τι είναι Θεός;
  • - Όχι, ούτε τι είναι Θεός ούτε τι είναι ποίημα.
- Έχεις τόση σοφία που να μη ρωτήσεις τι είναι ποίημα; Γιατί θα άκουγες τα εξ αμάξης. Και τι θα ρωτήσεις;
  • Τι σημαίνει για σας αυτή η γειτονιά;

Στην περίπτωσή μου το πράγμα είναι λίγο μπερδεμένο και ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρον.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. Θα μπορούσε να παίζει ο ίδιος την ιστορία της ζωής του από μια σκηνή θεάτρου. «Έκλεισα 8 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι. Είναι λίγα. Μια περιοχή για να τη γνωρίσεις πρέπει να τη ζήσεις καιρό. Στο σπίτι αυτό, το οποίο είναι μια άχαρη πολυκατοικία, είχα τη χαρά να γεννηθώ. Εδώ, σε αυτό το δωμάτιο. Ήταν η μονοκατοικία ενός θείου μου. Η μάνα μου πήγε να τον επισκεφθεί κι εκεί απάνω την πιάσαν οι πόνοι…» Η φωνή του, καθαρή και αργή, λες και ανακαλύπτει τις λέξεις εκ νέου κάθε φορά που τις προφέρει. «Λίγο αργότερα βαφτίστηκα, πιο κάτω, σε μια εκκλησούλα προσφυγική. Τώρα που οι Νεοέλληνες πήραν ψηλά τον αμανέ, κράτησαν μεν αυτό το εκκλησάκι αλλά χτίσανε μια εκκλησία τεράστια. Ένα φρικτό κατασκεύασμα. Κατεβαίνοντας την οδό Βιζυηνού, κοίταξε πίσω, θα τη δεις».

Το παλιό τηλέφωνο πάνω στο γραφείο τον διακόπτει. «Ασ’ το να χτυπάει και να κλείσει. Έκλεισε; Στάσου να το κρύψω». Ανοίγει το συρτάρι του γραφείου, βάζει μέσα το ακουστικό. Έπειτα συνεχίζει: «Σε ηλικία μισού χρόνου νοικιάσαμε ένα σπίτι στην Αγίου Δημητρίου. Αφού γύρισα πολλές γειτονιές και σπίτια, το λιγότερο 10, αξιώθηκα να βρω σπίτι στην Άνω Πόλη. Στο περίφημο Τσινάρι. Λαϊκή γειτονιά που τώρα έχει πολλές ταβέρνες και οι διάφοροι φοιτητές μαζί με τις φιλενάδες τους πάνε και τα κουτσοπίνουνε όλη νύχτα. Το Τσινάρι παλιότερα ήταν κέντρο πουτανιάς. Έμεινα σ’ ένα καταπληκτικό σπίτι, χτισμένο το 1890. Το ζήλευαν και το εποφθαλμιούσαν, ήταν κράχτης για να έρχονται και να με φωτογραφίζουν. Ήρθε και μια φωτογράφος, διεθνούς φήμης, από το Μόναχο. “Μα γιατί εμένα; Η Ελλάδα βράζει από ποιητές” της είπα. “Εσείς πόσους έχετε;” τη ρώτησα. “Έχουμε πολλούς, καμιά οχτακοσαριά”. “Εμείς 5.000! Και μάλιστα σε λογοτεχνικά σωματεία, μέλος εγώ δεν είμαι πουθενά. Ώστε οι Ελληνες φλυαρούν και μέσω της ποιήσεως;

  • Οι ποιητές φλυαρούν;

«Μόνο φλυαρίες βλέπω. Οι 5.000 είναι πολλοί. Αν γίνουν 500, βρε παιδί μου, ακόμη πολλοί. Μου επιτρέπετε να βγάλω ένα μηδενικό; Ε, 50 είναι λογικό. Αλλά, μεταξύ μας, να βγάλω ακόμα ένα; Τώρα συνεννοούμαστε. Πέντε ποιητές εν ζωή έχουμε. Θα μπορούσα να διαλέξω τους μισούς».

Τον ρωτάω για το αυτοβιογραφικό του βιβλίο: «Όχι ακριβώς αυτοβιογραφία. Όλα τα κομμάτια του συνθέτουν ένα αυτοβιογραφικό σύνολο, με τίτλο “Θεσσαλονίκη, ου μ’ εθέσπισεν”». Τη συζήτηση μονοπωλεί αυτό το «ου», το οποίο «άμα το γράψεις στο μονοτονικό δεν καταλαβαίνεις με τι τρώγεται. Με ξίδι, με λάδι… Θέλει τη δασεία του, την περισπωμένη του, έναντι μιας φρικτής οξείας».

Ύστερα αρχίζει το ταξίδι. Από την Άνω Πόλη, που «ήταν ένας βράχος. Ένας τεράστιος βράχος, δηλαδή λόφος με βράχο. Κάποιος πλούσιος γιατρός, θείος του λογοτέχνη Πεντζίκη, το αγόρασε όλο». Η κουβέντα γυρίζει στους Θρακιώτες και τους Μικρασιάτες που ήρθαν πρόσφυγες το 1924. «Το κράτος αποζημίωσε το γιατρό και μοίρασε το λόφο. Τον κατάξερο βράχο ο μόχθος των Θρακιωτών τον έκανε κουκλάκι. Διακόσιες οικογένειες χτίσανε σπιτάκια, ανάμεσά τους κι αυτό». Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι Θρακιώτης, από τη μάνα του. Από τον πατέρα του, Μικρασιάτης. «Έτσι, λοιπόν, τα έχω όλα. Τον πιο φίνο ελληνισμό στο τσεπάκι μου». Από πάνω μας το Σέιχ Σου. Πριν κάνει την εγχείρηση καρδιάς συνήθιζε να πηγαίνει συχνά και να περπατάει. Τώρα «έχω χάσει πολλά από τα παλιά μου, αλλά όπως βλέπεις αντέχω. Πρέπει να κρατώ ισορροπίες ιατρικές. Δεν πρέπει να βγαίνω μετά τις εννιά το βράδυ. Αν βγω, γυρνώ νωρίς. Έχουμε μία συγκοινωνία και κάνω τις βολτίτσες μου. Δεν πολυκουνιέμαι. Δεν βαριέσαι… Κουνήθηκα – και με το παραπάνω». Μιλάμε για τις 40 Εκκλησιές. «Έχουν πολλά ενδιαφέροντα. Δύο κομμάτια τα διασχίζει ένας δρόμος, η οδός Βιζυηνού. Αυτός ο συνοικισμός γειτονεύει με το Σέιχ Σου. Το κάτω μέρος είναι χτισμένο πάνω στα παλιά εβραϊκά μνήματα. Μνήματα χιλιόμετρα. Αυτό μ’ ενοχλεί. Δεν θα ’θελα να μένω κοντά στο Πανεπιστήμιο».

  • Οι Εβραίοι πλειοψηφούσαν τότε;

Η πόλη ήταν οβραίικια. Ας μην το ξεχνούμε. Αλλά και η Αθήνα –κάτσε καλά– ήταν αρβανίτικια. Απάνω σε ξένους λαούς χτίστηκε αυτό που λέμε Ελληνισμός. Ο Ελληνισμός, ενώ είμαστε άθλιοι, έχει κάτι μυστηριακό. Ενώ δεν είναι σπουδαίοι, κάνουν σπουδαία έργα. Όπου πάνε προκόβουν. Ας πούμε, η αρχαία Ελλάδα τι είναι; Διαρκής έξοδος στα πιο απίθανα μέρη. Ή η Παλμύρα. Αυτό είναι το μυστήριο του Ελληνισμού. Έχει ένα τσαγανό πνευματικότητος και πνευματικής δημιουργίας. Όλα τ’ άλλα είναι σκατά. Διότι οι Ελληνες, έναντι αυτού του σπουδαίου αγαθού, έχουν κι ένα θλιβερό: τη διχόνοια.

Εκείνη τη στιγμή ακούω με άλλα λόγια το ποίημά του «Κατατρέχουν τη γραφικότητα»: «Η Θεσσαλονίκη είναι γεμάτη κάστρα και εκκλησίες. Παρόλο που τα κατέστρεψαν, τα ρήμαξαν, χτίσανε πολυκατοικίες, κολλητές στις εκκλησίες, έχει μια ποιότητα – δεν τη βρίσκεις αλλού. Η Θεσσαλονίκη έχει άλλη χάρη. Έγινε αχούρι, μα κάτι κρατάει. Μην τα συζητώ και ματώνει η καρδιά μου. Δεν είναι τυχαία πόλη και ούτε θα είναι ακόμα κι αν την καταστρέψουν εντελώς. Πιστεύω στον Ελληνισμό. Μην κοιτάς τους γελοίους που μιλούν για εθνικισμό. Αν τολμούν, ας πουν κάτι ουσιαστικότερο. Κι εμείς γιατί να τα λέμε; Για να καλλιεργούμε διχόνοιες;». Το βλέμμα μου πέφτει στους τοίχους. Τσαρούχης, Καβάφης. Και Τσιτσάνης.

  • Η ρεμπέτικη Θεσσαλονίκη πώς ήταν;

«Γιατί γαργαλιέσαι με τέτοια θέματα;»

  • Βλέπω τον Τσιτσάνη από πάνω σας, γι’ αυτό.

«Ετοιμάζω ένα βιβλίο 500 σελίδων για τον Τσιτσάνη. Δεν σημαίνει ότι τον εξιδανικεύω. Ηταν κι αυτός μουτράκι… Πολλοί νομίζουν ότι ο ρεμπέτης είναι τόσο μεγάλο ιδανικό, ώστε αν αξιωθείς να πάρεις άντρα ρεμπέτη θα είναι ο σπουδαιότερος. Κι αν πάρεις ρεμπέτισσα –χαρχάλα και κουφάλα– θα ’ναι η σπουδαιότερη. Στιλιζαρίσματα και τυποποιήσεις… Μακριά από μας. Έχω ενθουσιαστεί με μερικούς ρεμπέτες κι έχω “τραβήξει γιακά” με άλλους. Μην εξιδανικεύεις. Δεν πρόκειται να κάνω τον ηθικολόγο, ούτε ήρθες για μαθήματα ηθικής. Ένα πράγμα να θυμάσαι από μένα. Κινδυνεύεις όταν ομαδοποιείς ανθρώπους. Ένας εισαγγελέας με παρακάλεσε επειδή τραγουδάμε ρεμπέτικα να πάμε στις φυλακές της Τίρυνθας. Ο φίλος μου λέει: “Εγώ να πω ναι σε εισαγγελέα; Αυτοί είναι καθάρματα”. Τι; Έτσι τους ξεγράφουμε; Οι παλιάνθρωποι, τα οργανέτα της εξουσίας; Ε όχι».

  • Τα Λαδάδικα πόσο έχουν αλλάξει;

«Γιατί σε ενδιαφέρουν οι τόποι που γαμιούνταν οι άνθρωποι αβέρτα;»

  • Μόνο αυτό ήταν τα Λαδάδικα;

«Αυτό ήταν».

  • Πηγαίνατε εκεί;

«Πήγαινα να ψουνίσω έρωτα. Δεν έβρισκα. Απογοητεύτηκα. Κι εκεί που είπα να φύγω, βρίσκω έναν καταπληκτικό έρωτα. Πολύ πιο τέλειο απ’ ό,τι τον φανταζόμουνα. Δεν το περίμενα. Και λέω, ας το γράψω ποίημα. Κάποιοι θα το αρέσουν. Αυτά πρέπει να λέγονται. Ευτυχώς πρόλαβα και τα ‘πα. Η Θεσσαλονίκη έχει πολλές μουρντάρικες περιοχές. Οδός Αιγύπτου, στην προτελευταία της φάση, σημαίνει μπορντέλα. Πολλά. Το ένα δίπλα στ’ άλλο. Η ευρύτερη περιοχή Λαδάδικα ήταν εκεί που τώρα ξεφύτρωσαν εστιατόρια μέχρι το λιμάνι. Κάθονταν Ελληνες από την Αίγυπτο. Μαζί μ’ αυτούς και κάποιοι Αιγύπτιοι. Αυτά είναι προ Χριστού, να φανταστείς. Μαζί τους ήρθαν και Εβραίοι. Η πρώτη ομαδική εγκατάσταση Εβραίων στη Θεσσαλονίκη έγινε το 150 π.Χ. Τώρα τα μπορντέλα εξαφανίστηκαν. Δεν έμεινε ούτε ρουθούνι. Ξεφύτρωσαν αυτές οι κουλτουριάρικες ταβέρνες που σε γδέρνουν, πασάροντας μετριότατες τροφές. Έχει τη φήμη ότι εκεί μαζεύεται η κουλτούρα. Ε, ας φάνε κουλτούρα».

Από την Εγνατία πάμε στο Βαρδάρι. «Έχει κι αυτό να διδάξει πολλά από το ερωτικό background της Θεσσαλονίκης. Στον Α’ Παγκόσμιο είχαν έρθει Αγγλοι και Γάλλοι, 650.000 στρατός. Έπρεπε να βολευτούν με ιερόδουλες. Μαζεύτηκαν απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και πάλι δεν έφταναν. Δεν μπορούσες να περάσεις. Το ένα μπορντελάκι δίπλα στ’ άλλο». Πάμε στο Επταπύργιο: «Μέχρι το 1989 υπήρχαν οι φυλακές βαρυποινιτών. Για να δεις το κάστρο υποχρεωνόσουν να ζήσεις τη φοβερή ατμόσφαιρα. Οι κρατούμενοι σε μια μικρή λακκούβα που χωρούσε ίσα ίσα μια κότα κι ένα παραπέτασμα ακουμπούσε το πρόσωπο. Φρίκη. Μαρτύρια φρικτά… Τώρα οι συνθήκες στις Φυλακές Διαβατών είναι καλές. Πήγαμε και τραγουδήσαμε. Έτσι είναι η Θεσσαλονίκη, πας να γοητευτείς από τα αρχαία κάστρα κι έρχεσαι αντιμέτωπος με τον ανθρώπινο πόνο… Το ίδιο κάστρο, από τη μια είναι μπορντέλα, από την άλλη εκκλησία. Η Θεσσαλονίκη προσφέρει απίθανα και πιθανά. Τέλος πάντων. Το βράδυ θα διασκεδάσετε στην παραλία;»

  • Σας αρέσει η παραλία τώρα;

«Οι δήμαρχοι κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκουν ιδέες και κάνουν ωραίες παλούκες. Η παραλία φίσκα. Παντού το ίδιο πράγμα. Η πιτσιρίκα έρχεται, λέει “τι θα πάρετε” κι ο τσόγλανος που παρασταίνει το μαχαραγιά λέει “μια γκαζόζα”. Αισθάνεσαι ότι αυτή είναι η ευτυχία της ζωής. Τρίχες. Αλλά μήπως είπα πολλά; Να σηκωθείτε να φύγετε…»

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος χαμογελάει, ξεσπάει σε γέλια με το Sallonica by night, γιατί «μου θυμίζει τους βαθμούς Φαρενάιτ». Έτσι μας συνοδεύει ως την πόρτα. «Όλοι βιάζονται να σε παραμορφώσουν με τον παραμορφωτικό τους φακό. Αφού τα γατιά μου κάθισαν ήσυχα, μπράβο σας και γεια σας. Γεια σου, μωρό μου». Βγαίνει ως το πεζοδρόμιο. Μας κοιτάζει ώσπου περπατώντας φτάνουμε στο τέλος του δρόμου. Ελπίζω να μην ξεμαλλιάσει το μπονζάι. Στην αρχή είχε πει «καθένας όπως έρχεται, έτσι φεύγει». Σήμερα νομίζω πως έπεσε έξω.

ΤΖΑΒΕΛΛΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 07/09/2008