Showing posts with label Κακουλίδης Γιώργος. Show all posts
Showing posts with label Κακουλίδης Γιώργος. Show all posts

Saturday, April 12, 2014

«Μακάρια πληγή» αλληλεγγύης - το νέο βιβλίο του Γιώργου Κακουλίδη



Σκέψεις, εικόνες, αισθήσεις, συναισθήματα, «γεννήματα» της ανάγκης του να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να τα πει με αλληγορική αποφθεγματικότητα και με ποιητικότητα, καθώς είναι φύση ποιητική. «Με το ισπανικό σπαθί μου τρομάζω το άστρο μου να πάψει να γυρνάει σαν πεινασμένο σκυλί να γίνει λυπημένος άντρας που φωνάζει: "Λάμψτε, αγάπες μου, λάμψτε, καείτε, αγάπες μου, καείτε κι αν κανείς δεν σας βλέπει εγώ ο κομήτης θα σας πάρω μαζί μου"».
Ο Γιώργος Κακουλίδης, στη «Μακάρια Πληγή» (εκδ. Γαβριηλίδης), τη νέα ποιητική συλλογή, με ευρηματικότητα δίνει ποιητική υπόσταση στις λέξεις που με τη σειρά τους σπαρταράνε, σφαδάζουν σημαίνοντας το νόημα: «Πούλησα αίμα / στην ακτή της παιδικής ηλικίας / όπου τα μάταια αιώνια κύματα / προσπαθούσαν να τη συνεφέρουν./ Πούλησα αίμα / στα πουλιά / στις γυναίκες / στον προφήτη / Ζήτησα ακρόαση από το αηδόνι / το μόνο που γνωρίζει πως είμαι άνεμος».
Οι σκέψεις του, με οξεία κρίση και εξονυχιστική παρατηρητικότητα, χωρίς να αγκομαχούν σε δαιδαλώδεις αόριστες ποιητικές συλλήψεις, κερδίζουν χρόνο, κερδίζουν μάχες, κερδίζουν ζωή. «Ας είναι καλά η παραμυθιά / που με μεγάλωσε / ας είναι καλά τα χέρια που ανακατεύουν το γάλα και τα σπλάχνα». Αντιμετωπίζοντας τη φωτιά «καίγεται» πραγματοποιώντας με την ποίηση το ωραίο ταξίδι. Σαν πουθενά αλλού να μη βρίσκει πιο όμορφο λιμάνι παρά εκείνο των λέξεων. Χρησιμοποιεί τις λέξεις σαν οχυρά που μέσα τους νιώθει ασφαλής: «Ετσι έφτασα στην έξοδο / εγώ ένας μαυριτανός / από τις ανατολικές συνοικίες / με τα λόγια μου να κατεβαίνουν από τους ψηλούς κέδρους / για να σας παρηγορήσουν».

Saturday, February 6, 2010

Μια ασεβής συνομιλία του Γιώργου Κακουλίδη με τον Σταύρο Σταυρόπουλο περί κριτικής ή τυφλότητας

Τον βρήκα στον σταθμό, είχα καθυστερήσει. Κυριακή απόγευμα, ο Ολυμπιακός νίκησε. Από το αμάξι έτρεχαν λάδια. Και απ' τη ζωή μου. Κάποια τσιμούχα είχε φύγει από τη θέση της. Σταματήσαμε στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς για μελομακάρονα. Τα ποιήματα μπορούσαν να περιμένουν.

Ηταν γεμάτος ενθουσιασμό, αλλά μιλούσε μάλλον θυμωμένα. Αυτά που πονάνε, βγάζουν θυμό. Δικαίως. Κάτω από τη μασχάλη του κρυβόταν μια ακουαρέλα. Μου την πρόσφερε. Ηταν δώρο. Φιλίας. Για μένα. Εφτιαξα έναν καφέ. Μου ζήτησε το The Coln concert του Κιθ Τζάρετ. Το είχα. Το βινίλιο έκανε αυτή τη μαγική περιστροφή του πριν ακουστεί. Το πιάνο ήταν θανάσιμο. Επεσε μια σιωπή. Σε δύο μέρη. Μετά πήραμε μπρος. Αρχισαν να γλιστράνε οι λέξεις.

Γιώργος Κακουλίδης: Μεγάλωσα μέσα στο ατελιέ ζωγραφικής του πατέρα μου με θηρία, όπως ο Νίκος Καρούζος, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Μάριος Χάκκας. Είμαστε μια οικογένεια εικαστικών: ο παππούς μου, ο γλύπτης Γιώργος Κακουλίδης, το 1934, διαμόρφωσε την πλατεία Ομονοίας, που λεγόταν τότε πλατεία Μουσών. Ο πατέρας μου, Δημήτρης Κακουλίδης, ήταν ζωγράφος διεθνούς ακτινοβολίας, από τους σημαντικότερους της γενιάς του και κατά έναν παράξενο τρόπο είχε το τέλος που του έδωσε ο Μάριος Χάκκας στο βιβλίο του «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες». Εγραψε ο Χάκκας: Ο Μήτσος κλάταρε νωρίς. Πράγματι, ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος. Μόλις 53 ετών. Του οφείλω τα πάντα... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Saturday, May 23, 2009

Γιώργος Κακουλίδης: «Να αναχαιτίσουμε την επιθυμία της παραίτησης»...

  • Μιλάει στον «Ρ», για το νέο του μυθιστόρημα, ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος Κακουλίδης
Το εξώφυλλο του βιβλίου
  • Η αφορμή για τη συνέντευξη με τον ποιητή Γιώργο Κακουλίδη ήταν το μυθιστόρημά του «Η λέσχη της στιγμής» (εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη). Το ίδιο το βιβλίο ωστόσο αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή για μια κουβέντα που «απλώθηκε»... από την πρόσληψη του αραβικού πολιτισμού από τη Δύση, πέρασε από τη διαμάχη Πάουντ - Ελιοτ, έφτασε μέχρι τη θέση του ποιητή στη σημερινή εποχή και που, αντικειμενικά, μόνο κάποιες στιγμές της μπορούν να αποδοθούν. Μήπως, όμως, τελικά, όλα αυτά έχουν πράγματι σχέση με τη «στιγμή»;

«Μέσα στο βιβλίο μου υπάρχει το τυχαίο. Αυτό που λέμε "αντικειμενικά τυχαίο". Αλλά προσπάθησα να περάσω στο εγκώμιο της στιγμής, να εγκωμιάσω, δηλαδή, στιγμές. Εχω παρατηρήσει ότι ο περισσότερος κόσμος μιλά για στιγμές που έχει χάσει. Είχα κουραστεί να ακούω για χαμένες στιγμές. Οχι "ευκαιρίες". Στιγμές. Ντράπηκα με τον εαυτό μου όταν τον έπιασα να πέφτει η βροχή και αντί να χαρώ την ομορφιά της ...σκέφτηκα αμέσως την ομπρέλα μου. Τόσο απλά πράγματα. Εκανα τον εαυτό μου "πειραματόζωο" σε αυτό το βιβλίο. Τον έβαλα κάτω και είδα πόσες στιγμές είχα χάσει».

  • Γιατί επιλέξατε το μοτίβο της λέσχης;

-- «Είναι μια κατάβαση δική μου στο χώρο των λούμπεν. Διάλεξα μια λέσχη, χαρτοπαικτική, όπου μαζεύονται άνθρωποι που δεν έχουν να χάσουν απολύτως τίποτα. Διαλέγω τους λούμπεν, γιατί πιστεύω ότι μπορούμε να ψηλαφίσουμε ένα μέρος της αλήθειάς μας. Επαιξα με μια ιδέα και έβαλα το χειρότερο είδος ανθρώπων να την υπηρετήσει. Το οποίο δεν μπορεί να κάνει τίποτα. "Φόρεσα" μια ιδέα σε ό,τι χειρότερο κυκλοφορεί. Για να δω αν μπορεί μια ακραία ιδέα να "πιάσει". Και δυστυχώς δεν πιάνει. Γι' αυτό και αμέσως καταφεύγουν στη μεγαλύτερη δύναμη. Ενας από αυτούς είναι συνεργάτης της αστυνομίας. Αν χρησιμοποιούσα έναν άνθρωπο που θα είχε κανονική ζωή και τον έβαζα μέσα σε μια ιδέα περί στιγμών που θα χάνονταν, δε θα είχε απολύτως κανένα ενδιαφέρον από λογοτεχνική πλευρά. Γιατί οι στιγμές μας χάνονται μέσα σε μια μηχανή της πραγματικότητας της οποίας όλοι αποτελούμε εξαρτήματα. Εγώ ήθελα κάποιους που δεν έχουν ιδέα από αυτό. Θέλω, κατά κάποιον τρόπο, ο αναγνώστης να κάνει ένα τεστ για το πόσες στιγμές έχει χάσει».

Ο Γιώργος Κακουλίδης
  • Γιατί πεζογραφία;

-- «Γεννήθηκε σαν ιστορία μέσα μου γιατί ήξερα ότι μπορούσα να τη μοιραστώ με περισσότερους. Ενώ ένα ποίημα φοβάμαι ότι θα ήταν μόνο για τους μυημένους».

  • Η ποίηση ανήκει στους μυημένους;

-- «Ναι, το πιστεύω αυτό πια. Οσο μεγάλο αγώνα κι αν έκανε ο Γιάννης Ρίτσος ή ο Λοτρεαμόν ή ο Ρεμπό - που έλεγαν ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν ποιήματα - δυστυχώς, πιστεύω ότι δε γίνεται αυτό και αυτή είναι η πιο βαθιά λύπη στη ζωή μου».

  • Αλλά ο Ντίλαν Τόμας γέμιζε ολόκληρα θέατρα απαγγέλοντας ποιήματα.

-- «Αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Αυτό δείχνει και την αναπηρία μας. Οταν λέμε ότι η ποίηση μετράει - με το όραμα που μας έδωσαν οι μεγάλοι ποιητές - δεν το ψάχνουμε μέσα σε ένα αμφιθέατρο που ξεχειλίζει, μέσα σε μια παρέα συγκινημένη, μέσα σε μια ερωτική στιγμή».

  • Αλλά;

-- «Εχεις δει καμία αλλαγή μέσα στην κοινωνία;».

  • Ο Μαγιακόφσκι όμως δεν γέμιζε μόνο θέατρα αλλά δημιουργούσε αντικειμενικό γεγονός.

-- «Το αντικειμενικό γεγονός που δημιούργησε ο Μαγιακόφσκι κράτησε όσο ήταν στη ζωή. Το περιβάλλον καθορίζει το "είναι". Το "είναι" κανενός ποιητή δεν καθόρισε το περιβάλλον. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφω στην εφημερίδα (σ.σ. στήλη στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη»). Αυτό εννοώ, όταν λέω για μυημένους. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που καίγονται πραγματικά. Οχι "ακραίους" διανοούμενους. Μεγάλωσα σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον και εκτοξεύτηκα σαν "ούφο με σκούφο" πιστεύοντας ότι όλα μεταβάλλονται. Γιατί δε θεώρησα ποτέ ότι η ποίηση είναι ένα δώρο για κάποιον ή κάποιους. Πίστεψα ότι το δώρο της ποίησης είναι ανοιχτό. Δε λειτουργεί όμως έτσι. Γι' αυτό και γράφω στην εφημερίδα. Δεν γράφω για λόγους αισθητικής. Γράφω μέσα από τη μανία που έχω και την έμμονη ιδέα που αρνούμαι να απαλλαγώ από αυτήν, ότι η ποίηση πρέπει να φτάσει παντού. Δεν μπορώ να παραμυθιάζομαι και να έχω ψευδαισθήσεις. Η τραγωδία του ποιητή είναι ότι τα έχει "τετρακόσια". Δεν πετάει στα σύννεφα. Αυτό άργησα να το καταλάβω. Είδα τις τρεις μεγάλες κορυφές: Ο μεν Κατσαρός να ακολουθεί τη γνωστή ιδιομορφία του, ο δε Καρούζος να γίνεται μία πολεμική μηχανή. Οσο για τον Σαχτούρη, να τον βλέπεις μες στο φόβο του. Προσπαθώ να σώσω ό,τι έχει απομείνει μέσα μου. Γιατί αυτό που έχει ένας ποιητής να αντιμετωπίσει, από ένα σημείο και έπειτα, περνάει σε μια κατάσταση ματαιότητας. Γιατί ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε δεν κάνει τίποτε άλλο, κατά βάθος, από το να λατρεύει το θάνατο».

  • Με ποιον τρόπο;

-- «Δεν υπάρχει καμιά δραστηριότητα που να μη λατρεύει το θάνατο. Οι άνθρωποι παραιτούνται πια, δε διεκδικούν. Εχουμε γεμίσει παραιτημένους ανθρώπους. Πρέπει να το αναχαιτίσουμε αυτό. Δεν βλέπω πια ερωτευμένα ζευγαράκια να ανεβαίνουν στου Φιλοπάππου. Βλέπω παιδιά που μοιράζονται την πρέζα ή κάθονται πετρωμένα. Δεν είναι όλη η νεολαία έτσι. Αλλά εκεί που πρέπει να κάνουμε δουλειά είναι σε αυτούς που έχουν ανάγκη, όχι στους άλλους που τα καταφέρνουν.

Πιστεύω ότι ζούμε σε μια εποχή που ματαιώνονται όλα και πρέπει με μία χειρονομία να αναχαιτίσουμε αυτήν την επιθυμία της παραίτησης. Γι' αυτό γράφω. Μ' αρέσει ο ποιητής που θαλασσοδέρνεται σε μια άγρια θάλασσα. Δεν μ' αρέσει η πισίνα. Ο γέρο Εζρα (σ.σ. Πάουντ) αμφισβήτησε τον Ελιοτ λέγοντας ότι "δεν μπορώ πλέον να έχω σχέση με κάποιον που άφησε τη Μούσα για τον Μωυσή».

  • Ποια είναι η θέση του ποιητή σε αυτό το περιβάλλον;

-- «Οπως είπε και ένας σοφός: "Να είμαστε η άμμος στα γρανάζια, όχι το λάδι". Αυτή είναι η καλύτερη λειτουργία του ποιητή σήμερα. Οσο δεν υπάρχει παιδεία, θα έρχονται οι ειδικοί να μιλάνε για ποίηση και οι ειδικοί να γράφουν. Στο δημοτικό τραγούδι όμως, την ώρα της δουλειάς, μοιράζονταν τους στίχους αυθόρμητα και δεν είχαν καμία ανάγκη να πουν ότι "εγώ το έκανα αυτό". Από τη στιγμή που ένας ολόκληρος πολιτισμός καταστρέφει την παιδεία του, πρέπει να αντιμετωπιστούν (σ.σ. οι φορείς του) ως φυσικοί μας εχθροί. Γι' αυτό και μου προκαλούν γέλια οι "οικολόγοι". Γιατί φύση είναι άνθρωπος. Αν θέλουν να υπηρετήσουν τη φύση να ξεκινήσουν από την παιδεία. Εγώ τους οικολόγους τους γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια, γιατί νομίζω ότι με εμπαίζουν. Είναι σα να έχεις θάψει έναν άνθρωπο αφήνοντας μόνο το κεφάλι απ' έξω και να πας να του φυτέψεις ένα δέντρο για να του κάνεις σκιά»...

  • Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 24 Μάη 2009

Thursday, May 21, 2009

Παρουσιάστηκε «Η λέσχη της στιγμής»

  • Πολύς κόσμου παραβρέθηκε στην προχτεσινή παρουσίαση του νέου βιβλίου (μυθιστόρημα) του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη, με τίτλο «Η λέσχη της στιγμής», που πραγματοποιήθηκε σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Ομότεχνοί του, φίλοι αλλά και κόσμος που παρακολουθεί τη δημιουργική του πορεία και τον γνωρίζει μέσα από αυτήν, συναντήθηκαν σε μια ζεστή εκδήλωση, με έντονο το στοιχείο της συγκίνησης αλλά και του χιούμορ.
  • Ο συγγραφέας Λ. Ξανθόπουλος, σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο αυτό «είναι το ιπτάμενο χαλί που ύφανε και στόλισε με ό,τι πιο πολύτιμο είχε ο Κακουλίδης για να το καβαλήσει και να φύγει ψηλά, πολύ ψηλά, πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα που τον γοητεύουν και τον βασανίζουν. Ο Γ. Κακουλίδης καλεί με ομοβροντίες πυροβόλου όπλου σε ένα μνημειώδες προσκλητήριο νεκρών όλους τους νεκρούς του. Ενα πάνθεον ηρώων εξίσου φανταστικοί όσο και απόλυτα πραγματικοί εμφανίζονται. Η γραφή του αναπτύσσεται ως κοχλίας. Ελίσσεται διαρκώς και ξαναγυρνά στον εαυτό της. Καμία έννοια στο βιβλίο δε σταματά, δεν παγώνει και δεν ανακόπτεται. (...) Αναρωτιέμαι μήπως αυτό το βιβλίο, γραμμένο με απίστευτο κέφι, που δεν σε αφήνει ούτε στιγμή να πλήξεις και που εμφανίζεται εξωτερικά σαν μυθιστόρημα δρόμου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ποιητική του ποιητή Γ. Κακουλίδη. Το εγκόλπιο της ποιητικής του που μας το εμπιστεύεται (...)».
  • Αναλόγως, ο συγγραφέας, Β. Τσοκόπουλος αναφέρθηκε στη γραφή του συγγραφέα μέσα από την οποία εμφανίζεται μια «τοπογραφία της Αθήνας», ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στην ποιητικότητά της και στο γεγονός ότι ο Γ. Κακουλίδης κρατά τους «δικούς του αγίους», όχι αυτούς της Εκκλησίας...
  • Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασαν ο Δ. Πιατάς και ο Κ. Τζούμας. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 22 Μάη 2009].

Sunday, January 25, 2009

Τα δώρα του Γιώργου Χρονά

Με αφορμή τη συλλογική έκδοση του Γιώργου Χρονά: «Τα ποιήματα 1973-2008», εκδόσεις «Οδός Πανός»


Τύχη αγαθή το ήθελε να μας επισκεφτούν στο ατελιέ του πατέρα μου κάτω από την Ακρόπολη ο Μιχάλης Κατσαρός συνοδευόμενος από τον Γιώργο Χρονά. Σπάνια ο Κατσαρός μιλούσε τόσο ενθουσιαστικά για κάποιον συνδέοντας την ποίηση με τη συγκρότησή του γενικότερα. Ηταν δικτατορία ακόμα.

Μετά από λίγο καιρό στο ιστορικό βιβλιοπωλείο «Ελπήνωρ» στο Κολωνάκι, η αγαπημένη παρέα - που, αν και έχει χαθεί, την προσκυνώ: Αλέξης Ακριθάκης, Γιώργος Κούνδουρος, Γιάννης Λελούδας και Κώστας Ταχτσής - μιλούσε για μια ποιητική συλλογή που μόλις είχε κυκλοφορήσει και τους είχε προκαλέσει αίσθηση. Ενα αντίτυπο μου το έκανε δώρο ο Ακριθάκης και είδα με χαρά ότι ήταν του Χρονά. Η γραφή του με κατέκτησε αμέσως. Το ζητούμενο σ' ένα βιβλίο είναι η αυθεντικότητα, όλα τ' άλλα τα χαρίζω στους ανέραστους κριτικούς. Ο Χρονάς έκανε γενναία την εμφάνισή του και μ' εντυπωσίασε το γεγονός πως βρέθηκε ανάμεσά μας με ανοιχτά τα χαρτιά του. Εκτοτε παίζει στα ίσα μέσα στο αποτρόπαιο περιβάλλον της λογοτεχνίας, που είναι βαθιά συντηρητικό, γεμάτο ανθρώπους που κρύβονται αδέξια πίσω από τα βιβλία τους, τρελοί και παλαβοί για κοινωνική καταξίωση, ασκούμενοι στην υπομονή εν αναμονή ενός κρατικού βραβείου. Χωρίς να το καταλάβουμε, γεννήθηκε το μοντέλο του ποιητή που έρχεται πάντα από κάποια μακρινή επαρχία για να κερδίσει το πολυπόθητο κέντρο. Πρόκειται για ολέθρια επινόηση της γενιάς του '30, που έκανε πολλές φορές τον Ζήσιμο Λορεντζάτο να παραμιλά όποτε αισθανόταν ότι το κέντρο αυτό κλονιζόταν και κινδύνευε να χαθεί. Η ιστορία του κέντρου δημιούργησε το χειρότερο εμπάργκο στο χώρο των Γραμμάτων. Ορισμένοι ποιητές και μόνο με την παρουσία τους αντιστάθηκαν σ' αυτό, ανάμεσά τους και ο Χρονάς. Οι αποσκευές του έχουν τώρα δεκαοχτώ βιβλία, ποιήματα, πεζογραφία, θέατρο. Τα ποιήματά του σε κάνουν να κοιτάξεις στα μάτια το φίλο σου, τη μάνα σου, την παρέα, τον ίδιο το χώρο που ζεις.

Δεν μπορώ ν' αποφύγω τον πειρασμό να μιλήσω για το περιοδικό «Οδός Πανός», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1981. Μέχρι τότε τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν στη λογοτεχνική πιάτσα ήταν αξιοθρήνητα, χωρίς νεύρο, χωρίς ρίσκο, από παιδιά της κυρίαρχης πραγματικότητας που παραμυθιάζονταν πως μοίραζαν την τράπουλα.

Ηταν κι αυτά μέρος της γενικευμένης ψευδαίσθησης που κερδίζει προσώρας, γιατί δίπλα στους λιγοστούς σημαντικούς δημοσιεύουν και τα ψώνια, νομίζοντας έτσι πως αποκτούν εξουσία.

Το περιοδικό «Οδός Πανός» γεννήθηκε μέσα στον Χρονά από τα πρώτα του ποιήματα, όπως το «Θρήνος για μυημένους ταξιδιώτες»: «Εκείνοι που γεννήθηκαν για ν' ανήκουν στον Κάτω Κόσμο / δε θ' αγαπηθούν όσο και να το γυρεύουν, δε θα / υπάρξουν ποτέ παρά σε κάτι μικρές στο χρόνο / ιστορίες ασήμαντες. Ενα πρωί θ' ακουστεί ο δικός τους / θρήνος στο δρόμο με τα κόκκινα ρόδα, θα φύγουν για τον / Κεραμεικό - μάνες μαύρες, φίλοι μαύροι, τυφλοί οργανοπαίχτες. Η ταφή ήταν εικονική. Αυτοί γεννήθηκαν / για ν' ανήκουν στη γη κάτω από το χώμα (...)».

Ο Χρονάς δημιούργησε με το περιοδικό του ένα καταφύγιο θηραμάτων. Για όλους όσοι δεν πίστευαν ότι οι αλλόκοτες ιστορίες τους χωράνε κάπου, γι' αυτούς που συνεχίζουν τη βεντέτα τους με την πραγματικότητα, για τους αυτόχειρες που δεκαετίες ολόκληρες περνούσαν στα ψιλά των εφημερίδων, για το δικαίωμα κάθε μειονότητας να κάνει την εμφάνισή της στο φως. Ενα περιοδικό με αρχές, όπως αυτές της ιπποσύνης και της καβαφικής ηθικής.

Του Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25/01/2009