Showing posts with label Τριανταφύλλου Σώτη. Show all posts
Showing posts with label Τριανταφύλλου Σώτη. Show all posts

Wednesday, June 30, 2010

Ισμαήλ Κανταρέ

  • Η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου διαφωνεί [σσ. κάπως καθυστερημένα] με την ακύρωση της διάλεξής του στο Μέγαρο Μουσικής
 
  
Τον περασμένο Απρίλιο, ο Αλβανός συγγραφέας     Ισμαήλ Κανταρέ ακύρωσε τη διάλεξή του στο Μέγαρο Μουσικής σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα ρατσιστικά συνθήματα κατά των Αλβανών, τα οποία άνδρες της Μονάδας Υποβρύχιων Αποστολών του Λιμενικού Σώματος φώναξαν στη διάρκεια της παρέλασης της 25ης Μαρτίου. Δεν ήξερα ότι η Μ.Υ.Α./Λ.Σ. εκπροσωπεί την Ελλάδα... Αλλά, αν κάναμε όλοι ό,τι έκανε ο Ισμαήλ Κανταρέ, κανείς δεν θα ταξίδευε σε τούτο τον πλανήτη: οι Αμερικανοί δεν θα επισκέπτονταν ποτέ καμιά χώρα, μιας και παντού τούς θεωρούν φονιάδες των λαών και ηλιθίους· ούτε οι Γερμανοί την Ευρώπη, μιας και οι Ευρωπαίοι τούς κατηγορούν ότι έσυραν την ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους. Με τη λογική και το συναίσθημα του Ισμαήλ Κανταρέ, οι Γερμανοί δεν θα έπρεπε να ξαναπατήσουν το πόδι τους στην Ελλάδα, εφόσον οι Ελληνες έπαθαν νευρική κρίση με τα πρόσφατα δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου. Ομοίως, οι Γάλλοι δεν πρέπει να διασχίζουν τη Μάγχη.

Και καλόν θα ήτο οι Βρετανοί να απομονωθούν στο νησί τους, αφού οι Γάλλοι τούς αντιπαθούν από το σωτήριον έτος 1194, αν όχι από νωρίτερα. Ο Ισμαήλ Κανταρέ, στην επιστολή με την οποία ακυρώνει το ταξίδι του, αναφέρει: «Λόγω των πολύ δυσάρεστων πρόσφατων γεγονότων που συνέβησαν στην Αθήνα και χαρακτηρίστηκαν από ρατσισμό κατά των Αλβανών, αποφάσισα να ματαιώσω την επικείμενη επίσκεψή μου στη χώρα σας. Γνωρίζετε καλά τον θαυμασμό που τρέφω για την ελληνική λογοτεχνία και τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά εκτιμώ ότι μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, που στερείται κάθε ίχνους πολιτισμού, η επίσκεψή μου θα ήταν άκαιρη». Αλλά έτσι δεν πάμε μπροστά? ένας πολυβραβευμένος συγγραφέας θα έπρεπε να το γνωρίζει. Ετσι αντιδρά ο όχλος, ο οποίος είτε κραυγάζει ρατσιστικά συνθήματα (σαν τους προαναφερθέντες υποβρύχιους καταστροφείς), είτε καίει γαλανόλευκες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, έξω από την ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα.

Το επίπεδο της κοινωνικής μας συμπεριφοράς -είτε πρόκειται για τον «όχλο», είτε για «συγγραφείς»- καθορίζεται -λυπάμαι που το γράφω- από τις ιδέες που μας εμπνέουν. Για μεγάλο μέρος της ζωής του ο Ισμαήλ Κανταρέ υποστήριξε το εγκληματικό καθεστώς του Εμβέρ Χότζα: το απαρνήθηκε οψίμως? πιθανότατα, για να ανοίξει ο δρόμος προς τα ευρωπαϊκά και διεθνή βραβεία. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το ήθος του μέχρι τώρα: κινήσεις εντυπωσιασμού, διαφυγή στη Γαλλία λίγους μήνες πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος... Και τώρα, αντί να συμπεριφερθεί με ευγένεια και μεγαλοψυχία, υιοθετεί εθνικιστική στάση και εκφράζει το σύμπλεγμα των Αλβανών που υπέστησαν διακρίσεις στην Ελλάδα. Με λίγα λόγια, εμείς οι Ελληνες συγγραφείς θα μπορούσαμε να τα βάλουμε με την Τουρκία και να κηρύξουμε συγγραφικό εμπάργκο. Ή με τη Γερμανία, διότι το περιοδικό Focus μάς καθυβρίζει. Ή με τις ΗΠΑ, που μας τοποθετούν στη λίστα των χωρών «υψηλού κινδύνου τρομοκρατίας». Συμπεραίνω ότι ο κ. Κανταρέ -όπως πολλοί από μας- δεν έχει βρει τον τρόπο να υπερβαίνει τα σύνορα στο πλαίσιο μιας διεθνιστικής συνεννόησης? τι κρίμα που οι συγγραφείς είναι το ίδιο μισαλλόδοξοι και μυωπικοί με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Και που, επιπλέον, αντιδρούν σαν δύστροπες και ανασφαλείς ντίβες επαρχιακής οπερέτας.

Sunday, June 13, 2010

Το κορίτσι που έπινε μελάνι


  • ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, Ο χρόνος πάλι, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 382
  • «Δεν ήταν μόνο η γεύση του μελανιού από το μελανοδοχείο του πατέρα μου -Parker Blue- και του θείου Μήτσου -Parker Black- που μ' έκανε να πίνω μελάνι. Το μελάνι ήταν μεθυστικό, περιείχε οινόπνευμα... Τον χειμώνα του 1460, στο δωμάτιο του Φρανσουά Βιλιόν, κοντά στη Σορβόννη, έκανε τόσο κρύο ώστε το μελάνι πάγωσε στο μελανοδοχείο του».
  • ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ* Η ΑΥΓΗ: 13/06/2010
Ένας ενδιάμεσος απολογισμός πριν την τελική αποτίμηση. Μια ευκαιρία για αυτοαναλύσεις, ανακλήσεις και αναδρομές. Μια σύνοδος επίλεκτων συγγραφέων, βιβλίων και μυθιστορηματικών ηρώων. Ένα προσκλητήριο αγαπημένων ανθρώπων και τόπων. Το χρονικό μιας ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας, μιας παρατεταμένης, ανήσυχης εφηβείας, μιας ανυπότακτης εξεγερμένης ωριμότητας. Ο χρόνος που έφερε πολλές ζωές, περιπετειώδεις και ασυμβίβαστες και θα φέρει κι άλλες... Και να που η Σώτη Τριανταφύλλου, η πολυγραφότατη συγγραφέας με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο και την έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα, έρχεται με το τελευταίο της βιβλίο να γίνει, κατά μία έννοια, ακόμα πιο οικεία και κατανοητή, ενώ κατά μία άλλη ακόμα πιο αινιγματική, ερμητική και μυστηριώδης. Γράφοντας το βιβλίο αυτό, το οποίο ανήκει στη σειρά «Η κουζίνα του συγγραφέα», αυτοβιογραφείται με ρηξικέλευθο τρόπο και προσεγγίζει την «αλήθεια» της ζωής και της τέχνης της με εξομολογητική και ταυτόχρονα μυθοπλαστική διάθεση. Αφορμής δοθείσης μαγειρεύει με το γνωστό εύγευστο και ευφάνταστο τρόπο μια σειρά ετερόκλητων υλικών, που όμως δένουν σε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Ανακατεύει, σωτάρει και καρυκεύει βιογραφικά στοιχεία, οικογενειακές ιστορίες καθημερινής παράνοιας, μνήμες από τα παιδικά και τα νεανικά της χρόνια. Ανθολογεί σκηνές από τη μακριά και σταθερή θητεία της στον κόσμο της γνώσης, εικόνες της περιπλάνησής της στις πόλεις του κόσμου, καρτ ποστάλ από τους ανοιχτούς ορίζοντες των λέξεων και των ήχων και ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τα λογοτεχνικά και μουσικά τοπία. Μοντάρει αφορισμούς, ρήσεις και ανεκδοτολογικά παραλειπόμενα για συγγραφείς. Παραθέτει γνώμες, κρίσεις και απόψεις για βιβλία, αναλύσεις μυθιστορηματικών ηρώων, σχολιασμούς συγγραφικών τρόπων και τεχνασμάτων. Παρεμβάλλει αποσπάσματα λογοτεχνικών κειμένων της ιδίας και άλλων και αυτοτελή αφηγήματα. Διαχειρίζεται ένα σύνολο από ανεξάρτητες κειμενικές ψηφίδες, που διαβάζονται αυτοτελώς και στοιχίζονται επιμελώς για να σχηματίσουν την απόκρυφη εικόνα της ζωής της.

Η συγγραφέας μάς υποδέχεται στον κόσμο της ξεδιπλώνοντας αναμνήσεις και εμπειρίες, χωρίς τη μελίρρυτη νοσταλγία των ανθρώπων μιας ηλικίας που ατενίζουν το παρελθόν με επιείκεια και μεγαθυμία, χωρίς πάθη και αμφιβολίες, μέσα από το κανοκιάλι της απόστασης. Όχι, η Τριανταφύλλου είναι πολύ νέα για αγιογραφίες και καλλιγραφίες. Αρνείται τους εύκολους συμψηφισμούς, τις εξαγορασμένες βεβαιότητες, την ευεργετική αμνησία που εξωραΐζει και εξαγνίζει. Σαρκαστική και καυστική με τον εαυτό της και τους άλλους, αιρετική με τα στερεότυπα και οργισμένη με τα «κακώς κείμενα» μιας υποκριτικής κοινωνίας συμμόρφωσης και τυποποίησης, δίνει το προσωπικό της στίγμα, από την παιδική της ηλικία μέχρι το σήμερα, ξεναγώντας μας στους σταθμούς και τα τρένα που την ταξίδεψαν. Την φαντάζομαι να ανοίγει με πυρετώδη ανυπομονησία άλμπουμ και αρχεία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, (στο βιβλίο περιλαμβάνεται και φωτογραφικό υλικό που δημιουργεί μια οικειότητα). Να ξεδιπλώνει τον παγκόσμιο άτλαντα, να σημαδεύει με το δάκτυλο στάσεις σε πόλεις, να χαράσσει πορείες και δρομολόγια σε χώρες και ηπείρους. Να ανατρέχει σε βιβλία δικά της και άλλων. Να εναλλάσσει μικρά θραύσματα αλήθειας με επινοημένες καταστάσεις, επώδυνες προσωπικές μνήμες με λυτρωτικές μυθοπλαστικές αλληγορίες, ακολουθώντας τον μίτο να ξετυλίγεται πεισματικά και αργόσυρτα στους λαβυρίνθους της ζωής της. Χωρίς να παραλείπει τους νυχτερινούς εφιάλτες, τις οδυνηρές μνήμες, τις απογοητεύσεις, τις φοβίες κάθε είδους εγκλεισμών.

Παίζει το παιχνίδι της αυτοβιογραφίας χωρίς σοβαροφάνεια, χωρίς να αυτολογοκρίνεται και να ευπρεπίζει την εικόνα της, με την παραδοχή ότι όλα είναι υποκειμενικά και ανεπιβεβαίωτα. Παραδίνει στον αναγνώστη σχεδιάσματα πλοκής, αφηγηματικές εκδοχές, δυνητικά σενάρια. Η αφήγηση ακολουθεί μια γραμμική χρονολογική πορεία, η ακολουθία των συμβάντων όμως διακόπτεται από απρόσμενες παρεμβολές και συνειρμικά ξεστρατίσματα στον κόσμο των λέξεων και της μουσικής Τα προσωπικά γεγονότα ευθυγραμμίζονται και συνδέονται με άλλα έξω από τη σφαίρα του ατομικού, δημιουργώντας μια παρτίδα πιγκ-πογκ ανάμεσα στο εγώ-τότε-εδώ και στο οι άλλοι-αλλού-τον ίδιο χρόνο. Η πραγματικότητα και η λογοτεχνία ανταλλάσσουν υλικό. Οι αναγνωστικές εμπειρίες τροφοδοτούν το βίωμα και αντιστρόφως. Μιλά επανειλημμένα για την έμπνευση, το ύφος, τη φαντασία, την καθημερινότητα του συγγραφέα, για βιβλία που γράφτηκαν, γράφονται ή συνωστίζονται στο μυαλό της περιμένοντας τη σειρά τους.

Στιγμές, έρωτες, συναυλίες, πόλεις, κτίρια, δρόμοι, φίλοι, ελληνικά και διεθνή γεγονότα, συγγενείς, ροκ συγκροτήματα, αυτοκίνητα, πολιτική, στίχοι, ο καημός των θετικών επιστημών, όλα συμφύρονται, διασταυρώνονται, εξηγούνται, δικαιώνονται, στις σελίδες των βιβλίων. Και καθώς η αυτοβιογραφία προχωρά η Σώτη Τριανταφύλλου στέκεται μπροστά μας γήινη και τρωτή, ασκητική και γενναία, κάποιες φορές κυνική και σκληρή, κάποιες άλλες εύθραυστη και αντιφατική, πάντως όχι ανιαρή, άμωμη και αθώα. Ακόρεστη και διψασμένη για ελευθερία, αποφασισμένη να δραπετεύει πάντα έξω από το καβούκι της ανωνυμίας, έξω από το όστρακο της οικογένειας, έξω από το μαντρί της αριστερής συμμόρφωσης. Έξω στο αγιάζι των προσωπικών επιλογών.

Η δομή του αφηγήματος, η αυτοτέλεια των κειμενικών θραυσμάτων, η αντιστικτική παράθεσή τους, προειδοποιεί: Μην πλανάσαι αναγνώστη, δεν είναι παρά μόνο μια ιστορία με πολλά αποδεικτικά και πειστήρια. Μια κάποια εκδοχή ζωής. Εκκρεμούν κι άλλες.

*Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

Friday, May 1, 2009

Σώτη Τριανταφύλλου: «I dance through my life...»

  • Η Σώτη Τριανταφύλλου, συγγραφέας, μεταφράστρια και δημοσιογράφος, χορεύει συχνά ροκ-εν-ρολ, συμβαίνει όμως καμιά φορά να επιδοθεί σε μοναχικό ζεϊμπέκικο. Στο σπίτι της δεν μαγειρεύει ούτε ένα βραστό αυγό, τρεφόμενη «από την καλοσύνη των ξένων»
  • Kοντά στην εξώπορτα του σπιτιού της Σώτης Τριανταφύλλου είναι αραδιασμένα κάμποσα ζευγάρια γόβες στιλέτο. Το μαύρο πέτσινο μπουφάν είναι ακουμπισμένο σε ένα σκαμνί του πάγκου της κουζίνας, ενώ η Μέριλιν, διά χειρός Γουόρχολ, χαμογελά πολύχρωμη πάνω από ένα αγαλματάκι με τους Blues Brothers. Η κουλτούρα του ροκ-εν-ρολ είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα στο διαμέρισμα της Σώτης, ένα βήμα από την πλατεία Εξαρχείων. Παλιά ήταν το ιατρείο των γονιών της. Πριν από κάμποσα χρόνια κάηκε από έκρηξη τηλεόρασης. «Γονική κατάρα...» λέει χαμογελώντας. Βιβλιοθήκες που στενάζουν από το βάρος, και δίπλα στη βεράντα με τα φυτά, το μεγάλο γραφείο με τον υπολογιστή -εκεί γράφει τα δημοσιογραφικά κομμάτια της και τα δεκάδες βιβλία της. Το τελευταίο, με τίτλο «Λίγο από το αίμα σου», από τις εκδόσεις Πατάκη, με μια γλαφυρή ιστορία που ξεκινάει από την αποικιοκρατική Αγγλία καταλήγοντας στην Κένυα, συζητήθηκε πολύ και ικανοποίησε τους θαυμαστές της.
  • Η Σώτη, λεπτή, ψηλή, με κοντό ξανθό μαλλί, είναι λίγο επιφυλακτική στην αρχή, αλλά μετά ξανοίγεται. Μιλά με αυτοπεποίθηση για τη ζωή της, με ήρεμες, σύντομες, έξυπνες φράσεις. Γεννημένη το 1957 στην Κυψέλη, έκανε νωρίς, από τα 13, την επανάστασή της. Η οικογένειά της, «αστική, αριστερή, κατατρεγμένη», πέρασε οδυνηρά χρόνια στη δικτατορία. «Το βίωσαν άσχημα. Δεν είχαν ούτε αυτοσαρκασμό, ούτε χιούμορ, ούτε ειρωνεία, αλλά μια κλάψα νεοελληνική, σε μεσοαστικό πλαίσιο...», λέει. «Ευτυχώς τους απογοητεύσαμε», συμπληρώνει, μιλώντας για τον μικρότερο αδελφό της και για την ίδια, που έφυγε οριστικά από το σπίτι στα 18 της.
  • Εκτοτε, η Σώτη είναι σε διαρκή, ανήσυχη κίνηση, δουλεύει πολύ και μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας, Παρισιού και Νέας Υόρκης, όπου έχει τρία σπίτια, και τρεις ζωές. Εχει περάσει από την ΚΝΕ («από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί», λέει), έχει σπουδάσει Φαρμακευτική, Αμερικανική Ιστορία και Γαλλική Φιλολογία, έχει διασχίσει τις ΗΠΑ κάμποσες φορές, μέσω της μυθικής «route 66», της διαπολιτειακής λεωφόρου που όργωσαν οι μπίτνικ και οι ροκάδες, και ποτέ της δεν παντρεύτηκε, ούτε έκανε παιδιά. Γιατί; «Γιατί το να κάνεις παιδιά είναι μια λειτουργία που ενθαρρύνεται από την κοινωνία, το κράτος και τη γενικότερη προπαγάνδα για το τι έχει νόημα και τι δεν έχει στη ζωή...»
  • Είναι αντεξουσιάστρια; «Οχι. Δεν κατεβαίνω καν σε διαδηλώσεις. Οταν ομαδοποιούμαστε, χάνουμε ένα κομμάτι από τον εαυτό μας -δεν έχω διάθεση να το κάνω αυτό. Και είμαι μάλλον άκακη, νομοταγής. Σέβομαι τον νόμο, ώσπου ν' αλλάξει...», διευκρινίζει. Ωστόσο, δηλώνει μετά παρρησίας «στρατευμένη άθεη» και δεν είναι λίγα αυτά που την εξοργίζουν: «οι λαοπλάνοι παπάδες, η περιρρέουσα βλακεία, η μισαλλοδοξία, οι εθνικιστές, η ξιπασιά, ο σκοταδισμός, οι άρρωστοι και ανόητοι άνθρωποι που μας κυβερνούν...»
  • Σε προσωπικό επίπεδο, η Σώτη είναι ευτυχισμένη: «Δεν ζητώ κάτι άλλο από τη ζωή -εξελίσσομαι ως άνθρωπος, έχω την υγεία μου, δημιουργικότητα και αγαπημένους φίλους». Γι' αυτήν η φιλία είναι η υψηλότερη αρετή, και η διατήρησή της μια «κοπιώδης καθημερινή εργασία». Αντιθέτως, ο έρωτας έχει πιο σύντομη ζωή κι επιπλέον συνοδεύεται από μια σειρά κοινωνικές παγίδες: γάμος, τεκνοποιία...

Προτάσεις βιβλίων από τη Σώτη Τριανταφύλλου
Της άρεσε πολύ το «Προδοσία και Εγκατάλειψη», από τις εκδόσεις Πόλις, της Σταυρούλας Σκαλίδη, που φαίνεται «ένα καινούργιο ταλέντο».
Ξαναδιάβασε την «Οδύσσεια», στη «μεγαλειώδη» μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη.
Της άρεσε τόσο πολύ το «Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Αϊλαντ», του Μαξ Φρις, ώστε το μετέφρασε για τις εκδόσεις Μελάνι.