Showing posts with label Κοτζιά Ελισάβετ. Show all posts
Showing posts with label Κοτζιά Ελισάβετ. Show all posts

Monday, September 7, 2015

Η αίσθηση των πραγμάτων

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06.09.2015 

ΗΛΙΑΣ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ
Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες
εκδ. Κίχλη

​​Η σκιά του θανάτου, το σχήμα της απώλειας, το αίνιγμα του χρόνου κυριαρχούν στα είκοσι τρία μικρά διηγήματα της πέμπτης συλλογής του Ηλία Λ. Παπαμόσχου. Υστερα από αναζητήσεις και πειραματισμούς πολλών χρόνων, ο Βορειοελλαδίτης πεζογράφος μοιάζει να συνέλαβε την κατάλληλη μορφή, τη φόρμα που περικλείει ιδανικά το περιβάλλον, το γεγονός, τον συνειρμό, το αίσθημα και την ιδέα. Διότι αυτό με το οποίο ο σαρανταοκτάχρονος συγγραφέας καταγινόταν δεν ήταν να φτιάξει ένα εξωτερικό τοπίο, κοινωνικές περιπέτειες με τ’ αναπάντεχα γυρίσματα του βίου των ηρώων, αλλά το βάρος της αίσθησης που αφήνουν πίσω τους τα πράγματα, την ανταπόκριση μέσα μας που έχουν οι αναμνήσεις, το ίχνος της παράδοξης εντύπωσης που σχηματίζει ό,τι ονομάζουμε ζωή.

Monday, March 16, 2015

Πρέπει η κριτική να γράφει για «κακά βιβλία»;


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ - ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ
  • Του ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗ
Το κριτικό κείμενο είναι μια αφήγηση αυθύπαρκτη και αυτοτελής και δεν προϋποθέτει, για να σταθεί απέναντι στον αναγνώστη, το βιβλίο από το οποίο αντλεί το ερέθισμα. Με άλλα λόγια, δεν είναι προαπαιτούμενο για την κατανόηση και, γιατί όχι, την απόλαυση ενός κριτικού κειμένου να έχει κάποιος πρώτα διαβάσει το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται και το οποίο αξιολογείται. Με αυτό το δεδομένο, σημαντικότερο για τον κριτικό είναι το κατά πόσον ένα βιβλίο του παρέχει ερεθίσματα, ώστε να «χτίσει» πάνω σε αυτό ή, με αφορμή αυτό, ένα πλούσιο σε ερωτήματα κείμενο. Μπορεί, όμως, ένα πραγματικά «κακό βιβλίο» να αποτελέσει τη βάση ενός ερεθιστικού κριτικού σχολίου;

Sunday, October 24, 2010

Μύθος πολύ κοντά στην αλήθεια

  • ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ 
  • Tης Ελισαβετ Kοτζια, Η Καθημερινή, 24/10/2010
Η διεθνής οικονομική κρίση καλπάζει. Η ελληνική προσφυγή στο ΔΝΤ, οι επαχθείς περικοπές του οικογενειακού βαλαντίου και οι ριζικές μετατροπές του ασφαλιστικού έχουν προκαλέσει αφόρητη πίεση στο αλαφιασμένο κοινωνικό σώμα. Αφίσες, διαφημιστικές καταχωρίσεις και αυτοκόλλητα παρακινούν τους πελάτες των τραπεζών να μην εξοφλούν τις δανειακές τους δόσεις, ενώ ταυτόχρονα ένας διοικητής και ένας γενικός διευθυντής τραπεζών, ένα στέλεχος ξένου οίκου αξιολόγησης και ένας ιδιοκτήτης εισπρακτικής εταιρείας βρίσκονται αποκεφαλισμένοι μέσα σε διάστημα ολίγων εβδομάδων. Τρομοκρατικό χτύπημα νεότευκτης αντισυστημικής ομάδας ή έργο ψυχοπαθούς που επιδιώκει να εκδικηθεί τους υπευθύνους της οικονομικής καταβαράθρωσής του; Το νέο έργο του Πέτρου Μάρκαρη «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» (Γαβριηλίδης, σελ. 428) συνδέει την τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα με τα στερεότυπα της αστυνομικής ιστορίας. Ο πασίγνωστος από τα πέντε προηγούμενα μυθιστορήματα αστυνόμος Χαρίτος μαζί με την υπηρεσία του ξεκινά ένα ξέφρενο κυνηγητό για να εντοπίσει τον δολοφόνο. Και ταυτόχρονα ευχαριστιέται τα αγαθά της οικογενειακής ζωής έχοντας αποκτήσει έναν αξιαγάπητο γαμπρό κι απολαμβάνοντας την κοφτερή γλώσσα και τους μαγειρικούς άθλους της συμπαθούς του συμβίας.
Το μυθιστόρημα του Μάρκαρη αναπαράγει πολλές από τις πρόσφατες κοινωνικές εμπειρίες. Διαδηλώσεις, πορείες, περιγραφή μιας πόλης που κάθε τόσο παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα, αναπαράσταση μιας κοινωνίας που έγινε βουλιμική και έβαλε σε λειτουργία οικονομικούς μηχανισμούς που δεν μπορεί να ελέγξει. Αλλεπάλληλοι κοινοί τόποι με θέμα τους Ελληνες που δεν εργάζονται, τους ξένους που μας επιβουλεύονται, την αισχροκέρδεια των τραπεζών που συσσωρεύουν υπέρογκα οφέλη. Κι ακόμα ευαίσθητα ζητήματα όπως η εθνικά τραυματική θεματική του εκτεταμένου κυκλώματος ντόπινγκ ή η αποκάλυψη της ηθικά κατακριτέας δράσης των hedge funds και των κερδών που υψηλά ιστάμενοι προσπορίζονται προεξοφλώντας τις καταστροφικές οικονομικές επιδόσεις άλλων. Ολα στο μυθιστόρημα είναι φανταστικά. Μοιάζει όμως να βρίσκονται πολύ κοντά στην αλήθεια. Οι διαδρομές στην πόλη και οι ονομασίες των δρόμων είναι πραγματικές. Οι εικόνες των πολυτελέστατων θηριωδών μονοκατοικιών στα προάστια και των ογκωδέστατων τζιπ των ιδιοκτητών τους, τα πισώπλατα μαχαιρώματα των άσπονδων συνεργατών, η διπρόσωπη γλώσσα των αρχηγών και το επιθετικότατο δημοσιογραφικό κυνήγι με πειστικότητα μας τοποθετούν στο αθηναϊκό περιβάλλον.
Περισσότερο απ’ ό,τι σε κάθε άλλο έργο του, στα «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» ο Πέτρος Μάρκαρης επιτυγχάνει να συγχρονίσει τη βαρύτητα των ζητημάτων που εισηγείται με την αφηγηματική τεχνική του. «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας» λέει μια φράση του Μπρεχτ στην «Οπερα της πεντάρας» την οποία ο Μάρκαρης προτάσσει ως μότο. Ή ακόμα, το ήξεραν ή δεν το ήξεραν όσοι έπαιρναν αναβολικά; Και αν ναι, είχαν συναίσθηση των κοινωνικών επιπτώσεων της πράξης τους και της ζημιάς στην προσωπική τους υγεία; Μπορεί ο τόνος του μυθιστορήματος να είναι ελαφρύς. Μπορεί καθένας από τους ήρωες να έχει στην άκρη της γλώσσας του ένα επιμορφωτικό λογύδριο ή μια ξεγυρισμένη ατάκα. Μπορεί με τρόπο μη ρεαλιστικό το απίστευτο αυτό κουβάρι των ασυνήθιστων περιπετειών σιγά σιγά να ξεμπλέκει. Ομως, η αφήγηση επιτυγχάνει έναν αξιοθαύμαστο, διαρκώς επιταχυνόμενο, ιλιγγιώδη ρυθμό, καθώς οι πρωταγωνιστές επιδίδονται σε έναν ανεπανάληπτο αγώνα δρόμου για να προηγηθούν της καταιγιστικής ροής των γεγονότων. Είναι ένας δύσκολος, μαστορικά επινοημένος ρυθμός που αναπαράγει το χάος που ζούμε. Τις ισοπεδωτικές άλλωστε ευκολίες των στερεότυπων κλισέ που κατά κόρον χρησιμοποιούν οι ήρωες του Μάρκαρη (τράπεζες=κλοπή, μπάτσοι=δολοφόνοι), η αφήγηση του μυθιστορήματος τις αντιμετωπίζει με τη φιλάνθρωπη τεχνική των πολλαπλών οπτικών. Το δυσκολότερο όμως επίτευγμα είναι ότι η λύση του αινίγματος των στυγερών δολοφονιών δεν προκύπτει εξωτερικά. (Τίποτα άλλωστε στο μυθιστόρημα αυτό δεν είναι ένθετο, διακοσμητικό, χάριν ατμόσφαιρας - ούτε καν η τυπικά νεοελληνική οικογένεια τού αστυνόμου Χαρίτου.) Αλλ’ αντιθέτως απορρέει μέσω μιας αναπάντεχης τροπής της πλοκής, ως προϊόν, ως παράγωγο, ως γέννημα των στρεβλών κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες κινούμαστε, προκύπτει ως αναγκαία πράξη θυτών που υπήρξαν ταυτόχρονα θύματα και που επιδιώκουν να αποδείξουν άγρια αλλά αποφασιστικά, το πασιφανές που κανένας δεν βλέπει: το ότι έχοντας απολέσει τα ηθικά της ερείσματα, η κοινωνία των δύο τελευταίων δεκαετιών έζησε μέσα σε συνθήκες συλλογικού ψευδαισθητικού ντόπινγκ.

Monday, January 4, 2010

Χρηματοδοτώντας την έρευνα

  • Tης Ελισαβετ Kοτζια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/01/2010

Πώς χορηγούνται οι πανεπιστημιακές υποτροφίες και οι φοιτητικές ενισχύσεις; Η μελέτη της Michele Lamont «How professors think. Inside the curious world of academic judgement» (Harvard University Press, σελ. 330) δίνει μια εικόνα για τις αρχές που εφαρμόζουν οι αμερικανικές ακαδημαϊκές επιτροπές στη διάρκεια των ατελείωτων ωρών που εξετάζουν βιογραφικά, συστατικές επιστολές και προτάσεις ερευνητικών προγραμμάτων. Σύμφωνα με τον κριτικογράφο του TLS Adam Cuper, το κεντρικό συμπέρασμα της συγγραφέως είναι ότι όλες οι επιτροπές επιδιώκουν την υπεροχή, δεν είναι ωστόσο καθόλου αυτονόητο ότι υπάρχει συναίνεση ανάμεσα στα μέλη των διαφορετικών επιστημονικών πεδίων για το τι σημαίνει και πώς κατακτάται η υπεροχή. Η Michele Lamont μελέτησε τη στάση των διεπιστημονικών επιτροπών που χορηγούν υποτροφίες στις ανθρωπιστικές σπουδές και τις κοινωνικές επιστήμες για να διαπιστώσει ότι κάθε κοινότητα ιεραρχεί τις προτεραιότητές της με διαφορετικά κριτήρια. Οι οικονομολόγοι έτσι εκτιμούν τις μαθηματικές αρετές και υποτιμούν τη διερεύνηση γεγονότων. Οι ιστορικοί λατρεύουν τα γεγονότα. Και επειδή είναι σε θέση να διατυπώσουν τι τους αρέσει, τόσο οι οικονομολόγοι όσο και οι ιστορικοί ευνοούνται δυσανάλογα πολύ κατά τη διανομή των υποτροφιών.

Στον χώρο των φιλοσόφων αντιθέτως τα αποτελέσματα είναι πενιχρά, καθώς οι υποψήφιοι δυσκολεύονται να εξηγήσουν το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα ακατανόητα για την πλειοψηφία ερευνητικά τους σχέδια. Αλλες πάλι επιστημονικές κοινότητες πάσχουν εξαιτίας των εσωτερικών τους συγκρούσεων. Οι πολιτικοί επιστήμονες και οι κοινωνιολόγοι λόγου χάρη είναι διχασμένοι ανάμεσα στους υπέρμαχους της δημιουργίας μοντέλων και τους εθνογράφους. Η αμερικάνική ανθρωπολογία και η γεωγραφία που κάποτε συνεργάζονταν είναι επίσης διχασμένες, καθώς οι επιστήμονές τους αισθάνονται ανασφαλείς ως προς την επιστημονική τους ταυτότητα. Οι φιλόλογοι τέλος επιμένουν να απορροφώνται από τις αλληλοϋποκαθιστούμενες θεωρίες οι οποίες αφήνουν στο διάβα τους διαρκείς μνησικακίες. Ανεξαρτήτως πάντως από τις εσωτερικές τους διχόνοιες, όλοι είναι, όπως υποστηρίζει ο Adam Cuper, εξαιρετικά καχύποπτοι απέναντι στα αιτήματα και τις φιλοδοξίες των υπολοίπων επιστημονικών πεδίων. Σύμφωνα ωστόσο με τη μελέτη, η επιστημονική υπεροχή δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Συχνά οι επιτροπές προκρίνουν την κομψότητα και την πρωτοτυπία, αρετές οι οποίες αναπληρώνουν αδυναμίες που είναι δυνατόν να εμφανίζει μια υποψηφιότητα ως προς την επάρκεια της ερευνητικής της μεθόδου. Αλλες πάλι φορές λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της ποικιλομορφίας με αποτέλεσμα να προκρίνονται ερευνητικές προτάσεις γυναικών, εθνικών μειονοτήτων, υποψηφίων από πανεπιστήμια που δεν είναι της μόδας ή και εκπροσώπων επιστημονικών πεδίων και ρευμάτων σκέψης που συνήθως παραμελούνται.

Αλλο κρίσιμο ζήτημα είναι το με ποια κριτήρια συντίθενται οι ίδιες οι επιτροπές χορηγίας με δεδομένο ότι κάθε ακαδημαϊκή προσωπικότητα έχει τις δικές της προτεραιότητες. Εχει εξάλλου παρατηρηθεί ότι οι διεπιστημονικές επιτροπές ρέπουν προς τον φατριασμό. Με ποιον τρόπο τα μέλη των επιτροπών αυτών συνεννοούνται; Οι επιτροπές χορηγιών συγκροτούνται από διοικητικά στελέχη τα οποία επιδιώκουν την επιλογή ακαδημαϊκών που επιδεικνύουν ευρύτητα απόψεων και ευκρίνεια μεθόδου εργασίας σε συνδυασμό με ευελιξία και ταχύτητα. Οταν η επιτροπή συγκαλείται, ο πρόεδρος προσπαθεί να απομονώσει τα τυχόν εριστικά και αναξιόπιστα μέλη ή τους φανατικούς των δικών τους επιστημονικών πεδίων. Στους ακαδημαϊκούς κύκλους άλλωστε αρέσει να αναγνωρίζονται ως έξυπνοι ειδήμονες και ως κοινωνικά ικανοί να αντιλαμβάνονται την οπτική γωνία του άλλου επιδεικνύοντας ταυτόχρονα συμβιβαστικό πνεύμα. Τα καινούργια μέλη γρήγορα αντιλαμβάνονται ότι η διαπραγμάτευση αποδίδει περισσότερο από την αδιαλλαξία. Καθώς άλλωστε τα χρονικά περιθώρια για τη λήψη αποφάσεων εξαντλούνται, τα μέλη των επιτροπών πιέζονται να αποφασίσουν, προκειμένου να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Κι ακόμα το έργο των επιτροπών που η Lamont μελέτησε, θεωρείται πιο εύκολο από το έργο των αντίστοιχων επιτροπών που ρόλος τους είναι να επιλέξουν τους μελλοντικούς ακαδημαϊκούς συναδέλφους τους. Στο κάτω κάτω της γραφής, καταλήγει ο κριτικογράφος Adam Cuper, ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής τους ζωής οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι το περνούν βαθμολογώντας. Και τι διαφορετικό είναι οι αποφάσεις για την χορήγηση υποτροφιών από μια διαδικασία αξιολογικής βαθμολογίας;

Saturday, February 14, 2009

Επικράνθη

Διακρινοντας

Αναδημοσιεύω απόσπασμα κριτικής: «Ισως φανεί παράξενο σε όσους παρακολουθούν την κριτικογραφία της ότι η Ε.Κ. έγραψε ένα βιβλίο που καταπιάνεται με ιδέες· γιατί οι κριτικές της είναι αυστηρά προσηλωμένες στην αισθητική αποτίμηση των λογοτεχνικών έργων (με τα δικά της κριτήρια, εννοείται) και ελάχιστα ή καθόλου δεν ασχολούνται με το πώς αυτά διαλέγονται με το διανοητικό περιβάλλον τους. Στην πραγματικότητα όμως η «στροφή» της έρχεται φυσιολογικά. Κριτικός με εξαιρετικά αναλυτική, ορθολογική σκέψη και στέρεη επιχειρηματολογία, την οποία δεν μπορείς να προσπεράσεις εύκολα ακόμα και όταν διαφωνείς μαζί της, η Κ. δεν είναι από εκείνους τους εστέτ που αερολογούν για την τέχνη σαν να ήταν εκτόπλασμα. Απλώς οι αισθητικές εκτιμήσεις της βασίζονται σε ορισμένες άρρητες και ασχηματοποίητες ώς πρόσφατα αντιλήψεις για τις σχέσεις της λογοτεχνίας (της λογοτεχνίας όχι γενικά, αλλά ως ιστορικά προσδιορισμένου φαινομένου) με τον κόσμο. Αυτές οι αντιλήψεις παίρνουν τώρα, με το εκτενές δοκίμιό της, συγκεκριμένη και σύνθετη μορφή. Και είναι πολύ ενδιαφέρουσες…» Κι ακόμα: «Η Κ. έχει πλήρη επίγνωση, και το δηλώνει στην εισαγωγή, ότι η αντιστικτική μέθοδός της αναπόφευκτα οδηγεί σε σχηματοποιήσεις. Αλλά ας μη μας κάνει η σχολαστική λεπτολογία να χάνουμε το δάσος βλέποντας μόνο τα δέντρα. Η ουσία είναι ότι το σχήμα που εκθέτει η κριτικός, με τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική συνέπεια και ενάργεια λόγου, είναι πειστικό και, από τη σημερινή σκοπιά, πολύ αποκαλυπτικότερο από τις παλιές ιδεολογικές κατηγοριοποιήσεις».

H Ε.Κ. είμαι εγώ. Και τα παραπάνω θερμά λόγια που εξαίρουν την αυστηρή προσήλωσή μου στην αισθητική αποτίμηση, την αναλυτική ορθολογική μου σκέψη, την στέρεη επιχειρηματολογία μου, τη γνωστή αξιοθαύμαστη συλλογιστική μου συνέπεια και τις ενδιαφέρουσες αντιλήψεις μου ανήκουν στον Δημοσθένη Κούρτοβικ – γραμμένα σε κριτικό του σημείωμα που δημοσίευσε στα «ΝΕΑ» στις 5.8.2006 για τη μελέτη μου «Ιδέες και αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι». Ανήκουν, δηλαδή, στο ίδιο πρόσωπο που δυο χρόνια αργότερα (στις 9.8.2008, στις 15.11.2008 και στις 7.2.2009) δημοσίευσε στην ίδια εφημερίδα τρία κείμενα που με εμφανίζουν ως χείριστο δείγμα «εστετίστικα» εφησυχασμένης ακρισίας και ρυπαρότατης προσωπικής ιδιοτέλειας στον χώρο της σύγχρονης κριτικής. Τι μεσολάβησε; Πριν από αρκετά χρόνια είχα δημοσιεύσει μια επαινετική κριτική για το μυθιστόρημά του «Η νοσταλγία των δράκων» το οποίο είχα βρει πρωτότυπο στη σύλληψη και καλλιτεχνικά ώριμο στην εκτέλεση του, έργο («Καθημερινή», 11.6.2000). Την περασμένη άνοιξη δημοσίευσα μια αρνητική κριτική για το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» αναπτύσσοντας τα σοβαρά προβλήματα σύνθεσης, που κατά τη γνώμη μου εμφανίζει το τελευταίο του βιβλίο («Καθημερινή», 18.5.2008). Ο Κούρτοβικ επικράνθη και με κατηγορεί ότι ασκώ «καθεστωτική κριτική» – ότι ασκώ κριτική όχι με τα αισθητικά και ιδεολογικά μου κριτήρια, αλλά ιδιοτελώς για να εξυπηρετήσω κάποιο καθεστώς. Αν πίστευε πράγματι όσα επαινετικά έγραψε για μένα πριν από δύο χρόνια, δεν μπορεί να ισχύουν όσα με μέμφεται σήμερα. Αν πάλι τα έγραψε προσδοκώντας σε κάποια φιλόφρονα ανταπόδοση –προκειμένου να εξυπηρετήσει το καθεστώς του δικού του εαυτού– καλύτερα να το είχε αποφύγει. Ας επιστρέψουμε τώρα στη δουλειά μας.

Ο Αργύρης Χιόνης αποτελεί αξιόλογο μέγεθος στα ελληνικά Γράμματα. Η σαραντάχρονη ποιητική παρουσία του, το ειδολογικό εύρος της μεταφραστικής εργασίας του και η πρωτοτυπία της πεζογραφικής δουλειάς του φανερώνουν έναν ευαίσθητο, επινοητικό και ταυτόχρονα συστηματικό εργάτη της γλωσσικής κατασκευής. Τα έντεκα διηγήματα της συλλογής «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, σελ. 126) φιλοδοξούν να προσφέρουν, όπως ο ίδιος εξηγεί στον πρόλογό του, παραμυθία σε όσους βρίσκονται σε ασύμβατη σχέση προς τα δεσμά της πραγματικής τους ηλικίας. Εμπνευσμένα από τις αφηγήσεις της Κρητικής μαμάς και της νησιώτισσας γιαγιάς του, παραπέμπουν πολύ συχνά στα μαγικά παραμύθια της ελληνικής λαϊκής παράδοσης (όπως άλλωστε και τα εμπνευσμένα σχέδια της Εύης Τσακνιά). Τα πνευματώδη μάλιστα ακροτελεύτια επιμύθια διανθίζουν τα κείμενα με πολύ χιούμορ. Δεν είναι ωστόσο όλα τα πεζογραφήματα εξίσου σημαντικά, καθώς στη συλλογή αυτή ο αφηγητής περισσότερο μοιάζει να ταυτίζεται με τον φυσικό παραμυθά που δεν αφήνει καμιά ευκαιρία προκειμένου να εξιστορήσει, παρά με τον καλλιτέχνη που καταναγκαστικά σβήνει επιλέγοντας αυστηρά μόνο εκείνα που ταιριάζουν στο όραμά του. Κείμενα, ωστόσο, όπως «Το οριζόντιο ύψος», το «Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει» ή το «Αλφειός συν Αρεθώνι» παραπέμπουν στα αξέχαστα πεζά της παλαιότερης συλλογής του «Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς» (1995) και της πιο πρόσφατης «Οντα και μη όντα» (2006).

  • Tης Eλισαβετ Kοτζια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/2009

Sunday, February 10, 2008

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ...

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ. [Tης Eλισάβετ Kοτζιά, Η Καθημερινή, 10/2/2008]. Η τέχνη δεν δημιουργείται εν κενώ. Αποτελεί προϊόν που παράγεται στην κοινωνία αποτυπώνοντας σχέσεις, απεικονίζοντας συνθήκες, εκφράζοντας αξίες, εκφέροντας κρίσεις, διατυπώνοντας ενστάσεις, ενσωματώνοντας ιδεολογίες, διαπαιδαγωγώντας συνειδήσεις. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όσο υφίστανται κοινωνικά αιτήματα –ο ριζικός μετασχηματισμός του καθεστώτος, ο ήπιος εκσυγχρονισμός του, η επιθυμία προάσπισης των αδυνάτων– όσο υφίσταται η βούληση για την πάταξη του κακού, η τέχνη θα εμφανίζεται πάντοτε ως δυνάμει σύμμαχος στον αγώνα για την προαγωγή του αγαθού· και όσο υπάρχει πάλη για την επανόρθωση των δεινών, θα υφίσταται επιθυμία, ευχή, αναζήτηση για τη στρατολόγηση στο πλευρό του δικαίου ενός συμμάχου τόσο ισχυρού όσο η τέχνη. Η πρόσφατη εκλογική άνοδος της Αριστεράς έφερε στο προσκήνιο το παλαιό στρατηγικό αίτημα για την καλλιέργεια αριστερής κριτικής. Πώς αντιμετωπίζουμε σήμερα αυτού του είδους την απαίτηση η οποία, στον βαθμό που γίνει αποδεκτή, αναπόδραστα νομιμοποιεί και το αίτημα για την καλλιέργεια αριστερής καλλιτεχνικής παραγωγής; [περισσότερα ΕΔΩ]
  • Απλώς συγκρατώ το ενδιαφέρον κείμενο της Ελισάβετ Κοτζιά που δίνει αφορμή για πολλές σκέψεις. Κάποια στιγμή θα επιχειρήσω να καταθέσω και τις δικές μου.