Showing posts with label Μπουραντάς Δημήτρης. Show all posts
Showing posts with label Μπουραντάς Δημήτρης. Show all posts

Sunday, January 16, 2011

Δημήτρης Μπουραντάς: «Είμαστε μια χώρα βάτραχος»

Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία τού «Ολα σου τα 'μαθα μα ξέχασα μια λέξη» με πάνω από 170.000 πωλήσεις (και το βραβείο κοινού του ΕΚΕΒΙ), ο συγγραφέας του Δημήτρης Μπουραντάς επιστρέφει με το «Επί σκηνής χωρίς πρόβα» (εκδόσεις «Πατάκη»).
Ο γνωστός καθηγητής μάνατζμεντ και ηγεσίας της ΑΣΟΕΕ, με αυτό το δοκιμιακό μίγμα κοινωνικών επιστημών και αφήγησης, προσπάθησε να φτιάξει ένα εργαλείο επιλογής αξιών και αποφάσεων και ταυτόχρονα να μιλήσει για τον καθημερινό αυτοσχεδιασμό που απαιτεί η σύγχρονη ζωή και... αυτοσχεδιάζει μπρος στο κασετοφωνάκι...
- Πού αποδίδετε την επιτυχία τού «Ολα σου τα 'μαθα...»
«Ηταν απροσδόκητα μεγάλη, αλλά δεν πιστεύω πως είναι ένα άριστο βιβλίο και γι' αυτό πούλησε. Μάλλον ο κόσμος πλέον "ψάχνει μαλλιά για να πιαστεί" που λένε. Ψάχνει ένα διαφορετικό λόγο σε όλο αυτό το ρημαδιό καταναλωτισμού, συνταγών και εφήμερου. Ηταν ένα βιβλίο - υβρίδιο, μια διασταύρωση δοκιμίου και λογοτεχνίας, όπου ο κόσμος απόλαυσε τα διδάγματα, λόγω της ανάγκης του να επαναπροσδιορίσει κάποια βασικά υπαρξιακά ερωτήματα».
- Στην προηγούμενη κουβέντα μας είχατε δηλώσει πως το επόμενο βιβλίο σας θα είναι για το κυρίαρχο μοντέλο πολιτισμού, με το οποίο είχατε πει πως έχετε πρόβλημα. Τελικά αυτό είναι το «Επί σκηνής χωρίς πρόβα»;
«Ναι, πρόκειται ουσιαστικά για μια εξέταση του πυρήνα του μοντέλου πολιτισμού. Αφορά το πώς σκεφτόμαστε και λειτουργούμε, τι επιλογές κάνουμε, πώς καταναλώνουμε, πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, ποιοι είμαστε, ποιος και τι μας καθορίζει. Ανάμεσα στη ρήση του Καμί "η ζωή είναι ένα άθροισμα των επιλογών" και αυτή του Φρομ "είμαστε αποτελέσματα της Ιστορίας και ταυτόχρονα δημιουργούμε Ιστορία" προσπαθεί να καθορίσει τα βασικά στοιχεία του κόσμου όπου ζούμε σε επίπεδο ελευθερίας των επιλογών μας. Να ανιχνεύσει ποιοι από τους περιορισμούς στις επιλογές μας είναι πραγματικοί και ποιοι μέρος μιας πλαστής πραγματικότητας. Αν τελικά είναι όλα ζήτημα τυχαίου και μοιραίου ή επιλογών».
- Το ύφος του όμως έχει ξεκόψει από το λογοτεχνικό τού προηγούμενου. Γιατί;
«Γιατί βασίζεται σε μια σύνθεση κοινωνιολογίας, φιλοσοφίας και ψυχολογίας, γραμμένο με δοκιμιακό αλλά εκλαϊκευμένο τρόπο. Δεν είναι τόσο "εύκολο" όσο το προηγούμενο, αλλά αυτό ήταν απαραίτητο. Γιατί συνθέτει και παρουσιάζει συμπυκνωμένη γνώση που σε άλλα συστήματα εκπαίδευσης την παρέχουν στους ανθρώπους από το σχολείο. Για να κάνουν καλύτερες επιλογές και να ζουν καλύτερα παρά τους κοινωνικούς περιορισμούς. Είναι γραμμένο όμως με τρόπο που να μπορεί να το διαβάσει και ένας έφηβος. Εχει μέσα του το στοιχείο της αφήγησης και του χιούμορ, αλλά αυτό δεν είναι κυρίαρχο. Περιορίζεται σε κομμάτια ανεκδότων και ιστοριών που λειτουργούν σαν παραδείγματα και το κάνουν απλά περισσότερο προσβάσιμο. Η αγωνία μου είναι πως απαιτεί πια μεγαλύτερη προσοχή και συγκέντρωση από ένα ευχάριστο λογοτεχνικό κείμενο για να προσφέρει τις έννοιές του».
- Πώς το επηρέασε η οικονομική κρίση που ξέσπασε όσο γραφόταν;
«Κυρίως ως προς το περιεχόμενο. Κάποιες σύγχρονες έννοιες του μάνατζμεντ, όπως αυτή του "hope", δηλαδή της θετικής ψυχολογίας και της δυναμικής της, του "mindfullness", δηλαδή της εγρήγορσης, της "ανθεκτικότητας" κ.λπ., τονίστηκαν γιατί ένιωσα την ανάγκη τους στο γενικότερο κλίμα και αυτό μου βγήκε στο γράψιμο».
- Ποια είναι η θέση του βιβλίου απέναντι στην κρίση;
«Οτι είναι σημαντικότερο από ποτέ να κάνουμε σωστότερες επιλογές. Για να μπορέσεις όμως να το κάνεις αυτό, πρέπει να αναπτύξεις την υπαρξιακή νοημοσύνη, τη νοητική, κοινωνική, συναισθηματική και πολιτική νοημοσύνη. Αυτός είναι ο στόχος τού "Επί σκηνής χωρίς πρόβα", να γίνει ένα εργαλείο γι' αυτή την αλλαγή. Να πάψει το μοντέλο πολιτισμού να επιβάλλει τις λάθος ανάγκες με λάθος τρόπο. Πρέπει να μάθουμε να ορίζουμε σωστά τα προβλήματα, όπως έλεγε ο Αϊνστάιν».
- Με όρους μάνατζμεντ η ελληνική κρίση ήταν αναπόφευκτη;
«Ηταν φως φανάρι για χρόνια πως πάμε για κρίση. Το έγραφα και στο προηγούμενο βιβλίο, το έλεγα και σε διαλέξεις παλιότερα, πως θα είναι θαύμα όχι να αναπτυχθούμε, αλλά απλά να παραμείνουμε μερικά χρόνια ακόμα σε αυτή την κατάσταση. Είμαστε μια χώρα βάτραχος. Σαν αυτόν του γνωστού παραδείγματος. Αν έριχνες τον βάτραχο ξαφνικά στο ζεματιστό νερό θα καιγόταν, θα πηδούσε και θα γλίτωνε. Αλλά επειδή μπήκε στη χύτρα όταν το νερό ήταν χλιαρό, άρχισε να ζεσταίνεται αργά και όταν πήρε χαμπάρι τον κίνδυνο είχε σχεδόν βράσει και δεν μπορούσε πια να αντιδράσει».
- Το παγκόσμιο «βράσιμο» ήταν δηλαδή ζήτημα πολιτισμού και όχι οικονομίας;
«Στο εξωτερικό, μεγάλα ερευνητικά ινστιτούτα με μετρήσεις ανακοινώνουν επί χρόνια πως παρ' ότι αυξάνεται η κατανάλωση δεν αυξάνεται η ποιότητα ζωής, το "well being". Αυτό σημαίνει πως το μοντέλο κατανάλωσης που ο πολιτισμός μας προβάλλει δεν λειτουργεί πια. Δεν την ψώνισα να ισχυρίζομαι πως έχω την επόμενη μεγάλη ιδεολογία, αλλά λέω πως πρέπει να επανεξετάσουμε τις επιλογές μας και να μάθουμε να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις για να περάσουμε στη μετα-ιδεολογία που θα μας βγάλει από εδώ».
- Βλέπετε την κρίση να φέρνει μια μεγάλη πολιτισμική αλλαγή;
«Η αλλαγή στον πολιτισμό είναι ήδη παγκόσμιο ζητούμενο. Γιατί τώρα με την κρίση φάνηκε το χάσμα ανάμεσα στις υπεραναπτυγμένες τεχνολογικές επιστήμες και τις εγκαταλελειμμένες κοινωνικές. Ειδικά στην απληστία και την αρπαχτή που είναι σύμπτωμα της κρίσης αξιών και εκφράζεται πρώτα στις πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις ανθρωπιστικές σπουδές. Λένε για πλάκα πως για να οδηγείς αυτοκίνητο θες δίπλωμα, ενώ για να κάνεις παιδιά όχι. Ναι, ζούμε σε κοινωνίες που σου μαθαίνουν να οδηγείς, αλλά όχι πώς να γίνεις ο μέντορας του παιδιού σου. Αν τα σχολεία μάς προσέφεραν όσα έπρεπε, δεν θα έπρεπε να γράψω αυτό το βιβλίο. Δεν γίνεται ολόκληρο οικονομικό πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, να μην έχει καθηγητή Φιλοσοφίας και να μη διδάσκει όσα είπε ο Αριστοτέλης για την ηθική».*

Wednesday, April 8, 2009

Ενα αουτσάιντερ της λογοτεχνίας, ο Δημήτρης Μπουραντάς

  • της μαιρης παπαγιαννιδου | το βήμα, Κυριακή 22 Μαρτίου 2009
  • Καθηγητής Μάνατζμεντ στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο ο Δημήτρης Μπουραντάς αναδείχθηκε με το πρώτο του μυθιστόρημα πρωταθλητής των πωλήσεων

http://www.sigmalive.com/files/imagecache/full_image/files/node_images/0/5/4/131054/542176_med.jpg

  • Είναι καθηγητής Μάνατζμεντ στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με διεθνή αναγνώριση, έχει εργαστεί ως στέλεχος, σύμβουλος και εκπαιδευτής για μεγάλο αριθμό ελληνικών και πολυεθνικών επιχειρήσεων, εξειδικεύεται στην ανάπτυξη ηγετικών στελεχών και ομάδων, στη διοίκηση των αλλαγών, στη διοίκηση της εταιρικής κουλτούρας και στη στρατηγική ευθυγράμμιση επιχειρήσεων και οργανισμών. Δεν αποφάσισε ξαφνικά να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες ο κ. Δημήτρης Μπουραντάς. Αλλά ήθελε να γράψει μυθιστόρημα. Θεώρησε ότι το είχαμε ανάγκη εμείς. Το «Ολα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» παραμένει πεισματικά καρφωμένο για δεύτερη χρονιά στην κορυφή των ευπωλήτων της χώρας. Πώς το κατάφερε αυτό; Τα αδιέξοδα και οι ενοχές ενός φτασμένου καθηγητή Πανεπιστημίου και ο νευρικός κλονισμός της αγαπημένης του μαθήτριας είναι τόσο ελκυστικά σαν θέμα; Τον συναντήσαμε σε κεντρικό καφέ της Αθήνας και του ζητήσαμε να μας εξηγήσει το φαινόμενο.
- Τα πρώτα σημάδια έρωτα εμφανίζονται στη σελίδα 227. Και όμως, το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ. Είναι σημάδι των καιρών;
  • «Αυτό ήταν μεγάλη έκπληξη και για μένα. Είναι ένα βιβλίο με συμπυκνωμένες έννοιες, αρκετά διδακτικό, σε βάζει να σκεφτείς. Δεν έχει μέσα καθόλου σεξ, στο τέλος μάλιστα έχει ένα πολιτικό κείμενο. Και είναι από μια άποψη σκληρό αφού μιλάει για το Πολυτεχνείο, τους καθηγητές, τους συνδικαλιστές, δεν αφήνει κανέναν απέξω, δεν λαϊκίζει».
- Είστε εκπαιδευτής ηγετών. Πώς αποφασίσατε να απευθυνθείτε τώρα σε όλους;
  • «Είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε πολύ σημαντικές επιλογές στη ζωή μας σε μια ηλικία που δεν έχουμε τη γνώση. Ταυτόχρονα οι γονείς και οι δάσκαλοί μας επίσης δεν έχουν τη γνώση για να μας προσφέρουν αυτό που λέμε μέντορινγκ/ κηδεμονία, οπότε σκέφτηκα να γράψω ένα μυθιστόρημα σχετικό. Αρχικά έλεγα ότι το target group, η ομάδα στην οποία απευθύνεται το βιβλίο, θα είναι από 17 ως 30 χρόνων. Τελικά έχει διαβαστεί από παιδιά 14 χρόνων ως και ανθρώπους 86 χρόνων. Ενα συγκινητικό μήνυμα πήρα προχθές από μια καθηγήτρια στα φροντιστήρια επί 10 χρόνια: πήγε και διάβασε στην πρώτη τάξη δυο τρεις σελίδες από το βιβλίο και τα παιδιά είχαν χαζέψει. Κάποιο κορίτσι άρχισε να κλαίει. Στην άλλη τάξη μια δεύτερη άρχισε να κλαίει περισσότερο από την πρώτη. Εκεί, γράφει, άρχισα να κλαίω κι εγώ. Είναι απίστευτο το τι υπάρχει πίσω από τις πωλήσεις... Δεν ξέρω αν άλλοι συγγραφείς είναι έτσι ή αν με άλλα βιβλία γίνεται το ίδιο, αλλά το πόσος κόσμος θέλει να με συναντήσει, πόσοι άντρες- άσε τις γυναίκες- μου έχουν πει ότι κλάψανε, είναι απίστευτο. Δεν το περίμενα ποτέ».
- Ισως ο κόσμος αναζητεί κάπου τη λύση των προβλημάτων του. Το βιβλίο σας δίνει λύση;

  • «Δεν ξέρω αν δίνει λύση. Εγώ πιστεύω ότι ο κόσμος, όπως είμαστε σήμερα, έχει ανάγκη από έναν διαφορετικό λόγο ακόμη και στο μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημά μου έχει το εξής χαρακτηριστικό: δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, αλλά είναι διαφορετικό. Ολα τα άλλα μπορεί να είναι καλύτερα λογοτεχνικά, αλλά είναι όλα στο ίδιο μοτίβο. Αυτό έχει ένα διαφορετικό περιεχόμενο. Παλιά λέγαμε “πάνε μπροστά οι άνθρωποι που κάνουν τα πράγματα σωστά”, τώρα λέμε “πάνε μπροστά οι άνθρωποι που κάνουν τα πράγματα διαφορετικά”. Αλλά το πιο σημαντικό, όπως καταλαβαίνω από τα χιλιάδες mail που λαμβάνω, είναι ότι έχει συγκινήσει η ουσία των εννοιών, των αρχών, των διδαγμάτων που έχει μέσα, και όχι η μυθιστορία ή το λογοτεχνικό του κομμάτι».

- Γίνατε στα μάτια μας το ζωντανό παράδειγμα της θεωρίας σας, ο άνθρωπος που θέτει στόχους και τους πετυχαίνει. Εφαρμόζεται το μάνατζμεντ και στη λογοτεχνία;

«Κατ΄ αρχάς καμιά στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θέλω να κάνω ένα μπεστ σέλερ. Ο στόχος να περάσω κάποια μηνύματα μέσα από ένα μυθιστόρημα προέκυψε από μια αίσθηση αποστολής. Σκέφτεται κανείς: Γιατί δουλεύω; Για να βγάλω λεφτά να ζήσω. Πέραν αυτού όμως, οφείλω να εκπαιδεύω όχι μόνο τους φοιτητές που πληρώνουν ή τον κόσμο στις επιχειρήσεις όπου πηγαίνω και με αμείβουν με έναν σκασμό λεφτά. Ως καθηγητής έχω μια ευρύτερη κοινωνική αποστολή, που είναι να βάλω εσένα σε μια καλύτερη κοινωνία. Οχι ανιδιοτελώς. Ιδιοτελώς. Είτε γιατί έχω μια ανάγκη ολοκλήρωσης, είτε γιατί έχω παιδιά και θέλω να ζήσουν σε μια καλύτερη κοινωνία. Και ενώ είχα σκεφτεί να γράψω ένα δοκίμιο με εκλαϊκευμένες κάποιες έννοιες, αυτό δεν μου έλεγε κάτι. Είχα φτάσει σχεδόν σε κατάθλιψη και τελικά ήταν μια άσκηση αυτοψυχοθεραπείας το να γράψω αυτό το βιβλίο».

- Αν όμως δεν το αγόραζε ο κόσμος,δεν θα περνούσε το μήνυμα.Σε ποιο στάδιο σας ήρθε η αναλαμπή για τον τίτλο;

«Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ενας λογοτέχνης πρέπει να βγει έξω από τα στερεότυπα. Ερχομαι πάλι στο μάνατζμεντ, όπου λέμε “να σκεφτόμαστε έξω απ΄ το κουτί”- “think out of the box”. Εγώ έκανα συνειδητή προσπάθεια με τη γυναίκα μου και με τους φίλους μου. Τους έλεγα “θέλω έναν τίτλο out of the box”. Ενα βράδυ που ήμασταν με παρέα και σκεφτόμουν παλιά τραγούδια του Κώστα Χατζή, μου ήρθε στο μυαλό ένα τραγούδι του που είχε μέσα τον στίχο “Ολα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη”. Μόλις μου ήρθε, λέω, αφήστε τα όλα. Αυτός θα είναι ο τίτλος. Είναι υπαινικτικός και περνάει το μήνυμα ότι υπάρχει κάτι διδακτικό στο βιβλίο. Και κάτι ερωτικό ίσως. Αλλά επειδή κανείς δάσκαλος δεν τα ξέρει όλα, το υποδηλώνει με το “ξέχασα μια λέξη”. Μπορεί να πει κανείς ότι κάποια στοιχεία του μάνατζμεντ εφαρμόζονται στη λογοτεχνία. Το μάνατζμεντ σου δίνει εργαλεία για το πώς να γίνεις πιο αποτελεσματικός στον οργανισμό, στο υπουργείο, στο νοσοκομείο, στο πανεπιστήμιο και στην προσωπική σου ζωή. Αρα, γιατί να μη βοηθήσει και τον λογοτέχνη;». - Επαιξε ρόλο η οικονομική κρίση στο να γίνει το βιβλίο σας ακόμη πιο επίκαιρο τώρα;

«Το βιβλίο είχε πάει ψηλά μήνες πριν από την οικονομική κρίση. Γιατί; Αυτό που λέω εγώ είναι το εξής: Η κρίση δεν ήταν ζήτημα καπιταλιστικού συστήματος και μηχανισμών, ήταν ζήτημα κυρίως αξιών και ηγετών. Εχουμε βέβαια τους μηχανισμούς ελέγχου, τις νομοθεσίες, τα χρηματιστήρια, αλλά κάποιοι άνθρωποι είναι από πίσω, σε εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο, στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκτίμησαν καταστάσεις, δεν έπραξαν ανάλογα. Μπορούσαν να το κάνουν, αλλά το αμέλησαν. Από τη στιγμή που το βιβλίο εμπεριέχει- βαρετά ίσως και επαναλαμβανόμενα- κάποιες αξίες, γίνεται σαφέστατα επίκαιρο πλέον». - Πώς αντέδρασε ο επιχειρηματικός κόσμος σε αυτή την απρόβλεπτη επιτυχία σας με ένα μυθιστόρημα;

«Είχα βγάλει ένα βιβλίο πριν από τέσσερα χρόνια με τίτλο “Ηγεσία” και πήγε εξαιρετικά καλά σαν εξειδικευμένο βιβλίο. Λοιπόν, δεν είχε πάρει ούτε ένας επιχειρηματίας τηλέφωνο να μου πει “Μπουραντά, διάβασα το βιβλίο σου, θέλω να σε γνωρίσω”. Με αυτό το μυθιστόρημα, και μόνο μετά τα Χριστούγεννα, με έχουν πάρει έξιεπτά επιχειρηματίες και μου ΄χουν κάνει το γεύμα γιατί διάβασαν το βιβλίο και ήθελαν να με γνωρίσουν. Βλέπουν κι εκείνοι ότι αυτό το σύστημα, έτσι όπως είναι, δεν θα εξασφαλίσει τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Από το μυθιστόρημα κατάλαβα ότι οι ιδέες μου έχουν αγγίξει κόσμο. Αρα, τι συμπέρασμα βγαίνει; Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συζητάνε όπως εμείς τώρα, αλλά δεν έχει βρεθεί μια συγκολλητική ουσία για να τους κάνει μια κρίσιμη μάζα που να έχει επίδραση στην κοινωνία. Το θέμα είναι να κάνεις έναν θεσμό όχι πολιτικό, αλλά να παρέμβεις στην κουλτούρα, στις αξίες. Αυτό είναι που προτείνω σαν ιδέα στο τέλος του βιβλίου».

Thursday, December 18, 2008

Στον Μπουραντά το Βραβείο Αναγνωστών


Τελικά τα sms του κοινού ανέδειξαν φετινό νικητή του Βραβείου Αναγνωστών τον συγγραφέα και καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Δημήτρη Μπουραντά για το βιβλίο του «Ολα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» (εκδόσεις Πατάκη).

Ο καθηγητής Δημήτρης Μπουραντάς ήταν ο νικητής της μάχης των sms με το βιβλίο του «Ολα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη»
Για τέταρτη συνεχή χρονιά το κοινό ψήφισε με το κινητό του, διαλέγοντας ανάμεσα στα 15 υποψήφια βιβλία που είχαν προτείνει οι 150 Λέσχες Αναγνωστών από όλη τη χώρα, για ένα βραβείο που θέσπισε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Το βραβείο απένειμαν στον νικητή η διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ Κατρίν Βελισσάρη και ο πρόεδρός του Πέτρος Μάρκαρης, στο πλατό της εκπομπής «Εχει Γούστο» της Μπήλιως Τσουκαλά στην ΕΤ1, προχθές.

Στο «Ολα σου τα 'μαθα, μα ξέχασα μια λέξη», μια νεαρή πετυχημένη καθηγήτρια σε ψυχολογικό αδιέξοδο γίνεται η ηρωίδα του Δημήτρη Μπουραντά. Στο φλας μπακ της ζωής της οι επιλογές της φοδράρονται από την ανάλυση στρατηγικής του καθηγητή και «μέντορά» της, που την καθοδηγεί σε μια νέα θεώρηση του εαυτού της και του κόσμου γύρω της. Αν και κατηγορήθηκε ως «οδηγός επιτυχίας με λογοτεχνική προβιά», έγινε μπεστ σέλερ στόμα με στόμα, με 12 χιλιάδες πωλήσεις στο πρώτο τρίμηνο κυκλοφορίας του.

Ο συγγραφέας του όμως μας ξεκαθάρισε το καλοκαίρι ότι «...δεν πιστεύω πως υπάρχουν συνταγές για την επιτυχία. Αυτά τα αμερικανικά "10 τρόποι να πετύχετε" είναι "κόλπα" και είναι μαλακίες. Υπάρχουν έννοιες αρχαίες που σε βοηθούν να ανακαλύπτεις την ψυχή σου... και η λογοτεχνική μορφή είναι πολύ πιο εύληπτη και μαθησιακή».

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 18/12/2008