Showing posts with label Νεοελληνικά. Show all posts
Showing posts with label Νεοελληνικά. Show all posts

Thursday, January 31, 2008

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ


ΠΑΝΤΑ θα είναι επίκαιρο το ερώτημα, πολύ περισσότερο σήμερα που τα πράγματα «βράζουν», αν πρέπει ο πνευματικός άνθρωπος να στέκει στο περιθώριο της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Αναμφίβολα, η πεισματική περιθωριοποίηση σημαίνει ηθελημένη εκποίηση της ανεξαρτησίας του πνεύματος, που δήθεν θέλει να παρατηρεί από απόσταση τα τεκταινόμενα στην κοινωνία. Σίγουρα η επιλογή της ουδετερότητας παραπέμπει, εν πολλοίς, στη συμβατική υποκρισία.

Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ο κόσμος έχει ανάγκη από τη γνώμη των πνευματικών ανθρώπων, που έχουν τη δυνατότητα να ξεδιαλύνουν τα πράγματα και να ξεχωρίσουν το επιζήμιο από το χρήσιμο. Ο φωτισμένος πνευματικός άνθρωπος έχει την καθαρότητα (ή τουλάχιστον, πιστεύουμε ότι την έχει) στην καρδιά και στην ψυχή και το άσφαλτο κριτήριο των αξιών της ζωής. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Γιατί, το πείσμα, η εμπάθεια και η μικρότητα είναι βαθιά ριζωμένα και είναι αυτά που ορίζουν το ρόλο του κάθε πνευματικού ανθρώπου. Και ο ρόλος αυτός σήμερα μπαίνει σε κρίσιμη αμφισβήτηση αφού η παράμερη στάση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αλλοτριώνεται η πνευματική υπόσταση κάποιων προσώπων με αντίτιμο το κοντόφθαλμο συμφέρον που μεταφράζεται στο να πουληθούν περισσότερα βιβλία ή ζωγραφικοί πίνακες κ.λπ., το όνομα να διακινηθεί σε όσο γίνεται περισσότερα έντυπα και ακόμα πιο πολλά σαλόνια…
Με πίκρα κρατάμε στην αποθήκη των εμπειριών μας και μια ακόμη: ότι ο πνευματικός άνθρωπος εύκολα εξαγοράζεται! Και εξαγοράζεται όχι γιατί εξαπατάται αλλά γιατί εκούσια γίνεται όργανο των ορέξεων του επιδέξια «στημένου» κόλακα. Γίνεται όργανο και εκποιεί ή απεμπολεί όλα όσα δικαιώματα είχε και μια μακριά αλυσίδα, στο πέρασμα των αιώνων, πνευματικών ανθρώπων πάσχισαν να διατυπώσουν. Όλα αυτά τα δικαιώματα ο σημερινός πνευματικός άνθρωπος τα έχει αλλοτριώσει με το φτηνότερο αντάλλαγμα. – να γίνει αποδεκτός στους κύκλους των πονηρών που ξέρουν να γοητεύουν και, τελικά, να εξανδραποδίζουν.
Και να έλεγε κανείς ότι υπάρχει πείνα! Κάτι, δηλαδή, που θα δικαιολογούσε κάπως τα πράγματα, αφού ο λιμασμένος εξαγοράζεται για ένα κομμάτι ψωμί. Όμως, πείνα δεν υπάρχει. Εκείνο που υπάρχει είναι η λάμψη του μετάλλου για να μην πούμε και του πλαστικού. Και βλέπουμε, δυστυχώς, τον πνευματικό άνθρωπο σήμερα να παραμένει απαθής θεατής μιας κοινωνίας που βράζει ή ακόμα να παρασύρεται σε δικαιοπραξίες εκποίησης όλων εκείνων των στοιχείων που, καλώς ή κακώς, πιστεύουμε ότι είναι κτήμα του: του ήθους και της ανεξαρτησίας της σκέψης. Αυτά τα χαρίζει, χωρίς αιδώ, σε ξεμυαλιστές υμνολόγους. Την κρίση του πνευματικού ανθρώπου επιζητούμε. Την αναζητούμε και δεν τη βρίσκουμε.
Ασφαλώς υπάρχει πληθώρα κριτικών «πνευμάτων», αλλά αυτό είναι δίχως σημασία, αφού ξέρουμε πόσο εύκολα μπερδεύεται στη μέση η προκατάληψη και ο καιροσκοπισμός, με αποτέλεσμα να πηγαίνει περίπατο η κρίση. Και αναρωτιόμαστε, γιατί να περιμένουμε από τον πνευματικό άνθρωπο ενεργό συμμετοχή στα τεκταινόμενα της κοινωνικοπολιτικής ζωής όταν ξέρουμε ότι η «ουδετερότητά» του είναι μια επιλογή που, κατά τα άλλα, θα άρμοζε σε μεταπράτες. Κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πια αν η πνευματική θερμοκρασία της εποχής μας καθορίζεται και στοιχειοθετείται από τους πνευματικούς ανθρώπους ή από τους πολιτικούς ή από τους διαφημιστές. Ο αναχωρητισμός του πνευματικού ανθρώπου είναι ίσως πονηρότατος. Ωστόσο, αν το πνεύμα έχει αξιοπρέπεια, δεν επιτρέπεται σ’ εκείνους που το καπηλεύονται να το ταπεινώνουν κι από πάνω…

Tuesday, November 27, 2007

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΑΣΚΑ!


  • Δεν σε επισκέπτομαι κάπου κάπου. Σε επισκέπτομαι συστηματικά, απλά δεν σχολιάζω πάντα. Το ξέδωμά σου (φτιάχνω λέξεις, υπάρχει αντίρρηση;) είναι επ' ωφελεία μας (μου σίγουρα)… Meniek

Ήταν μια αφορμή για μένα να ξανασκεφτώ, έστω για λίγο, αυτή την εμμονή στη γραφή. Από τότε που «ανακάλυψα» το «μπλογκάρισμα», και δημιούργησα χώρους στο διαδίκτυο που τους διαχειρίζομαι εγώ, νιώθω να απελευθερώνομαι.

Η δουλειά ενός δημοσιογράφου τι υπηρετεί για να θεωρείται και δικαιωμένη; Υπηρετεί την ενημέρωση! Εγώ πλέον δεν είμαι μάχιμος δημοσιογράφος και συνεπώς γράφω, κυνηγώντας την ουρά μου, όπως ο σκύλος. Όσα γράφω για το θέατρο, τα βιβλία, τους συγγραφείς, το περιβάλλον, την πολιτική, τη μουσική, τις τέχνες, είναι βέβαιο ότι δίνουν συγκινήσεις στο λυρισμό που - θέλουμε δεν θέλουμε - είναι ομφαλοσκοπικός. Δεν δίνουν όμως απόκριση στο λογισμό! Παραπέμπουν στο άδηλο που είναι μια υπεκφυγή…

Ωστόσο, η ενημέρωση είναι επικοινωνία. Γι’ αυτό και τα Μ.Μ.Ε. ερμηνεύονται ως Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ή Επικοινωνίας. Η επικοινωνία, λοιπόν, είναι να ψάχνεις το δρόμο των άλλων και να τους βρίσκεις! Να μιλήσεις μαζί τους, να γελάσεις, να νευριάσεις, να αντιδικήσεις, να ενώσετε τις φωνές σας, να αφήσετε τα δρομάκια σας και να ανοίξετε έναν άλλο πλατύτερο δρόμο.

Εδώ που τα λέμε, στις καθημερινές δοκιμασίες του ανθρώπου δεν υπάρχουν και πολλές απαντήσεις ή λύσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που όσο μεγαλώνουν θέλουν να διευρύνουν τον ορίζοντα των γνώσεών τους. Αυτή όμως είναι και η προσωπική τους ταλαιπωρία. Διότι οι γνώσεις συνοδεύονται και από την καλλιέργεια του αισθήματος της αξιοπρέπειας κι αυτό σημαίνει ότι είναι τρομερά δύσκολο να νιώθουν άνετα σε μια κοινωνία, όπου διάφοροι μπεχλιβάνηδες πουλάνε την παλιοπραμάτεια τους, ασυδοτούν, εκδηλώνουν παρεκτροπές, παραχαράξεις, διαστροφές, μεταχειρίζονται νοθείες, υπονομεύουν…

Με όλα τούτα που λέω, κινδυνεύω να εκδηλωθώ ως απολογητής της μετριοκρατίας! Λες και παραπονιέμαι για κάτι... Όχι, δεν είναι έτσι. Απλώς φωνάζω για ν’ ακουστώ. Ε, εσείς οι απ’ έξω! Είμαι κι εγώ εδώ. Χωρίς μάσκα... Κι αυτό το σημειώνω διότι όλοι κυκλοφορούμε με μάσκες. Φοβόμαστε να δείξουμε τον αληθινό εαυτό μας. Κρυβόμαστε και από τον εαυτό μας. Εδώ υποτίθεται ότι έγινε μια ολόκληρη επνάσταση με το ίντερνετ κι ο καθένας γράφει ό,τι θέλει, αλλά δεν τολμάει να πει ποιος είναι! Μπορεί να χαλάει τον παρηγορητικό μύθο των άλλων, αλλά φοβάται για τον δικό του. Όταν φοράει τη μάσκα λέει την αλήθεια ή όταν δεν την φοράει; Το συμπέρασμα είναι ό καθένας έχει και λέει τη δική του αλήθεια! Το μυστήριο που κρύβει η μάσκα, δημιουργεί και θύματα αλλά και υποκριτές.


Monday, November 5, 2007

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ… ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ!

Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ δεν προχώρησε προς τα μπρος με πολέμους, καταστροφές, ερείπια και σφαγές. Προχώρησε για αιώνες διαβάζοντας και γράφοντας, πρώτα πάνω σε πέτρες, έπειτα πάνε σε κηρωμένες πλάκες, έπειτα πάνω σε περγαμηνές παπύρου. Αλλά όμως αυτό – λέει ο Umberto Eco – ήταν υπερβολικός μόχθος. ΄Οταν οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να δένουν μεταξύ τους τα φύλλα, έστω και αν ήσαν ακόμη χειρόγραφα, έβγαλαν ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Και ποτέ πια δεν θα μπορέσουν να απαρνηθούν αυτό το θαυμαστό εργαλείο…
Και βέβαια, το βιβλίο είναι ένα «θαυμαστό εργαλείο» που, αν χρησιμοποιείται, ίσως καταφέρει ο άνθρωπος να υπερβεί το τείχος του «μηδενός», που παριστάνει την άρνηση απέναντι σε μια θέση. Το ζήτημα δεν είναι ότι μ’ ένα βιβλίο μπορεί κανείς να δραπετεύσει, προσχωρώντας σε μια άλλη «παραμυθολογία», αλλά να περάσει σε μια άλλη φάση της ζωής του: να πάψει να αφήνεται στη φυσική οικονομία και να επιχειρεί να στοχάζεται και να προσδιορίζει τις συντεταγμένες εκείνες που θα του επιτρέπουν να λύνει τα προβλήματά του.

Θα λέγαμε, ωστόσο, ότι αν δεν υπήρχαν τα βιβλία δεν θα γνωρίζαμε την ύπαρξη κάποιων ανθρώπων που ο Hugo τους χαρακτήριζε ότι είναι «πραγματικά ωκεανοί». Μέσα στα βιβλία συγκρατήθηκε η σκέψη, η λογοτεχνία και η ομορφιά των ανθρώπων – από τα βάθη των αιώνων. Σκεφτόμαστε μαζί με τον Όμηρο, τον Αισχύλο, τον Shakespeare, τον Goethe, τον Σολωμό, τον Brecht, τον Ελύτη, τον Ρίτσο

Ανοίγουμε τα βιβλία τους και πιάνουμε με τα ακροδάχτυλα ελπίδες, ιδανικά, γνώση, πάθος, ορίζοντες. Κι αυτά είναι αρκετά να μας πείσουν για το προσωπικό μας εφήμερο, αλλά και για το μεγάλο ανθρώπινο καραβάνι που ταξιδεύει από τα βάθη των αιώνων λαχανιασμένο. Κι αν – όπως έγραφε ο Samuel Beckett – είμαστε φτιαγμένοι από λέξεις, τις λέξεις των άλλων, ας διαβάζουμε μην τυχόν και μάθει ο ένας τον άλλον!

Sunday, July 8, 2007

La Fontaine: Το γέλιο είναι η απόλαυση των θεών!

Ένας αμερικανός φιλόσοφος, ποιητής και κριτικός, ο George Santayana (1863-1952) έγραφε στην αυτοβιογραφία (Persons and Places): «Δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στον φιλόσοφο που γελάει και στον φιλόσοφο που θρηνεί: τα ίδια πράγματα που κάνουν τον ένα να γελάει, κάνουν τον άλλον να κλαίει». Μάλλον έχει δίκιο.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στις ειδήσεις των τηλεοπτικών (κυρίως) καναλιών όπου μια είδηση που καταφέρνουμε να ακούσουμε οι δημοσιογράφοι μας την πλασάρουν διαφορετικά - ανάλογα με την κομματική τοποθέτηση. Είναι η λεγόμενη ερμηνεία των γεγονότων. Ο καθένας όπως θέλει ερμηνεύει και αναλόγως γελάει ή κλαίει. Ωστόσο, η είδηση είναι είδηση!

Δε θα απομακρυνθώ από το θέμα μου που είναι το γέλιο. Αυτά που συμβαίνουν γύρω μας περισσότερο προς το γέλιο... φέρνουν! Και να σας πω ότι προτιμότερο είναι να γελάμε. Οι γιατροί (εννοώ οι γιατροί της ψυχής και της καρδιάς) το λένε ξεκάθαρα: Γελάτε, γελάτε, κάνει καλό! Και ο μέγας La Fontaine το έγραψε: «Το γέλιο είναι η απόλαυση των θεών». Ως μικροί θεοί κι εμείς καλό είναι να στραφούμε στις απολαύσεις...

Ο γάλλος ποιητής Jean de La Fontaine που γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1621 και πέθανε στις 13 Απριλίου 1695, ήταν ευρυμαθής και διάσημος βεβαίως για τους Μύθους [Fables] που του εξασφάλισαν αιώνια δόξα. Το υλικό των μύθων του το άντλησε από τον Αίσωπο, τον Οράτιο, την περσική και την ινδική λογοτεχνία (μυθολογία), και αφού το διύλισε με τη δική του γλώσσα και τις προσωπικές του παρατηρήσεις, έδωσε μύθους όπου τα ανθρωποποιημένα ζώα παρουσίασαν χαρακτηριστικούς τύπους όλων των κοινωνικών τάξεων σατιρίζοντας τη συμπεριφορά και τα ελαττώματά τους.

Μια σειρά γραμματοσήμων στην επέτειο των 300 χρόνων από το θάνατό του και για να γιορταστεί ο έξοχος αυτός ποιητής και οι μύθοι του, εκδόθηκε από τη Γαλλία το 1995, καθώς επίσης και μια ταινία για τη ζωή του έχει γυριστεί στη Γαλλία τον περασμένο Απρίλιο (Jean de La Fontaine - le défi, με τον Laurent Deutsch).

Η εικόνα που δείχνει το γραμματόσημο είναι η γνωστή από τον μύθο (και) του Αισώπου και δείχνει ένα κοράκι που άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και κούρνιασε σ' ένα δέντρο. Μια αλεπού, βλέποντάς το και θέλοντας να βάλει χέρι στο κρέας, στάθηκε και το επαινούσε σα μεγαλόσωμο και ωραίο, λέγοντας ότι σ' αυτό αξίζει προ πάντων να βασιλεύει ανάμεσα στα πουλιά κι αυτό θα γινόταν σίγουρα αν το κοράκι είχε και φωνή.
Αυτό, θέλοντας να της δείξει πως έχει και φωνή, παράτησε το κρέας και έμπηξε μια μεγάλη κρωξιά. Τότε έτρεξε εκείνη, άρπαξε το κρέας και λέει: "Κόρακά μου, αν είχες και μυαλό, δεν θα σού 'λειπε τίποτε για να γίνεις βασιλιάς όλων των πουλιών". Ο μύθος ταιριάζει σε άνθρωπο ανόητο [Προς άνδρα ανόητον ο λόγος εύκαιρος].
Δυο τόμοι με τους μύθους του Αισώπου είχαν κυκλοφορήσει παλιότερα από τις εκδόσεις Τολίδη, με το αρχαίο κείμενο, καθώς επίσης εισαγωγή και μεταγραφή στη δημοτική από τον αείμνηστο Τάσο Βουρνά.

Thursday, May 31, 2007

ΘΟΛΟ ΤΟΠΙΟ

Κάποτε υπήρξε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος (όποιος τον ξέρει, έχει καλώς κι όποιος δεν τον ξέρει ας ψάξει να τον μάθει). Το 1962, που λέτε, ο Χουρμούζιος μιλούσε για τη «θερμοπυρηνική» εποχή του και το μηχανισμό της, που ήταν ρυθμισμένος στις στροφές του ταχυπιεστηρίου για να αναδεικνύει από τις στήλες των εφημερίδων τις «αξίες» των πρακτορείων της παραλογοτεχνίας. Έλεγε, λοιπόν, ότι η εποχή του προσφερόταν για τις απίθανες εξακοντίσεις των μετριοτήτων στους θολούς ουρανούς της φήμης, που κατακυρώνει με την ιαχή της επιδοκιμασίας και της ανεξέλεγκτης αποδοχής το κοσμικό σαλόνι.
Έτσι και σήμερα, εκείνος ο αυθεντικός Έλληνας, που ανίχνευσε καλά την ψυχοσύνθεση των συμπατριωτών του, θα υποστήριζε με το πάθος του ότι τα πραγματικά ή καλλιτεχνικά κριτήρια έχουν και αυτά μετατοπιστεί και καταντήσαμε να αναζητούμε τους πνευματικούς οδηγούς μέσα στο συνωστισμό των κοσμικών στηλών ή των λογοτεχνικών διαφημίσεων.
Κι αυτά τα σημειώνω μόνο και μόνο για να γίνει αντιληπτό πόσο απουσιάζουν στην εποχή μας οι διανοούμενοι εκείνοι που θα ορθοτομήσουν το λόγο της αλήθειας και θα ξεκαθαρίσουν με την ευθυκρισία τους το θολό τοπίο, όπου οι πολιτικοί, σε αγαστή συνεργασία με κάποιους εκ των ανθρώπων της ενημέρωσης, μας έχουν αλλάξει τα φώτα.
Οι άνθρωποι των γραμμάτων και γενικώς του πνεύματος και της τέχνης συνωστίζονται στην αγορά και εξομοιώνονται με τους μπεχλιβάνηδες που διαφημίζουν τα προϊόντα τους. Οι προβολείς που τόσο πολύ αγαπούν, φωτίζουν η γύμνια τους. Σημεία και τέρατα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία και μιλάνε μόνο αυτοί που ανέφερα παραπάνω. Όλοι λατρεύουν την τηλεόραση και η θέα του προσκήνιου τους έχει μαγέψει. Οι συγγραφείς ψάχνουν για λιβανωτούς και βραβεία. Όλοι στο κυνήγι της προβολής.

Saturday, May 5, 2007

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ...

Στη διάρκεια των νεανικών χρόνων μου η ενασχόληση με τη λογοτεχνία - ιδιαίτερα με την πεζογραφία - σήμαινε να έχεις διαβάσει κυρίως τα έργα της λεγόμενης γενιάς του τριάντα. Συγγραφείς όπως οι Βενέζης, Τερζάκης, Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Καστανάκης, Πετσάλης, Κοσμάς Πολίτης κ.ά.
Δεν θα κάνω τον γραμματολόγο ούτε θα κοιτάξω κριτικά τη γενιά εκείνη που όπως ξέρουμε ανδρώθηκε γύρω από ένα περιοδικό (Τα Νέα Γράμματα) και ωρίμασε ανάμεσα στα 1930 και 1940 (βλέπε για όλα αυτά: Η γενιά του τριάντα. Ιδεολογία και μορφή του Mario Vitti). Θέλω να πω ότι κανείς δεν μου επέβαλε ντε και καλά να δεχτώ a priori ως σπουδαίους λογοτέχνες τα ονόματα που προανέφερα. Ήταν βέβαιο ότι οι λογοτέχνες εκείνοι είχαν ενδιαφέροντα κοινωνικά, καλλιτεχνικά, γλωσσικά κ.λπ. που αποτυπώνονταν στα έργα τους. Μας είχαν πείσει ότι οι ήρωες των μυθιστορημάτων τους είχαν λόγο ύπαρξης και δικαιολογούσαν την παρουσία τους μέσα στην αφηγηματική δράση. Και φυσικά φαινόταν ξεκάθαρα και γινόταν αισθητή "μια αλλαγή, μια ρήξη με το παρελθόν" (Vitti), ενώ παράλληλα εμφανίζονταν προβληματισμοί που τεκμηρίωναν τη γέννηση μιας νέας συνείδησης, στηριγμένης σε μορφωτικά εφόδια και σε ψυχική διάθεση διαφορετικά από τα πριν γνωστά... Θεωρούσα ότι η λογοτεχνία είναι μια καταφυγή για να φρεσκάρω τη γλώσσα και να νιώσω μια αγαλλίαση που μου έδινε προοπτική και δύναμη...
Τέλος πάντων, ήρθε κάποια στιγμή που όσοι τουλάχιστον είχαμε ενεργό πολιτική δράση και ο μαρξισμός ως θεωρία αποτελούσε όρο sine qua non, σχεδόν προσπεράσαμε αυτούς τους λογοτέχνες, θεωρώντας τους... ξεπερασμένους! Έπρεπε να έρθει ο κατακλυσμός κυρίως της μεταπολιτευτικής λογοτεχνικής παραγωγής και των χρόνων που ακολούθησαν μέχρι σήμερα για να διαπιστώσουμε ότι εκείνοι οι λογοτέχνες εν πολλοίς ήσαν σπουδαίοι. Χρησιμοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο τη γλώσσα. Άλλωστε δεν αναζητούσαμε στα έργα τους μονάχα το μύθο και την εξέλιξή του, αλλά και τις λέξεις, τη γλώσσα!
Κι αν κάνω αυτό το σημείωμα, η αφορμή μου δίνεται με τα έργα κάποιων νέων που βραβεύονται κιόλας και στα οποία απουσιάζουν εντελώς βασικά στοιχεία ενός λογοτεχνήματος. Το ηθικό έρμα, η γλώσσα, η αναζήτηση κάποιας "σταθεράς" στο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας κ.λπ. Ποιο ρόλο "παίζει" σήμερα στα κείμενα των νέων πεζογράφων η γλώσσα; Η τρικυμία στο μυαλό τους που καθημερινά ανακατεύεται από τους "πυροβολισμούς" της τηλεοπτικής αδηφαγίας, παράγει κάποια έργα τα οποία δεν έχουν σχέση με τη λογοτεχνία. Έχουν κάνει τη γλώσσα ένα κουρέλι και τα κομμάτια του τα απλώνουν στις σελίδες των βιβλίων τους. Το όλο θέμα της λογοτεχνικής έκπληξης περιορίζεται στον "πλαστικό" μύθο που μπερδεύεται μ' έναν παροξυσμό ημιμάθειας και αυθάδειας αλλά και σεξουαλικής υπερδιέγερσης. Και οι κριτικοί με τη μονομανία που τους διακρίνει, προσπερνούν το βασικό στοιχείο της γλώσσας που αποτελεί και τον άξονα ενός λογοτεχνικού κειμένου και ανοίγουν τον στόμα τους, θαυμάζοντας. Δηλαδή, λόγου χάρη, πώς αντιμετωπίζει ο νέος συγγραφέας τα ζητήματα της γλώσσας;
Γνωρίζουμε πολύ καλά τα λιβανιστήρια του ενός προς τον άλλον και καταφεύγουν στην παρουσίαση ξένων λογοτεχνών για να στοιχειοθετήσουν τη σοβαρότητα ή την ενημέρωση που δήθεν έχουν για τα διεθνή πράγματα και να φτιάξουν τους καταλόγους με τα "ευπώλητα" και τα υπό βράβευση βιβλία ή αν θέλετε να "οργανώσουν" το σώμα της λογοτεχνίας της εποχής. Γιατί ο αυριανός γραμματολόγος, ο ιστορικός της λογοτεχνίας, θα πάρει τα γραφτά τους και τα βραβευμένα, αλλά κι εκείνα που έχουν τις περισσότερες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες και τα περιοδικά και θα γράψει την "ιστορία"! Αλλά θα γράψει μια ιστορία που δεν θα είναι αληθινή. Διαβάστε, ας πούμε το βιβλίο της νεαράς κ. Κιτσοπούλου (που αποτέλεσε ουσιαστικά και την αφορμή αυτού του σημειώματος), κι ελάτε (με αφορμή αυτό) να ξαναμιλήσουμε...

ΥΓ. Κι όποιος βρει την ευκαιρία ας διαβάσει και μια συνέντευξη της κ. Κιτσοπούλου στον Απόστολο Διαμαντή στο "Ε" (τ. 838) της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (6.5.2007). Με την κ. Κιτσοπούλου, τέρμα... ΕΠΙΣΗΣ, διαβάστε του Διαμαντή και το "Είμαστε έθνος λογοτεχνικό" (HOMO SAPIENS) στο ίδιο τεύχος του "Ε". Ένα σαρκαστικό κείμενο που αποδιοργανώνει τα επιχειρήματα των σοβαροφανών κριτικών και των λογοτεχνιζόντων ανθρώπων του εποικοδομήματος.

Thursday, April 26, 2007

Τα βραβεία του "Διαβάζω"


Να λοιπόν, που δόθηκαν και τα βραβεία του περιοδικού "Διαβάζω". Ήταν μια καλή εκδήλωση σύμφωνα με τα λεγόμενα όσων βρέθηκαν εκεί. Εγώ, για λόγους ανωτέρας βίας, δεν κατάφερα να βρεθώ εκεί παρότι μου είχε σταλεί πρόσκληση - για να έχω και κάποιους λόγους να κάνω κρίσεις.
Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο Μένης Κουμανταρέας τιμήθηκε (μοιράστηκε με μια νεότερη ομότεχνο το βραβείο), είναι παρήγορο. Είναι σπουδαίος συγγραφέας και τη βράβευση τη θεωρώ σαν μια ακόμη χειρονομία τιμής σ' ένα συγγραφέα που έχει μακρά και δημιουργική πορεία στον κόσμο των γραμμάτων μας.
Θυμάμαι, παλιότερα σε μια συνέντευξη που είχα πάρει από τον Γιάννη Κοντό μου είχε πει, μεταξύ άλλων, ότι "τα βραβεία δεν δημιουργούν λογοτέχνες, δεν δίνουν άδεια εισόδου στο ταλέντο που έχει ένας καλλιτέχνης σε σχέση με τη δουλειά του...". Και νομίζω ότι μάλλον έτσι είναι. Γιατί σήμερα αρκετοί θεωρούν πως αν καταφέρουν και πάρουν ένα βραβείο θα μπουν στο πρυτανείο των "μεγάλων". Η καθιέρωση είναι μακρά και επίπονη διαδικασία. Περνά από συμπληγάδες. Μερικοί, βέβαια, είναι τυχεροί ή έχουν, όπως λέμε, το κοκαλάκι της νυχτερίδας και τα πράγματα τους έρχονται ευνοϊκά σχετικά νωρίς. Σε άλλους, η αναγνώριση έρχεται καθυστερημένη.

Tuesday, April 17, 2007

Κρίσεις και κριτικοί...

Το περίεργο είναι ότι όσοι "αντικειμενικά" κρίνουν τα βιβλία και παραθέτουν τις προτάσεις τους, νιώθεις ότι είναι πεδικλωμένοι στα γρανάζια του πολυπλόκαμου μηχανισμού των μέσων ενημέρωσης που έχουν σφιχταγκαλιάσει τους πάντες και δεν αφήνουν για δεύτερες σκέψεις. Όταν ρωτήσεις έναν απλό πολίτη να σου πει το όνομα ενός δημοσιογράφου, αμέσως θα αναφέρει το όνομα κάποιου από τους τηλεπαρουσιαστές των καναλιών. Δεν ξέρει όμως ότι υπάρχουν εξαίρετοι δημοσιογράφοι που τιμούν το επάγγελμα και δεν τους ξέρει παρά μόνο το γραφείο τους!

Έτσι, λοιπόν, αν ρωτήσει κανείς για κριτικούς, αμέσως θα γίνει αναφορά στους φύλακες των οσίων και των ιερών της λογοτεχνίας μας που γράφουν στις μεγάλες εφημερίδες. Ο ένας είναι πολύ σοβαρός και δεν σηκώνει κουβέντα, ο άλλος είναι ξενομανής, ο τρίτος κρατάει ένα τσεκούρι, ο τέταρτος είναι βαρύς σε όλα του και πάει λέγοντας. Με ενοχλεί που δεν έχουν βαρεθεί - αν όχι όλοι, αλλά ορισμένοι - να θυμιατίζουν την παρέα τους και τους "ευλογημένους" κάποιων εκδοτών. Εντάξει, αυτή είναι η άποψή μου και σε όποιον αρέσει. Έτσι, λοιπόν, σκάλιζα κάτι αποκόμματα κι έπεσα στο "La Zyranna" του Νίκου Μπακουνάκη (Το Βήμα, 25 Μαρτίου 2007). Και τι λέει; [Δεν προτείνω να αγοράσετε το βιβλίο της Zyranna Ζατέλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όποιος θέλει δεν θα το αγοράσει και διαβάσει...] Μεταφράστηκε στα γαλλικά, έγραψε ο Μισέλ Βολκοβίτς ενθουσιώδη κριτική κι εμείς δηλαδή πρέπει ν' ανοίξουμε το στόμα; Θα το ανοίξουμε άμα διαβάσουμε και το παρακάτω απόσπασμα [όπου καλούμαστε να κλίνουμε σε όλες τις πτώσεις τη λέξη ΥΠΕΡΒΟΛΗ]:

[...] Η Ζυράννα Ζατέλη αποτελεί σήμερα την αυθεντικότερη φωνή της ελληνικής λογοτεχνίας, με την έννοια ότι είναι η δημιουργός ενός πρωτότυπου, συνεκτικού αφηγηματικού κόσμου. Πιστή στη μεγάλη αφήγηση, έμεινε μακριά από τις ευκολίες του λεγόμενου μεταμοντερνισμού, τις δραματοποιήσεις ή τις αναπλάσεις ιστορικού ή δημοσιογραφικού υλικού, επινοημένου ή όχι δεν έχει σημασία, μακριά από το collage ή το à la manière, τάσεις που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, προκαλώντας απίστευτη κόπωση και δίνοντας μέτρια βιβλία (φυσικά με μια-δυο εξαιρέσεις). Ο μυθιστορηματικός κόσμος της Ζατέλη είναι από μόνος του ένα σύμπαν, μια Zateliland, όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτηρίζει ο μεταφραστής της Μισέλ Βολκοβίτς. Σ' αυτόν τον κόσμο κατοικεί η γλώσσα, η ελληνική γλώσσα, που στο έργο της Ζατέλη παίρνει διαστάσεις ήρωα. Κατοικούν η φύση, το κλίμα, τα ζώα, η βροχή, η καταιγίδα, τα δαιμόνια, όλα σε ρόλους ήρωα κι όχι ως ντεκόρ ή ως φόντο δραματικών περιπετειών. Είναι ένας κόσμος μαγεμένος και ταυτόχρονα απομαγεμένος, όπου δίπλα στους σάρκινους ήρωες στέκουν ισότιμα τα δέντρα ή οι κεραυνοί...

Άντε μετά, να βγεις κι εσύ κι εγώ με κάποιο βιβλίο και να διεκδικήσουμε μια θέση στον λαμπρό ήλιο της ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ λογοτεχνίας! Γιατί φίλοι μου, αν δεν το ξέρατε, ΥΠΑΡΧΟΥΝ μονάχα η Ζατέλη "φυσικά με μια-δυο εξαιρέσεις" [ας μας τις ονοματίσει ο κύριος Μπακουνάκης για να ησυχάσουμε]... Μήπως εννοεί τον Μάτεσι, τον Ελευθερίου, τον Τατσόπουλο, την Καρυστιάνη, την Γαλανάκη, τον Σουρούνη, την Σώτη Τριανταφύλλου, την Αμάντα Μιχαλοπούλου, τον Τάκη Θεοδωρόπουλο, τον Θέμελη, τον Βασίλη Αλεξάκη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου, τη Λένα Διβάνη, τον Χωμενίδη, τον Κορτώ, τον Κουμανταρέα, τον Δημήτρη Νόλλα, τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο... Πού να γράψω τόσα ονόματα...
Κατά περιόδους εμφανίζονται στην επικαιρότητα ορισμένα ονόματα, ησυχάζουν για λίγο καιρό και μετά ξανά στο προσκήνιο. Αρχίζει η ομοβροντία των συνεντεύξεων με τα διάφορα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια να γράφουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι... Το ζήτημα για μένα είναι ότι ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει. ΟΜΩΣ μην κοροϊδεύουμε το κοινό και μη θεωρεί ο καθένας ή η καθεμία ότι στο χέρι κρατούν τη χρυσή πένα και αναγορεύουν αξίες με το άνοιγμα και το κλείσιμο του ματιού. Το γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο μέγας κριτής είναι ο χρόνος. Για όλους και για όλα...

Saturday, March 31, 2007

Ποιο είναι το βιβλίο της χρονιάς;

Το Katoikidio («γλυκούλι, ελεύθερο» κ.λπ.), με καλή διάθεση προφανώς παραθέτει στο blog του τους καταλόγους τριών περιοδικών που δεν είναι παρά τρεις διαφορετικές παρέες, και καλεί όσους θέλουν να ψηφίσουν το καλύτερο βιβλίο. Μα μόνο αυτά τα βιβλία κυκλοφόρησαν; Και ποιος κρίνει ότι μόνο αυτά έπρεπε να περιλαμβάνουν οι κατάλογοι;
Δεν είναι κακό να είσαι σε μια «παρέα» - άλλωστε ο Σαββόπουλος τραγούδησε σχετικά πως την ιστορία τη γράφουν οι παρέες! Αλλά, ποιος μπορεί να μου πει αν αυτός που θα γράψει κάποτε την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας θα έχει μελετήσει όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν κάθε χρονιά στον τόπο μας; Η απάντηση είναι αρνητική και τούτο για λόγους πρακτικούς. Ωστόσο, σωστή δουλειά θα γινόταν αν κάποιος που θα ήθελε να είναι αντικειμενικός, να πάει ν’ αράξει στην Εθνική Βιβλιοθήκη και να κατεβάσει όλα τα βιβλία… Αναλογικά θα μιλούσα και για εκείνους που γράφουν για τα βιβλία της εκάστοτε χρονιάς. Τα έλαβαν ΟΛΑ υπόψη τους, τα διάβασαν, τα ξεφύλλισαν;
Γιατί πώς μπορώ εγώ να εμπιστευτώ τους «κριτικούς» μερικών εντύπων που θέλουν να δημιουργούν λογοτεχνική κίνηση και ζωή μόνον με τις δικές τους προτάσεις; Έγραψε στην Ελευθεροτυπία η κυρία Β.Γεωργ.[ακοπούλου]: «Το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη, Μια ζωή δυο ζωές (Κέδρος), μέσα σε μία μόλις εβδομάδα κυκλοφορίας πούλησε 25 χιλιάδες αντίτυπα…»! Δηλαδή, φαντάζεται κανείς να ορμάνε στα βιβλιοπωλεία 25.000 άνθρωποι για ν’ αγοράσουν ένα συγκεκριμένο βιβλίο; Τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο κι ο εκδότης δεν έχει παρά να κάνει μια τηλεοπτική διαφήμιση με ένα πλήθος 25 χιλιάδων ανθρώπων έξω από τα βιβλιοπωλεία με πλακάτ, πανό κ.λπ. με τη φωτογραφία του Θέμελη και το εξώφυλλο του βιβλίου του...
Οι πωλήσεις θα πολλαπλασιαστούν γιατί εδώ στη χώρα όπου ανθεί η "φαιδρά πορτοκαλέα" όλα μπορεί να συμβούν, αφού εξ ακοής μόνο τρέχουν σαν πρόβατα, αγοράζοντας βιβλία τα οποία θα στολίζουν τη βιβλιοθήκη τους σπιτιού τους χωρίς να κάνουν τον κόπο ποτέ να τα διαβάσουν. [Κάποτε θυμάμαι είχε γίνει πολύς θόρυβος για το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο Το όνομα του ρόδου κι έτρεχαν πατείς με πατώ σε ν' αγοράσουν το πολυσέλιδο βιβλίο (προς μεγάλη ικανοποίηση των εκδοτών). Αμφιβάλλω αν το διάβασαν οι μισοί απ' όσους το αγόρασαν τότε... Βέβαια τον Έκο τον εκτιμώ απεριόριστα, αλλά απλώς επισημαίνω το φαινόμενο].
Στο Έθνος πριν λίγο καιρό γράφτηκε για το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου H γυναίκα που πέθανε δύο φορές, ότι «την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του, από το Mεταίχμιο, απλώθηκε στα βιβλιοπωλεία σε 21.000 αντίτυπα και αναμένεται έως αύριο να φτάσει σε παραγγελίες τα 25.000…»! Προσέξτε τι γράφει: «Αναμένεται…». Δηλαδή προεξοφλείται το ξεπούλημα!
Για το βιβλίο του Ελευθερίου O Kαιρός των Xρυσανθέμων γράφανε: «Το μυθιστόρημά του που ξεπέρασε τα 45 χιλιάδες αντίτυπα έως τώρα…» (Ελευθεροτυπία, 9.6.2005), (το μυθιστόρημα έχει ήδη ξεπεράσει τα 50.000 αντίτυπα…» (Έθνος, 8.12.2005)… Κι εδώ προσέξτε με πόση άνεση γράφεται το "ξεπέρασε". Αφού μιλάνε για τόσο μεγάλα νούμερα γιατί δεν τα σημειώνουν επακριβώς; Προφανώς ο εκδότης γνωρίζει τα νούμερα, αφού έχει στη διάθεσή του τα σχετικά δελτία αποστολής-τιμολόγια. [Για να μην πω ότι αμφιβάλλω αν λένε τα ίδια και στην Εφορία...]
Αν παραθέσω παρόμοια δημοσιεύματα και για βιβλία άλλων προβεβλημένων συγγραφέων ο κατάλογος θα είναι μακρύς. Κλείνοντας εδώ θα σας πω το εξής: Μιλώντας προσφάτως με έναν εκ των υπευθύνων λογοτεχνικού περιοδικού που προτείνει τα βιβλία της χρονιάς, μου είπε ότι το δικό μου βιβλίο βρίσκεται κάπου καταχωνιασμένο σε μια από τις πολλές στίβες βιβλίων στο γραφείο του κι ότι θα το δει εν καιρώ, αφού είναι πολύ απασχολημένος και με προσωπικά του προβλήματα. Τότε, λοιπόν, πώς προτείνει βιβλία αγνοώντας το δικό μου και ένα σωρό άλλα βιβλία τα οποία ενδεχομένως να αποκαλύψουν ένα συγγραφικό φαινόμενο;
Τέλος πάντων, δεν πρόκειται ποτέ να λάβω απαντήσεις ούτε να λύσω τα προβλήματα που έχουν οι διάφοροι συγγραφείς. Εγώ, προσωπικά, έγραψα ένα βιβλίο γιατί έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου και το κέρδισα. Από εκεί και πέρα, το πεδίο δόξης είναι ελεύθερο για όλους αυτούς τους "επαγγελματίες" γραφιάδες που επιζητούν την εύνοια των δημοσιογραφίσκων που θέλουν να κουλαντρίζουν τη λογοτεχνική ζωή του τόπου, που συνωστίζονται στα γρανάζια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου επαιτώντας να μεταφραστούν σε μια ξένη γλώσσα (έχουν "φαγωθεί" με τις μεταφράσεις κι αυτό το δέχομαι στο μέτρο που τους προσπορίζει η μετάφραση κάποιες παραπάνω εισπράξεις) και να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για να συμμετάσχουν σε κάποια εκδήλωση σχετικά με το βιβλίο τους και τη νεοελληνική λογοτεχνία, που διαγκωνίζονται για τις διάφορες θέσεις στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών τους, για θέσεις στις επιτροπές βραβείων του υπουργείου Πολιτισμού ή ακόμη και για θέσεις σε διάφορους οργανισμούς του δημοσίου. Το ζήτημα είναι ότι πάντοτε βρίσκουν συμμάχους, οπαδούς και χειροκροτητές...