Showing posts with label Καραπάνου Μαργαρίτα. Show all posts
Showing posts with label Καραπάνου Μαργαρίτα. Show all posts

Friday, December 5, 2008

Μαργαρίτα Καραπάνου: Αιρετική και πρωτοπόρος

Αιρετική και πρωτοπόρος

«Ο Θεός ήταν κουρασμένος… Εβλεπε τη Γη του και πώς είχε καταντήσει… Οι άνθρωποι τον είχαν προδώσει. Αποφασίζει λοιπόν να στείλει στη Γη ένα Θεό καινούργιο, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους, τον Θεό που θα τους άξιζε. Εσκυψε τότε στη Γη κι έκανε εμετό». Αυτό ήταν το ξεκίνημα στο μυθιστόρημα «Υπνοβάτης» (Καστανιώτης 1997) που θεωρήθηκε το καλύτερο βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου και ένα από τα σημαντικά έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ενα βιβλίο για κάποιους αιρετικό, αλλά σε κάθε περίπτωση ανατρεπτικό, στο οποίο ίσως όχι ο Θεός αυτοπροσώπως, αλλά σαφώς η ίδια η συγγραφέας «ξερνάει» την οργή και την αηδία της πάνω από ένα ελληνικό νησί, όπως είναι η συνέχεια του έργου. Ενα κείμενο σαφώς ανατρεπτικό, όπου αμφισβητεί όλη την αισιοδοξία που αναπτύχθηκε, στο ποιητικό πεδίο, από τη γενιά του ’30 και έφτασε στο αποκορύφωμά της με την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

H κριτική στην Ελλάδα στάθηκε επιφυλακτική απέναντί της σε αντίθεση με το εξωτερικό. Οταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (εκδόσεις Καστανιώτη, 1997), ο διακεκριμένος Αμερικανός συγγραφέας John Updike της έγραψε μια εξαιρετική επιστολή όπου συγκρίνει τη γραφή της με εκείνη των Proust, Kosinsky και Lewis Caroll. Η ίδια η συγγραφέας άλλωστε είχε εκφράσει την πικρία της για την κριτική στην Ελλάδα, σε αντιδιαστολή με την Αμερική, και διαπίστωνε σε συνέντευξή της: «Στην Ελλάδα πάντα θα ψάχνουμε για το ψεγάδι».

Αν μιλάμε για τους «καταραμένους ποιητές», στην περίπτωση της Μαργαρίτας Καραπάνου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «καταραμένους λογοτέχνες». Επιπρόσθετη παράμετρος το «πέρασμα» στην αντίπερα όχθη, της τρέλας, με την οποία η σχέση της λογοτεχνίας ήταν ανέκαθεν ισχυρή. Από τους κλασικούς μέχρι τους υπερρεαλιστές. Τη μανιοκαταθλιπτική εμπειρία διαχειρίστηκε λογοτεχνικά και με εξαιρετική ειλικρίνεια στο βιβλίο της «Ναι» (εκδόσεις Ωκεανίδα), το οποίο έγινε και θεατρικό έργο.

Η σχέση με τη μητέρα της, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, καθόρισε τη συγγραφική πορεία και «στοίχειωσε» τη ζωή της. Θραύσματα της σχέσης τους συγκεντρώνονται στις σελίδες του βιβλίου «Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς» (Καστανιώτης 2008), που επιμελείται η καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Φωτεινή Τσαλίκογλου και στενή της φίλη, μέσα από την αλληλογραφία της Μαργαρίτας Λυμπεράκη με την κόρη της.

Την ίδια ουσιαστικά περίοδο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα το βιβλίο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» που περιλαμβάνει ημερολογιακά της κείμενα από το 1959, όταν σε ηλικία 13 ετών ακολούθησε τη μητέρα της στο Παρίσι.

Ο υπουργός Πολιτισμού κ. Μιχάλης Λιάπης εξέφρασε στους οικείους της τα συλλυπητήρια για την απώλειά της και δήλωσε μεταξύ άλλων: «Η Μαργαρίτα Καραπάνου υπήρξε μια συγγραφέας παγκόσμιας εμβέλειας. Πολλές φορές έκανε την Ελλάδα περήφανη, καθώς το έργο της απέσπασε διεθνή βραβεία. Θα τη θυμόμαστε πάντα».

- Η κηδεία της γίνεται σήμερα στις 2 το μεσημέρι από το Α’ Νεκροταφείο.


ΠΑΣΑΜΙΧΑΛΗ ΕΛΠΙΔΑ, Ελεύθερος Τύπος, Παρασκευή, 05.12.08

Thursday, December 4, 2008

Μια ιδιαίτερη τροχιά στη νεοελληνική λογοτεχνία


Από το πρώτο της βιβλίο "Η Κασσάνδρα και ο λύκος" (1976), που μεγάλη έκπληξη προκάλεσε στην εγχώρια λογοτεχνική κοινότητα στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι την κυκλοφορία των Ημερολογίων της υπό τον εύγλωττο τίτλο "Η ζωή είναι αγρίως απίθανη", πριν από λίγες μόνον ημέρες, η Μαργαρίτα Καραπάνου διέγραψε μια εντελώς προσωπική τροχιά στη νεοελληνική λογοτεχνία, κέρδισε τα εύσημα μεγάλων της γραφής, πάλαιψε με τα δικά της δαιμόνια, αναμετρήθηκε με τη βάσανο της ψυχής κι έφυγε ξαφνικά στα 62 της χρόνια, αργά προχθές το βράδυ στην εντατική του Γενικού Κρατικού Αθηνών.

Με έναν άνεμο κοσμοπολιτισμού αλλά και μια θλίψη στο βλέμμα, στο έργο της τα αποτύπωσε και τα δύο είτε επιχειρώντας το ρέκβιεμ στην παιδική ηλικία με την "Κασσάνδρα και ο λύκος" που επαινέθηκε από τον Τζον Απντάικ, είτε στον "Υπνοβάτη" που τιμήθηκε με το γαλλικό "Βραβείο Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος" υπερισχύοντας πολύ σημαντικών υποψηφίων σαν τον Πέτερ Χάντκε, τον Φίλιπ Ροθ, την Πατρίτσια Χάισμιθ, την Τζόις Κάρολ Όουτς, είτε με το καταφατικό "Ναι" και το "Μαμά", είτε τολμώντας να εκδώσει τα σπαρακτικά ημερολόγια της, αυτά στα οποία κατέγραφε όσα συνέβαιναν γύρω και μέσα στην ψυχή της από τα 13 ώς τα 33 της χρόνια.

"Πρέπει να διαβάζει κανείς την Καραπάνου όπως διαβάζουμε τον Ρεμπό ή τον Μπλέικ, όπως κοιτάμε την απόλυτη ομορφιά στο μάτι ενός τίγρη. Αυτή η εμμονή να μας απογυμνώνει απόλυτα από τα καθημερινά μας ρούχα, από όλες αυτές τις γελοίες μάσκες, αυτή η εμμονή την κάνει εκπληκτική συγγραφέα" έγραφε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέρομ Τσάριν. Ήταν την εποχή που ο "Υπνοβάτης" της βραβευόταν στο εξωτερικό γοητεύοντας την κριτική επιτροπή. Γενικότερα ο ξένος τύπος αλλά και διάσημοι συγγραφείς δεν δίστασαν να την συγκρίνουν με τον Προυστ, τον Κοζίνσκι, τον Κάρολ, τον Μπέκετ και τον Κάφκα.

Πιο αμήχανη η κριτική στην Ελλάδα, καθώς τα μοντερνιστικά στοιχεία στο έργο της δεν μπορούσαν εύκολα να ενταχθούν στις όψιμες συλλογικότητες της μεταπολίτευσης. Ωστόσο ουδείς μπόρεσε να παρακάμψει τα βιβλία της, στα οποία η έντονες ψυχικές μεταπτώσεις αποτυπώθηκαν ως υψηλές στιγμές λογοτεχνικής δημιουργίας.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1946, αλλά μεγάλωσε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, ακολουθώντας τη μητέρα της, επίσης γνωστή συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Σπουδασε φιλοσοφία και κινηματογράφο στο Παρίσι και εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. "Η Κασσάνδρα και ο λύκος", το πρώτο της βιβλίο, κυκλοφόρησε το 1976 (Καστανιώτης) και ακολούθησαν "Ο υπνοβάτης" (Καστανιώτης 1997) και "Rien ne va plus" (Ερμής 1991), τα οποία κυκλοφόρησαν επίσης στην Αμερική, την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και πολλές άλλες χώρες. Στη συνέχεια εκδόθηκαν τα "Ναί" (1999), "Μαμά" (2004) μετά το θάνατο της μητέρας της, η δημόσια εξόμολόγηση "Μήπως" μαζί με την Φωτεινή Τσαλίκογλου, και πριν από μερικές ημέρες τα Ημερολόγια 1959-1979 "Η ζωή είναι αγρίως απίθανη".

Η κηδεία της Μαργαρίτας Καραπάνου θα γίνει την Παρασκευή στις 2 το μεσημέρι, από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

* Τη συνέντευξη που παραχώρησε η Μαργαρίτα Καραπάνου στην εκπομπή "Η ζωή είναι αλλού" της Εύης Κυριακοπούλου προβάλλει εκτάκτως η ΕΤ-1 σήμερα, ώρα 19.00.

Π. Κρημνιώτη, Η Αυγή, 04/12/2008

Wednesday, December 3, 2008

«Εφυγε» η Μαργαρίτα Καραπάνου

Η Μαργαρίτα Καραπάνου, η συγγραφέας του «Υπνοβάτη» και της «Κασσάνδρας», δεν υπάρχει πια. Εσβησε στα 62 της χρόνια, προχτές, στην Εντατική του Γενικού Κρατικού, όπου νοσηλευόταν με αναπνευστικά προβλήματα. Η κηδεία της θα γίνει αύριο το μεσημέρι, στο Α` Νεκροταφείο. Κόρη της συγγραφέως Μαργαρίτας Λυμπεράκη, γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Ελλάδα και τη Γαλλία και σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι. Δούλεψε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», που δημοσιεύτηκε αρχικά σε Αμερική, Αγγλία και Γαλλία και ύστερα σε Ελλάδα, Σουηδία, Ισραήλ, Γερμανία και Ολλανδία, αποσπώντας θερμούς επαίνους από καταξιωμένους κριτικούς και συγγραφείς. «Ο υπνοβάτης» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της. Εκδόθηκε στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στην Ισπανία και την Ολλανδία και, το 1988, στο Παρίσι, τιμήθηκε με το «Βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος». Ενα βραβείο που επίσης έχει δοθεί στον Laurence Durell, στον Borges, στον Στρατή Τσίρκα και τον Gabriel Garcia Marquez. To «Rien ne va plus» υπήρξε το τρίτο της μυθιστόρημα, που εκδόθηκε στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Πιο πρόσφατα είχε εκδώσει το «Ναι» (1999) και τη «Μάνα» (2005), βιβλίο στο οποίο «η θεωρούμενη ως κατεξοχήν ιερή, ανιδιοτελής και αθάνατη σχέση μάνας - κόρης εμφανίζεται περίπλοκη και οδυνηρή». [Ριζοσπάστης, Πέμπτη 4 Δεκέμβρη 2008]

Εφυγε από τη ζωή η Μαργαρίτα Καραπάνου

Η δημιουργός του «Υπνοβάτη», μια μελαγχολική και ιδιότυπη συγγραφέας με έντονα ψυχαναλυτικά στοιχεία στο έργο της, έσβησε στα 62 της στο νοσοκομείο. «Ο Θεός ήτανε κουρασμένος». Ήταν η πρώτη φράση του «Υπνοβάτη», του καλύτερου βιβλίου της Μαργαρίτας Καραπάνου και ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Η Μαργαρίτα Καραπάνου, μία μελαγχολική και ιδιότυπη συγγραφέας, με έντονα τα ψυχολογικά και ψυχαναλυτικά στοιχεία στο έργο της, σιώπησε.

Εφυγε από τη ζωή η Μαργαρίτα Καραπάνου

Άφησε χθες την τελευταία της πνοή στην εντατική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου της Αθήνας, σε ηλικία 62 ετών, από εγκεφαλικό. Εισήχθη στο νοσοκομείο με σοβαρά επιβαρημένους τους πνεύμονές της.

Μία κοσμοπολίτισσα, μία όμορφη γυναίκα, μία φανατική καπνίστρια, με μία σχέση πάθους, ίσως και μίσους, με τη μητέρα της, την επίσης συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, ήταν η Μαργαρίτα Καραπάνου.

«Επιθυμία για επιθυμίες. Η Ελλάδα. Και έπειτα να σταθώ στα πόδια μου μόνη μου. Να με ανακαλύψω για να με χάσω. Ποτέ δεν με ανακάλυψα για να με χάσω, να μπορέσω να με ξεχάσω, δηλαδή να αντικρύσω και να αγαπήσω τους άλλους», γράφει το '67, σε ηλικία μόλις 21 ετών.

Το διαβάζουμε στο τελευταίο της βιβλίο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» που κυκλοφόρησε, πριν μπει στην εντατική, από την «Ωκεανίδα».

Εδώ η Καραπάνου σαν μια τελευταία κατάθεση δημοσιοποιεί τα ημερολόγια που κρατούσε επί 20 χρόνια μεταξύ '59 και '79 (από 13-33 ετών) από το Παρίσι, όπου ζούσε με τη μητέρα της μέχρι να γράψει τον «Υπνοβάτη».

Επίσης, λίγες ημέρες πριν από το τέλος, η Καραπάνου έβγαλε στο φως και τις επιστολές της μητέρας της προς αυτήν (εκδόσεις Καστανιώτη). Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή, στο Α' Νεκροταφείο, γύρω στις 3 το μεσημέρι (η ώρα δεν έχει ορισθεί ακόμη ακριβώς).

Η Μαργαρίτα Καραπάνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Μεγάλωσε στην Ελλάδα και στη Γαλλία, όπου ακολούθησε τη μητέρα της, συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, σε ηλικία 13 ετών. Σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι και εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα.

Εκανε έναν σύντομο γάμο. Τα πρώτα βιβλία της «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», «Ο υπνοβάτης» και το «Rien ne va plus» εκδόθηκαν στην Ελλάδα και μεταφράστηκαν στις ΗΠΑ, Γαλλία, Αγγλία, Σουηδία, Ισραήλ, Γερμανία, Ολλανδία και Ιταλία.

Σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Τζον Απνταϊκ τη συγκρίνουν με τον Προυστ, τον Κοζίνσκι, τον Κάρολ, τον Μπέκετ και τον Κάφκα. Μάλιστα ο Απνταϊκ σε επιστολή του συμπληρώνει: «Εσείς όμως έχετε βρει εδώ (Η Κασσάνδρα και ο Λύκος) μιαν αλήθεια, που κανένας απ' αυτούς τους τρεις συγγραφείς δεν έπιασε». «Ο Υπνοβάτης» τιμήθηκε το 1988, στο Παρίσι, με το «Βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος», βραβείο που έχει δοθεί σε συγγραφείς όπως ο Λόρενς Ντάρελ, ο Μπόρχες, ο Μάρκες και άλλοι. Η Μαργαρίτα Καραπάνου έγραψε ακόμα τα έργα «Ναι», «Lee και Lou», «Μαμά», «Μήπως;».

Πέθανε η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου


Σε ηλικία 62 ετών έφυγε από τη ζωή η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου μετά από ολιγοήμερη νοσηλεία στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου της Αθήνας.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι.

Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή από το Α' Νεκροταφείο.

Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα» τα ημερολόγιά της με τίτλο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», τα οποία κατέγραφε από τα 13 της έως τα 33 της χρόνια, δηλαδή για μια 20ετία.

Τα βιβλία της «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», «Ο υπνοβάτης» και «Rien ne va plus» εκδόθηκαν στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Σουηδία, στο Ισραήλ, στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Ιταλία.

Το 1988 το μυθιστόρημά της «Ο υπνοβάτης» τιμήθηκε στη Γαλλία με το «Βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος», που δίνεται σε συγγραφείς παγκόσμιας εμβέλειας

Αποσπάσματα των έργων της ανθολογήθηκαν σε βιβλία και σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά πλάι σε κείμενα των Λιούις Κάρολ, Τζέην Μπόουλς, Αναϊς Νιν, Τζων Φάουλς, Πέτερ Χάντκε, Κάρλος Φουέντες, Κούντερα, Μπαλζάκ, κ.α.

City 99,5
Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 02.12.08

Μαργαρίτα Καραπάνου: Το λυπημένο κορίτσι του Παρισιού και της Υδρας


Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Η Μαργαρίτα Καραπάνου έζησε σωματικά τη διαδικασία της γραφής και βίωσε με την ψυχή της τη συγγραφή. Ηταν μια γυναίκα η οποία υπεράσπισε το φύλο της, χωρίς να περάσει στη στράτευση, διεκδικώντας το με τον τρόπο της ψυχανάλυσης. Ομως η αυτοανάλυση, αυτό το πήγαινε - έλα μεταξύ ονειρεμένης πραγματικότητας και ονειρικού παραληρήματος, κατακαθόταν σ' έναν πεζό λόγο, ο οποίος όφειλε πολλά στην αυτοβιογραφία. Χωρίς να την αποκρύπτει, γινόταν το εφαλτήριο για ένα όραμα λογοτεχνίας, που χρωστούσε πολλά στους Γάλλους κλασικούς, μ' ένα φύσημα μοντερνιστικής ανατροπής.

Φωτογραφία της Πηνελόπης Μασούρη από το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου «Διά του κατόπτρου» («Κοχλίας»)
Από το πρώτο της μυθιστόρημα «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», ένα σκοτεινό εγκώμιο γισ την παιδική ηλικία, που επαινέθηκε από τον Τζον Απντάικ, στην εξομολόγηση και στην παραδοχή της μανιοκατάθλιψής της, έτσι όπως αποτυπώθηκε στα ημερολόγιά της «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Ημερολόγια 1959-1979», την ύστατη εκδοτική της παρουσία (κυκλοφόρησε πρόσφατα από την «Ωκεανίδα»). Το τελευταίο το παρουσίαζε με όρους μιας αδύνατης προσδοκίας: «Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη μου; Να συγκρούομαι με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πάντα διαφορετική από τα όνειρά μου; Το όνειρο έχει και αυτό τις απαιτήσεις του, την ηθική του. Κι αν όλοι οι ποιητές είναι αδύναμοι, τότε ζήτω η Αδυναμία!».

Αυτό το λυπημένο κορίτσι των παρισινών αναμνήσεων της νεότητας και της αενάου επιστροφής στο φως της Υδρας, πέθανε από αυτό που τη βασάνισε διά βίου: την ψυχική ασθένεια, όταν δεν μπορεί πλέον να εκχυθεί στη μυθοπλασία του ολοκληρωμένου έργου, αλλά είναι το κενό σε εκτός κόσμου ταχύτητα.

Εζησε μια συγκλονιστική εσωτερική ζωή μέχρι τα 62 της χρόνια. Είχε γεννηθεί το 1946 στην Αθήνα από δύο ισχυρές προσωπικότητες, οι οποίες τη σφράγισαν θετικά και αρνητικά: τον πατέρα της, τον δικηγόρο και ποιητή Γεώργιο Καραπάνο, και τη μητέρα της, τη συγγραφέα Μαργαρίτα -Ρίτα όπως την αποκαλούσε- Λυμπεράκη. Στο λιτό βιογραφικό της κρατούσε ότι σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι και ότι εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα.

Σε αντίθεση με τη διεθνή κριτική, η οποία την εκθείαζε, η εγχώρια την αγνοούσε ή την επέκρινε. Ωστόσο, οι καλές ειδήσεις ήρθαν από το Παρίσι του 1988. Με επτά ψήφους υπέρ και τέσσερις κατά, απέσπασε για δεύτερο μυθιστόρημά της, τον «Υπνοβάτη» («Γκαλιμάρ») των αισθήσεων και των παραισθήσεων, το Βραβείο Καλύτερου Ξένου Μυθιστορήματος. Συνυπόψηφιοί της ήταν ο Πέτερ Χάντκε, η Αϊρις Μέρντοχ, ο Φίλιπ Ροθ, ο Γιασάρ Κεμάλ, η Πατρίτσια Χάισμιθ, η Τζόις Κάρολ Οουτς!

Συγκεκριμένα, την κριτική επιτροπή γοήτευσε το γεγονός ότι διάβασε μεταφορικά μία σύγχρονη Βαβέλ σ' ένα ελληνικό νησί, όπου τα φύλα, οι γλώσσες και οι ανθρώπινες σχέσεις μπλέκονται σ' ένα παιχνίδι διαρκών μεταμορφώσεων.

Από τις σελίδες της «Le Monde», την υποδέχθηκε ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέρομ Τσάριν: «Πρέπει να διαβάζει κανείς την Καραπάνου όπως διαβάζουμε τον Ρεμπό ή τον Μπλέικ, όπως κοιτάμε την απόλυτη ομορφιά στο μάτι ενός τίγρη. Αυτή η εμμονή να μάς απογυμνώσει απόλυτα από τα καθημερινά μας ρούχα, από όλες αυτές τις γελοίες μάσκες, αυτή η εμμονή την κάνει εκπληκτική συγγραφέα».

Το άγχος, η παράνοια, η συναισθηματική ειλικρίνεια, η οποία φθάνει στα όρια της απόγνωσης, συνθέτουν τις συνεχείς καταβάσεις της Μαργαρίτας Καραπάνου στον πλουτώνειο κόσμο των σκιών. Επέμενε σ' αυτή την ψυχοστασία της με τα ακόλουθα έργα: «Rien me va plus», «Ναι», «Lee και Lou», «Μαμά», «Μήπως;» (σε συνεργασία με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου), «Δε μ' αγαπάς. Μ' αγαπάς: Τα παράξενα της μητρικής αγάπης. Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου», σε επιμέλεια της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Ακόμη, είχε μεταφράσει το «Εγκώμιο του μακιγιάζ» του Σαρλ Μποντλέρ.

Τα βιβλία της κυκλοφόρησαν σε μετάφραση, σε ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία, Σουηδία, Ισραήλ. Οι ελληνικές εκδόσεις τους κυκλοφόρησαν από τον «Ερμή», τον «Καστανιώτη», την «Ωκεανίδα» και την «Αγρα».

* Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή το μεσημέρι από το Α' Νεκροταφειο Αθηνών. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/12/2008

Πέθανε η Μαργαρίτα Καραπάνου

Ξεχωριστή φωνή στη νεοελληνική λογοτεχνία, η Μαργαρίτα Καραπάνου πέθανε χθες το βράδυ στα 62 της χρόνια στην εντατική μονάδα του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες με αναπνευστικά προβλήματα. Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή το μεσημέρι (δεν έχει οριστεί ακόμα η ώρα) από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Τον προηγούμενο, μόλις, μήνα, κυκλοφόρησαν τα Ημερολόγιά της με τον εύγλωττο τίτλο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη» (εκδ. Ωκεανίδα), ως κύκνειο άσμα μιας συγγραφέως με ξεχωριστά προσωπικό ύφος. Σ' αυτά κατέγραφε από τα 13 έως τα 33 της χρόνια όλα όσα συνέβαιναν γύρω της και στην ψυχή της, την πολυκύμαντη σχέση με τη μητέρα της, επίσης γνωστή συγγραφέα, Μαργαρίτα Λυμπεράκη.

Γεννημένη στην Αθήνα, μεγάλωσε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, όπου σπούδασε κινηματογράφο. Αρχικά εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα, ωστόσο πολύ νωρίς έδειξε την προτίμησή της στη γραφή. Από το πρώτο της κιόλας βιβλίο «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» προκάλεσε αίσθηση στη λογοτεχνική κοινότητα.

Τα επόμενα βιβλία της «Ο υπνοβάτης», «Rien ne va plus» επιβεβαιώνουν την ξεχωριστή θέση που καταλαμβάνει στη μυθιστορία μας. Μεταφράζονται στις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Σουηδία, το Ισραήλ τη Γερμανία κ.ά. Ο «Υπνοβάτης» τιμήθηκε στη Γαλλία με το «Βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος».

Π.Κρημνιώτη, Η Αυγή, 03/12/2008

Μαργαρίτα Καραπάνου: Η ζωή της ήταν αγρίως απίθανη

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Tετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Τα βιβλία της μόλις που είχαμε προλάβει να τα δούμε αυτές τις μέρες της μαζικής βιβλιοπαραγωγής. Δύο μαζί. Και τα δύο εκ βαθέων. Το ένα ήταν οι ημερολογιακές της καταγραφές από τα 13 της μέχρι τα 33 της. Το δεύτερο ήταν οι επιστολές μιας μητέρας προς μία κόρη -μιας επώνυμης μητέρας προς μία επώνυμη κόρη- μιας δυνατής σχέσης με έντονες συγκρούσεις. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη ήταν η μητέρα και η Μαργαρίτα Καραπάνου ήταν η κόρη. Ήταν, γιατί χθες αργά το βράδυ, η Μαργαρίτα Καραπάνου έσβησε ήσυχα στην Εντατική του Γενικού Κρατικού Αθηνών, όπου νοσηλευόταν με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα. «Δεν κατάλαβε τίποτα», λένε όσοι ήταν κοντά της αυτό το διάστημα.

Ήταν μόνο 62 ετών. Και είχε ζήσει πολύ έντονα όλα αυτά τα χρόνια. Ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γαλλία, δίπλα σε ανθρώπους του πνεύματος και των γραμμάτων, με έρωτες και πάθη, με ψυχολογικά βάσανα που την ταλαιπώρησαν για χρόνια και με μια διαρκή διάθεση για ζωή. «Επιθυμία για επιθυμίες -τίποτ’ άλλο. Νιώθω τη ζωή κάπου κοντά κι ωστόσο ένα εμπόδιο. Πρέπει να το διαλύσω. Όμως φοβάμαι να το διαλύσω, όχι εξαιτίας του φόβου για το άγνωστο, αλλά επειδή νιώθω τρυφερότητα και ήδη νοσταλγία γι’ αυτό το εμπόδιο», έγραφε στο ημερολόγιό της σε ηλικία 21 ετών.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου ήταν μια γυναίκα που φοβόταν και την ίδια στιγμή πάλευε. Πάλευε, έλπιζε και προχωρούσε. Μέσω της γραφής και μέσω της αγάπης. Γεννήθηκε το 1946 στην Αθήνα, και μεγάλωσε μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Σπούδασε Φιλολογία και κινηματογράφο στο Παρίσι και εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. Επιλογές που είχαν σχέση με την τρυφερότητα και το όνειρο. Όμως την κέρδισε η λογοτεχνία. Το πρώτο της βιβλίο, «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» (1976) τάραξε τα νερά της μεταπολιτευτικής εκδοτικής πραγματικότητας. Έφερνε νέα φόρμα, νέα γλώσσα, και όταν όλοι κοιτούσαν προς τα «έξω» προς τα κοινά, η Μαργαρίτα Καραπάνου κοιτούσε προς τα μέσα. Προς τον εαυτό της. Με τόλμη και ειλικρίνεια. Και με μια αίσθηση κοσμοπολιτισμού που ίσως και να ξένιζε τότε.

Στο ίδιο πνεύμα και με την ίδια αντίληψη ακολούθησαν και τα υπόλοιπα βιβλία της: «Ο υπνοβάτης», «Rien ne va plus», «Ναι», «Lee και Lou», «Μαμά» (όταν πέθανε η μητέρα της πριν από 9 χρόνια), και «Μήπως;» που ήταν μια δημόσια εξομολόγηση με την καθηγήτρια Ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου. Το 1988 τιμήθηκε στη Γαλλία με το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος για τον «Υπνοβάτη».

Δεν έκρυψε τίποτα

Και με τα δύο τελευταία βιβλία της αιφνιδίασε. Αυτή τη φορά δεν έκρυψε τίποτα. Δεν έβαλε τίποτα κάτω από τον μανδύα της λογοτεχνίας. Με δύο βιβλία που την αφορούν άμεσα, και χρειαζόταν μεγάλη γενναιότητα για να τα πραγματοποιήσει. Το ένα είναι σελίδες από το προσωπικό της ημερολόγιο («Η ζωή είναι αγρίως απίθανη»), όπου ομολογεί αντιδράσεις, αναζητήσεις, συγχύσεις, απορίες, πάθη και πόθους που την απασχόλησαν ανάμεσα στα 13 και τα 33 της χρόνια. Το δεύτερο είναι οι επιστολές από τη μητέρα της, επίσης συγγραφέα, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται η σχέση μητέρας-κόρης («Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς», εκδ. Καστανιώτης).

Η Μαργαρίτα Καραπάνου τα τελευταία χρόνια ζούσε μόνιμα στην Ελλάδα. Είχε κάνει φίλους και φανατικούς αναγνώστες. Και πάντα αναζητούσε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. Στους στενούς της ανθρώπους ήταν σίγουρα η Φωτεινή Τσαλίκογλου και ο Βασίλης Κιμούλης από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα», απ’ όπου κυκλοφορούν τα περισσότερα βιβλία της.

Ηταν πάντα ένα παιδί, που φοβόταν και έλπιζε. «Μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα Άσπρο και Μαύρο, αλλά το Μαύρο είναι που δίνει ζωή στο Άσπρο. Η αγνότητα είναι η γνώση. Είμαι ακόμα παιδί; Ναι, γιατί δεν έχω ακόμη αγαπήσει το Ασπρο».

Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή το μεσημέρι από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Τελευταίο αντίο στη συγγραφέα του «Υπνοβάτη»

«Εφυγε» χθες η Μαργαρίτα Καραπάνου σε ηλικία 62 ετών- Τον τελευταίο καιρό η υγεία της ήταν πολύ κλονισμένη



Η «διαθήκη» της Μαργαρίτας Καραπάνου ήταν τα δύο τελευταία της βιβλία: Τα γράμματα προς τη μητέρα της και τα ημερολόγιά της

ΡΕΠΟΡΤΑΖ Ν. ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008


«Oι νεκροί δεν σώζουν τους ζωντανούς. Η σιωπή
τους, η απουσία τους μοιάζουν με συνενοχή». Έτσι κατέληγε ένα γράμμα- ανεπίδοτο- της Μαργαρίτας Καραπάνου προς τη μητέρα της, τη συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Ήταν ένα γράμμα με ημερομηνία «Τετάρτη 14 Μαΐου 2008», δηλαδή επτά χρόνια μετά τον θάνατο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, όπου η Καραπάνου προέβαινε σε ένα είδος ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τη μητέρα της. «Ο θάνατός σου με λύπησε αφάνταστα. Με άφησε ορφανή αλλά και με απελευθέρωσε. Έκανα τόσα πράγματα από τότε που πέθανες».

Ήταν ταυτόχρονα και ένα γράμμα σαν διαθήκη. Αν και πιστεύω ότι οι διαθήκες της Μαργαρίτας Καραπάνου ήταν τα δύο τελευταία της βιβλία που κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα από δύο διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους, φροντισμένα από αγαπημένους της φίλους. Το ένα περιλαμβάνει τα γράμματα της μητέρας της προς αυτήν. Τίτλος του «Δε μ΄ αγαπάς. Μ΄ αγαπάς». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με εισαγωγή της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Το άλλο είναι τα ημερολόγιά της με δηλωτικό τίτλο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, με επιμέλεια του Βασίλη Κιμούλη. «Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη μου; Να συγκρούομαι με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα πάντα διαφορετική από τα όνειρά μου; Το όνειρο έχει κι αυτό τις απαιτήσεις του, την ηθική του. Κι αν όλοι οι ποιητές είναι αδύναμοι, τότε ζήτω η Αδυναμία» διαβάζουμε σε μια ημερολογιακή αποστροφή της Μαργαρίτας.

Τα ημερολόγια καλύπτουν μια εικοσαετία, από το 1959 ως το 1979, και μπορούν να διαβαστούν ως το παζλ ενός ψυχογραφήματος που αποκαλύπτει τον κόσμο της Μαργαρίτας Καραπάνου, τη συγγραφική της στόφα, το πώς έγινε συγγραφέας αλλά και γιατί ήταν τόσο μοναδική, μεγάλη και βασανιστική η σχέση της με τη μητέρα της. Η εισαγωγή της Φωτεινής Τσαλίκογλου στο βιβλίο «Δε μ΄ αγαπάς. Μ΄ αγαπάς» ρίχνει φως σε αυτή τη σχέση και τελικά δικαιολογεί γιατί πρέπει να δημοσιοποιούνται τόσο προσωπικά κείμενα. Αλλωστε η ίδια η Μαργαρίτα Καραπάνου, ταλαιπωρημένη τα τελευταία χρόνια από ψυχικές ασθένειες, ήθελε να εκδοθούν αυτά τα προσωπικά κείμενα- τα ημερολόγια και οι επιστολές. Σαν να συναισθανόταν το τέλος που έρχεται...

Πρόσωπο της αθηναϊκής ζωής, ακόμη και όταν απουσίαζε στο Παρίσι, μορφή της Δεξαμενής, ηρωίδα της Υδρας, όπως άλλωστε και η μητέρα της, η Μαργαρίτα Καραπάνου διακρίθηκε πολύ νωρίς στη λογοτεχνία, με βιβλία μοντέρνα, ειρωνικά, «βαρυμένα» επίσης με την ψυχαναλυτική εμπειρία (ή ίδια ψυχαναλυόταν από πολύ μικρή, προφανώς με την παραίνεση της μητέρας της) και αργότερα με τα σημάδια της δικής της ψυχικής ασθένειας. Σίγουρα εγγράφονται με κεφαλαία γράμματα στο σώμα της ελληνικής λογοτεχνίας τα βιβλία της «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» (τίτλος που παραπέμπει σε ψυχαναλυτική εμπειρία) το 1976 και «Ο υπνοβάτης» (1985). Το «Rien ne va plus» (1991) είχε διακριθεί με το βραβείο ξένου μυθιστορήματος στη Γαλλία, ενώ τα βιβλία που ακολούθησαν, «Ναι» (1999), «Lee και Lou» (2003), «Μαμά» (2004) και «Μήπως;» (2006- το τελευταίο με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου) διακατέχονται από αγχωτική αποσπασματικότητα ή ακόμη από παραληρηματική αφηγηματικότητα. Π έρα από τα βιβλία, η Μαργαρίτα Καραπάνου είναι ένα πρόσωπο ασπρόμαυρων φωτογραφιών, με τα μαλλιά να ανεμίζουν ή νωχελικά ξαπλωμένη σε καναπέδες ή πάλι με συντροφιά με έναν σκύλο ή μια γάτα. Δεν την είχα συναντήσει ποτέ, αν και είχαμε μιλήσει πολλές φορές στο τηλέφωνο, ειδικά μετά την έκδοση του «Ναι». Πριν από 20 ημέρες η συνάδελφός μου Λώρη Κέζα της ζήτησε συνέντευξη με αφορμή την έκδοση των δύο βιβλίων με τα ημερολόγια και τις επιστολές. Είπε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει. Οτι ήταν πολύ άρρωστη. Αρκετοί στον κύκλο της είχαν συναισθανθεί το τέλος- το οποίο και ήρθε χθες στα 62 της χρόνια στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες. Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Tuesday, December 2, 2008

Το μάδημα της Μαργαρίτας

Τρεις γενιές γυναικών. Η Σαπφώ Φέξη με την κόρη της Μαργαρίτα Λυμπεράκη και την εγγονή της Μαργαρίτα Καραπάνου. Η γιαγιά Σαπφώ παντρεύτηκε τον Θέμο Λυμπεράκη και έκανε δύο κόρες, τη Μαργαρίτα και την Μπούμπα. Σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε τον Νιόνιο Παπάγο, αδελφό του στρατάρχη

Η Μαργαρίτα Καραπάνου εκδίδει το ημερολόγιό της και τα γράμματα που της έστειλε η μητέρα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη

ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ | Το Βήμα, Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

«Ο θάνατός σου με λύπησε αφάνταστα.

Με άφησε ορφανή αλλά και με απελευθέρωσε». Η Μαργαρίτα Καραπάνου απευθύνεται post mortem στη μητέρα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη. Λέει την αλήθεια και η αλήθεια είναι σκληρή. Δεν αντέχει όμως να γίνεται σκληρή και έτσι την επιστολή που έγραψε επτά χρόνια μετά τον θάνατο την ολοκληρώνει με το εξής σπαρακτικό: «Στην αρχή δεν είχα καταλάβει πόσο μου έλειπες, τώρα καθώς τα χρόνια περνούν η απουσία σου είναι πιο έντονη. Μαμά, σε αγαπώ. Είσαι το μόνο πρόσωπο που έτσι αγάπησα στη ζωή μου. Και αυτά τα γράμματα είναι το μοναδικό κειμήλιο που έχω από εσένα. Δεν μπορείς να ξαναγυρίσεις, μαμά; Μου λείπεις». Η Μαργαρίτα Καραπάνου θέλησε να ανοίξει την ψυχή της στο κοινό και για να γίνει αυτό χρειάστηκε να ανοίξει τα συρτάρια της. Δύο βιβλία με προσωπικά κείμενα κυκλοφορούν ταυτόχρονα: ένας τόμος με 117 γράμματα που της έστειλε η μητέρα της από το Παρίσι με ευφυή τίτλο Δε μ΄ αγαπάς. Μ΄ αγαπάς και ένα βιβλίο με ημερολογιακές σημειώσεις της Καραπάνου με τίτλο Η ζωή είναι αγρίως απίθανη.

Ανθρώπινη εμπιστοσύνη

Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη στο Παρίσι,έξω από το σινεμά όπου έπαιζαν τη «Φαίδρα»
Δεν αποκαλύπτουμε κανένα μυστικό αν πούμε ότι η Μαργαρίτα Καραπάνου ζει αποτραβηγμένη, κλεισμένη συχνά στον δικό της κόσμο. Αυτά τα δύο βιβλία λοιπόν δεν θα κυκλοφορούσαν αν δεν είχαν την επιμέλεια δικών της ανθρώπων. Και δεν μιλάμε για φιλολογική εμπιστοσύνη, αυτό έρχεται δεύτερο. Τα γράμματα της Λυμπεράκη επιμελήθηκε η Φωτεινή Τσαλίκογλου, με την οποία κάνουν παρέα. Οι θαμώνες της Τσακάλωφ τις θυμούνται επί χρόνια να πίνουν μαζί το καφεδάκι τους- οι συνομιλίες έχουν καταγραφεί μάλιστα στο βιβλίο Μήπως, όπου εναλλάσσονται οι ρόλοι της φίλης, της ψυχοθεραπεύτριας και της συγγραφέως. Τον τόμο με τα ημερολόγια επιμελήθηκε ο Βασίλης Κιμούλης, υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων στις εκδόσεις Ωκεανίδα, ο οποίος δεν επιχειρεί άλμα στο εκδοτικό κομμάτι του οίκου. Απλά είναι ο άνθρωπος που επικοινωνεί μαζί της χρόνια, τον συμπαθεί και του επέτρεψε να μπει στο σπίτι της και να τη βοηθήσει στην αξιολόγηση της χαρτούρας που υπάρχει διάσπαρτη στο περίφημο διαμέρισμα της οδού Στρατιωτικού Συνδέσμου.

Ζήτημα διακριτικότητας
Η Μαργαρίτα Καραπάνου με τον εξάδελφό της Κωνσταντίνο Μόραλη
Υπάρχει ένα ζήτημα διακριτικότητας όταν ανασύρονται κείμενα γραμμένα για προσωπική χρήση. Εν προκειμένω όμως η συγγραφέας βρίσκεται εν ζωή και τα «μυστικά» αποκαλύπτονται με τη συναίνεσή της, με πλήρη συνείδηση. Καθώς στα ημερολόγια δεν σχολιάζει τα κείμενα, μένει η περιέργεια αν πονά ή γελά με αυτά που έγραφε ως μικρό κορίτσι ή ως ασθενής σε ψυχιατρική κλινική. Αντιγράφουμε μια σκέψη από το καλοκαίρι των 15 ετών της: «Οταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη, έχω την εντύπωση ότι εκπέμπω μια ασκήμια, όχι σωματική ούτε ηθική, είναι η έκφραση που παίρνουν τα μάτια μου, το πρόσωπό μου. Είναι ένα βλέμμα που πρώτη φορά αντικρίζω στα μάτια μου, ένα βλέμμα σκοτεινό, ανησυχητικό». Τέτοιες σκέψεις κατέγραφε η Μαργαρίτα Καραπάνου σε τετράδια της νιότης της- λευκώματα, τετράδια «Φοίνιξ», μπλοκ, μπλοκάκια, σκόρπια φύλλα. Αλλού υπάρχουν ημερομηνίες και αλλού όχι. Από τα συμφραζόμενα έγινε η τοποθέτηση σε χρονική συνέχεια. Κάποια αποσπάσματα γραμμένα στα γαλλικά μεταφράστηκαν από την ίδια και, όπως λέει ο Κιμούλης, εκεί είδε το ταλέντο ζωντανό. Μία λέξη άλλαζε και το κείμενο έπαιρνε άλλη βαρύτητα. Ξέρει να παίζει με τις λέξεις, όχι μόνο με τη μυθοπλασία.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η Μαργαρίτα Καραπάνου προλαμβάνει την υστεροφημία της· ότι προχωρεί σε αυτές τις δύο εκδόσεις για να αγιοποιήσει τον εαυτό της και να δαιμονοποιήσει τη μάνα της. Γιατί τι είδος γονιού είναι αυτό που όχι μόνο παρατά το παιδί του σε άλλη πόλη αλλά γράφει από πάνω: «Σε παρακαλώ, μην ξαναστείλεις εξπρές ούτε τηλεγράφημα- εκτός κι αν είναι κάτι επείγον- γιατί με ξυπνάνε στις επτά το πρωί και, όπως ξέρεις, αυτό μου χαλάει τη διάθεση». Και όμως η Καραπάνου δεν προσπαθεί να εξιδανικεύσει εαυτόν εις βάρος της μητέρας της. Απλώς τοποθετεί τα ντοκουμέντα σε χρονική σειρά, δεν παρεμβαίνει, δεν διαλέγει τα βολικά αποσπάσματα, δεν σχολιάζει. Αυτό που καταφέρνει είναι να μας δείξει ότι η ζωή της είναι ένα μυθιστόρημα και η ίδια η πιο ενδιαφέρουσα ηρωίδα της.
Η σωματική αίσθηση
Η Καραπάνου στην Υδρα με τον σκύλο της Βούδα
Τα δύο βιβλία που κυκλοφορούν συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Τα ημερολόγια καταγράφουν περιστατικά και σκέψεις της εικοσαετίας 1959-1979 (από τα 13 ως τα 33 της) και τα γράμματα της μητέρας της έχουν ημερομηνίες από το 1962 ως το 1974. Και στα δύο βιβλία περνάει η ατμόσφαιρα μιας εποχής και ενός γοητευτικού τρόπου ζωής, με πληθώρα διάσημων καλλιτεχνών και προσωπικοτήτων της αστικής ζωής, της αθηναϊκής και της παγκόσμιας. Η μορφή της μητέρας όμως είναι πανταχού παρούσα: στους έρωτες, στις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, στη διαδικασία της συγγραφής. Στα ημερολόγια απευθύνεται στον εαυτό της και γράφει: «Είσαι [κακό κορίτσι] γιατί σκέφτεσαι φοβερά πράγματα για τη μαμά σου και θα τιμωρηθείς. Η τιμωρία είναι πως δεν θα ζήσεις, δεν έχεις δικαίωμα, δεν σ΄ αγαπάει κανείς, όλοι σε κοροϊδεύουν. Είσαι τριάντα χρονών κι έχεις μείνει μωρό. Είμαι ο χειρότερος δικαστής. Κι αυτό το βιβλίο, την Κασσάνδρα, πώς τόλμησες να το γράψεις; Σου ξέφυγε, έλα όμως που τώρα πρέπει να το εκδώσεις. Αν το εκδώσεις θα σε σκοτώσω, δεν θα μπορείς να πεις λέξη στον γάλλο εκδότη σου, τον Βelmont, σε κανέναν...». Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη στα γράμματά της ανησυχεί για τα πάντα, έστω και από μακριά. Γράφει ότι θα ήταν πολύ λυπημένη αν δεν είχε δράση η ζωή της. Στα γράμματα που στέλνει στην κόρη της από το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη αναφέρεται σε πρόσωπα που αγαπά και την εμπνέουν. Με τον ίδιο τρόπο προσπαθεί να εμπνεύσει το παιδί της. Της γράφει στις 18 Ιανουαρίου 1965:

«Σχολιάστε τούτη την περίφημη φράση της Λυμπεράκη “Λατρεύω την απογείωση, μισώ την προσγείωση”. Ξεκινήστε απ΄ την καθαρά σωματική αίσθηση και προχωρήστε στην... ψυχική, τη συναισθηματική κτλ., κτλ. Τέλος, φανταστείτε πως είστε ένας σκύλος που λατρεύει την απογείωση και μισεί την προσγείωση. Γλυκιά μου, θα το έβρισκα πολύ διασκεδαστικό αν έγραφες μια σελίδα επάνω σ΄ αυτό». Δεν γνωρίζουμε αν η Καραπάνου έγραψε τα περί απογείωσης, πάντως το βέβαιον είναι ότι απογειώθηκε λογοτεχνικά, έγινε μια αξία στα ευρωπαϊκά γράμματα. Ποτέ δεν ρωτάμε «τι θα γινόταν αν...», εν τούτοις δημιουργείται το ερώτημα: Θα είχε ξεδιπλωθεί το ταλέντο της Καραπάνου αν είχε μεγαλώσει ως καθώς πρέπει κόρη;

Πέθανε η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου

Πέθανε απόψε σε ηλικία 62 ετών, η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, στην εντατική του Γενικού Κρατικού, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες με αναπνευστικά προβλήματα. Η κηδεία της θα γίνει την Παρασκευή από το Α' Νεκροταφείο. Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα" τα ημερολόγιά της με τίτλο "Η ζωή είναι αγρίως απίθανη", τα οποία κατέγραφε από τα 13 της έως τα 33 της χρόνια, δηλαδή για μια 20ετία. Η Μαργαρίτα Καραπάνου, κόρη της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι και το πρώτο της βιβλίο "Η Κασσάνδρα και ο λύκος", προκάλεσε αίσθηση, ενώ το αμέσως επόμενο "Υπνοβάτης", τιμήθηκε στη Γαλλία με το βραβείο ξένου μυθιστορήματος. Αποσπάσματα των έργων της ανθολογήθηκαν σε βιβλία και σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά πλάι σε κείμενα των Λιούις Κάρολ, Τζέιν Μπόουλς, Αναϊς Νιν, Τζον Φάουλς, Πέτερ Χάντκε, Κάρλος Φουέντες, Μίλαν Κούντερα, Μπαλζάκ, κ.α.

ΕΡΓΑ ΤΗΣ

Ένα συνταρακτικό οδοιπορικό, μια σπαρακτική ματιά στα άδυτα του κόσμου της Μαργαρίτας Καραπάνου.

Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Ημερολόγια 1959-1979
Η Ζωή είναι αγρίως απίθανη είναι μια συνταρακτική κατάδυση στα άδυτα του κόσμου της Μαργαρίτας Καραπάνου, μέσα από τα προσωπικά της Ημερολόγια: Τα κείμενά της ξεκινάνε το 1959, όταν σε ηλικία 13 ετών ακολουθεί τη μητέρα της, τη συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, στο Παρίσι, και τελειώνουν το 1979, όταν έχει ήδη εκδοθεί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ το πρώτο της βιβλίο, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, και τα ξένα έντυπα (Monde, Figaro, New York Times), αλλά και διάσημοι συγγραφείς σαν τον Τζον ΄Απνταϊκ την συγκρίνουν με τον Προυστ, τον Κοζίνσκι, τον Κάρολ, τον Μπέκετ και τον Κάφκα.

Το καλλιτεχνικό Παρίσι, η αγάπη της για τη μεγάλη λογοτεχνία, οι παθιασμένοι έρωτες και το υπαρξιακό άγχος της εφηβείας, η ενηλικίωση και η πάλη της με τη μανιοκατάθλιψη, η βασανιστική λύτρωσή της μέσω της γραφής, τα προσχέδια της Κασσάνδρας και του Υπνοβάτη:

Ψηφίδες ενός ανθρώπινου χρονικού, που συγκλονίζει με την αυθεντικότητά του και που διαβάζεται με κομμένη την ανάσα σαν το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Αλλά και μια μοναδική, εκ των έσω μαρτυρία για το πώς γεννιέται και δημιουργεί ένας συγγραφέας.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου μας παρασέρνει σε μια λογοτεχνική περιπέτεια, καθώς αφηγείται την ιστορία μιας μανιοκατάθλιψης, με συνταρακτική αμεσότητα, λυτρωτικό χιούμορ - αλλά και αίσιο τέλος.
«Ναι»

O κόσμος της Mαργαρίτας Kαραπάνου είναι εκρηκτικός. Xτισμένος με τα υλικά της ψυχασθένειας, βυθίζεται στον πυθμένα της ύπαρξης, χάνεται στη δίνη μιας κινούμενης άμμου από συναισθήματα, φόβους και ερωτικές φαντασιώσεις που αποδεικνύονται δυνατότερες από την οποιαδήποτε πραγματικότητα.

Όμως ο κόσμος της Mαργαρίτας Kαραπάνου δεν είναι απελπισμένος, αφού εκεί, στην περιδίνηση της πτώσης του ανακαλύπτει την κατάφασή του, αυτό το «Nαι» που ακούγεται τόσο μαγικό, όσο η γραφή της βραβευμένης συγγραφέως.

«Το βιβλίο μου αφορά μια ψυχική ασθένεια», λέει η Μαργαρίτα Καραπάνου. «Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του, η ηρωίδα, η Λώρα, γίνεται καλά. Κι εκεί ο τίτλος, το "Ναι" αποκτάει νόημα. Γίνεται η κατάφαση της ζωής».

Αγάπη και μίσος είναι παιδιά της ίδιας μάνας. Μετά το «Ναι», το νέο σπαρακτικό μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου.

Μαμά
ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ. Λίγες ώρες πριν πεθάνεις: Kάθεσαι στην πολυθρόνα. Tα ποδαράκια σου φαίνονται κάτω απ’ το νυχτικό. Eίναι τόσο αδύνατα, τόσο άσπρα… Mου ’ρχεται να τα φιλήσω παντού. Xαμογελάς. Μοιάζεις ευτυχισμένη. Σε κοιτάμε. Eσύ κοιτάς ψηλά. Oι ώρες περνούν. Ένα αεράκι κουνάει τις κουρτίνες. Σηκώνεσαι λίγο. Mε το δάχτυλο τεντωμένο δείχνεις τον ουρανό. O ουρανός είναι μαύρος και πηχτός. Έχει νυχτώσει. Eίναι Παρασκευή. Kάτι ψιθυρίζεις. Δεν καταλαβαίνω. Kοιτάω. Στο παράθυρο στέκονται πουλιά, χιλιάδες πουλιά έτοιμα να ξαναπετάξουν. Xτυπάς παλαμάκια…

ΣΚΟΤΑΔΙ. Η θάλασσα μαύρη και πηχτή. Mαμά, είσαι γοργόνα. Eγώ είμαι ανεβασμένη στη μαύρη σου ουρά, τεράστια, και τρέχουμε, τρέχουμε. Δεν μιλάμε, μόνο ακούγονται τα κύματα. Eίναι η πρώτη φορά που σε έχω δικιά μου. Σφίγγω τα πόδια μου γύρω στην ουρά σου. H ουρά γίνεται ξαφνικά από ατσάλι, με πληγώνει. Γυρίζεις το κεφάλι και βλέπω τ’ άσπρα φρύδια σου, τ’ άσπρα μαλλιά σου, τα στενά σου χείλη. Mου κλείνεις το μάτι. Mέσα στα αίματα που έχω στα πόδια μου απ’ την ουρά σου, σ’ το κλείνω κι εγώ.
– Έτσι πρέπει να είναι, μου λες.
Kαταλαβαίνω. Πηδάω μες στη θάλασσα. Tα κύματα με σκεπάζουν. Tώρα κολυμπάς με τεράστια ταχύτητα, εξαφανίζεσαι μέσα στα ατσάλινα κύματα, μέσα στο σκοτάδι. Bγαίνω στη στεριά. Eίμαι μόνη μου, μόνη μου… Πάω να σηκωθώ, αλλά δεν μπορώ. Έχω κι εγώ ατσάλινη ουρά γοργόνας. Bουτάω μέσα στα κύματα, κολυμπάω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θέλω να σε προφτάσω… Γύρω μου τα ψάρια με κοιτάνε με απορία, κλαίω καθώς κολυμπώ…