Showing posts with label Ελευθερίου Μάνος. Show all posts
Showing posts with label Ελευθερίου Μάνος. Show all posts

Friday, April 3, 2015

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΝ ΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ

Σημαντικοί συγγραφείς μοιράζονται προσωπικές εμπειρίες τους, μιλούν για την τέχνη τους και σχολιάζουν τη σημερινή κατάσταση, μπροστά στο ελληνικό κοινό.


Ο βραβευμένος Τζόναθαν Φράνζεν επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα , με το βιβλίο του «Η Εικοστή έβδομη πολιτεία», την Τρίτη 28 Απριλίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Αθήνα). Θα συζητήσει με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Αναστάση Βιστωνίτη, και η είσοδος θα είναι ελεύθερη για το κοινό με δελτία προτεραιότητας.


Sunday, November 21, 2010

Η αριστοκρατικότητα της τέχνης και της αριστεράς

  • Βούλγαρης Κ., ΑΥΓΗ: 21/11/2010
Με προεκλογικές δηλώσεις τους, ο στιχουργός και μυθιστοριογράφος Μάνος Ελευθερίου και η ποιήτρια Κική Δημουλά ετάχθησαν δημοσίως υπέρ της υποψηφιότητας του Ηλία Ψινάκη, ο οποίος, ως ήτο φυσικό, με τέτοια υποστήριξη, επρώτευσε κατά τη σταυροδοσία στο συνδυασμό του κ. Κακλαμάνη, ενώ αν επρώτευε και ο συνδυασμός, ο πνευματώδης ανήρ ήτο βέβαιο ότι θα κατελάμβανε, αυτοδικαίως, τη θέση του Αντιδημάρχου επί θεμάτων Πολιτισμού.


Όταν ο Μάνος Ελευθερίου και η Κική Δημουλά ψηφίζουν Ηλία Ψινάκη...
Μετά όμως την (μη αναμενόμενη...) ήττα του συνδυασμού Κακλαμάνη, θα πρέπει να πάψουμε να ανησυχούμε. Η δημοκρατική και αισθητική τάξη απεκατεστάθη και μπορούμε πλέον να κοιμούμαστε ήσυχοι. Ο πολιτιστικός μας πολιτισμός δεν κινδυνεύει. Άλλωστε, το εγγυώνται η ποιότητα του έργου των δύο δημιουργών, του Μάνου Ελευθερίου και της Κικής Δημουλά.

Έτσι δεν είναι; Μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει το έργο τους; Ποιος θα τολμήσει κάτι τέτοιο, αφού αυτό έχει ήδη εγγραφεί με χρυσά γράμματα στις σελίδες του νεοελληνικού πολιτισμού; Ποιος έχει το κουράγιο να πάει κόντρα στην πάνδημη λαϊκή αποδοχή τού εν λόγω έργου; Με τι κουράγιο θα αρθρώσει τον αντιρρητικό λόγο του;

Επιπλέον δε, είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να συνδέσει τη δημόσια στάση ενός συγγραφέα με το έργο του; Εκατομμύρια σελίδες τυπωμένου χαρτιού χρειάστηκαν για να γίνει αυτή διάκριση. Είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να απαιτεί από έναν συγγραφέα, και εν γένει καλλιτέχνη, να έχει σαφή πολιτική τοποθέτηση, ακόμα και στις δημοτικές εκλογές; Άλλα τόσα εκατομμύρια σελίδων έχουν γραφεί για την «ελευθερία» του καλλιτέχνη. Και, τέλος πάντων, δεν παίζουν ρόλο οι διαπροσωπικές σχέσεις; Και, κυρίως, ο καλλιτέχνης δεν δικαιούται να έχει τη δικιά του, «προσωπική» γωνία θέασης των πολιτικών και κοινωνικών δρώμενων;

Να λοιπόν που όλα συνηγορούν υπέρ της ελευθερίας του λόγου και των προσωπικών πολιτικών προτιμήσεων των συγγραφέων, και δη του Ελευθερίου και της Δημουλά. Μάλιστα, είναι τόση μεγάλη η ισχύς αυτής της «ελευθερίας», που θα ήταν μάταια, και ιδεολογικά «ύποπτη», κάθε απόπειρα να εισαγάγει κάποιος και άλλες παραμέτρους για να εξηγήσει τη στάση των δύο συγγραφέων. Δηλαδή, παραμέτρους κοινωνικές, δημοσίων σχέσεων, καιροσκοπισμού και άλλες συναφείς.

Και το έργο τους; Δεν συνεχίζει να λάμπει; Αμαυρώθηκε, έστω και λίγο, από αυτή τη στάση τους; Δεν νομίζω. Άλλωστε, συνηθίζεται οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της «πολυσημίας» του έργου τους, να έχουν και μια «πολύσημη» δημόσια στάση. Π.χ., πριν από λίγο καιρό ο Ελευθερίου υπέγραφε υπέρ της Δημοκρατικής Αριστεράς, ενώ οι σχέσεις και επαφές της «αποστασιοποιημένης» ποιήτριας με τους εκάστοτε κυβερνώντες είναι παροιμιώδεις.

Ναι, αλλά η κοινωνία θα συνεχίζει να διαβάζει, να εκτιμά και να τιμά τον Ελευθερίου και τη Δημουλά. Έτσι είναι. Είμαστε όλοι συνένοχοι λοιπόν; Όχι, αλλά το μόνο που μπορώ να επικαλεστώ είναι πως εδώ, στις «Αναγνώσεις», στα οκτώ χρόνια που υπάρχουν, για τα πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του Μάνου Ελευθερίου δεν έχει γραφεί ούτε λέξη (καθ' ότι πρόκειται για παραλογοτεχνία και κανείς συνεργάτης μας δεν προσφέρθηκε να κάνει και τη στοιχειωδέστερη κριτική...), ενώ για το όλο έργο και τα εκδοθέντα βιβλία της Κικής Δημουλά υπάρχει μόνο ένα, κι αυτό αντιρρητικό κείμενο, που αμφισβητεί ευθέως την ποιητική τους αξία.

Και τι έγινε; θα μπορούσε να πει κάποιος. Οι αναγνώστες, φυσικά και πολλοί αναγνώστες της Αυγής, τους διαβάζουν, και η κοινωνία τούς επιδαψιλεύει τιμές. Το δε έργο τους είναι τόσο σημαίνον, για τη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα, που η σιωπή κάποιων σελίδων είναι ασήμαντη. Ναι, έτσι είναι.

Ναι, έτσι θα ήταν, αν η συνθήκη της τέχνης ήταν «δημοκρατική». Η κυρία Λένα Μαντά (των 150.000 αντιτύπων για κάθε βιβλίο της) θα ήταν ήδη κάτοχος του Νόμπελ, και όχι η κ. Δημουλά, που επί έτη πολλά πασχίζει. Ο δε Μάνος Ελευθερίου θα έπρεπε, με τα τόσα πολυτραγουδισμένα στιχάκια του, να έχει ήδη ανακηρυχθεί ύπατος των ποιητών, έστω μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο δε κ. Ψινάκης θα δικαιούτο όχι τη θέση του Αντιδημάρχου Πολιτισμού, αλλά τον ίδιο το θώκο του Δημάρχου Αθηναίων, αφού αυτό επιτάσσουν τα νούμερα της τηλεθέασης και, όπως έλεγαν παλιά, «βοή λαού»...

Μόνο που η συνθήκη της τέχνης δεν είναι «δημοκρατική», αλλά αριστοκρατική, χωρίς εισαγωγικά. Ναι, λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες του Ελευθερίου και της Δημουλά, η καλλιτεχνική αξία του όποιου έργου τους δεν κρίνεται από τη δικιά σας αποδοχή, αλλά από τις κριτικές αποτιμήσεις του, και μάλιστα σε βάθος χρόνου. Η δικιά σας αποδοχή αποτελεί απλώς έναν δείκτη της νεοελληνικής ιδεολογίας, των αισθητικών προτιμήσεων της κοινωνίας στα χρόνια αυτά κλπ κλπ. Σίγουρα, δε, αυτή η αποδοχή θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας σχετικής διδακτορικής διατριβής, σε ένα Τμήμα Πολιτισμικών Σπουδών κάποιου Πανεπιστημίου. Και μιας ακόμη διατριβής, γιατί η δικιά σας αποδοχή συνιστά ένα ισχυρό τεκμήριο της σημερινής, γενικευμένης κρίσης της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ναι, αλλά οι σελίδες βιβλίου μιας εφημερίδας της αριστεράς, ακόμα κι αυτό εδώ το κείμενο, πώς μπορεί να αδιαφορούν για τη γνώμη της κοινωνίας, πόσο μάλλον να τη χλευάζουν; Μπορούν, αλλά η απάντηση δεν βρίσκεται στα πολιτικά κιτάπια αλλά μόνο στο χώρο της τέχνης. Ο φίλος μου πεζογράφος Τάσος Γουδέλης μου έλεγε προσφάτως οι αριστεροί είναι εξ ορισμού εστέτ, η δε σχέση τους με την κοινωνία αριστοκρατική. Γιατί, απλούστατα, δεν αποδέχονται και δεν σέβονται την εικόνα που έχει η κοινωνία για τον εαυτό της, δεν την «εκφράζουν», όπως κάνουν οι άλλοι πολιτικοί χώροι, αλλά επιχειρούν να της αλλάξουν αυτή την εικόνα που έχει για τον εαυτό της...

Γι' αυτό άλλωστε η σχέση της αριστεράς με την κοινωνία, άλλοτε ισχυρή άλλοτε αναιμική, είναι μια ποιοτικά διαφορετική πολιτική σχέση. Η σχέση της αριστεράς με την τέχνη; Ας το αφήσουμε... ίσως για μια άλλη φορά...

Wednesday, November 17, 2010

Οταν η Κική Δηµουλά και ο Μάνος Ελευθερίου ψηφίζουν Ψινάκη...

[ ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΨΗ ] 

  • Ζητήµατα αισθητικής ηθικής

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Πολλούς σοκάρισε η δήλωση υποστήριξης του κυρίου Ψινάκη από την ποιήτρια και ακαδηµαϊκό Κική Δηµουλά και τον ποιητή Μάνο Ελευθερίου. Το σοκ ήταν ακόµη ισχυρότερο αφού, σε περίπτωση εκλογής του κυρίου Κακλαµάνη ο κύριος Ψινάκης επρόκειτο να αναλάβει τα περίφηµα «πολιτιστικά» του δήµου. Τώρα που το σοκ ξεπεράστηκε και ο κύριος Ψινάκης δεν θα αναλάβει τα «πολιτιστικά» του δήµου αλλά θα συντρέξει, ή θα αντιπολιτευθεί, όποιους τα αναλάβουν, επιβάλλονται ορισµένες δεύτερες σκέψεις.

Προφανώς, και η κυρία Δηµουλά και οκύριος Ελευθερίου δεν µίλησαν ως απλοί ψηφοφόροι. Δεν συγκαταλέγονται στους πολλούς που έδωσαν στον υποψήφιο τη θέση του πρώτου σε σταυρούς δηµοτικού συµβούλου της πρωτεύουσας. Αυτοί, «οι πολλοί», καλύπτονται από την ανωνυµία του παραβάν. Αν αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκφράσουν δηµόσια την προτίµησή τους το έκαναν, προφανώς, γιατί θεώρησαν ότι άξιζε τον κόπο να επενδύσουν ένα, έστω µικρό, µέρος του πνευµατικού κεφαλαίου που διαθέτουν στο χρηµατιστήριο των εκλογών. Θεώρησαν, κατά συνέπεια, πως ο εν λόγω υποψήφιος αξίζει και για να διαχειριστεί την πολιτιστική της άνοιξη.

Οµως ας πούµε ότι τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Ας υποθέσουµε πως δεν χρειάζεται να βγάλουµε από τη µύγα ξίγκι. Δεν χρειάζεται δηλαδή να ψάχνουµε για πολιτικά συµπεράσµατα εκεί όπου ισχύουν οι απλές, αγαπησιάρικες και µη εξαιρετέες ανθρώπινες συνθήκες. Ας παραδεχθούµε δηλαδή πως και ο µεν και η δε αισθάνθηκαν την ανάγκη να ανταποδώσουν κάποια φιλοφρόνηση που ενδεχοµένως είχαν κάποτε δεχθεί από τον κύριο Ψινάκη. Σ’ αυτήν την περίπτωση και ο µεν και η δε θεώρησαν πως το πνευµατικό τους κεφάλαιο είναι τόσο µεγάλο που δεν τους κοστίζει να ξοδέψουν κάτι για τα ψίχουλα µιας δήλωσης. Στο κάτω κάτω το καθεστώς της κοινωνικής ελευθερίας στο οποίο έχουµε περιπέσει επιτρέπει στον καθένα να λέει ό,τι θέλει χωρίς κανείς να του ζητάει τον λόγο. Στο κάτω κάτω γιατί η επικράτεια της πνευµατικής ζωής να εξαιρείται από όσα συµβαίνουν στην υπόλοιπη επικράτεια όπου την ανταλλαγή πολιτικών απόψεων την έχει αντικαταστήσει ένα σερνάµενο και κουνάµενο κουτσοµπολιό; Ο τάδε εθεάθη να τρώει µε τον τάδε άρα ο τάδε πήρε θέση κατά ή υπέρ του Μνηµονίου, αλλά ακόµη κι αν δεν την πήρε θα την πάρει όπου να ‘ναι.

Τι αξίζουν και τι κοστίζουν µερικές λέξεις παραπάνω σ’ αυτό το ακοµπλεξάριστο σύµπαν της συναλλαγής; Ας µας το πουν οι ποιητές µας που υποτίθεται πως θεωρούν το σηµαντικότερο κεφάλαιό τους τις λέξεις. Ή µήπως δεν είναι έτσι; Ή µήπως απ’ το πολύ να παίζεις µε τις λέξεις χάνεις και το αίσθηµα του βάρους τους; Οµως και το λογοπαίγνιο, όπως και κάθε παίγνιο, έχει τους κανόνες του. Και οι κανόνες στην περίπτωση δεν ορίζονται από την πολιτική στάση του καθενός. Αν σοκάρει η δήλωση των δύο, δεν σοκάρει επειδή διαφωνείς πολιτικά µαζί τους.

Κάποτε, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε χαρακτηρίσει τη Μακρόνησο, Παρθενώνα της Νέας Ελλάδας. Η δήλωση ήταν εκτρωµατική και η πολιτική του στάση εγκληµατική. Και όπως έλεγε ο Χατζιδάκις, η ευθύνη του ήταν ακόµη µεγαλύτερη αφού τη δήλωση δεν την έκανε όταν ήταν 25 χρονών, οπότε θα είχε το ελαφρυντικό της νεότητας, αλλά έχοντας περάσει τα 40. Οµως η δήλωση ήταν πολιτική. Εκ των υστέρων, ο ίδιος έκανε ό,τι µπορούσε για να ξεπλύνει τη θητεία του στον δηµόσιο βίο και την υστεροφηµία του από το εγκληµατικό, το επαναλαµβάνω, λάθος του καιρού εκείνου. Ο διανοούµενος µπορεί να πέσει έξω, δεν είναι αλάθητος όπως ο Πάπας και το ΚΚΕ, όµως οφείλει να αναλαµβάνει την ευθύνη των λεγοµένων του. Η στάση του οφείλει να παράγει «κρίση». Αλλιώς οφείλει να σιωπά για να µη συµµετέχει στην περιρρέουσα ακρισία. Είναι και θέµα αισθητικής. Εκτός πια κι αν ξεχνάµε πως για τον ποιητή τα ζητήµατα αισθητικής και ηθικής τάξεως είναι απολύτως συνυφασµένα.

Και εδώ φτάνουµε στην καρδιά του προβλήµατος. Η Ελλάδα µετά το 1974 αποφάσισε να γίνει µια γραφική χώρα, να απαλλάξει εαυτήν από κάθε ευθύνη, αφού το «γραφικό», εξ ορισµού, δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν εκτός από την ανεµελιά της γραφικότητάς του. Μετά το 1981 και την ένταξή µας στην τότε ΕΟΚ «η γραφικότητα» εδραιώθηκε ως εθνική ιδεολογία. Απ’ αυτήν δεν εξαιρέθηκε η πνευµατική µας ζωή.

Τώρα που το σκηνικό της γραφικότητας γκρεµίζεται πάνω στα κεφάλια µας, αν οι πνευµατικοί άνθρωποι θέλουν και µπορούν να προστατεύσουν το έργο τους από τα ερείπια οφείλουν, αν µη τι άλλο, να θεραπεύσουν εαυτούς από το στίγµα της ανεµελιάς και της γραφικότητας. Κοινώς, όσοι µπορούν, οφείλουν να σοβαρευτούν.

Είναι θέµα αισθητικής και ηθικής εννοείται.
Στίγμα Γραφικότητας
Αν οι πνευµατικοί άνθρωποι θέλουν να προστατεύσουν το έργο τους από τα ερείπια, οφείλουν να θεραπεύσουν εαυτούς από το στίγµα της ανεµελιάς και της γραφικότητας
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι συγγραφέας

Sunday, November 16, 2008

Εάν δεν σ' αρέσει, δεν βγαίνεις!

Λέει κάπου στη συνέντευξή του κύριος Μάνος Ελευθερίου: "Αιφνιδίως βγήκα σαν την Μπερλίνα, βγήκα και στην τηλεόραση, κάτι που δεν το ήθελα ποτέ, αλλά ακολουθώ αυτό που μου λέει και ο εκδότης μου, κι ο Θεός βοηθός..."! Δηλαδή έχει καταλάβει ότι πλέον έχει μπει για τα καλά στη βιτρίνα και δεν λέει να βγει από εκεί; Δεν τον έβαλε κανείς με το ζόρι! Αυτά τα περί εκδότη ας μην τα λέει καλύτερα. Εφόσον απεχθάνεται τη δημοσιότητα - γιατί αυτό μας είχε δώσει να καταλάβουμε όλα τα προηγούμενα χρόνια - γιατί ακολουθεί κατά γράμμα τις επιταγές της διαφημιστικής πρακτικής; Συνεπώς αυτή η υποκριτική συμπεριφορά είναι εκ του περισσού. Δεν θέλεις τη δημοσιότητα, δεν εκτίθεσαι!
Γνωρίζει πολύ καλά ο κύριος Ελευθερίου ότι στην εποχή μας οι άνθρωποι - δεν ξέρω αν είναι από ιδιοτροπία, πλάνη ή διαστροφή - κυνηγάνε τη δημοσιότητα κι έχουν αποδυθεί σ' ένα ξέφρενο αγώνα δρόμου για μερικά λεπτά προβολής. Κανείς δεν γίνεται αντικείμενο βιτρίνας με το ζόρι. Και για να κάνω ευκρινέστερο αυτό που θέλω να πω, ας δείτε εκείνους που συμμετέχουν στα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια και τους χιλιάδες που έχουν κάνει αιτήσεις συμμετοχής σ' αυτά τα παιχνίδια. Από τη μια είναι η προβολή κι από την άλλη η προσδοκία του κέρδους.

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: «Ολοι θέλουν να πουλάνε»

Ο συγγραφέας μιλάει για τις τελευταίες ώρες ενός ήρωα που θα μπορούσε να είναι το alter ego του

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ

Ενας συγγραφέας πέφτει σε πηγάδι, δίπλα σε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο. Μέσα στην αγωνία τού θανάτου ανακαλεί μνήμες από συγγραφικές σημειώσεις, σκηνές με πρόσωπα προσφιλή ή απλώς γνωστά, σκέφτεται πόσο διαφορετική θα ήταν η τύχη του αν είχε πάρει μαζί το κινητό του. Βουτηγμένος μέσα στο νερό ως το γόνατο θα κάνει πράγματα που δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του: θα πιει βρώμικο νερό, θα λερωθεί σαν το μωρό, θα φτάσει στα όρια της απελπισίας. Ο Μάνος Ελευθερίου τονίζει πως δεν έχει δώσει ένα τέλος στο βιβλίο του «Ανθρωπος στο πηγάδι»: αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

- Το πηγάδι το έχετε χρησιμοποιήσει ξανά σε τίτλο, το 1983, στην ποιητική συλλογή σας «Το μυστικό πηγάδι». Είναι κάτι που το έχετε συχνά στο μυαλό σας;

«Από τα παιδικά μου χρόνια. Είναι κάτι που με βασάνιζε. Πήγαινα στις στέρνες των σπιτιών κι έβαζα μια φωνή για να ακούσω τον αντίλαλο, την ηχώ της φωνής μου και η φωνή ερχόταν βέβαια παραλλαγμένη επάνω. Το 1971, το γράφω στο βιβλίο, είδα μια τεράστια τρύπα στην Κνωσό, στάθηκα στη άκρη και είπα "γιατί δεν βάζετε ένα τοιχίο, κάτι", και μου είπαν "μα δεν έχει πέσει κανένας"».

- Τι γύρευε ο ήρωάς σας στην αυλή ενός εγκαταλειμμένου εργοστασίου;

«Είναι στον Κηφισό. Ξαφνικά, πηγαίνοντας, είναι στον χωματόδρομο και βλέπει το παλιό αρχοντικό, βλέπει τα δέντρα, βλέπει το παλιό εργοστάσιο και λέει, τι διάολο, τι είναι αυτό; Εχει πάει το αυτοκίνητό του για σέρβις, έχει πάρει τα συμπράγκαλά του για τρεις μέρες και πηγαίνει στα υπεραστικά λεωφορεία, για να πάει στο χωριό των φίλων. Εχει πάρει ραδιοταξί, όπως χρησιμοποιώ κι εγώ, και λέει στον οδηγό "σταμάτα εδώ". Επομένως η Ειμαρμένη, η φίλη του, θα κάνει το εξής απλό, θα πάρει την εταιρεία ραδιοταξί, θα μάθει πού τον άφησε και θα κάνει τις ίδιες κινήσεις. Υποτίθεται ότι θα τον ψάξει. Ετσι υπάρχει μια περίπτωση να τον σώσει. Μια περίπτωση στις εκατό. Το τι θα γίνει εγώ το αφήνω μετέωρο. Εγώ ξέρω ουσιαστικά τι θα γίνει, αλλά δεν το γράφω. Αν ήμουν πολύ αισιόδοξος αναγνώστης, θα είχα δώσει ελπίδα».

- Μα είναι σαφές ότι στο τέλος πεθαίνει. Τι άλλο μπορεί να είναι το άσπρο φως και η εντύπωση ότι χιονίζει, μέσα στον Αύγουστο;

«Με βάση αυτά που μου είπαν οι γιατροί έχει παραισθήσεις. Οταν κάθεσαι πολλές ώρες όρθιος - γι' αυτό στα αστυνομικά τμήματα σε αφήνουν όρθιο και γι' αυτό τους μαθητές στα δημοτικά σχολεία, τα πολύ παλιά χρόνια, τους άφηναν όρθιους - είναι η εσχάτη ταπείνωση. Αυτός είναι με το ένα πόδι, έχει χεστεί, τα έχει βγάλει, αλλά οπωσδήποτε πλέει μέσα στις ακαθαρσίες του. Οταν είσαι τόσες ώρες όρθιος, τότε βρίσκουν ευκαιρία οι αστυνομικοί και σου λένε "υπόγραψε". Αυτό το άσπρο είναι σχεδόν σαν τον θάνατο, είναι ανάμεσα σε ύπνο και σε θάνατο. Αυτά τα γράφω γιατί τα έλεγε γιατρός, πώς αντιδρά ο οργανισμός όταν ένας άνθρωπος κάθεται με τις ώρες όρθιος».

- Γιατί το μυθιστόρημά σας εξελίσσεται μέσα σε 18 ώρες περίπου;

«Για να είμαι πιο καίριος σε εκείνο που ήθελα. Δεν θα ήθελα αυτό να είναι μια περιπέτεια την οποία θυμάται ο ήρωας ύστερα από 15 χρόνια, να ξέρουμε ότι έχει σωθεί, διότι μετά δεν θα είχε κανένα νόημα. Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το παλιό κόλπο του συγγραφέα, ότι αυτός διαβάζει αυτό που έγραψε πριν από πολλά χρόνια. Σαν ημερολόγιο ας πούμε. Αυτό έχει γίνει».

- Ολα δεν έχουν γίνει;

«Ναι, όλα, με διαφορά αυτό που λέει ο Καβάφης "τα ίδια λέγονται, αλλιώς, με άλλο τρόπο". Και τα τραγούδια έτσι είναι. Ολα μιλάνε για τον έρωτα και ακριβώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιούν, αλλά κάπου ξαφνικά έρχεται ένας τύπος που ανατρέπει εκείνο που έχει ειπωθεί σε παλαιότερο τραγούδι».

- Επιμένετε πάντως στο να δείχνετε τις ευκολίες και τις δυσκολίες της εποχής μας, με το κινητό τηλέφωνο, το κομπιούτερ.

«Ηθελα να είμαι σαφής. Αν δεις τους μεγάλους συγγραφείς που θαυμάζουμε, είναι πάρα πολύ σαφείς στην εποχή τους. Γράφουν τα πιο απλά πράγματα με τρομακτική διαύγεια, λένε "πήγε εκεί, στην οδό τάδε, στον αριθμό τάδε, έκανε αυτό και το άλλο". Επρεπε λοιπόν να ακολουθήσω αυτό το πράγμα, γιατί θα με βοηθούσαν εμένα να τοποθετήσω τον ήρωα και να δείξω πώς κινείται».


Ο Μάνος Ελευθερίου

- Αυτός ο άνθρωπος, που έχει πέσει στο πηγάδι και βρίσκεται κατά πάσα πιθανότητα στα τελευταία του, αρχίζει και ανακαλεί μνήμες δευτερεύουσες, ας πούμε θυμάται μια γυναίκα που πήγε στη Νέα Υόρκη και απέκτησε παιδί από έναν άνδρα που είδε μόνο μία νύχτα.

«Αυτή είναι αληθινή ιστορία. Αυτός μοιραία, ως συγγραφέας, αυτά τα πράγματα θα θυμηθεί. Αν ήταν κουρέας θα θυμόταν πελάτες του που πιθανότατα θα είχαν προβλήματα στα μαλλιά. Αν ήταν ξυλουργός θα θυμόταν τις αρρώστιες που έχει ένα ξύλο, ποιο ξύλο ήταν καλύτερο για μια καρέκλα ή ένα ντουλάπι. Αυτός είναι συγγραφέας και τον ενδιαφέρουν οι ιστορίες».

- Είναι ένα αυτοαναφορικό βιβλίο;

«Ναι».

- Εσείς είστε γνωστός ως συγγραφέας τα τελευταία πέντε χρόνια. Αναιρείτε τις προηγούμενες ιδιότητές σας;

«Τα τελευταία 10-15 χρόνια δεν ασχολούμαι καθόλου με τα τραγούδια. Δηλαδή ο κόσμος που με ήξερε, δεν με είχε δει. Αιφνιδίως βγήκα σαν την Μπερλίνα, βγήκα και στην τηλεόραση, κάτι που δεν το ήθελα ποτέ, αλλά ακολουθώ αυτό που μου λέει και ο εκδότης μου, κι ο Θεός βοηθός. Προσπαθώ να καλύψω ορισμένες αδυναμίες με ένα χιούμορ το οποίο μου καταλογίζουν οι φίλοι μου, κακόγουστο αστείο το λένε οι εχθροί μου - δυο τρεις είναι και πολύ σοβαρά πρόσωπα...».

- Ο συγγραφέας του βιβλίου σας έχει πολύ κακή εντύπωση για το σινάφι, γίνεται πολύ σκληρός όταν σκέφτεται τους ομοτέχνους του.

«Δεν είναι καλή πάστα, δεν νομίζω ότι είναι από τους καλύτερους. Βέβαια είναι πολύ χειρότερη η πάστα των γιατρών. Υπάρχει η κάστα των δημοσιογράφων, που μεταξύ τους τρώγονται. Απόδειξη: διάβασα τη χολή που εξήμεσαν εναντίον πρώην συναδέλφου τους. Μιλώ για την περίπτωση του Ρουσόπουλου. Δεν περίμενα τέτοιο ξεβράκωμα».

- Το αποδίδετε στον παράγοντα ζήλια;

«Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ίσως είναι η επιτυχία, που έγινε υπουργός Επικρατείας, δεν είναι το παιδάκι του γραφείου που φέρνει τους καφέδες. Αλλά το θέμα είναι, εσύ που γράφεις εναντίον, ήσουν ικανός να κάνεις αυτά τα πράγματα που έκανε αυτός; Είναι λιγάκι δύσκολο».

- Αν μιλάμε πάντως για κάστες και σινάφια κάνουμε ομαδοποιήσεις επικίνδυνες.

«Είναι επικίνδυνες, αλλά είναι και η αλήθεια. Οι στιχουργοί μεταξύ τους δεν έχουν τέτοια πράγματα. Οι λογοτέχνες έχουν πάρα πολλά».

- Γιατί όμως;

«Υπάρχουν δύο πράγματα. Το ένα είναι αν είσαι καλός συγγραφέας, καλύτερός τους, οπότε τα παίρνουν στο κρανίο. Μια άλλη περίπτωση είναι να μην είσαι καλός και να πουλάς πάρα πολλά αντίτυπα. Μη γελιόμαστε, όλοι θέλουν να πουλάνε. Και οι εκδότες αυτό το μετράνε, δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Και υπάρχει η περίπτωση να είσαι καλός και επίσης να πουλάς».

- Δηλαδή να έχεις πάρει το Κρατικό Βραβείο και να έχεις πουλήσει 110.000;

«Εκεί σαλτάρουν. Ε, ναι. Τα πράγματα δεν παίζονται».

- Ο ήρωάς σας λέει κάποια στιγμή ότι ήρθε η ώρα να γράψει ένα ερωτικό μυθιστόρημα.

«Είναι και δικό μου πρόβλημα αυτό, θα ήθελα πάρα πολύ να έχω ασχοληθεί με την υπόθεση της Γκουνίλα, της κοπέλας που πηγαίνει στη Νέα Υόρκη και μένει έγκυος από αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο. Αυτή είναι πραγματική ιστορία, την έχω γνωρίσει το '71 στο Παρίσι. Δεν ξέρω τι συνέβη, μπορεί να τον σκότωσαν. Θα ήθελα να το αναπτύξω αυτό το θέμα, το πολύ απλό. Μην ξεχνάτε ότι τα μεγάλα αριστουργήματα, όπως η υπόθεση της "Αννας Καρένινα", είναι γελοίο πράγμα, κατινίστικο θέμα, αλλά η γραφή σε απογειώνει, όπως σε απογειώνει και η "Αισθηματική αγωγή" του Φλομπέρ. Εκεί λες Παναγία μου και Χριστέ μου, τι γίνεται εδώ μέσα τώρα».

- Ναι, αλλά είναι μέσα στο βιβλίο όλη η εποχή, δεν είναι το απλό δράμα του ανεκπλήρωτου έρωτα ενός νεαρού.

«Το ανεκπλήρωτο είναι το ρεφρέν. Αλλά η μαντάμ Αρνού είναι Παναγία μου σώσε, τι πράγμα είναι αυτό!».

- Στο «Πηγάδι» περνούν πολλά θέματα που μοιάζουν να τα κρατούσατε για άλλα μυθιστορήματα, σαν ένας απολογισμός των σημειώσεων που κρατάτε μια ζωή.

«Έτσι είναι, όπως ο άνθρωπος του νεκροταφείου. Αυτός υπάρχει σε μυθιστόρημα το οποίο έχω τελειώσει. Έχω δύο μυθιστορήματα γραμμένα, έτοιμα. Μα, τι έκανα 40 χρόνια; Είμαι 70 χρόνων».


Το ΒΗΜΑ, 16/11/2008

Saturday, October 25, 2008

Να ζει κανείς ή να μη ζει;

Γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΕΠΙΔΕΞΙΑ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΓΩΝΙΑΣ, ΜΕ ΘΕΜΑ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟ Σ΄ ΕΝΑ ΠΗΓΑΔΙ, ΣΕ ΕΝΑ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΜΥΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Ύστερα από τα καταξιωμένα στη συνείδηση κριτικών και κοινού μυθιστορήματά του, Ο καιρός των χρυσανθέμων και Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, και αφού προηγήθηκε, πέρυσι, η συλλογή 14 διηγημάτων του Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οχτώ, ο Μάνος Ελευθερίου επιστρέφει ξανά στο μυθιστόρημα, αλλά με ένα έργο που απομακρύνεται αισθητά από τις υπαγορεύσεις της μεγάλης και σύνθετης φόρμας των ιστορικών ή «εποχικών» μυθιστορημάτων του. Το βιβλίο Άνθρωπος στο πηγάδι έρχεται να επιβεβαιώσει την ικανότητα του Ελευθερίου να ανανεώνεται εκφραστικά, αξιοποιώντας, όπως και στα διηγήματά του, την ώσμωση του πεζογραφικού και του ποιητικού λόγου.

Μέχρι σχεδόν το μέσο του το Άνθρωπος στο πηγάδι εξελίσσεται ως μυθιστόρημα αγωνίας. Ένα αυγουστιάτικο απόγευμα κάποιας πρόσφατης, απροσδιόριστης πάντως, χρονολογίας, ένας σαραντάρης, καταξιωμένος συγγραφέας, με το παρωνύμιο Ηλ (έτσι τον ονόμασε η φίλη του Ειμαρμένη, απομονώνοντας την κατάληξη του πραγματικού ονόματός του, Μιχαήλ), πηγαίνει στον σταθμό λεωφορείων του Κηφισού, με σκοπό να επισκεφτεί φίλους του για ολιγοήμερες διακοπές. Από απερισκεψία του, όμως, απομακρύνεται από την κατοικημένη περιοχή και πέφτει σ΄ ένα ρηχό πηγάδι με λιγοστό νερό. Τραυματισμένος από την πτώση, προσπαθεί να σκεφτεί τρόπους που θα του επιτρέψουν να βγει από το πηγάδι, αναλογίζεται την προηγούμενη ζωή του, ανακαλώντας μνημονικές παραστάσεις κυρίως από το μακρινό παρελθόν, κάποιες στιγμές οργίζεται και απελπίζεται και άλλες στιγμές φτιάχνει παρήγορα σενάρια σωτηρίας του, καθώς σκέφτεται ότι οι δικοί του άνθρωποι θα τον αναζητήσουν. Με το προχώρημα της νύχτας και της δοκιμασίας του, ο Ηλ αρχίζει να παραλογίζεται ολοένα και περισσότερο, ενώ στις ανάπαυλες της ελπίδας σκέφτεται ότι όλα αυτά που του συμβαίνουν θα τα αξιοποιήσει στα μελλοντικά γραπτά του, κρίνει, π.χ., πως η περιπέτειά του είναι «πρώτης τάξεως θέμα για την επόμενη νουβέλα του» (σ. 81).

Το μυθιστόρημα δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, αλλά σε ανισομήκεις ενότητες που διακρίνονται μεταξύ τους με τυπογραφικό κόσμημα. Η σταθερή αφηγηματική σκοπιά του, η τριτοπρόσωπη αφήγηση σε ελεύθερο πλάγιο λόγο (λόγο που απηχεί τις εναγώνιες σκέψεις του ήρωα), εγκλωβίζει και τον αναγνώστη στην προοπτική του αδιεξόδου ή και του αναπότρεπτου τέλους του Ηλ. Συνεπώς, η δράση είναι πολύ περιορισμένη και το τέλος της ιστορίας- τουλάχιστον για όσους γνωρίζουν το έργο του Ελευθερίου- μάλλον διαφαινόμενο: ο συγγραφέας δεν θα κάνει στον αναγνώστη τη χάρη να σώσει τον δοκιμαζόμενο ήρωα. Αλλά από το μέσο σχεδόν του βιβλίου και εξής, ο Ελευθερίου θέτει σε λειτουργία τη συγγραφική του επινοητικότητα ώστε να το μετατρέψει σε έναν υποβλητικό ύμνο στη δύναμη και την ικανότητα της φαντασίας να μετουσιώνει τη στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας σε λυτρωτική φυγή. Προς τα πού; Το μυθιστόρημα του Ελευθερίου εξελίσσεται σε κείμενο μυητικής (και παρηγορητικής) διαδρομής προς τον θάνατο.
Μάνος Ελευθερίου
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
ΑΘΗΝΑ, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2008 ΣΕΛ. 264


Ο Ηλ ολοένα και περισσότερο αποκόπτεται από τον πραγματικό κόσμο. Με εξασθενημένα το σώμα και τη λογική του, αλλά δυναμωμένη τη φαντασία του ζωντανεύει τα ίδια τα υπό συγγραφή ή σχεδιαζόμενα λογοτεχνικά έργα του στα οποία τώρα συμμετέχει η παρευρίσκεται αμήχανος. Η φωνή που από το στόμιο του πηγαδιού αρχικά προφέρει μόνο το όνομά του γίνεται κατόπιν μια δυσδιάκριτη μορφή με τα χαρακτηριστικά ενός φύλακα αγγέλου, που αφηγείται στον Ηλ και του ερμηνεύει τη βιβλική παραβολή της ξεραμένης συκιάς (σ. 141-150). Στη συνέχεια, η ίδια μορφή παίρνει την όψη του πατέρα του Ηλ, που εμφανίζεται όμως ως ο πατέρας-φάντασμα του Άμλετ που αφηγείται στον γιο του, σε τρεις διαδοχικές αφηγήσεις, πώς είναι η μετά θάνατον ζωή, την ιστορία ενός σπουδαίου ποιητή μετά τον θάνατό του και το τέλος της δικής του ζωής (του Κλαύδιου), σύμφωνα με το σαιξπηρικό έργο (σ. 181-194, 199-207 και 210-216). Αλλά και αυτές οι ιστορίες προέρχονται από ένα υπό συγγραφή θεατρικό έργο του Ηλ, διασκευή του Άμλετ. Αυτές οι εμβόλιμες αφηγήσεις επιβραδύνουν την αγωνία ή και λυτρώνουν τον ήρωα από το μαρτύριό του. Παράλληλα, όσο οι αναμνήσεις και οι φαντασιακές-ονειρικές δραπετεύσεις του Ηλ ενισχύονται, καθώς μεταβαίνουμε από την τραγική πραγματικότητα στη λυτρωτική φυγή, τόσο περισσότερο το ύφος του Ελευθερίου τρέπεται προς τον ποιητικό λόγο, ανιχνεύοντας τον γενεσιουργό πυρήνα ολόκληρου του αφηγήματος.

Ο ήρωας του Ελευθερίου, όντας αθεράπευτα συγγραφέας, σκέφτεται κάποια στιγμή της δοκιμασίας του ότι «μόνο γράφοντας θα σωθεί» (σ. 158). Αυτή δεν είναι η ψευδαίσθηση όλων των συγγραφέων; Γύρω από την ιδέα της γραφής ως ψευδαισθητικής σωτηρίας ο Ελευθερίου στήνει ένα καλοστημένο ειρωνικό και αυτοειρωνικό παιχνίδι, όπως επίσης η αγωνία του ήρωά του υποκρύπτει τον φόβο θανάτου του πραγματικού συγγραφέα (και τον δικό μας). Εντέλει, ο λιγοστός χρόνος της ιστορίας του μυθιστορήματος διαρκεί από τη στιγμή της πτώσης στο πηγάδι μέχρι τη στιγμή που ένα πανίσχυρο φως καταυγάζει τα πάντα, αφήνοντας ουσιαστικά εκκρεμές το «πραγματικό» τέλος της ιστορίας. Τι, άραγε, σημαίνει αυτό το φως; Είναι η στιγμή του θανάτου, του περάσματος στην άλλη διάσταση, ή, απλώς, μιας λιποθυμίας; Οι αισιόδοξοι αναγνώστες μπορούν να ευελπιστούν ότι ο αγαπημένος τους ήρωας λιποθύμησε και οι δικοί του άνθρωποι θα βρίσκονται κάπου στην οδό της διάσωσής του. Οι απαισιόδοξοι θα απολαύσουν την παγίδευση στο πηγάδι και την οριστική φυγή από αυτό, διαμέσου της φαντασίας. Αλλά και διαμέσου της λογοτεχνίας ως λειτουργίας υπέρβασης όλων των δραματικών ατελειών της ζωής μας. Ο ήρωας απομένει ολομόναχος και πιθανόν νεκρός στο πηγάδι, ενώ ο Ελευθερίου συνευρίσκεται στον χώρο της γραφής με το μεγάλο σόι των δικών του ανθρώπων: από τους Ευαγγελιστές μέχρι τον Σαίξπηρ και από τον Σολωμό μέχρι τον Παπαδιαμάντη και τον Σεφέρη, υφαίνοντας ένα πολύπτυχο δίχτυ εκλεκτικών επαφών.

Αγαλλιάζω κάθε φορά που η λογοτεχνία μού επιφυλάσσει την ανάγκη για τη σιωπή του κριτικού. Με άλλα λόγια, την ανάγκη να ανταποκριθώ στον Άνθρωπο στο πηγάδι με τα λόγια ενός άλλου ποιητή, του Τάκη Σινόπουλου, που περιγράφει επίσης τον θάνατο ως λυτρωτική στιγμή: «Ν΄ αφήσεις να φυσάει ο χρόνος και ν΄ απομακρύνεσαι σιγά σιγά από την προκυμαία- ένα γκρίζο όνειρο τώρα, ένα θαμπό όνειρο σα σκηνικό στην καταχνιά, τίποτα άλλο».

Sunday, June 8, 2008

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: «ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑ ΤΖΕΡΤΖΕΛΕ»

ΠΡΟΣΩΠΟ

Παρ' όλο που ως σήμερα έχουν μελοποιηθεί 400 τραγούδια του, δηλώνει ότι ακόμη δεν γνωρίζει τι σημαίνει «καλό» τραγούδι. Ο ποιητής, συγγραφέας και στιχουργός μιλάει για το γράψιμο, για την ξαφνική επιτυχία και για τη Σύρο

Πηγαίνοντας να πάρεις μια συνέντευξη από τον Μάνο Ελευθερίου πρέπει να έχεις δυο - τρία πράγματα στο μυαλό σου: Το πρώτο είναι ότι φοβάται το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, άρα και τις συνεντεύξεις. Το δεύτερο είναι ότι δεν ξέρεις πότε μιλάει σοβαρά και πότε κάνει χιούμορ, και το τρίτο είναι ότι δεν πρόκειται να φύγεις από το σπίτι του χωρίς να έχεις δοκιμάσει γλυκό του κουταλιού και με άδεια τα χέρια. Και αν τα παραπάνω δεν τα γνωρίζεις εξαρχής, θα τα έχεις μάθει όταν θα σε ξεπροβοδίζει. Πριν από δύο μήνες ο ποιητής, συγγραφέας και στιχουργός έκλεισε τα 70 του χρόνια και ακόμη δεν έχει ανακαλύψει τι σημαίνει επιτυχία, τι σημαίνει καλό τραγούδι όπως και δεν έχει ανακαλύψει γιατί γράφει, αλλά έχει ανακαλύψει ότι είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος μας «το οποίο και δεν το έχουμε λύσει και μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή».

Παρασκευή λίγο πριν από το μεσημέρι, μας υποδέχεται στο σπίτι του με τις μουσικές του Νίνο Ρότα να γλυκαίνουν - ακόμη περισσότερο - τον χώρο και τον ίδιο, μετά την απαραίτητη φωτογράφιση, να εξαφανίζεται στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ ελληνικό. «Είναι ο μόνος καφές που υπάρχει στο σπίτι. Θες και ένα γλυκό του κουταλιού; Πορτοκάλι ή συκαλάκι;». Ωσπου να έρθει ο δίσκος με τον καφέ και το γλυκό η ματιά πέφτει ολόγυρα στο δωμάτιο. Μια συλλογή με μελανοδοχεία - για την οποία καμάρωσε και ο ίδιος αργότερα -, πολύ λίγοι πίνακες, λιγοστά έπιπλα και βιβλία τα περισσότερα από τα οποία θα τα δωρίσει στη Σύρο, τη γενέτειρα του, την οποία όχι μόνο δεν ξεχνά αλλά και φροντίζει με όποιον τρόπο μπορεί... [ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΝΤΣΑΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 8/6/2008]

  • Παρακολουθώ τις συνεντεύξεις του Μάνου Ελευθερίου και δεν χάνει την ευκαιρία πάντοτε να τονίζει ότι αποφεύγει τη δημοσιότητα, ότι δεν θέλει να δίνει συνεντεύξεις και διάφορα άλλα που έχουν σχέση με την επικοινωνία. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Ελευθερίου είναι ο πολυαγαπημένος των μέσων ενημέρωσης. Και σε περιοδικά και σε εφημερίδες και σε ραδιόφωνα. Έχει και την εκπομπή του στο ραδιόφωνο όπου λέει ό,τι θέλει και τη στήλη του στην εφημερίδα "Τα Νέα"... Λοιπόν, μήπως είναι υπερβολικές οι αναστολές του περί τη δημοσιότητα;

Friday, February 15, 2008

Νέο βιβλίο για τον Μάνο Ελευθερίου!

  • Τις προάλλες τον έβλεπα στην τηλεόραση ανάμεσα στον γνωστό και μη εξαιρετέο Ηλία Ψινάκη (πασίγνωστο τηλεοπτικό πρόσωπο) και σε μια κυρία που δεν θυμάμαι ποια ήταν... Και λέγανε ωραία λόγια ο ένας για τον άλλον. Και μάθαμε ότι είναι πολύ καλοί φίλοι. Θαυμάσια. Δικαίωμά τους!
Σήμερα διάβασα στην "Καθημερινή" ότι κάπου παρουσιάστηκε το καινούργιο βιβλίο με τίτλο «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ» του κ. Μάνου Ελευθερίου κι όλα όσα γράφτηκαν με συγκίνησαν... Το βιβλίο δεν πρόκειται να το αγοράσω κι ούτε να το διαβάσω. Συνεπώς, ας γράψουν οι θαυμαστές του και οι κριτικοί (αν δεν έχουν γράψει κιόλας). Στάθηκα όμως σε μια παράγραφο του ρεπορτάζ στην "Καθημερινή" από την παρουσίαση της εκδήλωσης:
  • Ο συγγραφέας σχολίασε και τη νέα μόδα των παρουσιάσεων βιβλίων, λέγοντας πως πρέπει να σταματήσει, πως ό,τι γράφτηκε, γράφτηκε και πως «στο τέλος ό,τι έγραψες ή έγραψες λειψά, θα το λουστείς από τους αναγνώστες».

Αφού έγινε η δική του εκδήλωση το είπε! Και γιατί να είναι "μόδα" η παρουσίαση βιβλίων; Εγώ που έγραψα και κυκλοφόρησα ένα βιβλίο, αν δεν έκανα την εκδήλωση στη Στοά του Βιβλίου κι αν δεν έγραφε ο Βασίλης Καλαμαράς στην "Ελευθεροτυπία", ο Ανδρέας Τύρος στον "Επενδυτή" και ο Τάσος Γουδέλης στο "Δέντρο", κανείς δεν θα μάθαινε ότι έγινα και "συγγραφέας".

  • Θέλω να πω ότι ο κ. Ελευθερίου είναι ένας από τους "χαϊδεμένους" των μέσων ενημέρωσης (που αγαπήθηκε - και δικαίως - για τα ωραία του τραγούδια), αλλά μερικές φορές η "σεμνότητα" που δείχνει είναι εκ του περισσού. Ας το πει κανένας άλλος... Ο κ. Ελευθερίου τιμήθηκε ποικιλοτρόπως και από το κοινό και από το κράτος: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του "Ο καιρός των χρυσανθέμων", για το οποίο έχω κάνει σχετική αναφορά στα "Δρώμενα". Δηλαδή, τώρα, να πάψουν οι εκδηλώσεις παρουσίασης βιβλίων. Μετά τη δική του, δεν έχουν πλέον κανένα νόημα...