Showing posts with label Παμούκ Ορχάν. Show all posts
Showing posts with label Παμούκ Ορχάν. Show all posts

Wednesday, April 13, 2011

Υποψήφιος για το βραβείο Independent Foreign Fiction ο Ορχάν Παμούκ


  • Υποψήφιος για το βραβείο Independent Foreign Fiction του 2011 είναι ο Νομπελίστας Ορχάν Παμούκ με το βιβλίο του «Το μουσείο της αθωότητας». Για το φετινό βραβείο των 10.000 λιρών, που απονέμεται σε συγγραφέα εν ζωή που το έργο του έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, συναγωνίζεται και ο Νορβηγός συγγραφέας Περ Πέτερσον, ο οποίος είχε κερδίσει το βραβείο, το 2006.

Tuesday, February 1, 2011

Ορχάν Παμούκ: «Περιθωριοποιούνται οι συγγραφείς που δεν γράφουν στα αγγλικά»


Ο Ορχάν Παμούκ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 11 Ιανουαρίου, σε διάλεξη που έδωσε στα… αγγλικά

Αγνοούμε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας διότι η λογοτεχνία που το περιγράφει δεν είναι γραμμένη στην αγγλική γλώσσα, παραπονέθηκε ο τούρκος νομπελίστας Οχράν Παμούκ κατά το Φεστιβάλ Βιβλίου της Τζαϊπούρ. Τόνισε ότι η βιβλιοπαραγωγή του δυτικού κόσμου κυριαρχεί στο λογοτεχνικό σύμπαν και ότι διαρκώς μειώνονται οι μεταφράσεις αλλόγλωσσων έργων στα αγγλικά.

«Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που συμμετέχουν σε φεστιβάλ, όπως ετούτο της Τζαϊπούρ, γράφουν στα αγγλικά. Και μπορεί εδώ τα αγγλικά να είναι επίσημη γλώσσα, αλλά για κάποιους συγγραφείς αλλού, το ότι δεν γράφουν στα αγγλικά σημαίνει ότι το έργο τους σπάνια μεταφράζεται και δεν διαβάζεται ποτέ. Επομένως, μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας περιθωριοποιείται», ήταν τα λόγια του, σύμφωνα με την εφημερίδα «Guardian». 

Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, διευθυντής του Φεστιβάλ της Τζαϊπούρ, συμφώνησε: «Δεν τίθεται θέμα ότι τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που τείνει να κυριαρχήσει επάνω σε όλες τις άλλες» και χαρακτήρισε το γεγονός αυτό «μεγάλο πρόβλημα». Πρόσθεσε μάλιστα ότι ακόμη και έργα γραμμένα σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες συναντούν προβλήματα στην προσέγγιση του αγγλόφωνου κοινού.

Αφενός οι Αγγλοι δεν διακρίνονται για τη δεκτικότητά τους απέναντι στις ξένες γλώσσες και αφετέρου είναι ιδιαίτερα δύσκολο να πείσει κανείς τους αμερικανούς εκδότες να μεταφράσουν ένα έργο. «Από την άλλη», συνέχισε, «για να μάθει ο κόσμος ένα έργο και έναν συγγραφέα είναι απαραίτητο να μεταφραστεί στα αγγλικά. Ο μεγάλος συγγραφέας Σάνκαρ, που έγραψε στη γλώσσα μπενγκάλι, πούλησε περισσότερα από τρία εκατομμύρια βιβλία, αλλά ο κόσμος τον έμαθε αφότου μεταφράστηκε στα αγγλικά, παρ’ όλο που τυπώθηκαν μονάχα 3.000 αντίτυπα του μυθιστορήματός του».
 
Οι εκδότες δεν μπορούν να διαφωνήσουν. Ακόμη και ο βρετανός Κρίστοφερ Μακλίχοζ, ο οποίος εκδίδει πολλά μεταφρασμένα έργα και πρωτοεξέδωσε τα έργα του Σουηδού Στιγκ Λάρσον στη Μεγάλη Βρετανία, παραδέχτηκε ότι «Ο Παμούκ έχει απόλυτο δίκιο»ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Sunday, January 23, 2011

Ορχάν Παμούκ, Τόμας Πίντσον και κομαντάντε Μάρκος

  • Η ΑΥΓΗ: 23/01/2011

Τις τελευταίες δεκαετίες, τόσα και τόσα έργα θεωρίας της λογοτεχνίας επιμένουν να μας μιλούν για τον «θάνατο του συγγραφέα». Δηλαδή, επιμένουν να διερευνούν τη λογοτεχνική συνθήκη, αποδομώντας έωλες βεβαιότητες για τον «οδηγητικό» ρόλο τού «αθάνατου» συγγραφέα. Δεν τον αντιμετωπίζουν πια ως δημιουργό ενός έργου εκ του μηδενός, κατ' εικόνα και ομοίωση του υπερφυσικού Δημιουργού, αλλά τον εντάσσουν σ' ένα ατελείωτο πλέγμα επιρροών, επιδράσεων, διακειμενικών εξαρτήσεων, ιστορικών και πολιτισμικών μορφοποιήσεων, δηλαδή μέσα στη διαδρομή της τέχνης, μέσα στην ίδια τη ζωή.

Ζει ο συγγραφέας; Ζει ο αρχηγός; Ζει και βασιλεύει ο συγγραφέας, μας λέει ο Ορχάν Παμούκ, «πέθανε» μας λέει ο Τόμας Πίντσον, «πέθανε» και ο πολιτικός αρχηγός προσθέτει ο κομαντάντε Μάρκος...
Επιπλέον, τόσοι και τόσοι θεωρητικοί επιμένουν να εξετάζουν τη λογοτεχνική συνθήκη, ώστε να προσδιορίσουν τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έχουν συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες στη σχέση του αναγνώστη με το λογοτεχνικό κείμενο. Γιατί τώρα πια ο αναγνώστης δεν μετέχει στην αναγνωστική συνθήκη όπως παλιά: π.χ., η φαντασία του μαθητή δεν ασκείται και δεν εκπαιδεύεται στη δημιουργία αφηγηματικών εικόνων μέσα στο σύμπαν ενός διηγήματος ή ενός μυθιστορήματος, αφού καθημερινά ζει μέσα σε έναν αφόρητο καταιγισμό ηλεκτρονικών εικόνων.
Τέλος, όλοι μας έχουμε ήδη την εμπειρία της αλλαγής της σχέσης του αναγνώστη με τον ίδιο τον συγγραφέα. Γιατί τώρα ο αναγνώστης δεν «φαντάζεται» τον συγγραφέα, δηλαδή δεν φτιάχνει ένα κάποιο προφίλ του, ένα κάποιο στίγμα του, μέσα από τα βιβλία του, άντε και με την επικουρία κάποιας φωτογραφίας, αν υπάρχει, ή έστω ενός πίνακα που τον περιγράφει, αλλά είναι πλέον θεατής, «γνωρίζει» τον συγγραφέα μέσω της «ζώσας» επαφής μαζί του, δηλαδή μέσω της επαφής με μια θλιβερή περσόνα του, είτε αυτή περιφέρεται στο facebook είτε σε εκδηλώσεις αυτοπαρουσίασης.
Όμως, τι κι αν όλα αυτά συμβαίνουν; Δεν τρέχει τίποτα. Έτσι απεφάνθη, σύμφωνα με το πολιτιστικό ρεπορτάζ, ο Νομπελίστας Ορχάν Παμούκ: «Ο ρόλος του συγγραφέα δεν έχει αλλάξει. Νιώθω πως κάνω ό,τι έκανε ο Ντίκενς∙ μιλάω για τις ζωές των ανθρώπων και πειραματιζόμενος με αυτό ψυχαγωγώ τους αναγνώστες μου».
Η ομολογία αυτή έλαβε χώρα στο κατάμεστο Μέγαρο Μουσικής, ενώπιον 1500 θεατών, με οικοδεσπότη τον πρόεδρο του ΕΚΕΒΙ (και «εκδότη» των βιβλίων του Παμούκ). Έλαβε χώρα λοιπόν υπό τους κοσμικότερους οιωνούς, στον κατάλληλο χώρο, με τον αναγνώστη να μη συμμετέχει πλέον στην αναγνωστική-λογοτεχνική συνθήκη, ολοκληρώνοντάς την, αλλά να είναι απλώς το «κοινό», εμπρός στο οποίο ο συγγραφέας αυτοπαρουσιάζεται και το ψυχαγωγεί (ο Παμούκ ήταν «απολαυστικός και οικείος», σημειώνει το ρεπορτάζ). Εκεί, επιπλέον, ο συγγραφέας αποφαίνεται, δίνοντας υπόσταση και νόημα σε αυτή τη συνεύρεση, εμπεδώνοντας αυτή τη συνθήκη, δηλαδή τη σχέση εξουσίας που συνεπάγεται. Μια σχέση εξουσίας του συγγραφέα-ταγού με το κοινό του, η οποία, ναι, όντως, είναι τόσο παλιά, μπαγιάτικη, κρατάει τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, αλλά ανανεώνεται συνεχώς, ώστε να ενσωματώνει και να διαχειρίζεται τα εκάστοτε κυρίαρχα στερεότυπα, τις τρέχουσες ανάγκες. Μόνο με αυτή την έννοια λοιπόν ο συγγραφέας «ζει», απτόητος και αειθαλής...
Ως ήταν φυσικό, στην εν λόγω συνεύρεση του Τούρκου Νομπελίστα με το αθηναϊκό κοινό, ο συγγραφέας δεν μίλησε για το τι κομίζει εις την τέχνη, δηλαδή για τα αισθητικά του αιτούμενα. Δεν μίλησε για τον μεταλλασσόμενο κοινωνικό ρόλο της τέχνης την οποία θεραπεύει (τι άλλο να πει, αφού αυτός και τα βιβλία του απλώς «ψυχαγωγούν» τους αναγνώστες). Δεν μίλησε για τον κοινωνικό ρόλο ενός «διάσημου συγγραφέα» (αφού αν δεν είσαι «διάσημος» δεν υπάρχεις), ο οποίος σήμερα, αναιρώντας όλη τη διαδρομή της νεωτερικότητας, επιστρέφει στα παλιά, στα πολύ παλιά, όχι βέβαια στα παλάτια αλλά στα ιδρύματα, επιστρέφει για να καταλήξει γελωτοποιός, όχι φυσικά του βασιλιά, αφού με αυτόν τελειώσαμε, αλλά του φιλοθεάμονος κοινού. Ο Ορχάν Παμούκ ξέρει να υπάρχει μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ξέρει να τη διαχειρίζεται, και ήδη το έχει κάνει με επιδεξιότητα στα βιβλία του, παριστάνοντας τον ανυποψίαστο (αλλά πάντως «ενημερωμένο», αφού «πειραματίζεται»).
Αυτός ο συγγραφέας λοιπόν ζει και βασιλεύει, και θα συνεχίσει, ερήμην όμως της τέχνης την οποία υποτίθεται πως «υπηρετεί», ερήμην και της θεωρίας της. Γιατί τη σύγχρονη λογοτεχνία, καθώς και τη συνθήκη μέσα στην οποία αυτή η λογοτεχνία συνεχίζει να επιβιώνει και να εξελίσσεται, ως τέχνη και όχι ως καταναλωτικό σκηνικό, δεν θα τα συναντήσει κανείς στα βιβλία του Παμούκ και σε παρόμοιες εκδηλώσεις. Όμως αυτή η λογοτεχνία υπάρχει, και κανείς δεν δικαιούται να την αγνοεί. Βρίσκεται, από κάθε άποψη, στον αντίποδα της λογοτεχνίας του Παμούκ και των εκδηλώσεων του Μεγάρου, είναι δε ουσιωδώς ανατρεπτική.
Μία από τις εμβληματικές της μορφές, στην εποχή μας, είναι ο συγγραφέας Τόμας Πίντσον (Το τελευταίο του μεταφρασμένο βιβλίο, Ενάντια στη μέρα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς ζει ο Πίντσον (πιθανώς στο Μεξικό, ίσως στην Καλιφόρνια, μάλλον στη Νέα Υόρκη...), πώς είναι (μια δυο θολές, νεανικές φωτογραφίες του υπάρχουν μόνο), δεν δίνει συνεντεύξεις, πόσο μάλλον διαλέξεις σε Μέγαρα, δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από τα βιβλία του. Αλλά και σ' αυτά «δεν υπάρχει» ως συγγραφέας, αφού στη λογοτεχνία του Πίντσον ο συγγραφέας υποχωρεί, δίνοντας χώρο στον αναγνώστη, παρέχοντάς του τρόπους να μετάσχει στη δίνη της ιστορίας, μέσα από τα κενά και τα χάσματα, μέσα από την απουσία «ολοκληρωμένης αφήγησης» και «ολοκληρωμένων χαρακτήρων», μέσα από την απουσία ό,τι άλλου αποτελούσε κάποτε τη λογοτεχνία που βαυκαλιζόταν για την αυτάρκειά της, που έφτιαχνε ένα απόλυτα δομημένο, αρραγές σύμπαν, που διαμόρφωνε τέλειους ήρωες-πρότυπα, προς μίμηση ή προς αποφυγή, που εμπέδωνε την ανάλογη πειθαρχία. Ο Πίντσον δεν αφηγείται «επαρκώς» την ιστορία, δεν σου δίνει μια έτοιμη εικόνα του κόσμου και της ζωής, δεν σέβεται τη χρονικότητά τους, αλλά ανασύρει, φωτίζει, ανασυγκροτεί και προβάλλει άπειρες και αντιφατικές ψηφίδες, δίνοντάς σου τη δυνατότητα να μπεις στην επικράτεια της πραγματικότητας, να οριστείς μέσα σε αυτήν, ως υποκείμενο και όχι ως οπαδός. Αυτό υπηρετεί η ανοικτή μορφή των βιβλίων του, αυτή τη μορφή μας προσφέρει ως αισθητική πρόταση, δηλαδή έναν τρόπο για να δούμε τον κόσμο και τη ζωή, έναν τρόπο που υπονομεύει τις σχέσεις εξουσίας που επί αιώνες αναπαράγει και εμπεδώνει η κλασική αφήγηση, ακόμα κι όταν υπερασπίζεται τις πιο ανατρεπτικές ιδέες.
Ναι, αλλά εδώ ένας καλοπροαίρετος αναγνώστης θα αναρωτηθεί: λογοτεχνία δεν κάνουν σήμερα, τόσο ο Παμούκ όσο και ο Πίντσον; Συγγραφείς δεν είναι και οι δύο; Μήπως ο τρόπος που τους αντιπαραθέτω, και μάλιστα με τον πλέον απόλυτο τρόπο, είναι αυθαίρετος; Άλλωστε, η Βικιπαίδεια τους χαρακτηρίζει, και τους δύο, ως «μεταμοντέρνους» συγγραφείς. Πώς διατείνομαι ότι βρίσκονται στον αντίποδα;
Το ερώτημα είναι της ίδιας τάξης με μια σειρά από άλλα ερωτήματα: κομμουνιστική δεν είναι η κινέζικη κοινωνία, όπως πρωτόγονα κομμουνιστικό δεν είναι το εγχείρημα των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας; Σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έχουμε στην Ελλάδα, και μάλιστα κυβέρνηση αντιεξουσιαστών, σύμφωνα με δήλωση του επικεφαλής της, άρα και οι υπουργοί δεν θα πρέπει να είναι κάτι σαν τους αντιεξουσιαστές των Εξαρχείων; Αυτή είναι μια προφανής, αλλά και πολύ ισχυρή απάντηση στο ερώτημα. Μια απάντηση που τη δίνει και την επικυρώνει η μαζική συναίνεση ενός δισεκατομμυρίου Κινέζων προς το καθεστώς τους, τη δίνει η αδιαφορία της «πολιτισμένης» μεξικάνικης κοινωνίας για όσα «πρωτόγονα» συμβαίνουν στην επαρχία των Τσιάπας, τη δίνει η ψήφος εμπιστοσύνης υπέρ των αντιεξουσιαστών-σοσιαλιστών πριν από λίγο καιρό στις δημοτικές εκλογές, τη δίνει η μαζική προσέλευση στο Μέγαρο Μουσικής προχθές. Όπως έχει γράψει ο Πίτσον, «αν σε καταφέρουν να κάνεις λάθος ερωτήσεις, δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τις απαντήσεις»...
Όποιος λοιπόν θέλει, και αντέχει, βολεύεται με αυτή την απάντηση, διαβάζει Παμούκ και απολαμβάνει τον «ζώντα» συγγραφέα live στο Μέγαρο. Όποιος δεν θέλει, ή δεν αντέχει, μάλλον θα δυσκολευτεί. Γιατί η μέθεξη της τέχνης είναι δύσκολο, κοπιαστικό και επικίνδυνο πράγμα - όσο και η ιδιότητα του πολίτη, όσο και η υπόθεση της αριστεράς, όσο εν γένει η υπόθεση της χειραφέτησης, σε όλες τις πτυχές της ζωής.
Η μέθεξη της τέχνης είναι τόσο δύσκολο πράγμα, όσο και η εξαντλητική διερεύνηση των σχέσεων εξουσίας σε μια μεξικάνικη επαρχία, οι απολύτως σύγχρονες απαντήσεις που επιχειρήθηκαν να δοθούν, σε όλες τις πτυχές της έννοιας της πολιτικής και της χειραφέτησης, από τους Ζαπατίστας και τον κομαντάντε Μάρκος, ο οποίος, τόσα χρόνια τώρα, επιμένει να μην προβάλλει το πρόσωπό του, όπως ακριβώς και ο Πίντσον, απλούστατα γιατί και ο πολιτικός αρχηγός, ιδιαίτερα ο λατινοαμερικάνος βολονταριστής ήρωας, που στη συνέχεια έγινε κονκάρδα και κάθε λογής καταναλωτικό προϊόν ή χολιγουντιανό είδωλο, «έχει πεθάνει», μαζί με τον συγγραφέα...

Wednesday, January 12, 2011

Ο εικονοκλάστης της τουρκικής ψυχής

  • Η αναβληθείσα περσινή διάλεξη του Ορχάν Παμούκ, λόγω της ασθένειας της μητέρας του, πραγματοποιήθηκε, χθες το βράδυ, έστω και με καθυστέρηση δέκα μηνών. 


Πλήθος κόσμου, κυρίως όμως γυναίκες, οι οποίες διατηρούν την καλύτερη σχέση με την παμουκική λογοτεχνία, γέμισαν την αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής. Η αθηναϊκή παρουσία τού περισσότερο αναγνωρισμένου και αναγνωρίσιμου διεθνώς Τούρκου συγγραφέα είναι ακόμη μία επιτυχία του «Megaron Plus».

Οσοι πιθανότατα περίμεναν ότι ο νομπελίστας συγγραφέας θα έκανε, έστω και μία γενικόλογη, δήλωση για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, θα πρέπει να απογοητεύτηκαν. Ο Ορχάν Παμούκ, προσεκτικός σε κάθε λέξη του, αλλά με μια ευγένεια που υποστήριζε πειστικά τα λεγόμενά του, μίλησε γι' αυτό που γνωρίζει καλύτερα: για το εργαστήρι τού συγγραφέα και το τι σημαίνει να γράφεις μυθιστόρημα στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, χωρίς να θέλεις να αποκαθηλώσεις από το πάνθεον της Λογοτεχνίας τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Μπαλζάκ, τον Μέλβιλ, τον Προυστ ή τον Τόμας Μαν.

Τον Ορχάν Παμούκ τον σύστησε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο οποίος, εν είδει δημοσιογράφου, του υπέβαλλε ερωτήσεις. «Δεν είναι ούτε δυτικός ούτε Τούρκος, είναι μυθιστοριογράφος», τοποθέτησε ο Ελληνας συγγραφέας τον ομότεχνό του. Ο λάτρης της γενέτειράς του, της Ισταμπούλ στη γλώσσα του, αυτοπαρουσιάστηκε ως ένας πρώην αρχιτέκτονας και ως ένας πρώην ερασιτέχνης ζωγράφος, ο οποίος εγκατέλειψε επιστήμη και ζωγραφική για να αφιερωθεί στη συγγραφή, που του χάρισε, το 2006, το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
  • «Συγγραφέας της λεπτομέρειας»
«Από την ηλικία των 23 ετών γράφω διαρκώς, αποτυπώνοντας σε λέξεις τις εικόνες που κουβαλάω μέσα στη φαντασία μου. Από τότε είμαι ο συγγραφέας της λεπτομέρειας», ήταν οι εναρκτήριες φράσεις του 59χρονου πολυδιαβασμένου συγγραφέα. «Αυτό που αναζητάμε», είπε, προσπαθώντας να ορίσει τον στόχο του μυθιστορήματος, «είναι ένα μυστηριώδες και μυστικό κέντρο. Πρόκειται για μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και κάτι περισσότερο απ' αυτά που μας δίνει η ζωή».

Μ' ένα παράδειγμα ξεκαθάρισε τι ακριβώς εννοούσε. Ανέτρεξε στον «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ: «Μέχρι τις πρώτες 100-150 σελίδες, διαβάζουμε ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα με κυνηγούς φαλαινών. Από 'κεί και πέρα, συνειδητοποιούμε ότι ο Μόμπι Ντικ είναι ο κόσμος αφ' εαυτού. Είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την οικουμένη και το σύμπαν». Μεγάλη του ανυπόκριτη αγάπη είναι και ο Ντοστογιέφσκι, «που μας τρομάζει, αλλά ο αναγνώστης δεν τον ξεχνάει ποτέ».

«Είμαι ένας εικαστικός μυθιστοριογράφος, γιατί νιώθω τα συναισθήματα των ηρώων μου μέσα από τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν. Χρησιμοποιώ κυρίως το τοπίο ως μεταφορά, με τον τρόπο που το χειρίζεται ο Τολστόι στην "Αννα Καρένινα". Οταν κοιτάζει η Καρένινα μέσα από το τρένο το τοπίο, το τοπίο αυτό εκφράζει τα συναισθήματά της. Ο συγγραφέας είναι ένας ζωγράφος, ο οποίος χρησιμοποιεί το πινέλο του για να ζωντανέψει τους ήρωές του», ήταν η δημιουργική αυτοπροσωπογραφία του Ορχάν Παμούκ.

Μέχρι τα σαράντα του, δεν έκρυψε ότι ήταν άγνωστος. Οταν, όμως, ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του και μεταφράστηκε, η ερώτηση, την οποία κατά κύριο λόγο του απηύθυναν, ήταν «γιατί γράφετε για την Κωνσταντινούπολη;». Η απάντησή του δεν άλλαξε από τότε: «Γιατί γνωρίζω καλύτερα αυτόν τον τόπο και κινούμαι με φυσικό τρόπο σ' αυτόν. Είναι σημαντικό ένας συγγραφέας να έχει ένα σταθερό πλαίσιο. Η Κωνσταντινούπολη είναι η πόλη της φτώχειας και της μελαγχολίας».

«Είναι δύσκολο να πειραματίζεσαι και να παραμένεις δημοφιλής. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χάσεις την επαφή σου με τη χώρα σου και τον κόσμο της», περιέγραφε τη διχοστασία του, μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ωστόσο, δεν απέφυγε την απόφανση: «Ενας ευφυής συγγραφέας είναι ταυτόχρονα νεοτεριστής και αντιμετωπίζει με πρωτότυπο τρόπο την παράδοση». Εντούτοις, δεν παραδέχθηκε ότι πρέπει να υπάρχει «σύγκρουση πολιτισμών στο μυθιστόρημα. Οσο περισσότερο πολυσυλλεκτικό και πολυχρωματικό είναι, τόσο πιο πρωτότυπο και καινοτόμο ηλεκτρισμό διαθέτει». *

Ορχάν Παμούκ: «Γράφω μυθιστορήματα επειδή ο Θεός δεν μου ψιθυρίζει ποίηση»


  • Ο τούρκος νομπελίστας συγγραφέας γέμισε την Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής

O Ορχάν Παμούκ χάρισε πρώτα ένα πλατύ χαμόγελο και έπειτα καλησπέρισε στα ελληνικά. Διατρέχοντας με τα μάτια την κατάμεστη αίθουσα δήλωσε έκπληκτος «από τον πολύ κόσμο» και ύστερα τα στύλωσε προς τους εξώστες απολαμβάνοντας την παρουσία του ενθουσιώδους κοινού.

Η Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, χωρητικότητας περίπου 1.800 θέσεων, πλημμύρισε από αναγνώστες που έσπευσαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Μegaron Ρlus να ακούσουν από τα χείλη του τούρκου νομπελίστα συγγραφέα τι συμβαίνει στο μυαλό ενός ανθρώπου όταν διαβάζει ένα μυθιστόρημα.

Ο Ορχάν Παμούκ μίλησε για την τέχνη του μυθιστορήματος από τη μεριά του συγγραφέα και του αναγνώστη, για την εμπειρία της ανάγνωσης, ενώ χαρακτήρισε τη λογοτεχνία το πολυτιμότερο αγαθό για να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους- πάντα με την πειθαρχία ενός επαγγελματία και με το πάθος ενός ανθρώπου απολύτως ικανοποιημένου με αυτό που κάνει.

«Το μυθιστόρημα είναι μια διαδικασία μετάλλαξης των λέξεων σε εικόνες μέσω μιας δημιουργικής φαντασίας» τόνισε ο Παμούκ μιλώντας, μαζί με τον συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλο, για το πόσα πράγματα γίνονται ταυτόχρονα ενώ διαβάζουμε. Διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα για να εντοπίσουμε ένα «κέντρο» που θα μας δώσει το βάθος για να κατανοήσουμε τη ζωή μας μέσω μια άλλης «φανταστικής» ζωής.

Το μυθιστόρημα, είπε, είναι μια ιδανική μορφή «οικουμενικής επικοινωνίας», που μπορεί να μας μάθει σε έναν ολοένα αντιφατικό αλλά και περίπλοκο κόσμο τη διαδικασία «να μπαίνουμε στη θέση του άλλου».
Μίλησε για το τι συμβαίνει όταν κλείνεται στο δωμάτιό του και γράφει, για τις χαρές που αντλεί από αυτό, αλλά και για μεγάλους ομοτέχνους του, ενώ εξήρε τις εικόνες στον Προυστ και το δράμα στον Ντοστογέφσκι. «Ο ρόλος του συγγραφέα δεν έχει αλλάξει. Νιώθω πως κάνω ό,τι έκανε ο Ντίκενς· μιλάω για τις ζωές των ανθρώπων και πειραματιζόμενος με αυτό ψυχαγωγώ τους αναγνώστες μου».
Ανέγνωσε επίσης στα αγγλικά αποσπάσματα για τη σχέση με την κόρη του από τα «Αλλα χρώματα» (εκδόσεις Ωκεανίδα) και δήλωσε ότι «τα εθνικά μας δράματα δεν πρέπει να επισκιάζουν την ανθρωπιά και τις μικρές ιστορίες μας». Οπως συνηθίζει, απέφυγε να αναφερθεί στην πολιτική, σημειώνοντας ότι το μυθιστόρημα δεν είναι χώρος «για προπαγάνδα και ηθικές κρίσεις». Ηταν, με δυο λόγια, ένας Παμούκ απρόσμενα απολαυστικός και οικείος. [ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΓΡ. ΜΠΕΚΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011]

Sunday, January 9, 2011

Ορχάν Παμούκ: «Η δουλειά μου είναι να γράφω, όχι να είμαι πρεσβευτής της Τουρκίας»

  • Ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας μιλάει στο «Βήμα» για την αγαπημένη του Ιστανμπούλ, για το αν και πόσο άλλαξε η ζωή του μετά το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας και για τον τρόπο που βιώνει το πάντρεμα της ανατολίτικης καταγωγής με τη δυτική παιδεία του

   
ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
 
«Οταν γράφω ένα βιβλίο,παλεύω με τον εαυτό μου πάρα πολύ. Αν συνεργαζόμουν με κάποιον άλλον συγγραφέα θα καταλήγαμε να παλεύουμε μεταξύ μας τόσο,που δεν θα το συμβούλευα σε κανέναν» λέει ο Ορχάν Παμούκ

Η συνέντευξη με τον Ορχάν Παμούκ, με αφορμή την προγραμματισμένη διάλεξή του στο Μέγαρο Μουσικής στις 11 Ιανουαρίου και την έκδοση του βιβλίου του Αλλα χρώματα από την Ωκεανίδα, δρομολογήθηκε με όλες τις τυπικές διαδικασίες. Μας παραχώρησε μια τηλεφωνική συνομιλία 35 λεπτών, με την επισήμανση ότι δεν θα απαντούσε σε πολιτικού περιεχομένου ερωτήσεις.

Το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας, στην καθορισμένη ώρα του ραντεβού, καλέσαμε τον αριθμό του στην Κωνσταντινούπολη. «Καλείτε από την Αθήνα για τη συνέντευξη; Σας ακούω» απάντησε με ευγένεια στα αγγλικά και χωρίς χρονοτριβή. Το χρονόμετρο μετρούσε ήδη τα λεπτά ανάποδα. Μιλούσε γρήγορα και κρατούσαμε την ανάσα μας για να μη μας ξεφύγει λέξη. «Δεν γελάτε με τα αστεία μου» παραπονέθηκε κάποια στιγμή. Ηταν η πρώτη χαραμάδα μιας οικειότητας εντελώς απρόσμενης. Διότι είναι γνωστό ότι αυτός ο μελαγχολικός συγγραφέας, που χαμογελά με αυτοπεποίθηση στον φακό, υπομένει την υποχρέωση των συνεντεύξεων με επιφύλαξη. Ειδικά μάλιστα μετά την παραπομπή του σε δίκη για προσβολή της τουρκικότητας με αφορμή δηλώσεις του στον ελβετικό Τύπο και τις απειλές για τη ζωή του.

«Γράφω τις απόψεις μου στα κείμενά μου. Αποφεύγω να μιλάω για πολιτικά θέματα σε δημοσιογράφους, γιατί συχνά απομονώνουν αυτές τις δηλώσεις από τις συνεντεύξεις μου και τις σημασιοδοτούν διαφορετικά. Αυτό δεν το επιτρέπω» εξηγεί. Ο τόνος του αλλάζει εντελώς όταν μιλάει για δύο άλλα θέματα, την Ιστανμπούλ και το γράψιμο. Ο ενθουσιασμός ζεσταίνει τη φωνή του, μιμείται τους γαλατάδες που διαλαλούν το φρέσκο γιαούρτι στις γειτονιές της παλιάς Πόλης και λέει μισοανυπόμονα- μισοπαρακλητικά: «Θέλω να μείνω μόνος μου,μόνος μου για να γράψω!». Και κάπως έτσι, στη διαδρομή από τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης στη μοναξιά του γραφείου του, μετατρέπει μια τυπική συνομιλία σε συμπάθεια.

- Καλή χρονιά, κύριε Παμούκ. Πού σας βρίσκει το τηλεφώνημά μου;
«Είμαι στο γραφείο, στέκομαι μπροστά στο παράθυρο και κοιτάζω την όμορφη, την πανέμορφη θέα της Ιστανμπούλ. Ο ουρανός είναι γκρίζος, έχει συννεφιά... Μπορώ να δω τις καμινάδες απέναντι και ένα σμήνος από σπουργίτια πάνω σε ένα δέντρο, αλλά τα τζαμιά με τους μιναρέδες τους χάνονται στο βάθος μέσα στην ομίχλη, γύρω από τα γκρίζα νερά του Βοσπόρου. Σκούρα γκρίζα νερά, που δεν έχουν καμία σχέση με το μεσογειακό μπλε του καλοκαιριού».

- Καθώς σας ακούω, αναρωτιέμαι, αν είχα το προνόμιο να σας έχω ξεναγό για μία ημέρα στην Κωνσταντινούπολη, πού θα με πηγαίνατε...
«Δεν θα σας πήγαινα στα μέρη που υποδεικνύουν οι τουριστικοί οδηγοί και στα αξιοθέατα. Θα σας οδηγούσα στα σοκάκια και στις παλιές γειτονιές, θα σας άφηνα να περπατήσετε και να χαθείτε στην πόλη ακολουθώντας το ένστικτό σας, θα σας άφηνα τελικά να την ανακαλύψετε μόνη σας».

- Εγώ την αποκαλώ Κωνσταντινούπολη, εσείς την αποκαλείτε Ιστανμπούλ. Οι δύο ονομασίες νοηματοδοτούν εντελώς διαφορετικά την ίδια πόλη;
«Στην ίδια πόλη αναφέρονται, αλλά σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της. Η πόλη είναι μία, αλλά η ιστορία της είναι ένα παλίμψηστο όλων των πολιτισμών που έζησαν στην περιοχή γύρω από τον Βόσπορο, και μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για πολιτισμούς πάρα πολλών αιώνων».

- Θεωρούν πολλοί την Κωνσταντινούπολη τη Νέα Υόρκη της Ανατολής. Εσείς που έχετε ζήσει και στις δύο πόλεις βρίσκετε εύστοχο τον παραλληλισμό;
«Η Ιστανμπούλ και η Νέα Υόρκη μοιάζουν όντως, είναι πολύπλοκες πόλεις, στους δρόμους τους συναντάς ένα πολύχρωμο πλήθος, έχουν αυτή την πλούσια ζωντάνια, αποπνέουν δυναμισμό, σφύζουν από ενεργητικότητα. Λίγες πόλεις στον κόσμο συγκεντρώνουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Απολαμβάνω την αίσθηση ότι διαρκώς κάτι γίνεται στην πόλη, ότι βρίσκομαι στο κέντρο ενός κόσμου- πείτε το όπως θέλετε, Εγγύς Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειος ή Βαλκάνια. Μου αρέσουν τα εστιατόρια που μένουν συνεχώς ανοιχτά, το μανάβικο στη γειτονιά μου που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο, όπως τα μικρά μπακάλικα στη Νέα Υόρκη. Να έχετε όμως υπόψη σας ότι αυτή η κοσμοπολίτικη εικόνα της Ιστανμπούλ είναι σχετικά πρόσφατη και πολύ διαφορετική από την εικόνα της πόλης πριν από 30 χρόνια. Τότε ήταν μια πόλη φτωχή, χωρίς ενεργητικότητα, χωρίς τον σημερινό πλούτο που δίνει την εντύπωση ότι συμβαίνουν πράγματα στην πόλη διαρκώς».

- Θέλετε να διασώσετε τη μνήμη εκείνης της Κωνσταντινούπολης με τα εκθέματα του Μουσείου της Αθωότητας που ετοιμάζετε. Πώς προχωρεί αυτή η υπόθεση;
«Το κτίριο του μουσείου έχει σχεδόν τελειώσει και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Απομένει να λυθούν κάποια διαδικαστικά προβλήματα. Αν καταφέρω να τα λύσω, τότε θα ανοίξει κάποια στιγμή μετά τον Μάιο».

- Είστε ένας πολίτης του κόσμου,με δυτική παιδεία,αλλά και γέννημα-θρέμμα Ανατολίτης. Πώς βιώνετε αυτή τη δυαδικότητα στην καθημερινότητά σας;
«Γράφοντας και ανακαλύπτοντας τις διάφορες πτυχές της μέσα από τα μυθιστορήματά μου. Αλλωστε ακριβώς αυτό κάνουμε όσοι γράφουμε λογοτεχνία: δημιουργούμε ένα φανταστικό σύμπαν μέσα στο οποίο εκφράζουμε τα πολλά πρόσωπα που έχουμε μέσα μας και μας ακολουθούν. Αυτή τη δυαδικότητα διερευνώ στο Μαύρο βιβλίο, στο Λευκό κάστρο και εν μέρει στο Με λένε Κόκκινο και στο Χιόνι. Εχω τραφεί από τις πηγές της παράδοσης και της νεωτερικότητας, της ευρωπαϊκής παιδείας και της ασιατικής κουλτούρας. Τα στοιχεία από όλες αυτές τις πηγές δεν συγκρούονται μέσα μου, αλλά συμπλέκονται αρμονικά, όπως συμβαίνει και στην πόλη γύρω μου. Το γεγονός ότι έχω δύο περσόνες δεν με διχάζει, ίσα-ίσα αισθάνομαι ότι μου προσδίδει βάθος, ότι με κάνει σοφότερο, πιο σύνθετο».

- Καταλαβαίνω ότι δεν πιστεύετε στο δόγμα της σύγκρουσης των πολιτισμών...

«Οχι. Αυτό το δόγμα νομιμοποίησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και τον πόλεμο στο Ιράκ, δεν είναι ωφέλιμο για την ανθρωπότητα. Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών δημιουργεί περιθώρια για περισσότερη σύγκρουση. Γιατί δεν συζητάμε για την αρμονία των πολιτισμών; Εγώ σε αυτήν πιστεύω, την έχω δει και τη βιώνω σε όλη μου τη ζωή».

- Ιστανμπούλ, Αλλα χρώματα και το τελευταίο σας, Fragments of the Landscape, που κυκλοφορεί στα αγγλικά: τρία δοκιμιακά και αυτοβιογραφικά βιβλία. Δεν ετοιμάζετε κάποιο νέο μυθιστόρημα;
«Το Fragments of the Landscape, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά, είναι ο δεύτερος τόμος τού Αλλα χρώματα που κυκλοφορεί τώρα στην Ελλάδα. Γράφω όμως και ένα μυθιστόρημα για τη μετανάστευση στην Ιστανμπούλ. Καλύπτει το διάστημα από το τέλος της δεκαετίας του ΄60 ως σήμερα. Γράφω για τους πλανόδιους πωλητές, για τους γαλατάδες, που στην παιδική μου ηλικία κυκλοφορούσαν στα σοκάκια κουβαλώντας κάδους με γιαούρτι και φώναζαν: “Γιαούρτι, γιαούρτι!”. Ηταν πάρα πολλοί. Από τη δεκαετία του ΄80 και μετά εξαφανίστηκαν. Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί, πώς ήρθαν στην πόλη από τα βάθη της Ανατολίας, σε τι σπίτια έμεναν και πώς ζούσαν; Με αυτά καταπιάνομαι στο νέο μυθιστόρημά μου».

- Χαρακτηρίζουν το Νομπέλ «φιλί του θανάτου» για πολλούς συγγραφείς. Λένε ότι η ευθύνη που φέρει αυτή η βράβευση πέφτει βαριά στη μετέπειτα παραγωγή τους. Αισθάνεστε μεγαλύτερη ευθύνη τώρα;
«Αντιμετώπιζα με πολλή υπευθυνότητα το γράψιμο και πριν από το Νομπέλ, σας διαβεβαιώ. Βεβαίως, αύξησε τους αναγνώστες μου, μολονότι τα βιβλία μου είχαν ήδη μεταφραστεί σε 46 γλώσσες πριν από το Νομπέλ. Το βραβείο πρόσθεσε δέκα-δώδεκα γλώσσες ακόμη. Η αλήθεια είναι ότι καθώς πληθαίνουν οι αναγνώστες σκέφτομαι λίγο ότι “θα με διαβάσουν εκατομμύρια άνθρωποι, πρέπει να προσέξω, να γράψω κάτι καλό”. Είναι μια σκέψη παιδιάστικη, αλλά κι εγώ σκέφτομαι παιδιάστικα».

- Πόσο η εθνική ευθύνη του Νομπέλ έχει αλλάξει τη στάση σας στις δημόσιες εμφανίσεις σας στο εξωτερικό;
«Με έχει κάνει πιο προσεκτικό. Στις δημόσιες εμφανίσεις μου εγώ θέλω να μιλάω για τον εαυτό μου και τα βιβλία μου, οι άλλοι όμως με θεωρούν πρεσβευτή της χώρας μου και περιμένουν να μιλήσω για την Τουρκία. Η δουλειά μου είναι να γράφω καλά μυθιστορήματα, όχι να είμαι πρεσβευτής της Τουρκίας. Γνωρίζω ότι ο κόσμος μού αποδίδει και αυτή την ιδιότητα και το σέβομαι, προσπαθώ όμως να αποφεύγω περιττές παρεξηγήσεις. Είμαι ένας συγγραφέας που έχει μια πολύ προσωπική άποψη για δύο κόσμους, για δύο κουλτούρες, αυτό μετράει».

- Εχετε ζήσει για μεγάλα διαστήματα στις ΗΠΑ. Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται εκεί; Ή να γράψετε στα αγγλικά;
«Δεν σκέφτηκα ποτέ να γράψω στα αγγλικά, ούτε να τοποθετήσω τα μυθιστορήματά μου στην Αμερική. Θυμάμαι όταν σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο Columbia στη Νέα Υόρκη, στο τέλος της δεκαετίας του ΄80, ο καθηγητής μου εκεί με ρωτούσε χαμογελώντας με νόημα: “Ορχάν, σκέφτεσαι να γράψεις κάποιο μυθιστόρημα για τη Νέα Υόρκη;”. Και του απαντούσα: “Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να γράψω πανεπιστημιακό μυθιστόρημα”».

- Διδάσκετε τώρα και εσείς με τη σειρά σας στο Columbia. Πιστεύετε ότι διδάσκεται η συγγραφή λογοτεχνίας;
«Διδάσκω λογοτεχνία και όχι δημιουργική γραφή. Το διευκρινίζω αυτό, διότι κατ΄ αρχήν θα ήμουν πολύ κακός δάσκαλος δημιουργικής γραφής. Πιστεύω πολύ λίγο στον θεσμό των εργαστηρίων δη μιουργικής γραφής. Υπάρχουν παντού, σε πολλά πανεπιστήμια. Ωστόσο η δουλειά του συγγραφέα είναι πολύ μοναχική υπόθεση. Οσοι συμμετέχουν σε αυτά πηγαίνουν περισσότερο για να γνωρίσουν άλλους συγγραφείς, για να κοινωνικοποιηθούν».

- Παρατηρείται τελευταίως η τάση λογοτέχνες και διανοούμενοι να εκδίδουν βιβλία από κοινού. Θα εξετάζατε αυτό το ενδεχόμενο, ίσως κάποιον διάλογο με έλληνα συγγραφέα;
«Οταν γράφω ένα βιβλίο, παλεύω με τον εαυτό μου πάρα πολύ. Αν συνεργαζόμουν με κάποιον άλλον συγγραφέα θα καταλήγαμε να παλεύουμε μεταξύ μας τόσο, που δεν θα το συμβούλευα σε κανέναν».

- Τι ευχηθήκατε για τον καινούργιο χρόνο;
«Να μη με ανησυχήσει κανείς, να μη χτυπάει το τηλέφωνο, να μην υπάρχουν προβλήματα, να είμαι μόνος και ήρεμος, και να γράφω, να γράφω, να γράφω το νέο μου μυθιστόρημα, με το οποίο έχω ενθουσιαστεί πολύ».
  • «Η συγγραφή είναι ο λόγος που αξίζει να ζω»
- Υπάρχει συνοχή στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες;
«Καταρχήν, δεν πιστεύω ότι ζούμε σε κοινωνίες πολυπολιτισμικές. Ζούμε σε κοινωνίες που νομίζουν ότι είναι πολυπολιτισμικές, ερχόμαστε σαφώς σε επαφή με πολλές διαφορετικές κουλτούρες, αλλά υπάρχουν εντάσεις. Υπάρχει απέχθεια για τους μετανάστες, οι οποίοι καταλήγουν περιθωριοποιημένες μειονότητες. Οχι,δεν νομίζω ότι ζούμε, αλλά ναι, αν θέλετε, πρέπει να ζήσουμε σε μια κοινωνία πολυπολιτισμική. Πρέπει πολιτισμικά, πολιτικά, σε επίπεδο οργάνωσης και θεσμών να αποκτήσουμε μεγαλύτερο βαθμό πολυπολιτισμικότητας, η οποία θα έρθει όταν επιτύχουμε μια ισορροπία ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς αυτού του κόσμου. Πληθυσμοί που ζουν σε φτωχές περιοχές διασχίζουν τα σύνορα και αναζητούν δουλειές σε πλούσιες χώρες. Προσπαθούμε να τους σταματήσουμε, αλλά είναι αναπόφευκτο- η πολυπολιτισμικότητα είναι αναπόφευκτη, πρέπει να το κατανοήσουμε».  

- Το μυθιστόρημα συντελεί στην εύρεση νοήματος στον περίπλοκο κόσμο μας;
«Ενδεχομένως. Εκφράζει αισιοδοξία η ερώτησή σας. Προσωπικά δεν γράφω μυθιστορήματα με αυτόν τον σκοπό. Μπορεί το μυθιστόρημα να βοηθά την ανθρωπότητα να αναγνωρίσει κάποια από τα προβλήματά της, τα μυθιστορήματα το κάνουν και αυτό. Μας κάνουν να σκεφτούμε για τη ζωή μας, για την ύπαρξή μας γενικά, για ζητήματα κοινωνικά, μας θέτουν σε εγρήγορση απέναντι στη διαφθορά και στις σκοτεινές πλευρές της ανθρωπότητας, επινοούν το μέλλον της ανθρωπότητας και μας προετοιμάζουν γι΄ αυτό, προσπαθούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την ταυτότητα του ανθρώπου της νεωτερικότητας, έχουν άπειρες λειτουργίες. Αλλά, χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω καμία από αυτές,εμένα εκείνο που με συναρπάζει είναι η τέχνη της μυθιστορηματικής γραφής καθαυτής. Ο λόγος που γράφω είναι αυτή η καλλιτεχνική ομορφιά,αυτή η σχεδόν θεϊκή αίσθηση ότι αυτός είναι ο λόγος που αξίζει να ζω».

  • Ο Ορχάν Παμούκ θα μιλήσει την Τρίτη 11 Ιανουαρίου στις 7 μ.μ.στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο του Μegaron Ρlus. Στο τέλος της ομιλίας θα υπογράψει βιβλία του.

Διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής θα δώσει στις 11 Ιανουαρίου ο Ορχάν Παμούκ

Οι «διεργασίες» του αναγνώστη
Ο συγγραφέας επρόκειτο να δώσει τη διάλεξη τον Μάρτιο, αλλά δεν μπόρεσε, εξαιτίας ασθένειας της μητέρας του
Ο συγγραφέας επρόκειτο να δώσει τη διάλεξη τον Μάρτιο, αλλά δεν μπόρεσε, εξαιτίας ασθένειας της μητέρας του   
Ο διάσημος Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ θα έρθει στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου, για να πάρει δώσει μια διάλεξη στο πλαίσιο του προγράμματος του Megaron Plus. Θέμα της διάλεξης είναι: «τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;». Τον συγγραφέα θα προλογίσει ο πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ Τάκης Θεοδωρόπουλος.

Ο διάσημος συγγραφέας θα ανιχνεύσει τις περίπλοκες και ανεπαίσθητες διαδρομές που επιλέγει ο αναγνώστης της λογοτεχνίας, για να περιπλανηθεί και να μεταμορφωθεί από τις πληροφορίες και τις αποκαλύψεις της. Άλλωστε, ο Παμούκ πιστεύει ότι ο σύγχρονος κόσμος, κατακτάει την πιο βαθιά αυτογνωσία μέσα από τη λογοτεχνία, που του προτείνει έναν αποκαλυπτικό καθρέφτη για τις αντιφάσεις, τις πλάνες και τα αδιέξοδά του. Η εκδήλωση αρχίζει στις 19:00 το απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου και θα μπορεί κάποιος να την παρακολουθήσει με δελτίο εισόδου, η διανομή των οποίων ξεκινά το απόγευμα της ίδιας μέρας. Η διάλεξη επρόκειτο να λάβει χώρα τον Μάρτιο του 2010, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας σοβαρής ασθένειας της μητέρας του συγγραφέα.

Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1952, σε μια δυτικόφιλη αστική οικογένεια, που όφειλε την άνεσή της στις κατασκευές σιδηροδρόμων, ο Παμούκ μέχρι τα 22 του ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Παρακολούθησε την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου της Πόλης για τρία χρόνια και κατέληξε στη Σχολή Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου. Ευγνώμονας στον μηχανικό κατασκευών πατέρα του και ερασιτέχνη ποιητή, που δεν υπήρξε αυταρχικός, ο Παμούκ ανέπτυξε μια συνείδηση ευαίσθητη και ανήσυχη, οδηγό για τις τολμηρές πολιτικές του πεποιθήσεις, αλλά και για τις ευαίσθητες λογοτεχνικές αφηγήσεις του.
Η Κωνσταντινούπολη είναι η λογοτεχνική του επικράτεια, όπως η Αγία Πετρούπολη για τον Ντοστογιέφσκι, το Δουβλίνο για τον Τζόις και το Παρίσι για τον Προυστ.

Tuesday, June 8, 2010

Ορχάν Παμούκ – Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις...

  • Βλέποντας στο μουσείο Μπενάκη την έκθεση φωτογραφίας , θυμήθηκα το βιβλίο που διάβασα πέρυσι το καλοκαίρι για την Πόλη του Αρά Γκιουλέρ, την Πόλη του Ορχάν Παμούκ, την Πόλη των Ελλήνων. Την Κωνσταντινούπολη, την Ινσταμπούλ. Ένα βιβλίο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό που σε ταξιδεύει πίσω στον χρόνο μέσα από τα μάτια και τις εμπειρίες ενός θαυμάσιου συγγραφέα του Ορχάν Παμούκ.
Το βιβλίο
  •  Μοντερνιστής στη γραφή του χωρίς να εξωραίζει καταστάσεις περιγράφει τον μικρόκοσμο των των διαμερισμάτων, των πολυκατοικιών και των συνοικιών όπου έζησε. Μια απλόχερη περιγραφή χωρίς να ενοχλείται από τις πάμπολλες εικόνες της παρακμής που συναντά, όπως απόμερους μαχαλάδες με τα βρόμικα σοκάκια, τα ετοιμόρροπα μαυρισμένα ξύλινα κονάκια, τους τεκέδες που έμειναν άδειοι επειδή απαγορεύτηκε η λειτουργία τους, τις κρήνες που ξεράθηκαν και τα χόρτα που φυτρώνουν στις ρωγμές. Ο περιπατητής Παμούκ βλέπει μια πόλη να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο οθωμανικό και το μοντέρνο ενώ ενώνει τις εντυπώσεις του με εκείνες των περιηγητών, λογοτεχνών, ζωγράφων αλλά και σκηνοθετών.
  • Ο Έλληνας αναγνώστης θα βρει πολύ ενδιαφέρον στο βιβλίο μιας και ο συγγραφέας τον περιπλανεί στα ίδια μέρη που ζούσε και δημιουργούσε το ένα δυναμικό κομμάτι αυτής της πόλης. Το ελληνικό στοιχείο εδώ είναι σε περίοπη θέση. Κι αυτό γιατί μακριά από προκαταλήψεις και στερεότυπα, μέσα στις σελίδες αυτού του λογοτεχνικού έργου η Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ είναι ταυτόχρονα και η Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων.  
  • Η κατά Παμούκ Ιστανμπούλ αποτελεί ταυτόχρονα ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, χρονικό, ταξιδιωτικό αφήγημα και δοκίμιο και είναι γεμάτη μαυρόασπρες φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, πίνακες, οικογενειακές φωτογραφίες και όψεις ενός τόπου και μιας εποχής που κανείς οδηγός δεν θα δείξει.
Ο συγγραφέας
  • Ο Ορχάν Παμούκ (Orhan Pamuk) είναι ένας επιφανής μυθιστοριογράφος μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα του, αλλά έχει επίσης κερδίσει ένα αυξανόμενο αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως. Ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους Ευρωπαίους μυθιστοριογράφους, το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Έχει επίσης δεχτεί μείζονα Τούρκικα και διεθνή λογοτεχνικά βραβεία. Στις 12 Οκτωβρίου 2006 του απονεμήθη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
  • Ο Παμούκ γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1952 στην Κωνσταντινούπολη σε μία ευκατάστατη οικογένεια με πατέρα μηχανικό. Μαθήτεψε στην Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Έπειτα παρακολούθησε ένα αρχιτεκτονικό πρόγραμμα στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, γιατί προοριζόταν για μηχανικός ή αρχιτέκτονας. Μετά από τρία χρόνια όμως τα παράτησε και έγινε συγγραφέας. Αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας στο  Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης το 1977. Μετά από τρία χρόνια στις ΗΠΑ από το 1985 ως το 1988, όπου έδωσε διαλέξεις και στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
 
    • Άρχισε το μεθοδικό γράψιμο ήδη από το 1974. Το πρώτο του γραπτό μυθιστόρημα, το Karanlık ve Işık (Σκοτάδι και Φως) βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Μυθιστορήματος της Milliyet Press του 1979, το οποίο μοιράστηκε με τον Mehmet Eroğlu. Το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο Cevdet Bey ve Oğulları (Τσεβντέτ μπεής και υιοί) το 1982. Το 1983 κέρδισε επίσης το Βραβείο Μυθιστορήματος Ορχάν Κεμάλ. Το μυθιστόρημα είναι η ιστορία τριών γενιών μιας πλούσιας οικογένειας της Κωνσταντινούπολης που ζει στο Nisantasi, την μητρική περιφέρεια του Παμούκ. Το 1984 ο Παμούκ κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος Μανταραλί για το δεύτερο μυθιστόρημά του Sessiz Ev (Το Σιωπηλό Σπίτι) που εκδόθηκε το 1983. Με τη γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος αυτού κέρδισε το 1991 το Prix de la Découverte Européenne. Το ιστορικό μυθιστόρημα του Παμούκ Beyaz Kale (Το Λευκό Κάστρο) που εκδόθηκε το 1985, κέρδισε το 1990 το Independent Award for Foreign Fiction και επέκτεινε την φήμη του στο εξωτερικό. Το 1990, το μυθιστόρημα - ορόσημό του Kara Kitap (Το Μαύρο Βιβλίο) έγινε ένα από τα πλέον δημοφιλή και συζητημένα αναγνώσματα στην Τουρκική λογοτεχνία, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του και του πλούτου του. Το 1992 συνέγραψε το σενάριο της ταινίας Gizli Yüz (Μυστικό Πρόσωπο) που σκηνοθετήθηκε από τον διακεκριμένο Τούρκο σκηνοθέτη Ömer Kavur. Το 1995, το μυθιστόρημά του Yeni Hayat (Νέα Ζωή), έγινε μπεστ-σέλερ στην Τουρκία. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στη χώρα του, αφού έγινε το βιβλίο με τις γρηγορότερες πωλήσεις στην Τουρκική ιστορία. Το 1999 ο Παμούκ εξέδωσε το ιστορικό του βιβλίο Öteki Renkler (Τα Άλλα Χρώματα). Το 2003 κέρδισε το πιο προσοδοφόρο βραβείο της διεθνούς λογοτεχνίας, το IMPAC Dublin Award, για το μυθιστόρημά του Benim Adım Kırmızı (Το Όνομά μου Είναι Κόκκινος) το οποίο εκδόθηκε το 2000. Μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες. Τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά του είναι τα Kar (Χιόνι) το 2002 και İstanbul-Hatıralar ve Şehir (Κωνσταντινούπολη) το 2003. Οι Νιού Γιόρκ Τάιμς κατέταξαν το Χιόνι στη λίστα τους των "10 Καλύτερων Βιβλίων του 2004" ως ένα από τα έξι μυθοπλαστικά βιβλία που δεν γράφτηκαν στην Αγγλική γλώσσα.
    • Η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως και έπρεπε να βασιστεί στην οικονομική υποστήριξη του πατέρα του. Τα πρώιμα νατουραλιστικά μυθιστορήματα έδωσαν τη θέση τους σε πιο μεταμοντέρνα έργα. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1994 όταν το τέταρτο μυθιστόρημά του, Η Νέα Ζωή, έγινε μπεστ-σέλερ. Άτομο υψηλού κύρους στη χώρα του, ο Παμούκ έχει κατηγορηθεί για την υποστήριξή του για τα πολιτικά δικαιώματα των Κούρδων. Το 1995 ο Παμούκ ήταν ανάμεσα σε μια ομάδα συγγραφέων που δικάστηκαν για την κριτική τους εναντίον του τρόπου που η Τουρκία μεταχειρίζεται τους Κούρδους σε ένα βιβλίο δοκιμίων ασκώντας την ελευθερία λόγου.
    • Τα βιβλία του χαρακτηρίζονται από μια σύγχυση ή απώλεια της ταυτότητας προκληθείσα εν μέρει από τη σύγκρουση μεταξύ Ευρωπαϊκών και Ισλαμικών αξιών. Προκαλούν συχνά ενοχλήσεις ή ανησυχίες, αλλά περιλαμβάνουν σύνθετες, ενδιαφέρουσες πλοκές και χαρακτήρες μεγάλου βάθους. Τα έργα του διαπνέονται επίσης από συζητήσεις και θαυμασμό για τις δημιουργικές τέχνες, όπως η λογοτεχνία και η ζωγραφική.
    • Ζει με την σύζυγό του και την κόρη τους στην Κωνσταντινούπολη. Σε μια υπόθεση ελευθερίας της έκφρασης που παρακολουθήθηκε από όλο τον κόσμο, ο Παμούκ κατηγορήθηκε στην Τουρκία ως αποτέλεσμα δηλώσεών του που αφορούσαν στην Αρμενική Γενοκτονία και την Κουρδική μαχητικότητα. Συγκεκριμένα, ο Παμούκ κατηγορήθηκε για την δήλωσή του: "τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν σ'αυτή τη γη και κανείς εκτός από μένα δεν τολμά να μιλήσει γι'αυτό." Οι κατηγορίες εναντίον του Παμούκ έχουν επίσης δημιουργήσει προβλήματα στην Τουρκία στις προσπάθειές της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
    • Orhan Pamuk, Istanbul, 2003 / Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005, μτφρ. Στέλλα Βρετού, 589 σελ.
     Lifo
    πληροφορίες για τον συγγραφέα: από την βικιπαίδεια

    Friday, May 21, 2010

    Ο Ορχάν Παμούκ στο Βερολίνο και το «Μουσείο της Αθωότητας»

    Βρίσκομαι στο Βερολίνο. Πρίν από δύο χρόνια το Πανεπιστήμιο του Βερολίνου καλεί τον νομπελίστα Ορχάν Παμούκ για να τον ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα. Η τελετή έγινε στο κτήριο Ford στο Dahlem. Το κοινό είναι επιλεγμένο. Μόνο πανεπιστημιακοί, με ιδιαίτερη πρόσκληση. Φτάνω στο Dahlem, εκεί όπου το τρένο σταματά υπέργειο. Οι δρόμοι πλημμυρισμένοι από νεανικά πρόσωπα. Ευγένεια και χαμόγελα. Ολοι γνωρίζουν την κατεύθυνση.

    Στο κτήριο αυτό αισθάνεσαι την προστασία της διαφάνειας όταν κοιτάς την προέκταση των κήπων. Ξαφνικά τελειώνει η αναμονή. Ακούγεται ένα εγκάρδιο χειροκρότημα, στην αίθουσα εμφανίζεται ο τιμώμενος Ορχάν Παμούκ. Τον χειροκροτούν οι επίσημοι. Η εκδήλωση είναι καταπληκτική, ενθουσιώδης. Προλογίζουν όλοι οι ειδικοί από τα Ινστιτούτα Ανατολικών Σπουδών.

    Στο τέλος ο μεταφραστής του βιβλίου «Η Κωνσταντινούπολη» και ο Παμούκ διαβάζουν. Ο Παμούκ απνευστί. Οι λέξεις έχουν τη δύναμη της ρευστότητας.

    Κανείς δεν μπορεί να επέμβει σε αυτόν τον ρυθμό, που έχει την ακρίβεια ενός συμφωνικού έργου. Οταν σταματάει υψώνει τον δείκτη προς τον ουρανό σαν ένδειξη της εύνοιας ενός ανέμου, που τον σπρώχνει κι εκείνος καταγράφει την ελευθερία των πραγμάτων που φανερώνονται στο φως.

    Στο τέλος υπογράφει τα βιβλία του. Ανάμεσα στα πλήθη που συρρέουν και στον συγγραφέα τηρείται η απόσταση. Είναι ο πρώτος Τούρκος που αναγνωρίζω, στον οποίο προτείνω νοερά το χέρι μου.

    Τώρα, στην πλατεία Ernst-Reuter κυματίζει μια γιγαντοαφίσα της Κωνσταντινούπολης με το γνωστό περίγραμμα της πόλης και τίτλο «Κωνσταντινούπολη, η πόλη των εμπνεύσεων» ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης το 2010.

    Το Μουσείο

    Σ' έναν λόφο πάνω από τον Βόσπορο στην περιοχή Cukurcuma, «λάκκος της Παρασκευής», γιατί οι Οθωμανοί, κατά τη διάρκεια της λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης καταφεύγουν εδώ για να προσευχηθούν, βρίσκεται το κτήριο που αγόρασε πριν από μερικά χρόνια ο Ορχάν Παμούκ και θα ονομάζεται «Μουσείο της Αθωότητας».

    Εδώ, άλλοτε, κατοικούσαν Λεβαντίνοι έμποροι, Ελληνες, Αρμένιοι και Κούρδοι. Στο κέντρο αυτής της περιοχής υπάρχουν παλαιοπωλεία, εργαστήρια χειροτεχνίας, δέκα υπαίθριες αγορές. Τώρα τα πεζοδρόμια είναι φθαρμένα, τα σκαλοπάτια φαγωμένα, τα στενά σοκάκια θυμίζουν την παλιά εποχή. Τον χειμώνα, όταν φυσά, τρίζουν τα ετοιμόρροπα σπίτια, που απαγορεύεται να κατεδαφιστούν.

    Το κτήριο αυτό κτίστηκε το 1897 από την οικογένεια Bruckner, που ήταν Λεβαντίνοι. Ο πατέρας της οικογένειας ήταν τραπεζίτης. Στην Κωνσταντινούπολη ζουν ακόμα οι απόγονοι αυτής της οικογένειας. Εχει τέσσερα πατώματα, κάθε πάτωμα 75 τ.μ., μ' ένα υπόγειο, χαμηλό, ύψους 2 μ. Από το κτήριο διατηρήθηκε μόνον η πρόσοψη. Εσωτερικά μια ατσαλένια κατασκευή το υποστυλώνει και το καθιστά αντισεισμικό. Το μουσείο είναι μικρό, αλλά περιμετρικά στις προθήκες τα εκθέματα θα είναι πυκνά.

    Τα αντικείμενα

    Ο Ορχάν Παμούκ ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο. Είδε 1.743 μουσεία. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του «Το Μουσείο της Αθωότητας» απαριθμεί τα μουσεία που ξεχώρισε, την αίσθηση κάθε μουσείου, τις ιδιαιτερότητες, την αρμονική τοποθέτηση των εκθεμάτων, τον ιδιαίτερο φωτισμό των αντικειμένων.

    Τα αντικείμενα που θα εκτίθενται στο Μουσείο της «Αθωότητας», είναι υπολείμματα μιας κατάστασης συμβίωσης του παρελθόντος. Βουβά, βαριά, με συναισθηματική φόρτιση.

    Βρίσκονται ακόμα σε κιβώτια, τσάντες και σακούλες. Είναι αντικείμενα που ανήκουν στην εικόνα της πόλης, ένα κομμάτι της Κωνσταντινούπολης που χάνεται.

    Μερικά αντικείμενα ήταν κάποτε ζωντανά, εμψυχωμένα από την αφή των χεριών, από τη λείανση της χρήσης. Συνόδευαν σαν υποκατάστατα τις στιγμές. Μερικά όταν τα κοιτάς, αφηγούνται την αληθινή τους ιστορία. Οταν τα αγγίζουμε, ψηλαφίζουμε τον χρόνο και τον τρόπο της δημιουργίας τους.

    Ο συλλέκτης γνωρίζει τις παραλλαγές, τις απομιμήσεις που διασκορπίζονται σε διάφορες αγορές. Υπάρχουν ακριβείς καλλιτεχνικές επαναλήψεις αντικειμένων. Οργανικά αντικείμενα, όπως φρούτα ή καρποί, που δεν τα αγγίζει η ιστορική αλλαγή.

    Αντικείμενα που ο ήρωας του έργου δώρισε, έκλεψε, αγόρασε από παλιούς συλλέκτες ή μέσω του Διαδικτύου. Είναι ένας εξαρτημένος από τα αντικείμενα, όπως ομολογεί.

    Το ρολόι και τα σπίρτα «με βοηθούν για να περιγράψω πώς περνούσα δέκα-δεκαπέντε λεπτά που χρειαζόταν, για να καταλάβω ότι η Φισούν δεν θα ερχόταν ούτε εκείνη τη μέρα».

    «Το τρενάκι "Ankara-Express" είναι δικό μου παιχνίδι», αναφέρει ο Παμούκ. «Για να βλέπουν οι επισκέπτες πόσο υπέφερα, εκθέτω εδώ τη ραγισμένη καρδιά από πορσελάνη».

    Το μουσικό ρολόι με την μπαλαρίνα, εισιτήρια από θερινούς κινηματογράφους, το ρολόι, που μία φορά την ημέρα το κοίταζαν για να κουρδίζουν τα ρολόγια τους και να τα ρυθμίζουν τα μέλη της οικογένειας Κεσκίν, είναι μερικά από τα εκθέματα του μουσείου.

    Παντού στον κόσμο υπάρχουν μουσεία όπου φυλάσσονται αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ο ιδρυτής αυτού του μουσείου θα μεταμορφωθεί σε επιμελητή του. Θα κοιμάται σ' ένα μικρό δωμάτιο κάτω από τη στέγη και μέσα από τα διαφανή πατώματα θα μπορεί να επιβλέπει το μουσείο και οι επισκέπτες θα μπορούν να τον συναντούν στις σκάλες, όπως ο συλλέκτης Berggruen, που έμενε στο ομώνυμο μουσείο του Βερολίνο.

    Οι φωτογραφίες είναι του Sedat Mehder: Orhan Pamuk, αντικείμενα του Μουσείου: οι γόβες της Φισούν, τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια, αναπτήρες.

    Πηγές: Suddeutsche Zeitung, Nr. 214.

    Monday, March 8, 2010

    Αναβολή επίσκεψης του Ορχάν Παμούκ

    Γεμάτο ειδήσεις ήταν το Σαββατοκύριακο που πέρασε για τον χώρο του βιβλίου. Πολλές και ενδιαφέρουσες. Η μία από αυτές μας αιφνιδίασε και μας στενοχώρησε. Οι εκδόσεις «Ωκεανίδα» ανακοίνωσαν ότι ο Τούρκος νομπελίστας Ορχάν Παμούκ δεν θα έρθει τελικά στην Ελλάδα και η αυριανή εκδήλωσή του στο Μέγαρο Μουσικής αναβάλλεται «λόγω σοβαρού οικογενειακού προβλήματος του συγγραφέα».

    Ομως εξελίξεις υπήρχαν και στα θεσμικά του βιβλίου, αφού ανακοινώθηκε τελικά, προχθές την Κυριακή, από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού το νέο Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Νέος πρόεδρος είναι ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, αντιπρόεδρος ο επίσης συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος και γραμματέας η μεταφράστρια Σεσίλ Ιγγλέση- Μαργέλλου. Τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. είναι η κ. Μ. Παναγοπούλου εκ μέρους του ΥΠΠΟΤ, η Κλαίτη Σωτηριάδου από την Εταιρεία Συγγραφέων, η Ουρανία Ραγιά εκ μέρους των εκδοτών, ο Γιώργος Στεφάνου εκ μέρους των βιβλιοπωλών, ο Βασίλειος Βιτσαξής εκ μέρους των μεταφραστών και η Μαρία Αλεξανδράκη εκ μέρους των βιβλιοθηκονόμων. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος θεωρεί ότι «το βιβλίο, σε μια εποχή κρίσης, είναι εργαλείο πρώτης ανάγκης και μας βοηθάει να σκεφτούμε. Το ΕΚΕΒΙ θα πρέπει να το αναδείξει αυτό σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό εντός της χώρας και παράλληλα να αναπτύξει τη δυναμική του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό» δήλωσε ο νέος πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ στην «Κ». Οι πληροφορίες φέρουν την Κατρίν Βελισσάρη να ανανεώνει τη θητεία, κάτι όμως που χρειάζεται διαδικαστικά πολύ περισσότερο χρόνο από το Δ.Σ.

    • Επιστρέφει η επιδότηση

    Φαίνεται πάντως ότι το ΥΠΠΟΤ ευαισθητοποιείται με το θέμα των μεταφράσεων, αφού ανακοινώθηκε η επανεργοποίηση του προγράμματος επιδότησης των μεταφράσεων που είχε σταματήσει το 2003. Το πρόγραμμα «αποσκοπεί στο να ενισχύσει την εξωστρέφεια του ελληνικού βιβλίου».

    Τέλος, ολοκληρώθηκε και η εκκρεμότητα για τα λογοτεχνικά βραβεία της περασμένης χρονιάς, με την ανακοίνωση των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης. Ο Κινέζος μεταφραστής Lui Rui Hong βραβεύτηκε για τη μετάφραση του «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη στα κινέζικα και η Αννα Παπασταύρου για τη μετάφραση στα ελληνικά του έργου του Αλεσάντρο Μπραρίκο «Ιστορία σαν παραμύθι» (εκδ. Πατάκης). [Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 09-03-10]

    Αναβολή επίσκεψης του Ορχάν Παμούκ

    Γεμάτο ειδήσεις ήταν το Σαββατοκύριακο που πέρασε για τον χώρο του βιβλίου. Πολλές και ενδιαφέρουσες. Η μία από αυτές μας αιφνιδίασε και μας στενοχώρησε. Οι εκδόσεις «Ωκεανίδα» ανακοίνωσαν ότι ο Τούρκος νομπελίστας Ορχάν Παμούκ δεν θα έρθει τελικά στην Ελλάδα και η αυριανή εκδήλωσή του στο Μέγαρο Μουσικής αναβάλλεται «λόγω σοβαρού οικογενειακού προβλήματος του συγγραφέα».

    Ομως εξελίξεις υπήρχαν και στα θεσμικά του βιβλίου, αφού ανακοινώθηκε τελικά, προχθές την Κυριακή, από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού το νέο Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Νέος πρόεδρος είναι ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος, αντιπρόεδρος ο επίσης συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος και γραμματέας η μεταφράστρια Σεσίλ Ιγγλέση- Μαργέλλου. Τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. είναι η κ. Μ. Παναγοπούλου εκ μέρους του ΥΠΠΟΤ, η Κλαίτη Σωτηριάδου από την Εταιρεία Συγγραφέων, η Ουρανία Ραγιά εκ μέρους των εκδοτών, ο Γιώργος Στεφάνου εκ μέρους των βιβλιοπωλών, ο Βασίλειος Βιτσαξής εκ μέρους των μεταφραστών και η Μαρία Αλεξανδράκη εκ μέρους των βιβλιοθηκονόμων. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος θεωρεί ότι «το βιβλίο, σε μια εποχή κρίσης, είναι εργαλείο πρώτης ανάγκης και μας βοηθάει να σκεφτούμε. Το ΕΚΕΒΙ θα πρέπει να το αναδείξει αυτό σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό εντός της χώρας και παράλληλα να αναπτύξει τη δυναμική του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό» δήλωσε ο νέος πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΚΕΒΙ στην «Κ». Οι πληροφορίες φέρουν την Κατρίν Βελισσάρη να ανανεώνει τη θητεία, κάτι όμως που χρειάζεται διαδικαστικά πολύ περισσότερο χρόνο από το Δ.Σ.

    • Επιστρέφει η επιδότηση

    Φαίνεται πάντως ότι το ΥΠΠΟΤ ευαισθητοποιείται με το θέμα των μεταφράσεων, αφού ανακοινώθηκε η επανεργοποίηση του προγράμματος επιδότησης των μεταφράσεων που είχε σταματήσει το 2003. Το πρόγραμμα «αποσκοπεί στο να ενισχύσει την εξωστρέφεια του ελληνικού βιβλίου».

    Τέλος, ολοκληρώθηκε και η εκκρεμότητα για τα λογοτεχνικά βραβεία της περασμένης χρονιάς, με την ανακοίνωση των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης. Ο Κινέζος μεταφραστής Lui Rui Hong βραβεύτηκε για τη μετάφραση του «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη στα κινέζικα και η Αννα Παπασταύρου για τη μετάφραση στα ελληνικά του έργου του Αλεσάντρο Μπραρίκο «Ιστορία σαν παραμύθι» (εκδ. Πατάκης). [Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 09-03-10]

    Wednesday, March 3, 2010

    Ο Παμούκ αναλύει «τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;»

    Στις 10 Μαρτίου στο Megaron Plus

    Τιμημένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, με χιλιάδες προσηλωμένους αναγνώστες σε όλον τον κόσμο και συγγραφέας οκτώ μυθιστορημάτων ο Ορχάν Παμούκ έρχεται, στις 10 Μαρτίου, στην Αθήνα, καλεσμένος από το Megaron Plus, για μια διάλεξη με τίτλο, «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;». Τη διάλεξη θα προλογίσει ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος.

    Ο διάσημος Τούρκος συγγραφέας θα ανιχνεύσει τις περίπλοκες και ανεπαίσθητες διαδρομές που επιλέγει ο αναγνώστης της λογοτεχνίας, για να περιπλανηθεί και να μεταμορφωθεί από τις πληροφορίες και τις αποκαλύψεις της.

    Αλλωστε, ο Παμούκ πιστεύει ότι ο σύγχρονος κόσμος, κατακτάει την πιο βαθιά αυτογνωσία μέσα από τη λογοτεχνία, που του προτείνει έναν αποκαλυπτικό καθρέφτη για τις αντιφάσεις, τις πλάνες και τα αδιέξοδά του.

    «Η λογοτεχνία σήμερα πρέπει να μιλάει και να διερευνά τους μεγάλους φόβους της ανθρωπότητας», έλεγε ο Παμούκ στην ομιλία του στην τελετή απονομής του Νόμπελ, τον Δεκέμβριο του 2006. «Το φόβο του αποκλεισμού, της εκμηδένισης, της απαξίωσης. Αδικία, συλλογικές ταπεινώσεις, αίσθημα καταδίωξης, εθνικιστικοί κομπασμοί, διατυπωμένοι σε μια παράλογη και πομπώδη γλώσσα, αγγίζουν μέσα μου μια σκοτεινή περιοχή. Οι εκτός δυτικού κόσμου κοινωνίες παραδίδονται σε αυτούς τους φόβους και κάνουν συχνά παράλογες πράξεις. Οι δυτικές κοινωνίες, υπερβολικά υπερήφανες για τον πλούτο τους και για την προίκα της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και του Μοντερνισμού, που μας έχουν προσφέρει, παραδίδονται κι αυτές, κατά καιρούς, σε μια υπερβολική αυτοπεποίθηση, που είναι εξίσου παράλογη».

    Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1952, σε μια δυτικόφιλη αστική οικογένεια, που όφειλε την άνεσή της στις κατασκευές σιδηροδρόμων, ο Παμούκ μέχρι τα 22 του ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Παρακολούθησε την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου της Πόλης για τρία χρόνια και κατέληξε στη Σχολή Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου. Ευγνώμονας στον μηχανικό κατασκευών πατέρα του και ερασιτέχνη ποιητή, που δεν υπήρξε αυταρχικός, ο Παμούκ ανέπτυξε μια συνείδηση ευαίσθητη και ανήσυχη, οδηγό για τις τολμηρές πολιτικές του πεποιθήσεις, αλλά και για τις ευαίσθητες λογοτεχνικές αφηγήσεις του.

    Η Κωνσταντινούπολη είναι η λογοτεχνική του επικράτεια, όπως η Αγία Πετρούπολη για τον Ντοστογιέφσκι, το Δουβλίνο για τον Τζόις και το Παρίσι για τον Προυστ.

    Η είσοδος στη διάλεξη είναι ελεύθερη. Τετάρτη, 10 Μαρτίου, 7μμ. Η διανομή δελτίων αρχίζει στις 5:30μμ.

    Το κύρος μιας χώρας

    Tου Νικου Βατοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/03/2010

    Με τη δραματική κατάσταση της χώρας μας να είναι πλέον σαφής και ξεκάθαρη σε όλους τους πολίτες, διαπιστώνω πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη, διάχυτη πλέον, για θετικές ειδήσεις. Ειδήσεις, όχι με την έννοια της αποκάλυψης ή της πληροφόρησης, αλλά της διαπίστωσης ότι υπάρχει ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να μας ανεβάσει το ηθικό με τις επιδόσεις του. Γιατί, σε επίπεδο ψυχολογικό, μία επιτυχία της Ελλάδας που θα είχε διεθνή αναγνώριση θα ήταν μία τονωτική ένεση.

    Την ερχόμενη εβδομάδα έρχεται στην Αθήνα, για μία ομιλία στο Μέγαρο Μουσικής (10/3), ο Ορχάν Παμούκ, ο διάσημος νομπελίστας συγγραφέας της Τουρκίας. Το σκεφτόμουν σε σχέση με το βαρύ ψυχολογικό κλίμα που έχει τυλίξει τη χώρα και αναρωτιόμουν αν θα υπήρχε ένας αντίστοιχος Ελληνας συγγραφέας που θα μπορούσε να απευθυνθεί σε ένα διεθνές ακροατήριο με τον τρόπο που το επιτυγχάνει ο Παμούκ. Οσο και να έστυψα το μυαλό μου, δεν εντόπισα καμία περίπτωση Ελληνα συγγραφέα που να είναι σε θέση να συνδυάσει τη μεγάλη λογοτεχνία και τη βαθύτερη πολιτική σκέψη, μαζί με την αγάπη για την πατρίδα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο.

    Γιατί ο Παμούκ είναι πατριώτης. Οι υπηρεσίες που έχει προσφέρει στην Τουρκία μέσα από τα μεγάλης πνοής βιβλία του, αλλά και μέσα από την εκτενέστατη αρθρογραφία του στα κορυφαία έντυπα που διαβάζουν οι ελίτ του κόσμου, είναι ανεκτίμητες. Δεν είναι υπερβολή αν λεχθεί ότι χάρη στον Ορχάν Παμούκ, η Τουρκία έχει κερδίσει σε κύρος τα τελευταία χρόνια, παρά το γεγονός ότι το τουρκικό καθεστώς είχε οδηγήσει στα δικαστήρια τον Παμούκ με την κατηγορία ότι μείωσε την αξία της «τουρκικότητας» με δηλώσεις του σε γερμανικό έντυπο.

    Αλλά ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, της δίωξης, δηλαδή, που υπέστη προ ετών, έχει μεγάλη αξία ότι ο Ορχάν Παμούκ συνεχίζει να εργάζεται σκληρά μέσα από την πατρίδα του και να παράγει υψηλής ποιότητας έργο. Το τελευταίο του βιβλίο («Το Μουσείο της Αθωότητας», εκδ. Ωκεανίδα) είναι μία μυθιστορηματική σύνθεση που φανερώνει μία βαθύτατη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, της αστικής ζωής και της φιλοσοφικής θεώρησης του χρόνου. Ολο το βιβλίο βγάζει προς τα έξω και πάλι την Κωνσταντινούπολη, τόσο έντονα, τόσο μοναδικά, ώστε την εγγράφει τελεσίδικα στο διεθνές corpus της λογοτεχνίας.

    Επιστρέφω στο θέμα της «πατρίδας». Είναι στην Ελλάδα μια έννοια παρεξηγημένη. Για τον Παμούκ, έστω και έμμεσα, η τέχνη του είναι «πατριωτική», ανυψώνει τη χώρα του, τη δένει με την πρώτης γραμμής διανόηση του κόσμου και πείθει ότι η Τουρκία δεν είναι μόνο μία χώρα για διακοπές ή μία χώρα με απόσταση από τον προηγμένο κόσμο σε θέματα θεσμών και λειτουργίας.

    Σκεφτόμουν πόσο ανάγκη έχει η Ελλάδα έναν δικό της «Ορχάν Παμούκ», που να είναι περιζήτητος στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα να διαβάζεται από τους μεσοαστούς όλου του κόσμου.

    Thursday, December 24, 2009

    Ο έρωτας στο μουσείο

    Πέντε χρόνια χρειάστηκε ο Ορχάν Παμούκ για να γράψει το νέο του, πολυσέλιδο, μυθιστόρημα «Το μουσείο της Αθωότητας», συχνά σε δωμάτια ξενοδοχείων στο περιθώριο των ταξιδιών του στην Αμερική και την Ευρώπη, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος.

    Ολο αυτό το διάστημα εξελίχθηκε σε ιδιόμορφο συλλέκτη, καθώς συγκέντρωνε αντικείμενα που συνδέονται με τις αναμνήσεις του λογοτεχνικού του ήρωα, Κεμάλ. Ετσι γεννήθηκε η ιδέα να ανοίξει το καλοκαίρι στην Κωνσταντινούπολη ένα παλαιοπωλείο με την ονομασία «Μουσείο της Αθωότητας». Αν βρεθείτε στη λεωφόρο Τσουκούρτζουμα θα έχετε την ευκαιρία να εισχωρήσετε στη μυθιστορηματική ζωή του ήρωά του, μέσα από τα καθημερινά του αντικείμενα.

    Το πρώτο μυθιστόρημα του Παμούκ μετά το Νόμπελ δεν είναι καθαρά πολιτικό. Στις 800 σελίδες του «Μουσείου της Αθωότητας», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα», σε μετάφραση Στέλλας Βρετού, ο συγγραφέας μιλάει για την αγάπη και την ευτυχία. Περιγράφει τον παθιασμένο έρωτα του τριαντάχρονου Κεμάλ για την πανέμορφη 18χρονη ξαδέλφη του, Φισούν. Με αφορμή όμως αυτή τη σχέση σκιαγραφεί την ανώτερη τάξη της τουρκικής κοινωνίας στη δεκαετία του '70 και του '80, τις κραταιές αντιλήψεις για την ηθική και το σεξ, τα ταμπού, τη συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα.

    «Ηταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου· δεν το 'ξερα. Αν το 'ξερα, θα μπορούσα άραγε να προστατέψω την ευτυχία μου, θα εξελίσσονταν όλα διαφορετικά;» Από τις πρώτες κιόλας λέξεις του μυθιστορήματος ο Παμούκ δημιουργεί ένα κλίμα ερωτικό, με ματιές, σιωπές, αγγίγματα, έντονα συναισθήματα. Με τον Κεμάλ και τη Φισούν στο κρεβάτι, να φιλιούνται και να ιδρώνουν από τη ζέστη, ενώ το «ανοιξιάτικο αεράκι που μύριζε θάλασσα και φλαμούρι» κάνει τα γυμνά σώματά τους να ανατριχιάζουν.

    Ο Κεμάλ είναι ένας νεαρός επιχειρηματίας, αριστοκρατικής οικογένειας, όπως και η αρραβωνιαστικιά του, Σιμπέλ. Κάποια μέρα αποφασίζει να της αγοράσει μια επώνυμη τσάντα Τζένι Κολόν που θαύμαζε στη βιτρίνα ενός καταστήματος και στο πρόσωπο της πωλήτριας αναγνωρίζει τη μακρινή ξαδέλφη του, Φισούν. Στο παρελθόν, όταν αυτή ήταν 12 χρόνων, είχαν μοιραστεί την άσχημη εμπειρία της σφαγής ενός αρνιού μπροστά στα μάτια τους, αφού έτσι πρόσταζε το Κουρμπάν, η παραδοσιακή Γιορτή της Θυσίας. Τώρα, θα μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι.

    Η Φισούν πανέμορφη, σαν να «έχει βγει από το Playboy» -είχε άλλωστε πάρει μέρος στα καλλιστεία- παρ' ότι είναι παρθένα αποδεικνύεται «γενναία και μοντέρνα» και του δίνεται «μέχρι το τέλος». Και οι δυο αφήνονται στο παιχνίδι της επιθυμίας και της απόλαυσης, όμως ο Κεμάλ διστάζει να της παραχωρήσει την ψυχή του. Χωρίζουν, για να ενωθούν και πάλι έπειτα από πολλά χρόνια, ωστόσο η ιστορία τους έχει τραγικό τέλος.

    Προσπαθώντας να κρατήσει τις στιγμές της ευτυχίας τους ο Κεμάλ δημιουργεί το Μουσείο της Αθωότητας, το μουσείο της εμμονής που σφράγισε τη ζωή του, με όλα όσα θυμίζουν την αγαπημένη του: μια κρυστάλλινη φοντανιέρα, το ποτηράκι του τσαγιού της, ένα μαντίλι με λουλουδάκια, τσάντες, σκουλαρίκια, ακόμα και 4.213 γόπες από τα τσιγάρα που κάπνισε η Φισούν.

    Ανατολή και Δύση

    Εκτός από ένα ειδύλλιο, ο Παμούκ περιγράφει και πάλι το πρόβλημα της ταυτότητας, σε μια Τουρκία που πατάει ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Οι πλούσιοι, που έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν στο εξωτερικό, εξευρωπαΐζονται: δεν είναι προσκολλημένοι με τη θρησκεία, επιδεικνύουν τις ακριβές μάρκες των αυτοκινήτων τους, δειπνούν σε εστιατόρια με εντυπωσιακό ντιζάιν που όμως σερβίρουν το φαγητό που μαγείρευε και η γιαγιά τους. Ο φίλος του Κεμάλ, που έβγαλε την πρώτη τουρκική γκαζόζα με γεύση φρούτου, δεν χρησιμοποιεί μουσουλμάνα αλλά μια γερμανίδα καλλονή για να διαφημίσει το προϊόν με το άγαρμπο σλόγκαν «Σας αξίζουν τα πάντα», σε μια χώρα φτωχή, όπου δεξιοί κι αριστεροί αλληλοσκοτώνονται.

    Από την άλλη, τα κορίτσια των πλούσιων οικογενειών αρχίζουν να σπάνε το ταμπού της παρθενιάς και να κοιμούνται με τους μελλοντικούς συζύγους τους. Οι πιο φτωχές που πέφτουν σε παρόμοιο «αμάρτημα» υπολογίζουν σε γάμο, αλλιώς θα ντροπιαστούν.

    Ο Παμούκ έχει βάλει αναμνήσεις από τις νεανικές του παρέες στο μυθιστόρημα, όπως και κομμάτια από τον εαυτό του. «Η οικογένειά μου περίμενε να γίνω μπουρζουάς, να ασχοληθώ με τις επιχειρήσεις, να πλουτίσω, αλλά κατέληξα να γίνω συγγραφέας» τονίζει ο ίδιος στην εφημερίδα «Spiegel». Με τον ήρωά του, Κεμάλ, μοιράζεται την αγάπη για τα μικρά μουσεία: «Στα μουσεία μπορείς να εξερευνήσεις τα πάθη σου, ιδιαίτερα στους ήσυχους κήπους τους. Ολος ο κόσμος και το παρόν μένει πίσω. Είσαι σε μια διαφορετική ατμόσφαιρα, σε διαφορετικό χρόνο, τυλίγεσαι από μια αύρα. Μου αρέσει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ήταν πολύ σημαντικό για τη συγγραφή του βιβλίου». *

    Thursday, December 3, 2009

    Ο Παμούκ ανοίγει μουσείο στην Πόλη

    Ο Τούρκος νομπελίστας Ορχάν Παμούκ βλέπει ένα από τα όνειρά του να γίνεται πραγματικότητα. Μέχρι το καλοκαίρι, μαζί με πολλούς αναγνώστες του, θα διαβεί την πύλη ενός κτιρίου στη γειτονιά Τσουκούρτσουμα της Κωνσταντινούπολης, το οποίο θα στεγάζει το δικό του «Μουσείο της Αθωότητας».

    Γεμάτο αντικείμενα που σημαδεύουν τη ζωή ενός ερωτευμένου, όπως γόπες από τσιγάρα, θα είναι το μουσείο του νομπελίστα

    Γεμάτο αντικείμενα που σημαδεύουν τη ζωή ενός ερωτευμένου, όπως γόπες από τσιγάρα, θα είναι το μουσείο του νομπελίστα Το μουσείο ξεπήδησε, κυριολεκτικά, μέσα από τις σελίδες του ομώνυμου βιβλίου του. Κυκλοφορεί στα ελληνικά τα Χριστούγεννα από την «Ωκεανίδα» (μτφρ. Στέλλα Βρετού).

    Η ιδέα για το μυθιστόρημα γεννήθηκε όταν ο Παμούκ σκεφτόταν ν' ανοίξει το παλαιοπωλείο καθημερινών αντικειμένων «Το Μουσείο της Αθωότητας» στην Κωνσταντινούπολη. Οσο συνέλεγε παλιά πράγματα γι' αυτό, πήρε την απόφαση να αφηγηθεί λογοτεχνικά τη ζωή ενός ανθρώπου μέσα ακριβώς από τα αντικείμενα της καθημερινότητάς του. Ενας τριαντάχρονος και ο έρωτάς του για τη δεκαοκτάχρονη ξαδέλφη του κυριαρχεί στο βιβλίο. Τα αντικείμενα που σημαδεύουν την καθημερινή ζωή του ερωτευμένου αποτελούν και τα εκθέματα του αληθινού μουσείου στην Κωνσταντινούπολη: οι 4.500 γόπες από τα τσιγάρα που κάπνισε η αγαπημένη του, τα σκουλαρίκια της, τσάντες, γκαζόζες, ταπεινά μικροαντικείμενα, που «μιλούν» εν τέλει για την ψυχή των πραγμάτων, τη μνήμη, την αγάπη και τον χρόνο που περνά.

    Τόσο το βιβλίο όσο και το πραγματικό «Μουσείο της Αθωότητας» είναι αφιερωμένα στη μνήμη ενός κορυφαίου Τούρκου συγγραφέα, του Αχμέτ Χαμντί Τανπινάρ (1901-1962), που επηρέασε όσο λίγοι τη γραφή του νομπελίστα. Στον Παμούκ οφείλεται και η επαναφορά του παραγνωρισμένου συγγραφέα στο προσκήνιο με τη δημιουργία κι ενός ετήσιου λογοτεχνικού φεστιβάλ προς τιμήν του. Είναι το «Istanbul Tanpinar Literary Festival», που εγκαινιάστηκε πριν από λίγες μέρες.

    Ο Ορχάν Παμούκ αποκαλεί μοντερνιστικό αριστούργημα και «καλύτερο βιβλίο που έχει γραφτεί για την Κωνσταντινούπολη» το μυθιστόρημα του Τανπινάρ «Α Mind at Peace». Εκτυλίσσεται στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, όπως και ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόις, την παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

    Μία από τις καινοτόμες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ είναι και η συμμετοχή 23 νέων συγγραφέων που διασχίζουν με τρένο βαλκανικές πόλεις, όπως η Λιουμπλιάνα, το Βουκουρέστι και το Σαράγεβο, για να επανασυνδέσουν, νοερά, περιοχές που διαχωρίστηκαν από την πολιτική και την αιματοχυσία. Ανάμεσα στους συγγραφείς είναι και ο Τζαν Εργιουμλού, το πρόσφατο βιβλίο του οποίου έχει ελληνικό θέμα. Λέγεται «Teardrops of Chios» («Τα δάκρυα της Χίου») και αναφέρεται στη «σφαγή της Χίου», την οποία αποκαλεί ξεκάθαρα γενοκτονία των Ελλήνων από τους Οθωμανούς.

    «Οι Τούρκοι είναι αμνήμονες», λέει στον «Γκάρντιαν». «Τους πίεσαν να ξεχάσουν ότι όλοι έχουμε διαφορετικούς προγόνους για να ισχυροποιηθεί η ιδέα ενός ενιαίου κράτους μετά την πτώση της αυτοκρατορίας στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου». Την ίδια διάθεση επαναξέτασης της Ιστορίας έχουν κι άλλοι Τούρκοι συγγραφείς, όπως και ο Γιγκίτ Μπένγκρι, που αποκαλεί τον τουρκικό εθνικισμό «κατασκεύασμα, χωρίς βαθιές ρίζες».

    Sunday, May 17, 2009

    Νέα δικαστική περιπέτεια για τον Νομπελίστα Ορχάν Παμούκ

    • Αφορμή είναι οι δηλώσεις που έχει κάνει για τη σφαγή των Αρμενίων στην Τουρκία.
    • O Ορχάν Παμούκ, ο Τούρκος συγγραφέας που έχει τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, δήλωσε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει νέες αξιώσεις για αποζημιώσεις με αφορμή τις δηλώσεις που έχει κάνει για τη σφαγή των Αρμενίων, παρά την αθώωσή του από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου είχε οδηγηθεί για την ίδια υπόθεση.
    • Το τουρκικό Εφετείο αυτή την εβδομάδα ανέτρεψε προηγούμενη δικαστική απόφαση με την οποία είχαν απορριφθεί οι αξιώσεις για προσωπικές αποζημιώσεις που είχαν εγερθεί σε βάρος του Παμούκ, με συνέπεια να ανοίξει ο δρόμος για να βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη ο Τούρκος συγγραφέας.
    • «Αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί να δικαστώ πάλι, αλλά τίποτα δεν είναι σίγουρο», ανέφερε ο Παμούκ, στη διάρκεια ομιλίας του σε έκθεση βιβλίου στο Τορίνο της Ιταλίας. «Σε κάθε περίπτωση δεν αντιμετωπίζω το μέλλον με αγωνία», πρόσθεσε ο Νομπελίστας συγγραφέας.
    • Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις βασίζονται σε συνέντευξη που έδωσε σε ελβετικό περιοδικό το 2005 ο Ορχάν Παμούκ, όπου ανέφερε ότι «30.000 Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έχουν σκοτωθεί στην Τουρκία».
    • Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Ραντικάλ, σε βάρος του συγγραφέα έχουν κινηθεί μία οργάνωση που υποστηρίζει οικογένειες στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί σε μάχες με Κούρδους αυτονομιστές και ένας εθνικιστής δικηγόρος.
    • «Δυστυχώς το δικαστικό σύστημα στη χώρα μου δουλεύει με πολιτικά κριτήρια», δήλωσε ο Ορχάν Παμούκ, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Ανατολή. «Αυτό δεν είναι καλό, αφού η δικαιοσύνη υποτίθεται ότι είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας. Χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει δικαιοσύνη, άρα νομίζω ότι είναι καθήκον μου να μιλώ ελεύθερα», πρόσθεσε ο Νομπελίστας Τούρκος συγγραφέας.

    www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ

    Sunday, November 2, 2008

    Παμούκ, τέκνο της Τουρκίας

    «Για μένα ο Καβάφης είναι σαν τον Πεσόα ή τον Μπόρχες», είπε ο Ορχάν Παμούκ στη συνέντευξη που έδωσε στην «Κ», στη διάρκεια της Εκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης στην οποία η Τουρκία ήταν φέτος η τιμώμενη χώρα. Ο νομπελίστας συγγραφέας ήταν ο «σημαιοφόρος» της τουρκικής παρουσίας στην έκθεση, παρότι μέχρι πριν από λίγο καιρό βρισκόταν στο στόχαστρο της τουρκικής δικαιοσύνης και των εθνικιστών, εξαιτίας των απόψεών του για τις «μαύρες τρύπες» στην τουρκική Ιστορία και κοινωνία (γενοκτονία των Αρμενίων, ατομικά δικαιώματα, πολιτικές ελευθερίες). Χάρη στη διεθνή απήχηση του έργου του, όμως, η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας έχει πλέον αναγνωρίσει την αξία του ως ενός σύγχρονου «εθνικού θησαυρού», που ενισχύει το φιλοευρωπαϊκό προφίλ της Τουρκίας.

    Λογοτεχνία, ο άλλος μου κόσμος

    Ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ μιλάει για τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό, τη σχέση του με το βιβλίο και την Κωνσταντινούπολη

    Συνέντευξη στον Κωστα Θ. Καλφοπουλο, Η Καθημερινή, Kυριακή, 2 Nοεμβρίου 2008

    Δ εν είναι υπερβολή αν θεωρήσει κανείς τομή στη μεταπολεμική τουρκική λογοτεχνία την εμφάνιση του Ορχάν Παμούκ, ιδιαίτερα μετά τα δύο σημαντικά βραβεία που αποκομίζει στο διάστημα 2005 - 2006 (Νόμπελ Λογοτεχνίας, Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Βιβλιεμπορίου), θυμίζοντας παλμαρέ ομάδας που σαρώνει με μιας τους διεθνείς τίτλους. Με τον Παμούκ η τουρκική λογοτεχνία, τουλάχιστον εκείνο το τμήμα της που συνδέεται με έναν «κοσμοπολιτικό οριενταλισμό», μπαίνει στα βιβλιοπωλεία και τα «σαλόνια της Δύσης» και ταυτόχρονα ενισχύει το φιλοευρωπαϊκό τμήμα της τουρκικής κοινωνίας στην ενταξιακή της προσπάθεια. Διόλου τυχαία, η τουρκική πολιτική ηγεσία διέγνωσε έγκαιρα την «υπεραξία» του Τούρκου συγγραφέα, καθιστώντας τον «σημαιοφόρο» στην εφετινή Εκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, ενώ μέχρι πριν από δύο χρόνια ήταν στο στόχαστρο της τουρκικής Δικαιοσύνης και των εθνικιστών, τόσο για τις απόψεις του σχετικά με τις «μαύρες τρύπες» στην τουρκική ιστορία και κοινωνία (γενοκτονίες, ατομικά δικαιώματα, πολιτικές ελευθερίες) όσο και για τη στήριξη του (αδικοχαμένου) Αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ. Με τον Τούρκο νομπελίστα συνομιλήσαμε τη μέρα που η Εκθεση άνοιγε τις πύλες της στο κοινό, με φόντο τον ουρανοξύστη με τα κόκκινα τούβλα, που, σαν μεσαιωνικός πύργος ή σαν δυτικός μιναρές, δεσπόζει στους εκθεσιακούς χώρους. Εχει μία σχεδόν «φετιχιστική» σχέση με τα βιβλία, ρωτάει για την «Καθημερινή», την οποία πάντως θυμάται από τις μέρες της Φρανκφούρτης, όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Ειρήνης, και μιλάει Αγγλικά με ένα συμπαθητικό τουρκικό αξάν.

    Ο πάγος έσπασε γρήγορα, όταν, με αφορμή το άγχος της μαγνητοφώνησης, ο Παμούκ αφηγήθηκε ένα ευτράπελο περιστατικό, από τα πρώτα του συγγραφικά βήματα. Κάποια συμφοιτήτριά του τού ζήτησε μία συνέντευξη. Ο ίδιος δέχθηκε κι εκείνη εμφανίστηκε με ένα τεράστιο μαγνητόφωνο, συνοδευόμενη από τα μυστακοφόρα αδέλφια της, που είχαν έλθει με την αιτιολογία ότι θα χειριστούν το μηχάνημα, αλλά στην πραγματικότητα για να ελέγχουν τις κινήσεις της αδελφής τους. Εν τέλει, η συνέντευξη ναυάγησε, αφού τα αδέλφια είχαν περισσότερο το νου τους στην τιμή της αδελφής, παρά στα ηχοληπτικά καθήκοντά τους στη συνέντευξη με τον νεαρό τότε Παμούκ.

    Τουρκία, Δύση και ελευθερίες

    — Κύριε Παμούκ, τι άλλαξε για τον συγγραφέα ύστερα από δύο σημαντικά διεθνή βραβεία και τι για την Τουρκία τα τελευταία χρόνια;

    — Πολλά άλλαξαν από τότε και πολλά συνέβησαν, αλλά η έλλειψη ελευθερίας και ανοχής απέναντι στους συγγραφείς συνεχίζεται, και οι κατηγορίες, ακόμα και οι δυσφημιστικές εκστρατείες εις βάρος τους ως «εχθροί του λαού» και «αποστάτες», δεν έχουν τέλος. Το άρθρο 301 (σ.σ. περί προσβολής του τουρκικού έθνους) είναι ακόμα εν ισχύι και, πάντως, τόσο γενικό, τόσο ασαφές, που μπορεί να φιμώσει και να τιμωρήσει κάθε κριτική φωνή. Η διαφορά έγκειται κυρίως στα πρόσωπα που ενδέχεται να μείνουν «στο απυρόβλητο», σε προσωπικότητες, όπως στη δική μου περίπτωση, οι οποίες, λόγω της διεθνούς κοινής γνώμης, μπορούν να αποφύγουν τον στρατιωτικό επίτροπο. Από την άλλη, πάντως, έχουν γίνει κάποιες βελτιώσεις, η κριτική στην κυβέρνηση, ακόμα και από τα ΜΜΕ, είναι σύνηθες πλέον φαινόμενο, αρκεί βέβαια να μην προσβάλλονται οι θεσμοί, ο πρόεδρος, ο στρατός κ.ά. Αυτό που άλλαξε για μένα, είναι ακριβώς ότι δεν μπορεί να ασκήσει δίωξη εις βάρος μου η στρατιωτική δικαιοσύνη, όχι διότι με συμπαθεί, αλλά διότι θα αντιδράσει η διεθνής κοινότητα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει με εκείνους που δεν έχουν τη «δύναμη του ονόματος» και μπορεί να βρεθούν εύκολα στη φυλακή. Δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματική κατάσταση στη χώρα μου.

    Παραδοξότητα

    — Αν και, όπως είπατε και στην Εκθεση, αποφεύγετε τις πολιτικές ερωτήσεις, θα ήθελα να ρωτήσω πώς εξηγείτε το γεγονός ότι ο κεμαλικός εκσυγχρονισμός, με έντονα δυτικά στοιχεία, είναι εναντίον της ενταξιακής προοπτικής, αντίθετα με την κυβέρνηση, που προβάλλει το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά προσβλέπει ταυτόχρονα στην Ευρώπη;

    — Συμφωνώ ότι εδώ υπάρχει μία παραδοξότητα. Η κεμαλική κληρονομιά πράγματι εμφορείται από την προοπτική της Δύσης, το έδειξε και στις μεταρρυθμίσεις της (γραφή, ένδυση, ημερολόγιο) για τον δυτικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Αρα, θα περίμενε κανείς από το Δημοκρατικό Κόμμα μια ανάλογη στάση. Ομως, σημαντικά τμήματα του κόμματος και του στρατού αντιδρούν. Ανησυχούν, διότι οι «πασάδες» θα χάσουν έτσι τα προνόμιά τους, ως προς την οικονομική και κοινωνική τους θέση στον μηχανισμό της εξουσίας.

    Ως αναγνώστης

    — Ας επιστρέψουμε στη λογοτεχνία. Για σας το βιβλίο δεν είναι μόνο αντικείμενο γνώσης, σοφίας και ψυχαγωγίας, αλλά, και κάτι παραπάνω: Ενα «αντικείμενο του πόθου», που το κατακτάτε με όλες τις αισθήσεις σας. Είναι έτσι;

    — Νομίζω ότι ήδη δώσατε την απάντηση. Διαθέτω μια βιβλιοθήκη με 17.000 τίτλους στην Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ) και, πρόσφατα, στη Νέα Υόρκη. Αγοράζω βιβλία με πάθος, σχεδόν καταναγκαστικά, αλλά πρέπει να πω ότι δεν έχω την ψυχολογία, τη μανία του συλλέκτη. Ο συλλέκτης είναι εκείνος που θέλει να αποκτήσει τα πάντα στην κατοχή του, χωρίς όμως να ενδιαφέρεται οπωσδήποτε για το περιεχόμενό τους. Οταν άρχισα να διαβάζω βιβλία, ουσιαστικά είχα αποφασίσει κιόλας να γίνω συγγραφέας. Στην Τουρκία δεν είχαμε βιβλιοθήκες για να μπορέσεις να διαβάσεις Μπόρχες ή Καβάφη, έστω στα αγγλικά, οι μεταφράσεις ήταν λίγες και φτωχές. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι αν θέλω να γίνω ένας διανοούμενος, θα πρέπει να έχω τη δική μου, προσωπική βιβλιοθήκη. Ετσι, ξεκίνησα τις αναζητήσεις μου στα βιβλιοπωλεία της Πόλης.

    — Είστε ένας «βιβλιοσκώληξ», τρόπον τινά;

    — Ισως, αλλά όχι με την έννοια του συλλέκτη, να ψάχνω ειδικά εκείνη ή την άλλη έκδοση. Μ’ ενδιαφέρει να μαθαίνω για άλλους λαούς, για συγγραφείς και φιλοσόφους, είμαι τρόπον τινά ένας «αυτοδίδακτος» κι αυτό λέω στους μαθητές μου φέτος στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, του χρόνου στο Χάρβαρντ, ότι δεν έχω τα «τυπικά προσόντα», ό,τι έμαθα, το έμαθα μόνος μου. Περισσότερο, θα έλεγα, είμαι ένας επισκέπτης βιβλιοπωλείων. Χάρις στον πατέρα μου, που με χαρτζιλίκωνε περισσότερο όταν επρόκειτο να αγοράσω βιβλία, και μου άφησε και τη βιβλιοθήκη του, γνώρισα κι αγάπησα το βιβλίο, κι από κει ξεκίνησε και η δική μου, προσωπική βιβλιοθήκη, με βιβλία κάθε είδους. Ενδιαφερόμουνα να μάθω τα πάντα για την Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα με έπιανε και μια θλίψη γι’ αυτόν τον «επαρχιωτισμό» της χώρας μου, γι’ αυτή την εσωστρέφεια και την απομόνωσή της. Προσπάθησα λοιπόν να την υπερβώ, γράφοντας στη γλώσσα μου, συνδυάζοντας τη γλώσσα του τουρκικού πολιτισμού με εκείνη της σύγχρονης λογοτεχνίας, ακόμα και με τη «μεταμοντέρνα» εκδοχή της. Το θέμα δεν είναι να «ανήκεις στη μητρόπολη», το ζήτημα είναι να την «αγκαλιάσεις» με τα γραπτά σου.

    — Ως συγγραφέας, έχετε την αίσθηση ότι δεν είναι τόσο ο αναγνώστης που πηγαίνει στο βιβλίο, αλλά το βιβλίο που τον συναντά;

    — Θα έλεγα και τα δύο, ως αναγνώστης, αλλά και ως επισκέπτης βιβλιοπωλείων. Βέβαια, στην εποχή του Διαδικτύου, η περιπλάνηση στα βιβλιοπωλεία έχει «βγει από τη ζωή μου», ίσως διότι κυκλοφορώ με σωματοφύλακες, ίσως και λόγω της «διασημότητας», το ίδιο συμβαίνει είτε είμαι στην Ιστανμπούλ είτε στη Φρανκφούρτη. Τώρα «σερφάρω» στο Amazon, αλλά το ξέρω, δεν είναι το ίδιο, δεν μπορώ να αγγίξω το βιβλίο, να το ξεφυλλίσω, να το μυρίσω. Κάποτε, όταν δεν είχα χρήματα, περιπλανιόμουνα στα βιβλιοπωλεία, σήμερα, μπορώ να αγοράσω ό,τι θέλω, αλλά δεν μπορώ να «χαθώ» στα βιβλιοπωλεία.

    Μελαγχολική Πόλη, σύγχρονη Ιστανμπούλ

    — Πού κρύβεται σήμερα η «μελαγχολία της Κωνσταντινούπολης» (h­s­n); Υπάρχουν κάποια μυστικά περάσματα στην Πόλη;

    — Υπάρχει ακόμα ένα τμήμα της Πόλης, από τα χρόνια του ’40, του ’50 και του ’60, όπως το περιγράφω στο βιβλίο. Τα νέα παιδιά έρχονται και μου λένε πως η πόλη είναι διαφορετική, φωτεινή, ζωντανή και όχι «επαρχιακή», όπως την περιγράφω. «Πού είναι λοιπόν η θλίψη, πού η μελαγχολία;», με ρωτούν. Η απάντηση είναι απλή: έτσι ήταν η Πόλη. Πολλοί ξένοι φίλοι μου, συνομήλικοι ή λίγο μεγαλύτεροι, μου λένε όμως πως έτσι ήταν και οι πόλεις τους, η Ρώμη, το Παρίσι.

    Ο Καβάφης

    — Από τα διαβάσματά σας, ποιον Ελληνα συγγραφέα ή ποιητή ξεχωρίζετε;

    — Ο Καβάφης είναι εκείνος που θαυμάζω περισσότερο. Εχω διαβάσει Ελύτη, αργότερα όμως, όταν πήρε το Βραβείο Νoμπέλ στη λογοτεχνία, τον εκτιμούσα και ως προσωπικότητα, όπως και τον Σεφέρη, που προέρχεται από τα μέρη μου και έχει μια ευρωπαϊκή ματιά, όπως λέτε, αλλά για μένα παραμένει ο Καβάφης, που τον θεωρώ κάτι σαν τον Πεσόα ή τον Μπόρχες.

    Λέξεις, το δράμα της συγγραφής

    — Εχετε το προνόμιο να ζείτε σε τρεις κόσμους, στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στην Ιστανμπούλ. Να υποθέσουμε ότι η λογοτεχνία είναι για σας μια «άλλη χώρα»;

    — Η λογοτεχνία είναι ο άλλος δικός μου κόσμος. Πρέπει να γράφω κάθε μέρα, έχω ανάγκη από αυτό. Αν δεν το κάνω, χάνω την καλή μου διάθεση, γίνομαι σχεδόν καταθλιπτικός. Για μένα η λογοτεχνία είναι ο «δεύτερος κόσμος», ο πρώτος μοιράζεται στα τρία (Ιστανμπούλ, Νέα Υόρκη, Παρίσι) και σε ταξίδια.

    — Ποιο μέρος της συγγραφής είναι το πλέον δύσκολο για να το τιθασεύσει ο συγγραφέας; Η γλώσσα, η φαντασία ή η μνήμη;

    — Δεν έχω πρόβλημα με τη φαντασία ούτε με τις αναμνήσεις. Η γλώσσα όμως παραμένει το κύριο. Το «δράμα της συγγραφής» έγκειται στο να μετατρέψεις το θαύμα και την αγριότητα της φαντασίας σε λέξεις. Η φαντασία από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να «περάσει» και στο χαρτί. Το «δράμα» είναι να βάλεις τη φαντασία και τη μνήμη σε μία τέλεια πρόταση. Ο Ναμπόκοβ, όταν κάποτε σχολίασαν ότι δεν είναι καλός ομιλητής, είπε: «Σκέφτομαι σαν ιδιοφυΐα, γράφω σαν εξαιρετικός συγγραφέας, μιλάω σαν παιδί». Ο καθένας έχει φαντασία, το πρόβλημα είναι να έχεις τον αυτοέλεγχο και τη δημιουργικότητα και να πιστεύεις στη φαντασία σου, ώστε να της δώσεις σχήμα, τη μορφή της γλώσσας. Πιστεύω πράγματι πως όλοι μας έχουμε φαντασία όπως τα παιδιά, αλλά η συγγραφή είναι η δημιουργία και η πειθαρχία να οργανώσεις σαν αξιωματικός τον στρατό σου με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανιστούν και στο χαρτί.


    Friday, October 17, 2008

    Ο γείτονας και συμμαθητής του Ορχάν Παμούκ

    Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Παρασκευή, 17 Oκτωβρίου 2008

    Ο Οσμάν Τσετίν Ντενιζτεκίν είναι ο διευθυντής της μακροβιότερης πολιτιστικής επιθεώρησης, που ακούει στο όνομα Varlik (Υπαρξη, έτος ιδρύσεως 1933), και των ομώνυμων εκδόσεων. Μεγάλωσε στην Πριγκηπόννησο, μιλάει καλά γερμανικά, αλλά στη Βαβέλ των εκδόσεων και των γλωσσών προτιμά τα αγγλικά. Ζει στην ίδια γειτονιά με τον Ορχάν Παμούκ, γνωρίζει καλά την οικογένεια του νομπελίστα, ενώ υπήρξαν και συμμαθητές για κάποια χρόνια. Από τις σελίδες του περιοδικού, και αργότερα από τα «βιβλία τσέπης» των εκδόσεων, πρωτοεμφανίστηκαν σημαντικοί ποιητές και συγγραφείς της Τουρκίας και μεταφράστηκαν οι δικοί μας Κ. Καβάφης, Γ. Σεφέρης, Γ. Ρίτσος, από τον Ηρ. Μήλλα, που παραμένουν οι πλέον πολυδιαβασμένοι ξένοι ποιητές στην Τουρκία.

    «Για την Τουρκία ως ‘‘τιμωμένη χώρα’’, η Εκθεση Βιβλίου εφέτος εκπληρώνει σαφώς δύο στόχους», μάς λέει στη συνομιλία μας, στο Κέντρο Τύπου. «Αφενός, να παρουσιάσει τη λογοτεχνία της στον κόσμο κι αφετέρου, πολιτικά, να εμφανίσει την καλύτερη πλευρά της στη διάρκεια της ενταξιακής διαδικασίας». Ομως, η λογοτεχνία είναι εκείνη, που μπορεί να χτίσει στέρεες γέφυρες ανάμεσα στους λαούς, όπως πιστεύει. «Με το πνεύμα του Γκαίτε, η ‘‘παγκόσμια λογοτεχνία’’ (Weltliteratur), όπως και η τέχνη έχουν ένα κοινό, τον άνθρωπο κι ένα περιεχόμενο, τον ανθρωπισμό, την κοινή πνευματική παράδοση. Η τουρκική λογοτεχνία, αν και ο όρος ‘‘τουρκική’’ μάλλον συσκοτίζει, είναι σαν ένα ουράνιο τόξο: το τουρκικό στοιχείο, το περσικό, το ελληνικό, το αρμενικό, το εβραϊκό, όλα αυτά χρωματίζουν τη λογοτεχνία μας και μιλούν καλύτερα από την οποιαδήποτε πολιτική». Η Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ) για τον Ντενιζτεκίν είναι σαν να μην υπάρχει πια, και η διάχυτη μελαγχολία της (h­s­n) κρύβεται πλέον στους μελαγχολικούς ποιητές του Μεσοπολέμου και στην «Ιστανμπούλ» του Παμούκ. «Η Ιστανμπούλ είναι, όπως λένε κι οι Γερμανοί, ένα ‘‘χωριό εκατομμυρίων’’ (Millionendorf). Αυτό το συναίσθημα που περιγράφει ο Παμούκ, το ξέρω και το νιώθω κι εγώ. Σε πενήντα χρόνια άλλαξαν τόσα πολλά, το ίδιο και η πόλη, κυρίως με την εσωτερική μετανάστευση. Δεν υπάρχει πια σχεδόν τίποτα αναγνωρίσιμο από την Πόλη των παιδικών μας χρόνων», λέει όχι χωρίς απογοήτευση, αλλά και με συγκαταβατικό ρεαλισμό.

    Ο Ντενιζτεκίν, που στα τουρκικά σημαίνει «πρίγκιπας των θαλασσών», αλλά και «ήρεμα νερά», δεν νοσταλγεί ούτε οραματίζεται. Βρίσκεται πρόσκαιρα σ’ ένα «Χόλιγουντ των εκδόσεων», ως μέλος της «τιμωμένης χώρας», αλλά ξέρει πως η πραγματική δουλειά του εκδότη αρχίζει και τελειώνει στο γραφείο του. Εκεί αισθάνεται ένας «πρίγκιπας των θαλασσών», που ταξιδεύει από τα νερά του Βοσπόρου στον «ωκεανό των βιβλίων».