Showing posts with label Κόου Τζόναθαν. Show all posts
Showing posts with label Κόου Τζόναθαν. Show all posts

Sunday, November 14, 2010

Ενας βίος με ψεύδη και πλάνες

  • Το σατιρικό μυθιστόρημα του Τζ. Κόου είναι ένα μοναχικό ταξίδι αυτογνωσίας
  • Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινη, Kυριακή, 14 Nοεμβρίου 2010
  • ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ
    Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ
    μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
    εκδ. Πόλις σελ. 506
Ο ήρωας του τελευταίου βιβλίου του Τζόναθαν Κόου είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Δεν έχει «τίποτα το σπάνιο, το εξαιρετικό», κάνει μια κοινή δουλειά, ζει μια κοινότατη ζωή· σε μια εποχή που ορίζεται από τη διαλεκτική της ταυτότητας, εκείνος πορεύεται με σβησμένα χαρακτηριστικά, ασαφή περιγράμματα, ικανοποιημένος από την παραλυτική επαναληπτικότητα του καθημερινού του βίου. Ως τη στιγμή που η ανηδονική, αν και ανακουφιστική μέσα στον εφησυχασμό της, κανονικότητα ανατρέπεται: η γυναίκα και η κόρη του τον εγκαταλείπουν κι εκείνος βυθίζεται στην κατάθλιψη. Και τότε αναδύονται, απειλητικές, όλες εκείνες οι αλήθειες που αποσιωπούσε από τον εαυτό του τον ίδιο: ότι είναι η προσωποποίηση της αποτυχίας – τόσο ψυχολογικά όσο και κοινωνικά. Οτι αδυνατεί να συνδεθεί, να γνωρίσει τους άλλους και κυρίως τον εαυτό του. Οτι η στενότητα στην οποία αυτοκαταδικάστηκε, τον καθιστά έρμαιο της ασχήμιας και αιχμάλωτο της μοναξιάς. Ομως ο Μάξουελ Σιμ θα κάνει ένα ταξίδι. Θα οδηγήσει από το Ρέντινγκ ώς τα Σέτλαντς ως αντιπρόσωπος μιας εξαρχής καταδικασμένης διαφημιστικής εκστρατείας για την προώθηση μιας νέου τύπου οδοντόβουρτσας, με την ελπίδα της συμμετοχής, επιτέλους σε κάτι: «σε μια διαδικασία εξέλιξης ολόκληρης της χώρας, σε μια κοινότητα –την κοινότητα του επιχειρηματικού κόσμου– που κάνει ό, τι κάνει, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η Βρετανία. Και τούτο το ταξίδι θα εξελιχθεί σε ένα είδος αναδρομής στο παρελθόν του Σιμ: στους ενδιάμεσους σταθμούς–κλειδιά, θα ανακαλύψει, μέσα από αφηγήσεις τρίτων και απωθημένες μνήμες, την πραγματική του φύση και τις κατασταλμένες επιθυμίες του. Οχι πως θα είναι ανώδυνη αυτή η ανάβαση προς το απώτατο άκρο του Ηνωμένου Βασιλείου: με κάθε χιλιόμετρο προς βορράν, ο Σιμ κατέρχεται λίγο βαθύτερα στα ψυχικά του βάραθρα.
Ομοιότητες
Ανακαλώντας την ιστορία του θαλασσοπόρου Ντόναλντ Κρόουχερστ –ο οποίος το 1968 συμμετείχε σ’ έναν ιστιοπλοϊκό περίπλου γύρω από τον κόσμο, αλλά απελπίστηκε πολύ σύντομα και, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του ταξιδιού, προσποιήθηκε ότι το πραγματοποίησε, πλαστογραφώντας τα ημερολόγια καταστρώματος και οδηγούμενος προς την τρέλα μέσα στον «τρομερό ιδιωτικό κόσμο» της καμπίνας του– ο Σιμ θα αρχίσει να διακρίνει μυστηριώδεις ομοιότητες ανάμεσα στον εαυτό του και τον βασανισμένο ιστιοπλόο και να νιώθει ολοένα πιο εγκλωβισμένος, υποπτευόμενος πως «ίσως έχει έρθει η ώρα να εξαφανιστεί», όπως και ο Κρόουχερστ. Ο αγγλικός τίτλος («Ο τρομερός ιδιωτικός κόσμος του Μάξουελ Σιμ») αυτήν ακριβώς την αναλογία επιδιώκει να υπογραμμίσει. Ο ιδιωτικός μας βίος δεν είναι παρά μια ακολουθία από ψεύδη, αποσιωπήσεις, πλάνες – και μια βουτιά στην ανυπαρξία ίσως κάποτε να φαντάζει λύση ιδανική.

Σατιρικό μυθιστόρημα, με εμφανείς τις οφειλές του στο πικαρέσκο (μου έρχεται στον νου ο «Τομ Τζόουνς» του Χένρι Φίλντινγκ, αυτό το «ιστορικό πεζοποίημα» που επιδίωξε να αποτελέσει την τοιχογραφία της εποχής του και ταυτόχρονα την αδρή αποτύπωση της ανθρώπινης φύσης ακόμα και στις πιο γελοίες της πλευρές), ο «Ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ», μεταφρασμένος απολαυστικά από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, καταφέρνει και την εποχή να αποτυπώσει –μια εποχή άκρας απομόνωσης και μοναξιάς, παρά τον πυρετό της επικοινωνίας και των δικτύων– και να περιγράψει ένα ταξίδι αυτογνωσίας, από το οποίο δεν λείπουν οι κωμικές περιπέτειες.

Ο «Εveryman» που διαλέγει για ήρωά του ο Κόου, αυτός ο «καθένας» που αρέσκεται στις αλυσίδες ταχυφαγείων γιατί φοβάται το απρόοπτο που ενέχει κάθε επιλογή, που έλκεται από τη γυναικεία φωνή του ηλεκτρονικού πλοηγού του αυτοκινήτου του και ελλείψει άλλης ανθρώπινης επαφής κουβεντιάζει μαζί της, που αγαπάει τους σταθμούς εξυπηρέτησης των μεγάλων αυτοκινητόδρομων και τα πολύβουα σούπερ μάρκετ, μπορεί να μοιάζει εξωφρενικά πληκτικός, όμως αφήνεται στον εσωτερικό σπαραγμό του και αναδύεται καινούργιος στο τέλος. Και αν κάποτε δυσφορούσε με τη φράση «σύνδεση και πάλι σύνδεση», αντλημένη από το μυθιστόρημα του Ε. Μ. Φόρστερ «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ», την οποία συνήθιζε να επαναλαμβάνει η πρώην γυναίκα του, τώρα, από σταθμό σε σταθμό και από αποκάλυψη σε αποκάλυψη, άθελά του, θαρρείς, ακολουθεί στο ακέραιο την επιταγή με την οποία ολοκληρώνει τη φράση του ο Φόρστερ: «Live in fragments no longer»

Wednesday, January 21, 2009

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ: ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΥΣ ΒΡΕΤΑΝΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ

Θεωρείται ο πιο «Βρετανός» συγγραφέας της εποχής μας: διαθέτει αυτό το ιδιαίτερο μαύρο χιούμορ των κατοίκων της γηραιάς Αλβιώνος, δεν παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά και χειρίζεται τον λόγο με λεπτό και καυστικό συγχρόνως τρόπο.

Θεωρείται επίσης ο πιο ιδιοφυής της γενιάς του. Το ύφος γραφής του είναι απρόοπτο, πρωτότυπο, άμεσο, ανατρεπτικό και μπορεί να αφηγηθεί κάθε φορά διαφορετικές ιστορίες. Αν και «so British», τα βιβλία του έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία σε όλον τον κόσμο. Σε ελληνική μετάφραση κυκλοφορούν -όλα από τις εκδόσεις Πόλις- «Ο κλειστός κύκλος», «Οι νάνοι του θανάτου», «Η λέσχη των τιποτένιων», «Τι ωραίο πλιάτσικο» , «Το σπίτι του ύπνου» και τελευταίο το «Σαν τη βροχή που πέφτει».

«Πιστεύω πως το παρόν είναι η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος για έναν συγγραφέα. Αν καταφεύγω στο παρελθόν, είναι κυρίως για να καταγράψω μια αντίθεση με το παρόν προκειμένου να δω πού εντοπίζονται οι διαφορές, τι κερδίσαμε, τι χάσαμε», λέει ο Κόου σε συνέντευξή του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μαγκαζίν Λιτερέρ». «Το αληθινό θέμα που έχει να επεξεργαστεί ένας συγγραφέας δεν είναι άλλο από την ανθρώπινη φύση. Από αυτή την άποψη όλες οι ιστορικές περίοδοι είναι ενδιαφέρουσες γιατί ουσιαστικά αυτή η φύση παραμένει αναλλοίωτη. Φυσικά η περίοδος που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι εκείνη στην οποία ζούμε. Είναι ωστόσο η πιο δύσκολη να κατανοήσουμε, αφού δεν έχουμε την κατάλληλη απόσταση και προοπτική. Αυτό συνέβη με τον "Κλειστό Κύκλο", η πλοκή του οποίου εξελίσσεται σε μια εποχή πολύ κοντινή με τη δική μας, αφού αναφέρεται στο 2003, ακριβώς την παραμονή του πολέμου στο Ιράκ, και ολοκληρώνεται μερικούς μήνες πριν από την έκδοσή του».

- «Ο Κλειστός Κύκλος» ήταν μια σπουδή στον κυνισμό της εποχής Μπλερ. Η κρίση που βιώνουμε σήμερα μπορεί να σας εμπνεύσει και πάλι;

«Δεν έχω ιδέα αν αυτή η κρίση οξύνει ή όχι την απογοήτευσή μου. Οπως και να έχει, το πολιτικό και οικονομικό σύστημα που κυριαρχεί εδώ και τριάντα χρόνια, και για το οποίο μας διαβεβαίωναν πως ήταν αναμφίβολα το καλύτερο, αποκαλύπτει τις επικίνδυνες πλευρές του. Αυτή η κρίση είναι σαν ένα σημάδι που μας δείχνει τον κίνδυνο που διατρέχουμε όταν επιτρέπεται στα ιδιωτικά συμφέροντα και στον προσωπικό πλουτισμό να καθοδηγούν τις κοινωνίες μας. Για να αποφύγουμε στο μέλλον παρόμοιες καταστάσεις θα πρέπει να υπάρξει μια ριζική αλλαγή των προτεραιοτήτων μας. Κάτι που το βρετανικό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να πράξει, αφού τα δύο κυριότερα κόμματα πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά και δεν γίνεται αν τα πιέσουμε να αλλάξουν απόψεις. Οπως και να έχει, αυτή την εποχή το βλέμμα της Βρετανίας είναι στραμμένο στις ΗΠΑ...».

- Η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα μπορεί να αλλάξει κάποια πράγματα;

«Ασφαλώς, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ αποτελεί μια ελπίδα. Καταρχήν γιατί η εξωτερική του πολιτική -και ίσως επίσης και η οικονομική του πολιτική-, αντιτίθεται στις πολιτικές του Μπους. Πολλοί άνθρωποι παρατηρούν με αισιοδοξία όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ. Ωστόσο, εγώ είμαι πιο σκεπτικιστής. Θυμάμαι την αισιοδοξία που είχαμε αισθανθεί όταν ο Τόνι Μπλερ είχε εκλεγεί το 1997, και γνωρίζετε τη συνέχεια... Ισως αυτό το μάθημα θα έπρεπε να μας εμποδίσει να είμαστε τόσο αισιόδοξοι. Παρ' όλα αυτά η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα είναι σαφώς ένα ιστορικό γεγονός».

- Στις ΗΠΑ πολλοί κριτικοί σάς θεωρούν πολιτικό συγγραφέα...

«Ναι, το γνωρίζω. Το "Τι ωραίο πλιάτσικο" είναι πολιτικό βιβλίο με την έννοια ότι υπερασπίζεται μια πολιτική άποψη. "Ο Κλειστός Κύκλος" ίσως να έχει ένα πολιτικό περιεχόμενο, αλλά εδώ φαίνεται λιγότερο. Σήμερα χρησιμοποιώ με διαφορετικό τρόπο την πολιτική στα βιβλία μου. Αυτό που φιλοδοξώ να κάνω είναι να προσφέρω μια όσο το δυνατόν πειστικότερη περιγραφή του κόσμου όπως αυτός είναι. Αλλωστε μπορούμε να θεωρήσουμε πως και αυτό είναι ένα πολιτικό σχέδιο με την ευρεία έννοια του όρου».

- Κάθε βιβλίο σας είναι μια φωτογραφία μιας περιόδου-κλειδί της πρόσφατης βρετανικής Ιστορίας. Ο συγγραφέας μπορεί να είναι και ιστορικός;

«Τα βιβλία μου, πράγματι, μαρτυρούν την πραγματικότητα της Βρετανίας σε μια δεδομένη περίοδο. Και μάλιστα όχι μόνο της Βρετανίας αλλά και του κόσμου, τουλάχιστον εκείνου που ονομάζουμε "Δυτικό". Πιστεύω πως η Δύση είναι μια κοινωνία που δεν λέει την αλήθεια για τη φύση της και ο συγγραφέας, αν έχει μία πολιτική υποχρέωση-, αυτή είναι να εκφράσει αυτή τη φύση. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε και το μόνο που πρέπει να κάνουμε. Παραδέχομαι πως τα βιβλία μου έχουν μια ιστορική διάσταση. Ωστόσο, διστάζω να αποκαλεστώ ιστορικός, γιατί τι θα απομείνει τότε στους ιστορικούς; Η πρόκληση για τον συγγραφέα δεν είναι μόνο να δώσει στους αναγνώστες να καταλάβουν την Αγγλία των δεκαετιών του '50 ή του '70 , αλλά να αναστήσει το ανθρώπινο είδος σε αυτήν την κοινωνία. Και αυτή η εσωτερικότητα που είναι αλληλένδετη με το μυθιστόρημα δεν θα τη συναντήσετε ποτέ σε ένα βιβλίο Ιστορίας».

- Πολλοί στο εξωτερικό σάς θεωρούν τον πιο χαρακτηριστικό Βρετανό συγγραφέα...

«Αυτό με κολακεύει, αλλά δεν το καταλαβαίνω. Αυτή την εποχή ασχολούμαι με την ιταλική έκδοση του βιβλίου μου "Οι νάνοι του θανάτου", ένα είδος χιτσκοκικού θρίλερ. Φανταστείτε πως για ένα τέτοιου είδους βιβλίο, ο Ιταλός εκδότης γράφει στο οπισθόφυλλο: "Μια τυπική βρετανική ιστορία". Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτό. Φυσικά γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αγγλία. Το βλέμμα που ρίχνω πάνω στη χώρα μου δεν είναι σε καμία περίπτωση αποστασιοποιημένο. Αλλά αυτό είναι αρκετό για να θεωρούμαι τυπικός Βρετανός συγγραφέας;

Οσον αφορά το χιούμορ, είναι αλήθεια πως σε αυτή τη χώρα, θεωρείται εγκληματικό να παίρνει κανείς τον εαυτό του στα σοβαρά. Αυτή είναι μια όψη του αγγλικού χαρακτήρα που εκτιμώ πολύ. Μας εμποδίζει να έχουμε ψευδαισθήσεις για εμάς τους ίδιους. Αλλωστε, εδώ δεν παίρνουν πολύ στα σοβαρά τους συγγραφείς. Δεν ζητούν τη γνώμη μας για τα πολιτικά ζητήματα και ακόμη και αν το "εγώ" μας υποφέρει από αυτό, νομίζω ότι είναι μάλλον υγιές. Κατά βάθος δεν απέχει πολύ η άποψή μου από αυτή του Βρετανού κριτικού Τέρι Ιγκλετον, ο οποίος πρόσφατα έλεγε πως "η γνώμη ενός συγγραφέα δεν είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν ενός καθαριστή τζαμιών". Για εμάς η πρώτη λειτουργία ενός συγγραφέα είναι η ψυχαγωγία του αναγνώστη του, η αφήγηση μιας ιστορίας. Το "μυθιστόρημα ιδεών" δεν υπάρχει σε εμάς. Οι ιδέες -πολιτικές ή άλλες- πρέπει να είναι βαθιά χωμένες κάτω από το διήγημα».

- Ανησυχείτε για το μέλλον του μυθιστορήματος;

«Πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια θα είχα απαντήσει όχι. Τότε πίστευα πως όσο η κοινωνία θα συνέχιζε να αλλάζει και να εξελίσσεται ο ρόλος του ατόμου μαζί με αυτήν, το μυθιστόρημα θα εξακολουθούσε να εξιστορεί αυτή τη διαδικασία. Ομως σήμερα δεν είμαι τόσο απόλυτος. Φοβάμαι πως το μυθιστόρημα απειλείται από κάτι νέο: μια γενικευμένη απειλή απέναντι στη φαντασία. Εχω την εντύπωση πως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν θέλει πια να χάνει τον καιρό του διαβάζοντας ένα έργο μυθοπλασίας. Προς το παρόν αυτή η αδιαφορία εκδηλώνεται πολύ έντονα απέναντι στην τηλεόραση: στη δεκαετία του '70 τα περισσότερα προγράμματα που προσέλκυαν τα πλήθη ήταν οι κωμωδίες, τα θεατρικά έργα... Για οικονομικούς προφανώς λόγους οι διευθυντές των καναλιών κατάργησαν τα περισσότερα από αυτά τα προγράμματα. Κατάλαβαν πως ήταν πιο οικονομικό να βάλουν "πραγματικούς ανθρώπους" σε ένα ντεκόρ και να τους βιντεοσκοπήσουν. Τα τηλεοπτικά "ριάλιτι" είχαν γεννηθεί και φυσικά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, αφού όλα είναι προσχεδιασμένα από τους παραγωγούς αυτών των προγραμμάτων. Το κοινό συνήθισε αυτές τις εκπομπές, σε σημείο να πιστεύει σήμερα πως μέσα από αυτά τα προγράμματα αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα του κόσμου. Αυτή η εξέλιξη είναι ανησυχητική, γιατί η φαντασία παραμένει ένα εργαλείο πολύ πιο αποτελεσματικό για να πει κανείς την αλήθεια στον κόσμο». *


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 21/01/2009