Showing posts with label Κονδυλάκης Ιωάννης. Show all posts
Showing posts with label Κονδυλάκης Ιωάννης. Show all posts

Tuesday, September 28, 2010

Η μετάφραση ως διαφωτιστικό εγχείρημα

  • Ο λόγος του χαριέστατου ηθικοφιλόσοφου και ειρωνιστή Λουκιανού στην απόδοσή του από τον Ιωάννη Κονδυλάκη
  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010
H αγάπη του Ιωάννη Κονδυλάκη για το έργο του Λουκιανού πρέπει να άρχισε πολύ νωρίς, όπως πιστοποιεί και το εξής περιστατικό που μνημονεύει ο Νικόλαος Τωμαδάκης: «Ηδη μαθητής ο Κονδυλάκης, επωφελούμενος διαλείμματος, κατεσκεύασε διά θρανίων πρόχειρον σκηνήν και ανέλαβε να παραστήση τους “Νεκρικούς Διαλόγους” του Λουκιανού, εις τους οποίους θα υπεδύετο τον ρόλον του Ερμού. Το τόλμημα επιβράβευσε σκληρώς ο διδάσκαλός του, ο οποίος κατά τον Κονδυλάκην “ήσπασε τρία άχρηστα πράματα: το μπαστούνι του, το κανάτι και την κεφαλήν μου”».

Στη σάτιρα, έκδηλη στο πεζογραφικό και στο χρονογραφικό έργο του Κονδυλάκη, αλλά και στη στέρεη πίστη του σε ορισμένες ηθικές αρχές, εντοπίζουμε την κοινότητά του με τον αρχαίο σοφιστή. «Η ασχολία του Κονδυλάκη με τον χαριέστατον Λουκιανόν», υπογραμμίζει ο Καλιτσουνάκης, «αποδεικνύει όχι μόνον την εξακολουθητικήν αγάπην του προς την ελληνικήν φιλολογίαν αλλά (...) και την πνευματικήν και φιλοσοφικήν του συγγένειαν προς τον μεγάλον Σαμοσατέα, τον ηθικοφιλόσοφον και ειρωνιστήν».

Αναλυτικότερος ο Παύλος Νιρβάνας, τόνιζε το 1928: «Διά να συναντήσωμεν τον γενάρχην του ελληνικού χρονογραφήματος, ίσως θα έπρεπε να προχωρήσωμεν κάπως μακρύτερα από ό,τι φανταζόμεθα. Και να σταματήσωμεν εις μίαν από τας δροσερωτέρας πηγάς του ελληνικού πνεύματος. Δεν είναι ανάγκη, υποθέτω, να αναφέρω τον Λουκιανόν. Εις τον Β΄ αιώνα μ.Χ. δεν υπήρχαν βεβαίως εφημερίδες. Εάν υπήρχαν όμως, πρέπει να είμεθα βέβαιοι ότι κάποια μεγάλη ημερησία της εποχής εκείνης θα είχε σπεύσει να εξασφαλίση την συνεργασίαν του. Διότι κατά βάθος και κάτω από όλας τας μορφάς του λόγου που εκαλλιέργησεν ο μέγας Σαμοσατεύς ηθικοφιλόσοφος και ειρωνιστής, υπήρξεν ένας χρονογράφος, εις την σημερινήν σημασίαν της λέξεως. Μήπως ένας μεγάλος κριτικός, ο Βιλαμόβιτς, δεν τον ονόμασε δημοσιογράφον;».
  • Ο γνησιότερος μαθητής
Και συνεχίζει ο Νιρβάνας: «Εις εποχήν κατά την οποίαν η ελληνική θρησκεία έδυε μέσα εις τας σκιάς των νεωτέρων αμφιβολιών και η ελληνική φιλοσοφία είχε προφέρει την τελευταίαν της λέξιν, ενώ η σοφία των στωικών ματαίως ηγωνίζετο να συγκρατήση τα ζωώδη ένστικτα των όχλων, η ελληνική και ρωμαϊκή κοινωνία, άπιστοι κατά βάθος και νοσούσαι βαρύτατα ηθικώς, έσβυναν την ηθικήν των δίψαν με κάθε τυφλήν και χονδροειδήν πρόληψιν, πηγάζουσαν από τα μακρυνά βάθη της Περσίας, της Χαλδαίας και της γης των Φαραώ. “Εις παρομοίου περιεχομένου εποχήν -παρατηρεί ένας κριτικός του Λουκιανού- ο Σαμοσατεύς, πνεύμα ζωηρόν, ατίθασον, αβρόν συγχρόνως και ισχυρόν, φιλοσοφούν με χάριν και καλήν διάθεσιν, έτοιμον εις πάσαν στιγμήν να γελάση με την μωρίαν και την άγνοιαν των συγχρόνων του, διά να μη κλαύση επί της καταστάσεως, μαστιγώνει ολόγυρά του, με το φιλοσοφικόν μειδίαμα εις τα χείλη, γελοιότητας, αδυναμίας, πάλι, κακίας, σκάνδαλα”. (...) Αλλά τι άλλο είναι τούτο παρά δημοσιογραφείν εις την ανωτέραν σημερινήν έννοιαν του όρου; Και, τηρουμένων των αποστάσεων και των αναλογιών, τι άλλο κάμνει σήμερον ο χρονογράφος της εφημερίδος, τι άλλο έκαμνεν ο αλησμόνητος Ιωάννης Κονδυλάκης, ο γνησιώτερος μαθητής και μεταφραστής του μεγάλου προγόνου του ελληνικού χρονογραφήματος;».

Τα ίχνη του λουκιάνειου πνεύματος μπορούμε να τα εντοπίσουμε τόσο στα χρονογραφήματα του Κονδυλάκη όσο και στα λογοτεχνήματά του. Ενα λαμπρό δείγμα πιστεύω πως αποτελεί το εξαιρετικό διήγημα «Ο επικήδειος», που αποτελεί ένα εξαιρετικό πλήγμα της στομφώδους ηρωολογίας. Εκεί ο αφηγητής, μια περσόνα του συγγραφέα, ιστορεί μαστορικά τα καθέκαστα της κηδείας ενός γέροντα που ελάχιστα τον γνώριζε και του οποίου τον επικήδειο του ανατέθηκε από την «εύθυμη συντροφιά» του να εκφωνήσει. Το γέλιο που προκαλεί η τραγελαφική απόπειρα να υμνηθούν κατορθώματα που ουδέποτε είχαν επιτελεσθεί ίσως απηχεί ένα άλλο γέλιο, περισσότερο φιλοσοφημένο, που ακούγεται στο «Περί πένθους» φιλάνθρωπο και αντιδεισιδαιμονικό πόνημα του Λουκιανού, το οποίο ουσιαστικά συμπυκνώνει τους «Νεκρικούς διαλόγους» και το απελευθερωτικό ήθος τους. Αν μπορούσε να μιλήσει ο νεκρός, εικάζει εκεί ο φιλόσοφος, θα έλεγε στον πατέρα του πως οι πράξεις και τα λόγια των πενθούντων, οι οιμωγές, τα στηθοκοπήματα και οι χοές του κρασιού, τον έκαναν με την ανοησία τους να «ανακαγχάσει» στον Κάτω Κόσμο, να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Βλέπουμε λοιπόν το γέλιο να δρα και στις δύο περιπτώσεις, για διαφορετικούς έστω λόγους, όχι απλώς σαν λύτρον λύπης αλλά και σαν ξεγέλασμα του γεγονότος του θανάτου, σαν ιλαρυντική μέθοδος απόδοσης της πραγματικής του αξίας.
  • Η χαρά της μετάφρασης
Από τα 86 έργα που αποδίδονται στον Λουκιανό (δώδεκα θεωρούνται ψευδεπίγραφα), ο Κονδυλάκης μετέφρασε τα 54, τους «Νεκρικούς διαλόγους», τους «Θεών διαλόγους», τον «Μένιππο», τον «Ικαρομένιππο», τον «Ανάχαρση», το «Τίμων ή Μισάνθρωπος» και άλλα πολλά. Η καθαρεύουσά του, που μοιάζει να ανταποκρίνεται στην αττική του πρωτοτύπου και στην οποία τον οδήγησε σχεδόν υποχρεωτικά η δημοσιογραφική του δουλειά και το γλωσσικό καθεστώς που τη διείπε, ανασαίνει ελεύθερα· με την ευλυγισία της, καθώς και με την τεχνική ενσφήνωση λαϊκότερων τύπων όπου χρειάζεται, και δίχως να κλονίζεται το γενικότερο γλωσσικό καθεστώς, αναδεικνύει ζωηρό το νόημα του κειμένου και αποδίδει άθικτη τη ροή του. Εύλογο, εφόσον «η ευφυΐα και το “χιούμορ” του αρχαίου συγγραφέα αντιστοιχούσαν στον χαρακτήρα του μεταφραστή», όπως σημειώνει ο Στυλιανός Αλεξίου στο εντελώς πρόσφατο έργο του «Ελληνική λογοτεχνία - από τον Ομηρο στον 20ό αιώνα» (εκδ. «Στιγμή», 2010).

Ο Κονδυλάκης, όπως γρήγορα γίνεται φανερό, χαίρεται να μεταφράζει Λουκιανό, χαίρεται να υπηρετεί την κριτική οξύτητα του αρχαίου σκεπτικιστή και σκώπτη, κι αυτή τη χαρά του τη νιώθει τελικά και τη γεύεται και ο αναγνώστης. Ο μεταφραστής δεν παραδίδει ένα φιλολογικό πόνημα (ελάχιστες είναι οι εξηγητικές υποσημειώσεις του, σε μια καθαρεύουσα ψυχρότερη από του καθαυτό κειμένου), αλλά ένα ανάγνωσμα του οποίου εμπιστεύεται απολύτως την ικανότητα να τέρπει και να ψυχαγωγεί ουσιωδώς. Οι λιγοστές σποραδικές παραλείψεις μικρών χωρίων το αρχαίου κειμένου που εντόπισα θα πρέπει να συσχετιστούν με το γεγονός ότι ο μεταφραστής χρησιμοποιούσε γαλλικές εκδόσεις (δεν δηλώνεται ποιες), οι οποίες, από τότε και μέχρι σήμερα, έχουν τα προβλήματά τους· μολαταύτα, οφείλουμε πάντοτε να ευχαριστούμε τους ξένους εκδότες, φιλολόγους και σχολιαστές, γιατί δίχως τον δικό τους μόχθο η αρχαιομάθειά μας θα ήταν λειψή, τραυματισμένη· στην αρχαιογνωστική βιβλιογραφία άλλωστε, ακόμα και σήμερα, υπερτερούν συντριπτικά οι ξένοι τίτλοι.

Η απόφαση του Κονδυλάκη, το μεταφραστικό του πρόγραμμα, δικαιούται απόλυτα να χαρακτηριστεί όχι μονάχα δημοκρατικό παρά και διαφωτιστικό, με ακέραιη τη σημασία της λέξης. Αναδεικνύοντας την «εκτός κανόνος», μη επίσημη και τόσο προκλητική γραφή και σκέψη του Λουκιανού υποδεικνύει με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο ότι η αρχαιότητα δεν υπήρξε μία, μονότροπη και μονοφωνική, ότι ο πλούτος της βρίσκεται στις εσωτερικές διαφορές και συγκρούσεις της, φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και πολιτικές. Είναι σαν να μας λέει ότι η εξιδανικευμένη εικόνα που βιαζόμαστε να σχηματίσουμε για τους αρχαίους δεν είναι απλώς κίβδηλη· είναι προπάντων άδικη, γιατί παραλαμβάνει ένα δυναμικό πολύχρωμο πεδίο και το παραδίδει στατικό και μονόχρωμο.

Προλογίζοντας την έκδοση των σωζομένων αποσπασμάτων των επίσης εκτός κανόνος Κυνικών («Γνώση», 1998), ο Ν.Μ. Σκουτερόπουλος γράφει: «Στην εικόνα μας για την αρχαιότητα δεσπόζουν τα μεγάλα κατορθώματα του ελληνικού πνεύματος: ο στοχασμός των Προσωκρατικών, η τραγική ποίηση, η φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη - έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το κέντημα του αρχαίου κόσμου από την καλή· με τους Κυνικούς το βλέμμα στρέφεται για λίγο και στην ανάποδη όψη του, την όχι και τόσο όμορφη, αυτήν όμως που, όπως θα έλεγε ο Σοπενάουερ, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πώς ενώνονταν τα νήματα». Τα ίδια πάνω-κάτω ισχύουν και στην περίπτωση της μετάφρασης του ρητοροδιδασκάλου Λουκιανού, ο οποίος άλλωστε δεν είχε μικρή σχέση με τους Κυνικούς, αφού, όπως φανερώνουν αρκετά έργα του, τιμά τόσο τον Διογένη όσο και τον Μένιππο, Κυνικό φιλόσοφο του 3ου αι. π.Χ. από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης, ενώ δεν παραλείπει να χλευάσει με επιγράμματά του όσους παριστάνουν ψυχικώς αδάπανα τους Κυνικούς ή γενικότερα τους φιλοσοφούντες, απόδειξη και τούτο το σκωπτικό επίγραμμά του: «Στα σοβαρά σου τώρα, θαρρείς το γένι θα γεννήσει τη σοφία; / Μα τότε ο μακρυγένης τράγος, Πλάτωνας θα γινόταν πάραυτα».

Για όλα τούτα λοιπόν, όσα ατελώς προσπάθησα να αναδείξω, μαζί με τους συγκαιρινούς του, οφείλουμε και εμείς οι μεταγενέστεροι διαρκή την ευγνωμοσύνη μας στον Ιωάννη Κονδυλάκη, σ’ αυτόν τον «Διαβάτη» που δεν υπήρξε περαστικός της Ιστορίας και των Γραμμάτων μας.

Tuesday, September 21, 2010

Ο Κονδυλάκης ως μεταφραστής του Λουκιανού

  • Το έργο του αρχαίου σοφιστή από τα Σαμόσατα της Συρίας στην απόδοσή του από τον Κρητικό πεζογράφο


  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010
Πράξη δημοκρατική η μετάφραση, επιτρέπει σε όσους δεν κατέχουν γλώσσα άλλη από τη μητρική τους να γνωρίσουν κόσμους που διαφορετικά θα τους έμεναν εντελώς ξένοι, απόρθητοι. Δεν μεταφράζουμε πάντως λέξεις, αν βέβαια δεν έχουμε συμβιβαστεί με τις ιδιότητες και τις ικανότητες του αυτόματου μεταφραστή. Τρόπους επιχειρούμε να ανασυστήσουμε μεταφράζοντας, και όχι μονάχα ύφος παρά και ήθος. Εχει λοιπόν και η επαγγελματική λεγόμενη επάρκεια τα όριά της. Κι αν δεν παθιάζεσαι με ό,τι σε παιδεύει κατά την αναδιατύπωσή του, αν δεν δαπανάς και θερμό αίσθημα εκτός από ψυχρό πνεύμα, ώστε να μην τσιγκουνεύεσαι τον χρόνο της αναζήτησης και του αυτοελέγχου, δεν θα τα καταφέρεις πειστικά· ο μη συγκινημένος, δύσκολα συγκινεί άλλους.
Ειδικά η μετακένωση αρχαιοελληνικών κειμένων στα νέα ελληνικά οφείλει να αντιμετωπίσει σαν εμπόδιο και παγίδα ό,τι προφαίνεται σαν πλεονέκτημά μας και σαν ευκολία μας εν συγκρίσει με τους μεταφραστές έργων της αρχαιοελληνικής γραμματείας σε κάποια άλλη γλώσσα του κόσμου. Εννοώ τη γλωσσική οικειότητα, άλλοτε πραγματική και άλλοτε φαινομενική, στην οποία ορισμένοι ελληνοκάπηλοι δίνουν και γνωρίσματα άφθαρτης γονιδιακής συγγένειας, η οποία υποτίθεται ότι αρκεί για να διεκπεραιώσει τη δουλειά της μετάφρασης. Αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά, δεν θα χρειαζόταν βέβαια να μεταφράζουμε τα αρχαία ελληνικά σε νέα, αφού θα τα καταλαβαίναμε αυτόματα, από την κούνια μας. Αφήστε δε που θα ήμασταν απαξάπαντες και επίσης από την κούνια μας σωσμένοι από προβλήματα όπως η δυσλεξία και οι ψυχικές διαταραχές, τα οποία, σύμφωνα με μια δημαγωγικότατη αλλά και κερδοσκοπική υπόθεση, αφού πάνω της στήνονται ολόκληρες παραβιοτεχνίες αρχαιοθεραπείας, γιατρεύονται με τη γνώση των αρχαίων ελληνικών - οπότε πρέπει να κάνουμε κι εμείς τη σαρκαστικά αντιρρητική υπόθεση πως ο Ηρακλής ο μαινόμενος δεν ήταν γνήσιος Ελληνας, διότι αν ήταν, δεν θα περιέπιπτε σε μανία. Αλλά για όλα τούτα τα ελληνοκοπικά και παράλογα θα χρειαζόταν η φαρμακερή, η μαστιγωτική σάτιρα του Λουκιανού, αν φυσικά του επέτρεπαν να μιλήσει και να πει τη γνώμη του οι ελληνοφύλακες που διαβεβαιώνουν ότι Ελληνας γεννιέσαι και δεν γίνεσαι· άρα, κατά τη δική τους πίστη, ούτε ο Λουκιανός ήταν Ελληνας, αφού γεννήθηκε στη βόρεια Συρία περί το 120 μ.Χ. και επέλεξε την ελληνική παιδεία καθώς και την ελληνική γλώσσα για να γράψει όσα τερπνά και παιδαγωγικότατα έγραψε, διαμορφώνοντας εκτός των άλλων ένα νέο λογοτεχνικό είδος, τον σατιρικό διάλογο, και «να τα γελωτοποιήση όλα, θεούς, θεάς, μαντεία, φιλοσόφους και αυτούς τους νεκρούς», όπως λέει ο Σίμος Μενάρδος.
  • Η παγίδα της οικειότητας
Αλλά ας επιστρέψουμε στο μεταφραστικό ζήτημα. Η αρχαία ελληνική, στις ποικίλες εκφάνσεις της, είναι μια γλώσσα που δεν μιλιέται πια από ανθρώπινες κοινότητες, κι αυτό είναι πρώτο, σοβαρότατο πρόβλημα στη δοκιμή της μετάφρασής της. Δεν είναι λίγες οι φορές που ούτε τα σύγχρονα λεξικά συμφωνούν μεταξύ τους ούτε οι αρχαίοι σχολιαστές και, δίχως ομιλητές, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ρωτήσεις, να ακούσεις, να ελέγξεις, να διασταυρώσεις. Ενα δεύτερο πρόβλημα είναι η απολύτως ίδια μορφή και ο ίδιος ήχος λέξεων που ωστόσο το νόημά τους άλλαξε ή στένεψε με τον καιρό και την προφορική και γραπτή χρήση· απαγορεύεται ως εκ τούτου οποιοσδήποτε μεταφραστικός αυτοματισμός.
Δεν γίνεται, ας πούμε, για να δώσω ένα ακραίο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα, να αντικαταστήσουμε αυτόματα, και εμπιστευόμενοι την τάχα αλάθητη γονιδιακή μας γνώση, την αρχαιοελληνική λέξη «αργός» με την παρόμοια της νεοελληνικής. Και τούτο επειδή στα μεν νέα ελληνικά η λέξη σημαίνει αποκλειστικά τον αργοκίνητο, στα δε αρχαία σημαίνει, κατά τα συμφραζόμενα και τη χρήση, πότε τον ταχύ, όπως στο ομηρικό «κύνες πόδας αργοί», και πότε τον νωθρό και βραδυκίνητο, όπως στο πλατωνικό «αργός την διάνοιαν».
Για να έρθουμε κάπως πιο κοντά στο θέμα που θα μας απασχολήσει εδώ, τον Κονδυλάκη ως μεταφραστή του Λουκιανού, ας μνημονεύσω εδώ ένα χαριτωμένο εντέλει μεταφραστικό ολίσθημα που εντοπίζεται στον πρώτο τόμο με έργα του Λουκιανού της Βιβλιοθήκης των Αρχαίων Συγγραφέων του Ι. Ζαχαρόπουλου. Στο αυτοπροσωπογραφικό του «Ενύπνιον» λοιπόν ο σοφιστής από τα Σαμόσατα ενθέτει, κατά το συνήθειό του να παραπέμπει σε παλαιότερους συγγραφείς, δύο στίχους από την «Ιλιάδα»: «θείος μοι ενύπνιον ήλθεν όνειρος / αμβροσίην διά νύκτα». Πώς μεταφράζουν τους στίχους οι δύο μεταφραστές της συγκεκριμένης εκδοσης; Επηρεασμένοι ίσως όχι μόνο από τη λεκτική ταυτοηχία και ταυτομορφία αλλά και από το γεγονός ότι λίγες αράδες παραπάνω γίνεται λόγος για τον προς μητρός θείο του Λουκιανού, γράφουν: «Ο θείος μου ήλθε φανταστικά στον ύπνο μου / μέσα στη θεία νύχτα.» Ο «θείος όνειρος» λοιπόν, δηλαδή το θεϊκό όνειρο, μετατρέπεται σε θείο, σε μπάρμπα, για να το πω απλούστερα. Κι όμως. Ηδη από το 1910, δηλαδή δυόμισι δεκαετίες νωρίτερα, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, στη δική του μετάφραση, είχε αποδώσει σωστά το νόημα: «Θείον όνειρον μου ήλθε καθ’ ύπνον την νύκτα.»
Θα ήταν πάντως άτοπο και αστόχαστο να αδικήσω τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και εν γένει τη σειρά στην οποία ανήκε επιμένοντας σε αυτό το λαθάκι, αφού πρόκειται για μια σειρά πρόδρομη στην οποία οφείλουμε πολλές καλές και πλούσια σχολιασμένες μεταφράσεις, έργο σπουδαίων φιλολόγων και λογοτεχνών. Αλλά θα ήταν και παράλειψη αν δεν σημείωνα ότι τόσες δεκαετίες από τότε, δεν έχει ακόμα εκδοθεί στην καυχωμένη κληρονόμο Ελλάδα το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας και καμία σχετική πολιτειακή μέριμνα δεν εκδηλώθηκε ποτέ.
Στον πρόλογο λοιπόν του προαναφερθέντος βιβλίου, ο Φώτος Γιοφύλλης απάρτιζε έναν κατάλογο των έως τότε, δηλαδή έως το 1935, μεταφράσεων έργων του Λουκιανού στη νέα ελληνική, την καθαρεύουσα είτε τη δημοτική. Πληροφορεί ότι έργα του Λουκιανού πρωτομεταφράστηκαν «εις την απλοελληνικήν» από τον Αλ. Γ. Σκαλίδη και εκδόθηκαν στην Αθήνα, σε δύο τόμους, στα χρόνια 1882-1884. Η επόμενη μετάφρασις, «εν μέρει εις γλώσσαν καθαρεύουσαν και εν μέρει εις μικτήν», όπως σημειώνει ο Γιοφύλλης, φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Κονδυλάκη, κυκλοφόρησε δε στις Εκδόσεις Γ. Φέξη το 1910-1911 (και όχι το 1912 όπως γράφει ο Γιοφύλλης). Το 1930, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Κονδυλάκη, ανατυπώθηκαν μερικώς οι μεταφράσεις του από τον οίκο Ελευθερουδάκη, με την προσθήκη προλόγου υπογεγραμμένου από τον Σίμο Μενάρδο.
  • Η επίδραση του Λουκιανού
Ας προστεθεί εδώ ότι ένα έργο του Λουκιανού, ο οποίος αρκετές φορές στα κείμενά του αυτοπροσδιορίζεται ως Σύρος, το «Περί του μη ραδίως πιστεύειν τη διαβολή», εκδόθηκε σε συριακή μετάφραση το 1870, η δε πρώτη έκδοση των έργων του έγινε στη Φλωρεντία από τον Ιανό Λάσκαρη το 1496· το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον λοιπόν είναι πολύ παλαιό αλλά και αδιάλειπτο, όπως μαρτυρούν οι πολλές κατοπινές εκδόσεις του λουκιάνειου κόρπους αλλά και η επίδρασή του σε μείζονες πνευματικές προσωπικότητες, τον Ερασμο και γενικότερα τους ουμανιστές (το «Μωρίας εγκώμιον» έχει πρόγονό του το λουκιάνειο «Μυίας εγκώμιον»), τον Βολταίρο, τον Γκαίτε, τον Θερβάντες.
Επιπλέον, ως εισηγητής της φανταστικής λογοτεχνίας, με τον «Ικαρομένιππο» και την «Αληθή ιστορία», επηρέασε τον Τόμας Μουρ στην «Ουτοπία» του, τον Ραμπελαί, τον Σουίφτ αλλά και κατοπινούς θεράποντες του συγκεκριμένου είδους, ώς τις μέρες μας. Ιδιαίτερη είναι η έλξη που άσκησε στον νεοελληνικό Διαφωτισμό. Απόδειξη (για να συμπληρωθεί έτσι η χαρτογράφησή μας) αποτελεί η μετάφραση και έκδοση, στην Οδησσό το 1831 και στο Βουκουρέστι το 1834, του βιβλίου «Λουκιανού Σαμοσατέως διάλογοι, ήτοι “Οι Νεκρικοί, ο Χάρων ή Επισκοπούντες και Τίμων ο Μισάνθρωπος”»· μεταφραστής και εκδότης ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος (Κύθηρα 1755 - Κύθνος 1830), διδάκαλος του Γένους και μαθητή του Κοραή.
Ο νεοελληνικός εικοστός αιώνας, λοιπόν, γνωρίζει το έργο του αρχαίου σοφιστή χάρη στην έγκυρη μεσολάβηση του Κονδυλάκη, ήδη αναγνωρισμένου πεζογράφου τότε αλλά και χρονογράφου. Στα πλούσια μεταφραστικά εφόδιά του ο Κονδυλάκης είχε να μετρήσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική, έστω ανολοκλήρωτες, τη γνώση της γαλλικής, αφού, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης, «η μετάφρασις του Λουκιανού έγινε βεβαίως και με εξέτασιν άλλων, γαλλικών κυρίως μεταφράσεων», την αφηγηματική του δεξιοσύνη, όπως την είχαν ήδη πιστοποιήσει τα λογοτεχνήματά του, ο «Πατούχας» και το «Οταν ήμουν δάσκαλος» κτλ., και, κυρίως αυτό, τη συγγένειά του με τον Λουκιανό και τη δηλωμένη αγάπη του για το έργο του.
  • Αλλά θα συνεχίσω την επόμενη Τρίτη.
* Ομιλία στο συνέδριο «Ιωάννης Κονδυλάκης: συγγραφέας, δημοσιογράφος, μεταφραστής - μια αναψηλάφηση», που διοργανώθηκε από τον Δήμο Βιάννου και το Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης (Βιάννος, 16-18 Σεπτεμβρίου).

Tuesday, September 14, 2010

Συνέδριο τιμής για τον Κονδυλάκη

Επιστημονικό συνέδριο τιμής στο πνευματικό της τέκνο, Ιωάννη Κονδυλάκη, οργανώνει ο Δήμος Βιάννου, οι «Φίλοι της Πινακοθήκης Βιάννου» και το Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με επικεφαλής τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, στις 16, 17 και 18 Σεπτεμβρίου στην Ανω Βιάννο, με θέμα: «Ιωάννης Κονδυλάκης - συγγραφέας -δημοσιογράφος - μεταφραστής. Μια αναψηλάφηση»
 
Στόχος, να διερευνηθούν πλευρές του έργου και της πολυεπίπεδης προσωπικότητας του Ιωάννη Κονδυλάκη, που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης μέχρι τώρα ή δεν έχουν εξαντληθεί ερευνητικά. Οι εργασίες του συνεδρίου θα γίνουν στο παλιό Δημοτικό Σχολείο Βιάννου, στο οποίο υπήρξε μαθητής ο τιμώμενος συγγραφέας και στο σημείο αυτό έχει στηθεί η προτομή του. Η Πινακοθήκη Βιάννου με τον τοπικό δήμο σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών οργανώνουν έκθεση εξήντα έργων διάσημων Ελλήνων ζωγράφων ως παράλληλη εκδήλωση τιμής στον Βιαννίτη πνευματικό δημιουργό, ενώ η Πινακοθήκη Βιάννου προχώρησε ακόμα ένα βήμα, εκδίδοντας τέσσερα έργα διαφορετικών ενασχολήσεων του Κονδυλάκη τα οποία θα κυκλοφορήσουν την πρώτη ημέρα του επιστημονικού συνεδρίου.

Συγκεκριμένα τα έργα είναι: «Λουκιανού Εκλογαί - Εκ των Απάντων», μετάφραση Ιωάννη Κονδυλάκη, «Ενώ Διέβαινα. Χρονογραφήματα, υπό Ιωάννου Κονδυλάκη», «Ιωάννης Κονδυλάκης. Αφιέρωμα, Ανατύπωση από έκδοση των "Βιαννίτικων Νέων" 1977», «Εργογραφία και Βιβλιογραφία Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη», επιμέλεια Μαρίνας Αϊβαλιώτου.