Showing posts with label Θέμελης Νίκος. Show all posts
Showing posts with label Θέμελης Νίκος. Show all posts

Tuesday, September 6, 2011

Ο λογοτέχνης που αγαπήθηκε από το κοινό

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 

  • Πώς και γιατί ο Νίκος Θέµελης έγινε µπεστσελερίστας και οι τρόποι µε τους οποίους ανανέωσε το ιστορικό µυθιστόρηµα
Ο λογοτέχνης που  αγαπήθηκε από το κοινό

Γιατί ο Νίκος Θέµελης διαβάστηκε τόσο πολύ; Τι ήταν εκείνο που έκανε τα βιβλία του να σκαρφαλώσουν από την πρώτη του εµφάνιση, το 1998, στην κορυφή της κυκλοφορίας και να παραµείνουν εκεί ως και την έκδοση του τελευταίου του µυθιστορήµατος, το οποίο είδε το φως της δηµοσιότητας τον περυσινό Οκτώβριο; Πώς κατόρθωσε ένας συγγραφέας που βγήκε στη λογοτεχνική σκηνή σε ηλικία 51 ετών να διατρέξει µέσα σε λιγότερο από µία δεκαπενταετία µια τόσο πυκνή διαδροµή (επτά µυθιστορήµατα σε δώδεκα χρόνια) και να µεταβληθεί σε κεφάλαιο της ελληνικής πεζογραφίας µολονότι η κριτική δεν αγκάλιασε ευθύς εξαρχής τη δουλειά του και δεν την παρακολούθησε µε ξεχωριστή θέρµη ούτε κατά την εξέλιξή της;

Friday, September 2, 2011

Το φαινόμενο Θέμελη


  • ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
  • Επτά, Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

ΗΤΑΝ η ευγένεια προσωποποιημένη. Ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να σταθεί από τους πόνους, λειτουργούσε ως άψογος οικοδεσπότης για τους ρεπόρτερ που κατέφθαναν στου Παπάγου με νωπές τις εντυπώσεις από το «πιο μαύρο βιβλίο» του, όπως χαρακτήριζε τη «Συμφωνία των ονείρων» ο ίδιος, το έβδομο μυθιστόρημά του, που έμελλε να είναι και το τελευταίο του
Ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να σταθεί από τους πόνους, λειτουργούσε ως άψογος οικοδεσπότης για τους ρεπόρτερ που κατέφθαναν στου Παπάγου με νωπές τις εντυπώσεις από το «πιο μαύρο βιβλίο» του, όπως χαρακτήριζε τη «Συμφωνία των ονείρων» ο ίδιος, το έβδομο μυθιστόρημά του, που έμελλε να είναι και το τελευταίο του. Χρόνια χτυπημένος από καρκίνο, ο Νίκος Θέμελης έδωσε τη μάχη για τη ζωή με αξιοπρέπεια, εμπιστευόμενος τους έλληνες γιατρούς του, ανήσυχος αλλά και διαλλακτικός ως το τέλος και αλώβητος από τα σκάνδαλα που ανέκυψαν στο πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικό μπλοκ. Εφυγε όμως βαθύτατα απογοητευμένος, πεπεισμένος ότι «πίσω από όλους μας -εργαζόμενους, διανοούμενους, πολιτικούς- κρύβεται μια χωλή παιδεία και μια πλειοψηφικά ενιαία κουλτούρα που επιτρέπει στην πολιτική σκηνή την κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων, στην οικονομία την αρπαχτή του εδώ και τώρα, και στον τρόπο σκέψης μας την ιδέα ότι για όλα φταίνε οι άλλοι αλλά ποτέ εμείς». Αυτές τις νοοτροπίες άλλωστε επιχείρησε να διαβρώσει με τα βιβλία του κι ας δυσφορούσε λιγάκι όταν του αποδίδονταν προθέσεις... αμιγώς διαπαιδαγωγικές.

Tuesday, March 22, 2011

Το απολωλός πρόβατο

  • Νίκος Θέμελης
  • Η συμφωνία των ονείρων
  • εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 312, ευρώ 18,88
  • Από την Μ. Θεοδοσοπούλου, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Το καινούργιο βιβλίο του Νίκου Θέμελη είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με τέσσερις ιστορίες, που εντάσσονται σε ένα ενιαίο πλαίσιο, καθώς οι ήρωές τους αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας. Σημαντικότερες, όμως, από τα πρόσωπα αποβαίνουν οι χρονικές περίοδοι, στις οποίες εκτείνεται η δράση, αφού οι πράξεις και οι συμπεριφορές των ηρώων είναι τυπικές των εκάστοτε συγκυριών. Η πρώτη ιστορία εστιάζει στο τελευταίο δίμηνο του 1947, φτάνοντας μέχρι τη μάχη της Κόνιτσας, που ξεκίνησε ανήμερα Χριστούγεννα, με παλαιότερες και μεταγενέστερες αναφορές, από τον Νοέμβριο του 1943 μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1949, δηλαδή δύο μέρες μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Οι δύο επόμενες ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα, αρχίζοντας στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 και καταλήγοντας στη διετία 1964-65, όταν τίθεται σε εφαρμογή η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που έμεινε συνώνυμη της δωρεάν παιδείας. Η τελευταία ιστορία διαδραματίζεται το φθινόπωρο του 1990.

Στο βιβλίο, οι τέσσερις ιστορίες παρατίθενται ως αριθμημένα κεφάλαια, χωρίς τίτλους. Οπως αποκαλύπτει, όμως, ο συγγραφέας σε συνέντευξή του, πρώτη έγραψε την τελευταία ιστορία, Αύγουστο 2008. Την προόριζε για αυτοτελή δημοσίευση και την τιτλοφόρησε «Δεν πάει άλλο». Συγκρατήσαμε την εξομολόγησή του, γιατί ήταν η τρίτη φορά, το φετινό φθινόπωρο, που αυτή η φράση επανερχόταν ως κεντρική ιδέα μιας ιστορίας. Την συναντήσαμε άρρητα μεν, αλλά ως κεντρικό μοτίβο στο πρόσφατο αστυνομικό του Πέτρου Μάρκαρη και ρητά εκπεφρασμένη στην πρόσφατη νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Με αυτήν τη φράση, οι συγγραφείς δείχνουν ότι συμμερίζονται το αίσθημα αδικίας που έχει καταλάβει τελευταία τους συμπολίτες τους από τη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Εκδηλώνουν την αγανάκτησή τους από «την ανήμπορη ή ελλειμματική Δικαιοσύνη», όπως διατυπώνεται στην ιστορία του Θέμελη. Αυτό που ο μέσος Ελληνας σκέπτεται ενδομύχως ή και συζητάει στις συναναστροφές του, οι ήρωες των βιβλίων τους τολμούν και το μετατρέπουν σε πράξεις αυτοδικίας. Βεβαίως, περιγράφονται ως άτομα που ξεφεύγουν από το πλαίσιο του συνηθισμένου. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, η αγανάκτηση του συγγραφέα μπορεί μεν να αποτελεί κινητήρια δύναμη, αλλά τον αναγκάζει κατά το στήσιμο του μυθιστορήματος να καταφεύγει σε προκρούστειες λύσεις, ενώ οι ήρωες, ως δίαυλοι των ιδεολογικών διλημμάτων του, χάνουν μέρος της αυθυπαρξίας τους.

Ενα κοινό σημείο, στο αστυνομικό του Μάρκαρη και την ιστορία του Θέμελη, στην οποία δίνει χροιά αστυνομικού, είναι ότι τις πράξεις αυτοδικίας δεν τις διαπράττει κάποιος αδικηθείς από τα θύματα αλλά ένας τρίτος, που στάθηκε θύμα κοινωνικής αδικίας. Συγκεκριμένα, η ηρωίδα του Θέμελη, μια σαραντάρα ανύπαντρη γυμνάστρια, εμπλέκεται στον φόνο ενός εμπόρου ναρκωτικών, όχι, λ.χ., γιατί έχει αδελφό νεκρό από υπερβολική δόση, αλλά γιατί κουβαλά την αδικία, που είχε γίνει την περίοδο της Κατοχής στον πατέρα που ποτέ δεν γνώρισε. Η αιτιολογία ότι οι θάνατοι δύο μαθητών της από ναρκωτικά «την έφτασαν στα όρια των αντοχών της», δείχνει ελάχιστα πειστική. Η ιστορία, πάντως, του πατέρα της ξεδιπλώνεται στις τρεις προηγούμενες ιστορίες του μυθιστορήματος.

Και σε αυτό το μυθιστόρημα του Θέμελη τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει η οικογένεια, που κρατάει και πάλι από την Ηπειρο. Οχι, όμως, από τα Ζαγοροχώρια, όπως στο πρώτο μυθιστόρημα, αλλά από το Ανήλιαστο, ένα από τα χωριά του Μετσόβου, «κοντά τέσσερις ώρες απόσταση» με το μουλάρι από τα Γιάννινα, όπου κατοικεί η οικογένεια. Ακριβέστερα, από το Ανήλιαστο είναι η μητέρα της οικογένειας, ενώ ο πατέρας κατάγεται από την Κόνιτσα. Μόνο που σε αυτό το μυθιστόρημα φαίνεται ότι του τελείωσαν του συγγραφέα οι θεληματικοί και γεμάτοι δημιουργικές ικανότητες άνδρες, αφού επάνδρωσαν επαξίως έξι μυθιστορήματα.
Ηλθε, επιτέλους, ο καιρός για τις γυναίκες, που, μάλιστα, αποβαίνουν πολύ πιο ενδιαφέρουσες, καθώς δεν πλάθονται στο δεσμευτικό πρότυπο του καλού και του ηθικού ήρωα. Επικεφαλής της οικογένειας δεν βρίσκεται ο πάτερ φαμίλιας, που πέθανε νωρίς, αλλά η 54χρονη χήρα του, η γιαγιά Μαριάνθη, που κυβερνά το ίδιο αποτελεσματικά, αν όχι και καλύτερα, την οικογένεια. Στο ξεκίνημα της πρώτης ιστορίας, η εν λόγω οικογένεια αποτελείται από δύο γιους, δύο κόρες, τη νύφη από τον πρωτότοκο, δύο γαμπρούς και τρία εγγόνια.

Οι οικογένειες της μεγαλύτερης κόρης και του πρωτότοκου γιου πρωταγωνιστούν στη δεύτερη και την τρίτη ιστορία αντιστοίχως. Το μαύρο, όμως, πρόβατο της οικογένειας, κυρίαρχο αλλά σκιώδες και στις τέσσερις ιστορίες, είναι ο δεύτερος γιος, που βγήκε αριστερός σε μια φαμίλια υπερήφανη για την εθνικοφροσύνη της. Τόσο εθνικόφρων εμφανίζεται η γιαγιά Μαριάνθη, που να θεωρεί μίασμα τον γαμπρό της, το 1952, μόνο και μόνο γιατί φημολογείται ότι θα ψηφίσει Πλαστήρα. Αντάρτης ο δευτερότοκος το 1943, που τον συλλαμβάνουν οι Γερμανοί, εν συνεχεία μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο, καταλήγει πολιτικός πρόσφυγας στις ανατολικές χώρες. Πρόκειται για τον πατέρα της ηρωίδας της τελευταίας ιστορίας, η οποία, γεννημένη στο βουνό, είναι το μικρότερο εγγόνι της οικογένειας.

Γιοι, γαμπροί και εγγόνια αποτελούν χαρακτηριστικούς τύπους, με προβλέψιμη συμπεριφορά. Από μιας αρχής, χωρίζονται στους καλούς, με τάση προς την εξιδανίκευση και τους κακούς, που ρέπουν προς ρεμάλια. Χάρη στα δύο αδέλφια αναπαράγεται, για ακόμη μια φορά, το γνωστό δίπολο: εθνικόφρων και αντάρτης. Ο,τι στην πραγματικότητα αποτέλεσε την εξαίρεση, στα μυθιστορήματα, χάριν του συμβολικού του φορτίου, συνιστά τον κανόνα. Ο κακός είναι ο εθνικόφρων, που αποκαλύπτεται όχι μόνο δωσίλογος αλλά και καταδότης του αδελφού του. Και για να συμπληρωθεί το σύνηθες τρίπτυχο, που χαρακτηρίζει ένα τέρας, όπως συμβαίνει και στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα, επιχειρεί να γίνει και αιμομίκτης με την κόρη του. Σε αντίθεση με τις γυναίκες, που δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές και, βεβαίως, η συμπεριφορά τους καθόλου προβλέψιμη. Πρόκειται για ισχυρές ιδιοσυγκρασίες, των οποίων ο χαρακτήρας διαμορφώνεται μέσα στις ιστορίες στις οποίες πρωτοστατούν.

Στυλοβάτης του μυθιστορήματος είναι η γιαγιά Μαριάνθη, γεννημένη το 1893, απόφοιτος Παρθεναγωγείου, κέρβερος στα 50 της και «απέθαντη» στα 97 της. Πρόκληση για τα ήθη του '50 συνιστά η πρωτότοκη κόρη, που διεκδικεί κάπως πρώιμα τη σεξουαλική της απελευθέρωση. Ευάλωτη παρουσιάζεται η μεγαλύτερη εγγονή, που δεν πήρε μόνο το όνομα από τη γιαγιά, αλλά και την πίστη της στα όνειρα. Χαρακτήρες όπως αυτή, κατά κανόνα, ατυχούν στη ζωή τους. Ο συγγραφέας, όμως, φροντίζει το μυθιστόρημά του να έχει χάπι εντ, τουλάχιστον όσον αφορά τα εγγόνια της οικογένειας.

Ο Θέμελης παίρνει ρίσκο, δίνοντας δεσπόζουσα θέση στα όνειρα, καθώς η αφήγησή τους απαιτεί ιδιαίτερη δεξιότητα. Οχι, βεβαίως, τα όνειρα του ξύπνιου, τα οποία συμπεριέλαβε για να βολέψει τον κόσμο των ανδρών, αλλά τα ενύπνια των γυναικών. Δεν τα κατάφερε, πάντως, και άσχημα. Τα όνειρα της γιαγιάς και της εγγονής είναι υποβλητικά ως συλλήψεις, ωστόσο χρειάζονταν επιπλέον γλωσσικό πλάσιμο. Οσο για τον τίτλο, είναι ένας όμορφος τίτλος, αλλά ελάχιστα αντιπροσωπευτικός του βιβλίου. Το συμφωνία ονείρων μόνον ως ειρωνικό επιμύθιο ταιριάζει. Υπάρχει, ωστόσο, αντιστοιχία ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο όνειρο του μυθιστορήματος, που προσλαμβάνουν προφητική διάσταση. Ο συμβολισμός τους προοιωνίζεται το κακό που θα βρει τους δύο επαναστάτες ήρωες: τον δευτερότοκο αντάρτη και τον ιερέα σύζυγο της δευτερότοκης, που, γαλουχημένος με Αριστοτέλη και Παπαδιαμάντη, κάνει την προσωπική του επανάσταση.

Ο Θέμελης είχε την τύχη να σαρώσει τα βραβεία νωρίς. Το 2000, με το δεύτερο μυθιστόρημά του «Η ανατροπή». Σε αυτό συνέτειναν εξωλογοτεχνικοί λόγοι, κυρίως η μεγάλη αναγνωρισιμότητα που απολάμβανε τότε. Ως συγγραφέας, όμως, δεν έμεινε στάσιμος, παρότι επιμένει στις αφηγηματικές παραχωρήσεις προς ένα ευρύ κοινό. Ο χώρος, στον οποίο η ευρυμάθεια και η αφηγηματική του άνεση δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα, είναι το μυθιστόρημα εποχής, με αρτιότερο το «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας». Με το πρόσφατο δείχνει ότι μπορεί να ξεφύγει από τους στερεότυπους χαρακτήρες. Επίσης, ότι μπορεί να στήσει σκηνές δράσης, όπως, για παράδειγμα, η μάχη της Ζίτσας στην πρώτη ιστορία. Εδώ, ο Θέμελης ακριβολογεί ως προς τα ιστορικά συμβάντα, ενώ στην αφήγηση ακολουθεί γοργή, σχεδόν ασθμαίνουσα, ροή. Ωστόσο, το σκηνογραφικό πλαίσιο της μάχης που μαίνεται, δεν είναι παρά το φόντο μιας τραγικής σκηνής με υπερχειλίζουσα δραματικότητα. Εχουμε, δηλαδή, την εντύπωση ότι ο αδόκητος συναισθηματικός φόρτος πλεονάζει κατά τη στιγμή της κορύφωσης και λειτουργεί μάλλον υπονομευτικά.

Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα βιβλίο με αρετές, που δεν έτυχε αντίστοιχης υποδοχής. Σε αυτό ίσως να συνέβαλε η απομάκρυνση του συγγραφέα από το πολιτικό προσκήνιο. *

Sunday, October 24, 2010

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι η χωλή παιδεία μας


Νίκος Θέμελης, συγγραφέας
Οι νέοι είναι βαθιά οργισμένοι από την έλλειψη προοπτικής και ελπίδας

  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
Ενα απρόσμενο κρυολόγημα άλλαξε τον τόπο συνάντησης με τον συγγραφέα Νίκο Θέμελη. Το ραντεβού έγινε απογευματινό στο σπίτι του, στου Παπάγου. Μια απλή μονοκατοικία, με πολλά φυτά και κάμποσα δέντρα, που είναι ψηλότερα από το σπίτι. Με υποδέχθηκε με ευγένεια και εγκαρδιότητα η κυρία Μαριάννα, η σύζυγος του Νίκου Θέμελη, κι αφού χαιρέτησα το τρίτο μέλος της οικογένειας, τον σκύλο του ζευγαριού, τον Λάμπρο, μπήκαμε στο καθιστικό, σ’ ένα χώρο όπου σε τρία πράγματα σκαλώνει το βλέμμα: στα βιβλία, τους πίνακες διά χειρός Νίκου Θέμελη και στα επιτοίχια ρολόγια. Μερικοί από τους πίνακες είναι πλέον γνώριμοι σε περισσότερους από τους επισκέπτες αυτού του σπιτιού, αφού κοσμούν τα εξώφυλλα των επτά μυθιστορημάτων του. Eνας από αυτούς είναι εξώφυλλο και στο τελευταίο του βιβλίο, «H συμφωνία των ονείρων». Eνα βιβλίο με τέσσερις ιστορίες, όπου παρακολουθεί τις ζωές των μελών μιας τυπικής νεοελληνικής οικογένειας, από το 1947 ώς το 1990.
Οσα χρόνια γράφει, κράτησε απολύτως ξεχωριστά τις δύο του ιδιότητες: αυτήν του συγγραφέα και αυτήν του πολιτικού συμβούλου του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Κι ας διακρινόταν πάντα στα βιβλία του ένας έμμεσος σχολιασμός για όσα συνέβησαν ή συμβαίνουν σ’ αυτόν τον τόπο, μέσα από ήρωες που έζησαν και έδρασαν σε άλλες εποχές. Mήπως η γραφή λειτούργησε ως διαφυγή; «Δεν έχω ανάγκη διαφυγής», λέει ο Νίκος Θέμελης, που ήδη έχει καθίσει απέναντί μου στην αγαπημένη του πολυθρόνα. «Είχα μέσα μου ένα σαράκι αυτοπραγμάτωσης, δημιουργικότητας. Κάτι μ’ έκανε να τρέχω να φτιάξω κάτι καινούργιο. Το πιο παλιό πράγμα που θυμάμαι, αρχές της δεκαετίας του ’50 στη Μυτιλήνη, είναι ότι πήγαινα στην παραλία, που ξέβραζε ξύλα φαγωμένα από τη θάλασσα και μ’ ένα σουγιαδάκι καθόμουν ώρες κι έφτιαχνα καραβάκια, ανθρωπάκια, ζωάκια».

Η αποκάλυψη για τα παιδικά του καλλιτεχνικά κατορθώματα προστέθηκε σε μια σειρά αποκαλύψεων και εκπλήξεων που είχε αυτή η συνάντηση. Κατ’ αρχήν για την «κουζίνα» του τελευταίου μυθιστορήματός του, αφού αποκαλύπτει ότι η τελευταία από τις τέσσερις ιστορίες είναι εκείνη που γράφτηκε πρώτη «μόνη της, σαν διήγημα, τον Αύγουστο του 2008». Μια ιστορία που έχει διαψεύσεις, αδικία, θάνατο, οργή και, εντέλει, αυτοδικία.

Και πώς ένας κήρυκας του ορθού λόγου επιλέγει την αυτοδικία ως λύση και κάθαρση στην αφήγησή του; «Χωρίς να την αποδέχομαι, προσπαθώ να δείξω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε φαινόμενα τα οποία προκύπτουν όταν άνθρωποι φτάνουν στα όρια των αντοχών τους και, χωρίς καν να είναι προδιατεθειμένοι για κάτι τέτοιο, υπερβαίνουν τα όρια του πολιτισμού τους, στο πλαίσιο του οποίου δεν ανήκει η αυτοδικία. Ετσι, από το σύστημα ενός πολιτισμού που εμπεριέχει το κράτος δικαίου, σαλτάρουν και περνούν στην άλλη όχθη». Ενιωθε τότε, το 2008, την υφέρπουσα οργή στην κοινωνία «για όσα ένιωθαν γύρω τους να καταστρέφονται και να απαξιώνονται», τη διαπιστώνει και στις συζητήσεις με παιδιά φίλων του, «που έρχονται, πίνουμε καφέ και μιλάμε. Είναι όλα τους υπέροχα παιδιά, αλλά σαλταρισμένα από οργή. Τους θυμώνει το αδιέξοδο που έβλεπαν κι ακόμα βλέπουν μπροστά τους. Η μη προοπτική. Η έλλειψη ελπίδας. Τα μηδενικά επί των οποίων καλούνται να επενδύσουν. Αυτά είναι τα δεδομένα που έχουν. Ομως, το ανεκπλήρωτο αίτημα μιας ζωής μπορεί να μετατραπεί σε οργή και η οργή να σε κάνει να ξεπεράσεις τα όρια του πολιτισμού σου».

Μέσα από τους ήρωες του βιβλίου αγγίζουμε παθογένειες, εμμονές, ιδεοληψίες, της μετακατοχικής ελληνικής κοινωνίας που φωτογραφίζεται στο μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το βιβλίο είναι «οι περισσότεροι τύποι της μετακατοχικής Eλλάδας, είναι οι περισσότερες παθογένειες». Κι όταν τον ρωτάω ποια θεωρεί τη σοβαρότερη παθογένεια των νεοελλήνων, η ερώτηση μένει σχεδόν στη μέση... «Η παθογένεια είναι η ελλειμματική παιδεία. Η παθογένεια για μένα είναι η κουλτούρα, και πίσω από αυτή την κουλτούρα, η χωλή και καταστροφική παιδεία που συντηρεί διαχρονικά την κοινωνία, το οικονομικό της σύστημα, το πολιτικό της σύστημα, τον πολιτισμό της».

Ενας από τους ήρωες του βιβλίου έχει όνειρο να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο και το καταφέρνει με τη μεταρρύθμιση του Ευ. Παπανούτσου, το 1963, και την καθιέρωση της δωρεάν παιδείας: «Τότε μπήκα κι εγώ στο πανεπιστήμιο. Κι είχα πολλούς συμφοιτητές που μου έλεγαν “Νίκο, δεν θα σπουδάζαμε αν δεν είχε γίνει αυτό!”».
  • Ηθελα να ασχοληθώ πιο πολύ με το θέμα της εξουσίας
Στην κουβέντα μας «έρχεται» και ο Αγης, ένας από τους ήρωες του βιβλίου. Είναι από εκείνους τους επιτήδειους, που πλουτίζουν σε καιρό κρίσης. Είναι νομοτελειακό αυτό; Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που πλουτίζουν εις βάρος των άλλων σε καιρό κρίσης; «Πάντοτε θα υπάρχει μια κοινωνία όπου θα υπάρχουν ελλείμματα ηθικής στάσης. Δεν μπορεί να υπάρξει μια ιδανική κοινωνία, όπου η ηθική στάση θα είναι όχι μόνο πρόταγμα, αλλά και άμεση προτεραιότητα στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Το ερώτημα είναι σε τι έκταση είναι αυτό το έλλειμμα, πλειοψηφικό ή μειοψηφικό. Πάντοτε θα υπάρχουν πολλοί ή λίγοι “Αγηδες”, κι εγώ ονειρεύομαι μια πολιτεία που θα έχει μόνο λίγους “Αγηδες”». Σήμερα υπάρχουν «Αγηδες»; «Εχουμε, δόξα τω Θεώ, αρκετούς. Γιατί κοίταξε, ηθική στάση δεν είναι μόνο η διαφθορά. Ηθική στάση δεν είναι μόνο παίρνω μίζα, κλέβω ή δεν κλέβω. Ηθική στάση είναι η σχέση μου ως πολίτη με το κράτος. Ηθική στάση είναι η αντίληψή μου για το ατομικό συμφέρον απέναντι στο δημόσιο συμφέρον και πότε το πρώτο υποχωρεί έναντι του δεύτερου. Ηθική στάση είναι να έχω κοινωνική συνείδηση ότι και άλλοι πληρώνουν το μάρμαρο, και ανεξαρτήτως ποιος φταίει, τουλάχιστον τώρα πρέπει κάποιοι να έχουμε συναίσθηση ότι δεν μπορούν οι άλλοι να πληρώνουν και για τις δικές μας διεκδικήσεις. Ηθική στάση είναι οι πελατειακές σχέσεις στο πολιτικό σύστημα, η διαπλοκή κόμματος και κράτους... Ηθική στάση για μένα είναι όταν δεν συμβαίνουν όλα αυτά».

Ο Νίκος Θέμελης αγαπάει όλους τους ήρωές του. Ακόμα και την αφόρητα σκληρή Μαριάνθη. Πώς έφτιαξε έναν τέτοιο γυναικείο χαρακτήρα; «Με “κατηγορούν” πρώτον ότι αγαπάω τις γυναίκες και ότι όλες οι γυναίκες ηρωίδες μου είναι θετικοί χαρακτήρες. Δεν είπα, βέβαια, τώρα να φτιάξω και μια κακιά για να ισορροπήσω... Ηθελα ν’ ασχοληθώ περισσότερο με το θέμα της εξουσίας, με τους εξουσιάζοντες και τους εξουσιαζόμενους, με τους κυβερνώμενους και τους κυβερνήτες. Στον μικρόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας, ποια εξουσία υπήρχε; Η μητριαρχία. Αρχισα να κτίζω τη Μαριάνθη ως ακραία μορφή σκληρής, ανάλγητης μητριαρχίας, η οποία, πάνω από τα προσωπικά συναισθήματα, βάζει την άσκηση της εξουσίας στους υποτακτικούς της, δηλαδή στα μέλη της οικογένειάς της. Αυτό το βιβλίο είναι ως ύφος λίγο διαφορετικό απ’ όλα τα προηγούμενα, που κινούνταν σ’ ένα παρελθόν και άντεχαν τον λυρισμό του συγγραφέα, για να αποδώσω αυτό που ήθελα: μια στεγνή εποχή ενός κομματιού της ελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα μετά την Κατοχή ήταν μια εποχή πάρα πολύ καταπιεστική για τα αξιακά προτάγματα που είχε η πλειονότητα του μέσου Ελληνα».
  • Η παγκοσμιοποίηση προσδιορίζει το τέλος της μεταπολίτευσης
– Γιατί βάζετε ως ορόσημο στο βιβλίο το 1990;
– Από το 1975 και μετά, κάθε τόσο συμβαίνει κάτι και βγαίνουν όλοι οι αναλυτές και λένε «αυτό είναι το τέλος της μεταπολίτευσης». Μετά συμβαίνει κάτι άλλο και όλοι ξαναλένε «αυτό είναι το τέλος της μεταπολίτευσης». Και μετά κάτι άλλο, και κάτι άλλο. Τέλος της μεταπολίτευσης είναι ο ερχομός του Καραμανλή. Τέλος της μεταπολίτευσης είναι όταν έρχεται ο Ανδρέας. Τέλος της μεταπολίτευσης είναι όταν πέφτει ο Ανδρέας. Τέλος της μεταπολίτευσης είναι όταν ο Σημίτης βάζει την Ελλάδα στην ΟΝΕ. Ολα αυτά, όμως, είναι μετεξελίξεις, σκαλοπάτια της ίδιας πολιτικής ζωής. Εμένα πάντα με απασχολούσε πώς θα ήμασταν ακριβέστεροι και με τι κριτήρια θα ’πρεπε να δώσουμε το τέλος της μεταπολίτευσης. Ομως, θυμάμαι, ’89-’90, με το που πέφτει το ΠΑΣΟΚ, υπάρχει στην κοινωνία μια μεγάλη αίσθηση σημαντικής μεταβολής, όχι μόνο με όρους πολιτικών κομμάτων, αλλά και με την εισβολή του νεοφιλελευθερισμού, που υπερασπιζόταν εκείνη την εποχή η Νέα Δημοκρατία, υπό τον Μητσοτάκη. Εγινε τότε και μια πολιτιστική εισβολή του έξω κόσμου στον μέσα, ο οποίος μέσα κόσμος ούτως ή άλλως άθροιζε τον καταναλωτισμό.
– Τι εννοείτε;
– Δεν ξεκίνησε τότε ο καταναλωτισμός, αθροιζόταν. Ομως νομίζω ότι τότε έγινε, σε πολιτισμικό επίπεδο, μια δυναμική εισβολή νέων πολιτισμικών στοιχείων που ανθούσαν με όρους αγοραίους και φιλελεύθερους έξω από τα σύνορά μας. Αν ήθελε κανείς να συμπυκνώσει κάποια γεγονότα και να προσδιορίσει το τέλος της μεταπολίτευσης θα έβαζα πρώτο, που δεν είναι δυστυχώς στιγμιαίο, αλλά σέρνεται και ενδυναμώνεται, την παγκοσμιοποίηση. Αυτή τα αλλάζει όλα. Κάτω από την ομπρέλα της παγκοσμιοποίησης υπάρχουν, από τη μια, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και από την άλλη οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις που αφορούν από δομές παραγωγής μέχρι δομές πολιτισμού. Αυτά τα τρία στοιχεία κρατάω και βάζω το ’89-’90 το τέλος της μεταπολίτευσης, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας. Για μένα, όμως, η μεταπολίτευση κράτησε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και δεν είναι φάση. Ολα όσα ακολούθησαν είναι οι φάσεις μετά τη μεταπολίτευση.
– Και η Αριστερά πώς λειτούργησε μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού;
– Νομίζω ότι γι’ αυτούς που ήταν στην ομπρέλα του σοσιαλισμού, αυτή η εξέλιξη δεν λειτούργησε απελευθερωτικά, αλλά αποπροσανατολιστικά. Διότι έχασαν τον προσανατολισμό τους.
– Είκοσι χρόνια μετά, έχουν βρει νέες απαντήσεις;
– Επί 200 χρόνια νεωτερικότητας, έχουμε δύο μεγάλα ρεύματα σκέψης που προσεγγίζουν τη μετεξέλιξη της κοινωνίας. Το ένα είναι οι αστοί, που ξεκινούν από τον Διαφωτισμό και υποστηρίζουν ότι τα φαινόμενα της κοινωνίας είναι εξελικτικά και μετασχηματιστικά, και το άλλο είναι η μαρξιστική σκέψη, που λέει ότι η μετεξέλιξη γίνεται μέσα από ρήξεις. Αυτά τα δύο ρεύματα αμφισβητούνται, επικοινωνούν, το σίγουρο είναι ότι και τα δύο ισχύουν. Ερχεται ο μεταμοντερνισμός και τα διαλύει όλα. Και κάθονται οι κληρονόμοι της μιας και της άλλης ιδεολογίας και ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους. Η ερώτηση είναι το ήμισυ της απάντησης, γιατί όσο πρέπει οι νεομαρξιστές να βρουν καινούργιες απαντήσεις, έτσι και οι νεοδιαφωτιστές πρέπει να βρουν τις δικές τους απαντήσεις. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο, τη συζήτηση, την αμφισβήτηση, την επανατοποθέτηση. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν.
– Να τα ξαναδούμε από την αρχή δηλαδή;
– Ναι, να τα ξαναδούμε από την αρχή, αλλά όχι με δομές, προβλήματα και ιδεοληψίες του 19ου αιώνα, αλλά του 21ου. Δηλαδή, σε ποια πραγματικότητα ζούμε; Πρέπει με νηφαλιότητα, χωρίς αγκυλώσεις και δυσβάσταχτα κληρονομημένα φορτία, να συμφωνήσουμε στο ποια είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε και μετά να συνεννοηθούμε για συναινετικές απαντήσεις. Αυτή την εποχή βλέπω στην αγγλόφωνη διανόηση, του νεοφιλελεύθερου πολιτισμού δηλαδή, να διατυπώνεται λόγος ρηξικέλευθος. Και καλά, εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν μπορούμε να τον παράξουμε. Ας τον διαβάσουμε. Αν δεν καθίσουμε να συνεννοηθούμε χωρίς παρωπίδες, θα τρώμε τα σκαμπίλια το ένα πίσω από το άλλο.
– Το ξανακοίταγμα της ιστορίας μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτήν τη συνεννόηση; Οι εθνικές επέτειοι μπορούν να γίνουν αφορμή;
– Οι εθνικές επέτειοι είναι χρονικό σημείο, κομβικό, έξαρσης της φιλοπατρίας. Συμφωνώ. Μπορούμε τώρα και να συμφωνήσουμε, το 2010, τι σημαίνει με όρους παγκοσμιοποίησης, με όρους ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας, φιλοπατρία; Ή προσπαθούμε να γεμίσουμε την έννοια της φιλοπατρίας με το ίδιο περιεχόμενο που είχε το 1821 ή το 1922; Εάν πρόκειται να τη γεμίσουμε με υλικά άλλων εποχών, δεν μ’ ενδιαφέρει. Αν είναι να αναζητήσουμε ποια είναι τα ύψιστα ζητούμενα αυτής της κοινωνίας, με σύγχρονα υλικά, είμαι μέσα.

Oι σταθμοί του
  • 1947
    Γεννιέται στην Αθήνα, στον δήμο της Νέας Φιλαδέλφειας.
  • 1970
    Αποφοιτά από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μια πόλη που του είναι ιδιαίτερα προσφιλής και αποτελεί «σκηνικό» σε πολλά από τα βιβλία του. Αμέσως μετά υπηρετεί το στρατιωτικό του, 27 μήνες, μέσα στη δικτατορία.
  • 1972
    Κάνει το διδακτορικό του στη Γερμανία, έως το 1975, με ειδικότητα σε θέματα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
  • 1979
    Ξεκινάει την καριέρα του στη Νομική Υπηρεσία υπουργών της ΕΟΚ (τότε), στις Βρυξέλλες.
  • 1981
    Δέχεται στο γραφείο του στις Βρυξέλλες ένα τηλεφώνημα: «Ο υπουργός Γεωργίας θέλει να σας μιλήσει». O Kώστας Σημίτης, τότε υπουργός Γεωργίας και μετέπειτα πρωθυπουργός, αναζητούσε έναν σύμβουλο για τα ευρωπαϊκά θέματα και κάποιοι του πρότειναν τον Nίκο Θέμελη. Ετσι ξεκίνησε η γνωριμία και η συνεργασία τους.
  • 1997
    Αρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έξι: «Η αναζήτηση», «Η ανατροπή», «Η αναλαμπή», «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας», «Μια ζωή, δυο ζωές», «Οι αλήθειες των άλλων», από τις εκδόσεις Κέδρος. Τώρα κυκλοφορεί το έβδομο μυθιστόρημά του, «Η συμφωνία των ονείρων».
Η συνάντηση
Η οικοδέσποινα, η γλυκύτατη κυρία Μαριάννα, πριν ξεκινήσει η κουβέντα με τον Nίκο Θέμελη και πριν εκείνη αποσυρθεί διακριτικά σε άλλα δωμάτια του σπιτιού, έφερε, πάνω σ’ έναν δίσκο–κόσμημα, τσάι –σε φίνο πορσελάνινο φλιτζάνι–, κουλουράκια και μικρά κανταϊφάκια από τον «Κωνσταντινίδη». Ο Νίκος Θέμελης προτίμησε τον απογευματινό του καφέ κι άφησε σε μένα το τσάι και τα συνοδευτικά του.

Tuesday, September 14, 2010

Η επιστροφή του Νίκου Θέμελη

Photo: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης
 Με ένα νέο μυθιστόρημα με τίτλο «Η συμφωνία των ονείρων» επανέρχεται ο Νίκος Θέμελης. Εντάσσεται και αυτό στη γραμμή του ιστορικού μυθιστορήματος που ξεκίνησε με την τριλογία «Αναζήτηση» (Κέδρος, 1998), «Ανατροπή» (Κέδρος, 2000) και «Αναλαμπή» (Κέδρος, 2003), η οποία έκανε τον συγγραφέα δημοφιλή σε εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες, και συνεχίστηκε με τα «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας» (Κέδρος, 2005) και «Οι αλήθειες των άλλων» (Κέδρος, 2008)- εμβολίμως εκδόθηκε το «Μια ζωή, δυο ζωές» (Κέδρος, 2007).

Τον μυθιστορηματικό ιστό απαρτίζουν τέσσερις σπονδυλωτές ιστορίες από τη διαδρομή μιας οικογένειας που καθεμιά έχει ως κινητήριο δύναμή της ένα όνειρο. «Ενα είδος ονείρου» διευκρίνισε χθες στο «Βήμα» ο συγγραφέας. «Τα όνειρα του ύπνου, τα όνειρα του ξύπνου, το όνειρο που γίνεται αγοραίο εμπόρευμα, το όνειρο μέσα από μια φροϊδική προσέγγιση» . Η πρώτη ιστορία αναπτύσσεται στα χρόνια του Εμφυλίου στην Ηπειρο, όπως και οι επόμενες δύο, οι οποίες διατρέχουν τη μετεμφυλιακή περίοδο ως το 1965. Η τέταρτη καταλήγει σε ένα νησί του Αιγαίου το καλοκαίρι του 1990.

Οπως και στα προηγούμενα μυθιστορήματα του Θέμελη, οι ήρωες αναζητούν την ατομική τους ταυτότητα ενώ στο φόντο εκτυλίσσεται η ιστορία του τόπου. Εδώ παρακολουθούμε την πορεία ενός διπόλου χαρακτήρων κάθε φορά εν μέσω κοινωνικών και ιστορικών συγκυριών και εσωτερικών διεργασιών, οι οποίες λειτουργούν άλλοτε λυτρωτικά και άλλοτε καταστροφικά. «Το χρονικό όριο του 1990 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής και την είσοδο σε μια άλλη, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, των νέων δεδομένων» λέει ο ίδιος: μια εποχή χωρίς ταυτότητες. Στο τέλος όμως μένει, για κάποιους, το «υπόλοιπο μιας ελπίδας».

«Η συμφωνία των ονείρων» αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 25 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Friday, March 13, 2009

Με τον Νίκο Θέμελη το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού στη Λειψία


Με Θέμελη στη Λειψία

  • Με το συγγραφέα Νίκο Θέμελη συμμετέχει φέτος το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού στην Εκθεση Βιβλίου της Λειψίας, στις 12 και 13 Μαρτίου, στο πρόγραμμα λογοτεχνικών παρουσιάσεων «Μικρές Γλώσσες, Μεγάλες Λογοτεχνίες». Ο Νίκος Θέμελης θα συμμετάσχει σε δύο συζητήσεις, στη μία εκ των οποίων (12/3) θα συνομιλήσει με το Σέρβο Dragan Velikic, ενώ στις 13/3 θα συμμετάσχει στη συζήτηση «Η εφεύρεση των Βαλκανίων. Πολιτική ιστορία και μυθοπλασία». Στην Εκθεση Βιβλίου της Λειψίας συμμετέχουν συγγραφείς από 17 χώρες.

Wednesday, March 11, 2009

Ο Νίκος Θέμελης στο φόρουμ «Μικρές γλώσσες - Μεγάλες λογοτεχνίες», στη Λειψία


Eurokinissi
Ο Νίκος Θέμελης
  • Δεκαεπτά ευρωπαϊκές χώρες θα συμμετάσχουν στο φόρουμ «Μικρές γλώσσες - Μεγάλες λογοτεχνίες» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας, από τις 12 έως τις 15 Μαρτίου. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα λογοτεχνικών παρουσιάσεων, που εμπνεύστηκε το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (ΕΙΠ) και εγκαινιάστηκε το 2003, με στόχο την παρουσίαση συγγραφέων που είναι ήδη γνωστοί στην χώρα τους, αλλά δεν έχουν ακόμη καταφέρει να γνωρίσουν την διεθνή αναγνώριση που θα έπρεπε, κυρίως λόγω της περιορισμένης διάδοσης της γλώσσας στην οποία γράφουν.
  • Οι 20 συγγραφείς που λαμβάνουν μέρος στο πρόγραμμα λογοτεχνικών αναγνώσεων παρουσιάζονται ανά ζεύγη, με κριτήριο ομοιότητες στη γραφή ή στη θεματολογία τους. Για τη διοργάνωση της Λειψίας το ΕΙΠ επέλεξε η Ελλάδα να εκπροσωπηθεί από τον συγγραφέα Νίκο Θέμελη, η λογοτεχνική παρουσίαση του οποίου θα γίνει στις 12 Μαρτίου, μαζί με τον Ντράγκαν Βέλικιτς από τη Σερβία. Την επομένη, 13 Μαρτίου, ο κ. Θέμελης μαζί με άλλους Βαλκάνιους συγγραφείς θα λάβει μέρος στην ανοιχτή συζήτηση με θέμα: «Η εφεύρεση των Βαλκανίων: Πολιτική, ιστορία και μυθοπλασία».

Monday, November 10, 2008

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: Ο Εμφύλιος είναι το δικό μας Ολοκαύτωμα

Ο Νίκος Θέμελης μιλά για την άρνηση όλων μας ν’ ακούσουμε την άλλη άποψη, να δεχθούμε τις «Αλήθειες των άλλων»

Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, 09/11/2008

Με τον σκύλο του, τον Λάμπρο, δίπλα του, μας υποδέχτηκε ο Νίκος Θέμελης στο σπίτι του, όπου η ατμόσφαιρα, το κλίμα ακόμα και τα δεκάδες αντικείμενα που περιέχει θυμίζουν έντονα τα βιβλία του. Αφορμή γι’ αυτή τη συνομιλία ήταν το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Θέμελη, «Οι αλήθειες των άλλων» (εκδ. Κέδρος). Ενα βιβλίο βαθιά πολιτικό, που εκτυλίσσεται στην καρδιά του 20ού αιώνα, με φόντο τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα του: τη Μικρασιαστική Καταστροφή και τον Εμφύλιο. Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που φεύγουν από το Αϊβαλί ακολουθώντας τον δρόμο των προσφύγων, και με λογοτεχνικό εύρημα ένα παλιό χειρόγραφο που ανατρέπει τα όσα ξέραμε για τις τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τις ώρες της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ο Νίκος Θέμελης βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τους ιστορικούς μύθους που μεταφέρονται και διαμορφώνουν ιδεολογικά στερεότυπα, για την άρνηση όλων μας ν‘ ακούσουμε την άλλη άποψη, τις «αλήθειες των άλλων», για τις συγκρούσεις, συχνά με δραματικά αποτελέσματα, που προκαλεί η οχύρωση του καθενός στην άποψή του. Πρόκειται για ένα βιβλίο που λειτουργεί σε δύο επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο της αφήγησης και του ξετυλίγματος της ιστορίας των ηρώων, και στο δεύτερο επίπεδο, το ιδεολογικό και το πολιτικό. Αυτό που κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί τις δικές του αλήθειες και το πώς αντιμετωπίζει, κάθε φορά, τις αλήθειες των άλλων. Κάπως έτσι εκτυλίχτηκε και η συζήτησή μας. Από το βιβλίο και τα βήματα των ηρώων στο ιδεολογικό υπόβαθρο της σύγχρονης Ελλάδας, στις δεσμεύσεις και τις αγκυλώσεις, αλλά και στα οράματα του ίδιου του συγγραφέα.

— Υπάρχει στο βιβλίο μια αίσθηση μελαγχολίας που διαχέεται, θα την έλεγα μελαγχολία της ματαίωσης.

— Δύο είναι οι ήρωες, πατέρας και γιος. Και οι δύο επιδιώκουν στόχους που είτε τους διαμορφώνουν μόνοι τους είτε τους κληρονομούν. Ο πατέρας από την οικογένειά του, ο γιος από τον πατέρα του. Στην περιπέτεια της ζωής τους, που διατρέχει από δεκαετία σε δεκαετία τον κεντρικό πυρήνα του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι από αυτούς τους στόχους δεν δικαιώνονται. Χωρίς όμως οι στόχοι αυτοί να οδηγούν σε μια τραγωδία. Και οι ήρωες μες στην προσπάθειά τους καταφέρνουν να ισορροπήσουν κάπου αλλού, να βρουν μιαν άλλη διέξοδο, μιαν άλλη απάντηση, διαφορετική από αυτήν που ήθελαν, ωστόσο τη βρίσκουν και στέκονται στα πόδια τους. Επαιξαν και έχασαν πολλά, αλλά στο τέλος κατάφεραν κάτι. Αυτή η διάψευση, που δεν γίνεται τραγωδία, αφήνει τη γεύση της μελαγχολίας. Είναι διάψευση, δεν είναι ματαίωση. Και είναι διαψεύσεις σε πολλά επίπεδα, ιδεολογικές και προσωπικές.

Τα δίπολα

— Επιχειρείτε να δείτε πώς λειτουργούν οι άνθρωποι σε δύσκολες εθνικές καταστάσεις, αλυτρωτικές. Πώς το κουβαλάμε αυτό, με ποιον τρόπο και τι κληρονομιές έχει αφήσει;

— Να πω κάτι, ίσως προκαταρκτικό αυτού. Καθένας απ’ όλους τους Ελληνες κουβαλάει μέσα του μία αλήθεια. Ο παππούς κουβαλάει την αλήθεια ότι «αυτός είναι ο τόπος μου, δεν με νοιάζει έτσι ή αλλιώς». Ο μικρός του αδελφός κουβαλάει την αλήθεια της λυτρωμένης Ελλάδας. Ολοι οι Ελληνες κουβαλάνε την αλήθεια του χριστιανισμού, απέναντι στους Τούρκους που κουβαλάνε την αλήθεια του Μωάμεθ και του Αλλάχ. Κι ακόμη ο ήρωας κουβαλάει, έστω κι αν δεν την έχει ξεκαθαρίσει, την αλήθεια της ερωτικής ή σεξουαλικής ορθότητας απέναντι στον Ισμαήλ, ο οποίος κουβαλάει τη σεξουαλική διαφορετικότητα. Ολες αυτές οι αλήθειες έρχονται κάποια στιγμή σε επαφή με το δίπολό τους. Είναι δίπολα όλα αυτά: το εθνικό, το θρησκευτικό, το πολιτισμικό, το ερωτικό δίπολο. Κι αυτό που προσπαθώ να ανιχνεύσω, να ψηλαφήσω και να αναδείξω είναι τι συμβαίνει και ποιες είναι οι ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, όταν αυτά τα δίπολα έρχονται σε σύγκρουση. Και έχουμε στο βιβλίο, όλες τις πιθανές εκδοχές: την ακραία συμφιλιωτική, τις ενδιάμεσες καταστάσεις της κατανόησης, της ανοχής και πιο κάτω της επιφύλαξης. Και στο τέλος, τη βία. Η φονταμενταλιστική επιδίωξη ολοκληρωτικής επιβολής της μίας άποψης πάνω στην άλλη, μόνο δεινά κουβαλάει για όλους. Γιατί κάποια στιγμή θα αντιστραφούν οι όροι και το θύμα θα γίνει θύτης. Και στην ελληνική Ιστορία, όχι μόνο του 20ού αιώνα, έχουμε κατά κόρον τέτοιες συμπεριφορές, και το λυπηρόν είναι ότι αυτά που παίζονται από το ’23 μέχρι το ’58 στο βιβλίο, εξακολουθούν και σήμερα να τα βλέπουμε, σαν ολοζώντανες κοινωνικές συμπεριφορές, το 2008. Και επέλεξα ακριβώς τέτοια ζητήματα, που ναι μεν έχουν το ντύσιμο και τα ρούχα μιας άλλης εποχής, αλλά υπολείμματα ή ολόκληρα φαντάσματα, τα έχουμε μέχρι και τις μέρες μας. Η εποχή μας, παρότι έχει λεκτικά αποδεχτεί αξίες, κρύβει ογκόλιθους που αποδεικνύουν ότι στον πυρήνα τους οι συμπεριφορές δεν έχουν αλλάξει. Κι όλο αυτό το θεωρώ τρομακτικό βαρίδι για την προκοπή της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτή είναι η μελαγχολία που βγαίνει κάτω από το μυθιστόρημα.

Η ανατροπή

— Ιδιαίτερο ρόλο στο βιβλίο παίζει εκείνο το χειρόγραφο, που ανατρέπει την πεποίθηση για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ανατρέπει τον μύθο. Είμαστε έτοιμοι να αγγίξουμε τους μύθους μας;

— Δεν αγγίζουμε πάρα πολλά κομμάτια της Ιστορίας μας και των μύθων μας. Αυτό ισχυρίζεται ο ήρωάς μου: να δούμε και την άλλη εκδοχή, να τη βάλουμε στο τραπέζι και να την εξετάσουμε. Υπάρχουν πολλά που αποσιωπούνται, προκειμένου να φτιαχτεί ο εθνικός μύθος. Εγιναν πολλά πράγματα και στην υποχώρηση της Μικρασιατικής Καταστροφής, υπήρξαν βιαιότητες που καταγγέλλονται στο βιβλίο. Εμείς οι Ελληνες είμαστε παντού και πάντα είτε οι τέλειοι ήρωες και οι ανδρείοι ή τα κακόμοιρα θύματα. Αυτά τα δύο μοντέλα υπάρχουν. Κι αυτή είναι η συνταγή της κατασκευής ενός μύθου από τότε που η επίσημη ιστοριογραφία, από τα μέσα του 19ου αιώνα, συνέβαλε στην ιδεολογική συγκρότηση του έθνους-κράτους, διαμορφώνοντας, με εντελώς επιλεγμένα υλικά, την εθνική συνείδηση και την εθνική αυτοπεποίθηση. Μια συνείδηση που παραιτήθηκε από οτιδήποτε σύγχρονο θα μπορούσε να βοηθήσει το νέο κράτος, προκειμένου να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες σκοπιμότητες εκείνων που άρχουν. Των εκάστοτε. Μπορώ να καταλάβω ότι τον 19ο αιώνα χρειαζόταν μια μαγιά για να φτιαχτεί το εθνικό κράτος. Ε, δεν μπορούν αυτά να φτάνουν μέχρι το 2008. Γιατί όσο υπάρχουν αυτά, υπεκφεύγουμε από την ευθύνη μας σήμερα να συγκροτήσουμε την εθνική αυτοπεποίθησή μας, με σύγχρονους όρους.

Παντού μύθοι

— Μύθοι υπάρχουν απ’ όλες τις πλευρές, και για πρόσφατα γεγονότα, όπως ο Εμφύλιος. Και είναι μύθοι που έχουν καλλιεργηθεί και από τις δύο πλευρές. Οι ιστορικοί του Εμφυλίου, κάθε άποψης, δείχνουν συχνά να δυσκολεύονται να κάνουν διάλογο, να επικοινωνήσουν. Πώς το σχολιάζετε αυτό;

— Μία από τις μορφές της συνάντησης των ετερόκλητων αληθειών και πώς τις χειριζόμαστε, στο μυθιστόρημα, είναι το κεφάλαιο για τον Εμφύλιο. Το χειρίζομαι με μια συγκεκριμένη οπτική, που υπηρετεί τη μυθιστορία, που είναι: έχουμε δύο αλήθειες και δύο δυνατότητες. Η μία ήταν να επικρατήσουν οι μετριοπαθείς φωνές. Σας μιλάω για την άνοιξη του 1947, οι Αγγλοι δίνουν τη σκυτάλη στους Αμερικανούς, ακόμα οι Αμερικανοί είναι οι καλοί. Από τα τεκμήρια τα ιστορικά προκύπτει ότι και τα δύο στρατόπεδα έχουν νηφάλιες φωνές για την κατάσταση στην Ελλάδα τότε, που με όρους πολιτικούς η δημοσιογραφία την ονοματίζει «ανωμαλία», δηλαδή να φύγουν οι Αγγλοι και να μην παρεμποδίζουν την ελεύθερη βούληση των Ελλήνων. Υπάρχει το ένα σενάριο, που αντιπαλεύουν οι μετριόφρονες αστοί με τους μετριόφρονες αριστερούς, με βούληση συναίνεσης και όχι ξεσπάσματος δεύτερου γύρου. Και υπάρχει και το άλλο σενάριο, οι ακραίοι κι από τις δύο πλευρές, οι οποίοι και τελικά επικρατούν. Και πάμε στο δεύτερο γύρο, όπου είναι αυτονόητο ότι οι μισοί θα σφάξουν τους άλλους μισούς. Αυτό λέει ο ήρωάς μου. Και οδηγούμαστε, ανεξαρτήτως ποσοστών ευθύνης, εκεί που οδηγηθήκαμε. Κι ενώ όλα τα τραύματα στο μυθιστόρημα κάπου επουλώνονται, ισορροπούν αλλού κι αλλιώς, ένα από τα τραύματα, στο τέλος του βιβλίου μένει ανοιχτό. Το τραύμα του Εμφυλίου. Υπάρχει μια σκηνή στο τέλος, όπου ο ήρωας στη γιορτή του ανακαλεί και θυμάται όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Ενας μόνο λείπει, ο αριστερός κολλητός του φίλος, ο Αυγέρης. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη λέξη «κρίμα». Κι αυτή η λέξη είναι η συναισθηματική υπονόμευση αυτού που λέτε μελαγχολία. Υπάρχει αυτή η μελαγχολία και συμπυκνώνεται στη λέξη «κρίμα». Και δεν είναι η ιστορία μιας οικογένειας, αλλά η ιστορία μιας ολόκληρης Ελλάδας, που κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα κουβαλάμε μέσα μας πληγές εκείνης της Ιστορίας, που μπορεί να μην είναι προσωπικά τραύματα, αλλά τα κουβαλάμε ως κληρονομημένη παιδεία. Αν κοιτάξετε την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία, όσο την παρακολουθώ, έρχεται και επανέρχεται ως πολιτικό άγος το Ολοκαύτωμα. Πιστεύω ότι ο δικός μας αιώνας, το δικό μας κοινωνικό άγος, είναι η εμφυλιοσπαρακτική κουλτούρα, που ειλικρινά δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Χωρίς να έχω προσωπικά τραύματα, είδα πώς πληγώθηκε μια κοινωνία, και πόσο πίσω πήγε.

Κάνω διορθώσεις

— Είναι το πιο πολιτικό σας βιβλίο;

— Ναι. Πολιτικό με μια ευρύτερη έννοια. Οτι ενώ παίζεται στο παρελθόν, αγγίζει πάρα πολλά διακυβεύματα του σήμερα, που εξακολουθούν να είναι άλυτα, ή να είναι λυμένα κατά τρόπο που να μας οδηγούν σε αδιέξοδα και σε ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις. Είχα πάντοτε μέσα μου την κουλτούρα της αμφιβολίας, όχι γιατί δεν είχα άποψη. Αλλά ποτέ δεν είπα αυτή είναι η σοφία του Σολομώντα και αυτοί είναι το άλφα και το ωμέγα κι όλοι οι άλλοι σαπούνι. Παρά την ολοκληρωμένη θεώρηση κάποιων πραγμάτων με τα οποία ασχολιόμουν, πάντοτε με έτρωγε κι αυτή η αμφιβολία: είμαι σωστά; Μήπως κάνω λάθος; Κι αυτό το ερώτημα με καλούσε να προσπαθήσω να κατανοήσω την άποψη του άλλου, και ενδεχομένως να κάνω διορθώσεις ή επαναβεβαιώσεις όσων πίστευα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πάντοτε να στέκομαι με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο στις απόψεις των άλλων. Δεν σημαίνει ότι τα αποδέχομαι όλα...

Υπάρχουν όρια

— Αλλά τα ακούτε όλα...

— Τουλάχιστον αυτό. Κι εκεί που σταματάω ν’ ακούω, διότι καθένας έχει το περίγραμμά του, δηλαδή δεν είμαι σε μια μεταμοντέρνα αντίληψη που τα πάντα είναι σχετικά και άμα τα δεις από μια οπτική γωνία μπορείς να καταλάβεις και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Για όλα υπάρχει ένα όριο. Ολος αυτός ο προβληματισμός, η αμφιβολία και η προσπάθεια κατανόησης του άλλου είχε τα όρια που επιβάλλει ένα σύστημα αξιών όπως τα έχουμε πάρει, από μία δημοκρατία στην οποία μπορούμε να συμφωνήσουμε ποιες είναι οι αξίες της και οι αρχές της. Δηλαδή αν μου τινάξεις αυτό το αξιακό περιεχόμενο της δημοκρατίας, εκεί σταματάει και ο διάλογος και η κατανόηση και η προσπάθεια προσέγγισης και αγκαλιάσματος του διαφορετικού του άλλου.

Η αφήγηση της ιστορίας μέσα από μια γιαγιά

«Η γιαγιά Ερατώ στο βιβλίο λέει διάφορες ιστορίες για το Αϊβαλί του 18ου αιώνα. Θέλω μέσα από το παραμύθι να αναιρέσω τη μία και μόνη εκδοχή της ιστορικής αλήθειας. Η γιαγιά τι κάνει; Ιστορία αφηγείται, αλλά κάτι βάζει από δω, κάτι φωτίζει από κει, κάτι παραλλάσσει και ξεφεύγει από αυτά που μέχρι τότε ήξεραν ως ιστορία. Και λέει ιστορίες που μπορεί να γεννήσουν σκέψεις για το αύριο. Και σ’ αυτή τη φράση προσπαθώ να συμπυκνώσω όλη αυτή τη θεωρία για τη σφαγή που έχει γίνει στους ιστορικούς επιστήμονες μεταξύ μιας ακαδημαϊκής σχολής που λέει “μόνο γεγονότα”, και από την άλλη πλευρά αυτό που πρώτος όρισε ως διακύβευμα ο Καντ, που πρώτος είπε “τι κάνουμε τώρα;”. Δηλαδή η χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της ιστορίας για το παρόν και για το μέλλον, κι όχι αν έσφαξε ο Παλαιολόγος τον Βαγιατζήτ ή ο Βαγιατζήτ τον Παλαιολόγο. Γι’ αυτό βάζω τη γιαγιά να λέει πράγματα, που να σκεφτεί ο ακροατής της για το σήμερα και το αύριο».

— Μπορούμε δηλαδή να πούμε μεγάλες αλήθειες με πιο εύπεπτο τρόπο, ώστε να τις προσεγγίσουμε ευκολότερα;

— Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε διδάγματα από την ιστορία, που μπορούμε να τα δούμε μ’ έναν άλλον τρόπο και να βγάλουμε συμπεράσματα. Ειδάλλως, τι να τα κάνω 3.000 χρόνια πολιτισμού; Για να είμαι γονυπετής και να τα προσκυνάω, αν δεν μπορώ ν’ αντλήσω κάτι; Όλο αυτό το διακύβευμα, του πώς κοιτάμε την ιστορία, προσπάθησα να το συμπυκνώσω, να το λειάνω και να το εκλαϊκεύσω και να το βάλω στο στόμα της γιαγιούλας.

Η κουλτούρα της μη ανοχής

«Έχει ενδιαφέρον ν’ αναζητήσουμε τις αιτίες για το στοιχείο της κουλτούρας μας που ρέπει προς τη μετωπική σύγκρουση. Και πιο πριν, αλλά κυρίως από το 1914 και μετά που αρχίζει η σύγκρουση βασιλιά - Βενιζέλου, υπάρχει η κουλτούρα μιας μετωπικής σύγκρουσης, μιας οριστικής επιβολής των μεν πάνω στους άλλους. Κάποιοι μπορεί να το αποδώσουν στο ταμπεραμέντο, κάποιοι στα τραύματα. Νομίζω ότι πρέπει να αναζητηθεί στην παιδεία μας η ροπή αυτή, το έλλειμμα μιας κουλτούρας συνεννόησης και κατανόησης του άλλου. Το οποίο στις άλλες κοινωνίες με το Διαφωτισμό υφαίνεται ως βασικό στοιχείο της κοινωνικής συμπεριφοράς του πολίτη. Εδώ δεν έχει ριζώσει, ώστε να ισορροπήσει την ελληνική κοινωνία».

Sunday, October 19, 2008

ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Ο ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ;

Σταυρούλα Παπασπύρου [Νίκος Θέμελης: "Αρκετά βολευτήκαμε με τους αρχαίους", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 19/10/2008], Νίκος Μπακουνάκης, [Νίκος Θέμελης: "Η αλ΄ξηθεια των άλλων είναι ανοησία", Το Βήμα της Κυριακής, 19/10/2008], Ευριπίδης Γαραντούδης ["Πολιτικώς ορθές αλήθειες και εκσυγχρονισμός", Τα Νέα, 18/10/2008].
Αυτοί οι τρεις μας έδωσαν την εντύπωση ότι ανέλαβαν τις δημόσιες σχέσεις του "Κέδρου" του συγγραφέα Νίκου Θέμελη, το βιβλίο του οποίου δεν κυκλοφόρησε ακόμη αλλά θα εκτεθεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από τη Δευτέρα. Τυχαία σημειώνω τα συγκεκριμένα ονόματα, αφού άλλη φορά θα ήσαν κάποια άλλα από το χώρο των μέσων ενημέρωσης. Πρέπει να μας προλάβουν, μη τυχόν και γραφτεί κάτι αρνητικό, μη τολμήσει κάποιος και ξεστρατίσει από το δρόμο που έχει χαραχθεί για το εν γένει έργο του Θέμελη. Έτσι, σύμφωνα με όσα έγραψαν στα κείμενά τους [αναδημοσιεύονται στον "Δυτικό Άνεμο" - αναζητείστε τα], πρέπει να ξυπνήσουμε πρωί-πρωί τη Δευτέρα και να στηθούμε έξω από τα κεντρικά τουλάχιστον βιβλιοπωλεία, να πιάσουμε σειρά για να προμηθευτούμε εγκαίρως το καινούργιο βιβλίο του Θέμελη με τίτλο "Οι αλήθειες των άλλων".
Εξισώνεται η περίπτωση του κατά τα άλλα συμπαθούς συγγραφέα με εκείνην της Τζόαν Ρόουλινγκ [JK Rowling], δημιουργού του "Χάρι Πότερ". Ξέρουμε όλοι πλέον πως πριν καν γραφτεί το επόμενο βιβλίο της βρετανίδας, έχουν κυκλοφορήσει στις "λογοτεχνικές" σελίδες άπειρα κείμενα και διάφορα σημειώματα γι' αυτό που θα γραφτεί και εκδοθεί κάποια στιγμή. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιχείρηση προώθησης ενός συγγραφέα αλλά και μια προσπάθεια να μαντρωθεί το αναγνωστικό κοινό για να μην τολμήσει να εκφράσει τις απόψεις του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στραφεί αλλού!
Είναι φανερό ότι οι ιθύνοντες της λογοτεχνικής ζωής της μικρής μας πόλης των ιδεών επιδιώκουν να δημιουργήσουν αναγνώστες... πρόβατα! Σα να θέλουν ντε και καλά τη μαζοποίηση, την πολτοποίηση. Όλοι να διαβάζουμε τα βιβλία που θέλουν αυτοί, να στοχαστούμε πάνω στη δική τους κρίση, τη δική τους επιθυμία. Δηλαδή , τα βιβλία του Θέμελη [ή και του Μάνου Ελευθερίου, που είναι συναφής περίπτωση κι έχω γράψει παλιότερα] προϋποθέτουν και την ύπαρξη των κατάλληλων ντελάληδων; Δεν επιτρέπεται στο κοινό να αφεθεί μονάχο του να προσεγγίσει τη λογοτεχνική αλήθεια των συγγραφέων αυτών; Έχουμε να κάνουμε με αισθητική και εν πολλοίς θρησκευτική υποβολή. Δεν μπορώ να ξέρω αν το βιβλίο του Θέμελη ή του Ελευθερίου φαίνονται σχετικά με τους προσωπικούς στόχους μου ή τους στόχους του οποιουδήποτε αναγνώστη που σύρεται από τη μύτη να τα διαβάσει.
Η μέθοδος των "κριτικών" που προτρέχουν να παρουσιάσουν πριν καν ένα βιβλίο βγει στις προθήκες, έχει τις ιδεοληψίες της, τους έτοιμους τύπους της, που δίνουν την εντύπωση, ότι για να καταμετρήσουν, εφαρμόζουν τη μέθοδο του Προκρούστη. Όταν ο Μπρεχτ [του οποίου τα έργα λατρεύω] ζητεί με τη λεγόμενη "αποστασιοποίηση" [Είναι η απόδοση στα ελληνικά του γνωστού όρου verfremdung του Μπρεχτ, με βάση τον καθιερωμένο στη Γαλλία όρο distanciation. Στα ελληνικά έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης οι λέξεις αποξένωση (από τους Δ. Μυράτ, Γ. Βελουδή, Α. Βερυκοκάκη), παραξένισμα (από τον Πέτρο Μάρκαρη), παραξένωση (από τον Γ.Π. Σαββίδη). Το περιεχόμενο της έννοιας verfremdung είναι ταυτόχρονα αισθητικό και πολιτικό...] ν' αφήσει το θεατή του ανεπηρέαστο, με κρύο μυαλό, να κρίνει, κάνει μια χειρονομία φαινομενικά έντιμη και ουσιαστικά ακρωτηριαστική. Σχεδόν το ίδιο, από άλλη σκοπιά ορμώμενοι οι ντελάληδες του βιβλίου του Θέμελη φυλακίζουν το έργο του στη δική τους σκοπιμότητα και γυμνώνουν την ψυχή του αναγνωστικού κοινού από τις μυστικές της δυνατότητες.
Ο τίτλος που έβαλα σε τούτο το κείμενο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δηλαδή, δεν με απασχολεί αν ο Θέμελης είναι μεγάλος ή μικρός συγγραφέας. Απλώς ήθελα να σταθώ σ' ένα φαινόμενο του πνευματικού μας βίου. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: «Αρκετά βολευτήκαμε με τους αρχαίους»



Ο Νίκος Θέμελης, μικρός, δεν ήταν από τα παιδιά που είχαν σπίτι τους πολλά βιβλία. «Πρόσφυγες ήταν οι δικοί μου», λέει, «με τι να τ' αγόραζαν; Οι στερήσεις που γνώρισαν ήταν τρομακτικές...». Γαλουχήθηκε, βέβαια, κι αυτός με Ιούλιο Βερν και Πηνελόπη Δέλτα, κι ώσπου να ενηλικιωθεί, τα έργα της γενιάς του '30 και του Καζαντζάκη είχαν γίνει κτήμα του. Κανένα ωστόσο δεν τον σημάδεψε τόσο, όσο το κλασικό έργο του Γκότχολντ Λέσινγκ, του αρχιερέα του γερμανικού διαφωτισμού, «Νάθαν, ο σοφός»: μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην πολυπολιτισμική Ιερουσαλήμ την εποχή των σταυροφοριών, τότε που η «αλήθεια» των χριστιανών ερχόταν σε σύγκρουση με τις «αλήθειες» των εβραίων και των μουσουλμάνων, μια ιστορία που υμνεί τις αξίες της κατανόησης και της ανοχής κι έμελλε να συντροφεύει τον Θέμελη μέχρι σήμερα.


«Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά», λέει ο συγγραφέας.
Οι «Αλήθειες των άλλων», το έκτο στη σειρά μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί αύριο από τον «Κέδρο», είναι κι αυτό διαποτισμένο από το μάθημα του Λέσινγκ, αλλά η μελαγχολία που σε κυριεύει διαβάζοντάς το είναι ανάλογη μ' εκείνη της «Αναλαμπής». Οπως στο τελευταίο μέρος της πολυδιαβασμένης τριλογίας του, έτσι και στο νέο του βιβλίο, τον τόνο δεν δίνουν ήρωες-πρότυπα για το ψυχικό τους σθένος, αλλά άνθρωποι «αθώοι, μετριοπαθείς, ρομαντικοί, αποκαμωμένοι από την προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τις αρχές και τα φρονήματά τους σε μια κοινωνία όπου τις εντυπώσεις κερδίζουν οι ακραίοι». Να 'ναι, άραγε, τυχαίο ότι και στα δυο αυτά έργα γίνεται λόγος για τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής;

Οταν, πάντως, ο Θέμελης αναφέρεται σε «τουρκόσπορους», ξέρει πολύ καλά για τι μιλάει: «Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά. Επρεπε να έρθει ο Εμφύλιος για να περάσουμε από το δίπολο ντόπιοι και ξένοι που διαδέχτηκε το βασιλικοί-βενιζελικοί, στη νέα διαχωριστική γραμμή δεξιοί-αριστεροί...».

Αδελφικές αγριότητες

Στον πατέρα του - «απόφοιτο της εμπορικής σχολής της Σμύρνης που το '22 είδε ν' ακυρώνονται οι επαγγελματικές του φιλοδοξίες και κατέληξε λογιστής στην βαμβακουργία της Νέας Φιλαδέλφειας που περιγράφω στην "Αναλαμπή"»- ο Θέμελης δεν χρωστά μόνο μια γερά σφυρηλατημένη συναισθηματική σχέση αλλά κι ένα σωρό ιστορίες από τα περασμένα που μπόλιασαν αργότερα το λογοτεχνικό του έργο. Τι κι αν στις «Αλήθειες των άλλων» οι ήρωες είναι φανταστικοί και οι περιπέτειές τους επινοημένες;

Οι απώλειες, οι απογοητεύσεις και τα διλήμματά τους είναι εν πολλοίς εμπνευσμένα από ένα βιωμένο πάρε-δώσε ανάμεσα σε Ελληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους, γηγενείς και «ξένους». Σε πείσμα δε των κλισέ, οι μεγαλύτερες αγριότητες δεν συμβαίνουν ανάμεσα στ' αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά ανάμεσα σε «αδέλφια».

Το ζήτημα της ταυτότητας -βασικό μοτίβο στο έργο του Θέμελη- παρουσιάζεται εδώ μέσα από πολιτισμικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ακόμα και σεξουαλικές παραμέτρους, ενώ στο κουκούτσι του βιβλίου δεσπόζει ο προβληματισμός του για την αναπαραγωγή των εθνικών μας μύθων, με κορυφαίο εκείνον περί της αέναης συνέχειας του ελληνισμού:

«Βολευτήκαμε με το ιδεολόγημα πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων κι ότι όλοι μας οφείλουν... Κι αντί ν' αντλούμε αυτοπεποίθηση από πιο σύγχρονα επιτεύγματά μας, όπως τόσες και τόσες άλλες εθνότητες, συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε το φαντασιακό μας με μια σειρά από κατασκευές».

Η πλοκή στις «Αλήθειες των άλλων» καλύπτει την περίοδο 1923 -1957 μέσα από τις περιπέτειες μιας οικογένειας προσφύγων, των Λινών, με ρίζες από το Αϊβαλί―της Μικράς Ασίας. Στο μεγαλύτερο ωστόσο μέρος της πρωταγωνιστεί ο Μανόλης Λινός, τον οποίο παρακολουθούμε από παλικαράκι, σ' εκείνη τη φάση της ζωής του που κρύβει την ταυτότητά του για να επιβιώσει κι ακούει στο όνομα Μεχμέτ, μέχρι την ωριμότητά του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου εργάζεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη -ένα αμερικανικό ίδρυμα που για τους γύρω του αντιπροσωπεύει ό,τι πιο μισητό, αλλά που για τον ίδιο υπήρξε σωτήριο καταφύγιο, όταν βίωσε την απόρριψη από την ελληνική κοινωνία.

Πατρίδα είναι οι άνθρωποι

Ορφανός από τα γεννοφάσκια του, μεγαλωμένος με περίσσευμα αγάπης μέσα σ' ένα σόι εμπόρων και γραμματιζούμενων ξακουστών «σ' όλες τις Κυδωνιές», ο Μανόλης βλέπει στα 17 του να καταρρέουν γύρω του τα πάντα. Θείοι, θείες και ξαδέλφια έχουν διασκορπιστεί στους δρόμους της προσφυγιάς ή του πολέμου, το όνειρό του για σπουδές στην Αθήνα έχει ματαιωθεί και η γενέτειρά του είναι πια μια πόλη-φάντασμα αποψιλωμένη από το ελληνικό στοιχείο, με μοναδική εξαίρεση τον ίδιο και τον συνονόματο παππού του ο οποίος, γαντζωμένος στον τόπο του, αρνείται να τον αποχωριστεί. Για τον παππού Μανόλη, ανέκαθεν επιφυλακτικό με τη Μεγάλη Ιδέα, «πατρίδα ήταν ο τόπος που ζούσαν, λυτρωμένος ή όχι δεν είχε τόση σημασία». Σύντομα όμως, όπως λέει ο Θέμελης, «θ' αντιληφθεί κι αυτός ότι πατρίδα είναι κάτι παραπάνω απ' τους δεσμούς με τη γη που πατάει και που τον θρέφει, ότι είναι και οι άνθρωποι, οι κοινότητες, οι συντεχνίες, ο πολιτισμός τους».

Σ' ένα Αϊβαλί όπου ακόμα κι ο αέρας έχει τουρκέψει, ο νεαρός Μανόλης δένεται φιλικά με τον Ισμαήλ, έναν ομοφυλόφιλο τούρκο από τη Μυτιλήνη, ξεριζωμένο λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών που έχει προηγηθεί. Οι σελίδες όπου ο ήρωας αντικρούει το ερωτικό κέλευσμα του τελευταίου, χωρίς όμως και ν' απαρνηθεί τη συντροφιά του, είναι από τις ωραιότερες του βιβλίου και, όπως λέει ο Θέμελης, βασανίστηκε αφάνταστα για να τις γράψει. Η σεξουαλική ιδιαιτερότητα του Ισμαήλ θ' αποδειχτεί μοιραία για τον ίδιο -θα πέσει θύμα ανηλεούς ξυλοδαρμού από ομοεθνείς του. Προηγουμένως όμως θα έχει βοηθήσει όσο κανείς τον Μανόλη για να περάσει απέναντι και να συναντήσει τους δικούς του, φυγαδεύοντας μαζί του ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: ένα μπαούλο με σπάνιες εκδόσεις όπου αποθησαυριζόταν ο πολιτισμός των Κυδωνιών, μαζί μ' ένα χειρόγραφο του 15ου αιώνα που οι Λινοί φυλούσαν από γενιά σε γενιά ως κόρη οφθαλμού, έχοντας όμως πλήρη συνείδηση ότι οι καιροί δεν επέτρεπαν να μοιραστούν με άλλους το περιεχόμενό του.

Αυτό ακριβώς είναι το όχημα που διάλεξε ο Θέμελης για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Ενα οικογενειακό κειμήλιο με τη μαρτυρία ενός ανώνυμου μοναχού για την Αλωση της Πόλης, σύμφωνα με την οποία ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν έπεσε στη μάχη ηρωικά, αλλά φυγαδεύτηκε άρον άρον με χρυσοπληρωμένο ψαράδικο στον Αθω! Φορέας ενός πολιτισμού που, όπως θα διαπιστώσει, λίγο ενδιαφέρει τους Ελλαδίτες, ο ήρωας του βιβλίου θα περάσει από φωτιά και σίδερο για να σταθεί στα πόδια του ως άτομο, ως εκπαιδευτικός κι ως οικογενειάρχης στη Μυτιλήνη, την Κομοτηνή και την Αθήνα.

Τη μοναδική φορά -στη διάρκεια σχολικής γιορτής για την 25η Μαρτίου- που θα τολμήσει να ψελλίσει ότι το σύμβολο του γένους ενδέχεται να ήταν προδότης, θα το πληρώσει πανάκριβα. Το ίδιο ακριβά θα πληρώσει και το συγχρωτισμό του με το -τόσο οικείο σ' αυτόν- μουσουλμανικό στοιχείο της Θράκης. Οπως και στην περίπτωση του Ισμαήλ, η βία που εισπράττει ο Μανόλης δεν εκτοξεύεται από «προαιώνιους» εχθρούς, αλλά από ομοεθνείς του.

Αν στο πρώτο μέρος της «Αλήθειας των άλλων» η δράση προχωράει σιγά σιγά, στο δεύτερο μέρος τα άλματα στο χρόνο είναι μεγάλα. Το συναισθηματικό κενό που άφησε στον Μανόλη ο χαμός του Ισμαήλ αναπληρώνεται τώρα από μια ανεξάρτητη όσο και βασανισμένη γυναίκα, τη Ρούσα. Μια μυτιληνιά κόρη παπά, «μαύρο πρόβατο» κι αυτή για την τοπική κοινωνία εξαιτίας του δεσμού της με αριστοκράτη Εγγλέζο. Κι ενώ θ' απορρίψει τον Μανόλη ερωτικά, θα ορίζει εμμέσως τις επιλογές του.

Ο γάμος του ήρωα με την Ευγενούλα, παιδική του φίλη απ' τις Κυδωνιές, οφείλεται περισσότερο σε μια αίσθηση καθήκοντος παρά στην εκπλήρωση ενός πάθους. Και η κοινή τους ζωή θα σημαδευτεί αμετάκλητα από τη στάση της τελευταίας απέναντι στους κομμουνιστές, καθώς προδίδοντας -κάτω απ' τα μάτια του Μανόλη...- έναν αριστερό συνάδελφό του στις αρχές, βάζει υποθήκη τη ζωή της. Οσο για το βάρος του χρέους που εκείνος κουβαλά, για την αποκατάσταση, όπως πιστεύει, της ιστορικής αλήθειας, θα περάσει στον πρωτότοκο γιο του, τον Ιωακείμ, τον οποίο ο Θέμελης φροντίζει να συστήσει από το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του.

Οι Λινοί μοιάζουν καταδικασμένοι όχι μόνο ν' αναχωρούν αλλά και να συμβιβάζονται, κι ο Ιωακείμ δεν θ' αποτελέσει εξαίρεση. Ιστορικός με λαμπρές σπουδές στο Λονδίνο, θα θυσιάσει τους ενδοιασμούς του για την περίφημη συνέχεια του ελληνισμού στο βωμό μιας απρόσκοπτης ακαδημαϊκής καριέρας. Αποφασίζει να καταθέσει τα όπλα, παρά ν' αναμετρηθεί με μια «φονταμενταλιστική» κατά βάθος κοινωνία. Μια κοινωνία που βυθίστηκε σε μια καταστροφική εμφύλια διαμάχη αλλά «εξακολουθεί να ευνοεί τα πισωγυρίσματα, ανήμπορη ακόμα και σήμερα ν' αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και διάθεση συζήτησης τις αλήθειες των άλλων», όπως επιμένει ο συγγραφέας.

Δεν μετανιώνει

Στο καινούριο του βιβλίο, ο Νίκος Θέμελης έπλασε ήρωες που προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς πορεύονται με τσακισμένα τα φτερά τους αλλά, παρ' όλα αυτά, καταφέρνουν να γευτούν τη γαλήνη, έστω και στα γεράματά τους. Πώς θα όριζε άραγε ο ίδιος, ως ορκισμένος εκσυγχρονιστής, την αγάπη για την πατρίδα;

«Αγαπώ την πατρίδα μου σήμερα, σημαίνει αγαπώ μια ισχυρή Ελλάδα. Οχι μια Ελλάδα απομονωμένη στα Βαλκάνια που τρώγεται πότε με τους Τούρκους και πότε με τους FYROMιανούς, αλλά μια Ελλάδα που μπορεί να σταθεί στα σύγχρονα κέντρα λήψης αποφάσεων μετέχοντας στις εξελίξεις. Αγαπώ την πατρίδα μου σημαίνει ότι επιθυμώ μια κοινωνία όπου έχει κατακτηθεί ένας υψηλός βαθμός κοινωνικής δικαιοσύνης».

Γι' αυτήν την Ελλάδα εργάστηκε πλάι στον Κώστα Σημίτη, χωρίς ν' αποφύγει κι εκείνος τους συμβιβασμούς, γευόμενος και το θρίαμβο και την απαξίωση. Απ' τη μεριά του, δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: «Εκπρόσωπος μιας μειοψηφίας είμαι». Ο,τι κόστος, όμως, κι αν είχε αυτή η διαδρομή, όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, «δεν μετανιώνω για τίποτα!» λέει. Και το εννοεί μέχρι κεραίας.

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: «Η αλήθεια των άλλων είναι ανοησία»

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο συγγραφέας επιστρέφει με ένα καθαρόαιμο ιστορικό πεζογράφημα, τοποθετημένο ολόκληρο στον 20ό αιώνα, για να μιλήσει για τις ταυτότητες, εθνικές, θρησκευτικές, σεξουαλικές, μέσα από μιαν αφήγηση που έχει το σασπένς αστυνομικής ιστορίας

Υπάρχει μια φράση - κλειδί στις πρώτες σελίδες του καινούργιου μυθιστορήματος του Νίκου Θέμελη: «Ισως έρχεται η σειρά να δοκιμαστεί και η αλήθεια των άλλων». Ποια είναι όμως αυτή η αλήθεια και με τι έχει σχέση; Δεκαεννέα μήνες μετά το μυθιστόρημά του Μια ζωή, δυο ζωές, τοποθετημένο στην Αθήνα του 2000, ο Νίκος Θέμελης επιστρέφει στο ιστορικό μυθιστόρημα. Οι αλήθειες των άλλων είναι μια μεγάλη αφήγηση 500 σελίδων, τοποθετημένη ολόκληρη στον 20ό αιώνα, που διαβάζεται απνευστί. Ο Θέμελης είναι τελικά ένας μάστορας της αφήγησης και γνωρίζει πολύ καλά να διαχέει τη μεγάλη ιστορία μέσα στις μικροϊστορίες των ηρώων του, αυτές τελικά που στοιχειοθετούν ένα μυθιστόρημα.

«Ο καθένας μας κουβαλάει μια προσωπική του αλήθεια. Το πρόβλημα γίνεται διακριτό από το πώς στεκόμαστε απέναντι στις αλήθειες των άλλων και πώς οι άλλοι στέκονται απέναντι στις δικές μας αλήθειες» μας λέει τώρα ο Νίκος Θέμελης οδηγώντας μας έτσι στην ιδεολογική καρδιά της αφήγησής του. Και θα βρούμε αυτή τη φράση, παραλλαγμένη ελαφρά, να επανέρχεται διαρκώς σε διάφορες σελίδες του μυθιστορήματος. «Η άποψη των άλλων είχε επιβληθεί, η δική τους αλήθεια δεν είχε αντέξει». Και κάπου αλλού: «Η αλήθεια των άλλων, όταν δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση άκαιρη, είναι μια ανοησία, μια επικίνδυνη συχνά ανοησία».

Στο Λονδίνο το 1959

Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Θέμελη ήρωας ήταν ένας 54χρονος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης που αντιμετώπιζε την κρίση της μέσης ηλικίας ή την κρίση αναζήτησης ταυτότητας, σε αυτό το μυθιστόρημα ο ήρωας ή τουλάχιστον το πρόσωπο από το οποίο αρχίζει η αφήγηση είναι ένας φρέσκος διδάκτορας Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ισως δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερος ήρωας για ένα μυθιστόρημα που τελικά έχει σχέση με την ταυτότητα ή καλύτερα με τις ποικίλες ταυτότητες που έχει ο κάθε άνθρωπος. Μπορούμε να πούμε ότι το θέμα της ταυτότητας διαπερνά όλο το μυθιστορηματικό έργο του Νίκου Θέμελη, την τριλογία του (Η αναζήτηση, Η ανατροπή, Η αναλαμπή), το Για μια συντροφιά ανάμεσά μας και φυσικά το Μια ζωή, δυο ζωές.

Βέβαια τα μυθιστορήματα του Θέμελη δεν είναι μεταμφιεσμένα δοκίμια. Είναι καθαρόαιμα μυθιστορήματα που, όπως δείχνει η επιτυχία τους, ανταποκρίνονται στις ποικίλες προσδοκίες των αναγνωστών τους, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα.

Η αφήγηση ξεκινά στο Λονδίνο το 1959. Ο νεαρός διδάκτορας Ιστορίας, ο οποίος έχει δουλέψει μια διατριβή για το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μαζί του φέρνει και το μυστικό ενός χειρογράφου, η αποκάλυψη του οποίου δοκιμάζει τις βεβαιότητές μας για την ιστορία. Είναι ένα μυστικό συνταρακτικό, ίσης αξίας με τα μεγάλα μυστικά της επιστήμης που άλλαξαν τον ρου του ακίνητου θρησκευτικού κόσμου, του «έτσι τα αφήνουμε γιατί έτσι τα βρήκαμε». Στην Ελλάδα η ΕΔΑ έχει πάρει 24% στις εκλογές. Ο «άλλος», ηττημένος στον Εμφύλιο, εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο και με την αφορμή αυτή διατυπώνεται η πρώτη φράση-κλειδί του μυθιστορήματος «ίσως έρχεται η σειρά να δοκιμαστεί και η αλήθεια των άλλων».

Ξαναβρίσκω τα λόγια του Νίκου Θέμελη: «Η ελληνική ταυτότητα, η θρησκευτική ταυτότητα, η ταξική ταυτότητα, η ερωτική ταυτότητα, ακόμη και η ταυτότητα του ατομικού πολιτισμού που ο καθένας μας κουβαλάει και οι συγκρούσεις των διαφορετικών ταυτοτήτων αποτελούν το ιδεολογικό φόντο του μυθιστορήματος». Μετά το προοίμιο του Λονδίνου, η αφήγηση μας οδηγεί στο Αϊβαλί, το 1923, εδώ όπου ξεκινούν όλα, εδώ όπου βρίσκουμε τον πατέρα και τον παππού του ήρωα. Είναι το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, απίστευτης ατμόσφαιρας και έντασης, όπου ο Νίκος Θέμελης πλέκει ένα παιχνίδι ταυτοτήτων, με σασπένς αλλά και με την αγωνία που προκαλεί η επικείμενη αποκάλυψη (η όποια).

Στο Αϊβαλί το 1923


Ο Νίκος Θέμελης


Σε ένα εγκαταλελειμμένο από τους Ελληνες κατοίκους του Αϊβαλί ο πατέρας του ήρωα κατορθώνει να επιβιώσει με το όνομα και την ταυτότητα ενός Τούρκου. Ολα γύρω του αλλάζουν καθώς η πόλη σιγά σιγά εποικίζεται από τους τουρκικούς πληθυσμούς που έρχονται από την απέναντι Λέσβο ή από την Κρήτη, μέσα από τις διαδικασίες της ανταλλαγής, του μπουμπαντελέ. Με την ταυτότητα του τούρκου μωαμεθανού ο έλληνας χριστιανός μένει πίσω στο Αϊβαλί για να μπορέσει να φυγαδεύσει μπαούλα με πολύτιμα υλικά που κρύβονται στο υπόγειο του πατρικού μαγαζιού, παλιά βιβλία, ευαγγέλια και ανάμεσά τους το χειρόγραφο με το μυστικό. Ο μόνος που γνωρίζει την πραγματική ταυτότητά του είναι ένας Τούρκος από τη Μυτιλήνη, αγγειοπλάστης, καλλιτέχνης. Ανάμεσα στους δύο νεαρούς άντρες αναπτύσσεται μια τρυφερή σχέση, που ο Θέμελης κατορθώνει να τη δώσει πολύ γλυκά και υπαινικτικά, με απόλυτα πειστικό τρόπο, ανοίγοντάς μας την πόρτα μιας άλλης ταυτότητας, της σεξουαλικής, εξίσου κρίσιμης με την εθνική ταυτότητα και εξίσου μυθιστορηματικής. Στο τέλος αυτού του μέρους ο ήρωας κατορθώνει να αποδράσει με μια βάρκα στη Μυτιλήνη φέρνοντας μαζί τα πολύτιμα μπαούλα και φυσικά το χειρόγραφο με το μυστικό, τυλιγμένο σε λαδόκολλα, για να συναντήσει εκεί τα σπαράγματα της οικογένειάς του και φυσικά για να ξαναβρεί την ταυτότητά του.

Στην Ελλάδα του φόβου

Στη Μυτιλήνη αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Αν η αφήγηση στο πρώτο είναι τοποθετημένη στο Αϊβαλί, σε έναν περιορισμένο χρόνο, λίγο μετά την καταστροφή, στο δεύτερο μέρος η αφήγηση απλώνεται στον χώρο και στον χρόνο: Μυτιλήνη, Αθήνα, Κομοτηνή και πάλι Αθήνα, οι δεκαετίες του '30, του '40, του '50. Ο πατέρας του ήρωα στην Αθήνα σπουδάζει, παντρεύεται, αποκτά τον πρώτο του γιο, αυτόν που βρίσκουμε στην αρχή του μυθιστορήματος στο Λονδίνο, και διορίζεται καθηγητής σε ένα γυμνάσιο της Κομοτηνής.

Το χειρόγραφο με το τρομερό μυστικό τον ακολουθεί πάντα και στην Κομοτηνή, με βάση αυτό το χειρόγραφο, φέρνει την ανατροπή στη διάρκεια μιας εθνικής εορτής. Κατηγορείται αμέσως για προδοσία και σώζεται φυγαδευόμενος από μια οικογένεια εβραίων της πόλης. Είναι ωραία αυτή η εικόνα, καθώς ο Θέμελης ανατρέπει το στερεότυπο του διωκόμενου εβραίου, βάζοντας στη θέση του τον διωκόμενο από τους ομοθρήσκους του Ελληνα που σώζεται από τον αλλόθρησκο εβραίο. Ο συγγραφέας δοκιμάζει διαρκώς τις βεβαιότητές μας: ποιος είναι ο εχθρός, ποιος είναι ο φίλος, ποιος είναι ο καταδότης, ποιος ο σωτήρας.

Πάλι πίσω στην Αθήνα ο πατέρας του ήρωα βρίσκει καταφύγιο εργαζόμενος στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ίδρυμα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Στο φόντο όλη η πολιτική κατάσταση της εποχής, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ, η ΕΠΟΝ, τα αστικά κόμματα, ο Τσαλδάρης, ο Παπανδρέου, ο Σοφούλης. Η Γεννάδειος είναι ένας χώρος που δημιουργεί την αποστασιοποίηση από τα πάθη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ίδιοι οι ήρωες μένουν αλώβητοι. Πώς πέθανε η μητέρα του ήρωά μας;

Το χειρόγραφο πάντως ταξιδεύει μαζί τους, μαζί με το μυστικό. Θα αποκαλυφθεί. Οταν ο ήρωας επιστρέφει στην Ελλάδα από το Λονδίνο, οι βεβαιότητες έχουν αρχίσει σιγά σιγά να ταρακουνιούνται. Ο ίδιος ξέρει το μυστικό. Σε λίγο θα το μάθουν και οι άλλοι.

Από το 1998, όταν κυκλοφόρησε Η αναζήτηση, που εξακολουθεί να αγοράζεται (86η έκδοση εφέτος), ο Νίκος Θέμελης από βιβλίο σε βιβλίο στοιχειοθετεί με συνέπεια το μυθιστορηματικό του πρόγραμμα μένοντας πάνω απ' όλα πιστός στην αφήγηση, στο παραμύθι, δηλαδή στην παραμυθία που όλοι έχουμε ανάγκη.

Η ατμόσφαιρα και η γραφή


Το εξώφυλλο του βιβλίου, πίνακας του Νίκου Θέμελη


«Ζαλισμένοι βρέθηκαν κάποια στιγμή να κρατά σφιχτά ο ένας τον άλλον με τα δύο χέρια. Με πλεγμένα τα δάχτυλα πίσω από του συντρόφου του το σβέρκο. Σαν να ανίχνευαν συνένοχοι μια άγνωστή τους ιεροτελεστία ή σαν να καθαγίαζαν μία ολότελα δική τους, άρχισαν αργά, συντονισμένα, να κουτουλιούνται. (...) Λες και μάχονταν σε κάθε πλησίασμά τους με προσπάθεια υπεράνθρωπη, με πείσμα να τσακίσουν, να αφανίσουν και τις τελευταίες αναστολές τους. Να φύγουνε από τη γη και να ταξιδέψουμε στον ουρανό με τους αγγέλους στο πλευρό τους».

Ν. ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ, Το ΒΗΜΑ, 19/10/2008

Saturday, October 18, 2008

Πολιτικώς ορθές αλήθειες και εκσυγχρονισμός

Γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ, ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΜΕΛΗ, ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ, ΤΙΘΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ Ο ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΘΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΝΑ ΑΝΑΜΕΤΡΗΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
Ο Νίκος Θέμελης πρέπει να είναι ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας πεζογράφος της τελευταίας δεκαετίας, αν βασίσουμε αυτή την εικασία στο επιβλητικό άθροισμα των 288 εκδόσεων που πραγματοποίησαν τα πέντε προηγούμενα βιβλία του, Η αναζήτηση (1998), Η ανατροπή (2000), Η αναλαμπή (2003), Για μια συντροφιά ανάμεσά μας (2005) και Μια ζωή δυο ζωές (2007), σύμφωνα με τα στοιχεία του εκδοτικού τους οίκου. Το νέο μυθιστόρημά του, Οι αλήθειες των άλλων, ακολουθεί τη γραμμή των παλαιότερων ιστορικών αφηγημάτων του- εξαίρεση αποτέλεσε το Μια ζωή δυο ζωές , αστικό μυθιστόρημα ανθρώπινων σχέσεων μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Εξίσου ογκώδες με εκείνα, έκτασης 499 σελίδων, το νέο μυθιστόρημα αρθρώνεται σε δύο μέρη και είκοσι κεφάλαια. Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται ο Μανόλης Λινός, Μικρασιάτης Έλληνας από τις Κυδωνίες, την πολυτάραχη ζωή του οποίου, στη σχέση της με τη ζωή των προσώπων του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού του περίγυρου, παρακολουθούμε από το 1923 μέχρι το 1958. Στα δέκα κεφάλαια του πρώτου μέρους, ο σχεδόν εικοσάχρονος Μανόλης βρίσκεται στη γενέτειρά του, έχει πάρει, με ενέργειες του συνονόματου παππού του, την ψεύτικη ταυτότητα ενός Τούρκου για να γλιτώσει τις διώξεις των Τούρκων και εν τέλει, έπειτα από πολλές περιπέτειες, διαψεύσεις και την αυτοκτονία του παππού του, καταφέρνει να διαφύγει με μια βάρκα στη Μυτιλήνη, μεταφέροντας αγωνιωδώς και διασώζοντας τον εθνικό θησαυρό της οικογένειάς του, τα αρχεία και τα βιβλία του Γυμνασίου των Κυδωνιών. Στο δεύτερο μέρος η πλοκή εκτυλίσσεται σε διαφορετικούς τόπους και εποχές. Αρχικά στη Μυτιλήνη, όπου ο Μανόλης ξαναβρίσκει τα λιγοστά εναπομείναντα πρόσωπα της οικογένειάς του και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες προσαρμογής των προσφύγων στη νέα τους πατρίδα, ώσπου αποφασίζει να φύγει στην Αθήνα για να σπουδάσει Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή (κεφ. 11-14). Δέκα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1935, πηγαίνει, μαζί με τη γυναίκα του και το μικρό παιδί τους, τον Ιωακείμ, στην Κομοτηνή, όπου διορίζεται καθηγητής στο Γυμνάσιο της πόλης, αλλά σχεδόν έναν χρόνο μετά εκδιώκεται βιαίως από εκεί επειδή ο λόγος που εκφώνησε στη γιορτή της 25ης Μαρτίου θεωρήθηκε αντεθνικός (κεφ. 15-16). Στον επόμενο σταθμό του μυθιστορήματος, ο Μανόλης βρίσκεται στην Αθήνα λίγο πριν να τελειώσει ο Εμφύλιος και ζει από απόσταση ασφαλείας το έντονο πολιτικό κλίμα της εποχής έως τη στιγμή που η ζωή του σημαδεύεται από τη δολοφονία της γυναίκας του, πράξη πιθανώς αντεκδίκησης επειδή εκείνη κατέδωσε έναν κομμουνιστή φίλο του άνδρα της (κεφ. 17-18). Στον τελευταίο σταθμό του βιβλίου, το 1958, ο Ιωακείμ, ο γιος τού Μανόλη, επιστρέφει από το Λονδίνο, έχοντας γίνει διδάκτορας της Βυζαντινής Ιστορίας με θέμα διατριβής την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Νίκος Θέμελης
OΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ 2008, ΣΕΛ. 499

Κάνοντας διακοπές στην Αίγινα, με τη συντροφιά των δυο γιων του και μιας μεγάλης παρέας από φίλους και φίλες του, ο μεσήλικας Μανόλης κάνει τον απολογισμό της ζωής του προσμετρώντας κέρδη και απώλειες (κεφ. 19-20).

Βασικό κλειδί του μυθιστορήματος και ένα από τα κύρια στοιχεία συνοχής του, παρά το μεγάλο χρονικό εύρος της ιστορίας και την πληθώρα δευτερευόντων προσώπων, είναι ένα αγιορείτικο χειρόγραφο όπου ένα χρονικό της Αλώσεως παραδίδει μια διαφορετική, αντιηρωική εκδοχή για το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο τελευταίος Βυζαντινός αυτοκράτορας δεν σκοτώθηκε υπερασπιζόμενος την Πόλη, αλλά διέφυγε στο Άγιον Όρος. Το χειρόγραφο αυτό κληροδοτήθηκε από την οικογένειά του στον Μανόλη, ο οποίος το διαφυλάσσει ευλαβικά και εν τέλει το δίνει στον γιο του Ιωακείμ. Οι απόψεις του χρονικού είναι η ουσιαστική αιτία της εκδίωξης του Μανόλη από την Κομοτηνή αλλά και το επίκεντρο ή και το ισχυρό χαρτί της διατριβής του Ιωακείμ. Στο τέλος του μυθιστορήματος, όμως, ο Ιωακείμ διορίζεται επιμελητής στην έδρα της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποδεχόμενος δύο όρους: παραδίδει το επίμαχο χειρόγραφο στα χέρια του καθηγητή του και δεσμεύεται ότι δεν θα εκδώσει τη ρηξικέλευθη διατριβή του.


Προστιθέμενες οι Αλήθειες των άλλων στα προηγούμενα ιστορικά μυθιστορήματα του Θέμελη στερεώνουν τη θετική εικόνα αλλά και ενισχύουν τον προβληματισμό που γέννησαν εκείνα. Ο Θέμελης ακολουθεί με συνέπεια μια δοκιμασμένη συνταγή επιτυχίας που μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «το τερπνόν μετά του ωφελίμου», συνταγή ενδεικνυόμενη ιδίως στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος. Ας δούμε, κατ΄ αρχάς, ποιο είναι το τερπνόν. Λόγιας στόφας συγγραφέας διαθέτει αδιαμφισβήτητες αφηγηματικές αρετές. Ο ετεροδιηγητικός και παντογνώστης αφηγητής του αναπτύσσει μια σχεδόν ευθύγραμμη στη χρονική ανέλιξή της ιστορία με λιγοστές αναδρομές που ενισχύουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Η στρωτή αφήγηση μοιράζεται ισορροπημένα ανάμεσα στους διαλόγους των προσώπων και την εκτύλιξη της δράσης, από τη μια μεριά, τις περιγραφές του αφηγητή, από την άλλη, περιγραφές που διακρίνονται για την πραγματολογική ενάργειά τους όσον αφορά τις ιστορικές περιστάσεις, τους τόπους, τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τις συνήθειες των ανθρώπων. Όλες αυτές οι επιλογές ανταποκρίνονται και ικανοποιούν τις προσδοκίες ενός ποικίλου αναγνωστικού κοινού στο οποίο προσφέρεται μια καλογραμμένη ιστορία, με έντονη πλοκή, όπου οι ζωές συγκεκριμένων αληθοφανών ανθρώπων συμπλέκονται με την ιστορική περιπέτεια του τόπου μας. Επίσης, αυτές οι επιλογές οργανώνουν ένα κείμενο που εύκολα μπορεί να μεταφερθεί σε τηλεοπτικό σίριαλ ή κινηματογραφική ταινία.

Δεν είναι μόνο τερπνές οι Αλήθειες των άλλων... Αν δεν υπήρχε το ευφυές εύρημα του χειρογράφου με την αντιηρωική εκδοχή της τύχης του Παλαιολόγου, Οι αλήθειες των άλλων απλώς θα έρχονταν να προστεθούν στη μακρά παράδοση πεζογραφημάτων με θέμα τη Μικρασιατική Καταστροφή, τις συνέπειές της για την Ελλάδα και την αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας. Με δεδομένο το εύρημα του χειρογράφου, η ηθική ωφέλεια από την ανάγνωση του μυθιστορήματος έγκειται στη διαπίστωση του αναγνώστη, εκεί όπου με στέρεα βήματα τον οδηγεί ο συγγραφέας, ότι από το 1923 μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα δεν ωρίμασαν οι συνθήκες ώστε να γίνουν ακουστές οι «αλήθειες των άλλων» ή ότι κάθε διαφορετική εκδοχή της ιστορικής αλήθειας αντιμετωπιζόταν με απαξίωση ή και εχθρότητα. Αυτή όμως η ηθική ωφέλεια ουσιαστικά ακυρώνεται από την «πολιτικώς ορθή» επιλογή του ιστορικού μυθιστορήματος. Ενώ, δηλαδή, το μυθιστόρημα θα μπορούσε να προβάλει την, ακόμη και σήμερα τολμηρή, αποδοχή της σχετικότητας της ιστορικής αλήθειας, ιδίως εκείνης που συνδέεται με τους εθνικούς μας μύθους, η κρίσιμη συγγραφική επιλογή η ιστορία του να τοποθετηθεί σε απόσταση όχι μικρότερη των 40 χρόνων από το ιδεολογικοκοινωνικό παρόν μας το καθιστά ανώδυνο, συνεπώς τερπνόν και ωφέλιμο για όλους. Από εκεί και πέρα είναι αλήθεια ότι ο Θέμελης, αναμοχλεύοντας πικρές ιστορικές αλήθειες του παρελθόντος, προβάλλει την εκσυγχρονιστική ιδεολογική αντίληψη για την ειρηνική συνύπαρξη ή και τη συναδέλφωση των λαών και την ανεκτικότητα απέναντι στο διαφορετικό. Ωστόσο, ποιος σοβαρός άνθρωπος σήμερα αμφιβάλλει ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα από τον πληθυσμό της νέας τους πατρίδας ή ότι υπήρχαν και καλοί Τούρκοι, όπως ο Ισμαήλ, ο νεαρός φίλος του Μανόλη, που τον βοηθά να διαφύγει στη Μυτιλήνη και δολοφονείται αγρίως από Τούρκους στρατιώτες επειδή είναι ομοφυλόφιλος;


Κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο ερώτημα για τη συγγραφική πορεία του Θέμελη είναι αν θα έρθει η στιγμή της προσωπικής αναζήτησης (και της ανατροπής) να γράψει για τις δικές του αλήθειες. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, ύστερα από τη μακρά περιδιάβασή του στην ιστορική περιπέτεια του Ελληνισμού των προηγούμενων αιώνων, αν ο Θέμελης, με δεδομένες τις αφηγηματικές αρετές του, έστρεφε τον μυθοπλαστικό φακό του στο παρόν ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν μας, για να αφηγηθεί ιστορίες που γνώρισε και γνωρίζει από πρώτο χέρι. Όταν ο ήρωάς του Μανόλης εκδιώκεται το 1935 από την Κομοτηνή, επειδή τόλμησε να μιλήσει για τη διαφορετική εκδοχή της τύχης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, κάνει την εξής κρίσιμη σκέψη για τον εξαγριωμένο λαό και τις αρχές των εθνικοφρόνων ομοεθνών του: «Πόσο διέφεραν άραγε όλοι αυτοί οι τραμπούκοι από τους φασίστες που τρομοκρατούσαν την Ιταλία;» (σ. 388). Προφανώς καθόλου. Δεν θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον ο Θέμελης να αφηγηθεί, π.χ., ιστορίες για σημερινούς «γενίτσαρους» (για να χρησιμοποιήσω τη βρισιά που οι Ελλαδίτες απευθύνουν στον ήρωα του μυθιστορήματός του), όλους όσοι στελεχώνουν τα πολυδαίδαλα συστήματα της πάσης φύσεως σημερινής εξουσίας και της παρασιτικής παραεξουσίας; Αν δεν το πράξει, μάλλον θα παραμείνει στον χώρο της πολιτικής ορθότητας και της αρχής «το τερπνόν μετά του ωφελίμου», αποκομίζοντας τα οφέλη αυτών των επιλογών. Αν το πράξει, η επιλογή του αυτή θα μπορούσε να αποβεί μια πράξη αναγνώρισης της ταυτότητας, κατ΄ αρχάς του ίδιου και στη συνέχεια του αναγνωστικού κοινού του.

Συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη

ΜΟΝΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΗ ( ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ) ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΚΑΙ ΩΣ ΕΝΑΝ ΒΑΘΜΟ ΤΟ ΠΕΡΥΣΙΝΟ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΜΙΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ ( ΜΙΑ ΖΩΗ ΔΥΟ ΖΩΕΣ). ΚΑΙ ΤΑ ΕΞΙ ΤΟΥ, ΟΜΩΣ, ΕΠΙΔΕΧΟΝΤΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ. ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΠΑΝΙΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΟΥ, Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ ΑΝΑΛΥΕΙ ΣΤΟ «ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ» ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΤΥΧΗ... ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
  • Μοιάζει σαν να θέλετε να καταδικάσετε με αυτό το μυθιστόρηματις ιδεολογικές χρήσεις της Ιστορίας...
Σωστά. Όμως όχι μόνο της Ιστορίας, αλλά και των κάθε λογής ταυτοτήτων. Υπάρχει ιδεολογική χρήση της εθνικής ταυτότητας (ραγιάς- Τούρκος), της θρησκευτικής ταυτότητας (χριστιανός- μουσουλμάνος), της πολιτισμικής ταυτότητας (Ελλαδίτης- Μικρασιάτης), μέχρι και της ερωτικής ταυτότητας.
  • Έχετε ήρωες Μικρασιάτες, κι όμως δεν μιλούν για «χαμένες πατρίδες». Γιατί;
Διότι «πατρίδα» δεν είναι μόνο το χώμα, είναι και το λεγόμενο κοινωνικό και πολιτισμικό εποικοδόμημα. Δεν τη χάσαμε λοιπόν την πατρίδα μας. Η πατρίδα μας μετακόμισε, αλλά εκεί που μετακόμισε την κατακερμάτισαν οι υποδοχείς της. Έτσι και οι αλλοδαποί μετανάστες στη χώρα μας κουβαλάνε τις πατρίδες τους, αλλά εμείς δεν ανεχόμαστε να τις φιλοξενήσουμε. Τόσο ανασφαλείς είμαστε!
  • Προκαλείτε συνειδητά τον αναγνώστη καταρρίπτοντας συλλογικούς μύθους σχετικά με φορτισμένες εποχές: μετά την Άλωση, μετά την Καταστροφή, μετά τον Εμφύλιο...
(...) Διότι δεν μπορούμε να διδάσκουμε τελειωμένες αλήθειες δίχως να αναγνωρίζουμε το ενδεχόμενο μιας άλλης αλήθειας. Δίχως να επιτρέπουμε την αμφιβολία, που σημαίνει την κριτική σκέψη. Ο ήρωάς μου ο Μανόλης, θεωρείται ότι «προδίδει» τη συλλογική συνείδηση απέναντι στο ιστορικό παρελθόν, επειδή υποστηρίζει μια αντι-ηρωική εκδοχή για το τέλος του Κ. Παλαιολόγου· ο γιος του ο Ιωακείμ, επειδή αμφισβητεί στη διατριβή του την αδιάλειπτη συνέχεια του Ελληνισμού. Όλα τα διακυβεύματα που επέλεξα στο βιβλίο μου ως αφορμές γι΄ αυτήν τη συζήτηση, παραμένουν και σήμερα ανοιχτά. Μη μου πείτε ότι είναι ειλικρινής η κατανόησή μας των εθνικών μειονοτήτων, των άλλων θρησκειών ή της ομοφυλοφιλίας. Το βλέπουμε καθημερινά ότι οι καλοί τρόποι της Αριστεράς, του αντιρατσισμού, κ.λπ., ξεχνιούνται στην πράξη.
  • Ωστόσο, οι φορείς της «άλλης αλήθειας» στο μυθιστόρημά σας συμβιβάζονται και παραιτούνται, σαν να παγιδεύονται σε γενικότερες αγκυλώσεις.
Παγιδευμένοι είμαστε όλοι. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό αποτελεί συγχωροχάρτι. Ή μήπως έχουμε και εμείς ευθύνη από ένα σημείο και πέρα, να δούμε τα πράγματα αλλιώς. Κι αν δεν μπορούμε πάντα να κάνουμε την επιλογή, μπορούμε τουλάχιστον να κάνουμε την αρχή και να την υπερασπιστούμε. Στα τέλη του ΄58 που κλείνει το μυθιστόρημά μου, η μισή Ελλάδα συμβιβάστηκε. Δεν θέλω να καταδικάσω αυτούς τους ανθρώπους. Δεν είμαι Ροβεσπιέρος ούτε εισαγγελέας της ελληνικής κοινωνίας. Τους κατανοώ. Αλλά η κατανόησή μου δεν θα φτάσει ποτέ σε μια σχετικοποίηση που ξεπερνά το αξιακό πλαίσιο των δημοκρατικών αρχών.
  • Πιστεύετε κι εσείς ότι υπάρχουν άλλοι δρόμοι για να συναντηθούν οι αλήθειες, όπως λέει ο ήρωάς σας στον κομμουνιστή φίλο του;
Τα βήματα είναι δύο: πρώτα η κατανόηση και έπειτα η γέφυρα- το πώς θα στηθεί πρακτικά στην καθημερινή ζωή η γέφυρα ανάμεσα στις διαφορετικές αλήθειες.

  • Οι ήρωές σας, πάντως, καταδικάζουν τη λύση της ανταλλαγής των πληθυσμών...

Εγώ, όχι. Όσο πικρό κι αν ήταν το ποτήρι, η λύση του Βενιζέλου ήταν η πιο ρεαλιστική ανάμεσα στα κακά σενάρια. Κι ας την καταγγέλλουμε σήμερα με τα κριτήρια του Διεθνούς Δικαίου που έχουμε διαμορφώσει 70 χρόνια μετά. Τι θέλαμε δηλαδή; Να την πληρώνουν πάντοτε κάποιοι φουκαράδες προκειμένου να έχουμε ένα πόδι στη Μ. Ασία; Μα, με τα μυαλά που επικρατούν στην τουρκική πολιτική ηγεσία, οι εθνοκαθάρσεις θα συνεχίζονταν μέχρι σήμερα!
  • Εν έτει 2008, ήρθε άραγε η ώρα να ακουστούν οι αλήθειες των άλλων, στην Ελλάδα;
Πάντοτε θα ακούγονται κάποιες αλήθειες με τεράστιο κόστος και πάντοτε με κάποιο πρόσχημα ή έστω με πραγματικά αίτια, κάποιοι θα υποστηρίζουν ότι δεν έχουν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες.
  • Με την αλήθεια της Αριστεράς που αναγνωρίζετε στο μυθιστόρημά σας, τι θα γίνει;
Το 1958 είχαν δημιουργηθεί πράγματι οι προϋποθέσεις και οι ελπίδες για να συμβεί αυτό, όμως ήρθαν άλλες δυνάμεις και τις ισοπέδωσαν. Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρώτα θα πρέπει να καταλήξουμε στο τι είναι σήμερα Αριστερά, και ποια είναι η αλήθεια της· κι αφού καταλήξουμε, να ακουστεί αναμφισβήτητα!
  • Το βιβλίο σας τελειώνει με μια πολλαπλή ήττα όλων σε όλα τα επίπεδα, ακόμα και σ΄ αυτό του έρωτα που μένει ανικανοποίητος.
Μάλλον για πολλαπλό συμβιβασμό πρόκειται. Ωστόσο, και μέσα σ΄ αυτόν, τα πράγματα ισορροπούν αλλού κι αλλιώς. Έτσι και στην ελληνική κοινωνία, που βρίσκει τον τρόπο και δεν κατακρημνίζεται. Το μόνο τραύμα είναι ότι από την τελική γιορτή λείπει ο προδομένος φίλος. Είναι η πληγή του Εμφυλίου που μένει ανοιχτή. Διότι οι νικητές πάτησαν σαν σκουλήκια τους ηττημένους.
  • Το παρελθόν εξακολουθεί λοιπόν να μας κυνηγάει...
Το θέμα δεν είναι να πετάξεις, να αποδιώξεις το παρελθόν. Είναι το πώς στέκεσαι απέναντί του: γονυπετής ή κριτικά. Όσο προσπαθούμε να κερδίσουμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση προστρέχοντας στα περασμένα, θα υποκύπτουμε σε διαρκείς παλινωδίες και δεν θα μπορούμε να ανακάμψουμε ως κοινωνία αυτοπροσδιοριζόμενη, με σύγχρονους όρους.