- Πώς και γιατί ο Νίκος Θέµελης έγινε µπεστσελερίστας και οι τρόποι µε τους οποίους ανανέωσε το ιστορικό µυθιστόρηµα


- Νίκος Θέμελης
- Η συμφωνία των ονείρων
- εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 312, ευρώ 18,88
- Από την Μ. Θεοδοσοπούλου, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
Το καινούργιο βιβλίο του Νίκου Θέμελη είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, με τέσσερις ιστορίες, που εντάσσονται σε ένα ενιαίο πλαίσιο, καθώς οι ήρωές τους αποτελούν μέλη της ίδιας οικογένειας. Σημαντικότερες, όμως, από τα πρόσωπα αποβαίνουν οι χρονικές περίοδοι, στις οποίες εκτείνεται η δράση, αφού οι πράξεις και οι συμπεριφορές των ηρώων είναι τυπικές των εκάστοτε συγκυριών. Η πρώτη ιστορία εστιάζει στο τελευταίο δίμηνο του 1947, φτάνοντας μέχρι τη μάχη της Κόνιτσας, που ξεκίνησε ανήμερα Χριστούγεννα, με παλαιότερες και μεταγενέστερες αναφορές, από τον Νοέμβριο του 1943 μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 1949, δηλαδή δύο μέρες μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Οι δύο επόμενες ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα, αρχίζοντας στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 και καταλήγοντας στη διετία 1964-65, όταν τίθεται σε εφαρμογή η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που έμεινε συνώνυμη της δωρεάν παιδείας. Η τελευταία ιστορία διαδραματίζεται το φθινόπωρο του 1990.
Στο βιβλίο, οι τέσσερις ιστορίες παρατίθενται ως αριθμημένα κεφάλαια, χωρίς τίτλους. Οπως αποκαλύπτει, όμως, ο συγγραφέας σε συνέντευξή του, πρώτη έγραψε την τελευταία ιστορία, Αύγουστο 2008. Την προόριζε για αυτοτελή δημοσίευση και την τιτλοφόρησε «Δεν πάει άλλο». Συγκρατήσαμε την εξομολόγησή του, γιατί ήταν η τρίτη φορά, το φετινό φθινόπωρο, που αυτή η φράση επανερχόταν ως κεντρική ιδέα μιας ιστορίας. Την συναντήσαμε άρρητα μεν, αλλά ως κεντρικό μοτίβο στο πρόσφατο αστυνομικό του Πέτρου Μάρκαρη και ρητά εκπεφρασμένη στην πρόσφατη νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη.
Με αυτήν τη φράση, οι συγγραφείς δείχνουν ότι συμμερίζονται το αίσθημα αδικίας που έχει καταλάβει τελευταία τους συμπολίτες τους από τη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Εκδηλώνουν την αγανάκτησή τους από «την ανήμπορη ή ελλειμματική Δικαιοσύνη», όπως διατυπώνεται στην ιστορία του Θέμελη. Αυτό που ο μέσος Ελληνας σκέπτεται ενδομύχως ή και συζητάει στις συναναστροφές του, οι ήρωες των βιβλίων τους τολμούν και το μετατρέπουν σε πράξεις αυτοδικίας. Βεβαίως, περιγράφονται ως άτομα που ξεφεύγουν από το πλαίσιο του συνηθισμένου. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, η αγανάκτηση του συγγραφέα μπορεί μεν να αποτελεί κινητήρια δύναμη, αλλά τον αναγκάζει κατά το στήσιμο του μυθιστορήματος να καταφεύγει σε προκρούστειες λύσεις, ενώ οι ήρωες, ως δίαυλοι των ιδεολογικών διλημμάτων του, χάνουν μέρος της αυθυπαρξίας τους.
Ενα κοινό σημείο, στο αστυνομικό του Μάρκαρη και την ιστορία του Θέμελη, στην οποία δίνει χροιά αστυνομικού, είναι ότι τις πράξεις αυτοδικίας δεν τις διαπράττει κάποιος αδικηθείς από τα θύματα αλλά ένας τρίτος, που στάθηκε θύμα κοινωνικής αδικίας. Συγκεκριμένα, η ηρωίδα του Θέμελη, μια σαραντάρα ανύπαντρη γυμνάστρια, εμπλέκεται στον φόνο ενός εμπόρου ναρκωτικών, όχι, λ.χ., γιατί έχει αδελφό νεκρό από υπερβολική δόση, αλλά γιατί κουβαλά την αδικία, που είχε γίνει την περίοδο της Κατοχής στον πατέρα που ποτέ δεν γνώρισε. Η αιτιολογία ότι οι θάνατοι δύο μαθητών της από ναρκωτικά «την έφτασαν στα όρια των αντοχών της», δείχνει ελάχιστα πειστική. Η ιστορία, πάντως, του πατέρα της ξεδιπλώνεται στις τρεις προηγούμενες ιστορίες του μυθιστορήματος.
Και σε αυτό το μυθιστόρημα του Θέμελη τον πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει η οικογένεια, που κρατάει και πάλι από την Ηπειρο. Οχι, όμως, από τα Ζαγοροχώρια, όπως στο πρώτο μυθιστόρημα, αλλά από το Ανήλιαστο, ένα από τα χωριά του Μετσόβου, «κοντά τέσσερις ώρες απόσταση» με το μουλάρι από τα Γιάννινα, όπου κατοικεί η οικογένεια. Ακριβέστερα, από το Ανήλιαστο είναι η μητέρα της οικογένειας, ενώ ο πατέρας κατάγεται από την Κόνιτσα. Μόνο που σε αυτό το μυθιστόρημα φαίνεται ότι του τελείωσαν του συγγραφέα οι θεληματικοί και γεμάτοι δημιουργικές ικανότητες άνδρες, αφού επάνδρωσαν επαξίως έξι μυθιστορήματα.
Ηλθε, επιτέλους, ο καιρός για τις γυναίκες, που, μάλιστα, αποβαίνουν πολύ πιο ενδιαφέρουσες, καθώς δεν πλάθονται στο δεσμευτικό πρότυπο του καλού και του ηθικού ήρωα. Επικεφαλής της οικογένειας δεν βρίσκεται ο πάτερ φαμίλιας, που πέθανε νωρίς, αλλά η 54χρονη χήρα του, η γιαγιά Μαριάνθη, που κυβερνά το ίδιο αποτελεσματικά, αν όχι και καλύτερα, την οικογένεια. Στο ξεκίνημα της πρώτης ιστορίας, η εν λόγω οικογένεια αποτελείται από δύο γιους, δύο κόρες, τη νύφη από τον πρωτότοκο, δύο γαμπρούς και τρία εγγόνια.
Οι οικογένειες της μεγαλύτερης κόρης και του πρωτότοκου γιου πρωταγωνιστούν στη δεύτερη και την τρίτη ιστορία αντιστοίχως. Το μαύρο, όμως, πρόβατο της οικογένειας, κυρίαρχο αλλά σκιώδες και στις τέσσερις ιστορίες, είναι ο δεύτερος γιος, που βγήκε αριστερός σε μια φαμίλια υπερήφανη για την εθνικοφροσύνη της. Τόσο εθνικόφρων εμφανίζεται η γιαγιά Μαριάνθη, που να θεωρεί μίασμα τον γαμπρό της, το 1952, μόνο και μόνο γιατί φημολογείται ότι θα ψηφίσει Πλαστήρα. Αντάρτης ο δευτερότοκος το 1943, που τον συλλαμβάνουν οι Γερμανοί, εν συνεχεία μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο, καταλήγει πολιτικός πρόσφυγας στις ανατολικές χώρες. Πρόκειται για τον πατέρα της ηρωίδας της τελευταίας ιστορίας, η οποία, γεννημένη στο βουνό, είναι το μικρότερο εγγόνι της οικογένειας.
Γιοι, γαμπροί και εγγόνια αποτελούν χαρακτηριστικούς τύπους, με προβλέψιμη συμπεριφορά. Από μιας αρχής, χωρίζονται στους καλούς, με τάση προς την εξιδανίκευση και τους κακούς, που ρέπουν προς ρεμάλια. Χάρη στα δύο αδέλφια αναπαράγεται, για ακόμη μια φορά, το γνωστό δίπολο: εθνικόφρων και αντάρτης. Ο,τι στην πραγματικότητα αποτέλεσε την εξαίρεση, στα μυθιστορήματα, χάριν του συμβολικού του φορτίου, συνιστά τον κανόνα. Ο κακός είναι ο εθνικόφρων, που αποκαλύπτεται όχι μόνο δωσίλογος αλλά και καταδότης του αδελφού του. Και για να συμπληρωθεί το σύνηθες τρίπτυχο, που χαρακτηρίζει ένα τέρας, όπως συμβαίνει και στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα, επιχειρεί να γίνει και αιμομίκτης με την κόρη του. Σε αντίθεση με τις γυναίκες, που δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές και, βεβαίως, η συμπεριφορά τους καθόλου προβλέψιμη. Πρόκειται για ισχυρές ιδιοσυγκρασίες, των οποίων ο χαρακτήρας διαμορφώνεται μέσα στις ιστορίες στις οποίες πρωτοστατούν.
Στυλοβάτης του μυθιστορήματος είναι η γιαγιά Μαριάνθη, γεννημένη το 1893, απόφοιτος Παρθεναγωγείου, κέρβερος στα 50 της και «απέθαντη» στα 97 της. Πρόκληση για τα ήθη του '50 συνιστά η πρωτότοκη κόρη, που διεκδικεί κάπως πρώιμα τη σεξουαλική της απελευθέρωση. Ευάλωτη παρουσιάζεται η μεγαλύτερη εγγονή, που δεν πήρε μόνο το όνομα από τη γιαγιά, αλλά και την πίστη της στα όνειρα. Χαρακτήρες όπως αυτή, κατά κανόνα, ατυχούν στη ζωή τους. Ο συγγραφέας, όμως, φροντίζει το μυθιστόρημά του να έχει χάπι εντ, τουλάχιστον όσον αφορά τα εγγόνια της οικογένειας.
Ο Θέμελης παίρνει ρίσκο, δίνοντας δεσπόζουσα θέση στα όνειρα, καθώς η αφήγησή τους απαιτεί ιδιαίτερη δεξιότητα. Οχι, βεβαίως, τα όνειρα του ξύπνιου, τα οποία συμπεριέλαβε για να βολέψει τον κόσμο των ανδρών, αλλά τα ενύπνια των γυναικών. Δεν τα κατάφερε, πάντως, και άσχημα. Τα όνειρα της γιαγιάς και της εγγονής είναι υποβλητικά ως συλλήψεις, ωστόσο χρειάζονταν επιπλέον γλωσσικό πλάσιμο. Οσο για τον τίτλο, είναι ένας όμορφος τίτλος, αλλά ελάχιστα αντιπροσωπευτικός του βιβλίου. Το συμφωνία ονείρων μόνον ως ειρωνικό επιμύθιο ταιριάζει. Υπάρχει, ωστόσο, αντιστοιχία ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο όνειρο του μυθιστορήματος, που προσλαμβάνουν προφητική διάσταση. Ο συμβολισμός τους προοιωνίζεται το κακό που θα βρει τους δύο επαναστάτες ήρωες: τον δευτερότοκο αντάρτη και τον ιερέα σύζυγο της δευτερότοκης, που, γαλουχημένος με Αριστοτέλη και Παπαδιαμάντη, κάνει την προσωπική του επανάσταση.
Ο Θέμελης είχε την τύχη να σαρώσει τα βραβεία νωρίς. Το 2000, με το δεύτερο μυθιστόρημά του «Η ανατροπή». Σε αυτό συνέτειναν εξωλογοτεχνικοί λόγοι, κυρίως η μεγάλη αναγνωρισιμότητα που απολάμβανε τότε. Ως συγγραφέας, όμως, δεν έμεινε στάσιμος, παρότι επιμένει στις αφηγηματικές παραχωρήσεις προς ένα ευρύ κοινό. Ο χώρος, στον οποίο η ευρυμάθεια και η αφηγηματική του άνεση δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα, είναι το μυθιστόρημα εποχής, με αρτιότερο το «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας». Με το πρόσφατο δείχνει ότι μπορεί να ξεφύγει από τους στερεότυπους χαρακτήρες. Επίσης, ότι μπορεί να στήσει σκηνές δράσης, όπως, για παράδειγμα, η μάχη της Ζίτσας στην πρώτη ιστορία. Εδώ, ο Θέμελης ακριβολογεί ως προς τα ιστορικά συμβάντα, ενώ στην αφήγηση ακολουθεί γοργή, σχεδόν ασθμαίνουσα, ροή. Ωστόσο, το σκηνογραφικό πλαίσιο της μάχης που μαίνεται, δεν είναι παρά το φόντο μιας τραγικής σκηνής με υπερχειλίζουσα δραματικότητα. Εχουμε, δηλαδή, την εντύπωση ότι ο αδόκητος συναισθηματικός φόρτος πλεονάζει κατά τη στιγμή της κορύφωσης και λειτουργεί μάλλον υπονομευτικά.
Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα βιβλίο με αρετές, που δεν έτυχε αντίστοιχης υποδοχής. Σε αυτό ίσως να συνέβαλε η απομάκρυνση του συγγραφέα από το πολιτικό προσκήνιο. *
– Γιατί βάζετε ως ορόσημο στο βιβλίο το 1990;
– Τι εννοείτε;
– Και η Αριστερά πώς λειτούργησε μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού;
– Είκοσι χρόνια μετά, έχουν βρει νέες απαντήσεις;
– Να τα ξαναδούμε από την αρχή δηλαδή;
– Το ξανακοίταγμα της ιστορίας μπορεί να βοηθήσει σ’ αυτήν τη συνεννόηση; Οι εθνικές επέτειοι μπορούν να γίνουν αφορμή;
Oι σταθμοί του
Η συνάντηση

Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, 09/11/2008
Με τον σκύλο του, τον Λάμπρο, δίπλα του, μας υποδέχτηκε ο Νίκος Θέμελης στο σπίτι του, όπου η ατμόσφαιρα, το κλίμα ακόμα και τα δεκάδες αντικείμενα που περιέχει θυμίζουν έντονα τα βιβλία του. Αφορμή γι’ αυτή τη συνομιλία ήταν το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Θέμελη, «Οι αλήθειες των άλλων» (εκδ. Κέδρος). Ενα βιβλίο βαθιά πολιτικό, που εκτυλίσσεται στην καρδιά του 20ού αιώνα, με φόντο τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα του: τη Μικρασιαστική Καταστροφή και τον Εμφύλιο. Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας που φεύγουν από το Αϊβαλί ακολουθώντας τον δρόμο των προσφύγων, και με λογοτεχνικό εύρημα ένα παλιό χειρόγραφο που ανατρέπει τα όσα ξέραμε για τις τελευταίες στιγμές του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τις ώρες της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ο Νίκος Θέμελης βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τους ιστορικούς μύθους που μεταφέρονται και διαμορφώνουν ιδεολογικά στερεότυπα, για την άρνηση όλων μας ν‘ ακούσουμε την άλλη άποψη, τις «αλήθειες των άλλων», για τις συγκρούσεις, συχνά με δραματικά αποτελέσματα, που προκαλεί η οχύρωση του καθενός στην άποψή του. Πρόκειται για ένα βιβλίο που λειτουργεί σε δύο επίπεδα: στο πρώτο επίπεδο της αφήγησης και του ξετυλίγματος της ιστορίας των ηρώων, και στο δεύτερο επίπεδο, το ιδεολογικό και το πολιτικό. Αυτό που κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί τις δικές του αλήθειες και το πώς αντιμετωπίζει, κάθε φορά, τις αλήθειες των άλλων. Κάπως έτσι εκτυλίχτηκε και η συζήτησή μας. Από το βιβλίο και τα βήματα των ηρώων στο ιδεολογικό υπόβαθρο της σύγχρονης Ελλάδας, στις δεσμεύσεις και τις αγκυλώσεις, αλλά και στα οράματα του ίδιου του συγγραφέα.
— Υπάρχει στο βιβλίο μια αίσθηση μελαγχολίας που διαχέεται, θα την έλεγα μελαγχολία της ματαίωσης.
— Δύο είναι οι ήρωες, πατέρας και γιος. Και οι δύο επιδιώκουν στόχους που είτε τους διαμορφώνουν μόνοι τους είτε τους κληρονομούν. Ο πατέρας από την οικογένειά του, ο γιος από τον πατέρα του. Στην περιπέτεια της ζωής τους, που διατρέχει από δεκαετία σε δεκαετία τον κεντρικό πυρήνα του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι από αυτούς τους στόχους δεν δικαιώνονται. Χωρίς όμως οι στόχοι αυτοί να οδηγούν σε μια τραγωδία. Και οι ήρωες μες στην προσπάθειά τους καταφέρνουν να ισορροπήσουν κάπου αλλού, να βρουν μιαν άλλη διέξοδο, μιαν άλλη απάντηση, διαφορετική από αυτήν που ήθελαν, ωστόσο τη βρίσκουν και στέκονται στα πόδια τους. Επαιξαν και έχασαν πολλά, αλλά στο τέλος κατάφεραν κάτι. Αυτή η διάψευση, που δεν γίνεται τραγωδία, αφήνει τη γεύση της μελαγχολίας. Είναι διάψευση, δεν είναι ματαίωση. Και είναι διαψεύσεις σε πολλά επίπεδα, ιδεολογικές και προσωπικές.
Τα δίπολα
— Επιχειρείτε να δείτε πώς λειτουργούν οι άνθρωποι σε δύσκολες εθνικές καταστάσεις, αλυτρωτικές. Πώς το κουβαλάμε αυτό, με ποιον τρόπο και τι κληρονομιές έχει αφήσει;
— Να πω κάτι, ίσως προκαταρκτικό αυτού. Καθένας απ’ όλους τους Ελληνες κουβαλάει μέσα του μία αλήθεια. Ο παππούς κουβαλάει την αλήθεια ότι «αυτός είναι ο τόπος μου, δεν με νοιάζει έτσι ή αλλιώς». Ο μικρός του αδελφός κουβαλάει την αλήθεια της λυτρωμένης Ελλάδας. Ολοι οι Ελληνες κουβαλάνε την αλήθεια του χριστιανισμού, απέναντι στους Τούρκους που κουβαλάνε την αλήθεια του Μωάμεθ και του Αλλάχ. Κι ακόμη ο ήρωας κουβαλάει, έστω κι αν δεν την έχει ξεκαθαρίσει, την αλήθεια της ερωτικής ή σεξουαλικής ορθότητας απέναντι στον Ισμαήλ, ο οποίος κουβαλάει τη σεξουαλική διαφορετικότητα. Ολες αυτές οι αλήθειες έρχονται κάποια στιγμή σε επαφή με το δίπολό τους. Είναι δίπολα όλα αυτά: το εθνικό, το θρησκευτικό, το πολιτισμικό, το ερωτικό δίπολο. Κι αυτό που προσπαθώ να ανιχνεύσω, να ψηλαφήσω και να αναδείξω είναι τι συμβαίνει και ποιες είναι οι ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές, όταν αυτά τα δίπολα έρχονται σε σύγκρουση. Και έχουμε στο βιβλίο, όλες τις πιθανές εκδοχές: την ακραία συμφιλιωτική, τις ενδιάμεσες καταστάσεις της κατανόησης, της ανοχής και πιο κάτω της επιφύλαξης. Και στο τέλος, τη βία. Η φονταμενταλιστική επιδίωξη ολοκληρωτικής επιβολής της μίας άποψης πάνω στην άλλη, μόνο δεινά κουβαλάει για όλους. Γιατί κάποια στιγμή θα αντιστραφούν οι όροι και το θύμα θα γίνει θύτης. Και στην ελληνική Ιστορία, όχι μόνο του 20ού αιώνα, έχουμε κατά κόρον τέτοιες συμπεριφορές, και το λυπηρόν είναι ότι αυτά που παίζονται από το ’23 μέχρι το ’58 στο βιβλίο, εξακολουθούν και σήμερα να τα βλέπουμε, σαν ολοζώντανες κοινωνικές συμπεριφορές, το 2008. Και επέλεξα ακριβώς τέτοια ζητήματα, που ναι μεν έχουν το ντύσιμο και τα ρούχα μιας άλλης εποχής, αλλά υπολείμματα ή ολόκληρα φαντάσματα, τα έχουμε μέχρι και τις μέρες μας. Η εποχή μας, παρότι έχει λεκτικά αποδεχτεί αξίες, κρύβει ογκόλιθους που αποδεικνύουν ότι στον πυρήνα τους οι συμπεριφορές δεν έχουν αλλάξει. Κι όλο αυτό το θεωρώ τρομακτικό βαρίδι για την προκοπή της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτή είναι η μελαγχολία που βγαίνει κάτω από το μυθιστόρημα.
Η ανατροπή
— Ιδιαίτερο ρόλο στο βιβλίο παίζει εκείνο το χειρόγραφο, που ανατρέπει την πεποίθηση για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ανατρέπει τον μύθο. Είμαστε έτοιμοι να αγγίξουμε τους μύθους μας;
— Δεν αγγίζουμε πάρα πολλά κομμάτια της Ιστορίας μας και των μύθων μας. Αυτό ισχυρίζεται ο ήρωάς μου: να δούμε και την άλλη εκδοχή, να τη βάλουμε στο τραπέζι και να την εξετάσουμε. Υπάρχουν πολλά που αποσιωπούνται, προκειμένου να φτιαχτεί ο εθνικός μύθος. Εγιναν πολλά πράγματα και στην υποχώρηση της Μικρασιατικής Καταστροφής, υπήρξαν βιαιότητες που καταγγέλλονται στο βιβλίο. Εμείς οι Ελληνες είμαστε παντού και πάντα είτε οι τέλειοι ήρωες και οι ανδρείοι ή τα κακόμοιρα θύματα. Αυτά τα δύο μοντέλα υπάρχουν. Κι αυτή είναι η συνταγή της κατασκευής ενός μύθου από τότε που η επίσημη ιστοριογραφία, από τα μέσα του 19ου αιώνα, συνέβαλε στην ιδεολογική συγκρότηση του έθνους-κράτους, διαμορφώνοντας, με εντελώς επιλεγμένα υλικά, την εθνική συνείδηση και την εθνική αυτοπεποίθηση. Μια συνείδηση που παραιτήθηκε από οτιδήποτε σύγχρονο θα μπορούσε να βοηθήσει το νέο κράτος, προκειμένου να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες σκοπιμότητες εκείνων που άρχουν. Των εκάστοτε. Μπορώ να καταλάβω ότι τον 19ο αιώνα χρειαζόταν μια μαγιά για να φτιαχτεί το εθνικό κράτος. Ε, δεν μπορούν αυτά να φτάνουν μέχρι το 2008. Γιατί όσο υπάρχουν αυτά, υπεκφεύγουμε από την ευθύνη μας σήμερα να συγκροτήσουμε την εθνική αυτοπεποίθησή μας, με σύγχρονους όρους.
Παντού μύθοι
— Μύθοι υπάρχουν απ’ όλες τις πλευρές, και για πρόσφατα γεγονότα, όπως ο Εμφύλιος. Και είναι μύθοι που έχουν καλλιεργηθεί και από τις δύο πλευρές. Οι ιστορικοί του Εμφυλίου, κάθε άποψης, δείχνουν συχνά να δυσκολεύονται να κάνουν διάλογο, να επικοινωνήσουν. Πώς το σχολιάζετε αυτό;
— Μία από τις μορφές της συνάντησης των ετερόκλητων αληθειών και πώς τις χειριζόμαστε, στο μυθιστόρημα, είναι το κεφάλαιο για τον Εμφύλιο. Το χειρίζομαι με μια συγκεκριμένη οπτική, που υπηρετεί τη μυθιστορία, που είναι: έχουμε δύο αλήθειες και δύο δυνατότητες. Η μία ήταν να επικρατήσουν οι μετριοπαθείς φωνές. Σας μιλάω για την άνοιξη του 1947, οι Αγγλοι δίνουν τη σκυτάλη στους Αμερικανούς, ακόμα οι Αμερικανοί είναι οι καλοί. Από τα τεκμήρια τα ιστορικά προκύπτει ότι και τα δύο στρατόπεδα έχουν νηφάλιες φωνές για την κατάσταση στην Ελλάδα τότε, που με όρους πολιτικούς η δημοσιογραφία την ονοματίζει «ανωμαλία», δηλαδή να φύγουν οι Αγγλοι και να μην παρεμποδίζουν την ελεύθερη βούληση των Ελλήνων. Υπάρχει το ένα σενάριο, που αντιπαλεύουν οι μετριόφρονες αστοί με τους μετριόφρονες αριστερούς, με βούληση συναίνεσης και όχι ξεσπάσματος δεύτερου γύρου. Και υπάρχει και το άλλο σενάριο, οι ακραίοι κι από τις δύο πλευρές, οι οποίοι και τελικά επικρατούν. Και πάμε στο δεύτερο γύρο, όπου είναι αυτονόητο ότι οι μισοί θα σφάξουν τους άλλους μισούς. Αυτό λέει ο ήρωάς μου. Και οδηγούμαστε, ανεξαρτήτως ποσοστών ευθύνης, εκεί που οδηγηθήκαμε. Κι ενώ όλα τα τραύματα στο μυθιστόρημα κάπου επουλώνονται, ισορροπούν αλλού κι αλλιώς, ένα από τα τραύματα, στο τέλος του βιβλίου μένει ανοιχτό. Το τραύμα του Εμφυλίου. Υπάρχει μια σκηνή στο τέλος, όπου ο ήρωας στη γιορτή του ανακαλεί και θυμάται όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Ενας μόνο λείπει, ο αριστερός κολλητός του φίλος, ο Αυγέρης. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τη λέξη «κρίμα». Κι αυτή η λέξη είναι η συναισθηματική υπονόμευση αυτού που λέτε μελαγχολία. Υπάρχει αυτή η μελαγχολία και συμπυκνώνεται στη λέξη «κρίμα». Και δεν είναι η ιστορία μιας οικογένειας, αλλά η ιστορία μιας ολόκληρης Ελλάδας, που κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα κουβαλάμε μέσα μας πληγές εκείνης της Ιστορίας, που μπορεί να μην είναι προσωπικά τραύματα, αλλά τα κουβαλάμε ως κληρονομημένη παιδεία. Αν κοιτάξετε την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία, όσο την παρακολουθώ, έρχεται και επανέρχεται ως πολιτικό άγος το Ολοκαύτωμα. Πιστεύω ότι ο δικός μας αιώνας, το δικό μας κοινωνικό άγος, είναι η εμφυλιοσπαρακτική κουλτούρα, που ειλικρινά δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Χωρίς να έχω προσωπικά τραύματα, είδα πώς πληγώθηκε μια κοινωνία, και πόσο πίσω πήγε.
Κάνω διορθώσεις
— Είναι το πιο πολιτικό σας βιβλίο;
— Ναι. Πολιτικό με μια ευρύτερη έννοια. Οτι ενώ παίζεται στο παρελθόν, αγγίζει πάρα πολλά διακυβεύματα του σήμερα, που εξακολουθούν να είναι άλυτα, ή να είναι λυμένα κατά τρόπο που να μας οδηγούν σε αδιέξοδα και σε ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις. Είχα πάντοτε μέσα μου την κουλτούρα της αμφιβολίας, όχι γιατί δεν είχα άποψη. Αλλά ποτέ δεν είπα αυτή είναι η σοφία του Σολομώντα και αυτοί είναι το άλφα και το ωμέγα κι όλοι οι άλλοι σαπούνι. Παρά την ολοκληρωμένη θεώρηση κάποιων πραγμάτων με τα οποία ασχολιόμουν, πάντοτε με έτρωγε κι αυτή η αμφιβολία: είμαι σωστά; Μήπως κάνω λάθος; Κι αυτό το ερώτημα με καλούσε να προσπαθήσω να κατανοήσω την άποψη του άλλου, και ενδεχομένως να κάνω διορθώσεις ή επαναβεβαιώσεις όσων πίστευα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πάντοτε να στέκομαι με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο στις απόψεις των άλλων. Δεν σημαίνει ότι τα αποδέχομαι όλα...
Υπάρχουν όρια
— Αλλά τα ακούτε όλα...
— Τουλάχιστον αυτό. Κι εκεί που σταματάω ν’ ακούω, διότι καθένας έχει το περίγραμμά του, δηλαδή δεν είμαι σε μια μεταμοντέρνα αντίληψη που τα πάντα είναι σχετικά και άμα τα δεις από μια οπτική γωνία μπορείς να καταλάβεις και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Για όλα υπάρχει ένα όριο. Ολος αυτός ο προβληματισμός, η αμφιβολία και η προσπάθεια κατανόησης του άλλου είχε τα όρια που επιβάλλει ένα σύστημα αξιών όπως τα έχουμε πάρει, από μία δημοκρατία στην οποία μπορούμε να συμφωνήσουμε ποιες είναι οι αξίες της και οι αρχές της. Δηλαδή αν μου τινάξεις αυτό το αξιακό περιεχόμενο της δημοκρατίας, εκεί σταματάει και ο διάλογος και η κατανόηση και η προσπάθεια προσέγγισης και αγκαλιάσματος του διαφορετικού του άλλου.
Η αφήγηση της ιστορίας μέσα από μια γιαγιά
«Η γιαγιά Ερατώ στο βιβλίο λέει διάφορες ιστορίες για το Αϊβαλί του 18ου αιώνα. Θέλω μέσα από το παραμύθι να αναιρέσω τη μία και μόνη εκδοχή της ιστορικής αλήθειας. Η γιαγιά τι κάνει; Ιστορία αφηγείται, αλλά κάτι βάζει από δω, κάτι φωτίζει από κει, κάτι παραλλάσσει και ξεφεύγει από αυτά που μέχρι τότε ήξεραν ως ιστορία. Και λέει ιστορίες που μπορεί να γεννήσουν σκέψεις για το αύριο. Και σ’ αυτή τη φράση προσπαθώ να συμπυκνώσω όλη αυτή τη θεωρία για τη σφαγή που έχει γίνει στους ιστορικούς επιστήμονες μεταξύ μιας ακαδημαϊκής σχολής που λέει “μόνο γεγονότα”, και από την άλλη πλευρά αυτό που πρώτος όρισε ως διακύβευμα ο Καντ, που πρώτος είπε “τι κάνουμε τώρα;”. Δηλαδή η χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της ιστορίας για το παρόν και για το μέλλον, κι όχι αν έσφαξε ο Παλαιολόγος τον Βαγιατζήτ ή ο Βαγιατζήτ τον Παλαιολόγο. Γι’ αυτό βάζω τη γιαγιά να λέει πράγματα, που να σκεφτεί ο ακροατής της για το σήμερα και το αύριο».
— Μπορούμε δηλαδή να πούμε μεγάλες αλήθειες με πιο εύπεπτο τρόπο, ώστε να τις προσεγγίσουμε ευκολότερα;
— Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε διδάγματα από την ιστορία, που μπορούμε να τα δούμε μ’ έναν άλλον τρόπο και να βγάλουμε συμπεράσματα. Ειδάλλως, τι να τα κάνω 3.000 χρόνια πολιτισμού; Για να είμαι γονυπετής και να τα προσκυνάω, αν δεν μπορώ ν’ αντλήσω κάτι; Όλο αυτό το διακύβευμα, του πώς κοιτάμε την ιστορία, προσπάθησα να το συμπυκνώσω, να το λειάνω και να το εκλαϊκεύσω και να το βάλω στο στόμα της γιαγιούλας.
Η κουλτούρα της μη ανοχής
«Έχει ενδιαφέρον ν’ αναζητήσουμε τις αιτίες για το στοιχείο της κουλτούρας μας που ρέπει προς τη μετωπική σύγκρουση. Και πιο πριν, αλλά κυρίως από το 1914 και μετά που αρχίζει η σύγκρουση βασιλιά - Βενιζέλου, υπάρχει η κουλτούρα μιας μετωπικής σύγκρουσης, μιας οριστικής επιβολής των μεν πάνω στους άλλους. Κάποιοι μπορεί να το αποδώσουν στο ταμπεραμέντο, κάποιοι στα τραύματα. Νομίζω ότι πρέπει να αναζητηθεί στην παιδεία μας η ροπή αυτή, το έλλειμμα μιας κουλτούρας συνεννόησης και κατανόησης του άλλου. Το οποίο στις άλλες κοινωνίες με το Διαφωτισμό υφαίνεται ως βασικό στοιχείο της κοινωνικής συμπεριφοράς του πολίτη. Εδώ δεν έχει ριζώσει, ώστε να ισορροπήσει την ελληνική κοινωνία».
«Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά», λέει ο συγγραφέας. |
Υπάρχει μια φράση - κλειδί στις πρώτες σελίδες του καινούργιου μυθιστορήματος του Νίκου Θέμελη: «Ισως έρχεται η σειρά να δοκιμαστεί και η αλήθεια των άλλων». Ποια είναι όμως αυτή η αλήθεια και με τι έχει σχέση; Δεκαεννέα μήνες μετά το μυθιστόρημά του Μια ζωή, δυο ζωές, τοποθετημένο στην Αθήνα του 2000, ο Νίκος Θέμελης επιστρέφει στο ιστορικό μυθιστόρημα. Οι αλήθειες των άλλων είναι μια μεγάλη αφήγηση 500 σελίδων, τοποθετημένη ολόκληρη στον 20ό αιώνα, που διαβάζεται απνευστί. Ο Θέμελης είναι τελικά ένας μάστορας της αφήγησης και γνωρίζει πολύ καλά να διαχέει τη μεγάλη ιστορία μέσα στις μικροϊστορίες των ηρώων του, αυτές τελικά που στοιχειοθετούν ένα μυθιστόρημα.
«Ο καθένας μας κουβαλάει μια προσωπική του αλήθεια. Το πρόβλημα γίνεται διακριτό από το πώς στεκόμαστε απέναντι στις αλήθειες των άλλων και πώς οι άλλοι στέκονται απέναντι στις δικές μας αλήθειες» μας λέει τώρα ο Νίκος Θέμελης οδηγώντας μας έτσι στην ιδεολογική καρδιά της αφήγησής του. Και θα βρούμε αυτή τη φράση, παραλλαγμένη ελαφρά, να επανέρχεται διαρκώς σε διάφορες σελίδες του μυθιστορήματος. «Η άποψη των άλλων είχε επιβληθεί, η δική τους αλήθεια δεν είχε αντέξει». Και κάπου αλλού: «Η αλήθεια των άλλων, όταν δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση άκαιρη, είναι μια ανοησία, μια επικίνδυνη συχνά ανοησία».
Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Θέμελη ήρωας ήταν ένας 54χρονος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης που αντιμετώπιζε την κρίση της μέσης ηλικίας ή την κρίση αναζήτησης ταυτότητας, σε αυτό το μυθιστόρημα ο ήρωας ή τουλάχιστον το πρόσωπο από το οποίο αρχίζει η αφήγηση είναι ένας φρέσκος διδάκτορας Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ισως δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερος ήρωας για ένα μυθιστόρημα που τελικά έχει σχέση με την ταυτότητα ή καλύτερα με τις ποικίλες ταυτότητες που έχει ο κάθε άνθρωπος. Μπορούμε να πούμε ότι το θέμα της ταυτότητας διαπερνά όλο το μυθιστορηματικό έργο του Νίκου Θέμελη, την τριλογία του (Η αναζήτηση, Η ανατροπή, Η αναλαμπή), το Για μια συντροφιά ανάμεσά μας και φυσικά το Μια ζωή, δυο ζωές.
Βέβαια τα μυθιστορήματα του Θέμελη δεν είναι μεταμφιεσμένα δοκίμια. Είναι καθαρόαιμα μυθιστορήματα που, όπως δείχνει η επιτυχία τους, ανταποκρίνονται στις ποικίλες προσδοκίες των αναγνωστών τους, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα.
Η αφήγηση ξεκινά στο Λονδίνο το 1959. Ο νεαρός διδάκτορας Ιστορίας, ο οποίος έχει δουλέψει μια διατριβή για το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μαζί του φέρνει και το μυστικό ενός χειρογράφου, η αποκάλυψη του οποίου δοκιμάζει τις βεβαιότητές μας για την ιστορία. Είναι ένα μυστικό συνταρακτικό, ίσης αξίας με τα μεγάλα μυστικά της επιστήμης που άλλαξαν τον ρου του ακίνητου θρησκευτικού κόσμου, του «έτσι τα αφήνουμε γιατί έτσι τα βρήκαμε». Στην Ελλάδα η ΕΔΑ έχει πάρει 24% στις εκλογές. Ο «άλλος», ηττημένος στον Εμφύλιο, εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο και με την αφορμή αυτή διατυπώνεται η πρώτη φράση-κλειδί του μυθιστορήματος «ίσως έρχεται η σειρά να δοκιμαστεί και η αλήθεια των άλλων».
Ξαναβρίσκω τα λόγια του Νίκου Θέμελη: «Η ελληνική ταυτότητα, η θρησκευτική ταυτότητα, η ταξική ταυτότητα, η ερωτική ταυτότητα, ακόμη και η ταυτότητα του ατομικού πολιτισμού που ο καθένας μας κουβαλάει και οι συγκρούσεις των διαφορετικών ταυτοτήτων αποτελούν το ιδεολογικό φόντο του μυθιστορήματος». Μετά το προοίμιο του Λονδίνου, η αφήγηση μας οδηγεί στο Αϊβαλί, το 1923, εδώ όπου ξεκινούν όλα, εδώ όπου βρίσκουμε τον πατέρα και τον παππού του ήρωα. Είναι το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, απίστευτης ατμόσφαιρας και έντασης, όπου ο Νίκος Θέμελης πλέκει ένα παιχνίδι ταυτοτήτων, με σασπένς αλλά και με την αγωνία που προκαλεί η επικείμενη αποκάλυψη (η όποια).

Σε ένα εγκαταλελειμμένο από τους Ελληνες κατοίκους του Αϊβαλί ο πατέρας του ήρωα κατορθώνει να επιβιώσει με το όνομα και την ταυτότητα ενός Τούρκου. Ολα γύρω του αλλάζουν καθώς η πόλη σιγά σιγά εποικίζεται από τους τουρκικούς πληθυσμούς που έρχονται από την απέναντι Λέσβο ή από την Κρήτη, μέσα από τις διαδικασίες της ανταλλαγής, του μπουμπαντελέ. Με την ταυτότητα του τούρκου μωαμεθανού ο έλληνας χριστιανός μένει πίσω στο Αϊβαλί για να μπορέσει να φυγαδεύσει μπαούλα με πολύτιμα υλικά που κρύβονται στο υπόγειο του πατρικού μαγαζιού, παλιά βιβλία, ευαγγέλια και ανάμεσά τους το χειρόγραφο με το μυστικό. Ο μόνος που γνωρίζει την πραγματική ταυτότητά του είναι ένας Τούρκος από τη Μυτιλήνη, αγγειοπλάστης, καλλιτέχνης. Ανάμεσα στους δύο νεαρούς άντρες αναπτύσσεται μια τρυφερή σχέση, που ο Θέμελης κατορθώνει να τη δώσει πολύ γλυκά και υπαινικτικά, με απόλυτα πειστικό τρόπο, ανοίγοντάς μας την πόρτα μιας άλλης ταυτότητας, της σεξουαλικής, εξίσου κρίσιμης με την εθνική ταυτότητα και εξίσου μυθιστορηματικής. Στο τέλος αυτού του μέρους ο ήρωας κατορθώνει να αποδράσει με μια βάρκα στη Μυτιλήνη φέρνοντας μαζί τα πολύτιμα μπαούλα και φυσικά το χειρόγραφο με το μυστικό, τυλιγμένο σε λαδόκολλα, για να συναντήσει εκεί τα σπαράγματα της οικογένειάς του και φυσικά για να ξαναβρεί την ταυτότητά του.
Στη Μυτιλήνη αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Αν η αφήγηση στο πρώτο είναι τοποθετημένη στο Αϊβαλί, σε έναν περιορισμένο χρόνο, λίγο μετά την καταστροφή, στο δεύτερο μέρος η αφήγηση απλώνεται στον χώρο και στον χρόνο: Μυτιλήνη, Αθήνα, Κομοτηνή και πάλι Αθήνα, οι δεκαετίες του '30, του '40, του '50. Ο πατέρας του ήρωα στην Αθήνα σπουδάζει, παντρεύεται, αποκτά τον πρώτο του γιο, αυτόν που βρίσκουμε στην αρχή του μυθιστορήματος στο Λονδίνο, και διορίζεται καθηγητής σε ένα γυμνάσιο της Κομοτηνής.
Το χειρόγραφο με το τρομερό μυστικό τον ακολουθεί πάντα και στην Κομοτηνή, με βάση αυτό το χειρόγραφο, φέρνει την ανατροπή στη διάρκεια μιας εθνικής εορτής. Κατηγορείται αμέσως για προδοσία και σώζεται φυγαδευόμενος από μια οικογένεια εβραίων της πόλης. Είναι ωραία αυτή η εικόνα, καθώς ο Θέμελης ανατρέπει το στερεότυπο του διωκόμενου εβραίου, βάζοντας στη θέση του τον διωκόμενο από τους ομοθρήσκους του Ελληνα που σώζεται από τον αλλόθρησκο εβραίο. Ο συγγραφέας δοκιμάζει διαρκώς τις βεβαιότητές μας: ποιος είναι ο εχθρός, ποιος είναι ο φίλος, ποιος είναι ο καταδότης, ποιος ο σωτήρας.
Πάλι πίσω στην Αθήνα ο πατέρας του ήρωα βρίσκει καταφύγιο εργαζόμενος στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ίδρυμα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Στο φόντο όλη η πολιτική κατάσταση της εποχής, το ΕΑΜ, το ΚΚΕ, η ΕΠΟΝ, τα αστικά κόμματα, ο Τσαλδάρης, ο Παπανδρέου, ο Σοφούλης. Η Γεννάδειος είναι ένας χώρος που δημιουργεί την αποστασιοποίηση από τα πάθη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ίδιοι οι ήρωες μένουν αλώβητοι. Πώς πέθανε η μητέρα του ήρωά μας;
Το χειρόγραφο πάντως ταξιδεύει μαζί τους, μαζί με το μυστικό. Θα αποκαλυφθεί. Οταν ο ήρωας επιστρέφει στην Ελλάδα από το Λονδίνο, οι βεβαιότητες έχουν αρχίσει σιγά σιγά να ταρακουνιούνται. Ο ίδιος ξέρει το μυστικό. Σε λίγο θα το μάθουν και οι άλλοι.
Από το 1998, όταν κυκλοφόρησε Η αναζήτηση, που εξακολουθεί να αγοράζεται (86η έκδοση εφέτος), ο Νίκος Θέμελης από βιβλίο σε βιβλίο στοιχειοθετεί με συνέπεια το μυθιστορηματικό του πρόγραμμα μένοντας πάνω απ' όλα πιστός στην αφήγηση, στο παραμύθι, δηλαδή στην παραμυθία που όλοι έχουμε ανάγκη.

«Ζαλισμένοι βρέθηκαν κάποια στιγμή να κρατά σφιχτά ο ένας τον άλλον με τα δύο χέρια. Με πλεγμένα τα δάχτυλα πίσω από του συντρόφου του το σβέρκο. Σαν να ανίχνευαν συνένοχοι μια άγνωστή τους ιεροτελεστία ή σαν να καθαγίαζαν μία ολότελα δική τους, άρχισαν αργά, συντονισμένα, να κουτουλιούνται. (...) Λες και μάχονταν σε κάθε πλησίασμά τους με προσπάθεια υπεράνθρωπη, με πείσμα να τσακίσουν, να αφανίσουν και τις τελευταίες αναστολές τους. Να φύγουνε από τη γη και να ταξιδέψουμε στον ουρανό με τους αγγέλους στο πλευρό τους».
Νίκος Θέμελης
OΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
ΕΚΔ. ΚΕΔΡΟΣ 2008, ΣΕΛ. 499