Showing posts with label Βούλγαρης Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Βούλγαρης Κώστας. Show all posts

Sunday, November 21, 2010

Η αριστοκρατικότητα της τέχνης και της αριστεράς

  • Βούλγαρης Κ., ΑΥΓΗ: 21/11/2010
Με προεκλογικές δηλώσεις τους, ο στιχουργός και μυθιστοριογράφος Μάνος Ελευθερίου και η ποιήτρια Κική Δημουλά ετάχθησαν δημοσίως υπέρ της υποψηφιότητας του Ηλία Ψινάκη, ο οποίος, ως ήτο φυσικό, με τέτοια υποστήριξη, επρώτευσε κατά τη σταυροδοσία στο συνδυασμό του κ. Κακλαμάνη, ενώ αν επρώτευε και ο συνδυασμός, ο πνευματώδης ανήρ ήτο βέβαιο ότι θα κατελάμβανε, αυτοδικαίως, τη θέση του Αντιδημάρχου επί θεμάτων Πολιτισμού.


Όταν ο Μάνος Ελευθερίου και η Κική Δημουλά ψηφίζουν Ηλία Ψινάκη...
Μετά όμως την (μη αναμενόμενη...) ήττα του συνδυασμού Κακλαμάνη, θα πρέπει να πάψουμε να ανησυχούμε. Η δημοκρατική και αισθητική τάξη απεκατεστάθη και μπορούμε πλέον να κοιμούμαστε ήσυχοι. Ο πολιτιστικός μας πολιτισμός δεν κινδυνεύει. Άλλωστε, το εγγυώνται η ποιότητα του έργου των δύο δημιουργών, του Μάνου Ελευθερίου και της Κικής Δημουλά.

Έτσι δεν είναι; Μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει το έργο τους; Ποιος θα τολμήσει κάτι τέτοιο, αφού αυτό έχει ήδη εγγραφεί με χρυσά γράμματα στις σελίδες του νεοελληνικού πολιτισμού; Ποιος έχει το κουράγιο να πάει κόντρα στην πάνδημη λαϊκή αποδοχή τού εν λόγω έργου; Με τι κουράγιο θα αρθρώσει τον αντιρρητικό λόγο του;

Επιπλέον δε, είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να συνδέσει τη δημόσια στάση ενός συγγραφέα με το έργο του; Εκατομμύρια σελίδες τυπωμένου χαρτιού χρειάστηκαν για να γίνει αυτή διάκριση. Είναι δυνατόν κάποιος, σήμερα, να απαιτεί από έναν συγγραφέα, και εν γένει καλλιτέχνη, να έχει σαφή πολιτική τοποθέτηση, ακόμα και στις δημοτικές εκλογές; Άλλα τόσα εκατομμύρια σελίδων έχουν γραφεί για την «ελευθερία» του καλλιτέχνη. Και, τέλος πάντων, δεν παίζουν ρόλο οι διαπροσωπικές σχέσεις; Και, κυρίως, ο καλλιτέχνης δεν δικαιούται να έχει τη δικιά του, «προσωπική» γωνία θέασης των πολιτικών και κοινωνικών δρώμενων;

Να λοιπόν που όλα συνηγορούν υπέρ της ελευθερίας του λόγου και των προσωπικών πολιτικών προτιμήσεων των συγγραφέων, και δη του Ελευθερίου και της Δημουλά. Μάλιστα, είναι τόση μεγάλη η ισχύς αυτής της «ελευθερίας», που θα ήταν μάταια, και ιδεολογικά «ύποπτη», κάθε απόπειρα να εισαγάγει κάποιος και άλλες παραμέτρους για να εξηγήσει τη στάση των δύο συγγραφέων. Δηλαδή, παραμέτρους κοινωνικές, δημοσίων σχέσεων, καιροσκοπισμού και άλλες συναφείς.

Και το έργο τους; Δεν συνεχίζει να λάμπει; Αμαυρώθηκε, έστω και λίγο, από αυτή τη στάση τους; Δεν νομίζω. Άλλωστε, συνηθίζεται οι συγγραφείς, στο πλαίσιο της «πολυσημίας» του έργου τους, να έχουν και μια «πολύσημη» δημόσια στάση. Π.χ., πριν από λίγο καιρό ο Ελευθερίου υπέγραφε υπέρ της Δημοκρατικής Αριστεράς, ενώ οι σχέσεις και επαφές της «αποστασιοποιημένης» ποιήτριας με τους εκάστοτε κυβερνώντες είναι παροιμιώδεις.

Ναι, αλλά η κοινωνία θα συνεχίζει να διαβάζει, να εκτιμά και να τιμά τον Ελευθερίου και τη Δημουλά. Έτσι είναι. Είμαστε όλοι συνένοχοι λοιπόν; Όχι, αλλά το μόνο που μπορώ να επικαλεστώ είναι πως εδώ, στις «Αναγνώσεις», στα οκτώ χρόνια που υπάρχουν, για τα πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του Μάνου Ελευθερίου δεν έχει γραφεί ούτε λέξη (καθ' ότι πρόκειται για παραλογοτεχνία και κανείς συνεργάτης μας δεν προσφέρθηκε να κάνει και τη στοιχειωδέστερη κριτική...), ενώ για το όλο έργο και τα εκδοθέντα βιβλία της Κικής Δημουλά υπάρχει μόνο ένα, κι αυτό αντιρρητικό κείμενο, που αμφισβητεί ευθέως την ποιητική τους αξία.

Και τι έγινε; θα μπορούσε να πει κάποιος. Οι αναγνώστες, φυσικά και πολλοί αναγνώστες της Αυγής, τους διαβάζουν, και η κοινωνία τούς επιδαψιλεύει τιμές. Το δε έργο τους είναι τόσο σημαίνον, για τη σύγχρονη νεοελληνική κουλτούρα, που η σιωπή κάποιων σελίδων είναι ασήμαντη. Ναι, έτσι είναι.

Ναι, έτσι θα ήταν, αν η συνθήκη της τέχνης ήταν «δημοκρατική». Η κυρία Λένα Μαντά (των 150.000 αντιτύπων για κάθε βιβλίο της) θα ήταν ήδη κάτοχος του Νόμπελ, και όχι η κ. Δημουλά, που επί έτη πολλά πασχίζει. Ο δε Μάνος Ελευθερίου θα έπρεπε, με τα τόσα πολυτραγουδισμένα στιχάκια του, να έχει ήδη ανακηρυχθεί ύπατος των ποιητών, έστω μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο δε κ. Ψινάκης θα δικαιούτο όχι τη θέση του Αντιδημάρχου Πολιτισμού, αλλά τον ίδιο το θώκο του Δημάρχου Αθηναίων, αφού αυτό επιτάσσουν τα νούμερα της τηλεθέασης και, όπως έλεγαν παλιά, «βοή λαού»...

Μόνο που η συνθήκη της τέχνης δεν είναι «δημοκρατική», αλλά αριστοκρατική, χωρίς εισαγωγικά. Ναι, λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες του Ελευθερίου και της Δημουλά, η καλλιτεχνική αξία του όποιου έργου τους δεν κρίνεται από τη δικιά σας αποδοχή, αλλά από τις κριτικές αποτιμήσεις του, και μάλιστα σε βάθος χρόνου. Η δικιά σας αποδοχή αποτελεί απλώς έναν δείκτη της νεοελληνικής ιδεολογίας, των αισθητικών προτιμήσεων της κοινωνίας στα χρόνια αυτά κλπ κλπ. Σίγουρα, δε, αυτή η αποδοχή θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας σχετικής διδακτορικής διατριβής, σε ένα Τμήμα Πολιτισμικών Σπουδών κάποιου Πανεπιστημίου. Και μιας ακόμη διατριβής, γιατί η δικιά σας αποδοχή συνιστά ένα ισχυρό τεκμήριο της σημερινής, γενικευμένης κρίσης της νεοελληνικής κοινωνίας.

Ναι, αλλά οι σελίδες βιβλίου μιας εφημερίδας της αριστεράς, ακόμα κι αυτό εδώ το κείμενο, πώς μπορεί να αδιαφορούν για τη γνώμη της κοινωνίας, πόσο μάλλον να τη χλευάζουν; Μπορούν, αλλά η απάντηση δεν βρίσκεται στα πολιτικά κιτάπια αλλά μόνο στο χώρο της τέχνης. Ο φίλος μου πεζογράφος Τάσος Γουδέλης μου έλεγε προσφάτως οι αριστεροί είναι εξ ορισμού εστέτ, η δε σχέση τους με την κοινωνία αριστοκρατική. Γιατί, απλούστατα, δεν αποδέχονται και δεν σέβονται την εικόνα που έχει η κοινωνία για τον εαυτό της, δεν την «εκφράζουν», όπως κάνουν οι άλλοι πολιτικοί χώροι, αλλά επιχειρούν να της αλλάξουν αυτή την εικόνα που έχει για τον εαυτό της...

Γι' αυτό άλλωστε η σχέση της αριστεράς με την κοινωνία, άλλοτε ισχυρή άλλοτε αναιμική, είναι μια ποιοτικά διαφορετική πολιτική σχέση. Η σχέση της αριστεράς με την τέχνη; Ας το αφήσουμε... ίσως για μια άλλη φορά...

Sunday, November 14, 2010

Τα φαντάσματα του Ζαχαριάδη και η πολιτικότητα της μεταμυθοπλασίας

  • Η ΑΥΓΗ: 14/11/2010



  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
    • ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ, Πορφυρά γέλια, μυθιστόρημα, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 248
    Ένας ανυποψίαστος αναγνώστης, ανοίγοντας το βιβλίο του Φάις, μάλλον θα εκπλαγεί: ξεκινά με ένα θεατρικό έργο, το οποίο φθάνει μέχρι τη μέση του βιβλίου, όπου εγκιβωτίζεται μία «πραγματολογική» φωτογραφία του βασικού μυθιστορηματικού ήρωα, του Νίκου Ζαχαριάδη, ενώ το υπόλοιπο μισό συνίσταται από τέσσερις παράλληλες αφηγήσεις, «προσώπων» μάλιστα του θεατρικού έργου, ενώ οι δύο εξ αυτών των αφηγήσεων εκφέρονται από το ίδιο αφηγηματικό πρόσωπο. Δομή αντισυμβατική για μυθιστόρημα, αλλά ακριβώς έτσι φτιάχνεται μια ανοιχτή «εξήγηση», ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Γιατί το μυθιστόρημα του Φάις, ήδη από την πρώτη του σελίδα, θέτει στον αναγνώστη το μεγάλο ερώτημα, το βασικότερο σε κάθε τέχνη: σε ποια γλώσσα, δηλαδή σε ποια μορφή θα μιλήσει το θέμα του; Το «θέμα» του βέβαια είναι ερεθιστικό, και ο ήρωας, αρνητικός ήρωας αν προτιμάτε, διάσημος: ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο «αρχηγός» του ΚΚΕ. Μάλιστα το πραγματολογικό υλικό που συγκέντρωσε ο συγγραφέας περιέχει πλείστα όσα στοιχεία και λεπτομέρειες, ενώ το αφηγηματικό υλικό του θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια ευθύγραμμη, τυπική μυθιστορηματική αφήγηση (με τα αναμενόμενα φλας-μπακ και τις απαραίτητες παρεκκλίσεις και ανατροπές...), με κεντρικό ήρωα ένα πρόσωπο που συνοψίζει μια ολόκληρη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, ενώ «έτοιμοι» ήταν και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, καθώς και μια ενδιαφέρουσα πλοκή, όπως επίσης έτοιμα ήσαν και τα λαμπερά στιγμιότυπα, που θα διάνθιζαν τη ροή της αφήγησης με απαράμιλλη χάρη, ενώ οι στοχαστικές ατάκες, αν τοποθετούντο «σοφά», δηλαδή στην κατάλληλη απόσταση από τα σημεία της δραματικής έντασης, θα πρόσθεταν και την απαραίτητη αίσθηση «βάθους». Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο μια τεχνική, μάλλον ένας μηχανισμός ευφυών υπεκφυγών, για να διεξέλθει τα πάντα ακανθώδη πολιτικά σημεία, όπου δημιουργούνται οι εντυπώσεις, τόσο κρίσιμες για ένα τέτοιο θέμα, αφού η «θέση» που παίρνει τελικά ο συγγραφέας αποτελεί ένα από τα κριτήρια του αναγνώστη και εν πολλοίς καθορίζει την εμπορική τύχη του βιβλίου. Με λίγα λόγια, ο Φάις είχε στα χέρια του ένα υλικό, φυσικά και τη συγγραφική δυνατότητα, να γράφει ένα μπεστ σέλερ, σαν τα δυο τρία που κάθε χρονιά επιτυγχάνουν εξαψήφια νούμερα πωλήσεων, και μάλιστα όχι αισθηματικό ή έστω ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ευθέως «πολιτικό». Μια δυνατότητα που μπορούσε να την κάνει πράξη χωρίς να «εκτεθεί»∙ απλώς θα έπρεπε να ακολουθήσει την πεπατημένη, όπως σχεδόν όλοι γύρω του. Και αν το έκανε, ο αριθμός των ανθρώπων που θα πικραίνοντο, που θα ένιωθαν «αισθητικά» προδομένοι, σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία του Φάις που διάβασαν, θα ήταν σίγουρα διψήφιος...

    Όχι, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο στριφνό ή δυσνόητο, που καταλήγει έρμαιο κάποιων αδιάφορων, για τον αναγνώστη, πειραματισμών του συγγραφέα. Απλώς, σεβόμενο την τέχνη στην οποία εγγράφεται, σεβόμενο επιπλέον το θέμα του, αλλά σεβόμενο και τον αναγνώστη του, κοπιάζει να βρει μια μορφή που, π.χ., να αντιστοιχεί στο χρόνο που μεσολάβησε από την εποχή του Ζαχαριάδη, δηλαδή μια μορφή που να συνυπολογίζει και να διαχειρίζεται τον ιστορικό, αλλά και τον «αισθητικό χρόνο» που μεσολάβησε. Γιατί η εποχή του Ζαχαριάδη είναι πια τόσο μακρινή, που καμιά «ρεαλιστική» ή «ιστορική» λογοτεχνική αφήγηση δεν μπορεί να μας την «μεταφέρει», με τους γνωστούς τρόπους. Γιατί μετά το 1989 δεν άλλαξε η πολιτική γεωγραφία και τα λογοτεχνικά γούστα, αλλά ο ρυθμός του κόσμου. Σε αυτό το ρυθμό ζούμε, έστω και αν, από «μαχμουρλίκι και συνήθεια», βολευόμαστε σε μπαγιάτικες συνταγές και καλλιτεχνικά προϊόντα. Ο συγγραφέας, και κάθε καλλιτέχνης που σέβεται την τέχνη του, οφείλει να ανταποκρίνεται σε αυτό, το πρωταρχικό αίτημά της, δηλαδή στο επόμενο βήμα της. Το ανάλογο θα έπρεπε ενδεχομένως να πράττει και ο αναγνώστης, αν και αυτός δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν, παρά μόνο, ίσως, στον εαυτό του.

    Όντας όχι μόνο ομότεχνος του Φάις αλλά και συνοδοιπόρος στο ρεύμα της πολυφωνικής μεταμυθοπλασίας, θα ήταν εξ αρχής άκυρη κάθε προσπάθεια κριτικής, άρα και αξιολογικής αποτίμησης του βιβλίου εκ μέρους μου. Νομίζω όμως ότι δικαιούμαι να το «παρουσιάσω»∙ όχι φυσικά να παρουσιάσω το «θέμα» του και την πλοκή του, κατά τον γνωστό ιμπρεσσιονιστικό τρόπο, αφού η ίδια η μορφή της μεταμυθοπλασίας αποτελεί άρνηση και υπέρβαση τέτοιου είδους «παρουσιάσεων», δηλαδή άρνηση ολόκληρης αυτής της αφηγηματικής συνθήκης. Υποχρεούμαι όμως να αναφερθώ στην πολιτικότητά του. Και πάλι, όχι στη «θέση» που παίρνει ο συγγραφέας σε σχέση με την αντίσταση, τον εμφύλιο, τον Ζαχαριάδη, την αριστερά, κλπ κλπ. Αυτά αφορούν μυθιστορήματα μιας άλλης εποχής, ενός άλλου ρυθμού του κόσμου: η κορύφωση της πεζογραφίας μας με το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου έχει ήδη συμβεί, στην προηγούμενη εποχή, όπου το κιβώτιο υπήρχε, όντας για κάποιους άδειο και για κάποιους άλλους ξέχειλο, και ο συγγραφέας «δικαιούτο» να έχει την αφέλεια, ή και την πονηράδα (αφού ο Ντοστογιέφσκι και ο Μπαχτίν είχαν προϋπάρξει και ο Αλεξάνδρου τους είχε συναντήσει στο δρόμο του...) να παριστάνει τον ανυποψίαστο, μοναχικό αθώο, και να κινεί τα νήματα, βέβαιος για την προνομιακή θέση του σε σχέση με την ιστορία, με την άνεση να την θεάται από την ασφαλή θέση που του παρείχε η τέχνη, κλείνοντας αδιόρατα το αριστερό ή το δεξιό ή και τα δύο μάτια στον αναγνώστη. Σήμερα, αυτή η ψευδαίσθηση του συγγραφέα για τη θέση του μέσα στον κόσμο και στα πράγματα, αν την πάρουμε στα σοβαρά, είναι απλώς γελοία.

    Wednesday, November 21, 2007

    ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

    Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες

    ISBN: 978-960-03-4500-1

    Ένα μυστηριώδες χειρόγραφο, από τη δεκαετία του ’20, μας αφηγείται το δράμα ενός νεαρού άνδρα που βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού: Θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τις χαμένες ψηφίδες της μνήμης του ή θα ξεκινήσει μια νέα ζωή; Θα παραμείνει στη μίζερη Ελλάδα της εποχής ή θα ανοίξει τα φτερά του, αναζητώντας την τύχη του στην Ευρώπη; Η Λάγνα πριγκηπέσα, και άλλα τέσσερα λαϊκά μυθιστορήματα, που εκδόθηκαν στην Ιταλία και τη Γαλλία, είναι δικά του έργα; Γιατί χάνονται τα ίχνη του μετά το 1930; Έρωτες, πόλεμοι, θάνατοι, όπιο, ακολασίες, αδιέξοδα, συνθέτουν ένα σκηνικό μυστηρίου και περιπέτειας, που μας ξαναγυρνά στις σελίδες της Μαύρης Μάσκας και του Πιτιγκρίλι, στα καταγώγια των Αθηνών και των Παρισίων, στην εποχή όπου οι πόλεις γέμιζαν από νεαρούς άνδρες που δεν είχαν να χάσουν τίποτα και αλώνιζαν την Ευρώπη απ’ άκρη σ’ άκρη, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη ή απλώς έναν θάνατο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός από ανία και πλήξη.

    Ο συγγρα
    φέας... Ο Κώστας Βούλγαρης γεννήθηκε το 1958. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας και επιμελητής εκδόσεων. Είναι υπεύθυνος του ενθέτου για το βιβλίο «Αναγνώσεις», της Κυριακάτικης Αυγής. Έχει γράψει δοκίμια και πεζά και έχει επιμεληθεί τη σειρά «Εκ νέου» (τομίδια 1-16, 1999-2004) των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί επίσης: