Wednesday, November 2, 2016
Τάσος Λειβαδίτης: «Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους…»
Sunday, October 30, 2016
Τάσος Λειβαδίτης: «Ο ήλιος για όλους τους ανθρώπους…»
Wednesday, July 9, 2014
Διένεξη για τα δικαιώματα του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Ο εγγονός του αρνείται τη μετάφραση 150 ποιημάτων

Tuesday, December 2, 2008
Για την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη
Του Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, Tρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008
Η καλή ποίηση ποντάρει πάντοτε σε έναν δεύτερο χρόνο. Το στοίχημά της δεν παίζεται ποτέ εφάπαξ, όπως ξέρουμε και από την ιστορία των γραμμάτων, όπου δεν είναι λίγα τα περιστατικά επανανακάλυψης ή αργοπορημένης αναγνώρισης. Ξέρουμε, επί παραδείγματι, πως αν ο Κωστής Παλαμάς, στη δεκαετία του 1880, δεν «ηγόραζε εκ τινος παρά την Αγίαν Ειρήνην παλαιοπώλου δύο τομίδια ελληνικών ποιημάτων», το ένα με τον «Οδοιπόρο» του Παναγιώτη Σούτσου και το άλλο «άγνωστον αγνώστου εις αυτόν ποιητού», το οποίο και τον «είλκυσε» και τον «εξέπληξε», ίσως η αναντικατάστατη και ανάδελφη φωνή του Ανδρέα Κάλβου δεν θα αποκτούσε τη δεύτερη ευκαιρία της. Ξέρουμε επίσης ότι κάθε άλλο παρά καταδικαστικό για τη μοίρα του λόγου του ήταν το γεγονός ότι ο Γιώργος Σεφέρης τύπωσε το «Μυθιστόρημά» του το 1935 σε μόλις 150 αντίτυπα, ότι ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν εξέδιδε καν τα ποιήματά του υπό μορφή τυπικού βιβλίου ή ότι η «Αγονος γραμμή» του Αρη Αλεξάνδρου είχε πουλήσει μόνο έξι αντίτυπα στην πρώτη της έκδοση, το 1952, και η «Ευθύτης οδών» μόλις εννιά.
Ο «έπαινος του δήμου», αριθμητικά ή λογιστικά αποτυπωμένος σε πωλήσεις και ποσοστά, δεν είναι πάντοτε ασφαλές κριτήριο. Είναι πάντως ένας καλός δείκτης όταν παίρνει τη μορφή της εγκάρδιας υποδοχής από την κοινή, συλλογική φωνή των στίχων ενός ποιητή που πια, τραγουδισμένοι και περνώντας από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, κερδίζουν τη μάχη τους με τον χρόνο. Αυτό έγινε στην περίπτωση του Τάσου Λειβαδίτη, και μάλιστα με έναν τρόπο που απέδωσε στα τραγουδισμένα ποιήματά του έναν ανώνυμο χαρακτήρα, παρά τη λογιοσύνη τους· αρκετά από αυτά οι νεότεροι τα λένε πια δίχως να τα αποδίδουν σε συγκεκριμένο χέρι αλλά σαν να είναι γέννημα λαϊκό, δημοτικό, κοινό - κι αυτό είναι πιστεύω η ύψιστη τιμή για έναν ποιητή: να εγγραφεί ο προσωπικός του λόγος στο μεγάλο ανυπόγραφο βιβλίο, ως παράγραφος άνευ ιδιοκτήτη, συλλογικά υπογεγραμμένη. Σίγουρα, όσοι δίκαζαν τον «αντεθνικό» ποιητή (το 1955, για το βιβλίο του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου») και όσοι απαγόρευαν την προβολή ταινιών που βασίζονταν σε σενάριό του (μιλάω για τη «Συνοικία το όνειρο»), αλλιώς υπέθεταν το μέλλον.
Το δεύτερο στοίχημα
Αλλά η ποίηση του Λειβαδίτη, ήδη αναγνωρισμένη στον καιρό της, δεν κέρδισε το δεύτερο στοίχημά της μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο. Μπορεί η ποίηση να μετράει τις γενιές της ήττας τη μια πάνω στην άλλη, η ίδια όμως δεν ηττάται, εκτός και αν θεωρήσουμε τεκμήριο συντριβής της τις πωλήσεις, για τη σχετική αξία των οποίων ωστόσο μιλήσαμε λίγο πριν. Στα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, λοιπόν, έχουν πληθύνει οι ανατυπώσεις έργων του, οι μελέτες και οι διδακτορικές διατριβές, οι ανθολογήσεις, οι κριτικές προσεγγίσεις και αναψηλαφήσεις, οι αφιερωματικές εκδηλώσεις. Στόχος, η εκ νέου υπόδειξη και ανάδειξη μιας φωνής που καλλιέργησε και πιστοποίησε την ιδιοτυπία της μολονότι είχε να συγκριθεί στον καιρό της «στράτευσης» με τον δεσπόζοντα όγκο του Γιάννη Ρίτσου, ενώ στον καιρό της στάχτης και του κριτικού αναστοχασμού (όταν πια στο ερώτημα «Κι εγώ ποιος ήμουν;» είχε παγιωθεί η απάντηση «ένας πρίγκιπας του τίποτα, ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα», απάντηση που ανακοινώθηκε με τα «Χειρόγραφα του φθινοπώρου», τη συλλογή που εκδόθηκε μεταθανάτια, το 1990) είχε να μετρηθεί με τον καίριο τρόπο του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Αρη Αλεξάνδρου.
Γράφοντας εδώ τον Δεκέμβριο του 1990 γι’ αυτήν τη μετά θάνατον παρουσία του ποιητή και λοξοκοιτάζοντας τις γραμματολογικές διχοτομήσεις σε επικό/ελεγειακό Λειβαδίτη, αισιόδοξο /απογοητευμένο, πιστό/δύσπιστο, συντροφικό/μοναχικό, ρεαλιστή/μεταφυσικό, ομιλητικότατο/λιγόλογο, σημείωνα το αυτονόητο, έτσι πιστεύω, ότι δηλαδή «ο λόγος των ανθρώπων δεν τους παραδίδεται εξ αρχής ατόφιος και οριστικός» και ότι «ο Λειβαδίτης μεγάλωσε μες στη γραφή του και μες στην αγρύπνια του». Δεν έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μία ή δύο ή τρεις αντίδικες και αλληλοαναιρούμενες φωνές, αλλά με έναν κενταυρικό πολίτη - λογοτέχνη που όντας εντός της ιστορίας τη στιγμή που αυτή συντελείται, και μάλιστα σε κρισιμότατα επεισόδιά της, εξελίσσεται, ανακαλύπτει, επινοεί, συντονίζεται: γίνεται ποιητής, και γίνεται διαρκώς, μη αρκούμενος σε κάποια άνωθεν ή έξωθεν δωρεά.
Με τη μέθοδο της αγάπης
Ενας από τους τακτικότερους επισκέπτες της ποίησης του Λειβαδίτη είναι ο Γιάννης Κουβαράς, ποιητής, κριτικός, κυρίως δε δάσκαλος στη μέση εκπαίδευση. Ο Κουβαράς ασκεί περίπου ένα τέταρτο του αιώνα τώρα την κριτική, με την προσοχή του στραμμένη κυρίως στην παραγωγή των ποιητών, τόσο των νεότερων όσο και των παλαιότερων, «κεκυρωμένων» ή σχετικώς «άδοξων» · οι κριτικογραφίες του, αναδρομικά συναγμένες οι περισσότερες σε δύο τόμους υπό τον τίτλο «Επί πτερύγων βιβλίων», φανερώνουν σχεδόν εξ αρχής ότι στην ανάγνωση και την κριτική του έχει ενστερνιστεί τη «μέθοδο» του Παλαμά: τη μέθοδο της αγάπης. Αγαπάει τα κείμενα που διαβάζει και συστήνει, δεν τα αντιμετωπίζει εξοπλισμένος με βαριά ή απλώς βαρύηχα θεωρητικά σχήματα και με μια ειδική ορολογία ενίοτε απροσπέλαστη ή και ναρκισσιστικά σκοτεινή, και στην αποτίμησή του είναι πάντοτε γενναιόδωρος· την περιστασιακή αυστηρότητά του δεν την οξύνει, αλλά τη μετριάζει βρίσκοντας πάντοτε κι έναν καλό, από καρδιάς λόγο.
Και τον Τάσο Λειβαδίτη, από την οδό της αγάπης και με τη δική της «μέθοδο» τον προσεγγίζει ο Κουβαράς. Και του Λειβαδίτη άλλωστε η κριτική «μέθοδος», η αγάπη είναι, όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος προλογίζοντας το βιβλίο «Ελληνες ποιητές», όπου έχουν συστεγαστεί ορισμένες από τις κριτικές του Λειβαδίτη στην «Αυγή»: «Το παθιασμένο ενδιαφέρον τον οδήγησε να αναλάβει την κριτική της ποίησης από τις στήλες της “Αυγής”... Μιας κριτικής που την άσκησε με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε ποτέ σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες ή πατερναλισμούς».
Με το έργο του Λειβαδίτη ο Κουβαράς έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών, όπως καταδεικνύει και η συναγωγή των κειμένων που φιλοξενούνται στον τόμο «Στην ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου - Περιδιαβάσεις στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη». Περιέχονται περί τα δεκαπέντε κείμενα, με τα παλαιότερα δημοσιευμένα τα 1991, τα οποία έχουν φιλοξενηθεί (πλην δύο) από διάφορες εφημερίδες και περιοδικά («Η Αυγή», «Η Καθημερινή», «Ο Πολίτης», «Διαβάζω», «Η λέξη» κ. ά.). Με όλη την άνιση έκτασή τους ή τον ενίοτε περιοριστικά επικαιρικό χαρακτήρα τους, παρακολουθούν και σκιαγραφούν τον Λειβαδίτη ως πολίτη, ποιητή, στιχουργό, κριτικό, αναδεικνύοντας τις καμπές της δημιουργίας του και τη συνάρτησή τους με τους σταθμούς του ταραγμένου προσωπικού του βίου, οι οποίοι με τη σειρά τους συναρτώνται με την κοινωνικοπολιτική μοίρα του τόπου και την ιδεολογική περιπέτεια της Αριστεράς.
Η δεδομένη φιλολογική παιδεία του Γιάννη Κουβαρά δεν ψυχραίνει τον λόγο του. Το γράψιμό του παραμένει θερμό, με σαφή την ποιητική του καταγωγή και εκδίπλωση, όπως υποδηλώνεται τόσο από επιγραμματικές διατυπώσεις, λ. χ. «κάθε ποίημα είναι κατά βάθος ένα επιτύμβιο, ακόμη και το πιο αισιόδοξο», όσο και από την έφεση του κριτικού στα παιχνίδια και τα σχήματα του λόγου, με χαρακτηριστικότερο εδώ το «μέρος/έρως/μόρα/μόρος», με το οποίο σαν μικρό φανό προσεγγίζει την περίφημη πίστη του Λειβαδίτη πως «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». Συσσωρευτική και συνειρμική παρά αποδεικτική η γραφή του συγγραφέα, χάρη και στην καλή του μνήμη και την ευρετική επιμονή του, που του επιτρέπει συγκρίσεις και συσχετισμούς, αναπτύσσει έναν διαρκή διάλογο με την ποίηση του Λειβαδίτη, κομίζοντας καλούς καρπούς για τον αναγνώστη και ανοίγοντάς του την όρεξη. Στις «Περιδιαβάσεις» του Γιάννη Κουβαρά ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίζεται ενιαίος, να ακεραιώνεται ακριβώς μέσα από τους θεωρούμενους διχασμούς του. Και η ανάδειξή του αυτή αποτελεί σπουδαία όσο και σεμνή υπηρεσία στο έργο του.
Wednesday, November 19, 2008
Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη, 20 χρόνια μετά το θάνατό του

«Η ποίηση είναι η νοσταλγία μας για κάτι ακαθόριστο που ζήσαμε... Ω μη ρωτάς που πάμε....": στίχοι, εικόνες, εποχές, συναισθήματα, περιπλανήσεις στις ιδέες και το χρόνο που διέγραψαν το ποιητικό ταξίδι του Τάσου Λειβαδίτη ως απόσταγμα μιας ζωής που βιώθηκε σε δύσκολα χρόνια γέμισαν τη χθεσινή βραδιά στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ.
Η εκδήλωση, αφιέρωμα στον ποιητή για τα 20 χρόνια από το θάνατό του, διοργανώθηκε από τη Νομαρχία Αθηνών και το Ίδρυμα Πολιτισμού και Εκπαίδευσης «Ανδρέας Λεντάκης» και τιμήθηκε με την παρουσία πολλών που απαντώντας στο κάλεσμα γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα. Μαρτυρίες από ανθρώπους των γραμμάτων και της Τέχνης που γνώρισαν το έργο και τον ίδιο τον ποιητή, απαγγελίες επιλεγμένων ποιημάτων από την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, και παρουσίαση από τον συνθέτη Δημήτρη Μαραμή και την τραγουδίστρια Βικτωρία Ταγκούλη των μελοποιημένων ποιημάτων του Λειβαδίτη από τον Μίκη Θεοδωράκη συνέθεσαν μια ξεχωριστή βραδιά.
«Ο Τάσος Λειβαδίτης εξακολουθεί να είναι στην καρδιά όλων μας, υπήρξε ένας αγωνιστής διανοούμενος και θα είναι πάντα επίκαιρος γιατί μίλησε για τον απλό άνθρωπο που ονειρεύεται και αγωνίζεται» είπε ο Νομάρχης Αθηνών Γιάννης Σγουρός.
«Τιμώντας τη μεστή ποίηση, τιμούμε έναν ποιητή, έναν πολυδιάστατο και σεμνό άνθρωπο που επιμένει να μας λέει ότι ζούμε..» τόνισε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Έφη Λεντάκη, δίνοντας το λόγο στον συγγραφέα Γιάννη Κοντό, τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, τον συγγραφέα Θανάση Νιάρχο και τον καθηγητή του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Παναγιώτη Νούτσο.
Άνθρωποι, όπως ο κ. Μαρκόπουλος, που μίλησαν για τον έμφυτο και ευγενή λυρισμό του σε μία ποίηση υπερβατική για έναν κόσμο που έχει κοινό παρονομαστή τη μοναξιά, για τη σχέση του με το θάνατο ως διαλογισμό για την αντίκρουση μιας πλαστής ζωής που μόνο με την ενδοσκόπηση μπορούμε να ανακτήσουμε, για τις τύψεις και τις ενοχές που καλλιεργούσε η βαθιά του ταπείνωση.
Αλλά και άλλοι όπως οι δύο συγγραφείς, οι κ. Κοντός και Νιάρχος, που μίλησαν για τον άνθρωπο Τάσο Λειβαδίτη, για τη σεμνότητα, την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του που τον έκαναν αρωγό και καθημερινό συμπαραστάτη σε όποιον του το ζητούσε και κυρίως στους νέους ποιητές που έδινε φτερά μέσα από τα μεστά και κριτικά κείμενά του στην Αυγή, όπου αρθρογραφούσε. «Ο Τάσος Λειβαδίτης είναι ό,τι μας έκαψε όλους μας ως σχέση, αίσθημα, περιπέτεια και ζούμε την υποχώρησή του μέσα στη ζωή και τη συνείδησή μας» τόνισε ο κ. Νιάρχος.
Στο διαχωρισμό των δύο βασικών περιόδων του έργου του αναφέρθηκε ο κ. Νούτσος που καθορίζονται, όπως είπε, η μεν πρώτη άμεσα από την πολιτική διάσταση του έργου του η δε δεύτερη από τους βηματισμούς στην επόμενη φάση, αυτή της όσμωσης και της απεμπλοκής από την ενοχή του κινήματος, που τον οδήγησαν να σκιαγραφήσει με τους στίχους του μία πολιτική ανθρωπολογία που συγκροτεί τον άνθρωπο μέσα από διεργασίες υπέρβασης.
Monday, November 10, 2008
Ο ποιητής στη χώρα του «Φαντάζιο»
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Πώς ο Τάσος Λειβαδίτης και άλλοι αριστεροί συγγραφείς επιβιώνουν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εργαζόμενοι στα λαϊκά περιοδικά της εποχής
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΑΦΕΡΜΟΥ
Αφηγήσεις πάνω σε ξένες ιστορίες του Τάσου Λειβαδίτη: ήταν η πρώτη σκέψη για ένα υπό έκδοση βιβλίο. Ενας βραβευμένος, αριστερός ποιητής, νεκρός προ πολλών ετών, οι αφηγήσεις, οι ξένες ιστορίες: τι σημαίνουν όλα αυτά;
Το βιβλίο αυτό είναι... Ιστορία από μόνο του. Συγκεντρώνει σε έναν τόμο την πνευματική παραγωγή που προέκυψε από μια οξύμωρη συνεργασία κατά τη διάρκεια της χούντας, με «χώρο υποδοχής» το νεολαιίστικο και λαϊκό περιοδικό «Φαντάζιο». Ηταν τότε που ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης ως συντάκτης και ο κριτικός του κινηματογράφου Γιάννης Μπακογιαννόπουλος ως διευθυντής σύνταξης του «Φαντάζιο» έπεισαν τον εκδότη Ευάγγελο να φέρει την υψηλή λογοτεχνία στα μέτρα ενός περιοδικού με χιλιάδες αναγνώστες.
Από αυτή την ευτυχή συγκυρία, σε μια ολότελα ζοφερή εποχή, προέκυψαν δύο θεματικές ενότητες, οι οποίες δημοσιεύονταν σε συνέχειες, ανά τεύχος: η πρώτη ήταν μια σειρά από πορτρέτα «καταραμένων» ελλήνων συγγραφέων. Η δεύτερη, μια σειρά συμπυκνώσεων αριστουργημάτων της παγκοσμίου λογοτεχνίας στην οποία διατηρήθηκε το ύφος των συγγραφέων, ενώ παράλληλα επικοινωνούσε με την ευρεία αναγνωστική βάση του «Φαντάζιο». Αυτά τα πονήματα (από αμφότερες τις ενότητες) θα χάνονταν στη λήθη εάν ο ποιητής Θανάσης Νιάρχος (κάποτε νεαρός εργαζόμενος στον Τερζόπουλο), δεν είχε σήμερα την ιδέα και το κουράγιο να τα ξεθάψει. Και ταυτόχρονα εάν ο Θανάσης Καστανιώτης δεν αναγνώριζε τη σημασία τους σε μια στεγνή, χρησιμοθηρική εποχή. Η πρώτη σειρά έχει συγκεντρωθεί σε ένα βιβλίο που μόλις εκδόθηκε με τον τίτλο Μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, η ζωή, η εποχή και το έργο τους.
Η δεύτερη, και πιθανότατα πιο ενδιαφέρουσα λογοτεχνικά, θα εκδοθεί περί τα μέσα του Νοεμβρίου και θα τιτλοφορηθεί Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Πάστερνακ), Συνοπτική απόδοση αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη. Προσαρμογές μεγάλων κειμένων, συμπύκνωση με ζωντάνια και λογοτεχνικότητα, όχι επίπεδη περίληψη. Σαν μικρά διηγήματα.
Αλλά το πώς έγιναν όλα αυτά πραγματικότητα σε μια τόσο ζοφερή εποχή είναι μια ιστορία από μόνο του. Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν από αυτούς τους ποιητές της Αριστεράς. Ενας κατά κάποιον τρόπο μαθητής του Ρίτσου, έγραφε ποιήματα ηρωικά με μια ενσωματωμένη ρητορική που έφερε την ιδεαλιστική ελπίδα ότι ο κόσμος θα λουλουδίσει και θα είναι κόσμος του δικαίου.
Με τον καιρό βέβαια αυτό το όραμα τσαλακώθηκε, η Σοβιετική Ενωση ως γνωστόν αποδείχθηκε κάλπικη, η γραφειοκρατία επιβλήθηκε: οι ευαίσθητοι ποιητές της Αριστεράς αποσκίρτησαν ή βρέθηκαν πονεμένοι στο περιθώριο. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ταυτόχρονα μεγάλωναν σε ηλικία, εξηγεί γιατί οι περισσότεροι από αυτούς τους ποιητές οδηγήθηκαν στη σιωπή ή στην εσωστρέφεια. Ο Τάσος Λειβαδίτης άρχισε να γράφει λυρικά ποιήματα για τον άνθρωπο και όχι πια τους παιάνες του λαμπαδηφόρου ποιητή της Αριστεράς. Αυτά αγαπήθηκαν και εκτιμήθηκαν εξίσου: ο ποιητής πήρε δύο φορές το κρατικό βραβείο, πράγμα σπανιότατο.
Happy end
Ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, πολύ μεγαλύτερος του Λειβαδίτη, ήταν ο άνθρωπος που έχτισε την αυτοκρατορία (για τα τότε μέτρα και σταθμά) της «Γυναίκας». Στα νιάτα του ήταν κομμουνιστής, αλλά όχι ιδεολόγος. Μετά το τέλος της Κατοχής (πριν από τη «Γυναίκα»), κινήθηκε στον χώρο της Αριστεράς: δούλεψε στον «Ριζοσπάστη», έκανε γελοιογραφίες (ως απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών) τις οποίες υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Τάκης ο Κουκουές».
Το 1950 κυκλοφόρησε η «Γυναίκα» και μέσα σε πέντε χρόνια έγινε η κυρίαρχη έκδοση στον τομέα της. Οταν ήρθε η χούντα, ο Τερζόπουλος γνώριζε λίγο ως πολύ τους αριστερούς της γενιάς του, διατηρούσε φιλίες μαζί τους, μερικοί ήταν ακραιφνείς κομμουνιστές. Με τη δικτατορία, η Ασφάλεια μάζεψε τους παλαιούς αυτούς φακελωμένους ιδεολόγους, τους εξόρισε σε νησιά. Μετά από λίγο άρχισε βέβαια να τους φέρνει πίσω, καταλαβαίνοντας περιέργως ότι η απειλή της Αντίστασης δεν ερχόταν από τους άνω των πενήντα αριστερούς, αλλά από τους νέους, τους ακόμα άγνωστους. Παρ' ότι επέστρεψαν όμως στα σπίτια τους, δεν επέστρεψαν και στις δουλειές τους. Η «Αυγή» δεν κυκλοφορούσε, ο εκδοτικός οίκος «Θεμέλιο» είχε κλείσει, ο επαγγελματικός χώρος δεν μπορούσε να τους απορροφήσει.
Ο Ευάγγελος Τερζόπουλος κράτησε τον συναισθηματισμό μέσα στην επιτυχία του. Αρχισε να χρησιμοποιεί αυτούς τους παλαιούς συνοδοιπόρους του ως συντάκτες ή συνεργάτες του περιοδικού του. Το 1967, έχρισε βοηθό του αρχισυντάκτη τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, που είχε βρεθεί απολύτως άνεργος από δημοσιογραφικές συνεργασίες σε έντυπα του αριστερού και κεντρώου χώρου («Ελευθερία», «Οικονομία», «Εποχές»). Κάλεσαν ανθρώπους σαν τον Στάθη Δρομάζο, τον μελετητή και κριτικό θεάτρου ή τον Ανδρέα Φραγκιά, συγγραφέα του «Λοιμού» (πάνω στο οποίο βασίστηκε και το γνωστό έργο «Happy End» του Παντελή Βούλγαρη), που πήγε με τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο στο «Φαντάζιο». Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1969. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν επίσης ο Αλέξανδρος Κοτζιάς που φυλακισμένος από τη χούντα έκανε μεταφράσεις που τις πήγαινε η γυναίκα του με δικό της όνομα.
Για τη σωτηρία τους
Αρχές του 1969, εμφανίστηκε και ο Τάσος Λειβαδίτης στα γραφεία του «Φαντάζιο», στη στοά της οδού Ερμού, πάνω από τον Πάλλη. Ηταν λίγο μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους συντάκτες του περιοδικού, αλλά έδειχνε αεράτος, κομψευόμενος. Πώς όμως θα μπορούσε ένας ποιητής να φανεί χρήσιμος στο πιο pop περιοδικό της εποχής;
Η πρώτη σκέψη ήταν να συνθέτει σε κάθε τεύχος πορτρέτα ελλήνων λογοτεχνών, των οποίων η ζωή είχε μυθιστορηματικότητα: του Βιζυηνού που έχασε τα λογικά του και ήθελε να παντρευτεί μια ανήλικη, του Σολωμού που ήταν νόθος ζακυνθινού ευγενή, του ηδονοβλεψία Παπαδιαμάντη, του αυτόχειρα Καρυωτάκη, του Λαπαθιώτη, ομοφυλόφιλου δανδή του Μεσοπολέμου, ο οποίος πέθανε υπό άθλιες συνθήκες, και άλλων πολλών. Ο έρωτας και το πάθος, βιογραφίες που ταίριαζαν με το «Φαντάζιο». Αυτή η σειρά συγκεντρώνεται στο βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, η ζωή, η εποχή και το έργο τους. Οταν όμως αυτή η ενότητα εξαντλήθηκε, έπρεπε να βρεθεί για τον ποιητή μια άλλη ενασχόληση.
Ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, βέρος «βιβλιοπόντικας», ανέτρεξε στη βιβλιοθήκη του, στον τομέα «λογοτεχνία», και από τη μαθητική του φάση ανέσυρε το Tales from Shakespeare που είχε γράψει ο περίφημος άγγλος λογοτεχνικός κριτικός Τσαρλς Λαμ (φίλος του Κόλεριτζ) μαζί με την αδελφή του Μαίρη: σύντομα αφηγήματα, το καθένα και από ένα έργο του Σαίξπηρ, που χρησίμευαν ως ερεθίσματα για να ενδιαφερθούν τα παιδιά που ακόμη διδάσκονται στα σχολεία. Το ίδιο ακριβώς θα έκανε και ο Λειβαδίτης.
Πρότεινε λοιπόν ο Μπακογιαννόπουλος στον Λειβαδίτη να υπολογίζει ένα γνωστό μυθιστόρημα ανά τεύχος σε 6.000 με 7.000 λέξεις (και στα πολύ ψιλά γράμματα του Τύπου της εποχής). Οταν το μυθιστόρημα ήταν μεγαλύτερο του μέσου όρου, όπως για παράδειγμα το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, γινόταν ανάλογη προσαρμογή και δημοσιευόταν σε περισσότερες συνέχειες.
Ο Τάσος Λειβαδίτης έκανε το χρέος του με κέφι και σοβαρότητα, παρ' ότι ήταν μια δουλειά «ανάγκης». Υπέγραφε βέβαια ως Α. Ρόκος, ίσως διότι δεν ήθελε να φανεί ότι «χαρίστηκε» σε ένα λαϊκό περιοδικό. Περίπου από το 1969 ως το 1976 συνέθεσε περίπου 300 κομμάτια, περίπου 150 μυθιστορήματα. Περισσότερα ήταν τα γαλλικά μυθιστορήματα, αμέσως μετά τα αγγλικά, ύστερα τα αμερικανικά (που ήταν τα κυρίαρχα του 20ού αιώνα), τέλος τα γερμανικά και τα ιταλικά. Συμπεριλήφθηκαν όλοι σχεδόν οι κλασικοί ρώσοι. Οι Αδελφοί Καραμαζόφ παρουσιάστηκαν σε τέσσερις συνέχειες.
Ο Λειβαδίτης επικοινωνεί πραγματικά με το πνεύμα και τη γραφή των κορυφαίων αυτών συγγραφέων. Τα κείμενά του είναι λογοτεχνικά, με διαλόγους, ζωντανές περιγραφές, ατμόσφαιρα που αποτυπώνεται με ενάργεια. Σε εισάγουν στη σάρκα του έργου τους. Διαβάζεις ένα μεγάλο διήγημα, μια αριστοτεχνική (και επίπονη) συμπύκνωση αντάξια ενός ποιητή, όχι περίληψη σε πλάγιο λόγο. Επικοινωνείς με το ύφος του συγγραφέα.
Και σήμερα, με το βιβλίο Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Πάστερνακ), Συνοπτική απόδοση των αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη (που θα κυκλοφορήσει στις 17/11) ένα άλλο αναγνωστικό κοινό, πιο διστακτικό, θα επικοινωνήσει με αυτά τα νοήματα. Η σημασία της «προσφοράς» είναι αυτονόητη.


