Showing posts with label Δημηρούλης Δημήτρης. Show all posts
Showing posts with label Δημηρούλης Δημήτρης. Show all posts

Tuesday, March 23, 2010

Δύο ξένοι σε ξένο αχυρώνα

  • Tου Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/03/2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Με την έκδοση των Ωδών του Κάλβου που επιμελήθηκα (Μεταίχμιο, 2009) είχα κατά νου πρωτίστως το ευρύ κοινό. Θεώρησα ωστόσο αναγκαίο να συνοδεύσω τις Ωδές με εκτενή εισαγωγή όπου προσπαθώ να συγκεράσω το βιογραφικό μέρος με τη συστηματική μελέτη της γλώσσας, του ύφους, της μετρικής και της ποιητικής του Κάλβου. Εκρινα σκόπιμο κάτι τέτοιο, γιατί πιστεύω σε εκδόσεις οι οποίες συνδυάζουν τη φιλολογική επάρκεια με την ερμηνευτική ανάλυση. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο απαιτεί πολύχρονη και πολύμοχθη ενασχόληση, η οποία, όταν ολοκληρωθεί, δεν επιζητεί κάποια εύκολη δικαίωση, δεν ανέχεται όμως το ιταμό ύφος και τη λοιδωρούσα απόρριψη, όπως συνέβη με τις περιπτώσεις δύο «καλβολόγων», του Μ. Πασχάλη και του Ν. Βαγενά.

Το μάτι τους, πάντα στραμμένο στα λάθη των άλλων (ποτέ στα δικά τους), χάνει το δάσος για να περιαυτολογήσει κατάφωρα μπροστά στο δασκαλίστικο δέντρο. Ομως, όποιος δουλεύει με τα κείμενα, ξέρει πολύ καλά πως, μόλις πάρει στα χέρια του το τυπωμένο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι τα λάθη είναι πολύ περισσότερα από όσα περίμενε. Το γνωρίζουν αυτό όλοι οι ευσυνείδητοι επιμελητές κειμένων και, γενικά, οι συγγραφείς. Για να το γνωρίσουν και οι δύο δημοσιογραφούντες φιλόλογοι τους παραπέμπω στον Γ. Π. Σαββίδη: «Τέλειες, οριστικές εκδόσεις δεν υπήρξαν, ούτε καν στην κλασική φιλολογία… παρά στη φαντασία των αδαών και των νωθρών». Θα συμπλήρωνα: αυτός που βγαίνει στη βροχή βρέχεται, δεν ψάχνει χαιρεκάκως μπας και βρει λάθη στα κείμενα των άλλων, τα οποία εξαρχής έχει αποφασίσει να μην «διαβάσει».

«Ματαιοσχολία»

Είναι γνωστό ότι, όταν οι γραμματοδιδάσκαλοι συζητούν για την τέχνη ή την επιστήμη, διαπρέπουν στη ματαιοσχολία. Απειρα τα παραδείγματα στη νεοελληνική λογοτεχνία και φιλολογία. Θεωρούν ότι αποκτούν κάποιο μέγεθος, αν κατεβάσουν τη συζήτηση στο ύψος τους, δηλαδή αν τη μετατοπίσουν από τα «ουσιαστικά» στα «επιμέρους». Δεν είναι επομένως περίεργο που ο Μ. Πασχάλης επανήλθε στην «Καθημερινή» (12/1/2010) για να κάνει τη φοβερή ανακοίνωση ότι ο Κάλβος δεν πήγε κυνηγημένος το 1816 στη Γενεύη, αλλά στη Ζυρίχη! Το πανελλήνιο συγκλονίστηκε από την αποκάλυψη και ακόμη προσπαθεί να συνέλθει. Το περίεργο όμως είναι που ο εν λόγω επιστήμων δημοσίευσε ολόκληρο το πόνημά του στο περιοδικό Νέα Εστία, απ’ όπου αποσπά αυτούσια κομμάτια και τα διοχετεύει στην εφημερίδα. Η μέθοδος είναι πρωτότυπη και άκρως «επιστημονική». Δεν μπορεί παρά να του ευχηθεί κανείς καλή συνέχεια. Εφ’ όλης της ύλης θα του απαντήσω (αν έως τότε δεν με καταβάλει η πλήξη) στον οικείο χώρο και όχι δημοσιογραφώντας ασύστολα.

Εντούτοις! Πώς θα μπορούσε να λείπει από το προσκήνιο ο Ν. Βαγενάς, αυτόκλητος πάντα προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, εμμανής τηρητής της πολιτικής ορθότητας στην ελληνική επικράτεια, μέγας επιφυλλιδογράφος ο οποίος εξαπολύει φύρδην-μίγδην τους μύδρους του με ασυγκράτητη έξαψη και με το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι όλοι κάνουν λάθος και κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Εμφανίστηκε και αυτός στην «Καθημερινή» (26/1/2010) για να γίνει λέει πιο «αναλυτικός». Φοβερές οι καταγγελίες του. Φανταστείτε: επειδή θεωρώ πως δεν έχει γραφεί μια βιογραφία ή ένα μυθιστόρημα για τον Κάλβο αντάξια του βίου και της εποχής του, συμπεραίνει ότι αγνοώ όσα υπάρχουν. Συντριπτική λογική. Φανταστείτε επίσης ότι όταν, ακολουθώντας παμπάλαια αφηγηματική συνήθεια, γράφω πως ο Κάλβος το 1816 αφήνει πίσω του τα ιταλικά για να αναμετρηθεί με τα αγγλικά, ο Βαγενάς συμπεραίνει ότι κάτι τέτοιο θέλει να πει πως ο Κάλβος εγκαταλείπει τα ιταλικά. Σε τέτοια κριτική οξύνοια ομολογώ ότι παραμερίζω.

Αλλά έπονται χειρότερα. Η αστυνομία που απελαύνει τον Κάλβο δεν είναι ιταλική, ισχυρίζεται, αφού Ιταλία δεν υπάρχει ακόμη και ο ποιητής είναι υπήκοος του Δουκάτου της Τοσκάνης. Αυτό είναι τρομερό. Εφόσον ακόμη δεν υπάρχει Ιταλία ως κράτος θα έπρεπε οι ιστορικοί να μην αποκαλούν το Δουκάτο ιταλικό κρατίδιο, οι τεχνοκρίτες να μην μιλούν, αν πάμε πιο πίσω, για ιταλική Αναγέννηση και ο ίδιος ο Βαγενάς να μην διακινεί τον ιταλό Κάλβο, ή τα ιταλικά έργα του Κάλβου ή τον Κάλβο στην Ιταλία. Οπως και αν έχει το πράγμα όμως η αλήθεια είναι ότι η αστυνομία παραμένει πάντα αστυνομία (παρεμπιπτόντως: οι αστυνομικοί της ήσαν Ιταλοί). Επίσης, το 1816 ο Κάλβος δεν εγκαταστάθηκε, λέει ο Βαγενάς, «αναγκαστικά» στη Ζυρίχη, αφού μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Δηλαδή, αν γράψω ότι κάποιος, διωκόμενος από τη Χούντα «εγκαταστάθηκε αναγκαστικά στο Παρίσι», είναι σαν να λέω ότι του απαγορευόταν να εγκατασταθεί κάπου αλλού!

Αυτά τα ασυγχώρητα λάθη (του χαρίζω κάτι μπερδέματα με τους μήνες) επικαλείται ο Βαγενάς για να κρίνει την καινούργια έκδοση του Κάλβου. Λέει και κάτι ψιλά πομφολυγώδη στο «Βήμα» (25/10/2009) αλλά τα αφήνω για άλλη ώρα και, βέβαια, όχι πετροβολώντας στις εφημερίδες. Πρέπει να πω ωστόσο ότι χάρηκα που αναγνώρισε τον εαυτό του στους «μουλωχτούς και κρυφοδάγκωτους», αν μη τι άλλο δείχνει κάποια πρόοδο στον τομέα της αυτογνωσίας. Δυστυχώς, η τακτική να ενδύεται η προσωπική επίθεση τη λεοντή της επιστημονικής σοβαροφάνειας και η αναγωγή του «λάθους» σε απόλυτο «κριτικό» εργαλείο φανερώνουν όχι μόνο την παθογένεια της ελληνικής «πνευματικής» ζωής, αλλά αποδεικνύουν ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν είναι μόνο οικονομική. Στη μιζέρια που σκορπάει η νοοτροπία του μικρού χωριού και το σαράκι της λοιμώδους εσωστρέφειας πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του κακού και όχι λεηλατώντας το κενό.

Επαγγελματική δικαίωση

Τελειώνοντας θα ήθελα να δηλώσω ότι το να σε αποκαλέσει «ανεπαρκή» ο Μ. Πασχάλης και «ερασιτέχνη» ο Ν. Βαγενάς είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική δικαίωση. Στα θετικά θα έβαζα το γεγονός ότι και οι δύο εντρύφησαν τόσο πολύ στην «ξενότητα», ώστε είναι εύλογο να αναμένουμε στο μέλλον βελτίωση του λεξιλογίου τους. Εξακολουθώ να υποστηρίζω το guarda e passa. Τα ρήματα όμως που ενέχονται στο παρόν σχόλιο είναι άλλα, και τους καλώ να τα αναζητήσουν ως συμπληρωματικά. Εως τότε καλό θα ήταν να έχουν κατά νου ότι τα έργα των ποιητών δεν είναι ιδιόκτητες παράγκες, καθώς επίσης και ότι όσοι δουλεύουμε τόσο χρόνια με αυτά, και γι’ αυτά, δεν κολλάμε μπρίκια.

Δύο ξένοι σε ξένο αχυρώνα

  • Tου Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/03/2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Με την έκδοση των Ωδών του Κάλβου που επιμελήθηκα (Μεταίχμιο, 2009) είχα κατά νου πρωτίστως το ευρύ κοινό. Θεώρησα ωστόσο αναγκαίο να συνοδεύσω τις Ωδές με εκτενή εισαγωγή όπου προσπαθώ να συγκεράσω το βιογραφικό μέρος με τη συστηματική μελέτη της γλώσσας, του ύφους, της μετρικής και της ποιητικής του Κάλβου. Εκρινα σκόπιμο κάτι τέτοιο, γιατί πιστεύω σε εκδόσεις οι οποίες συνδυάζουν τη φιλολογική επάρκεια με την ερμηνευτική ανάλυση. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο απαιτεί πολύχρονη και πολύμοχθη ενασχόληση, η οποία, όταν ολοκληρωθεί, δεν επιζητεί κάποια εύκολη δικαίωση, δεν ανέχεται όμως το ιταμό ύφος και τη λοιδωρούσα απόρριψη, όπως συνέβη με τις περιπτώσεις δύο «καλβολόγων», του Μ. Πασχάλη και του Ν. Βαγενά.

Το μάτι τους, πάντα στραμμένο στα λάθη των άλλων (ποτέ στα δικά τους), χάνει το δάσος για να περιαυτολογήσει κατάφωρα μπροστά στο δασκαλίστικο δέντρο. Ομως, όποιος δουλεύει με τα κείμενα, ξέρει πολύ καλά πως, μόλις πάρει στα χέρια του το τυπωμένο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι τα λάθη είναι πολύ περισσότερα από όσα περίμενε. Το γνωρίζουν αυτό όλοι οι ευσυνείδητοι επιμελητές κειμένων και, γενικά, οι συγγραφείς. Για να το γνωρίσουν και οι δύο δημοσιογραφούντες φιλόλογοι τους παραπέμπω στον Γ. Π. Σαββίδη: «Τέλειες, οριστικές εκδόσεις δεν υπήρξαν, ούτε καν στην κλασική φιλολογία… παρά στη φαντασία των αδαών και των νωθρών». Θα συμπλήρωνα: αυτός που βγαίνει στη βροχή βρέχεται, δεν ψάχνει χαιρεκάκως μπας και βρει λάθη στα κείμενα των άλλων, τα οποία εξαρχής έχει αποφασίσει να μην «διαβάσει».

«Ματαιοσχολία»

Είναι γνωστό ότι, όταν οι γραμματοδιδάσκαλοι συζητούν για την τέχνη ή την επιστήμη, διαπρέπουν στη ματαιοσχολία. Απειρα τα παραδείγματα στη νεοελληνική λογοτεχνία και φιλολογία. Θεωρούν ότι αποκτούν κάποιο μέγεθος, αν κατεβάσουν τη συζήτηση στο ύψος τους, δηλαδή αν τη μετατοπίσουν από τα «ουσιαστικά» στα «επιμέρους». Δεν είναι επομένως περίεργο που ο Μ. Πασχάλης επανήλθε στην «Καθημερινή» (12/1/2010) για να κάνει τη φοβερή ανακοίνωση ότι ο Κάλβος δεν πήγε κυνηγημένος το 1816 στη Γενεύη, αλλά στη Ζυρίχη! Το πανελλήνιο συγκλονίστηκε από την αποκάλυψη και ακόμη προσπαθεί να συνέλθει. Το περίεργο όμως είναι που ο εν λόγω επιστήμων δημοσίευσε ολόκληρο το πόνημά του στο περιοδικό Νέα Εστία, απ’ όπου αποσπά αυτούσια κομμάτια και τα διοχετεύει στην εφημερίδα. Η μέθοδος είναι πρωτότυπη και άκρως «επιστημονική». Δεν μπορεί παρά να του ευχηθεί κανείς καλή συνέχεια. Εφ’ όλης της ύλης θα του απαντήσω (αν έως τότε δεν με καταβάλει η πλήξη) στον οικείο χώρο και όχι δημοσιογραφώντας ασύστολα.

Εντούτοις! Πώς θα μπορούσε να λείπει από το προσκήνιο ο Ν. Βαγενάς, αυτόκλητος πάντα προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, εμμανής τηρητής της πολιτικής ορθότητας στην ελληνική επικράτεια, μέγας επιφυλλιδογράφος ο οποίος εξαπολύει φύρδην-μίγδην τους μύδρους του με ασυγκράτητη έξαψη και με το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι όλοι κάνουν λάθος και κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Εμφανίστηκε και αυτός στην «Καθημερινή» (26/1/2010) για να γίνει λέει πιο «αναλυτικός». Φοβερές οι καταγγελίες του. Φανταστείτε: επειδή θεωρώ πως δεν έχει γραφεί μια βιογραφία ή ένα μυθιστόρημα για τον Κάλβο αντάξια του βίου και της εποχής του, συμπεραίνει ότι αγνοώ όσα υπάρχουν. Συντριπτική λογική. Φανταστείτε επίσης ότι όταν, ακολουθώντας παμπάλαια αφηγηματική συνήθεια, γράφω πως ο Κάλβος το 1816 αφήνει πίσω του τα ιταλικά για να αναμετρηθεί με τα αγγλικά, ο Βαγενάς συμπεραίνει ότι κάτι τέτοιο θέλει να πει πως ο Κάλβος εγκαταλείπει τα ιταλικά. Σε τέτοια κριτική οξύνοια ομολογώ ότι παραμερίζω.

Αλλά έπονται χειρότερα. Η αστυνομία που απελαύνει τον Κάλβο δεν είναι ιταλική, ισχυρίζεται, αφού Ιταλία δεν υπάρχει ακόμη και ο ποιητής είναι υπήκοος του Δουκάτου της Τοσκάνης. Αυτό είναι τρομερό. Εφόσον ακόμη δεν υπάρχει Ιταλία ως κράτος θα έπρεπε οι ιστορικοί να μην αποκαλούν το Δουκάτο ιταλικό κρατίδιο, οι τεχνοκρίτες να μην μιλούν, αν πάμε πιο πίσω, για ιταλική Αναγέννηση και ο ίδιος ο Βαγενάς να μην διακινεί τον ιταλό Κάλβο, ή τα ιταλικά έργα του Κάλβου ή τον Κάλβο στην Ιταλία. Οπως και αν έχει το πράγμα όμως η αλήθεια είναι ότι η αστυνομία παραμένει πάντα αστυνομία (παρεμπιπτόντως: οι αστυνομικοί της ήσαν Ιταλοί). Επίσης, το 1816 ο Κάλβος δεν εγκαταστάθηκε, λέει ο Βαγενάς, «αναγκαστικά» στη Ζυρίχη, αφού μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Δηλαδή, αν γράψω ότι κάποιος, διωκόμενος από τη Χούντα «εγκαταστάθηκε αναγκαστικά στο Παρίσι», είναι σαν να λέω ότι του απαγορευόταν να εγκατασταθεί κάπου αλλού!

Αυτά τα ασυγχώρητα λάθη (του χαρίζω κάτι μπερδέματα με τους μήνες) επικαλείται ο Βαγενάς για να κρίνει την καινούργια έκδοση του Κάλβου. Λέει και κάτι ψιλά πομφολυγώδη στο «Βήμα» (25/10/2009) αλλά τα αφήνω για άλλη ώρα και, βέβαια, όχι πετροβολώντας στις εφημερίδες. Πρέπει να πω ωστόσο ότι χάρηκα που αναγνώρισε τον εαυτό του στους «μουλωχτούς και κρυφοδάγκωτους», αν μη τι άλλο δείχνει κάποια πρόοδο στον τομέα της αυτογνωσίας. Δυστυχώς, η τακτική να ενδύεται η προσωπική επίθεση τη λεοντή της επιστημονικής σοβαροφάνειας και η αναγωγή του «λάθους» σε απόλυτο «κριτικό» εργαλείο φανερώνουν όχι μόνο την παθογένεια της ελληνικής «πνευματικής» ζωής, αλλά αποδεικνύουν ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν είναι μόνο οικονομική. Στη μιζέρια που σκορπάει η νοοτροπία του μικρού χωριού και το σαράκι της λοιμώδους εσωστρέφειας πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του κακού και όχι λεηλατώντας το κενό.

Επαγγελματική δικαίωση

Τελειώνοντας θα ήθελα να δηλώσω ότι το να σε αποκαλέσει «ανεπαρκή» ο Μ. Πασχάλης και «ερασιτέχνη» ο Ν. Βαγενάς είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική δικαίωση. Στα θετικά θα έβαζα το γεγονός ότι και οι δύο εντρύφησαν τόσο πολύ στην «ξενότητα», ώστε είναι εύλογο να αναμένουμε στο μέλλον βελτίωση του λεξιλογίου τους. Εξακολουθώ να υποστηρίζω το guarda e passa. Τα ρήματα όμως που ενέχονται στο παρόν σχόλιο είναι άλλα, και τους καλώ να τα αναζητήσουν ως συμπληρωματικά. Εως τότε καλό θα ήταν να έχουν κατά νου ότι τα έργα των ποιητών δεν είναι ιδιόκτητες παράγκες, καθώς επίσης και ότι όσοι δουλεύουμε τόσο χρόνια με αυτά, και γι’ αυτά, δεν κολλάμε μπρίκια.

Tuesday, December 8, 2009

Λόγος και αντίλογος για τις «Ωδές» του Κάλβου

Ο καθηγητής Δημήτρης Δημηρούλης απαντά στο κριτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στην «Κ» πριν από λίγες ημέρες

Του Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/12/2009

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Διάβασα το κείμενο του Μ. Πασχάλη στην «Καθημερινή» της Τρίτης (24/11/2009) και σκέφτηκα ότι η απάντηση είναι αυτόχρημα περιττή, γιατί πρέπει κανείς να φροντίζει να μη νομιμοποιεί κενές ασκήσεις λογιοσύνης· θεώρησα όμως ότι ο τόνος της πρόκλησης ήταν τόσο χονδροειδώς προσβλητικός που επιβάλλει την απάντηση. Το φαινόμενο είναι γνωστό. Περισπούδαστοι τιμητές αρθρογραφούν για σημαντικά ζητήματα με εκκωφαντικές δηλώσεις, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της σαρωτικής γενίκευσης. Ετσι, για παράδειγμα, η δική μου έκδοση των «Ωδών» του Κάλβου (Μεταίχμιο, 2009), που πήρε πολύ χρόνο και μόχθο για να ολοκληρωθεί, αντί να κριθεί υπεύθυνα, έγινε πρώτα αφορμή να εκσφενδονίσει πομπώδεις ανοησίες γνωστός «βηματογράφος», μετά ενόχλησε κριτικό παντός καιρού της εταιρείας συγγραφέων, και τώρα έθιξε την επιστημονική «ευαισθησία» του Μ. Π.

Ελλειψη απόψεων

Το ήθος της αντίδρασης συνοψίζεται ήδη στον τίτλο: η συγκεκριμένη έκδοση του Κάλβου είναι πλήρης αποτυχία. Βέβαια, κάθε νοήμων άνθρωπος θα περίμενε να ακούσει συγκεκριμένες απόψεις για τα ίδια τα κείμενα και για την εκδοτική φροντίδα του επιμελητή, θα ήθελε να μάθει για το πόσο καλά γνωρίζει και αξιοποιεί τη συναφή παράδοση, τι προσφέρει η εκτενής (135 σελ.) εισαγωγή, τι άλλο παρέχει η έκδοση για την καλύτερη κατανόηση του Κάλβου και πώς συγκρίνεται με παλαιότερες εκδόσεις ή με όσες κυκλοφορούν κ.λπ. κλπ. Ολα τέλος πάντων εκείνα (ιδέες, ερμηνείες, προτάσεις) που έχουν να κάνουν με την ουσία του εγχειρήματος και δεν αντιμετωπίζονται με υστερικές δηλώσεις, αλλά με στοχαστική κρίση και με σεβασμό στον κόπο του άλλου.

Ο Μ. Π. δεν πολυσκοτίζεται με κάτι τέτοια. Θεωρεί ότι αρκούν λίγες παρατηρήσεις που αναφέρονται στον υποσέλιδο σχολιασμό των «Ωδών» για να καβαλήσει το καλάμι της οίησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ. Π. δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι τα γλωσσικά υπομνήματα είναι μικρά δεκανίκια για να διευκολυνθεί, εφόσον το θέλει, ο αναγνώστης· δεν είναι ερμηνευτικές σινδονιάδες που του παρέχουν αλεσμένες παραφράσεις του νοήματος.

Ας δούμε όμως επιτροχάδην τη μικροβοτανική του Μ. Π. για να φανεί ότι δεν έχει την έγνοια της ποίησης, αλλά επιδίδεται σε αγωνιώδη αναζήτηση «λαθών» για να τονιστεί η «αλάνθαστη» επιστημοσύνη του. Ομως, το «σφάλμα», το «λάθος», το «ολίσθημα», η «αβλεψία» είναι αναπόφευκτοι σύντροφοι της ζωντανής σκέψης, της ατέρμονης αναμέτρησης με το «ορθό», την «αλήθεια», το «πραγματικό».

Απορεί, λοιπόν, ο Μ. Π. γιατί δίνεται ο ανύπαρκτος τύπος «μάκαρος», αντί του σωστού «μάκαρ(-ος)». Δεν πρέπει να απορεί και μάλιστα τόσο θαυμαστικά. Είναι μάλλον εύκολο να δει ότι από αβλεψία δεν μπήκαν οι παρενθέσεις στο (-ος). Τέτοια θριαμβολογία είναι οφθαλμοφανώς δυσανάλογη με το εύρημα. Για το «μελίφρονον στέμμα» του Κάλβου δεν δέχομαι την εκδοχή κάποιας άγνωστης «άλλης έκδοσης», όπως πονηρά γράφει ο Μ. Π., αλλά τη συνεπαγωγική ερμηνεία του Γιάννη Δάλλα, γνωστού μελετητή και εκδότη του Κάλβου και από τους σημαντικότερους νεοελληνιστές. Οσο για το επίθετο «μελίφρων» αποκρύπτει ο Μ. Π. ότι απαντάται και σε άλλον στίχο του Κάλβου («μελίφρονα αμφορέα», «Εις Ψαρά», 18) όπου επεξηγείται ως «ευχάριστος, τερπνός, γλυκύς σαν μέλι». Δεν πρόκειται συνεπώς για άγνοια του νοήματος της λέξης αλλά για διαφορετική σημασιολόγησή της σε άλλα συμφραζόμενα. Προσέξτε όμως το συμπέρασμα - καταπέλτη: αυτό και μόνο αποδεικνύει «την προχειρότητα με την οποία συντάχθηκε το υπόμνημα

Η συλλογιστική αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι το ζητούμενο δεν είναι η διαφωνία, αλλά η εκτόνωση μιας μάλλον βασανιστικής εμπάθειας. Επονται όμως και άλλα. Πώς είναι δυνατόν αναρωτιέται ο Μ. Π. να αποδίδεται το «αθλίως» ως «ξεδιάντροπα» στους στίχους «γερόντων κόμαι εις τ’ αίμα / αθλίως βρεγμέναι», όταν δηλώνει οίκτο και συμπάθεια στον ύψιστο βαθμό; Στο υπόμνημα όμως το δυσερμήνευτο επίθετο «άθλιος» αποδίδεται και ως «δυστυχισμένος» (π.χ. «αθλίαν Ελλάδα», «αθλίων θνητών») και ως «φοβερός» (π.χ. «αθλίας νυκτός»). Θα ήταν πανεύκολο συνεπώς να επαναληφθεί μία από τις δύο (ή και οι δύο) αποδόσεις. Αντ’ αυτών, κρίθηκε προτιμότερο το «ξεδιάντροπα» (=αναίσχυντα) γιατί αναφέρεται σε σφαγή γερόντων από τους Τούρκους, οι οποίοι είναι οι αίτιοι της δυστυχίας και η πράξη τους θεωρείται «ξεδιάντροπη» (=αναίσχυντη). Επίσης ο Κάλβος γράφει αλλού «Κριταί ως θεοί! και πότε / την αρετήν αθλίως, / πότε δεν εκατάτρεξαν;» («Εις Αγαρηνούς», 46-48). Εδώ πώς άραγε θα αποδώσει το «αθλίως» ο επηρμένος νους του Μ. Π.; Και τι αποδεικνύει η κορδωμένη αυταρέσκεια της γραφής του;

Οσο για τους στίχους «δια τους κροτούντας / ποιητάς το μονόχορδον της κολακείας». Η δική μου ερμηνεία στηριγμένη στη μεταφορική σημασία της λέξης «μονόχορδος» (=μονότονος) εννοεί τους ποιητές που μονότονα κολακεύουν την εξουσία. Ο Μ. Π. έχει άλλη γνώμη και δεν πρέπει να του τη στερήσουμε.

Ας κάνουμε τώρα τον λογαριασμό. Με τέσσερις παρατηρήσεις, οι οποίες εν πολλοίς είναι άστοχες προσωπικές εκδοχές ο Μ. Π., χρησιμοποιώντας με επιπολαιότητα οξύτατους χαρακτηρισμούς, καταλήγει σε «συγκλονιστικές» διαπιστώσεις για την ανεπάρκεια του επιμελητή. Συμβουλεύει μάλιστα τους αναγνώστες «να βγάλουν τα συμπεράσματά τους» και προειδοποιεί τους φιλολόγους να «προσέξουν». Τι να απαντήσει κανείς; Τον διαψεύδουν οι εξαιρετικές πωλήσεις του βιβλίου (ξεπέρασαν και εκείνες της έκδοσης του Σολωμού), η γενναιόδωρη υποδοχή από το ευρύ κοινό και η καλόπιστη κριτική από τους πραγματικούς εραστές της ποίησης.

Tuesday, November 24, 2009

Πώς «εκσυγχρονίστηκε» ο Κάλβος

  • Ο Δημ. Δημηρούλης στις νέες «Ωδές» δεν πέτυχε «χρηστικότητα με φιλολογική επάρκεια»

Του Μιχαηλ Πασχαλη*, Η Καθημερινή, 24/11/2009

ΜΕΛΕΤΗ. Στις αρχές του καλοκαιριού οι εκδόσεις «Μεταίχμιο» κυκλοφόρησαν μια νέα έκδοση των «Ωδών» του Κάλβου με εισαγωγή, επιμέλεια και σχόλια του Δημήτρη Δημηρούλη. Ο επιμελητής είχε την πρόθεση, όπως δηλώνει, να συνδυάσει «τη χρηστικότητα με τη φιλολογική επάρκεια». Δυστυχώς δεν κατάφερε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το διαπιστώνει εύκολα όχι μόνον ο ειδικός μελετητής, αλλά και ο καλλιεργημένος αναγνώστης και απλός εραστής της ποίησης του Κάλβου. Αρκεί να ρίξει μια πρόχειρη ματιά στις υποσελίδιες σημειώσεις στο κείμενο των Ωδών. Το βιβλίο υπόσχεται έναν «εκτενή γλωσσικό και ερμηνευτικό σχολιασμό», αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σύντομο, αμέθοδο και κακογραμμένο γλωσσάρι με αρκετές αστοχίες και πρόχειρες ερμηνείες.

Μια έκδοση που φιλοδοξεί να συνδυάσει «τη χρηστικότητα με τη φιλολογική επάρκεια» θα έπρεπε να επιδιώξει να μυήσει τον αναγνώστη με εύληπτο τρόπο στο καλβικό λεξιλόγιο, στις μεταφορές και τις εικόνες των Ωδών. Αντί να προϋποθέτει την εποπτεία του συνόλου, ο σχολιασμός είναι αποσπασματικός και τυχαίος. Γενικά ο επιμελητής βλέπει το ιδίωμα και την ποίηση του Κάλβου ως υποψήφια λήμματα ενός λεξικού. Ενδεικτικό αυτής της τάσης είναι και το γεγονός ότι ερμηνεύονται ακόμη και κοινές λέξεις, όπως «τα νερά της θαλάσσης», «στάμνα» και «πηδάλιον». Εστω και έτσι, όμως, θα έπρεπε λογικά να είχαν επισημανθεί οι άφθονοι ιταλισμοί των Ωδών, αλλά εδώ φαίνεται ότι πρυτάνευσε μια ιδιότυπη αντίληψη περί «χρηστικότητας».

Εξίσου σημαντικό πρόβλημα συνιστούν οι αστοχίες των υποσημειώσεων. Σταχυολογώ ελάχιστες περιπτώσεις. Στον τρίτο κιόλας στίχο της επίκλησης στις Μούσες, η υποσημείωση στη φράση «των μακάρων Ολυμπίων» σχολιάζει ως εξής το επίθετο «μακάρων»: «μάκαρος, μακάριος, ευδαίμων». Αντί του ορθού τύπου «μάκαρ» επινοήθηκε μια ονομαστική ενικού «μάκαρος»(!), προφανώς κατ' αναλογίαν του νεοελληνικού «μακάριος». Στην Ωδή V 8-10 ο Κάλβος αποκαλεί τη λύρα του «ξύλον μελίφρονον» («επί το ξύλον / μελίφρονον, υακίνθινον / βάλετε στέμμα»), ως ένα όργανο που «γλυκαίνει» (ευφραίνει) τον νου και την καρδιά των ανθρώπων με τον ήχο του. Το αρχαιοελληνικό επίθετο «μελίφρων» προσδιόριζε τον ύπνο, το κρασί, το γεύμα, τους καρπούς, τα λόγια κ.ά. Το καλβικό «μελίφρονον ξύλον» υπενθυμίζει τη μνεία στην «μελίφρονα βάρβιτον» της Μελπομένης στην Παλατινή Ανθολογία. Ομως ο επιμελητής αποδίδει το επίθετο «μελίφρον[ον]» όχι στο μουσικό όργανο αλλά στο στεφάνι και του προσδίδει μια ανύπαρκτη σημασία: «μελίφρονον [αντί: μελίφρον] στέμμα, στεφάνι από κληματσίδες και τσαμπιά». Η μετάθεση του επιθέτου και η ανύπαρκτη έννοια αναπαράγουν το προφανές σφάλμα μιας άλλης έκδοσης, στοιχείο ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία συντάχτηκε το υπόμνημα. Επόμενο παράδειγμα: στην Ωδή VI 84-85 ο ποιητής εικονογραφεί τις σφαγές της Χίου, μιλώντας ειδικότερα για τις καθημαγμένες κόμες των γερόντων («γερόντων κόμαι εις τ' αίμα / αθλίως βρεγμέναι»). Το επίρρημα «αθλίως» δηλώνει θέαμα που προκαλεί οίκτο και συμπάθεια στον ύψιστο βαθμό, ειδικά γιατί αφορά σε πρόσωπα που είναι εξ ορισμού σεβάσμια. Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, το γλωσσάρι πληροφορεί τον αναγνώστη ότι, όταν ο Κάλβος έγραφε «αθλίως», εννοούσε «ξεδιάντροπα»! Θα κλείσω με το χωρίο ΧΙ 83-85 «δια τους κροτούντας / ποιητάς το μονόχορδον / της κολακείας». Το επίθετο «μονόχορδος» και το ουσιαστικό «μονόχορδον» ανάγονται στην αρχαιότητα, αλλά εδώ πρόκειται ολοφάνερα για ιταλισμό: η φράση σημαίνει «παίζω τον ίδιο μονότονο σκοπό» (toccare, suonare un monocordo). Το ρήμα «κροτώ» είναι λογικά αδύνατο να σημαίνει «χειροκροτώ», όπως δηλώνεται στην αντίστοιχη υποσημείωση, γιατί ο εν λόγω ποιητής-κόλακας της εξουσίας θα χρειαζόταν συνολικά τέσσερα χέρια, δύο για να «κροτεί το μονόχορδον» και άλλα δύο για να «χειροκροτεί». Η μεταφορική έννοια του «χειροκροτώ» δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση το ερμήνευμα «κροτώ, χειροκροτώ».

Στάθηκα ειδικά στον υποσελίδιο σχολιασμό των Ωδών όχι μόνο γιατί διαψεύδει τη διακηρυγμένη πρόθεση του βιβλίου, αλλά και για δύο ακόμη λόγους: ο επιμελητής τον προβάλλει ως στοιχείο «εκσυγχρονισμού» της έκδοσης (μαζί με την εισαγωγή του μονοτονικού και τη διόρθωση «προφανών γλωσσικών σφαλμάτων») και τον προορίζει «για να υπηρετήσει τις ανάγκες στη διδασκαλία των ωδών». Οι αναγνώστες ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και οι φιλόλογοι ας προσέξουν.

* Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.