Showing posts with label Ελιγιά Γιωσέφ. Show all posts
Showing posts with label Ελιγιά Γιωσέφ. Show all posts

Monday, July 4, 2011

Τα «Απαντα» του Γιωσέφ Ελιγιά

  • Δίτομη έκδοση με τα ποιήματα και τις μεταφράσεις του Ελληνοεβραίου ποιητή 
  • Της Μαριας Tοπαλη, Η Καθημερινή, 2/7/2011
«…με της Ελλάδας τη μελίρρυτη φωνή
και με τη φλογερή ψυχή της Ιουδαίας…»
Πόσοι άραγε γνωρίζουν στην Ελλάδα τον Σιαλώμ Αλεϊχέμ;
Ο διάσημος, στον καιρό του, Ουκρανοεβραίος συγγραφέας (1859-1916) έγραψε κυρίως στα γίντις, συνέθεσε δε το «Οι κόρες του Τέβγε» όπου στηρίχθηκε το σενάριο της ταινίας «Ο Βιολιστής στη Στέγη». Το αριστούργημά του «Η πολιτεία των Καθριελητών», σε ατμόσφαιρα ανάλογη με εκείνη του «Βιολιστή», είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε συνέχειες ήδη στη δεκαετία του ’20 - με πρωτοβουλία και σε μετάφραση του τραγικού Ελληνοεβραίου Γιαννιώτη, του ποιητή και λογίου Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931).

Η δίτομη έκδοση των Απάντων του Ελιγιά (Γαβριηλίδης, 2009) με εκτενή εισαγωγή και σχόλια του Λέοντα Ναρ έρχεται να καλύψει ένα καθόλου κολακευτικό κενό που έχαινε στα ελληνικά γράμματα. Η αποσπασματική, μέχρι τώρα, και ελλιπής έκδοση των έργων του Ελιγιά στη γλώσσα του, τα ελληνικά, είχε εδραιώσει, αν όχι για τον επιστήμονα της γραμματολογίας πάντως όμως για τον κοινό αναγνώστη, μιαν εντύπωση διαθλασμένη. Ενας Εβραίος ποιητής, ένας κομμουνιστής, κατατρεγμένος και αποσυνάγωγος, με όλη τη σημασία της λέξης, ως προς τη συντηρητικότατη εβραϊκή κοινωνία των Ιωαννίνων του Μεσοπολέμου ο Ελιγιά βρίσκει ανάξιό του «καταφύγιο» διδάσκοντας στο Κιλκίς, ενώ η σκιά του Καρυωτάκη τον βαραίνει. Πεθαίνει πρόωρα· το έργο του γίνεται μήλον της Εριδος ανάμεσα σε σιωνιστές και αριστερούς. Στον πόλεμο, τα χειρόγραφα καταστρέφονται.

Τώρα, οι 877 σελίδες των Απάντων ξεδιπλώνουν στα έκπληκτα μάτια μας όχι μονάχα έναν ώριμο ποιητή με επεξεργασμένες στοχεύσεις αλλά και έναν ακάματο διανοούμενο, που υπηρετεί με προσήλωση τη συνομιλία δυο γλωσσών, δυο πολιτισμών, εβραϊκού και ελληνικού. Ο Ελιγιά αναλαμβάνει ένα εκτεταμένο «πρόγραμμα» διαμεσολάβησης μεταξύ των δυο πανάρχαιων αυτών ρευμάτων. Μεταφράζει συστηματικά ποίηση και πεζογραφία, αρχαία και σύγχρονη, από τα εβραϊκά στα ελληνικά, συνοδεύοντας πολλές από τις μεταφράσεις αυτές με λεπτομερή φιλολογικό σχολιασμό που συμπεριλαμβάνει και εκτενή συζήτηση της γερμανόφωνης και γαλλόφωνης βιβλιογραφίας στην οποία διέθετε, φαίνεται, πρόσβαση.

Tuesday, October 19, 2010

Τα «Απαντα» του Γιωσέφ Ελιγιά

Δίτομη έκδοση με τα ποιήματα και τις μεταφράσεις
του Ελληνοεβραίου ποιητή και διανοούμενου
  • Της Ελενας Xουζουρη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 19 Oκτωβρίου 2010
  • Γιωσέφ Ελιγιά: ΑΠΑΝΤΑ (εκδ. Γαβριηλίδης). Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σημειώσεις Λέων Α. Ναρ
ΠΟΙΗΣΗ. Ο Ελληνοεβραίος ποιητής και διανοούμενος Γιωσέφ Ελιγιά (Γιάννενα 1901 - Αθήνα 1931) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση των νεοελληνικών γραμμάτων αλλά γενικότερα της ελληνικής διανόησης στον Μεσοπόλεμο. Η δίτομη έκδοση των Απάντων του με εισαγωγή και επιμέλεια του Θεσσαλονικέως συγγραφέως και διδάκτορος της νεοελληνικής λογοτεχνίας Λ. Α. Ναρ δεν φωτίζει μόνον τη λησμονημένη και σίγουρα ενδιαφέρουσα ποιητική προσφορά του Ελιγιά, αλλά αναδεικνύει και το προφίλ ενός πολύπλευρου και ανήσυχου διανοητή, ενός παθιασμένου και τολμηρού πνεύματος που ο πρόωρος θάνατός του άφησε ένα κενό το οποίο με αμφιβολία μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχει καλυφθεί έως σήμερα. 

Διότι ο ριζοσπαστισμός και η πολύπλευρα ανοιχτή ματιά του Γιωσέφ Ελιγιά δεν εξαντλείτο στην υιοθέτηση των σοσιαλιστικών ιδεών της εποχής. Δεν δίσταζε να προχωρήσει και να συγκρουστεί και με το συντηρητικό, κλειστοφοβικό αλλά κυρίαρχο κατεστημένο των ομοθρήσκων του της γενέτειράς του, προτάσσοντας έναν ιδιαίτερα τολμηρό προβληματισμό, αναζητώντας ίσως τη δική του Ουτοπία. Δικαίως ο Λέων Ναρ στην εξαιρετικά εμπεριστατωμένη πολυσέλιδη εισαγωγή του προσπαθεί να αναδείξει όλες τις πλευρές του Γιαννιώτη ποιητή με φόντο όλες τις ιστορικές –ιδεολογικές, κοινωνικές, λογοτεχνικές– συνιστώσες της εποχής μέσα στις οποίες έζησε, δημιούργησε και έδρασε ο Ελιγιά.

Ιδιαίτερα πρέπει να εκτιμηθεί ότι ο Ναρ φωτίζει ένα ακόμη, αποσιωπημένο εν πολλοίς, κεφάλαιο του ελληνικού εβραϊσμού στην Ελλάδα, εκείνο των Ρωμανιωτών Εβραίων των Ιωαννίνων. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με άλλες ελλαδικές εβραϊκές κοινότητες, στις οποίες κυριαρχούσαν οι ισπανόφωνοι Σεφαραδίτες, οι Ρωμανιώτες, πολύ παλαιότεροι των ισπανόφωνων στις ελληνικές περιοχές, ήταν προσηλωμένοι στις θρησκευτικές τους παραδόσεις, και διατηρούσαν μια ιδιαίτερα συντηρητική και κλειστή κοινωνία, συσπειρωμένη σε ξεχωριστή συνοικία των Ιωαννίνων. Ενα επίσης ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι Ρωμανιώτες, και πάλι σε αντίθεση με τους Σεφαραδίτες, χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα γραμμένη με εβραϊκούς χαρακτήρες ακόμα και στις τελετουργίες τους. Μάλιστα, όπως πληροφορεί ο μελετητής, τα μοτίβα και η μουσική της λαϊκής και λατρευτικής τους ποίησης, στην ίδια πάντα γλώσσα, ήταν έντονα επηρεασμένα από τον τοπικό ελληνικό πολιτισμό. Σ’ αυτό το κλίμα μεγαλώνει ο Ελιγιά, από το οποίο πολύ σύντομα παίρνει αποστάσεις, ενώ από την άλλη επηρεάζεται από τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής του και για τις οποίες αρχίζει να αγωνίζεται. Για τις ιδέες του όμως και τους αγώνες του έρχεται αντιμέτωπος και με την επίσημη πολιτεία και με την εβραϊκή κοινότητα και αναγκάζεται να φύγει. Αργυρόκαστρο, Αθήνα όπου γίνεται δεκτός θερμά από τη λογοτεχνική κοινότητα, επιστροφή για λίγο στα Γιάννινα και τέλος ο διορισμός του ως καθηγητή της γαλλικής το 1930 στο Γυμνάσιο του Κιλκίς όπου αρρωσταίνει από τύφο για να πεθάνει το 1931 στην Αθήνα. Καρυωτάκης-Παλαμάς είναι οι ποιητές που θα τον επηρεάσουν βαθιά. 

Η Πρέβεζα του Ελιγιά είναι το Κιλκίς. Αλλά όπως επισημαίνει και ο μελετητής του «παρατηρείται στο σύνολο του έργου του μια υβριδικότητα που δεν μας επιτρέπει να τον κατατάξουμε σε συγκεκριμένη σχολή. Ο Ελιγιά κινείται μέσα σε ποικίλες λογοτεχνικές παραδόσεις και δεν διστάζει να χρησιμοποιεί ό,τι του είναι κάθε φορά προσφορότερο…». Προχωρεί όμως ο Λ. Ναρ και σε μια ιδιαίτερα σημαντική επισήμανση: «Ο Ελιγιά, συμβάλλοντας στην ανανέωση της ποιητικής παράδοσης που επιχειρήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’20, ήταν σίγουρα ένας ποιητής με δική του προσωπικότητα που η κριτική δεν τον αγνόησε. Οι κριτικοί όμως δεν τόνισαν τις ποικίλες αντινομίες που χαρακτηρίζουν το έργο του [λυρισμός-καταγγελία, εξομολόγηση-κραυγή, αθωότητα-υποψία, τρυφερότητα- (αυτο)σαρκασμός] που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Επιχειρώντας μια συνολική αποτίμηση θα λέγαμε ότι ο Ελιγιά δεν βρίσκεται στην αιχμή των λογοτεχνικών ρήξεων, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μείζων ποιητής - ποιητής του κανόνα, αλλά οπωσδήποτε διεκδικεί με αξιώσεις τα μέγιστα του ήσσονος». Το αναμφισβήτητα όμως μοναδικό -και ανεπανάληπτο έως σήμερα- στον Ελιγιά είναι ότι κατάφερε με το έργο του να υπογραμμίσει τη διαλεκτική και συχνά αντιφατική σχέση ελληνισμού και εβραϊσμού, ενσωματώνοντας στο έργο του τον βιβλικό τόνο, συχνά ανάμεικτο «μ’ ένα στοιχείο ερωτισμού και ειδυλλιακής φυσιολατρίας». 

Ετσι το βιβλικό στοιχείο, εξακολουθητικά παρόν στην ποίησή του αλλά και οι μεταφράσεις του από τα εβραϊκά κλασικά κείμενα αποτελούν τις γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική διάνοια και το εβραϊκό πνεύμα, σύνδεσμος όχι συνηθισμένος «μεταξύ της ελληνικής ευρυθμίας και της βιβλικής μεγαλοπρέπειας», όπως θα γράψει ο Κ. Παλαμάς. Την πρωτοτυπία της σύζευξης θα επισημάνουν και ο Κ. Θ. Δημαράς και ο Γρ. Ξενόπουλος.

Ιδιαίτερα σημαντικός, όμως, ως προς το λογοτεχνικό προφίλ του Γιωσέφ Ελιγιά, είναι και ο δεύτερος τόμος των ΑΠΑΝΤΩΝ του που περιλαμβάνει μεταφράσεις του λογοτεχνικών έργων σύγχρονων Εβραίων δημιουργών. Εν κατακλείδι η καλαίσθητη δίτομη έκδοση των ΑΠΑΝΤΩΝ του Γιωσέφ Ελιγιά είναι μια σοβαρή ανάδειξη της πολύπλευρης προσωπικότητάς του ως λογοτέχνη, ως μεταφραστή και ως διανοητή.

Saturday, May 29, 2010

Η λογοτεχνική επικαιρότητα του Γιωσέφ Ελιγιά

  • Γιωσέφ Ελιγιά: Απαντα, εισαγ. - επιμ. - σημ.: Λέων Α. Ναρ
  • Α' τόμος: Η ζωή και το έργο του. Ποιήματα -Μεταφράσεις
  • Β' τόμος: Πεζά κείμενα - Μεταφράσεις πεζών - Εβραϊκά εγκυκλοπαιδικά λήμματα
  • εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 290, ευρώ 20
  • Ο Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931) υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ποιητή, μεταφραστή και, πολλαπλώς, προβληματιζόμενου ιδεολόγου του μεσοπολέμου. Γεννημένος στα Γιάννινα, μέλος μιας δραστήριας, πλην όμως επαρχιακής, συντηρητικής, εβραϊκής κοινότητας, δημοτικιστής, αριστερών προδιαθέσεων και προβληματισμών -που στη συνέχεια συγκεκριμενοποιήθηκαν, επιβάλλοντάς του ανάλογες, πνευματικής υφής, δράσεις και συμπεριφορές-, βίωσε, από πολύ νωρίς, την επιφύλαξη των ομοθρήσκων του και την καχυποψία των διωκτικών αρχών. Και όμως, όσοι ασχολήθηκαν ώς τώρα με το έργο του -και δεν είναι πολλοί αυτοί- τον προσέγγισαν μάλλον αποσπασματικά, παρακάμπτοντας τον ανένταχτο αριστερό ιδεολόγο, παραβλέποντας τη σχέση πολλών ποιημάτων του με την «εξωλογοτεχνική πραγματικότητα και τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα», αποσιωπώντας την κοινωνική διάσταση της προσφοράς του και την, ιδιοτύπως, ανατρεπτική ιδεολογία του, δίνοντας έμφαση στον έντονο λυρισμό του και στις καρυωτακικές καταβολές του. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη μιας εργοβιογραφικής μελέτης και μιας συνολικής-συνθετικής θεώρησης του έργου τού Ελιγιά και, ακόμα, η «ελεγχόμενη» βεβαιότητα ότι ο ποιητής, αν και λησμονημένος, θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να επανέλθει στη λογοτεχνική επικαιρότητα, οδήγησε τον Λέοντα Α. Ναρ στην απόφαση τής πολύ ενδιαφέρουσας και, όπως εντέλει αποδείχτηκε, επιτυχούς συγκρότησης των δύο ανά χείρας τόμων.
  • Για την ευόδωση των μάλλον αισιόδοξων, περί επαναφοράς του Ελιγιά στη λογοτεχνική μας επικαιρότητα, προθέσεων και στόχων του, ο επιμελητής εξετάζει καταλεπτώς όλα όσα, κατά την άποψή του, προοιωνίστηκαν τη συγκρότηση της ιδιοσυγκρασιακής του ιδιαιτερότητας και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της ζωής, της ποιητικής και της, ευρύτερα νοούμενης, πνευματικής προσωπικότητας του ποιητή. Ρίχνει άπλετο φως στην πνευματική ζωή των Ιωαννίνων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ερευνά τη δραστηριότητα του αριστερού πυρήνα της πόλης και τις συνθήκες διαβίωσης του εβραϊκού πληθυσμού σ' αυτήν, προκειμένου να παρακολουθήσει τη σταδιακή μετατόπιση του Ελιγιά από την αυστηρά προσηλωμένη στα εβραϊκά ζητήματα στάση του σε καίριους προβληματισμούς κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος· προβληματισμούς απορρέοντες από την πεποίθησή του ότι η λογοτεχνία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πολύπλοκη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, επηρεασμένος και εμπνευσμένος, καθώς ήταν, από την περιρρέουσα ιστορικοκοινωνική ατμόσφαιρα και αποφασισμένος να έρθει σε ρήξη με το εβραϊκό και ιδεολογικό κατεστημένο, μετερχόμενος, συχνά, τρόπους προκλητικούς για τα δεδομένα μιας συντηρητικής επαρχιακής εβραϊκής κοινότητας, προκειμένου να αφυπνίσει ιδεολογικά τους ομοθρήσκους του.
  • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει ο επιμελητής των Απάντων του Ελιγιά για τις λογοτεχνικές και τις ιδεολογικού περιεχομένου δραστηριότητες του ποιητή από την εγκατάστασή του στην Αθήνα (1925) ώς τον θάνατό του (1931). Οταν, έχοντας ήδη (από τις αρχές της δεκαετίας του '20) έρθει σε ανοιχτή ρήξη με τις σιωνιστικές οργανώσεις των Ιωαννίνων (πρεσβεύοντας ότι ο σιωνισμός συμβάλλει «στην καθυπόταξη των εβραϊκών εργατικών στρωμάτων στους αστούς ομοθρήσκους τους και στον σκοταδισμό των ραβίνων» και γράφοντας ποιήματα διαμαρτυρίας, σαρκασμού και, κάποτε, κοινωνικής σάτιρας), εγκαταλείπει τη σιωνιστική θεματολογία και γράφει ποιήματα προσωπικότερα, στα οποία αντικατοπτρίζεται ο ευάλωτος ψυχισμός του, οι ενδόμυχοι πόθοι και καημοί του, τα προσωπικά του αδιέξοδα και η ενδιάθετη μελαγχολική του φύση. Είναι προφανές ότι το ποιητικό κλίμα που βρήκε στην πρωτεύουσα, διαμορφωμένο από τους νεορομαντικούς και νεοσυμβολιστές ποιητές της γενιάς του '20, η απαισιοδοξία τους και, ιδίως, η άρνησή τους να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα, τον επηρέασε άμεσα και τον βοήθησε στον εμπλουτισμό των εκφραστικών του μέσων· τον βοήθησε στη συγκεκριμενοποίηση των ορίων μέσα στα οποία θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τις πικρίες, τις ματαιώσεις, τις απογοητεύσεις του και, πάνω απ' όλα, την άρνησή του μπροστά σε κάθε ενδεχόμενο συμβιβασμού. Τον «ιδανικότερο, ωστόσο, εκφραστή του προσωπικού του αδιεξόδου, των ιδεολογικών του ανησυχιών και της μελαγχολικής του διάθεσης» ο Ελιγιά τον βρίσκει στον Καρυωτάκη, όπως συνέβαινε, άλλωστε, «και με άλλους νέους ποιητές που προέρχονταν από μικροαστικά ή επαρχιακά περιβάλλοντα». Εκτός από τον Καρυωτάκη, επιδράσεις δέχτηκε και από τον Μαλακάση, αλλά και από τον Παλαμά, ιδίως όταν αναζητεί στήριγμα, προκειμένου να εκφράσει, με την ποίησή του, τις κοινωνικές του ανησυχίες και να διαδραματίσει τον, αταίριαστο στην ιδιοσυγκρασία του, ρόλο του πνευματικού και κοινωνικού ταγού.
  • Η αγάπη, ο σεβασμός, η εκτίμηση και η, ποικιλοτρόπως εκδηλωνόμενη, συναισθηματική δέση που αισθάνεται ο Λέων Α. Ναρ προς και με τον Ελιγιά -στοιχεία που είναι προφανή στον καθορισμό των συνθηκών της ζωής και στη λεπτομερή καταγραφή των σημαντικότερων σταθμών της υπαρξιακής και της πνευματικής πορείας του τελευταίου-, δεν αναστέλλουν, ούτε αμβλύνουν, την κριτική του στάση απέναντι στο έργο του ομόθρησκού του ποιητή. Οπότε δεν διστάζει να επισημάνει το γεγονός ότι, ανάλογα με τις πνευματικές και τις κοινωνικές του προθέσεις και επιδιώξεις, ο Ελιγιά δέχτηκε επιδράσεις από ποιητές εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους, με συνέπεια τα ποιήματά του να μη διακρίνονται για τη θεματική τους ενότητα και να είναι άλλοτε λυρικά και άλλοτε πολιτικά. Δεν παραλείπει, ωστόσο, να επισημάνει ότι αυτή ακριβώς η «αντίφαση», οι «αντινομίες» που χαρακτηρίζουν το έργο του, υπήρξε και το στοιχείο που τον διαφοροποίησε από τους συγκαιρινούς του ποιητές της δεκαετίας του '20, κάνοντας την προσφορά του στα γράμματα, ενδεχομένως, «όχι πρωτότυπη ως δημιουργία, αλλά συνδυαστικά πρωτότυπη» (Κ. Θ. Δημαράς). Καταλήγοντας στην πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και δίκαιη, απόφανση ότι ο Ελιγιά μπορεί να μη «βρίσκεται στην αιχμή των λογοτεχνικών αξιών, οπωσδήποτε όμως διεκδικεί με αξιώσεις τα μέγιστα του ήσσονος».
  • Ο Ελιγιά δεν υπήρξε μόνο ένας άλλοτε αγωνιστής και άλλοτε λυρικός, με έντονη υπαρξιακή χροιά, ποιητής· άφησε και ένα σημαντικότατο, σε ποιότητα και σε ποσότητα, μεταφραστικό έργο, αποτελούμενο από μεταφράσεις εβραιολογικών κειμένων, απόρροια τόσο της πολυσύνθετης πνευματικής του προσωπικότητας όσο και της προσπάθειάς του να προβάλει ποικίλες πνευματικές εκδηλώσεις του εβραϊσμού, από την αρχαιότητα μέχρι της μέρες μας. Με τις μεταφράσεις του (Ασμα ασμάτων, Ψαλμοί του Δαβίδ, σύγχρονοι εβραίοι ποιητές κ.ά.) φιλοδόξησε να συζεύξει -πνευματικά και γλωσσικά- το εβραϊκό με το ελληνικό στοιχείο· να λειτουργήσει -εκτός από ποιητής και μεταφραστής- ως σύνδεσμος «μεταξύ της ελληνικής ευρυθμίας και της βιβλικής μεγαλοπρεπείας. Της μιας που την αγαπούσε και της άλλης που τον εθέρμαινε», όπως είπε, χαρακτηριστικά, ο Κ. Παλαμάς.
  • Εν κατακλείδι, ο Γιωσέφ Ελιγιά -που, σημειωτέον, προσέχτηκε ιδιαίτερα από την κριτική της εποχής του, άλλο αν, μάλλον για λόγους σκοπιμότητας, δεν προσέχτηκαν οι, κάποτε δραματικές, αντιφάσεις που χαρακτήριζαν το έργο του- υπήρξε ένας δραστήριος, όσο και ταπεινός, εργάτης των ελληνοεβραϊκών γραμμάτων. Γι' αυτό και, δικαίως, θεωρήθηκε ο σημαντικότερος «εκπρόσωπος του ευρύτερου ρεύματος του σύγχρονου επαναστατικού ιουδαϊκού μεσσιανισμού στην Ελλάδα, με την έννοια της προσδοκίας της επαναστατικής ρήξης». Η πολύ ενδιαφέρουσα, ωστόσο, περίπτωσή του, παρέμενε, ώς τις μέρες μας, ημιτελώς φροντισμένη και παρουσιασμένη στις δύο προηγηθείσες (το 1938 και το 1967, αντιστοίχως), μη φιλολογικού χαρακτήρα, εκδόσεις των «Απάντων» του από τον Γ. Κ. Ζωγραφάκη. Γεγονός που επέβαλε την επανέκδοσή τους, στην οποία θα περιλαμβάνονταν, «εκτός από μια μελέτη σε επίπεδο γραμματολογικό, ιδεολογικό, πολιτικό και εκδοτικό, όλα τα ποιήματα που έγραψε στη σύντομη διάρκεια της ζωής του, καθώς και οι εξαιρετικές μεταφράσεις του». Αυτό, ακριβώς, που ανέλαβε και έφερε σε αίσιο πέρας, επιδεικνύοντας -κάθε άλλο παρά συνηθισμένες- φιλολογική γνώση, επάρκεια, ευσυνειδησία, ευαισθησία και αγάπη ο Λέων Α. Ναρ.