Showing posts with label Φουρτούνης Μανόλης. Show all posts
Showing posts with label Φουρτούνης Μανόλης. Show all posts

Friday, December 31, 2010

Μανώλης Φουρτούνης: Oφείλουμε να επινοήσουμε νέες μορφές αντίστασης

  • Ποιος είναι ο Μανώλης Φουρτούνης
Ο Μανώλης Φουρτούνης γεννήθηκε στην Κέφαλο της Κω, στις 3 Οκτωβρίου του 1926. Έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κω και στη Ρόδο. Το 1946 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1947 έως το 1958, με μικρά διαλείμματα αδείας, εκτοπίζεται στη Μακρόνησο και στον Άη-Στράτη. Το 1958 γίνεται μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης. Από το 1967 έως το 1971 εξορίζεται από τη δικτατορία στη Γυάρο, στη Λέρο (Παρθένι) και στον Ωρωπό. Στην πορεία, παντρεύεται τη Στέλλα Πασβάνη και αποκτούν δύο παιδιά. Άσκησε επί πολλά χρόνια το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Σήμερα είναι συνταξιούχος. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Στα γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1950 από τη λογοτεχνική στήλη της εφημερίδας Ο Δημοκρατικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Εγγραφές και προσωπεία (1962, Εκδόσεις Κουλουφάκου), Βιογραφίες (1972, Διογένης), Τοπία του χρόνου (1978, Ανθολογία), Η πληγή και το αλάτι (1985, Θεμέλιο) και Διαδρομές (2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδη). Έχει μεταφράσει: Παλμίρο Τολιάτι, Με δημοκρατία και ειρήνη στο σοσιαλισμό (1964, Εκδόσεις Παπακώστα), Ντίνο Μπουτσάτι, Η έρημος των Τατάρων (1971, Διογένης), Ζακ Λορύ, Οδηγός δίσκων κλασικής μουσικής (1972, Λέσχη του Δίσκου) και Παγκόσμια ανθολογία παραμυθιού, τόμοι 5 (χ.χ., Ανθολογία).
  Η ΑΥΓΗ: 02/01/2011

Έχουμε την τιμή και τη χαρά, ο ανθολόγος των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2011 να είναι ο Μανώλης Φουρτούνης, μέλος της ομάδας σύνταξης του ιστορικού περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης. Με αφορμή την επιλογή ποιημάτων από το περιοδικό αυτό, μιλά στην Αυγή για την εμπλοκή του στο σημαντικό εκείνο εκδοτικό εγχείρημα, για την υπόθεση Γκράνιν στην οποία πρωτοστάτησε, κάνει λόγο για τα σημεία-σταθμούς στην δωδεκάχρονη πορεία του εντύπου, από το 1955 μέχρι την εγκαθίδρυση της Χούντας, το 1967. Μιλά για τη συνεισφορά της Επιθεώρησης Τέχνης στην υπόθεση της αριστεράς, όπως και στη σχέση του πολιτισμού με την πολιτική πράξη. Από το βήμα αυτό θα θέλαμε να ευχαριστούμε τον γιο του, Γιώργο Φουρτούνη, για την πολύτιμη βοήθειά του.
* Ανθολογείτε ποιήματα από την Επιθεώρηση Τέχνης, ένα ιστορικό περιοδικό, που απετέλεσε σταθμό στην πνευματική ζωή του τόπου. Ποιο είναι το σκεπτικό της συγκεκριμένης ανθολογίας; Με ποια κριτήρια επιλέξατε τα ποιήματα αυτά;
Στην Επιθεώρηση Τέχνης δημοσιεύτηκαν πολλά καλά ελληνικά ποιήματα. Ως μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του περιοδικού, τα γνώριζα κατά κάποιο τρόπο από πρώτο χέρι. Η ιδέα ήταν να κάνω μια επιλογή από αυτά - μιλάω για ποιήματα που οι ίδιοι οι ποιητές τους τα εμπιστεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης. Πολλοί από αυτούς, που έμελλε να αποδειχθούν πολύ σημαντικοί για τα ελληνικά γράμματα, ξεκίνησαν από το περιοδικό. Η ανθολόγηση αυτή, λοιπόν, έχει ένα προφανές ποιητικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Πέρα από αυτό, όμως, είναι για μένα και μιας μορφής μνημόσυνο μερικών πολύ καλών μου φίλων, αλλά και του Άγγελου Ελεφάντη, που πρώτος αυτός έριξε την ιδέα πριν από λίγα χρόνια, ένα καλοκαίρι στην Κω.
* Ήσασταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της Επιθεώρησης Τέχνης και μάλιστα από τους πρωτεργάτες, με σημαντική συμβολή στην πορεία του περιοδικού. Πείτε μας για τη δική σας εμπλοκή στο συγκεκριμένο εγχείρημα.
Η ιδέα για ένα πνευματικό περιοδικό της αριστεράς γεννήθηκε στην εξορία, στον Άη - Στράτη, περισσότερο ως ένα όνειρο για τα χρόνια της μελλοντικής ελευθερίας, από μια παρέα νέων διανοούμενων (Κουλουφάκος, Ραυτόπουλος, Πατρίκιος, αλλά και πολλοί άλλοι). Η ιδέα αυτή, και το όνειρο, πραγματοποιήθηκε τα Χριστούγεννα του 1955. Η άδεια για την έκδοση βγήκε στο όνομα του αρχιτέκτονα Νίκου Σιαπκίδη, ο οποίος δεν είχε ακόμα φάκελο - αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί. Με δυο λόγια, το περιοδικό υπήρξε μια «ιδιωτική πρωτοβουλία» και όχι αποτέλεσμα κάποιας κομματικής απόφασης. Αργότερα το περιοδικό πλαισιώθηκε από την ΕΔΑ, της οποίας, ως νέοι κομμουνιστές, ήμασταν όλοι μέλη, και ξεκίνησε έτσι μια ιστορία υποστήριξης αλλά και μόνιμων εντάσεων. Εγώ, αν και ήμουν μέλος αυτής της παρέας στον Άη Στράτη, εντάχθηκα στη Συντονιστική Επιτροπή του περιοδικού το 1958, την πρώτη φορά που κατόρθωσα να έρθω στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστος.
* Τον Φεβρουάριο του 1959 δημοσιεύεται το αντικομφορμιστικό διήγημα του Σοβιετικού συγγραφέα Ντάνιελ Γκράνιν Η σιωπή (τεύχος 50-51), που είχατε μεταφράσει, και το οποίο προκάλεσε πολλές κομματικές αντιδράσεις. Μιλήστε μας για την υπόθεση Γκράνιν στην οποία πρωταγωνιστήσατε.
Το διήγημα είχε προηγουμένως δημοσιευθεί στο θεωρητικό περιοδικό του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Contemporaneo (που τότε ακόμα ήταν ένθετο στην κυριακάτικη έκδοση της “Unità”). Ο συγγραφέας του δεν ήταν αντικαθεστωτικός - αντιθέτως, υπήρξε ήρωας του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου». Ξέραμε ωστόσο ότι το διήγημα είχε προκαλέσει την οργή του Χρουτσώφ, καθώς έδινε μια όχι απολύτως ειδυλλιακή εικόνα για τη ΕΣΣΔ. Το συζητήσαμε στη Συντονιστική Επιτροπή εν όψει της δημοσίευσής του στο περιοδικό. Όλοι συμφωνήσαμε, αλλά ο Κ. Πορφύρης εξέφρασε ορισμένες επιφυλάξεις, όχι γιατί διαφωνούσε επί της ουσίας, αλλά επειδή, ως παλιός ακροναυπλιώτης, φοβήθηκε τις συνέπειες - και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Η δημοσίευση εν τέλει προκάλεσε αντιδράσεις από τον σκληρό κομματικό πυρήνα, που κορυφώθηκαν με μια ιδιότυπη δίκη, ένα «κομματοδικείο» κατά την έκφραση του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Σε ρόλο κατηγόρων βρέθηκαν γνωστές πνευματικές προσωπικότητες της αριστεράς και υψηλά κομματικά στελέχη - ας μην πούμε ονόματα. Το αποτέλεσμα ήταν η ανασύνταξη της Συντονιστικής Επιτροπής, από την οποία απομακρυνθήκαμε ο Δ. Ραυτόπουλος και εγώ, που όμως εξακολουθήσαμε να εργαζόμαστε στο περιοδικό από τις θέσεις μιας συμβουλευτικής επιτροπής, δημιουργημένης επί τούτου. Το περιοδικό, με τη νέα επιτροπή, τέθηκε υπό την υψηλή εποπτεία της ΕΔΑ, μέχρι το κλείσιμό του από τη χούντα.
* Εκτιμάτε ότι υπήρξαν σημεία-σταθμοί για την πορεία της Επιθεώρησης Τέχνης; Πώς θεωρείτε ότι συνεισέφερε αυτό το εγχείρημα στην υπόθεση της αριστεράς; Ποιος ο ρόλος της στη διαπάλη των ιδεών, στη σχέση της λογοτεχνίας και εν γένει του πολιτισμού με την κριτική σκέψη και την πολιτική πράξη;
Το πρώτο σημαντικό ορόσημο υπήρξε ασφαλώς η υπόθεση Γκράνιν, που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία του περιοδικού και το μετέτρεψε σταδιακά σε περισσότερο «κομματικό» έντυπο. Άλλο ορόσημο υπήρξε και η υπόθεση των Ντάνιελ και Σινιάφσκι, το 1966, οι οποίοι καταδικάστηκαν από δικαστήριο της Μόσχας για συγγραφή αντισοβιετικών έργων, που εκδόθηκαν στο εξωτερικό. Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, μαζί με άλλους αριστερούς διανοούμενους, συνολικά 22, προχωρήσαμε σε κίνηση διαμαρτυρίας, που περιελάμβανε και αποστολή τηλεγραφήματος προς τον πρόεδρο της ΕΣΣΔ, όπου υπερασπιζόμασταν το δικαίωμα της πνευματικής ελευθερίας ως σύμφυτο με τη σοσιαλιστική απελευθέρωση του ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι δίνει και το στίγμα του όλου εγχειρήματος: διεκδικήσαμε την αυτόνομη κριτική σκέψη στο πλαίσιο της κομμουνιστικής στράτευσής μας. Σε μια περίοδο που ήμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα στο αστυνομικό κράτος και τον κομματικό δογματισμό, προσπαθήσαμε να μείνουμε ψύχραιμοι και ανεπηρέαστοι απέναντι στα πνευματικά φαινόμενα καθ’ εαυτά, στην ουσία τους, χωρίς να χάσουμε τον μπούσουλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ενώ ήμασταν στρατευμένοι με τον τρόπο μας (το περιοδικό ήταν η στράτευσή μας), νομίζω ότι διατηρήσαμε τη νηφαλιότητά μας απέναντι στις ιδεολογικές τοποθετήσεις ενός συγγραφέα ή ενός δημιουργού.
* Μπήκαμε στο 2011. Βρισκόμαστε εν μέσω μιας τεράστιας κρίσης που δεν είναι μόνον οικονομική. Θεωρείτε ότι υπάρχουν σήμερα δομές αντίστασης και παρέμβασης;
Θα υπάρξουν τέτοιες δομές αντίστασης και παρέμβασης μόνο εάν τις δημιουργήσουμε. Τότε θα μπορούν να υπάρξουν και εγχειρήματα ανάλογα, αλλά όχι ίδια, με εκείνα του παρελθόντος. Τις νέες μορφές οφείλουμε να τις επινοήσουμε. Δεν υπάρχουν συνταγές.

Monday, June 28, 2010

Τα ματωμένα ποιήματα του Μανώλη Φουρτούνη

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ* Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010
  • ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΗΣ, Διαδρομές, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 156
Η απόσταση ανάμεσα στην εποχή ονείρων, δράσης, ελπίδας και στα σημερινά χρόνια της παρακμής δεν είναι τόσο μεγάλη όσο απόμακρη φαντάζει. Κι είναι ένα ερώτημα το πώς καταλήξαμε στους «τακτοποιημένους αριθμούς/ με τα τακτοποιημένα ονόματα [δίχως] καθόλου φαντασία» της σύγχρονης ηθικής, ιδεολογικής και πολιτικής απαξίωσης, μιας κοινωνίας που λίγο πριν διαδήλωνε και διεκδικούσε μια άλλη ζωή: Τι μπέρδεμα κι αυτό/ με τις λέξεις/ ποιο το θύμα/ ποιος ο θύτης/ ποιος ο ήρωας/ ποιος ο προδομένος./ Θα το γράψει η ιστορία/ των εκάστοτε κρατούντων.

Για τη δική μου γενιά ηχούσαν, ακόμα, ηρωικά (μολονότι τελικώς πένθιμα) τα γεγονότα της αντίστασης και τα όσα επακολούθησαν: χρόνια μ' αγώνες/ πολλούς αγώνες. με νίκες και με ήττες/ χρόνια των πεινασμένων, των ανέργων/ των συνωμοτών, των κατατρεγμένων/ χρόνια με φυλακές, με εξορίες... Κι είναι να απορείς πώς τα καλοκάγαθα ποιήματα, οι διστακτικές νοσταλγικές/ρομαντικές λέξεις, τα χέρια «που ετοιμάζονται να ψηλαφήσουν τον κόσμο», οι ευγενικές και τρυφερές φράσεις τού Μανώλη Φουρτούνη υποκρύπτουν, ή γιατί όχι διαλαλούν, την πορεία, τη σιωπή, το πείσμα, την απόφαση. Ίσως είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο φιλεύσπλαχνα, ματωμένα και ταυτοχρόνως δικαιωμένα ποιήματα: Οι αλφαμίτες κορδωμένοι, κάπου κάπου χαμογελάνε σαν άνθρωποι Δεν θέλω αύριο/ να περπατήσουμε στον ίδιο δρόμο,/ δεν θέλω να μπούμε στο ίδιο μαγαζί./ Δεν θέλω να κοιτάξουμε τον ίδιο ουρανό. Και αλλού: δυο χέρια που ξέρουν/ να κρατάνε το πείσμα./ Κανένα σημάδι απ' τους ορίζοντες/ ο ήλιος σκοντάφτοντας στα ντουβάρια.

Καθαρή η εκφορά των ρημάτων που αξιοποιεί. (Κυρίαρχος, βασιλιάς,/ ο ενεστώς) χρόνος του που μας υποβάλλει στα ρήματα: «κρυώνω», «ανήκω», «απλώνω τα χέρια», «ψάχνω», «στεγνώνω». Συγκεκριμένα στην απόλυτη σαφήνεια τους ουσιαστικά: «ο φόβος», «οι χαφιέδες», «οι δεσμοφύλακες», «κουράγιο», «αφοσίωση», «υπόσχεση», «τα γράμματα στην κωλότσεπη», «οι κουβέντες με τη μάνα, με τον μικρότερο αδερφό», ένα τσιγάρο - τι να ξέρουν άραγε από αυτό, το ένα τσιγάρο, οι ξενέρωτοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών; Λιτά πλην περιεκτικά (και όχι καλλωπιστικά στην καθημερινότητά τους) τα επίθετα που αξιοποιεί: (Ένα επίθετο,/ για να χαρακτηρίσουμε/ τη στιγμή,/ μόλις γεννήθηκε/ και πέθανε/ στον επόμενο τόνο): «η κλεισμένη βαριά πόρτα», «η τρύπια σκηνή», «οι τρύπιες κάλτσες», «το λερωμένο κολάρο πουκαμίσου».

Στα ποιήματά του αποδίδεται με τον πιο διάφανο τρόπο η απειροελάχιστη στιγμή «ανάμεσα στις χειροπέδες και την ελευθερία», το εμφανώς τυχαίο που καθορίζει ζωές και γενιές, που σε περνά από τη μια ή την άλλη πλευρά, που άλλοτε σε κάνει ήρωα και κάποτε υποτελή, που κάποιους αναγορεύει σε ανθρώπους και άλλους υποβιβάζει σε κτήνη: Μια στιγμή να κρατήσω μια τούφα/ απ' τα μαλλιά μου, ένα κομμάτι/ απ' το παντελόνι μου, ένα κομμάτι/ απ' τη σάρκα μου. Δεν έχω,/ δεν θέλω να φορέσω άλλο παντελόνι,/ δεν θέλω να φορέσω άλλη σάρκα. Όταν τελικά επιτυγχάνεται η εξαΰλωση/υπέρβαση των συμβατών (και συμβατικών) πραγμάτων, τότε η ζωή αποκτά τη δική της διάσταση στο δικό του χώρο και στις δικές του συντεταγμένες. Τα αιτήματα διατυπώνονται σε δεύτερο πρόσωπο, όχι από φόβο ή συστολή αλλά από μια ωριμότητα που σε αναγκάζει να αποδραματοποιείς τις συνθήκες, να απομυθοποιείς την εξουσία, να σέβεσαι την καθημερινότητα, να δίνεις οντότητα και υπόσταση στα απλά και ταυτοχρόνως μεγάλα: κίτρινα φύλλα,/ μόλις τα έκοψε ο άνεμος, βράδυ, ένα κύμα, μια καλημέρα/ μια νύχτα χωρίς κανονισμό/ να ξαπλώσεις σε μια πολυθρόνα/ και να διαβάζεις στίχους ή οικονομία, αδιάφορο/ να 'σαι άρρωστος και να 'χεις ένα προσκέφαλο...

Γεννημένος στο χωριό Κέφαλος της Κω (3 Οκτωβρίου του 1926), που, όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, τελούσε υπό ιταλική κατοχή, ο Φουρτούνης διδάχτηκε ιταλικά, που τ' αξιοποίησε στη συνέχεια μεταφράζοντας για βιοπορισμό και, το κυριότερο, για λογαριασμό της Επιθεώρησης Τέχνης. (Εδώ εστιάζεται και η δεύτερη τυχαία στιγμή της ζωής: η γνωριμία του με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο στους τόπους εξορίας. Η Σιωπή -σημαδιακός και ταιριαστός ο τίτλος του διηγήματος του Γκράνιν- που έμελε να αποκαλύψει, χωρίς να διδάξει ωστόσο, τους εμπνευστές γραφειοκράτες της κομματικής τους δίκης. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, με τις συνέπειές τους να βαραίνουν στο κέλυφος της σημερινής αμήχανης και πολιτικά/πολιτισμικά περιθωριακής αριστεράς.

Μολονότι τα ποιήματα του Φουρτούνη αναπνέουν/αποπνέουν τόπους εξορίας: Άη Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος, Παρθένι, Ωρωπός, ή ίσως ακριβώς γι' αυτό, παραμένουν ποιήματα ζωής και ανοικτού χώρου/ορίζοντα. Εξωστρεφείς εκμυστηρεύσεις από καρδιάς, γι' αυτούς που έχουν τους καθαρούς κώδικες επικοινωνίας, δηλαδή τους ανθρώπους. Ένας γλάρος πάνω στην πέτρα, ένας ήλιος ζεστός στην αγκαλιά μας, μια παρέα με αγόρια και κορίτσια/ να χαμογελάς λίγο ηλίθια, λίγο καταφρονεμένα/ και να κρατάς το χέρι της, είναι οι εικόνες που συμπυκνώνονται και συμπυκνώνουν μια ποίηση δίχως τερτίπια, φιοριτούρες, ξεπερασμένους άνευρους εξυπνακισμούς, ρηχές κοινοτοπίες που αν μη τι άλλο δείχνουν την αμηχανία αλλά και το ελλιπές του συναισθήματος.

Δεν πιστεύω πως η ποίηση του Μανώλη Φουρτούνη είναι μια νοσταλγική -με την έννοια της θρηνητικής- ποίησης (κι ας μην μας παρασύρει το καταληκτικό επίθετο στο ποίημά του υπ' αριθμ 70, σελ. 58. Άλλωστε εγώ έκανα απλώς λόγο, πιο πάνω, για «νοσταλγικές λέξεις»). Δεν πιστεύω ότι τα ποιήματά του βρίσκονται κολλημένα στο χθες, συνομιλώντας στατικά και αποκλειστικά με το παρελθόν τους. Ακόμα κι όταν ομνύει σε αγαπημένους, η φωνή του δεν έχει απόχρωση θλίψης για τους νεκρούς, αλλά τη σταθερότητα της συναίσθησης των τετελεσμένων, όπως τα ζήσανε και τα διαμόρφωσαν παρότι «ηττημένοι». (βλ. το ποίημα 44 σελ. 150, ό.π.). Η συλλογή του περικλείει τη διαδρομή της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς, δίχως μεμψιμοιρίες, πονετικά λόγια, ή λυγμούς για τα όποια χαμένα. Είναι μια συνειδητή πράξη συνέπειας, μια καθαρή θέση υπεροχής έναντι των εφησυχασμένων και των άνευρων. Μια δικαίωση της ομορφιάς και του κόσμου, που μπορούν να χαίρονται όσοι διακινδύνευσαν, όχι υπαίτια, να τον χάσουν: Κάνω το σταυρό μου/ και σκύβω το κεφάλι/ να προσκυνήσω/ τόση ομορφιά. Ίσως είναι μια ακόμα απόδειξη της υπεροχής του ανθρώπου, όταν επιμένει ενεργητικά να συνομιλεί με λέξεις καθαρές, απλές, καθημερινές, που φτιάχνει και εκστομίζει ο ίδιος, αντί να θεάται παθητικά τα σερβιρισμένα κλισέ που τρίτοι κατασκευάζουν για λογαριασμό του: Οι λέξεις δεν φτιάχνουν/ τον κόσμο/ είναι βέβαιο/ επίσης βέβαιο είναι/ χωρίς τις λέξεις/ δεν θα υπήρχε ο κόσμος/ μόνο ένα κουβάρι ερπετά. Ο καθένας τελικά μπορεί ελεύθερα να διαλέξει το ρόλο που του ταιριάζει.
*Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας

Sunday, October 12, 2008

Η άγνωστη δίκη της Αριστεράς

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια διένεξη μεταξύ αναθεωρητών και υπερμάχων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού που δίχασε στελέχη και διανοουμένους της ΕΔΑ - τον Κύρκο, τον Κουλουφάκο, τον Πατρίκιο, τον Ρίτσο, τον Αυγέρη - αλλά και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» στα τέλη της δεκαετίας του '50

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Βρισκόμαστε στα 1959 και η «Επιθεώρηση Τέχνης», το περιοδικό που συσπειρώνει τους λογίους της Αριστεράς, μεσουρανεί. Σε ένα από τα τεύχη εκείνης της χρονιάς ο Μανόλης Φουρτούνης μεταφράζει και δημοσιεύει το διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Ντανιήλ Γκράνιν με τίτλο «Σιωπή», που έμελλε να προκαλέσει όχι μόνο σφοδρές αντιπαραθέσεις και ισχυρούς κλυδωνισμούς στους κόλπους της ΕΔΑ, αλλά και μια πρωτοφανή δίκη εις βάρος του περιοδικού, με «κατηγόρους» που εκπροσωπούν το ενοχλημένο κομματικό κατεστημένο, μεταξύ άλλων τον Μάρκο Αυγέρη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Δημήτρη Φωτιάδη και τον Λεωνίδα Κύρκο. Βέβαια, όπως μαρτυρεί ο Τίτος Πατρίκιος που συμμετείχε στη σύνταξη της «Επιθεώρησης Τέχνης», η στάση των «κατηγόρων» δεν ήταν ενιαία: ο Κύρκος, αν και κύριος εισηγητής, βρισκόταν ολοφάνερα σε δύσκολη θέση, οι Αυγέρης και Φωτιάδης εμφανίστηκαν εξαιρετικά επικριτικοί, ενώ ο Ρίτσος ήταν μεν επικριτικός, αλλά όχι τόσο απόλυτος και επιθετικός όπως ο Αυγέρης - σε αυτόν οι κατηγορούμενοι είχαν εναποθέσει πολλές ελπίδες, καθώς ο ποιητής του «Επιτάφιου» είχε υπάρξει πνευματικός πατέρας για τους περισσότερους από αυτούς. Μετά τη δίκη η συντακτική επιτροπή του περιοδικού υπέβαλε την παραίτησή της και περίμενε. Από τότε πέρασε ενάμισης χρόνος, οι παραιτήσεις δεν σχολιάστηκαν, ούτε απορρίφθηκαν ούτε έγιναν αποδεκτές. Στο τέλος ανακοινώνεται αλλαγή στη σύνθεση της συντακτικής επιτροπής (εκδιώκονται οι Μανόλης Φουρτούνης και Δημήτρης Ραυτόπουλος και επιβάλλεται η εποπτική παρουσία του Δημήτρη Δεσποτίδη). Ηδη ο αρχισυντάκτης και από τα βασικά στελέχη της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστας Κουλουφάκος είχε δεσμευθεί να συντάξει ένα κείμενο-απολογία για την απόφαση να δημοσιευθεί το διήγημα του Γκράνιν στο περιοδικό. Το κείμενο παρέμενε ανέκδοτο επί δεκαετίες - μόνο μερικά αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν το 1973 στον «Ελεύθερο Κόσμο» έπειτα από έρευνα της Ασφάλειας στα γραφεία του περιοδικού -, ώσπου το εντόπισε στο αρχείο του πατέρα του ο γιος του Πέτρος Κουλουφάκος και το έδωσε στη συγγραφέα Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, η οποία επισημαίνει ότι θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα ιδιόρρυθμο πολιτικό-λογοτεχνικό μανιφέστο εδραίωσης ενός εκσυγχρονισμένου λογοτεχνικού κανόνα.

Η αμφισβήτηση του αλάθητου


Κώστας Κουλουφάκος (αριστερά) και Τίτος Πατρίκιος, το 1962, στην ταράτσα του κτιρίου όπου στεγαζόταν η «Επιθεώρηση Τέχνης»


Τι έλεγε όμως το περιώνυμο διήγημα του Γκράνιν, η δημοσίευση του οποίου ενόχλησε κυρίως την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι και τόσα δεινά προκάλεσε στην Ελλάδα; Η «Σιωπή» - δημοσιεύεται ολόκληρη στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα - αμφισβητούσε ευθέως το αλάθητο των σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών (και κατ' επέκταση του κόμματος), έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο που διαλέγει την ηρεμία του από την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον. Κύριο θέατρο της σύγκρουσης είναι ο ψυχικός κόσμος του Μινάγεφ, ο οποίος από τη μία αναγνωρίζει το δίκιο της άποψης του Ολκόφσκι και συναισθάνεται την υποχρέωση που έχει ως προϊστάμενος του Ινστιτούτου Ερευνών να δημοσιεύσει το άρθρο του, αλλά από την άλλη μεριά φοβάται να υποστηρίξει την αλήθεια γιατί έτσι θα έρθει σε σύγκρουση με τον πανίσχυρο Ακαδημαϊκό, πράγμα που μπορεί να του στοιχίσει την προαγωγή του ή και άλλες σκοτούρες ακόμη: «- Σας το ζητώ σαν φίλος. Βγάλτε αυτή την κριτική για τον Στρόγεφ, είπε μαλακά ο Μινάγεφ. Μετριάστε ακόμα και τα άλλα. Μετά το δημοσιεύουμε. Ο Ολκόφσκι πετάχτηκε πάνω, κοκκίνισε. Τα μικρά του χέρια σφίχτηκαν σε γροθιά. - Για ποιο πράγμα θα λέει τότε το άρθρο μου; Για τίποτα!, φώναξε με στριγγιά φωνή. Προσπαθήστε να καταλάβετε: πρόκειται για χιλιάδες τόνους καύσιμα που πάνε χαμένα. - Μα πώς μπορείτε... τα ίσια του φρύδια που τα σήκωσε κείνη τη στιγμή έδειχναν μια παιδιάστικη απορία. - Οχι, δε βγάζω ούτ' ένα γιώτα. Σε καμιά περίπτωση. Είναι έλλειψη αρχής». Ας μην ξεχνάμε ότι δεν έχουν περάσει ούτε 13 χρόνια από το 1946, όταν ο Αντρέι Ζντάνοφ είχε αναλάβει μετά τον πόλεμο την πολιτιστική πολιτική του Στάλιν, τη λεγόμενη «ζντανόφστσινα», η οποία παρά τη φιλελευθεροποίηση του Χρουστσόφ, στα 1956, δεν είχε χάσει πολύ από την αρχική της δύναμη. Αλλωστε ήδη από το 1957 η σοβιετική ηγεσία είχε καταγγείλει διά στόματος του ίδιου του Χρουστσόφ το διήγημα του Γκράνιν.

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε τότε στους κύκλους της ΕΔΑ ήταν και οι ατέλειωτες διαβουλεύσεις της συντακτικής επιτροπής για το αν θα έπρεπε ή όχι να δημοσιεύσουν το διήγημα. Λέει ο Κουλουφάκος: «Τέσσερις ολόκληρους μήνες συζητούσαμε και βασανίζαμε το πράγμα ζυγίζοντάς το απ' όλες τις πλευρές, με αληθινά άγρυπνο το συναίσθημα της καλώς εννοούμενης ευθύνης». Κάτω από αυτές τις γραμμές μπορεί ο οξυδερκής παρατηρητής να ακούσει τον απόηχο των «προληπτικών» προειδοποιήσεων από στελέχη του κόμματος σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθούσαν. «Δεν πιστεύω να κάνετε τίποτε αντισοβιετικό» τους είχε, για παράδειγμα, νουθετήσει κάποτε ο Σάββας Σταματιάδης. Ο Τίτος Πατρίκιος, πάλι, θυμάται καλά ότι οι προβληματισμοί της επιτροπής δεν είχαν να κάνουν τόσο με την καταδίκη του διηγήματος από τον Χρουστσόφ όσο με το ίδιο το περιεχόμενό του. Στις πράγματι μακρές συνομιλίες για το θέμα αντίθετος με τη δημοσίευση του διηγήματος εμφανιζόταν ο Κώστας Πορφύρης, όχι τόσο επειδή δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο όσο γιατί προέβλεπε σφοδρές αντιδράσεις. Ως παλαιός «ακροναυπλιώτης», με πείρα στον δογματισμό και στην ακαμψία των παλαιών στελεχών, προειδοποιούσε τους νεότερους της επιτροπής. Μειοψήφησε όταν το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία, όταν ανέκυψαν όμως προβλήματα - όπως λέει ο Πατρίκιος - στάθηκε δίπλα στους συναδέλφους του και προασπίστηκε την απόφαση με σθένος.

Ενας πειθαρχημένος απείθαρχος

Σύμφωνα με τον Φουρτούνη, ο Κουλουφάκος ήταν «ο πιο αναρχικός και συγχρόνως ο πιο πιστός στο κόμμα». Στην απολογία του, την οποία συνέταξε δύο-τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση της δίκης, η αρχικά πειθαρχημένη στάση του μεταβάλλεται, καταλήγοντας σε πικρία και ευθεία κριτική τόσο κατά των πνευματικών αρχηγών του κόμματος όσο και κατά της ηγεσίας του: «Δυστυχώς, φαίνεται πως περίμενα από την πνευματική και την πολιτική ηγεσία του κινήματος περισσότερα πράγματα απ' όσα είχαν τη διάθεση να δώσουν. Αλλά γι' αυτό δεν φταίει ούτε το διήγημα ούτε η δημοσίευσή του». Το κείμενο του Κουλουφάκου, λέει η Ιωαννίδου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατ' εξοχήν κείμενο «πρόσληψης»: αναφέρεται σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα διήγημα, προσπαθώντας να εφαρμόσει στην ανάγνωσή του συγκεκριμένες απόψεις και θεωρίες, ενώ μας επιτρέπει παράλληλα να αναρωτηθούμε για τον τρόπο που έλληνες λογοτέχνες και θεωρητικοί προσέγγιζαν σε μια συγκεκριμένη εποχή τη σοβιετική λογοτεχνία.

Αλλά και συνιστά, θα λέγαμε εμείς, ένα ψυχογράφημα του κομματικού κατεστημένου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποκαλύπτοντας τη δυσανεξία του σε οποιαδήποτε κριτική και αμφισβήτηση, εννέα μόλις χρόνια πριν από τη 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και τη διάσπαση του ΚΚΕ. Κάτι που καθρεφτίζεται με τρόπο κρυστάλλινο στην παρακάτω αποστροφή του Λεωνίδα Κύρκου από την εισήγησή του στη δίκη: «Ο σκοπός που οι φίλοι της "Επιθεώρησης Τέχνης" δημοσίευσαν το διήγημα του Γκράνιν δεν ήταν η άσκηση κριτικής στα σοβιετικά πράγματα, αλλά η θέλησή τους να βάλουν εναντίον του ελληνικού κινήματος. Η δημοσίευση της "Σιωπής" είναι μια κατ' ευθείαν βολή στην καρδιά εναντίον της ΕΔΑ και της ηγεσίας της. Τα μέλη της συντακτικής επιτροπής έκαναν την πράξη αυτή επηρεασμένα από τις συζητήσεις των τριόδων και με τον τρόπο αυτόν πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της ΕΔΑ που διεξάγουν οι αναθεωρητές με το προσωπείο των πούρων μαρξιστών». Σαράντα επτά χρόνια αργότερα ο Κύρκος σε μια συνέντευξή του θα παραδεχτεί: «... Και ο Κώστας και η ομάδα της "Επιθεώρησης Τέχνης" είχαν δίκιο. Εγώ είχα λάθος. Στην κατοπινή μου πορεία προσπάθησα να το διορθώσω».

Το ΒΗΜΑ, 12/10/2008