- Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 30 Aπριλίου 2011
- ΕΜΑ ΝΤΟΝΑΧΙΟΥ: Το δωμάτιο, μετ.: Εφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός
Τι σημαίνει ακριβώς ο εγκλεισμός; Υπάρχει πράγματι εγκλεισμός όταν η αντίστροφη κατάσταση είναι απολύτως άγνωστη; Μήπως είναι πιο δύσκολο να διαλέγεις ελεύθερα, από το να σου προσφέρεται μονάχα μία δυνατότητα προς επιλογή; Ο Τζακ είναι ένα πεντάχρονο αγοράκι που ζει στο Δωμάτιο με τη μαμά του, ένα χώρο δίχως παράθυρα, μ’ ένα μικρό φεγγίτη κάπου ψηλά, με την πόρτα μονίμως κλειδωμένη, εκτός από τις φορές που το μόνο πρόσωπο που παρεμβαίνει στη σχέση Τζακ και Μαμάς, ο Σατανίκ, ανοίγει με κωδικό και μπαίνει για να κοιμηθεί με τη μαμά του ή να ανανεώσει τις έτσι κι αλλιώς λιγοστές τους προμήθειες.
Showing posts with label Σχινά Κατερίνα. Show all posts
Showing posts with label Σχινά Κατερίνα. Show all posts
Saturday, April 30, 2011
Το άγχος της ελευθερίας και της λύτρωσης
Wednesday, April 27, 2011
Ιστορίες ολοκληρωτισμών
Οι αυταρχικές εξουσίες, η αλαζονεία και η βαρβαρότητα των ηγετών τους
- Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινή, 23/4/2011
- ΓΟΥΙΛΙΑΜ Τ. ΒΟΛΜΑΝ: Βόλμαν: Κεντρική Ευρώπη, μετ.: Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κέδρος, σελ. 886
- ΠΑΟΥΛ ΒΕΡΑΧΕΝ: Omega minor, μετ.: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά, εκδ. Πόλις, σελ. 830
Saturday, January 29, 2011
Ενας μαρξιστής αντιμαρξιστής
Καταλυτικό σχόλιο στην παρακμή της Δύσης
- Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 30 Iανoυαρίου 2011
- ΧΟΥΑΝ ΓΚΟΪΤΙΣΟΛΟ
Οικογένεια Καρλ Μαρξ
μτφρ.: Κατερίνα Ρούφου
εκδ. Κέδρος, σελ. 256
Σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα El Pais το 1993, έναν χρόνο μετά την έκδοση της «Οικογένειας Καρλ Μαρξ», ο Χουάν Γκοϊτισόλο είχε προβεί ο ίδιος σε μιαν αποτίμηση του μυθιστορήματός του: «Δεν είναι ούτε μαρξιστικό ούτε αντιμαρξιστικό· είναι και μαρξιστικό και αντιμαρξιστικό», έλεγε τότε. «Το δίδαγμα που θα μπορούσε να αντλήσει ο αναγνώστης είναι ότι, ναι μεν ο μαρξισμός κατάντησε ένα δογματικό σύστημα που γέννησε ένα καταπιεστικό πολιτικό καθεστώς, αλλά σήμερα είμαστε στα πρόθυρα του να ζήσουμε μια παρόμοια κατάσταση από την ανάποδη. Η αγορά μάς παρουσιάζεται ως η μόνη δυνατότητα, την ίδια στιγμή που αφήνει στην τύχη τους χώρες ολόκληρες, κοινωνικές τάξεις ολόκληρες, ηπείρους ολόκληρες».
Θα έτεινε κανείς να βαφτίσει τον συγγραφέα προφητικό – αλλά βέβαια δεν ήταν παρά διορατικός. Με το να φανταστεί ότι ο Καρλ Μαρξ δεν πέθανε το 1883 αλλά συνεχίζει να ζει, πλάι στους φίλους και στην οικογένειά του, τους πιστωτές του και τους παπαράτσι, τους εχθρικούς δημοσιογράφους που του καταλογίζουν τον εκφυλισμό της θεωρίας του σε εφαρμοσμένο διά της σπάθης ολοκληρωτισμό και τις φεμινίστριες που τον κατηγορούν ως φαλλοκράτη, τους Αλβανούς πρόσφυγες που προσπαθούν να διαφύγουν από τον μαρξιστικό-λενινιστικό «παράδεισο» και τον χλευάζουν κραυγάζοντας «God bless America», τους φιλοχρήματους εκδότες και τους ανεκδιήγητους νεόπλουτους –όλον αυτόν τον εξωφρενικό θίασο που συνιστά τη σύγχρονη πραγματικότητα του καπιταλισμού–, ο Γκοϊτισόλο διατυπώνει ένα καταλυτικό κοινωνικο-οικονομικό σχόλιο στην παρακμή της Δύσης.
Οξύτατη αίσθηση της ιστορίας διαπερνά όλα τα βιβλία του Γκοϊτισόλο· η ματιά του διαθέτει εντυπωσιακή πολιτική αμεσότητα. Φύση ανυπότακτη και φλογερή, γονιμοποιημένη από τον μαρξισμό, αντίπαλη κάθε θεσμού που ακυρώνει την ανθρώπινη αυτονομία (ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο, ενάντια στην ισπανική Καθολική Εκκλησία, ενάντια στις συμβάσεις της αστικής κοινωνίας, ενάντια στην αλαζονεία της Δύσης και την αποικιοκρατική της στάση απέναντι στην ετερότητα) υπήρξε διά βίου διεκδικητής της προσωπικής ελευθερίας και του δικαιώματος «να μιλά και να κρίνει». Στην «Οικογένεια Καρλ Μαρξ», ωστόσο, δεν σαρκάζει απλώς ανελέητα την εποχή του, αλλά επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την εικονοκλαστική τόλμη της γραφίδας του: αναμειγνύει αριστοτεχνικά τα είδη (βιογραφία, παστίς, παρωδία), παραφράζει αποσπάσματα από τα έργα του Μαρξ και του Ενγκελς, χρησιμοποιώντας υλικό από την προσωπική αλληλογραφία του Μαρξ και των οικείων του, ενοφθαλμίζει στην αφήγηση αναφορές μαρξιστών θεωρητικών, βιογράφων και μελετητών, ερωτοτροπεί με την κινηματογραφική γλώσσα (ένα κινηματογραφικό συνεργείο απαθανατίζει τις πιο προσωπικές στιγμές της οικογένειας και οι σχετικές περιγραφές έχουν τη δομή σεναρίου), αποτολμά αναρχικές σχεδόν υφολογικές ακροβασίες. Υφαίνοντας έναν πλούσιο ιστό από μαρξιστικά γραπτά και κινηματογραφικές αναφορές (ο Φελίνι έχει την τιμητική του), τον ενσωματώνει σε μια μεταμυθοπλαστική δομή που παρωδεί την αναζήτηση της «αλήθειας» για τη ζωή ενός προσώπου, τόσο σύμφυτη με το παραδοσιακό αίτημα της βιογραφίας.
Επιδιώκοντας να εκθέσει την αδιάκριτη και εν πολλοίς ηδονοβλεπτική διάθεση μελετητών και κοινού απέναντι στο βιογραφούμενο πρόσωπο, δημιουργεί έναν παντεπόπτη αφηγητή, έναν συγγραφέα που προτίθεται να γράψει τη βιογραφία του Μαρξ, αλλά μάλλον αρκείται στο να παίρνει μάτι την καθημερινότητα ολόκληρης της οικογένειας και δη των θυγατέρων του φιλοσόφου. Κι έτσι διερευνώντας τα όρια μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αμφισβητεί τη βάση της ιστορικής γνώσης, αποκαλύπτοντας τον ουσιώδη σχετικισμό της.
Sunday, November 14, 2010
Ενας βίος με ψεύδη και πλάνες
- Το σατιρικό μυθιστόρημα του Τζ. Κόου είναι ένα μοναχικό ταξίδι αυτογνωσίας
- Της Κατερινας Σχινα, Η Καθημερινη, Kυριακή, 14 Nοεμβρίου 2010
- ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ
Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ
μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Πόλις σελ. 506
Ο ήρωας του τελευταίου βιβλίου του Τζόναθαν Κόου είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Δεν έχει «τίποτα το σπάνιο, το εξαιρετικό», κάνει μια κοινή δουλειά, ζει μια κοινότατη ζωή· σε μια εποχή που ορίζεται από τη διαλεκτική της ταυτότητας, εκείνος πορεύεται με σβησμένα χαρακτηριστικά, ασαφή περιγράμματα, ικανοποιημένος από την παραλυτική επαναληπτικότητα του καθημερινού του βίου. Ως τη στιγμή που η ανηδονική, αν και ανακουφιστική μέσα στον εφησυχασμό της, κανονικότητα ανατρέπεται: η γυναίκα και η κόρη του τον εγκαταλείπουν κι εκείνος βυθίζεται στην κατάθλιψη. Και τότε αναδύονται, απειλητικές, όλες εκείνες οι αλήθειες που αποσιωπούσε από τον εαυτό του τον ίδιο: ότι είναι η προσωποποίηση της αποτυχίας – τόσο ψυχολογικά όσο και κοινωνικά. Οτι αδυνατεί να συνδεθεί, να γνωρίσει τους άλλους και κυρίως τον εαυτό του. Οτι η στενότητα στην οποία αυτοκαταδικάστηκε, τον καθιστά έρμαιο της ασχήμιας και αιχμάλωτο της μοναξιάς. Ομως ο Μάξουελ Σιμ θα κάνει ένα ταξίδι. Θα οδηγήσει από το Ρέντινγκ ώς τα Σέτλαντς ως αντιπρόσωπος μιας εξαρχής καταδικασμένης διαφημιστικής εκστρατείας για την προώθηση μιας νέου τύπου οδοντόβουρτσας, με την ελπίδα της συμμετοχής, επιτέλους σε κάτι: «σε μια διαδικασία εξέλιξης ολόκληρης της χώρας, σε μια κοινότητα –την κοινότητα του επιχειρηματικού κόσμου– που κάνει ό, τι κάνει, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η Βρετανία. Και τούτο το ταξίδι θα εξελιχθεί σε ένα είδος αναδρομής στο παρελθόν του Σιμ: στους ενδιάμεσους σταθμούς–κλειδιά, θα ανακαλύψει, μέσα από αφηγήσεις τρίτων και απωθημένες μνήμες, την πραγματική του φύση και τις κατασταλμένες επιθυμίες του. Οχι πως θα είναι ανώδυνη αυτή η ανάβαση προς το απώτατο άκρο του Ηνωμένου Βασιλείου: με κάθε χιλιόμετρο προς βορράν, ο Σιμ κατέρχεται λίγο βαθύτερα στα ψυχικά του βάραθρα.
ΟμοιότητεςΑνακαλώντας την ιστορία του θαλασσοπόρου Ντόναλντ Κρόουχερστ –ο οποίος το 1968 συμμετείχε σ’ έναν ιστιοπλοϊκό περίπλου γύρω από τον κόσμο, αλλά απελπίστηκε πολύ σύντομα και, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του ταξιδιού, προσποιήθηκε ότι το πραγματοποίησε, πλαστογραφώντας τα ημερολόγια καταστρώματος και οδηγούμενος προς την τρέλα μέσα στον «τρομερό ιδιωτικό κόσμο» της καμπίνας του– ο Σιμ θα αρχίσει να διακρίνει μυστηριώδεις ομοιότητες ανάμεσα στον εαυτό του και τον βασανισμένο ιστιοπλόο και να νιώθει ολοένα πιο εγκλωβισμένος, υποπτευόμενος πως «ίσως έχει έρθει η ώρα να εξαφανιστεί», όπως και ο Κρόουχερστ. Ο αγγλικός τίτλος («Ο τρομερός ιδιωτικός κόσμος του Μάξουελ Σιμ») αυτήν ακριβώς την αναλογία επιδιώκει να υπογραμμίσει. Ο ιδιωτικός μας βίος δεν είναι παρά μια ακολουθία από ψεύδη, αποσιωπήσεις, πλάνες – και μια βουτιά στην ανυπαρξία ίσως κάποτε να φαντάζει λύση ιδανική.
Σατιρικό μυθιστόρημα, με εμφανείς τις οφειλές του στο πικαρέσκο (μου έρχεται στον νου ο «Τομ Τζόουνς» του Χένρι Φίλντινγκ, αυτό το «ιστορικό πεζοποίημα» που επιδίωξε να αποτελέσει την τοιχογραφία της εποχής του και ταυτόχρονα την αδρή αποτύπωση της ανθρώπινης φύσης ακόμα και στις πιο γελοίες της πλευρές), ο «Ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ», μεταφρασμένος απολαυστικά από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, καταφέρνει και την εποχή να αποτυπώσει –μια εποχή άκρας απομόνωσης και μοναξιάς, παρά τον πυρετό της επικοινωνίας και των δικτύων– και να περιγράψει ένα ταξίδι αυτογνωσίας, από το οποίο δεν λείπουν οι κωμικές περιπέτειες.
Ο «Εveryman» που διαλέγει για ήρωά του ο Κόου, αυτός ο «καθένας» που αρέσκεται στις αλυσίδες ταχυφαγείων γιατί φοβάται το απρόοπτο που ενέχει κάθε επιλογή, που έλκεται από τη γυναικεία φωνή του ηλεκτρονικού πλοηγού του αυτοκινήτου του και ελλείψει άλλης ανθρώπινης επαφής κουβεντιάζει μαζί της, που αγαπάει τους σταθμούς εξυπηρέτησης των μεγάλων αυτοκινητόδρομων και τα πολύβουα σούπερ μάρκετ, μπορεί να μοιάζει εξωφρενικά πληκτικός, όμως αφήνεται στον εσωτερικό σπαραγμό του και αναδύεται καινούργιος στο τέλος. Και αν κάποτε δυσφορούσε με τη φράση «σύνδεση και πάλι σύνδεση», αντλημένη από το μυθιστόρημα του Ε. Μ. Φόρστερ «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ», την οποία συνήθιζε να επαναλαμβάνει η πρώην γυναίκα του, τώρα, από σταθμό σε σταθμό και από αποκάλυψη σε αποκάλυψη, άθελά του, θαρρείς, ακολουθεί στο ακέραιο την επιταγή με την οποία ολοκληρώνει τη φράση του ο Φόρστερ: «Live in fragments no longer»
Saturday, July 10, 2010
Γη των θαυμάτων και της οδύνης
- Το Ιράκ είδε τη γέννηση και την πτώση πολιτισμών και βίωσε λυσσαλέους πολέμους
- Της Κατερινας Σχινα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 11 Iουλίου 2010
- Μπαρυ Ανσγουορθ
Η γη των θαυμάτων, μετ.: Ελένη Ηλιοπούλου, εκδ. Πατάκη, σελ. 356
Είναι η λέξη που συνοψίζει μια από τις πιο βαριές αμαρτίες που διέπραξε η Δύση τις δύο τελευταίες δεκαετίες -Ιράκ- και με αυτήν ακριβώς την τετραγράμματη λέξη κλείνει το καινούργιο του μυθιστόρημα ο Μπάρυ Ανσγουορθ. Δεν είναι μόνο γιατί το σημείο τερματισμού της αφήγησης είναι η αφετηρία του σύγχρονου πολύπαθου κράτους· είναι κυρίως γιατί η πυκνή, ασθματική πλοκή λειτουργεί σαν αναγωγή στις ρίζες των παθών του. Η Μεσοποταμία, «Γη των Θαυμάτων» όπως τη θέλει ο Ανσγουορθ, είναι ένας τόπος που είδε πολιτισμούς να γεννιούνται και να καταρρέουν, βίωσε λυσσαλέους πολέμους επικράτησης, παρακολούθησε την ακμή και την πτώση αυτοκρατοριών. Είναι η κοιτίδα του ιμπεριαλισμού αλλά και η εκβολή του.
- Δολοπλοκίες
Βρισκόμαστε στα 1914, παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και αυτός ο βαρύς από ιστορία, δελεαστικός σε υποσχέσεις πλουτισμού τόπος έχει παραδοθεί όχι μονάχα στις διαθέσεις των Δυτικών δυνάμεων, οι οποίες εποφθαλμιούν τα εδάφη που εκ των πραγμάτων θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει η φθίνουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και στον ανασκαφικό ίλιγγο, στην πυρετώδη αναζήτηση πετρελαϊκών κοιτασμάτων, στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής της Βαγδάτης, ενός συρμού που μοιάζει να κατευθύνεται προς το καταστροφικό μέλλον, στις δολοπλοκίες και τις μηχανορραφίες ντόπιων και ξένων. Γερμανοί, Βρετανοί, Αμερικανοί, Οθωμανοί, Ελβετοί, Σουηδοί και Αραβες ανάκατα, αναζητούν ο καθένας το Ιερό του Δισκοπότηρο: άλλος την εξουσία, άλλος τον πλούτο, άλλος την αρχαιολογική δόξα, άλλος τον έρωτα, άλλος τη βιβλική Εδέμ - ναι, ακόμα κι αυτήν. Και ο συγγραφέας, μάστορας του ιστορικού μυθιστορήματος (ας θυμηθούμε την «Ιερή πείνα», εκδ. Νεφέλη, ένα από τα πιο μαγικά ταξίδια στον χρόνο με το οποίο ο Ανσγουορθ απέσπασε, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το βραβείο Booker), αναβιώνει το παρελθόν για να μιλήσει, όπως πάντα, για το παρόν μας. Στις σελίδες του, βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένας πολιτικός αγώνας έως θανάτου καθώς αναμετρούνται αδιάκοπα ηθικά αντιθετικές δυνάμεις: ανιδιοτελής επιστήμη (η αρχαιολογία) εναντίον ιδιοτελούς (η γεωλογία)· παρελθόν (η ανασκαφή) εναντίον ανησυχητικού μέλλοντος (η σιδηροδρομική γραμμή)· έρευνα εναντίον κατασκοπείας· ψεύδος εναντίον μιας αλήθειας που διεκδικεί τολμηρά την επικράτειά της· υποταγή εναντίον αυτεξουσιότητας· ατομικά πάθη εναντίον διεθνών επιδιώξεων. [...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Subscribe to:
Posts (Atom)