Showing posts with label Γέλινεκ Ελφρίντε. Show all posts
Showing posts with label Γέλινεκ Ελφρίντε. Show all posts

Monday, September 5, 2011

«Γράφω για μια πόλη που ξεφτάει»


Επίκαιρο το διαδικτυακό μυθιστόρημα της βραβευμένης με Νομπέλ το 2004 Ελφρίντε Γέλινεκ


  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011
  • Γράφει η Ελένη Τορόση









Η Ελφρίντε Γέλινεκ συντηρεί διαδικτυακή σελίδα, http://elfriedejelinek.com, εδώ και 15 χρόνια και είχε μέχρι σήμερα γύρω στους 800.000 επισκέπτες. Είναι ένα είδος ιδιωτικού εκδοτικού οίκου άνευ εμπορικού ενδιαφέροντος. Η συγγραφέας απαγορεύει την ανατύπωση και επιτρέπει την αναδημοσίευση αποσπασμάτων ή παραθεμάτων αποκλειστικά και μόνο με την δική της άδεια.
Οταν πήρατε το βραβείο Νομπέλ πολλοί συνάδελφοί σας ξεδίπλωσαν τις μεγαλύτερες κακίες εναντίον σας. Πώς επέδρασε αυτό στην ψυχική ισορροπία σας; Είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο από τότε παρουσιάζεστε δημοσίως όλο και λιγότερο;
Ναι, είμαι ευάλωτη και εύθικτη στις προσβολές. Εχω έναν αρρωστημένο ναρκισσισμό όπως και πολλά μοναχοπαίδια. Πρόκειται για βαθιά διαταραχή της προσωπικότητας και, δυστυχώς, δεν υπάρχει θεραπεία για να απαλλαγεί κανείς από αυτό το κουσούρι. Σίγουρα είναι και αυτός ένας λόγος, όχι ο μόνος, που δεν βγαίνω πια πολύ στη δημοσιότητα.
Κυρία Γέλινεκ, επαναλαμβάνετε διαρκώς ότι αποφεύγετε τους ανθρώπους και τη δημοσιότητα, αλλά η προσωπική σας σελίδα στο Διαδίκτυο δείχνει ότι βρίσκεστε στο επίκεντρο της ζωής. Σχολιάζετε ανελλιπώς την επικαιρότητα, επιτίθεστε στην υπουργό Εσωτερικών της Αυστρίας που προωθεί την απέλαση αλλοδαπών, γράφετε δοκίμια και άρθρα για συναδέλφους καλλιτέχνες. Τα κείμενά σας αλλά και τα θεατρικά έργα σας δεν δείχνουν συγγραφέα αποτραβηγμένη από τα εγκόσμια. Το αντίθετο μάλιστα, δημιουργείτε την εντύπωση ότι παρακολουθείτε τα πάντα με εγρήγορση και συμμετοχή.
Ναι, αλλά αυτό είναι σύνηθες στις εργασίες μου: μια ζωή γνωρίζω την επικαιρότητα από δεύτερο χέρι, από την περιγραφή των μέσων επικοινωνίας. Φοβάμαι πως δεν υπάρχει πια αυθεντική εικόνα των πραγμάτων, βλέπει κανείς τα πάντα φιλτραρισμένα μέσα από τη γνώμη που έχει ήδη γι' αυτά. Ισως μόνο σπάνια, όπως για παράδειγμα ο Χάντκε, ο οποίος είναι κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο από μένα, ο αντίποδάς μου. Πιστεύει στην πρωτογενή τοποθέτηση. Να δει κάτι έτσι όπως κανείς δεν το έχει δει έως τότε, κάτι που εγώ θεωρώ αδύνατο. Ο Χάντκε όμως το πετυχαίνει.

Sunday, January 24, 2010

Μια εκ βαθέων εξομολόγηση


"Παραδόξως, μολονότι αυτό το κείμενο {το μυθιστόρημα "Η πιανίστρια"} ουδόλως αντιπροσωπεύει το έργο μου, είναι το μόνο που γνωρίζει το κοινό και σχεδόν το μόνο που διαβάζει" λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Αυστριακή νομπελίστα Ελφρίντε Γέλινεκ. Ίσως ακούγεται παράδοξη η διαπίστωση της συγγραφέως για το πλέον αναγνωρίσιμο και το πλέον αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της. Ωστόσο μέσα από τις σελίδες της "Εκ βαθέων" συνομιλίας της με την Κατρίν Λεσέρ, μια συνομιλία μαγνητοφωνημένη το 2004 στη Βιέννη, η Γέλινεκ μιλάει για όλα χωρίς φόβο και πάθος δίνοντας τα κλειδιά για την κατανόηση του έργου της. Πρόκειται για μια σκληρή και άνευ όρων εξομολόγηση για τη σχέση της με τη γραφή και τη λογοτεχνία, για τη συγγραφική της διαδρομή, για τη στάση της απέναντι στην πολιτική και την τέχνη της, για την περιπέτειά της στη γραφή και στη ζωή και πάνω απ' όλα γι' αυτή την ιδιαίτερη σχέση της με τη γλώσσα, αναγνωρίσιμη στους πέραν της "Πιανίστριας" αναγνώστες της.

Αν για όλους εν αρχή ήν ο λόγος, για τη Γέλινεκ εν αρχή ήταν η μουσική. Μια σχέση ιδιαίτερη και ιδιαιτέρως επιβεβλημένη από την αυταρχική, μητέρα που εν πολλοίς καθόρισε τη ζωή της και την σχέση που ανέπτυξε με τη γραφή. "Ήμουν πάντοτε υπό την επίβλεψή της" λέει, παρομοιάζοντας τον εαυτό της "σαν το άρρωστο ζώο στο κλουβί που κουνά ασταμάτητα πέρα-δώθε το κεφάλι του" και όταν πια "δεν μπορείς να χτυπάς το κεφάλι σου στους τοίχους, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις κάτι άλλο. Στην περίπτωσή μου ήταν η γραφή". Μεγαλωμένη λοιπόν, σε μια "λοξή οικογένεια", με μια αυταρχική μητέρα κι έναν ανύπαρκτο πατέρα, ένα παιδί που "ποτέ δεν είχε το δικαίωμα να είναι παιδί", εκπαιδευμένη "στο σχολείο της καταστροφής" η Γέλινεκ οριοθετεί τα καταφύγιά της αρχικά στη μουσική και στη συνέχεια στο γράψιμο. Αφοπλιστική η εξομολόγηση της για το ταραγμένο μεγαλοαστικό οικογενειακό της περιβάλλον, ακόμα πιο σκληρή η κριτική της για το αυστηρό, ασφυκτικά καθολικό Αυστριακό εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο μαθήτευσε. Επαρκείς αυτές οι λίγες σελίδες να εξηγήσουν τη στάση της απέναντι στην αυστριακή κοινωνία τη θέση της στη λογοτεχνία.

Έντονα πολιτικοποιημένη και παράλληλα προσηλωμένη στη δημιουργία μιας γλώσσας περισσότερο των γυναικών παρά προσωπική, εξηγεί πως αυτοί οι δύο άξονες παραμένουν βασικοί στο έργο της. "Φωτίζω όλα τα πρίσματα των θεμάτων μου εξαίροντας πότε τη φεμινιστική πλευρά, πότε την πολιτική. Διότι, για μένα, δεν υπάρχουν in fine παρά μόνο αυτά τα δύο μεγάλα πεδία διερεύνησης" λέει. Αν η δεξιοτεχνία της Γέλινεκ συνίσταται κυρίως στο ότι υποχρεώνει τη γλώσσα να ομολογεί αυτό που αποσιωπά είναι γιατί "προσπάθησα να βρω έναν τρόπο γραφής που θα εξέτρεπε από την πορεία την υπάρχουσα 'γλώσσα'. Παίζω με τις λέξεις, αντιστρέφω τα γράμματα" λέει εξηγώντας πόσο σημαντικό είναι "για την τεχνική της γραφής μου που στηρίζεται στον συνειρμό, στα λογοπαίγνια και στα παιγνίδια με τη γλώσσα". Μέσα σ' αυτό το τοπίο οι εκλεκτικές της λογοτεχνικές συγγένειες έτσι όπως τις συντάσσει σ' ένα ιδιαίτερο ανθολόγιο, ακουμπούν θαυμαστές στιγμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: Κάφκα, Μπέρνχαρντ, Χέντερλιν, Σύλβια Πλαθ, R. Walser, Τσελάν οι προσφιλείς της συναξαριστές και συνομιλητές στο προσωπικό της, ιδιότυπο ταξίδι, όπου "η γραφή σας τραβά όπως το σκυλί που είναι δεμένο σε λουρί, αλλά μπορεί επίσης να γυρίσει πίσω εναντίον σας και να σας αρπάξει από τον λαιμό". Ναι σ' αυτό το γοητευτικό αλλά και "ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. Διότι" για την Ελφρίντε Γέλινεκ "η γλώσσα είναι τα πάντα. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα σκέψης". [Η ΑΥΓΗ: 15/12/2009]

  • Ελφρίντε Γέλινεκ "Εκ βαθέων" (Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ), μετάφραση Βαγγέλης Μπιτσώρης. Εκδ. Εκκρεμές, σελ. 126, τιμή:12.83 ευρώ.

«Αυτός που θέλει να γράφει, δεν μπορεί να ζει»

http://www.ekkremes.gr/bookdetails/ekvatheon.jpg

Η Ελφρίντε Γέλινεκ, σε μία εκ βαθέων εξομολόγηση, δεν διστάζει να αποκαλύψει ότι το χιούμορ της πηγάζει από την απελπισία
  • Της Kατερινας Σχινα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/01/2010
  • ΕΛΦΡΙΝΤΕ ΓΕΛΙΝΕΚ, Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κατρίν Λεσέρ), μετ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Εκκρεμές., σελ. 127 - 12,85 ευρώ

Ποια είναι η Ελφρίντε Γέλινεκ; Μια ιχνογράφος του οριακού κακού που λουφάζει μέσα στον άνθρωπο; Μια ακραία πολιτικοποιημένη, στρατευμένη φεμινίστρια, που ταλαντεύεται ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την περιφρόνηση για το φύλο της; Μια αενάως αυτοβιογραφούμενη συγγραφέας, συντεθλιμμένη από μια εξουσιαστική μητέρα, έγκλειστη στη γλώσσα, που παιδεύεται από τα πάθη της και τα λύνει με τη γραφή;

Πολύς λόγος έχει γίνει για την παράξενη προσωπικότητά της, γι’ αυτήν τη σκοτεινή και αδιαπέραστη πλευρά της που αντιστέκεται στις ταξινομήσεις και διεκδικεί επίμονα την ιδιοτυπία της. Ομως, οι συνομιλίες της με την κριτικό Κριστίν Λεσέρ αποκαλύπτουν μια γυναίκα ιδιαίτερα ευφυή, καλλιεργημένη, θερμή, ενορατική και ειλικρινή, που ακόμη κι όταν η οξυδέρκειά της φτάνει ώς την ανοικτιρμοσύνη, δεν είναι ποτέ άδικη ή απόλυτη. Οι εξομολογήσεις της ιχνογραφούν ένα βασανισμένο άνθρωπο – χωρίς αμφιβολία· μια γυναίκα που σίγουρα γνωρίζει τι σημαίνει ψυχική διαταραχή. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν μια διανοούμενη με εξαιρετικό χιούμορ, ένα μείγμα μελαγχολίας και σαρκασμού, που το χρωστάει στις ανατολικοευρωπαϊκές εβραϊκές της ρίζες.

Γελοιοποίηση της εξουσίας

Η Γέλινεκ δεν διστάζει να ομολογήσει ότι το χιούμορ της πηγάζει από την απελπισία: «Να τολμά κανείς να γελά όταν οι άλλοι δεν γελούν, να αστειεύεται όταν οι άλλοι δεν αστειεύονται, να γελά εκεί όπου, διαφορετικά, οι άλλοι θα προκαλούσαν το κλάμα». Επίγονος του μεγάλου σατιρικού Καρλ Κράους, ανακαλώντας τον κοινωνικό σαρκασμό του Ελίας Κανέτι, η Ελφρίντε Γέλινεκ μοιάζει να απολαμβάνει με ένα είδος χαιρεκακίας τις ψευδαισθήσεις των ηρώων της, οι οποίες αναπόδραστα θα οδηγήσουν στην πτώση τους. Μ’ ένα λοξό χαμόγελο γκρεμίζει τις κοινωνικές φιλοδοξίες τους και τις παραδίδει στη γελοιοποίηση. Βασικός της στόχος είναι να κατεδαφίσει κάθε αξίωση νομιμοποίησης από εκείνους που φαινομενικά κατέχουν την εξουσία και τον έλεγχο: πατριαρχία, μικροαστούς, βιομηχανία του θεάματος, επιχειρήσεις, πολιτικούς. «Το μόνο μέσο που απομένει σ’ αυτόν που ανήκει στην κάστα των καταπιεσμένων είναι να γελοιοποιήσει τον κύριο, να τον καταγγείλει μέσω της ίδιας της αξιοθρήνητης προσπάθειάς του να διατηρήσει την εξουσία του», λέει στην Λεσέρ. Δεν είναι προφανώς τυχαίο που, καθώς μαθαίνουμε στο «Εκ βαθέων», η Γέλινεκ έχει μεταφράσει τον μεγάλο μάστορα της φάρσας, τον Φεϊντό, και τον άλλο εξαίσιο είρωνα, τον Οσκαρ Γουάιλντ, για να «αντλήσει ευχαρίστηση από τη διαδικασία της μετάφρασης» και συνάμα για να αποσυναρμολογήσει και να περιεργαστεί εκ του σύνεγγυς ένα λογοτεχνικό είδος όπου η πλοκή και η αφήγηση γίνονται υλικό για καλλιτεχνικό παιχνίδι και φαρσικές ανατροπές. Κι από κοντά, αν και επίγονος της «υψηλής κουλτούρας», να αμφισβητήσει ανενδοίαστα τον πολιτισμικό μηχανισμό που τρέφει το έργο της, επιστρατεύοντας αφ’ ενός μια σαρκαστική υπερβολή ντανταϊστικής καταγωγής και από την άλλη την ακραία βία που ανακαλεί το θέατρο της σκληρότητας του Αντονέν Αρτώ.

Ιδιότυπος φεμινισμός

Ιδιότυπος, σχεδόν όσο και το χιούμορ της, είναι και ο φεμινισμός της Γέλινεκ. Πολιτικός, αφού συνδέει την κριτική του φύλου με το σύνολο του φάσματος που ορίζει τις ταυτότητες –ράτσα, τάξη, γενιά–, διόλου δογματικός, δεν διαχωρίζεται από τη σκληρή κριτική που έχει επιφυλάξει στη μεταπολεμική Αυστρία, μια κοινωνία όπου θάλλει ο αποκλεισμός της διαφοράς, η κατάχρηση της εξουσίας, η καταστολή, η συνενοχή της σιωπής, η αυτοκαταστροφική έκσταση των μοναχικών. Η γυναίκα δεν παρουσιάζεται στο έργο της Γέλινεκ «από τη μοναδική σκοπιά του θύματος, της αγίας, της πονεμένης». «Κρίνω επίσης πολύ αυστηρά αυτήν που γίνεται συνένοχος του ανδρικού συστήματος, δείχνοντας ότι μια τέτοια γυναίκα αναπόφευκτα θα αποτύχει», λέει στην Λεσέρ. Διατηρώντας στάση κριτική απέναντι στη φεμινιστική ορθοδοξία, τονίζει τη συμπαιγνία γυναικών και ανδρών στο κατ’ εξοχήν εξουσιαστικό παιχνίδι της σεξουαλικότητας και την αδιαμφισβήτητη ευθύνη των γυναικών για τη θυματοποίησή τους. Οι μαζοχίστριες ηρωίδες της δεν υποφέρουν αποκλειστικά από την πατριαρχία, αλλά από ένα σύμπλεγμα εσωτερικευμένων λόγων που παράγει καταπίεση ή ηθελημένη εγκατάλειψη στην καταπίεση.

Ελλειμμα ακεραιότητας

Ολοι, ωστόσο, οι ήρωές της, αρσενικοί ή θηλυκοί, εμφανίζουν ένα τέτοιο έλλειμμα ακεραιότητας, ώστε μοιραία καταντούν γελοία πιόνια της κοινωνίας του θεάματος, ταγμένοι στη συναλλαγή, στην αυταπάτη της επιτυχίας, στην επιδίωξη οικονομικού γοήτρου. Οσο για την ίδια, εκείνη προτιμά να δίνει για τον εαυτό της την εικόνα του «αγγέλου Γέλινεκ». Είναι ένας άγγελος μπαρόκ, «κάτι στρογγυλό, στρουμπουλό και χαριτωμένο», που ταυτόχρονα «κρατά αστραφτερό σπαθί. Κι όταν τον πλησιάσεις λίγο περισσότερο, μεταμορφώνεται σε άγγελο της ιστορίας. Εχει το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω και σηκώνει το αστραφτερό σπαθί σαν να θέλει να εκδικηθεί το παρελθόν, αυτό ακριβώς που δεν μπορείς να κάνεις ποτέ».

Αυτό που «δεν μπορεί να κάνει ποτέ» η συγκινητική, εξομολογητική, τρομερή Ελφρίντε Γέλινεκ, παρά τις «Εκ βαθέων» εξομολογήσεις της.

Sunday, September 13, 2009

Ελφρίντε Γέλινεκ «Το ένα πόδι μου γλιστρά πάντοτε στην άβυσσο»

  • Γράφει ο Μανώλης Πιμπλής, Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟ ΦΑΣΙΣΜΟ, ΤΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΗΣ, ΔΥΣΚΟΛΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ, ΞΕΤΥΛΙΓΕΙ Η ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΡΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΕΛΦΡΙΝΤΕ ΓΕΛΙΝΕΚ ΣΕ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ- ΠΟΤΑΜΟ 120 ΣΕΛΙΔΩΝ

«Jelinek», στα τσέχικα σημαίνει ελαφάκι. Βέβαια η Ελφρίντε Γέλινεκ είναι βέρα Βιεννέζα, αν και, όπως λέει, «στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όλοι προερχόμαστε από ένα μείγμα διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών, από μια ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις». Η οικογένειά της είναι μείγμα εβραϊκό, βαλκανικό και τσέχικο. «Όπως έχει πει ο συγγραφέας Ρeter Τurrini, στους Αυστριακούς θα άρεσε πολύ να είναι γερμανικοί ποιμενικοί σκύλοι, αλλά δεν είναι παρά μόνο μπάσταρδα σκυλάκια για κυρίες...».

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας που πήρε το 2004 αιφνιδίασε πολλούς. Ιδίως όσους τη θεωρούσαν απλώς μια δυναμική φεμινίστρια ή πολιτική ακτιβίστρια. Η εκτενής συνέντευξή της στην Κριστίν Λεσέρ, μία σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών το 2005 στον σταθμό France Culture που έγινε βιβλίο 120 σελίδων και μεταφράστηκε μόλις στα ελληνικά, είναι απολύτως διαφωτιστική για το έργο, τις επιρροές και την προσωπικότητα της Αυστριακής συγγραφέως. Παίζει λ.χ. στα δάχτυλα τη γερμανόφωνη λογοτεχνία, κάνει καίριες παρατηρήσεις για συγγραφείς και διανοούμενους όπως ο Φραντς Κάφκα ή ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Και είναι σχεδόν συγκλονιστική όταν αναλύει το θέμα της γυναικείας γραφής, της θέσης της γυναίκας στη λογοτεχνία, της βίας στις σχέσεις ανδρών- γυναικών. Δεν διστάζει να μιλήσει ούτε για τα δικά της οικογενειακά μυστικά.
  • Μυστικά
Ο πατέρας χημικός, η μητέρα οικονομολόγος, και οι δύο όμως με καλλιτεχνικές τάσεις. Και οι δύο εκδήλωσαν ψυχασθένεια, ενώ η ίδια η Ελφρίντε εκδήλωσε από νωρίς αγοραφοβικές τάσεις. «Ενδέχεται μέσω της γραφής μου να αγγίζω ακριβώς αυτή την τρέλα: μόλις και μετά βίας κατορθώνω να κρατηθώ στις παρυφές, το ένα πόδι μου πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο», λέει.

Η μητέρα της, φανατική καθολική αλλά από εβραϊκή οικογένεια που είχε προσηλυτιστεί στον καθολικισμό για να επιβιώσει, της είχε γεμίσει το πρόγραμμα για να την επιτηρεί καλύτερα- για «οργουελιανό σύστημα επιτήρησης» μιλάει η Γέλινεκ που είχε υποχρεωθεί, μεταξύ των άλλων, να μάθει πέντε μουσικά όργανα! Από την ένταση, η κατοπινή συγγραφέας γύριζε γύρω γύρω το δωμάτιο και χτυπούσε κυριολεκτικά το κεφάλι της στους τοίχους, κάτι που ανάγκασε τη μητέρα της να την πάει σε γνωστό παιδοψυχίατρο. Μαζί της όμως απέκτησε σχέση εξάρτησης. «Δεν μπόρεσα ποτέ να συμφωνήσω στο παραμικρό με τη μητέρα μου και αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό της. Αυτό βεβαίως δεν με εμπόδισε να μείνω καρφωμένη πάνω της, σαν τη μύγα που είναι κολλημένη στον τοίχο. (...) Ούτως ή άλλως, φρονώ ότι οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι των οποίων η παιδική ηλικία παρατείνεται παθολογικά, ότι μπορείς να διατηρείς το καθεστώς του καλλιτέχνη μόνο αν εξακολουθείς να είσαι η θυγατέρα της μητέρας σου εφ΄ όρου ζωής».
  • Αυστροφασισμός
Ως προς την πολιτική στράτευσή της, λέει ότι στην Αυστρία οι καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να κάνουν τη- βρώμικη- δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν οι δημοσιογράφοι. Χρησιμοποιεί τον όρο «αυστροφασισμό» για ένα σύστημα «κληρικιστικού»- καθολικού- φασισμού «που κυριάρχησε την περίοδο του Μεσοπολέμου και κυριαρχεί εκ νέου. Σύστημα αυταρχικό, εχθρικό προς τον συνδικαλισμό, που είναι υπό μία έννοια πιο κοντά στον Μουσολίνι παρά στους ναζί. (...) Μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς, όχι ειρωνικά, ότι για τους Αυστριακούς οι ίδιοι οι ναζί ήταν ακόμη υπερβολικά μοντέρνοι». Η Γέλινεκ λέει ότι αντίθετα από τη Γερμανία, όπου μεταπολεμικά ο Τύπος είχε κατανοήσει πως αποστολή του ήταν ο εκδημοκρατισμός, στην Αυστρία κυριάρχησε «ένα είδος μονοκαλλιέργειας του Τύπου», γι΄ αυτό και χρειάστηκε πολύς χρόνος για να εμφανιστεί ένας πολιτικός αναστοχασμός για το παρελθόν, «παρελθόν στο οποίο αυτή η χώρα συμμετείχε σημαντικά και υπέρμετρα».

Το παράδοξο είναι ότι η Γέλινεκ γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν πια η Άνοιξη της Πράγας είχε συντριβεί. «Θέλαμε να ενωθούμε με την εργατική τάξη μέσα από μια χειρονομία ταπείνωσης», εξηγεί. «Από την πλευρά μου, ποτέ δεν πίστεψα στην ικανότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει την Ιστορία. Καθετί που παρατηρούσα μου έδειχνε το αντίθετο. Ήθελα όμως να υποταχτώ σε αυτή την άσκηση ταπείνωσης». Σήμερα πάντως, παρότι έχει αποχωρήσει- το 1991 - από το Κόμμα, λέει: «Τίποτα δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό μου, από το μίσος μου για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα». Και αυτό, μολονότι δεν έχει αυταπάτες ούτε για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η τέχνη: «Άλλαξα άποψη νωρίς. Και η ιστορία των τελευταίων δύο δεκαετιών με δικαιώνει πλήρως. Προπάντων σήμερα που το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος νικητής, όπου δείχνει με μιαν απίστευτη δύναμη αυτό που μπορεί να κάνει. Η δύναμη της γοητείας του καπιταλισμού είναι αδιάλειπτη και ισχυρότατη. Αυτές οι ευτελείς μάχες είχαν χαθεί εκ των προτέρων».

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συνεχίζει να αγωνίζεται μέσα από την τέχνη της, επινοώντας μια δική της αισθητική γι΄ αυτό τον σκοπό. «Στο θεατρικό μου έργο O αποχαιρετισμός και στο άλλο που έχει τίτλο Βambiland και αναφέρεται στον πόλεμο του Ιράκ, έχω στηριχτεί στους Πέρσες και στην Ορέστεια. Η μέθοδός μου συνίσταται στο να ανεβάσω σε ένα ορισμένο ύψος ό,τι πιο ποταπό και βλακώδες υπάρχει: επί παραδείγματι, υψώνω τους λόγους του Χάιντερ (σ.σ. του πολιτικού που έβαλε για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο την ακροδεξιά σε ευρωπαϊκό κυβερνητικό σχήμα, και ο οποίος σκοτώθηκε το 2008) στο επίπεδο της Ορέστειας. Μόνο σε ένα τέτοιο πολιτισμικό επίπεδο αποκαλύπτεται το όνειδος».

«Διερωτώμαι γιατί στα γυναικεία κείμενα δεν αναβλύζει πιο πολύ αίμα»

Η πολιτισμική περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζεται η γυναίκα είναι ένα κομβικό σημείο στον προβληματισμό της Ελφρίντε Γέλινεκ που εξηγεί: «Ιδιαίτερα η καλλιτεχνική εργασία των γυναικών υπόκειται σε ιδιαζόντως ανδρικά αξιολογικά κριτήρια. Και αυτό είναι μια μορφή βίας, ένας τρόπος εξευτελισμού. Δεν υπάρχει κανένα αισθητικό κριτήριο για την καλλιτεχνική αξιολόγηση που μπορεί να εκφέρεται από γυναίκες. Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων. Κοιτάξτε την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε τη Σύλβια Πλαθ με το κεφάλι χωμένο στον φούρνο φωταερίου! Κοιτάξτε το τέλος αυτών των γυναικών. Έχω επίσης κατά νου τη θλιβερή ζωή της Μαρί Λουίζ Φλάισερ, που ως συγγραφέα τη θεωρώ πολύ ανώτερη από τον Μπρεχτ. Ο Μπρεχτ, αφού είδε το θεατρικό της έργο στο Βερολίνο, την ξετίναξε και τότε αυτή επέστρεψε στη βαυαρική επαρχία της, για να ζήσει μιαν άθλια ζωή πουλώντας πούρα στο μαγαζί του άνδρα της. Στη γερμανόφωνη λογοτεχνία μπορεί να απαριθμήσει κανείς τέσσερις έως πέντε γυναίκες που κατόρθωσαν να επιβληθούν, έναντι πενήντα ανδρών. Και όλες έχουν πεθάνει! Η κοινωνία ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει. Ίσως σε κάποια μικροπράγματα, αλλά δομικά δεν έχει αλλάξει τίποτε. (...) Διερωτώμαι πάντοτε γιατί στα κείμενα των γυναικών δεν αναβλύζει περισσότερο αίμα».

Η Γέλινεκ δεν διστάζει μάλιστα να μιλήσει για μεταφορά της ναζιστικής βίας στο επίπεδο της οικογένειας: «Μια τέτοια βαναυσότητα δεν μπορεί να εμφανιστεί από το πουθενά και πάλι να εξαφανιστεί μέσα στο μηδέν! Το γεγονός ότι νικήθηκαν οι ναζί δεν σημαίνει ότι έγινε μονομιάς η κάθαρση όλου του κόσμου από τον ναζισμό. Αυτή τη βαναυσότητα την βρίσκουμε εκ νέου στο επίπεδο του ζεύγους, στη βία του άνδρα εναντίον της γυναίκας και μέσα στην οικογένεια, όπου η ίδια η γυναίκα στρέφεται εναντίον εκείνου που είναι πιο αδύνατος από αυτήν, εν προκειμένω των παιδιών της. Στα μυθιστορήματά μου Λαγνεία και Απληστία, προσπάθησα να περιγράψω τους συσχετισμούς δυνάμεων που ενεργοποιούνται στη σεξουαλικότητα, πεδίο που θεωρείται λανθασμένα ως το πιο ιδιωτικό. Προσπάθησα να δείξω ότι αυτές οι σχέσεις είναι εγελιανές, ότι δεν μπορούν παρά να καταλήξουν στη σχέση κυρίου και δούλου ή κυρίου και υπηρέτριας».

Πίσω από το χιούμορ εμφανίζεται πάντοτε η φρίκη. Πιστεύω ότι η αίσθηση του χιούμορ δεν έχει δοθεί σε όλο τον κόσμο. Προπάντων στους Γερμανούς που αποδεκάτισαν την εβραϊκή κουλτούρα. Δεν μπορείς πλέον να κάνεις τον παραμικρό χιουμοριστικό υπαινιγμό γιατί απλούστατα δεν τον καταλαβαίνουν

Monday, August 3, 2009

Απληστία: θανάσιμη νόσος της εποχής

  • ΟΙ «ΚΛΑΣΙΚΟΙ» της νέας χιλιετίας
  • Εργα του 21ου αιώνα που θα αφήσουν εποχή
  • Ελφρίντε Γέλινεκ: Απληστία, μτφρ.: Γιώργος Δεπάστας, εκδόσεις Εκκρεμές, σ. 388, 22,47 ευρώ

Ο κόσμος, σύμφωνα με τη Γέλινεκ, χωρίζεται στους έχοντες και σ' εκείνους που εποφθαλμιούν τα κεκτημένα των άλλων. Ο αγώνας για την απόσπαση της ξένης ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει αδυσώπητος, καθώς κάποιοι γίνονται αδίστακτοι όταν αποφασίζουν να αρπάξουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν πως τους ανήκει.

Η ανθρώπινη απληστία στο ομότιτλο μυθιστόρημα της αυστριακής συγγραφέως, που τιμήθηκε με Νόμπελ το 2004 και που σε όλα της τα έργα καταγγέλλει την ασύστολη κατάχρηση εξουσίας εκείνων που την κατέχουν, είναι υπεύθυνη για την ηθική κατάπτωση των δυτικών κοινωνιών.

Η «Απληστία», που κυκλοφόρησε στο γύρισμα του αιώνα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μία από τις ολέθριες κοινωνικές μάστιγες. Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος τα σκοτεινότερα ανθρώπινα ένστικτα, ο κανιβαλισμός, η εξάρτηση, η υποταγή και η παντελής έλλειψη ηθικών φραγμών αποδίδονται με μια μοναδική μαεστρία της γλώσσας, υπονομεύοντας όλες τις πεποιθήσεις μας για την υποτιθέμενη ανθρώπινη καλοσύνη. Το κείμενο είναι πυκνό σε νοήματα, εκτοπίζοντας όλα τα προσχήματα και τις βεβαιότητές μας με αφοπλιστική τραχύτητα και παραλυτική ειλικρίνεια, σχολιάζοντας ταυτόχρονα το παρελθόν των ηρώων της και όλο το περιβάλλον στο οποίο αναστήθηκαν και έζησαν, σαρκάζοντας τις αρπακτικές συνήθειες των ανθρώπων που τώρα πια λειτουργούν όπως οι τράπεζες: δεν δίνουν τίποτα αν δεν στοχεύουν να το πάρουν πίσω με τόκο. Οταν οι άνθρωποι μαθαίνουν από τις τράπεζες τρόπους αρπαγής, παύουν να χωρούν στις απαιτήσεις τους. Ολοι είναι άπληστοι για κάποια μορφή ιδιοκτησίας: οι άντρες για τα σπίτια των μοναχικών γυναικών και οι γυναίκες για την κινητή καρδιά κάποιου άντρα που όλο τους ξεγλιστράει. Οι γιοι αντιγράφουν πιστά τους πατεράδες τους και οι σχέσεις περιορίζονται σε σχέσεις υποταγής και εξάρτησης. Οι γυναίκες παρουσιάζονται ως θύματα μιας διαστρεβλωμένης ιδεολογίας, η οποία τις οδηγεί στην εθελούσια παραχώρηση της χρήσης του σώματός τους και της περιουσίας τους. Απολύτως υποταγμένες στον μηχανισμό της σύγχρονης δουλείας, εξαρτημένες όχι μόνο από τη δύναμη και το χρήμα αλλά και από τη θαμπή εικόνα που τους αντιγυρίζει το ψυχρό αντρικό βλέμμα.

Αυτό που καθιστά τη Γέλινεκ μεγάλη συγγραφέα, είναι ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα, τα όρια της οποίας συνεχώς δοκιμάζονται προκειμένου να υπακούσουν στον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου. Ανόμοιες στα νοήματά τους λέξεις συγκατοικούν και αποδίδουν μια νέα απρόσμενη διάσταση, ενώ παίζοντας με ήχους, κλισέ και τη φθαρμένη πορνογραφική γλώσσα δημιουργεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό κείμενο. Ταυτόχρονα παρουσιάζει τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες που καλλιέργησαν τον σεξισμό στις σχέσεις και στη γλώσσα. Αιρετικές φράσεις, λεκτικά μοτίβα, μύθοι, ιδεολογίες αποδομούνται και μέσα από σύντομες παρατακτικές προτάσεις και υπόγεια ειρωνεία χάνουν την ικανότητά τους να σοκάρουν.

Ενα έργο προειδοποιητικό που μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας για το είδος των κοινωνιών που δημιουργούμε και διαιωνίζουμε με την ανοχή μας. Δυστυχώς, ο ζοφερός αυτός κόσμος δεν είναι επιστημονικής φαντασίας, αλλά η καπιταλιστική δυστοπία που έθρεψε την ασύστολη εξάπλωση της απληστίας - ένα θανάσιμο αμάρτημα που αν δεν χαλιναγωγηθεί, απειλεί να εξαφανίσει το ήδη αλλοιωμένο ανθρώπινο είδος.

«Γενικά δεν είναι καλό να μισείς, αλλά αν μου πείτε πρώτα ποιον, μπορώ να σας πω πραγματικά αν είναι καλό ή κακό. Το μίσος δίνει σε κάποιους την ενέργεια που χρειάζονται, όπως μια πλάκα σοκολάτας που έρχεται ουρανοκατέβατη απ' τον θεό του πολέμου, πέφτει πάνω στον άνθρωπο και τον διαλύει»