Showing posts with label Βιτγκενστάιν Λούντβιχ. Show all posts
Showing posts with label Βιτγκενστάιν Λούντβιχ. Show all posts

Sunday, April 11, 2010

Ο μύθος των Βιτγκενστάιν

  • Η ιστορία μιας θρυλικής οικογένειας της Κεντρικής Ευρώπης όπως την αφηγείται ο μουσικοσυνθέτης και κριτικός Αλεξάντερ Γουό

Sunday, March 14, 2010

Η πολυτάραχη ζωή των Βιτγκενστάιν

http://www.chass.utoronto.ca/pcu/img/wittgenstein_small.jpg

Το έργο που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» παρουσιάζει μια «οικογένεια σε πόλεμο»

Η συγγραφή βιογραφιών μεγάλων ή απλώς διάσημων προσωπικοτήτων αποτελεί κοινή, παμπάλαια πρακτική. Το βιβλίο του Αλεξάντερ Γουό «Βιτγκενστάιν. Μια οικογένεια σε πόλεμο», που πρόκειται να κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», ανήκει σε ένα νέο υβριδικό είδος, τη βιογραφία μιας ολόκληρης οικογένειας. Είναι γεγονός ότι η πολυτάραχη ζωή των μελών της εν λόγω βαθύπλουτης οικογένειας προσφέρεται όσο λίγες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Η βιογραφία που εκπόνησε ο Βρετανός μουσικοκριτικός και συγγραφέας δεν αποτελεί απλώς μια διευρυμένη βιογραφία του μεγάλου φιλοσόφου του 20ού αιώνα, άλλα ένα άθροισμα επιμέρους βιογραφιών που ρίχνει μεγάλο βάρος στη ζωή των δύο πιο διάσημων Βιτγκενστάιν, του Λούντβιχ και του μονόχειρα πιανίστα Πάουλ.

Η οικογένεια Βιτγκενστάιν είναι γνωστή για τον αμύθητο πλούτο της -υπήρξε μια από τις πλουσιότερες ευρωπαϊκές τουλάχιστον οικογένειες του 20ού αιώνα- τους πολλούς αυτόχειρες (τρία από τα οκτώ αδέλφια μόνο στην οικογένεια του Λούντβιχ) τα ψυχολογικά προβλήματα και τις έκρυθμες σχέσεις των συχνά οξύθυμων μελών της. Ο Γουό δίνει μεγάλη έμφαση, όπως φαίνεται και από τον τίτλο σε αυτά τα χαρακτηριστικά, υποπίπτοντας όμως συχνά σε εύκολες σχηματοποιήσεις. Η σημαντική έρευνα και το πλήθος των λεπτομερών στοιχείων που κομίζει αδικούνται ενίοτε από την άστοχη ειρωνεία και το συχνά απλοϊκό, αν όχι αφελές του ύφος. Δύσκολα αναγνωρίζει κανείς στο σκιαγραφούμενο πορτρέτο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν τον άνθρωπο που σύμφωνα με τον Ρέι Μονκ «επεξεργαζόταν έναν καινούργιο τρόπο του φιλοσοφείν, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της φιλοσοφίας».

Παρουσιάζοντας, ωστόσο, παράλληλα τις συγκλονιστικές ζωές των Βιτγκενστάιν σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της Ιστορίας, ο Γουό προσφέρει εκτός από την εμπεριστατωμένη τοιχογραφία μιας εποχής, πολλές σαγηνευτικές σελίδες που αποζημιώνουν τον αναγνώστη. Η βιογραφία της οικογένειας Βιτγκενστάιν θυμίζει συναρπαστικό σενάριο επικής κινηματογραφικής περιπέτειας γεμάτο ανατροπές και εκπλήξεις.

Αποσπάσματα από μια έντονη καθημερινότητα

ΔΗΜΟΦΙΛΙΑ «Στην ενήλικη του ζωή ο Πάουλ Βιτγκενστάιν έγινε πολύ πιο διάσημος από τον μικρότερο αδελφό του, αλλά σήμερα ισχύει το αντίθετο: ο Λούντβιχ, ή Λούκι για την οικογένειά του, έχει γίνει ένα από τα ινδάλματα του εικοστού αιώνα - ο όμορφος, ελαφρώς τραυλός, βασανισμένος, ακατανόητος φιλόσοφος, γύρω από την εξαιρετική προσωπικότητα του οποίου αναπτύχθηκε μια ασυνήθιστη λατρεία τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του το 1951 - μια λατρεία, παρεμπιπτόντως, στους θιασώτες της οποίας περιλαμβάνονται και πολλοί που δεν άνοιξαν ποτέ τα βιβλία του και δεν προσπάθησαν να καταλάβουν ούτε μια γραμμή από τη σκέψη του. «Schmarren» («Σκουπίδια!») ήταν η φράση που χρησιμοποίησε ο Πάουλ για να τα περιγράψει όλα αυτά».

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ «Ο Καρλ κατηγορήθηκε (όχι κατά πρόσωπο όμως) για την καταπίεση των γιων του στο θέμα της καριέρας, για την επιμονή του να μην ακολουθήσει κανένας τους οποιοδήποτε επάγγελμα δεν συμπεριλάμβανε τις δύο αρχές που δημιούργησαν τη δική του περιουσία - τη μηχανική και το εμπόριο. Η κυρία Βιτγκενστάιν, η Λεοπονλτίν (ή Πόλντι όπως τη φώναζαν μέσα στην οικογένεια), κατηγορήθηκε επίσης από τα παιδιά της επειδή απέτυχε να ορθώσει το ανάστημά της στον αυταρχικό σύζυγό της και επειδή ήταν δειλή, αναποφάσιστη και ανασφαλής».

ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑ «Στο ζενίθ του, την περίοδο ανάμεσα στο 1928 και το 1934, ήταν (ο Πάουλ) ένας παγκοσμίου φήμης πιανίστας με εξαιρετική τεχνική και ευαισθησία, ο οποίος ήταν ικανός να ηλεκτρίσει το κοινό με τη σαγηνευτική σκηνική του παρουσία. Η μεταθανάτια φήμη του, ωστόσο, ως πιανίστα είναι κακή. Αυτό οφείλεται εν μέρει στις αλλαγές που επέφερε στη μουσική διάσημων συνθετών, οι οποίοι κατά συνέπεια άρχισαν να τον κατηγορούν. Ο Ραβέλ συνέχισε να παραπονείται γι' αυτό το θέμα ώς τον θάνατό του, ο Προκόφιεφ τον προσέβαλε στην αυτοβιογραφία του και ο Μπρίτεν αναθεώρησε την ενορχήστρωση των Diversions μετά το 1950, ώστε να δημιουργήσει μια «επίσημη εκδοχή» που θα υπέσκαπτε την ερμηνεία του Πάουλ, καθώς θα ήταν πλέον ξεπερασμένη».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ «Τον Φεβρουάριο η επιδείνωση της υγείας του ήταν τόσο σοβαρή, που κρίθηκε άσκοπη η συνέχιση οποιασδήποτε θεραπείας. Με αναπτερωμένο το ηθικό ο Λούντβιχ είπε στην κυρία Μπέβαν: «Θα δουλέψω τώρα όπως δεν έχω δουλέψει ποτέ στο παρελθόν». Και αμέσως ξεκίνησε να γράφει ένα μεγάλο μέρος από το βιβλίο που τώρα είναι γνωστό ως «Περί της Βεβαιότητας». Κατάφερε (μόλις) να φτάσει τα εξηκοστά του γενέθλια. «Χρόνια Πολλά!» του είπε η κυρία Μπέβαν. «Δεν θα υπάρξουν άλλα» της απάντησε. Το επόμενο πρωί συνέταξε την τελευταία φιλοσοφική του σκέψη:

«Κάποιος που στο όνειρό του λέει «ονειρεύομαι», ακόμα και αν το κάνει μιλώντας δυνατά, δεν έχει περισσότερο δίκιο απ' ό, τι αν έλεγε στο όνειρό του «βρέχει», ενώ έβρεχε στην πραγματικότητα. Ακόμα και αν το όνειρό του ήταν στην πράξη συνδεδεμένο με τον ήχο της βροχής».

ΕΝΤΑΣΕΙΣ «Οπως και ο πατέρας του, ο Πάουλ μπορούσε ελάχιστα να ελέγξει τα νεύρα του, το ίδιο συνέβαινε και με τους αδελφούς του. Οταν βρίσκονταν και οι τρεις μαζί, οι λογομαχίες έδιναν και έπαιρναν με μεγάλη ένταση. Φώναζαν ο ένας στον άλλο, για ολόκληρα απογεύματα μερικές φορές, πηγαίνοντας από δωμάτιο σε δωμάτιο καθώς τσακώνονταν, και όσο κι αν άρεσε στην κυρία Βιτγκενστάιν η ιδέα να τους βλέπει όλους μαζί, η πραγματικότητα έθετε σε δεινή δοκιμασία τα νεύρα της».

Friday, July 4, 2008

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ



Στη δεκαετία του 1920 ο Αυστριακός φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σχεδίασε και έχτισε ένα σπίτι στη Βιέννη για την αδελφή του. Είχε μεγάλες φιλοδοξίες για το εγχείρημα και απεριόριστα οικονομικά μέσα (η οικογένειά του ήταν μία από τις πλουσιότερες της Βιέννης), αλλά όταν τελείωσε το κτίριο το βρήκε βαρύ και άκομψο.

  • Νέα εικόνα του Διαφωτισμού

Η κύρια σκέψη που διατρέχει σαν ενοποιητικό νήμα το βιβλίο του Richard Sennett, Τhe Crafstman, που εκδόθηκε πρόσφατα (Yale University Press, 326 σελ., 27,50 δολάρια), είναι ότι «το πράττειν εστί φιλοσοφείν» ή, απλούστερα, η πράξη είναι σκέψη. Επ’ αυτού, η περίπτωση του Βιτγκενστάιν και η εμπειρία του ως μηχανικού και αρχιτέκτονα είναι πολύ χαρακτηριστική και εύγλωττη έστω και αν το αποτέλεσμα, εξαιτίας της τελειομανίας του και της έμφυτης απαισιοδοξίας του, υπήρξε, για εκείνον, απογοητευτικό. Για τον συγγραφέα τα μαθήματα που πήρε ο Βιτγκενστάιν ως φιλόσοφος, από το χτίσιμο του σπιτιού, επηρέασαν βαθιά και τη σκέψη του. Σε αυτή την εμπειρία ορίζεται η στροφή που παρατηρείται στη φιλοσοφία του, που, από το σημείο αυτό, εγκαταλείπει την αυστηρή λογική και στρέφεται προς πιο παιγνιώδεις μορφές λόγου, στην κοινή λαλιά, το παράδοξο και τις παραβολές.

Τούτο, όπως γράφει ο Λιούις Χάιντ στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», είναι βαρύς ισχυρισμός, όταν αναφέρεται σε ένα γνωστικό πεδίο όπως η φιλοσοφία και μάλιστα στη φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν. Αλλά τίθεται και αναπτύσσεται πειστικά μέσα στον ορίζοντά του τον πνευματικό. Αυτό που κάνει ο συγγραφέας είναι να συγκεντρώσει, πρώτα απ’ όλα, όλες τις περιπτώσεις εκείνες από την ιστορία, που καταδείχνουν ακριβώς πώς τα έργα των χεριών συνδέονται με εκείνα του μυαλού. Και ακόμη, μέσα από την ανάπτυξη της ιδέας αυτής ότι η σκέψη σχετίζεται άμεσα με τη χειρωναξία, με την έννοια της τέχνης των χεριών, την τεχνική. Ετσι ο Σένετ φθάνει σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συλλήψεις του, στον ανασχεδιασμό της εικόνας του Διαφωτισμού, με μέσα όχι τις ιδέες του αλλά τον τρόπο δουλειάς των τεχνιτών.

«Το χέρι είναι το παράθυρο στο μυαλό», έχει γράψει ο Ιμάνουελ Καντ και ο συγγραφέας προσθέτει ότι από το παράθυρο αυτό δεν μπορούμε να περάσουμε αν πρώτα δεν έχουμε ενδελεχώς μελετήσει το χέρι. Για τον Σένετ, το εμβληματικό έργο του Διαφωτισμού είναι η «Εγκυκλοπαίδεια ή το Λεξικό Τεχνών και Τεχνικών», του Ντιντερό. Το μέγα αυτό έργο, στους 35 τόμους του, λέει στους αναγνώστες του πώς να φυλάνε τις μέλισσες, να κάνουν μηλόκρασο ή να φτιάχνουν ξύλινα παπούτσια, να χρησιμοποιούν τον καπνό, να χτίζουν υδρόμυλους, να αλέθουν το σιτάρι, να φτιάχνουν χαρτί. Ο Διαφωτισμός του Ντιντερό προέρχεται από τη σχέση του τεχνίτη με τις δουλειές των χεριών του. Ο υλικός κόσμος κι εμείς είμαστε σε διαρκή συνδιαλλαγή, όταν προσπαθούσε να υπερβούμε την αντίστασή του, την αμφισημία του, να προβλέψουμε τις αλλαγές που υφίσταται η ύλη μέσα στο φυσικό κύκλο. Οι φωτισμένοι είναι εκείνοι που μπορούν να στήσουν ένα τέτοιο διάλογο με τη Φύση και κατά συνέπεια να αναπτύξουν τις δεξιότητες των χεριών.

Οι τεχνίτες, ως σύμβολα του Διαφωτισμού, είναι μέρος του ίδιου του διαλόγου που ο συγγραφέας τελεί φανταστικά με μια από τους δασκάλους του, τη φιλόσοφο Χάνα Αρέντ η οποία διέκρινε μεταξύ του κόσμου των ζωικών αναγκών και του ανώτερου κόσμου της τέχνης, της πολιτικής, της φιλοσοφίας. Για τον Σένετ, η διάκριση αυτή είναι απολύτως λαθεμένη φιλοσοφικά και με σοβαρές πολιτικές και ηθικές επιπτώσεις. Δεν είναι μόνο ότι υποβιβάζει αυτούς που ζουν από την εργασία των χεριών τους, αλλά και το ότι δεν κατανοεί ένα από τα θεμέλια του καλού πολίτη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να οραματισθεί τη δημοκρατία εκείνη όπου η διακυβέρνηση ανήκει σε όλους και όχι σε μια ελίτ.

Γιατί παραδοχή του συγγραφέα είναι ότι σχεδόν όλοι μπορούν να είναι καλοί τεχνίτες και αυτού του είδους η δουλειά μαθαίνει τους ανθρώπους πώς να αυτοκυβερνώνται και επομένως πώς να είναι καλοί πολίτες.

Αυτά τα πρόσωπα, τεχνίτες και καλοί πολίτες, τι είναι που έχουν μάθει και γνωρίζουν προς κοινό όφελος; Γνωρίζουν τη διαμεσολάβηση μεταξύ αυτονομίας και κύρους (όπως στο εργοστάσιο), πώς να εργάζονται όχι εναντίον των δυνάμεων που τους αντιστέκονται, αλλά μαζί με αυτές (όπως εκείνοι που έσκαψαν τις σήραγγες κάτω από τον Τάμεση), πώς να χρησιμοποιούν την ελάχιστη δύναμη για να φέρουν εις πέρας ένα έργο (όπως οι μάγειροι στα εστιατόρια όταν κόβουν τα λαχανικά), πώς να έρχονται σε επαφή με ανθρωπιστικά πράγματα μέσω της συμ-παθητικής φαντασίας (όπως ο υαλουργός, που έχει γνώση της μορφής που θα πάρει το γυαλί). Και πάνω από όλα, γνωρίζουν την αξία του παιχνιδιού, γιατί στο παιχνίδι ανακαλύπτουμε «την απαρχή του διαλόγου που στήνει ο τεχνίτης με τα υλικά του, τον πηλό ή το γυαλί.

  • Ο μέσος χώρος

Η άποψη ότι οι πρακτικές ικανότητες υπάρχουν σχεδόν σε όλους, οδηγεί τον Σένετ σε σκέψεις περί της αληθινής αξίας των τεστ ευφυΐας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των οποίων ξεχωρίζουμε τους προικισμένους με ευφυΐα και τους απροίκιστους, απλούστερα τους έξυπνους και τους βλάκες, εκείνους δηλ. που θα πάνε στα πανεπιστήμια και τους άλλους που θα γίνουν μπακάληδες. Για τον συγγραφέα αυτή η στάση αγνοεί τον μέσο χώρο», εκεί δηλαδή που βρίσκονται οι περισσότεροι άνθρωποι.

[International Herald Tribune, Η Καθημερινή, 04/07/2008]