Showing posts with label Σωτηροπούλου Ερση. Show all posts
Showing posts with label Σωτηροπούλου Ερση. Show all posts

Monday, March 29, 2010

ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: «Παντού οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο»


  • Ξεκίνησε γράφοντας ποίηση. Πέρασε στο πεζό όταν ο πρώτος της άντρας τής χάρισε μια γραφομηχανή. Η ίδια είναι αντισυμβατική, αλλά η ηρωίδα του καινούργιου μυθιστορήματός της ζει μια συμβατική ζωή, η οποία όμως ανατρέπεται. Εξηγήσεις μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας


Wednesday, March 3, 2010

Οσο διαρκεί μια νύχτα

  • Ερση Σωτηροπούλου: Εύα. Εκδόσεις Πατάκη, σ. 216, 15,50 ευρώ

Το καινούριο μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου έρχεται έξι χρόνια μετά το προηγούμενο, Δαμάζοντας το κτήνος. Και σε αυτό εμφανίζεται ο κόσμος των συγγραφέων και των καλλιτεχνών. Μόνο που εδώ η ειρωνική σκιαγράφησή του δεν αποτελεί το κυρίως θέμα, όπως στο προηγούμενο. Από την άλλη, σε αντίθεση με εκείνο, η υπόθεση είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η πλοκή υποτυπώδης. Με άλλα λόγια, η συγγραφέας επανέρχεται στα οικεία της εδάφη, όπου δεν προέχουν τα γεγονότα και τα πρόσωπα, αλλά η ατμόσφαιρα των καταστάσεων και το ψυχοσυναισθηματικό κλίμα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Το μυθιστόρημα αφηγείται την περιπλάνηση της ηρωίδας σε μια περιοχή του κέντρου της Αθήνας στη διάρκεια μιας νύχτας, κατά την οποία δεν συμβαίνει κάποιο εξαιρετικό γεγονός. Πρόκειται, ωστόσο, για την εορταστική νύχτα μιας παραμονής Χριστουγέννων, από εκείνες που οι ευάλωτοι συναισθηματικά ενδίδουν σε νοερές αναδρομές στη ζωή τους. Η αφήγηση τοποθετείται σε κάποια πρόσφατα Χριστούγεννα, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όταν η συγκεκριμένη περιοχή του ιστορικού κέντρου, αυτή γύρω από τη Βαρβάκειο Αγορά, από την πλευρά που ακουμπά στου Ψυρρή και μέχρι τον Κεραμεικό, αναβαθμίστηκε σε χώρο διασκέδασης. Ενα «νοικοκύρεμα» που κράτησε όσο και οι εορτασμοί, για να καταλήξει λίγο αργότερα σε αντιφατική συνύπαρξη μοδάτων μαγαζιών διασκέδασης με γκέτο τοξικομανών, αλλοδαπών και λοιπών απόκληρων. Αλλωστε, όλοι αυτοί δημιουργούν το επίφοβο σκηνικό, που ξετρελαίνει τους ερχόμενους από τα βόρεια προάστια και τις άλλες καθώς πρέπει συνοικίες της πρωτεύουσας. Αυτόν τον μικρόκοσμο αναδεικνύει η αφήγηση από τη σκοπιά της ηρωίδας. Τον περιγράφει παραστατικά και αποστασιοποιημένα, χωρίς απώθηση ούτε φόβο, καθώς εκείνη συνεχίζει το «ταξιδάκι» της μεταξύ πραγματικότητας και παραίσθησης, στο οποίο είχε καταφύγει για να αντιμετωπίσει τους διανοούμενους «στο πάρτι της χρονιάς». Τους «ψευτοδιανοούμενους», όπως συλλήβδην τους αποκαλεί «ο άντρας της», που κατατρύχεται από αισθήματα κατωτερότητας. Ο λόγος είναι απλός. Δεν ανήκει στον κόσμο τους, όπως κι εκείνη, που, παρά το ταλέντο της, δεν έγινε συγγραφέας, αλλά παρέμεινε επιμελήτρια στα βιβλία των άλλων. Εξάλλου, στο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν βρέθηκαν από σπόντα, χάρη σε μια πρόσκληση που περίσσεψε στον εκδοτικό οίκο.

Σχεδόν συμβολικά, το μυθιστόρημα ανοίγει στην εν λόγω πλατεία, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί το αρχικό της όνομα. Εκεί βρίσκεται το λαμπερό κλαμπ, όπου ο καλλιτεχνικός κόσμος συνωθείται, ακκίζεται και αναμασά τετριμμένες κουβέντες και θέσφατα. Εν ολίγοις, προβάλλει το κενό οποιασδήποτε φιλικής επαφής ή πνευματικής επικοινωνίας. Μετά το κλαμπ, η ηρωίδα περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους της περιοχής με τα ένδοξα αρχαιοελληνικά ονόματα. Μάλλον προς διακωμώδηση της τοπικής ονοματοθεσίας, προστίθεται και ένα ξενοδοχείο με το όνομα «Παρθενών». Από αυτό ξεκινάει η οδύσσειά της, που δεν καλύπτει και μεγάλη έκταση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού η περιπλανώμενη φοράει γόβες και φέρει βραδινή αμφίεση, που αφήνει ακάλυπτο το «στομάχι». Πρόκειται, βέβαια, για επιταγή της μόδας. Ταυτόχρονα, όμως, τονίζει, ευθύς εξαρχής, τις συνδηλώσεις του ονόματός της. Εύα, δηλαδή, μια γυναίκα ικανή να παρασύρει στην αμαρτία.

Το Εύα, ως τίτλος μυθιστορήματος, και ειδικά της Σωτηροπούλου, δημιουργεί αρχικά απορίες. Πρώτον, γιατί υπάρχει ήδη μυθιστόρημα με αυτόν τον τίτλο (Μαρώ Τριανταφύλλου, εκδ. Δελφίνι, 1998), έστω κι αν εν προκειμένω, με τον γρήγορο ρυθμό πολτοποίησης των βιβλίων, το υπάρχει είναι τρόπος τού λέγειν. Και δεύτερον, γιατί η συγκεκριμένη συγγραφέας επιλέγει ανέκαθεν πρωτότυπους τίτλους. Τελικά, όμως, ο τίτλος φαίνεται να έχει ειρωνική χροιά, αφού στο μυθιστόρημα απομυθοποιούνται οι Εύες της εποχής μας. Το προεξάρχον χαρακτηριστικό τους δεν είναι πλέον η αμαρτία ενός χειραφετημένου βίου, αλλά η μοναξιά ενός πολλαπλώς εξαρτώμενου τρόπου ζωής.

Ως έμμονη ιδέα επανέρχεται η μοναξιά στα βιβλία της Σωτηροπούλου. Η Εύα νιώθει μόνη, κι ας έχει άντρα, πατέρα και μια φίλη. Παιδική, μάλιστα, φίλη, όπως εκείνη η Μαρία, στο πρώτο μυθιστόρημά της, το Διακοπές χωρίς πτώμα. Αυτή τη φορά τη λένε Ελένη. Και πάλι, όμως, είναι βολεμένη, με την εργασία της, τον γκόμενό της και τη γειτονιά όπου κατοικεί. Σε αντίθεση, και αυτή τη φορά, με την ηρωίδα, που δυσανασχετεί με τα πάντα. Αισθάνεται υποδεέστερη απέναντι στη φίλη της, κι ας είναι παιδιόθεν πιο χαρισματική. Ανεπαρκής νιώθει και απέναντι στον άντρα της, κι ας είναι εκείνη η πιο δυναμική. Γι' αυτό, άλλωστε, τον αφήνει να διαχειρίζεται τα οικονομικά τους, υφίσταται αδιαμαρτύρητα τη χειροδικία του και παραμένει αμέτοχη κατά τις συνευρέσεις τους. Ενδίδει, ωστόσο, στις ερωτικές της φαντασιώσεις, που αναπτερώνει το φιλί ενός άγνωστου στις τουαλέτες του κλαμπ.

Η ανασφαλής Εύα ζητά στήριγμα. Ολη τη νύχτα προσπαθεί να τηλεφωνήσει στη φίλη της, ενώ τα ξημερώματα καταφεύγει στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται ο πατέρας της. Οταν, όμως, τελικά, κουβεντιάζει μαζί τους, συνειδητοποιεί πως εκείνοι έχουν άλλα στο μυαλό τους. Περισσότερο δείχνει να τη νοιάζεται η γυναίκα που ζεσταίνεται στη φουφού, έξω από το ξενοδοχείο, περιμένοντας πελάτες. Αυτήν ακολουθεί η Εύα, σαν ναυαγισμένος Οδυσσέας, για να εισχωρήσει στα απόκρυφα της Αθήνας. Τα συναπαντήματα της νύχτας τής θυμίζουν ξεχασμένα περιστατικά και μαζί όλα όσα έχει δοκιμάσει, από ψυχολογική υποστήριξη και πανάθλιους εραστές μέχρι «τριπάκια», για λίγη ασφάλεια και ευφορία. Το μενταγιόν στον λαιμό της φέρει μια υψωμένη γροθιά, όμως εκείνη αδυνατεί να ακολουθήσει το σλόγκαν της φίλης της: «Λίγος εγωισμός δεν βλάπτει». Αντιθέτως, αφήνει τους άλλους να εισχωρούν στον προσωπικό της χώρο, υφαρπάζοντας κομματάκια της ζωής της. Ενα «γιατί» πλανάται στην αφήγηση, το οποίο η συγγραφέας πολιορκεί σε ένα εκτενές κεφάλαιο, που ανατρέπει τη συμμετρία αυτής της σχεδόν σουρεαλιστικής οδύσσειας. Σε αυτό συμπαρατάσσονται δύο, όχι άσχετες μεταξύ τους, ιστορίες. Στη μια, ένας νεαρός περιγράφει τη διέγερση που του προκαλεί η επιθυμία να κλέψει και την αδυναμία του να αντισταθεί σε αυτήν την παρόρμηση. Στην άλλη, η ηρωίδα ανακαλεί τον ερωτικό ερεθισμό που ένιωσε πριν από χρόνια, όταν αντιλήφθηκε, μέσα σε λεωφορείο, πως ένα χέρι την ακουμπάει και της κλέβει το πορτοφόλι. Η παράλληλη ανάγνωσή τους φαίνεται να υποδηλώνει το λανθάνον μαζοχιστικό ένστικτο των καταπιεσμένων.

Μέσα από μια αφήγηση ρευστή, που δημιουργεί την αίσθηση της κινούμενης άμμου, έτσι όπως αφήνει τις εικόνες λειψές, χωρίς να νοιάζεται για καθαρά περιγράμματα, προβάλλει ο ψυχισμός της Εύας. Ενας ενδιάθετος λόγος, από τους καλύτερους της πρόσφατης μυθιστοριογραφίας, που πλάθει μία από τις πιο ολοκληρωμένες ηρωίδες της Σωτηροπούλου. Κατά τ' άλλα, στο μυθιστόρημα θίγονται ορισμένα επίκαιρα κοινωνικά θέματα. Οπως αυτά των ηλικιωμένων, που στα νοσοκομεία δεν τους κρατούν γιατί δεν νοσούν, ενώ τα παιδιά τους ούτε στο σπίτι τούς θέλουν αλλά ούτε χρήματα για ιδιωτικό ίδρυμα διαθέτουν. Εκείνοι, όμως, επιμένουν να επιβιώνουν. Το ίδιο πείσμα επιβίωσης επιδεικνύουν και οι άστεγοι, που κοιμούνται σε χαρτόκουτα και εισχωρούν λαθραία στις δεξιώσεις για κάνα τυροπιτάκι, όπως συμβαίνει μυθιστορηματικά και στο πάρτι της Πλατείας Θεάτρου. Διασκεδαστικότερες, όμως, είναι οι σκηνές στις οποίες παρουσιάζεται η ποικιλία των συγγραφέων. Με κορυφαία, την παραστατική διήγηση του τι σημαίνει σεξ με επώνυμο συγγραφέα μιας κάποιας ηλικίας. Από το πάρτι δεν λείπουν και οι κριτικοί της λογοτεχνίας. Οι μεγάλες «μύτες», όπως αποκαλεί ορισμένους, και οι άλλοι, εκείνοι που δεν διαβάζουν τα βιβλία, αλλά γράφουν γι' αυτά «μυρίζοντας τα δάχτυλά τους».

Πρόκειται, τελικά, για ένα γοητευτικό, διαβρωτικής όμως απαισιοδοξίας, βιβλίο. Ο παρακμιακός χαρακτήρας της κεντρικής ηρωίδας δεν έχει αναστολές ή συναισθήματα ενοχής. Εχει, όμως, κάτι το μοιραίο. Ενδόμυχα αγωνιά από κάπου να κρατηθεί και σχεδόν παντού συναντά αδιαφορία. Πουθενά δεν εντοπίζει μια νησίδα λύτρωσης και αν πάλι την εντοπίσει, είναι πρόσκαιρη ή πολύ κατώτερη του ποθούμενου. Σαν νομοτελειακά να μην υπάρχει για εκείνη κάποια, έστω απατηλή, διέξοδος. Δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε διαρκή υπαρξιακό ίλιγγο. Θα λέγαμε, σωστότερα, ότι βρίσκεται σε κατάσταση παραίτησης, αλλά με αμιγώς σημερινούς κοινωνικούς όρους.

Saturday, January 30, 2010

Ζωές σε αντίθετη κατεύθυνση


Η γραφή της Ερσης Σωτηροπούλου σαν κάμερα καταγράφει όσα προσπερνούμε σ’ αυτή την πόλη

«Μια λάμπα θυέλλης κρεμόταν στην πρόσοψη ενός μαγαζιού μέσα στη στοά. Τα ρολά ήταν κατεβασμένα, βαμμένα με μπογιές και μαύρα γράμματα. Δίπλα υπήρχε ένα οικόπεδο φραγμένο με καλάμια και μετά ένα παλιό ξενοδοχείο. Μια μικρή φουφού έκαιγε μπροστά στη σκάλα του ξενοδοχείου. Κάποιος στεκόταν εκεί χωρίς να φωτίζεται. Η σκιά του διαγραφόταν στον τοίχο σαν σβησμένο γκράφιτι».

Τέτοιες περιγραφές θα βρει πολλές ο αναγνώστης στο νέο μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου «Εύα» (εκδ. Πατάκης). Με περιγραφές ανάλογες ή πιο αιχμηρές, πάντως ρεαλιστικές και μαζί ποιητικές -όπως έχουμε συνηθίσει να είναι το πεζογραφικό ύφος της Ερσης Σωτηροπούλου-, επιλέγει να παρακολουθήσει την κίνηση μιας νέας γυναίκας στους δρόμους της πίσω όψης της Αθήνας. Στους δρόμους που είναι λεροί, σκοτεινοί, γεμάτοι οργανικά σκουπίδια ή απλώς ανθρώπινα ράκη. Για την ακρίβεια επιλέγει να δείξει ακριβώς τις δύο όψεις αυτής της πόλης, τις δύο ακραίες όψεις της.

Η Εύα επιστρέφει στο σπίτι της μετά το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Κουβαλώντας εικόνες μιας Αθήνας φωτεινής, την αίσθηση ευφορίας που πουλιέται ακριβά και τα άγχη της προσωπικής της ζωής. Βρίσκεται όμως τυχαία σε μια περιοχή της πόλης που δεν την γνωρίζει, αλλά δεν την φοβίζει κιόλας. Σ’ αυτούς τους δρόμους, τις στοές, τα σκοτεινά και βρόμικα σοκάκια συναντά περίεργους ανθρώπους και τελείως διαφορετικές συμπεριφορές. Ενας κόσμος άγνωστος στην ίδια της την πόλη. Ζωές που την κάνουν να σκεφτεί διαφορετικά τη δική της «τακτοποιημένη» μέχρι τώρα ζωή. «Το φανάρι έγινε πράσινο. Ο μελαχρινός άντρας χάζευε ακόμα γύρω του με τη σακούλα στο μπράτσο. Φαινόταν εργάτης, ίσως ξένος. Τα χνώτα του ανέβαιναν σαν στήλη στον παγωμένο αέρα. Οταν η Εύα ξανακοίταξε είχε καθίσει σ’ ένα παγκάκι. Ανοιξε τη σακούλα και πήρε ένα καρό μαντίλι που το έστρωσε δίπλα του. Υστερα έβγαλε κάτι άσπρο τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα. Ηταν μια πίτα γύρος. Αρχισε να τρώει αργά. Κάθε τόσο έσκυβε και σκούπιζε το στόμα του με την άκρη του μαντιλιού. Υπήρχε τόση σοβαρότητα, τόση αξιοπρέπεια σε κάθε μπουκιά. Οταν τελείωσε, δίπλωσε το μαντίλι στα τέσσερα και το έβαλε πάλι στη σακούλα. Εφυγε περπατώντας σύρριζα στο δρόμο. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν στην αντίθετη κατεύθυνση».

Κάπως έτσι κινείται και η ηρωίδα της Ερσης Σωτηροπούλου, η Εύα. Αντίθετα με την έως τότε ζωή της, αντίθετα με τον «φυσιολογικό» ρυθμό της πόλης, αντίθετα με όσα πίστευε, με όσα ήξερε, με όσα έβλεπε γύρω της.

Σαν ντοκιμαντέρ

Το βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου είναι στιγμές που η αφήγησή της μοιάζει με ντοκιμαντέρ και η γραφή της με μία κάμερα που καταγράφει όσα προσπερνούμε σε κάποιους από τους δρόμους αυτής της πόλης. «Ο δρόμος μπροστά της σχημάτιζε πέταλο και κατέληγε σε αδιέξοδο, στην πρόσοψη ενός μαγαζιού. Ολα 1 ευρώ, έγραφε το χαρτόνι που ήταν κολλημένο με σελοτέιπ στο τζάμι. Το εμπόρευμα δεν φαινόταν. Δεξιά από την είσοδο υπήρχε ένα πλαστικό πιάτο με κροκέτες γάτας κι ένα μπολ με πρασινισμένο νερό. Γύρισε προς τα πίσω και βρέθηκε σ’ ένα άνοιγμα με πεταμένα τούβλα και σιδερικά».

Οι προσωπικές αναζητήσεις της Εύας και οι ιστορίες που συναντάει σ’ αυτή την απρόσμενη περιπλάνησή της είναι δυο παράλληλες διαδρομές. Οπως ακριβώς παράλληλες, χωρίς να συναντιούνται δηλαδή, είναι και οι ζωές των δύο, των τριών, των πολλών κόσμων που ζουν πλέον στην ίδια πόλη. Συχνά δεν συναντιούνται ποτέ. Συνήθως η μία διαδρομή φροντίζει να αποφύγει την άλλη. Η λογοτεχνία της Ερσης Σωτηροπούλου τις ακολουθεί και τις καταγράφει. Χωρίς σχόλια.

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 30 Iανoυαρίου 2010

Saturday, January 16, 2010

Ανταύγειες σε μια σκοτεινή βιτρίνα

  • Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 16/01/2010


Παραμονή Χριστουγέννων, η Εύα πηγαίνει με τον άνδρα της σ΄ ένα πάρτι, που γίνεται σ΄ ένα κλαμπ στου Ψυρρή. Ο γάμος τους έχει αρχίσει από καιρό να ραγίζει. Πιο πρόσφατο ράγισμα ο καβγάς τους λίγες ώρες πριν, επειδή η Εύα σήκωσε λεφτά από τον κοινό λογαριασμό τους για να μπορέσει να μεταφέρει τον άρρωστο πατέρα της από το νοσοκομείο σ΄ έναν οίκο ευγηρίας. Στο πάρτι η Εύα βλέπει γύρω της υπέροχα ζουζούνια με χρυσό καύκαλο, ερωτοτροπεί στις τουαλέτες μ΄ έναν νεαρό συγγραφέα, στον οποίο δίνει το νούμερο του κινητού της, βλέπει να καταρρέει μπροστά της ένας πληβείος που είχε τρυπώσει στο κλαμπ με την παρέα του για να γεμίσουν τις τσέπες τους με φαγητά, φεύγει από το κλαμπ μόνη κι ελαφρώς πιωμένη (ή φτιαγμένη), χάνεται στα σοκάκια, γνωρίζει μια τροτέζα και τη φίλη της, τις ακολουθεί σ΄ ένα δωμάτιο ενός άθλιου ξενοδοχείου, κάθεται εκεί μαζί τους και με δύο άνδρες, από τους οποίους ο ένας είναι πορτοφολάς, ακούει τις παράξενες ιστορίες του, περιμένει μάταια να έρθει ο νεαρός συγγραφέας στο ραντεβού που της έδωσε, φεύγει από το ξενοδοχείο, τηλεφωνεί στη στενότερη φίλη της και της ζητάει να τη δει επειγόντως, τη συναντάει- ξημερώματα πια- σε μια καφετέρια κάπου πέρα από το Χίλτον, προσπαθεί να της μιλήσει γι΄ αυτό που της συμβαίνει, αλλά δεν μπορεί ούτε βρίσκει ενθάρρυνση, και τελικά γυρίζει στο σπίτι της, με τη βεβαιότητα ότι «τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει». Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που ειρωνεύεται το πνεύμα των Χριστουγέννων; Μια underground παραλλαγή της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων; Μια σύγχρονη εκδοχή του «πειρασμού της Εύας»; Πιθανόν όλα αυτά μαζί. Προπαντός, όμως, το καινούργιο μυθιστόρημα της ΄Ερσης Σωτηροπούλου θυμίζει την Ονειρική νουβέλα του Σνίτσλερ, ιδιαίτερα την κινηματογραφική διασκευή της από τον Κι ούμπρικ, το Μάτια ερμητικά κλειστά. Υπάρχει κι εδώ στην αρχή ένα γκλαμουράτο χριστουγεννιάτικο πάρτι. Υπάρχει κι εδώ ένας γάμος σε λανθάνουσα κρίση. Κι εδώ επίσης ο ένας σύζυγος περιπλανιέται τη νύχτα σ΄ έναν αλλόκοτο, νοσηρά δελεαστικό κόσμο, γεμάτο προκλήσεις που ενεργοποιούν ανομολόγητες επιθυμίες του. Όπως και στην ταινία, μισοαφήνεται σ΄ αυτές και μισοαντιστέκεται. Και υπάρχει, επιπλέον, ένα παρόμοια ανοιχτό, διφορούμενο τέλος σε ό, τι αφορά το μέλλον της συζυγικής σχέσης, παρόλο που εδώ το τέλος αυτό είναι ακόμα πιο σκοτεινό απ΄ ό, τι στην ταινία ή στη νουβέλα, αν δεν είναι μάλιστα δυσοίωνο.

Άπαξ και αντιληφθούμε την ομοιότητα (υπερβολικά έντονη και συνεχή άλλωστε για να μη την προσέξουμε), τίθεται το ερώτημα αν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια προσαρμογή του λογοτεχνικού ή του κινηματογραφικού πρότυπου στα καθ΄ ημάς, κάτι δηλαδή σαν λογοτεχνικό παιχνίδι, ή αν η Σωτηροπούλου μάς λέει κάτι διαφορετικό. Οπωσδήποτε το μοτίβο ενός σχεδόν ονειρικού, αλλόκοτου, παραβατικού εξωτερικού κόσμου, ο οποίος λειτουργεί ως προβολή ενός ταραγμένου υποσυνείδητου, είναι πολύ προσφιλές σ΄ αυτή τη συγγραφέα. Το κλίμα της Ονειρικής νουβέλας ή του Μάτια ερμητικά κλειστά τής ταιριάζει γάντι! Και οι σκηνές από την παρακμιακή Βιέννη της δεκαετίας του 1920 στη νουβέλα ή από την όχι λιγότερο παρακμιακή (αλλά περισσότερο έκλυτη) Νέα Υόρκη του lifestyle στην ταινία βρίσκουν ένα προσφυές αντίστοιχο στη νυχτερινή περιπλάνηση της Εύας ανάμεσα στο συβαριτικό πάρτι και τους δρόμους με τις πόρνες και τους τραβεστί κάτω από την Αθηνάς. Ορισμένες πένθιμες πινελιές φθοράς κι επικείμενης αποσύνθεσης έχουν εδώ μια περισσότερο υπαινικτική, αλλά και περισσότερο απτή μορφή, σχηματίζοντας παράξενα υποβλητικές εικόνες: το ισοδύναμο π.χ. του ΑΙDS, από το οποίο αποκαλύπτεται ότι πάσχει η συμπαθητική νεαρή πόρνη στην ταινία (στη νουβέλα πρόκειται φυσικά για σύφιλη), είναι η ξεκούμπωτη ζαρτιέρα της τροτέζας, που κρέμεται ανάμεσα στα μπούτια της.

Υπάρχει όμως διαφορά προοπτικής; Υπάρχει. Τόσο στη νουβέλα του Σνίτσλερ όσο και στην ταινία του Κιούμπρικ πρωταγωνιστεί ένας ευσυνείδητος αστός με συγκροτημένη προσωπικότητα και συμπαγές ήθος, τυφλός όμως στον εσώτερο εαυτό του και στο έλλειμμα επικοινωνίας με τη γυναίκα του, τα οποία θα του φανερωθούν μ΄ ένα σοκ κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού του σ΄ έναν νυχτερινό κόσμο απαγορευμένων ηδονών. Αντίθετα, η Εύα της Σωτηροπούλου είναι εξαρχής μια θραυσματική φιγούρα με σπασμωδικές αντιδράσεις και μόνο μία βεβαιότητα: ότι κάτι δεν πάει καλά με τον γάμο της ή γενικά με τον εαυτό της. Η συνάντησή της με τον ζοφερό κόσμο του περιθωρίου δεν μπορεί να την αποσταθεροποιήσει (αφού δεν υπάρχει εδώ τίποτα ν΄ αποσταθεροποιηθεί) ούτε της αποκαλύπτει κάτι που δεν ξέρει. Ο κόσμος αυτός λειτουργεί απλώς ως μεταφορική εικόνα του εσωτερικού της τοπίου. ΄Οσο δυνατή και αν είναι η λογοτεχνική περιγραφή του, δεν δρα ως καταλύτης, αν και μπορεί η συγγραφέας να ήθελε το αντίθετο.

Στην παραγωγή αυτής της διαφοράς παίζει βέβαια ρόλο και το γεγονός ότι το αφηγηματικά κυρίαρχο πρόσωπο του ζευγαριού είναι εδώ η γυναίκα. Έτσι κι αλλιώς όμως οι χαρακτήρες της Σωτηροπούλου έχουν πάντα ρευστό περίγραμμα και θολό ψυχισμό, απ΄ όπου αναδύονται κάθε τόσο αινιγματικές παρορμήσεις, φευγαλέα αισθήματα και ανεξιχνίαστες εντυπώσεις των αισθήσεων. Τα χιμαιρικά χρυσά ζουζούνια που βλέπει η Εύα στο πάρτι και, λίγο αργότερα, πίσω από τη βιτρίνα ενός κλειστού μαγαζιού ή, πάλι, το φασματικό πράσινο βουνό που υψώνεται ξαφνικά πίσω από τα παράθυρα του νοσοκομείου είναι άραγε μετωνυμίες μιας ανέφικτης ευτυχίας; Η ενοχική ταύτιση της Εύας με τον κλέφτη τον οποίο εμπόδισε κάποτε να διαφύγει με το πορτοφόλι της είναι άραγε μετάθεση των ενοχών της για την ενδεχόμενη αδυναμία της να δώσει κάτι από τον εαυτό της στους άλλους; ΄Η μήπως είναι η υποσυνείδητη επιθυμία της ν΄ απαλλαγεί από κάτι, από έναν τρόπο ύπαρξης που την αφήνει άδεια; Κι εκείνο το γριφώδες τέλος- τι ήξερε η Εύα ότι έπρεπε να κάνει γυρίζοντας στο σπίτι της, όταν έχουν μόλις προηγηθεί κάποιες περίεργες αναφορές σ΄ ένα σκυλί που γκρεμίστηκε ή το γκρέμισαν παλιά κάποιοι στον ακάλυπτο από τον εξώστη του διαμερίσματός της;

Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, όχι να μαντέψουμε. Η Εύα, όπως σχεδόν πάντα οι χαρακτήρες της Σωτηροπούλου, μένει ώς την τελευταία στιγμή απόλυτα αδιαφανής. Το περιστατικό στο κοσμικό πάρτι με την κατάρρευση (και πιθανώς τον θάνατο) του πεινασμένου παρείσακτου αναστατώνει ξαφνικά το κλίμα ξέφρενου και αναίσθητου ευδαιμονισμού. Και αυτό επίσης το επεισόδιο έχει το αντίστοιχό του στο Μάτια ερμητικά κλειστά, με το «τιναγμένο» από υπερβολική δόση κολ γκερλ. Εδώ όμως είναι πολύ πιο δραματικό και παραπέμπει σε μια ακραία κοινωνική δυστυχία «εκεί έξω». Μόνο που η Σωτηροπούλου δεν παρακολουθεί ούτε ξαναπιάνει αυτό το νήμα και θα ήταν παράξενο αν το έκανε, με δεδομένη τη συγγραφική ιδιοσυγκρασία της. Είναι και αυτό το συμβάν μια από τις πολλές αλλόκοτες σκηνές και καταστάσεις που ζει η Εύα τη νύχτα των Χριστουγέννων και που εγγράφονται στη συνείδησή της παρατακτικά, χωρίς τάση (ή δυνατότητα) συναισθηματικής επεξεργασίας από τη μεριά της. Εκείνο που μένει σαν επίγευση από το βιβλίο είναι μια παγερή αίσθηση ακατόρθωτης επικοινωνίας, αποξένωσης και διάλυσης του εαυτού.

Το γνωρίζουμε αυτό από τα προηγούμενα βιβλία της Σωτηροπούλου. Όπως επίσης έχουμε συνεπαρθεί επανειλημμένα από τη σκοτεινή σαγήνη των εικόνων της φαντασίας της. Αρκούν όμως αυτά;

Monday, January 11, 2010

Παρέα με νομπελίστες

Η Αμερικανίδα Κάρεν Εμεριχ, που μετέφρασε στα αγγλικά μια επιλογή από διηγήματα της Ερσης Σωτηροπούλου με τίτλο «Landscape with dog and other stories», είναι υποψήφια για το βραβείο μετάφρασης, που θεσμοθετεί ο παγκόσμιος λογοτεχνικός δικτυακός τόπος Three Percent - τμήμα του New York University of Rochester.

Το τρίτο βιβλίο της Ελληνίδας συγγραφέα, που κυκλοφορεί στην Αμερική (εκδόσεις Clockroot Books), περιλαμβάνει διηγήματα από τις συλλογές «Ο βασιλιάς του φλίπερ» και «Αχτίδα στο σκοτάδι». Στη μακρά λίστα των είκοσι πέντε υποψηφίων, που μετέφρασαν βιβλία από 23 χώρες και 17 γλώσσες, έχουν φυσικά το προβάδισμα εκείνοι που «φρόντισαν» τους σταρ: η Μορίν Φρίλι για το «Μουσείο της αθωότητας» του Ορχάν Παμούκ, ο Σ. Ντίκσον για την «Ερημο» του Λε Κλεζιό και ο Κρις Αντριους για το «Παγοδρόμιο» του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Αλλα, τι καλά που δεν λείπει η ελληνική λογοτεχνία.

Saturday, January 2, 2010

Μια ζωή σε μια βραδιά

  • Αθήνα, παραμονή Χριστουγέννων. Το «πάρτι της χρονιάς» παρουσία πλήθους «βολεμένων διανοουμένων» έχει μόλις τελειώσει, αλλά η Εύα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος της Ερσης Σωτηροπούλου, δεν έχει καμιά διάθεση να δώσει τέλος στη βραδιά.

Εχει φύγει μόνη της από το κλαμπ -ο άντρας της πρέπει να βρίσκεται ήδη σπίτι- και περιφέρεται ζαλισμένη, δίχως ίχνος χαράς, στα λασπωμένα σοκάκια του ιστορικού κέντρου, πλάι σε μπακάλικα οχυρωμένα με διχτυωτές σιδεριές, ανάμεσα σ' αδέσποτα σκυλιά, νυσταγμένους ταξιτζήδες κι αγκαλιασμένα ζευγαράκια, αλλά και πουτάνες, κλεφτρόνια, πρεζάκια, τραβεστί...

Ευκαιρία για απολογισμό

Χωράει μια ζωή σε μια βραδιά; Στο «Εύα» χώρεσε (εκδ. Πατάκη). Παίζοντας στα δάχτυλα την τέχνη του εσωτερικού μονολόγου κι οπλισμένη με την κοφτερή, ειρωνική της ματιά, η Σωτηροπούλου παρακολουθεί εδώ μια «συνηθισμένη», άτεκνη γυναίκα, επιμελήτρια σ' εκδοτικό οίκο, να περιπλανιέται στη σκοτεινή πλευρά της πόλης και τις πιο μύχιες πλευρές ταυτόχρονα του ίδιου της του εαυτού.

«Η Εύα», όπως λέει, «έχει δύναμη, είναι έξυπνη, είναι χαρισματική, αλλά βρίσκεται στο σημείο των διαψεύσεων, η νεότητά της έχει αρχίζει να ξεθωριάζει. Η εποχή που όλα έμοιαζαν ελεύθερα, ανοιχτά, ελαστικά, είναι πίσω της πια. Ενα κομμάτι της ζωής της είναι εφησυχασμένο, το ξέρει. Δεν είναι όμως έτοιμη να παραιτηθεί».

Με νωπή ακόμη την ανάμνηση ενός συζυγικού καβγά, πυροδοτημένου από τις σπατάλες της, που της κόστισε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, αλλά και του μεθυσμένου φιλιού που αντάλλαξε στο κλαμπ μ' έναν άγνωστό της νεαρό συγγραφέα, η Εύα καθυστερεί την επιστροφή της, ανοιχτή σε απρόσμενες συναντήσεις με περιθωριακά στοιχεία που θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για τον προσωπικό της απολογισμό.

Η ρουτίνα του γάμου της, οι ξεφτισμένες φιλίες της, οι σχέσεις της με τον άρρωστο πατέρα της, η λαχτάρα της να καταξιωθεί κάποτε ως συγγραφέας, όλα πρέπει να εξεταστούν, χωρίς ψευδαισθήσεις, από την αρχή.

Πέντε χρόνια χρειάστηκε η Σωτηροπούλου για να δώσει μορφή σ' αυτήν την ιστορία: «Για πολύ καιρό», λέει, «είχα κολλήσει σε μια και μόνη παράγραφο, στη σκηνή όπου η Εύα, ενώ της κλέβουν το πορτοφόλι, νιώθει να ερεθίζεται σεξουαλικά. Ενα επεισόδιο που θ' ανακαλέσει στη διάρκεια της νυχτερινής της περιπέτειας, αναλογιζόμενη πόσα άλλα πράγματα της υφάρπαξαν, με τη δική της συνενοχή...». Κι όπως δεν είχε πρόθεση να δώσει συμβολικές διαστάσεις στην ηρωίδα της, ούτε στο μοιραίο χαστούκι θέλησε να επιμείνει.

«Η Εύα κι ο άντρας της», εξηγεί, «είναι νεόφτωχοι, χρεωμένοι στις τράπεζες, στριμωγμένοι. Το πάρτι μοιάζει με ξεροκόμματο της λαμπερής ζωής που μόλις και πρόλαβαν να γευτούν. Είναι φυσικό λοιπόν να τρώγονται για τα χρήματα. Δεν ήθελα με τίποτε να δαιμονοποιήσω τον άντρα. Μου είναι αδύνατον να γράψω για έναν χαρακτήρα που περιφρονώ. Οσο αρνητικός κι αν είναι, οφείλω να τον κατανοήσω».

Αντίστοιχη κατανόηση δείχνει και στους σημερινούς σαραντάρηδες που βαρυγκομούν γηροκομώντας τους γονείς τους, ενώ ταυτόχρονα διεισδύει στη «σκληρή γεροντική καρδιά, που κολλάει σαν βδέλλα στη ζωή και δεν παραιτείται», αυτήν την καρδιά που πάλλεται από επιθυμίες και στα πιο αχρηστευμένα σώματα.

Οπως όλα της τα βιβλία, έτσι και το «Εύα» γράφτηκε σε «χώρους απρόσωπους, ξεκομμένους από οικείες αναφορές», μέσα στους τέσσερις τοίχους ακαδημαϊκών ή καλλιτεχνικών ιδρυμάτων στις πιο διαφορετικές γωνιές του κόσμου: από την Πάρο και τη Ρόδο έως ένα νησάκι έξω από το Σαλβαδόρ, κι από τα προάστια της Γένοβας ή του Βερολίνου, στα νότια της Σουηδίας.

«Για χρόνια ήμουν αουτσάιντερ»

Η Σωτηροπούλου μπορεί να μην απέκτησε περιουσίες από τη λογοτεχνική της διαδρομή, αλλά από ταξίδια χόρτασε η ψυχή της. Κι η μοναξιά που απαιτεί αυτή η δουλειά, εξακολουθεί να είναι το ίδιο ευπρόσδεκτη μέσα της, όπως ήταν και την εποχή που, οχτάχρονο κοριτσάκι, σκάρωνε τις πρώτες της ιστορίες.

Φλεγόταν άραγε από νωρίς κι η ίδια να ενταχθεί στο λογοτεχνικό σινάφι, όπως η ηρωίδα της; «Για πολλά χρόνια, υπήρξα αουτσάιντερ» λέει, «και γιατί ήμουν από την Πάτρα, και επειδή μόλις τέλειωσα το σχολείο έφυγα για το εξωτερικό. Είχα πολλούς φίλους, παντού και διαφορετικούς. Τώρα ζω στην Αθήνα και οι φιλίες μου έχουν περιοριστεί σε συγγραφείς. Κι ενώ τους αγαπάω, όλο και πιο φτωχή αισθάνομαι περιορισμένη μέσα σε μια κλίκα. Στην Ελλάδα ζούμε, όλοι γνωριζόμαστε, κι ο κόσμος των γραμμάτων είναι προβλέψιμος, συντηρητικός, συμβατικός. Κι εγώ, δεν μπορώ να επιστρέφω στις τρέλες της νεότητας, παρά μόνο γραπτώς...» *

Thursday, December 24, 2009

Ερση Σωτηροπούλου. Ρεβεγιόν στην άγρια πλευρά της Αθήνας

Η Ερση Σωτηροπούλου είναι από τους ελάχιστους Ελληνες λογοτέχνες που χωρίς ούτε κατά διάνοια να ενδιαφέρονται για το είδος του «φανταστικού», σε πείθουν να δεχτείς και να απολαύσεις ακραίες, περίεργες, ποιητικές καταστάσεις και πρόσωπα.

Ολοι οι ήρωές της, ακόμα κι όταν δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, έχουν την ικανότητα να καλωσορίζουν και να εκμεταλλεύονται στη ζωή τους αναπάντεχες συναντήσεις και στροφές.

Σαν την Εύα, τη νεαρή επιμελήτρια εκδόσεων, που δίνει το όνομά της στο νέο της μυθιστόρημα (εκδόσεις Πατάκη). Εγκαταλείπει το κοσμικό ρεβεγιόν των Χριστουγέννων αλλά και τον σύζυγό της και περιπλανιέται στην πιο σκοτεινή και άγρια, πια, περιοχή της Αθήνας. Εκεί γύρω από την πλατεία Θεάτρου την περιμένουν τα δικά της πνεύματα των Χριστουγέννων: μια πόρνη, ένας κλέφτης, μια μέντιουμ... Οταν ξημερώσει είναι σε θέση να κοιτάξει κατάματα τη ζωή της που καταρρέει.

  • Ενα μόλις βράδυ, της παραμονής Χριστουγέννων, σας έφτασε για να στήσετε το νέο σας μυθιστόρημα. Γιατί αυτή η επιλογή, τόσο της έκτασης του χρόνου όσο και της γιορτινής μέρας; Εκανε, τελικά, τα πράγματα πιο δύσκολα, πιο εύκολα;

«Ηταν μια πρόκληση να χωρέσει τόση ζωή σ' ένα τόσο μικρό διάστημα -ανέβαζε την ένταση για μένα κι ελπίζω για τον αναγνώστη. Υπάρχουν μέρες που μας συμβαίνουν πολύ περισσότερα από ό,τι τον υπόλοιπο χρόνο, συγκινήσεις, απρόβλεπτα αισθήματα αλλά και γεγονότα. Ιδιαίτερα την περίοδο των Χριστουγέννων, επειδή είναι συνυφασμένη με τόσες προσδοκίες κι ελπίδες, οι άνθρωποι νιώθουν πιο εκτεθειμένοι κι ευάλωτοι. Η μοναξιά γίνεται σκληρότερη μέσα στη γιορτινή ατμόσφαιρα, έχουμε την τάση να κάνουμε απολογισμούς και οι διαψεύσεις μοιάζουν πιο επώδυνες. Γι' αυτό η παραμονή Χριστουγέννων ήταν κατάλληλη για όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο».

  • Εχει συμβολικές διαστάσεις το όνομα της ηρωίδας σας;

«Εκ των υστέρων παίρνει. Η Εύα γίνεται άθελά της εκπρόσωπος μιας σειράς γυναικών έξυπνων, χαρισματικών, που για διάφορους λόγους, όχι μόνο προσωπικούς, έχουν καταδικαστεί στην γκρίζα ζώνη. Αλλά όταν έγραφα μ' ενδιέφερε αυτή η μια μοναδική γυναίκα και η δική της ιστορία. Το ενδιαφέρον είναι ότι, αφού τελείωσε το βιβλίο, γνώρισα κάποια που της έμοιαζε πολύ. Μια παράξενη χημεία για τον συγγραφέα: πρώτα να φαντάζεται κάποιον και μετά να τον συναντάει στην αληθινή ζωή. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά μου έχει συμβεί πάνω από μια φορά».

  • Πώς γεννήθηκε μέσα σας η Εύα, αν, βέβαια, ήταν αυτή, και όχι κάτι ευρύτερο, το έναυσμα για το μυθιστόρημα;

«Στην αρχή ήταν μια παράγραφος, η τέλεια παράγραφος. Λιτή, άμεση, χωρίς κανένα ψεγάδι. Η απόλυτη ομορφιά. Οτιδήποτε άλλο έγραφα στη συνέχεια δεν μπορούσε να σταθεί στο ύψος της και το πετούσα. Πέρασαν μήνες έτσι, γράφοντας, σβήνοντας κι επιστρέφοντας στην αρχική παράγραφο. Είχε καταντήσει ανέκδοτο για τους φίλους μου. Η παράγραφος αναφερόταν στη σκηνή με τον κλέφτη και το πορτοφόλι και βασιζόταν σε αληθινό γεγονός. Για πολλούς μήνες δεν είχα ιδέα πού πήγαινα, αλλά, δεν ξέρω πώς, ήμουν βέβαιη ότι κάπου με οδηγούσε και επέμεινα».

  • Δεν είναι το θέμα, η ιστορία, που γεννάει ένα βιβλίο;

«Αυτό μου θυμίζει κάτι που είπε ο Ναμπόκοφ για τη "Λολίτα": ότι η πρώτη έμπνευση του ήρθε όταν διάβασε για έναν πίθηκο, που τον έβαλαν σ' ένα κλουβί και του έδωσαν μολύβι και χαρτί για να σχεδιάσει. Κι αυτός σχεδίασε τα κάγκελα του κλουβιού του. Νομίζω ότι στην αρχή υπάρχει μια φευγαλέα εντύπωση, κάποια αόριστη νύξη που προσπαθείς να συλλάβεις, κι ότι αυτή είναι η αληθινή γένεση του βιβλίου, περισσότερο ίσως από έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα ή μια ιδιαίτερη ιστορία που θέλεις να πεις. Είναι δύσκολο να αναπαραστήσεις πώς αυτός ο πρώτος πυρήνας μεταμορφώνεται στο μυθιστόρημα που τελικά γράφεις».

  • Στην περίπτωση της «Εύας», ποιος ήταν ο πυρήνας;

«Πριν μερικά χρόνια είχα σκεφτεί να γράψω τον "Νεκρό" του Τζόις από την ανάποδη: η ιστορία να ξεκινάει με το χιόνι που σκεπάζει την πόλη και να καταλήγει στο ρεβεγιόν. Ηταν μια από τις αρχικές ιδέες γιατί στην πορεία όλα άλλαξαν».

  • Μια συνηθισμένη νέα γυναίκα περιπλανιέται στην Αθήνα του περιθωρίου. Πόρνες, κλέφτες, πρεζάκια, μπορντέλα τής προσφέρουν λύση στα αδιέξοδά της. Τι ακριβώς υπονοείτε;

«Μα κι η Εύα ανήκει στο περιθώριο, αν και πρόκειται για διαφορετική περιθωριοποίηση. Κινείται στις παρυφές ένος κόσμου διανοουμένων και καλλιτεχνών που την αγνοούν. Θα ήθελε πολύ να είναι μέρος αυτού του κόσμου, αλλά δεν τα κατάφερε».

  • Περιπλανιέστε κι εσείς σ' αυτή την Αθήνα;

«Οταν αυτή η περιοχή άρχισε ν' αλλάζει την αγαπούσα πολύ. Ηταν μια νέα Αθήνα πολύχρωμη, πολυπολιτισμική, που με συνάρπαζε. Πήγαινα σχεδόν κάθε βράδυ. Σιγά σιγά εξελίχθηκε σε σκουπιδαριό και σταυροδρόμι ανθρώπινης δυστυχίας».

  • Δύο κλέφτες αποδεικνύονται κλειδιά στην περιπέτεια της Εύας. Ενας που της κλέβει το πορτοφόλι και αυτός που συναντά την Παραμονή των Χριστουγέννων. Γιατί;

«Για την Εύα ο πρώτος λειτουργεί σαν μοχλός ερωτικής αφύπνισης. Αργότερα, καθώς ακούει την εξομολόγηση του άλλου κλέφτη, μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, αρχίζει να συνειδητοποιεί αυτά που της έχουν πάρει, αυτά που της έχουν "κλέψει" με τη δική της συναίνεση. Αλλά κι ο ίδιος ο κλέφτης, ο Εντι, στη σκηνή πίσω από το παραβάν, ακούει τη γυναίκα-αντίλαλο που του κλέβει τις σκέψεις. Ο καθένας μας έχει τον κλέφτη του. Θα ήθελα ν' αφήσω τον αναγνώστη να το σκεφτεί».

  • Εχοντας φτάσει μέχρι και στα δικαστήρια από ακροδεξιούς για βιβλίο σας, πώς νιώθετε που μπήκαν στο χορό του εκφοβισμού των συγγραφέων και οι... «αριστεροί», με γκαζάκια, επιθέσεις, γιαουρτώματα;

«Προτού καταδικάσουμε τα γιαουρτώματα και τα γκαζάκια πρέπει λίγο να σκεφτούμε. Είναι φαινόμενα βαθιάς κοινωνικής δυσφορίας που δεν βρίσκουν άλλο τρόπο έκφρασης. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, καμιά εμπιστοσύνη στο κράτος και τους θεσμούς, ο καθένας κάνει ό,τι του κατεβεί για να εκτονωθεί».

  • Η Εύα είναι η πιο μετρημένη, μέσα στις ανησυχίες της, ηρωίδα σας. Αλλά και το βιβλίο, συγκρινόμενο με το «Ζιγκ-Ζαγκ στις νεραντζιές», θα μπορούσε, χωρίς κανείς να ενοχληθεί, να πάει στις... σχολικές βιβλιοθήκες...

«Αφοβα μπορεί να πάει... Οσο για τον χαρακτήρα της Εύας, δεν το είχα προσέξει, αλλά τώρα που το επισημαίνετε είναι σωστό. Υποθέτω ότι έχει να κάνει με το πέρασμα του χρόνου, το να θέλεις να δημιουργήσεις χαρακτήρες λιγότερο ακραίους και πιο σύνθετους». *

Saturday, November 21, 2009

Η αφύπνιση


ΠΙΣΤΗ ΣΤΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΝΑ ΘΟΛΩΝΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ, Η ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΔΑΕΥΑ ΝΑ ΨΗΛΑΦΙΖΕΙ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ ΤΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΤΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ. ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ

Ήδη από τον τίτλο η Έρση Σωτηροπούλου προϊδεάζει για τις προθέσεις της. Η Εύα δεν μπορεί παρά να είναι μια γυναικεία φωνή. Άλλες βιβλικές συνδηλώσεις δεν υπάρχουν, ούτε θα μπορούσαν να υπάρχουν σε έργο της συγκεκριμένης πεζογράφου. Η Εύα είναι μια σύγχρονη γυναίκα. Δεν είναι η παράπλευρη παραμυθία μιας απώλειας, δεν είναι δηλαδή το κατοικίδιο κανενός Αδάμ. Στον ρόλο που της επιφυλάσσει η Σωτηροπούλου- και στο μυθιστόρημα, ο συγγραφέας είναι Θεός- είναι η πρωτόπλαστη, η μόνη πρωταγωνίστρια. Και όχι μόνον αυτό: της δίνεται το προνόμιο της ονειροπόλησης, της νυχτερινής περιπλάνησης, του συγχρωτισμού με περιθωριακά κοινωνικά στοιχεία, χωρίς η ίδια να ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Της δίνονται, με άλλα λόγια, ανδρικά προνόμια, σε μία ιδιάζουσα αντιστροφή ρόλων όπου ο σύντροφός της είναι αυτός που πατάει περισσότερο στη γη, είναι ο σώφρων διαχειριστής του οικογενειακού προϋπολογισμού, είναι αυτός που ξέρει από την αρχή ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει κάτι καλύτερο από αυτό που είναι. Είναι πλήρης η αντιστροφή των ρόλων; Όχι ακριβώς, αφού εκείνη ήθελε παιδιά αλλά αυτός όχι και επίσης αφού εκείνος διατηρεί το «προνόμιο» της βίας. Το χαστούκι που της έδωσε λίγες ώρες, πριν από την εκκίνηση της αφήγησης είναι ο καταλύτης που φαίνεται να οδηγεί την Εύα σε μια οριστική και συνολική αφύπνιση.

Η δράση τοποθετείται στην περιοχή της Πλατείας Θεάτρου. Όχι τυχαία, αφού το μπέρδεμα των ρόλων των δύο φύλων συνδυάζεται με το κουβάρι των χρήσεων σε μια ολόκληρη περιοχή. Το πρωί βασιλεύει το εμπόριο, το βράδυ υπάρχουν καλλιτεχνικά στέκια, τη νύχτα κυριαρχεί ο πληρωμένος έρωτας. Η Εύα, μπερδεμένη κι αυτή από αυτό το θέατρο του παραλόγου, βγαίνει από ένα κλαμπ, ξημερώματα Χριστουγέννων, όπου γινόταν ένα σημαντικό πάρτι στα κυκλώματα των εκδόσεων και του βιβλίου. Η ίδια είναι επιμελήτρια σε εκδοτικό οίκο και ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Στη διάρκεια του πάρτι ο σύντροφός της χανόταν κατά διαστήματα, αλλά και η ίδια, που τον είχε συνεχώς στο μυαλό της, κατέληξε να φιλιέται στις τουαλέτες με νεαρό αστέρα της συγγραφής. Ύστερα από μια αναμπουμπούλα στο βαρετό πάρτι, βρέθηκε μόνη έξω, να περιπλανιέται στην Ευριπίδου. Γνωρίζεται με μία πόρνη, την ακολουθεί και καταλήγει σε ένα φτηνό ξενοδοχείο να παίζει το παιχνίδι της ειλικρίνειας- όλοι έπρεπε να αφηγηθούν μια αληθινή ιστορία- με μια απίθανη παρέα: την πόρνη από τα Κύθηρα που τη λένε Μόιρα, τη μικρόσωμη Τιτίκα που είναι μέντιουμ, τον Ραμόν, έναν ηλικιωμένο φύλακα σε γκαράζ και τον Έντι, κατά κόσμον Κωνσταντίνο, που είναι πορτοφολάς. Το παζλ ολοκληρώνεται τα ξημερώματα, όταν η Εύα συναντά τη μοναδική της φίλη, Ελένη, που της λέει ότι θα μπορούσε να τα έχει όλα, αν ήθελε. Εκείνη όμως προτιμάει την εξερεύνηση του κόσμου. Κοιτάζει τη Μόιρα που τής λέει: «Μη δίνεις σημασία, δεν πειράζει. Ίσα ίσα! Πάρε για παράδειγμα εμένα, μου κρέμεται μια ζαρτιέρα. Δεν μου κρέμεται; Επίτηδες την έχω να κρέμεται».

«Για ποιο λόγο;» «Γιατί κάτι πρέπει να πηγαίνει στραβά, να ξεφεύγει από τη νόρμα. Αλλιώς η ζωή είναι ανυπόφορη».
  • Μανώλης Πιμπλής, ΤΑ ΝΕΑ, 21/11/2009

Thursday, January 29, 2009

Με Ζιγκ ζαγκ προς τη Δικαιοσύνη

«Ελεύθερα μπορεί να βρίσκεται πλέον στις σχολικές βιβλιοθήκες» το πολύπαθο βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές». Την απόφαση έλαβε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αποδεχόμενο την αίτηση ανακλήσεως που είχε υποβάλει η συγγραφέας, όταν το ίδιο δικαστήριο είχε διατάξει την προσωρινή απόσυρση του μυθιστορήματος από τις σχολικές βιβλιοθήκες, έπειτα από σχετική αίτηση που είχε καταθέσει ο Κωνσταντίνος Πλεύρης.

Ο δικηγόρος της Ερσης Σωτηροπούλου Νίκος Σκούτας δήλωσε χθες πως η απόφαση «δικαιώνει τη συγγραφέα, μα κυρίως αποκαθιστά την τρωθείσα τιμή της Δικαιοσύνης στη δίκη αυτή.

Παράλληλα, διακηρύσσει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο την προστασία θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματός μας που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης, την ελευθερία και την ανάπτυξη της τέχνης, την ελευθερία της πρόσβασης σε έργα τέχνης, το δικαίωμα στην ελεύθερη καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία και στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών.

Αναφέρεται εμφατικά στην προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας τόσο της συγγραφέως όσο και του δικαιώματος της προσωπικότητας των αναγνωστών στην ελεύθερη ανάγνωση του βιβλίου».

Και καταλήγει: «Είναι ένα μικρό φως αισιοδοξίας ότι ο σκοταδισμός θα συναντιέται κάποτε μόνο ως έννοια στα λεξικά που υπάρχουν στις σχολικές βιβλιοθήκες, όπου θα βρίσκεται και πάλι το βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου». * [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 29/01/2009]