Showing posts with label Κοροβίνης Θωμάς. Show all posts
Showing posts with label Κοροβίνης Θωμάς. Show all posts

Monday, August 19, 2013

Στον Θωμά Κοροβίνη απενεμήθη το Βραβείο Νίκου Θέμελη. Στην Ανδρο πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της απονομής

Μπασκόζος Γιάννης Ν., ΤΟ ΒΗΜΑ: 18/08/2013
Στον Θωμά Κοροβίνη απενεμήθη το Βραβείο Νίκου Θέμελη


Η θάλασσα ήταν το φυσικό  ντεκόρ, τα σκαλάκια της Θεοσκέπαστης Παναγιάς μεταμορφώθηκαν σε κερκίδες και το φεγγάρι στον ουρανό συμπλήρωνε τον φωτισμό  για μια εκδήλωση – παράσταση που έγινε στη Χώρα της Άνδρου το Σάββατο βράδυ στις 17 Αυγούστου. Ήταν η εκδήλωση απονομής του Βραβείου Νίκου Θέμελη   και  των βραβείων του λογοτεχνικού και φωτογραφικού διαγωνισμού μεταξύ των μαθητών της Άνδρου που οργάνωσε ο Δήμος Άνδρου σε συνεργασία με το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης». Ήταν η δεύτερη χρονιά που γινόταν αυτή η εκδήλωση, χρονιά που, όπως εκτιμούσαν οι ντόπιοι, θα έκρινε και τη συνέχεια της. Αγωνία υπήρχε και για την έκβαση των πυρκαγιών που μόλις πριν δύο μέρες είχαν κοπάσει και άναψαν και πάλι αργά το βράδυ στο άλλο μέρος του νησιού, μετά το πέρας της εκδήλωσης.

Wednesday, May 18, 2011

Ο Θωμάς Κοροβίνης διαβάζει σελίδες από τον «Γύρο του θανάτου» στο Underground Εντευκτήριο

  • ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ στο Underground Εντευκτήριο
Ο Θωμάς Κοροβίνης διαβάζει αποσπάσματα από το πρόσφατο βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου» (εκδ. Άγρα), και μοιράζεται με το κοινό τα μυστικά του τρόπου γραφής ενός τέτοιου βιβλίου, ενός μυθιστορήματος που έχει στο επίκεντρό του τον Αριστείδη Παγκρατίδη, τον νέο άνδρα που καταδικάστηκε «τετράκις εις θάνατον» και εκτελέστηκε ως «ο δράκος της Θεσσαλονίκης». Θα προβληθεί εκτενές απόσπασμα από την τηλεοπτική εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου «Μηχανή του χρόνου: Οι τελευταίες εκτελέσεις στην Ελλάδα», που αναφέρεται στην Υποθεση Παγκρατίδη, τις πολιτικές συνθήκες, τη δίκη και την εκτέλεσή του.
Τετάρτη, 25 Μαΐου, 8.30 μ.μ., στο Underground Εντευκτήριο, Δεσπεραί 9 (περιοχή ΔΕΘ), Θεσσαλονίκη.

Sunday, January 16, 2011

Κάποιοι τον γράψανε φονιά

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο φερόμενος ως «ο Δράκος του Σέιχ Σου», εκτελέστηκε τον Φλεβάρη του '68 έξω από το Γεντί Κουλέ στα 28 χρόνια του.
Αν και υπήρχαν αμφιβολίες για την ενοχή του λόγω ανεπαρκών στοιχείων, το δικαστήριο τον καταδίκασε «τετράκις εις θάνατον» με την κατηγορία του βιασμού και της δολοφονίας πέντε γυναικών. Τότε, αρκετός κόσμος ακούγοντας την απόφαση του δικαστηρίου είχε φωνάξει «αίσχος». Τα τελευταία λόγια του μελλοθάνατου στο απόσπασμα ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Σαράντα δύο χρόνια αργότερα ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης στο βιβλίο του «Ο γύρος του θανάτου» (εκδ. «Αγρα») σκιαγραφεί με αξιοθαύμαστη αμεσότητα την περιπετειώδη ζωή του Παγκρατίδη που, ως παιδί, βιάστηκε και κακοποιήθηκε, έζησε στον δρόμο σαν επαναστημένο αγρίμι και είχε αρκετές ερωτικές σχέσεις με γυναίκες και άντρες. Την ίδια στιγμή, ο συγγραφέας αναβιώνει τολμηρά την εποχή που έζησε ο ήρωας, από τα μέσα της δεκαετίας του '50 ώς το '60. Και επαναφέρει ολοζώντανη μπροστά μας μια Ελλάδα σκοτεινή, ανελεύθερη, φοβισμένη από το παρακράτος και τις προκαταλήψεις.
- Πώς προέκυψε η ιδέα να γράψετε ένα βιβλίο για τον Παγκρατίδη;

«Συνδέεται με τις ιστορίες που άκουγα παιδί σ' ένα καφενείο επαρχιακό κοντά στη Θεσσαλονίκη, τη σύλληψη και την εκτέλεση του Παγκρατίδη και τη δολοφονία του Λαμπράκη. Είναι οι πιο εφιαλτικές σκιές που ακόμα πέφτουν βαριές πάνω στη Θεσσαλονίκη. Υπήρχε κι ένας πόνος αδερφικός προς το πρόσωπό του. Ηταν βασανισμένη περίπτωση. Εζησε 28 χρόνια. Τα 4 τελευταία στη φυλακή, στο μπουντρούμι του Γεντί Κουλέ, έναν φριχτό μεσαιωνικό, οθωμανικό πύργο όπου μαρτύρησαν πολιτικοί και ποινικοί κρατούμενοι σε διάφορες φάσεις της νεοελληνικής ιστορίας αλλά και της προγενέστερης οθωμανικής».
- Ηταν προορισμένος για το χαμό;

«Ο καθένας κουβαλάει έναν σταυρό, αλλά ο δικός του σταυρός ήταν πολύ βαρύς. Η βιογραφία του καθενός δεν είναι μόνο κισμέτ αλλά και κοινωνικές συνθήκες και χαρακτήρας. Ο Παγκρατίδης ήταν ένα ζωντανό, αγράμματο παιδί που διεκδικούσε τη ζωή του, άτσαλα βέβαια. Παράδερνε ορφανό, χωρίς προστασία, εξασκώντας όλα τα νόμιμα και παράνομα επαγγέλματα που μπορούσε, για να επιβιώσει».
- Αρκετοί εκφράζουν την πεποίθηση ότι τον εκτέλεσαν ενώ ήταν αθώος...

«Η αθωότητά του είναι ακράδαντη πεποίθηση, η οποία συνοδεύεται και με ενοχές. Τζάμπα καταδικάστηκε το παιδάκι».
- Οι κατηγορίες που εξαπέλυσε εναντίον του στο δικαστήριο ο «επιφανής» ιατροψυχίατρος σκιαγραφούν τον πολιτικό και κοινωνικό φασισμό της εποχής. Τον αποκαλούσε εγκληματία επειδή άλλαζε επαγγέλματα, έπινε και πήγαινε και με άντρες.

«Αυτός ο μάρτυρας κατηγορίας που θεωρούσε όσους έπιναν τομάρια, τού απέσπασε, διά της βίας όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, και την ομολογία των εγκλημάτων. Η επιστήμη θεωρούσε το '50 την ομοφυλοφυλία ανωμαλία της φύσης. Δεν αντέδρασε όμως κανείς στην αίθουσα όταν έγινε γνωστό ότι αυτό το παιδί βιάστηκε για να φάει ένα πιάτο φασολάδα. Λέγανε, απλώς, ότι ήταν ένα αμαρτωλό, ελεεινό τομάρι που πουλούσε το κορμί του, άρα "τα ήθελε". Οταν ένας μάρτυρας είπε ότι ασελγούσε στον ανήλικο Παγκρατίδη, κανένας από τους δικαστές δεν αντέδρασε. Και η κοινωνία στιγμάτιζε το παιδί που βιάστηκε και όχι όσους το βίασαν. Τρέχουν και κάνουν το σταυρό τους στην εκκλησία αλλά στα φώτα των δικαστηρίων, των εφημερίδων και της κοινωνίας δεν μιλάνε. Ηταν και εποχές δύσκολες, βέβαια. Φοβόντουσαν να πουν ότι είναι φτωχοί για να μην τους θεωρήσουν κομμουνιστές».
- Πιστεύετε ότι η εξουσία της εποχής ήθελε πάση θυσία να συλλάβει και να εκτελέσει τον «Δράκο του Σέιχ Σου» για να κουκουλώσει δικές της ανομίες;

«Να στρέψει το ενδιαφέρον του κόσμου προς μια κατεύθυνση κοινωνική και να πάρει ρεβάνς για τη δρακολογία και την ανικανότητά της να συλλάβει ανθρώπους επικίνδυνους. Μην ξεχνάτε την τεράστια ευκολία με την οποία έστελνε, χωρίς αποδείξεις, ανθρώπους στην εξορία. Αυτός ήταν ο άσος τους. Λίγα χρόνια πριν είχαμε Εμφύλιο. Υπήρχε μια κοινωνία τρομοκρατημένη απ' τους χαφιεδισμούς».
- Κυκλοφορεί η άποψη ότι ο Παγκρατίδης ήταν εξιλαστήριο θύμα για να καλυφθούν τα εγκλήματα ενός γόνου εύπορης οικογενείας της Θεσσαλονίκης. Εσείς τι πιστεύετε;

«Δεν υιοθετώ καμιά άποψη ούτε και την περνάω στο βιβλίο. Θα ήταν αφέλεια. Διάφοροι παράγοντες συνηγόρησαν ώστε να είναι εκτεθειμένη η υπόθεση του Αριστείδη και ανοιχτή η πιθανότητα συγκάλυψης άλλων προσώπων. Και σήμερα ένα παιδί που εμπλέκεται σε γεγονότα ανατρεπτικά και είναι γόνος πλούσιας οικογενείας θα έχει, με πιέσεις, τηλέφωνα ή και χρήματα, διαφορετική τύχη από ένα άλλο που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και θα μπει εκατό τοις εκατό στη φυλακή. Μην ξεχνάτε και την περίπτωση του μεγάλου μας ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Ηταν καταδικασμένος σε θάνατο στο Γεντί Κουλέ και σώθηκε από μια ευεργετική διαταγή, επειδή ανάμεσα στους συγκρατουμένους του ήταν ο ανιψιός ενός πολιτικού της Δεξιάς».
- Πώς συνδέεται η Θεσσαλονίκη με τη δολοφονία Λαμπράκη και την εκτέλεση Παγκρατίδη;

«Η Θεσσαλονίκη υπήρξε Μητρόπολη, μια κοσμόπολη για δυο αυτοκρατορίες: ήταν η δεύτερη πόλη του Βυζαντίου και η δεύτερη των Οθωμανών. Οταν το '12 περιήλθε στο νεοελληνικό κράτος, έγινε συμπρωτεύουσα, χωρίς όμως το μέγεθος και τη δόξα του παρελθόντος. Με τα χρόνια, έγινε ένας τόπος τον οποίο οι ιθύνοντες χρησιμοποίησαν σαν εργαστήριο πειραματισμού στα πολιτικά τους παιχνίδια. Στην Αθήνα η δολοφονία Λαμπράκη θα είχε σίγουρα άλλο αντίκτυπο και μία δίκη σαν του Αριστείδη Παγκρατίδη θα προκαλούσε μεγαλύτερες αντιδράσεις. Αλλωστε και σήμερα στην Αθήνα δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένας Ψωμιάδης. Κάποιοι θα αντιστέκονταν. Η Θεσσαλονίκη, μεταδικτατορικά, έζησε μια περίοδο όπου η κοινωνική και πολιτιστική ζωή της ήταν εφάμιλλη και καλύτερη αυτής της Αθήνας. Μετά έπεσε σε μια καταβόθρα. Την τελευταία εικοσαετία εμπεριέχει συρρικνωμένο όλον το συντηρητισμό της Ελλάδας. Τώρα, κάτι πάει να αλλάξει. Θα δούμε...»*

Friday, January 7, 2011

Η ιστορία ενός λεηλατημένου αλήτη

Μυθιστόρημα

  • Η ζωή και ο θάνατος του Αριστείδη Παγκρατίδη, του μυθιστορηματικού και για μερικούς ηρωοποιημένου δράκου του Σέιχ Σου, γίνεται αφορμή για μια μυθοπλασία μέσα από την οποία αναβιώνει η σκληρή μετεμφυλιακή δεκαετία 1950-60 στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην Ελλάδα

Ι. Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Πριν από 43 χρόνια ο Αριστείδης Παγκρατίδης, καταδικασμένος τετράκις εις θάνατον από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την κατηγορία του «σίριαλ κίλερ», εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. «Μανούλα μου, είμαι αθώος» ήταν οι τελευταίες λέξεις του προτού οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος τον ξαπλώσουν νεκρό στο δάσος του Σέιχ Σου, από το οποίο πήρε το προσωνύμιο «δράκος του Σέιχ Σου».

Σαράντα χρόνια μετά αποδείχθηκε ότι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, Αρίστος γι΄ αυτούς που τον ήξεραν, δεν ήταν δολοφόνος αλλά θύμα. Ο πραγματικός «δράκος» ανήκε σε καλή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, είχε πληρώσει και είχε διαφύγει.

Ο Θωμάς Κοροβίνης στήνει ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα στηριγμένο στα ντοκουμέντα και στην ιδιαίτερη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη. Μιλούν γι΄ αυτόν επινοημένα πρόσωπα που τον γνώρισαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συναγελάστηκαν μαζί του, άνθρωποι φιλικοί και εχθρικοί προς αυτόν. Και μέσα από την εξιστόρηση της ζωής και της πορείας κατάβασης στον θάνατο του Παγκρατίδη περνάει η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ΄50. Εκεί εστιάζει ο μυθιστοριογράφος αλλά και παραμυθάς, συλλέκτης, τραγουδιστής αλλά και ερευνητής συγγραφέας.

Η δεκαετία του ΄50 στη Θεσσαλονίκη είναι σκληρή, προσδιορισμένη ιστορικά. Τη χρονιά που δικάζεται ο Παγκρατίδης, 1963, είναι η χρονιά της δολοφονίας του Λαμπράκη από το παρακράτος. Οι νικητές του Εμφυλίου έχουν διαμορφώσει ένα καθεστώς εκτός θεσμών, εκτός δικαιοσύνης, εκτός νομιμότητας, με τη σύμφωνη όμως γνώμη των υπηρετών του νόμου και της τάξης. Ο Παγκρατίδης ήταν χαμένος από χέρι. Δεν ήταν ευυπόληπτος, ήταν ένας αλήτης. Ηταν φτωχός, αδύναμος κοινωνικά, ευάλωτος ψυχικά, ένοχος συναισθηματικά. Το παρακράτος με τη βοήθεια της Αστυνομίας- που ζητούσε εξιλέωση για την υπόθεση Λαμπράκη- έστησε τον μηχανισμό κατασκευής ενός ενόχου. Τύπος, καθεστηκυία τάξη, Αστυνομία και δικαστές ήταν εκτελεστές ενός σχεδίου με ήρωα έναν άνθρωπο που πρωταγωνιστούσε σε μια υπόθεση που θύμιζε Ντίκενς και Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό.
  • Ντυμένος με κουρέλια

Γεννήθηκε το 1940 στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας του Χαράλαμπος, λοχαγός του Ελληνικού Στρατού, δολοφονείται από τον ΕΑΜ. Η οικογένεια, ο Αρίστος, η αδελφή του Μαρία, ο αδελφός του Παγκράτης και η μητέρα τους μετακομίζουν το 1945 στη Θεσσαλονίκη. Ζουν σε παράγκες και αργότερα σε φτωχόσπιτα. Η μητέρα του δουλεύει ως πλύστρα, γνωρίζεται με τον εισπράκτορα Ευγένιο Αλεξιάδη και συζούν σε ένα σπίτι στην Ανω Τούμπα. Ο Αρίστος φοίτησε μόνο σε δύο τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Η ζωή του ήταν ένα με την αλάνα. Ντυμένος με κουρέλια, βρώμικος, έπαιζε όλη μέρα με τα χώματα και τις πέτρες. Με τους φίλους του, όπως τα περιγράφει ένας από αυτούς, έκαναν τρέλες, ενοχλούσαν τον κόσμο με την μπάλα και τις φωνές τους. Θαύμαζαν τον Ταρζάν. Μόλις μεγάλωσαν κατέβηκαν στο κέντρο της πόλης, πήγαιναν σινεμά να δουν αστυνομικά και καουμπόικα, χάζευαν τις πληθωρικές γυναίκες και κυνηγιόνταν με τους αστυνομικούς. Η οικογένεια του Αρίστου είναι από τις πιο φτωχές οικογένειες του μαχαλά, έτσι μπαίνει από μικρός στη βιοπάλη. Δουλεύει κατ΄ αρχάς σε παντοφλάδικο και μετά σε τσαγκαράδικο. Μετά δούλεψε ως χαμάλης-αχθοφόρος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως το 1955. Κλέβουν με έναν φίλο του δύο ποδήλατα για να πάνε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερη ζωή. Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στο Βίδον της Κέρκυρας.

Δύο χρόνια μετά βγαίνει από το Αναμορφωτήριο και επιστρέφει στην Τούμπα. Αρχίζει να δουλεύει πάλι δεξιά και αριστερά. Καταλήγει πάλι χαμάλης στο λιμάνι. Αργότερα και λίγο προτού πάει φαντάρος το 1959 δουλεύει στον «γύρο του θανάτου». Είναι το περίφημο ξύλινο βαρέλι που στα εσωτερικά του τοιχώματα μοτοσικλετιστές έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο ιδιοκτήτης της «επιχείρησης» έχει να το λέει για το πόσο υπάκουος και καλός δουλευτής είναι ο Αρίστος. Θα παρουσιαστεί στον στρατό το 1959, θα περάσει άσχημα, θα λιποτακτήσει, θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί αλλά τελικά θα πάρει απολυτήριο ως ψυχικά διαταραγμένος.
  • Η τριπλή σεξουαλικότητα
Η σεξουαλική του ζωή ήταν αυτή που τον πρόδωσε, πάνω στην αταξία της σεξουαλικότητάς του βασίστηκε το «κοινό αίσθημα» αλλά και η Ασφάλεια για να τον καταδικάσει. Μικρό παιδί τον αποπλανεί ένας χημικός, μάρτυρας αργότερα στη δίκη. Τον δελεάζει με χρήματα για να ασελγεί πάνω του. Αργότερα στα δεκατέσσερά του ασελγεί πάνω του ο Βασίλης Τενεκετζής. «Δεν ευχαριστιόταν αλλά το δεχόταν για τις 15-20 δραχμές που είχε ανάγκη όταν έμενε άνεργος» θα πει στο δικαστήριο ο μάρτυρας Τενεκετζής. Ο Μαμούνας, ένας βαρκάρης που πούλαγε μαμούνια, δηλαδή δολώματα για ψαράδες, τον έπεισε να πάει μαζί του για 30 δραχμές. Ενας άλλος εργάτης παραδέχεται ότι τον έπεισε να κοιμηθεί μαζί του δωροδοκώντας τον με ένα πιάτο φασολάδα. Ο Αρίστος λέει ότι από το 1957 ως και το 1959 πήγαινε με πόρνες πίσω από το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ αλλά καμιά φορά και σε φτηνά ξενοδοχεία. Μερικές φορές πηγαίνει και με άνδρες, του αρέσει να είναι αυτός ενεργητικός. Συχνάζει στην ταβέρνα «Η πεθερά», όπου σχετίζεται με τραβεστί. Μαθαίνει και συνηθίζει στην ηδονοβλεψία αλλά και να καπνίζει χασίς. Ενα κορμί ήταν ο Αρίστος που το σέρνανε δεξιά κι αριστερά.
  • Η κατηγορία, η δίκη, η καταδίκη
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης θα κατηγορηθεί για «απόπειρα ανθρωποκτονίας μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Αθανασίου Παναγιώτου και Ελεονώρας Βλάχου εις το Σέιχ Σου. Ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Κωνσταντίνου Ραΐση και Ευδοκίας Παληογιάννη εις αγροτική περιοχή του αεροδρομίου Μίκρας και ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος της Μελπομένης Πατρικίου εις οικίσκον του Δημοτικού Νοσοκομείου». Υπάρχει η ομολογία του που την πήραν με συνεχείς εκβιασμούς από έναν άνθρωπο που φοβόταν και είχε χάσει το λογικό του.

Ο εισαγγελέας της έδρας Μιχαήλ Σγουρίτσας θα πει: «Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για την ενοχή του. Γι΄ αυτό και προτείνω να του επιβληθεί όχι η θανατική ποινή αλλά η ποινή των ισοβίων». Ο Παγκρατίδης στερήθηκε όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την προδικασία. Τον πίεσαν ψυχολογικά και σωματικά για να δημιουργήσουν με το υλικό της προδικασίας το φανταστικό πρόσωπο του «δράκου» που ταίριαζε στις προσδοκίες των εφημερίδων και του «κοινού». Μία και μοναδική μάρτυς υπήρξε και αυτή δεν τον αναγνώρισε, αγνοήθηκε σωματικό υλικό που βρέθηκε σε πτώμα και τον απέκλειε από δράστη γιατί δεν του ανήκε, η «ομολογία» του είναι μνημείο κατασκευής αλλά αυτός ήταν τόσο χαμένος που δεν ήξερε τι έλεγε, προσπαθούσε να είναι συνεπής με την «ομολογία του».

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, στο δάσος του Σέιχ Σου, εκεί που σαν παιδί γνώρισε τις μόνες χαρούμενες μέρες του, τα ξημερώματα της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου 1966. Στράφηκε προς τους άνδρες του αποσπάσματος: «Παιδιά, σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι». Λίγο πριν τον ήχο των όπλων θα φωνάξει: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».
  • Το μυθιστόρημα
Ο Θωμάς Κοροβίνης, εκτός από τα ρεπορτάζ της εποχής και κάποια λίγα επίσημα κείμενα από εφημερίδες και υλικά της δίκης,οργάνωσε την αφήγησή του με βάση τις επινοημένες αφηγήσεις ανθρώπων που γνώρισαν τον Παγκρατίδη: της μητέρας του, ενός παιδικού φίλου, μιας παραδουλεύτρας που γνώριζε την οικογένεια,ενός παρακρατικού γείτονα του Αρίστου, ενός χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων της εποχής, ενός αστού της παραλίας, των κατά καιρούς αφεντικών του, μιας πόρνης, μιας γνωστής του Αρίστου τραγουδίστριας. Ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον ήρωα από το ΄55 ως το ΄60, από 15 ως 20 χρόνων, με φλασμπάκ στο παρελθόν του και αναφορές στο ολέθριο μέλλον του. Αυτές οι παράλληλες αφηγήσεις μπορεί να έχουν ως επίκεντρο επιφανειακά τον Παγκρατίδη, στην πραγματικότητα όμως ξεδιπλώνουν εικόνες μιας εποχής, μιας κοινωνίας και των ανθρώπων που τη διαμόρφωσαν ή διαμορφώθηκαν από αυτήν. Είναι η ιστορία της δεκαετίας του ΄50, λίγο πριν από την αντιπαροχή, με τον φόβο του αστυφύλακα, το κυνήγι των κομμουνιστών, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, τη φτώχεια και την ανέχεια. Ηταν η κοινωνία των χαμηλών επαγγελμάτων, των μεροκαματιάρηδων αλλά και η κοινωνία τού «έξω καρδιά», της ευτυχίας που μπορούσε να προσφέρει μια βόλτα με πασατέμπο και μαλλί της γριάς,δύο ώρες σινεμά με τον Τζόνι Βαϊσμίλερ και η παρακολούθηση του «γύρου του θανάτου». Εκπληκτικό το κεφάλαιο του Ιωάννη Χαλεπλή, ιδιοκτήτη του συγκροτήματος «Γύρος του θανάτου», που αφηγείται τις κοινωνίες των χωριών που επισκεπτόταν και τις τοπικές κουλτούρες. Εντυπωσιακό το κεφάλαιο όπου μια τραβεστί, η Λολό, διηγείται σε καλιαρντά τον κύκλο της και πώς τα ΄φτιαξε με τον Αρίστο ή εκείνο το κεφάλαιο όπου η Σύλβα, μια τραγουδίστρια σε λαϊκό κέντρο, διηγείται τη σύντομη αλλά πολύ δυνατή γνωριμία της με τον Αρίστο. Η Σύλβα θα πει και τον τελικό λόγο για τον αδικοχαμένο αγαπημένο της:

«Αυτόν τον κυνηγούσε η ζωή, καρντάση μου, όπως κυνηγούσαν οι μοτοσικλέτες τον κίνδυνο σ΄ εκείνο τον τρελό το γύρο του θανάτου».

Θωμάς Κοροβίνης
Ο Θωμάς Κοροβίνης, φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση,ερευνά εδώ και χρόνια πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Εγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ΄ Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη- Λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι. Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη, Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν,Τακίμια. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η πολυσχιδής δημιουργικότητά του οφείλεται και στην ανάγκη να αποφύγει την ανία και την τριβή με την επανάληψη. Δηλώνει ότι έχει καημό να διασώσει τη ζώσα μνήμη και όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Πιστεύει ότι η δουλειά του διαφυλάσσει ένα κομμάτι από την κουλτούρα εποχών που είχαν κάτι να μας πουν.

Friday, December 12, 2008

Θωμάς Κοροβίνης: «Ετοιμάσαμε στους νέους τον εύκολο γιαπισμό»

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γιώργος Ιωάννου, η Σωτηρία Μπέλου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη. Πρόσωπα, γειτονιές και μελωδίες διασταυρώνονται όλα στο «τοπίο» που χρόνια χαρτογραφεί εντός του ο Θωμάς Κοροβίνης. Τα ίδια βέβαια είναι και από τα σημεία-κλειδιά της εργογραφίας του.

Ο 55χρονος Κοροβίνης ανήκει σ' αυτό το σκεπτόμενο κομμάτι της Θεσσαλονίκης, της λογοτεχνίας και της μουσικής. Ο ίδιος λέει πως η πόλη του φθίνει. Τη διατηρεί όμορφη στα γραπτά του, όπως στο πιο πρόσφατο βιβλίο του: η «Ομορφη Νύχτα» (εκδόσεις Αγρα) είναι μια γλαφυρή αφήγηση για τη νυχτερινή Θεσσαλονίκη μιας 20ετίας (1985-2005), με πρωταγωνιστές τις κομβικές μορφές του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού που έδιναν τότε ήχο και προσωπικότητα στις νύχτες της πόλης.

Ταυτόχρονα κυκλοφορεί και «Το Κελί» («Ιανός»), ένα cd με δέκα λαϊκά τραγούδια που τα ερμηνεύουν οι Λιζέτα Καλημέρη, Μαρία Φωτίου, Δημήτρης Ζερβουδάκης. Τραγούδια γραμμένα επί μία δεκαετία, όσο ο Κοροβίνης δρομολογούσε την ανάγκη του να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσωπική του ταυτότητα και την κοινωνικοπολιτική του υπόσταση. Γι' αυτό συνυπάρχουν ένα τραγούδι π.χ. για την Πόλυ Πάνου («Νομίζω ότι είναι το μέτρο, η επιτομή των γυναικείων λαϊκών φωνών πριν από την Μπέλου...»), με άλλα τραγούδια, όπως...
  • «Οι Νικητές» είναι ένα πολιτικό τραγούδι σας, αφιερωμένο στη μνήμη του Αναγνωστάκη. Ποιοι είναι τελικά οι νικητές και ποιοι οι ηττημένοι;
«Η ρετσέτα "γενιά της ήττας" είναι ό,τι έχει επικρατήσει και στη λογοτεχνία και στην ευρύτερη μεταπολεμική πολιτική ζωή -σ' αυτό συντέλεσαν κι οι ίδιοι οι ποιητές της α' μεταπολεμικής γενιάς, ο Αναγνωστάκης, ο Κύρου, ο Θασίτης και λίγο μετά ο Πατρίκιος. Αλλοι την υιοθέτησαν κι άλλοι την αποποιήθηκαν. Εγώ αισθάνομαι μαθητής του Αναγνωστάκη - παρ' ότι δεν τον έζησα από κοντά, όπως τον Χριστιανόπουλο ή τον Σαββίδη. Είναι από τις ελάχιστες μυθοποιημένες προσωπικότητες ενός πόλου διαχρονικής έλξης, αλλά κι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που η διατήρηση του μύθου οφείλεται σ' ένα ρεαλισμό και δεν είναι μια "λαμέ" υπόθεση. Αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι είναι το αναποδογύρισμα της παγιωμένης άποψης ότι η "γενιά της ήττας" των ποιητών και των συνοδοιπόρων τους, εξέφραζε τους ηττημένους: όσοι θεωρούνται ηττημένοι είναι οι ανάποδοι νικητές. Κι αυτό ψηλαφιστά αποδεικνύεται και την τελευταία 50ετία: μετά την απελευθέρωση, αυτοί που έδωσαν τον τόνο στην ποιότητα της ζωής μας δεν ήταν οι νικητές».
  • Η Αριστερά δεν βρίσκει πάντα τον τρόπο να μιλήσει.
«Εγώ δεν βρίσκω πάντως ώριμο να χρεωθεί η πρόσφατη γενιά των ευαγγελιστών των μεγάλων αλλαγών, η γενιά του Πολυτεχνείου δηλαδή, όλο το κόστος της αποτυχίας. Είναι λάθος. Ούτε βέβαια τα πράγματα είναι ευοίωνα. Αν το σκεφτεί κανείς, ό,τι περιμένει τα νεότερα παιδιά είναι ένας εύκολος γιαπισμός: αυτό τους έχουμε ετοιμάσει, μαζί με άλλες αθλιότητες και ανασφάλειες».
  • Ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, επικοινωνείτε μ' αυτή τη νέα γενιά που βγήκε τώρα στο δρόμο. Τι παρατηρείτε;
«Ένα μούδιασμα. Συνήθως δεν μιλούν τα παιδιά. Εγώ προσπαθώ να τα προσγειώσω ώστε να συνειδητοποιήσουν τη μολυσμένη ατμόσφαιρα και την καταστροφή που τους μέλλεται. Και να τα μαγέψω. Όταν π.χ. πρόκειται να τους διδάξω τον Καββαδία, πρώτα θα τους τραγουδήσω τη "Φάτα Μοργκάνα" και θα τους μιλήσω για τα θαλασσινά ταξίδια. Αν δεν βρεις τον τρόπο να μαγέψεις τα παιδιά, εκείνα βαριούνται κι εσύ εκνευρίζεσαι με μια γενιά που είναι παραμελημένη και στριμωγμένη και από το σπίτι της και από το όλο περιβάλλον».
  • Τη θεωρούσαμε και συντηρητική...
«Όλη η κοινωνία είναι συντηρητική. Όσο πιο μεγάλο ξεβράκωμα και χυδαία γύμνια κρέμεται στα περίπτερα τόσο πιο λίγη είναι η επιδίωξη της ελευθερίας. Ο συντηρητισμός αυτών των παιδιών είναι ανιχνεύσιμος ακόμα και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις ή στο ντύσιμο».
  • Δεν ξέρω αν είναι χειρότεροι από την προηγούμενη γενιά, που απλώς περιορίστηκε να ειρωνευτεί τα πάντα.
«Η πρωτοπορία κάθε γενιάς αμφισβητεί όλο το προηγούμενο κατεστημένο. Το μείον σ' αυτή την περίπτωση είναι ότι από εκείνη τη γενιά έλειψαν οι ταγοί που θα ήταν πειστικοί με την παραδειγματική τους ζωή. Μήπως όμως δεν διαψεύστηκαν επίσης οι γκουρού -πολιτικοί και καλλιτέχνες- άλλων γενεών που ενέδωσαν γρήγορα στο σύστημα εν ονόματι του χρηματισμού και της ευκολίας τους;»
  • Από την «Όμορφη Νύχτα» της Θεσσαλονίκης έχει διασωθεί κάτι;
«Από τη Θεσσαλονίκη δεν διασώζεται πια τίποτα. Μετά τη μεταπολίτευση η πόλη πέρασε μια ακμάζουσα περίοδο, εφάμιλλη, ίσως και ανώτερη, των Αθηνών. Τώρα, όμως, έπιασε πάτο. Διάφοροι συγκυριακοί ή και σκόπιμοι λόγοι τη μετέτρεψαν σε τοπίο ευτελούς συντηρητισμού και ενδοτικότητας σε όλα τα πεδία της ποιοτικής ζωής στην πόλη. Αυτό συνέβη με τη σύμφωνη γνώμη των αρχόντων και του λαού της. Επομένως παρήκμασαν κι εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωναν το τοπίο ενός αυθόρμητου, γνήσιου γλεντιού, μιας αρχοντιάς κι ενός φυτωρίου στο οποίο καλλιεργούνταν γενναιόδωρες και ταλαντούχες προσωπικότητες».
  • Η πόλη σας, σας διώχνει;
«Δεν μας στηρίζει πάντως. Ξέρετε ότι το καλοκαίρι ο Ψωμιάδης έκοψε 4 συναυλίες του Καζαντζή, του Φλωρίδη, του Παυλίδη και τη δική μου; Δεν μας θέλουν. Ο Ακης Δήμου δεν υπάρχει για την επίσημη πόλη. Ο Νίκος Παπάζογλου το ίδιο. Ζούμε μια εχθρότητα και μια πόλωση που δημιουργεί σχιζοφρένεια. Ύστερα, ακόμα κι οι φίλες μας τραγουδίστριες, όπως π.χ. η Κανά και η Καλημέρη, κατέβηκαν στην πρωτεύουσα. Πρόβλημα είναι λοιπόν όχι μόνο πώς θα κάνουμε κάτι αλλά και με ποιον».
  • Κι όμως κάποτε η Θεσσαλονίκη ήταν κατεξοχήν η πόλη με τους χώρους υποδοχής του έντεχνου, του λαϊκού. Τι έχει μείνει;
«Αν εξαιρέσεις τα μεγάλα "κυνοτροφεία", στα οποία δεν πάμε, υπάρχει η "Αίγλη", η "Βάρδια"... Δεν έχουμε πια πολλούς ανθρώπινους χώρους φιλοξενίας. Κάποτε η Θεσσαλονίκη έτρεφε 30.000 μουσικούς, τώρα μετά βίας 4.000. Πέρα κι από τους καλλιτέχνες όμως, η αίσθηση μέσα στην πόλη είναι μουσκεμένη από ασφυκτική μπαγιατίλα. Κι αυτό δημιουργεί σύνδρομα μειοδοσίας».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/12/2008