Showing posts with label Κρεμμύδας Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Κρεμμύδας Κώστας. Show all posts

Sunday, January 16, 2011

Έκτωρ Κακναβάτος: εικονολάτρης της ανατρεπτικής σκέψης

αν έχω αριστερότητα εκεί κάτω στους βουβώνες
είναι που ο μέγας μονομάχος πολιορκημένος
κάνει έξοδο
έχοντας μεταλάβει των αχράντων φωνηέντων
Έκτωρ Κακναβάτος, Κως, Ιούνης 1994
 
Αν κάτι μένει από τον Έκτορα, πέρα από την επαναστατική του ποίηση που αγνοείται, ακόμα κι από την Αριστερά όπου διαμορφώθηκε, ανήκε και ύμνησε – είναι η θέλησή του ν’ αλλάξει τον κόσμο μέσω της απελευθέρωσης της τέχνης από αυτούς που τη λυμαίνονται.


  • ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ  
  • ΠΡΙΝ, Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010
Tο πέρασμα του Ε. Κακναβάτου από την ποίηση (δηλαδή τη ζωή) μοιάζει πολύ με το μπάχαλο που ακολουθεί μια πορεία. Δεν είναι της στιγμής για περεταίρω πολιτικοκοινωνιολογικές αναλύσεις, ούτε και πολιτεύομαι για να με βάλουν Γ. Πρετεντέρης και Ο. Τρέμη, σαν άλλον Δ. Παπαδημούλη, να κάνω δήλωση μετανοίας αποκηρύσσοντάς τους ενώπιον του Μέγκα, όπως για παράδειγμα στις δηλώσεις κάποιων για το εάν είναι ή όχι κατοχική η κυβέρνηση. Όμως το αίτημα της κοινωνικής/ταξικής (δηλ. πολιτισμικής, δηλ. ανθρώπινης) σύγκρουσης, η αναπόφευκτη «άνευ ορίων άνευ όρων» οργή μπρος στην προκλητικότητα της εξουσίας, η αντίσταση στον πολιτικό και λογοτεχνικό φαρισαϊσμό, η ανάγκη και των δυο να φτάσουν τ’ όραμά τους στα άκρα, έστω και με τον ενδεχόμενο κίνδυνο της (αυτό)απομόνωσης, είναι ένα ρίσκο που αναλαμβάνουν όσοι αισθάνονται υπεροχή, ή βρίσκονται σε απόγνωση.
 
Η περίπτωση του Ε. Κακναβάτου είναι μάλλον η πρώτη: φορώντας από το ξεκίνημά του «τον κόκκινο χιτώνα της επανάστασης» μιας εποχής που σημάδευε (κυριολεκτικά) ανθρώπους και διαμόρφωνε συνειδήσεις στα ξερονήσια της ιστορίας, σπουδασμένος (ως μαθηματικός) στο εκτυφλωτικό μεγαλείο του Χάους, «εχθρός» του συστήματος, άρα ακατάλληλος για ελληνόπαιδες («με πέταγαν με τις κλωτσιές από το υπουργείο Παιδείας κάθε φορά που έκανα αίτηση διορισμού»), αναζήτησε ενστικτωδώς στην τέχνη την αμφίστομη λέξη του Ηράκλειτου: «Έψαχνα για σπίρτα/ να κάψω τα μυαλά μου».

Το πνεύμα κινείται μόνο πάνω στις περιπέτειές του, έγραφε στα Βραχέα και μακρά, συμπληρώνοντας πως τόσο η γνώση όσο και η ταυτόσημή της επιστήμη, άρα ο άνθρωπος ως ον νοήμον που οφείλει να ταυτίζεται και με τις δυο, αναδιπλώνεται και αυτοξεπερνιέται κάθε φορά που ανοίγεται προς την ποίηση. Δεν έχει νόημα να σταθώ σε βιογραφικά και καλολογικά της τέχνης του, ή σε βιβλία του που αναρτώνται, έστω και πρόχειρα, στο διαδίκτυο. Αν κάτι μείνει για τον Έκτορα, πέρα από την επαναστατική του ποίηση που αγνοείται, ακόμα κι από την Αριστερά όπου διαμορφώθηκε, ανήκε και ύμνησε – είναι αυτός ο αέρας που φυσάει ανάμεσα στις λέξεις του (λέξεις άφοβες/λέξεις μάχιμες κι αθάνατες/ λέξεις παρατεταγμένες/ ανυπόμονες, πεισματικές), είναι η θέλησή του ν’ αλλάξει τον κόσμο μέσω της απελευθέρωσης της τέχνης από αυτούς που τη λυμαίνονται. Να την ελευθερώσει όχι για προσωπικό όφελος («Μη σώσουν και με καταλάβουν! Γι’ αυτό γράφω εγώ;», μας έλεγε), αλλά για να υπηρετήσει το ατομικό του όραμα που είναι συλλογικά εγγεγραμμένο στο είναι του: Να την υπονομεύσει, ώστε να μείνει αιώνια, «αιέν, η δυνατότητα του νυν να αυτοϋπερβαίνεται». Ή με άλλα λόγια το μέγεθος, η αξία μιας κοινωνίας είναι ανάλογη της «Ύβρης» δηλαδή της τόλμης των ανθρώπων της.

Ειρωνικός υπονομευτής τού (κάθε) συστήματος, βροντώδης, σαρκαστικός, κάποτε με διάθεση διδαχής, αλλά όχι αφ’ υψηλού, από κάτω, μαζί με τους υπόλοιπους στο πεζοδρόμιο, εικονοκλάστης της αυτονόητης του συρμού λογικής, αλλά εικονολάτρης της ανατρεπτικής σκέψης, ο Ε. Κακναβάτος έχει την πολυτέλεια (αναλαμβάνοντας τα ρίσκα του εγκαίρως) να διατηρεί τη νοηματική, εκφραστική, γλωσσική, ποιητική του αυτοτέλεια, ορίζοντας και οριζόμενος από την ιστορία που δεν τη διηγείται απλώς, αλλά τη ζει: «Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα./ Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά./ Θα κάψω και το τελευταίο φυσέκι […] Κάμποσες μέρες θα τρέφομαι απ’ την τελευταία σου λέξη. Ύστερα θα φάω και τη μεσίστια σκέψη μου./ Ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει».

Να το ξαναπώ, όχι διδακτικά αλλά συμπάσχων σε κοινές αγωνίες, μήπως και ακουστεί καλύτερα στη νωπή μνήμη του Έκτορα Κακναβάτου, παραφράζοντας τα λόγια του και ψάχνοντας να βρω τις δικές μας πολλές (άναρχες) συντεταγμένες: Αξίζει και μόνο να θέτουμε ερωτήματα, ακόμα κι αν ήδη έχουν διατυπωθεί οι απαντήσεις. «Το ερώτημα δεν υποθηκεύει την αξία του στην ύπαρξη απάντησης» μας λέει ο ποιητής. Πραγματικά, στις βεβαιότητες είναι το πρόβλημα σύντροφοι.

Monday, June 28, 2010

Τα ματωμένα ποιήματα του Μανώλη Φουρτούνη

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ* Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010
  • ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΗΣ, Διαδρομές, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 156
Η απόσταση ανάμεσα στην εποχή ονείρων, δράσης, ελπίδας και στα σημερινά χρόνια της παρακμής δεν είναι τόσο μεγάλη όσο απόμακρη φαντάζει. Κι είναι ένα ερώτημα το πώς καταλήξαμε στους «τακτοποιημένους αριθμούς/ με τα τακτοποιημένα ονόματα [δίχως] καθόλου φαντασία» της σύγχρονης ηθικής, ιδεολογικής και πολιτικής απαξίωσης, μιας κοινωνίας που λίγο πριν διαδήλωνε και διεκδικούσε μια άλλη ζωή: Τι μπέρδεμα κι αυτό/ με τις λέξεις/ ποιο το θύμα/ ποιος ο θύτης/ ποιος ο ήρωας/ ποιος ο προδομένος./ Θα το γράψει η ιστορία/ των εκάστοτε κρατούντων.

Για τη δική μου γενιά ηχούσαν, ακόμα, ηρωικά (μολονότι τελικώς πένθιμα) τα γεγονότα της αντίστασης και τα όσα επακολούθησαν: χρόνια μ' αγώνες/ πολλούς αγώνες. με νίκες και με ήττες/ χρόνια των πεινασμένων, των ανέργων/ των συνωμοτών, των κατατρεγμένων/ χρόνια με φυλακές, με εξορίες... Κι είναι να απορείς πώς τα καλοκάγαθα ποιήματα, οι διστακτικές νοσταλγικές/ρομαντικές λέξεις, τα χέρια «που ετοιμάζονται να ψηλαφήσουν τον κόσμο», οι ευγενικές και τρυφερές φράσεις τού Μανώλη Φουρτούνη υποκρύπτουν, ή γιατί όχι διαλαλούν, την πορεία, τη σιωπή, το πείσμα, την απόφαση. Ίσως είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο φιλεύσπλαχνα, ματωμένα και ταυτοχρόνως δικαιωμένα ποιήματα: Οι αλφαμίτες κορδωμένοι, κάπου κάπου χαμογελάνε σαν άνθρωποι Δεν θέλω αύριο/ να περπατήσουμε στον ίδιο δρόμο,/ δεν θέλω να μπούμε στο ίδιο μαγαζί./ Δεν θέλω να κοιτάξουμε τον ίδιο ουρανό. Και αλλού: δυο χέρια που ξέρουν/ να κρατάνε το πείσμα./ Κανένα σημάδι απ' τους ορίζοντες/ ο ήλιος σκοντάφτοντας στα ντουβάρια.

Καθαρή η εκφορά των ρημάτων που αξιοποιεί. (Κυρίαρχος, βασιλιάς,/ ο ενεστώς) χρόνος του που μας υποβάλλει στα ρήματα: «κρυώνω», «ανήκω», «απλώνω τα χέρια», «ψάχνω», «στεγνώνω». Συγκεκριμένα στην απόλυτη σαφήνεια τους ουσιαστικά: «ο φόβος», «οι χαφιέδες», «οι δεσμοφύλακες», «κουράγιο», «αφοσίωση», «υπόσχεση», «τα γράμματα στην κωλότσεπη», «οι κουβέντες με τη μάνα, με τον μικρότερο αδερφό», ένα τσιγάρο - τι να ξέρουν άραγε από αυτό, το ένα τσιγάρο, οι ξενέρωτοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών; Λιτά πλην περιεκτικά (και όχι καλλωπιστικά στην καθημερινότητά τους) τα επίθετα που αξιοποιεί: (Ένα επίθετο,/ για να χαρακτηρίσουμε/ τη στιγμή,/ μόλις γεννήθηκε/ και πέθανε/ στον επόμενο τόνο): «η κλεισμένη βαριά πόρτα», «η τρύπια σκηνή», «οι τρύπιες κάλτσες», «το λερωμένο κολάρο πουκαμίσου».

Στα ποιήματά του αποδίδεται με τον πιο διάφανο τρόπο η απειροελάχιστη στιγμή «ανάμεσα στις χειροπέδες και την ελευθερία», το εμφανώς τυχαίο που καθορίζει ζωές και γενιές, που σε περνά από τη μια ή την άλλη πλευρά, που άλλοτε σε κάνει ήρωα και κάποτε υποτελή, που κάποιους αναγορεύει σε ανθρώπους και άλλους υποβιβάζει σε κτήνη: Μια στιγμή να κρατήσω μια τούφα/ απ' τα μαλλιά μου, ένα κομμάτι/ απ' το παντελόνι μου, ένα κομμάτι/ απ' τη σάρκα μου. Δεν έχω,/ δεν θέλω να φορέσω άλλο παντελόνι,/ δεν θέλω να φορέσω άλλη σάρκα. Όταν τελικά επιτυγχάνεται η εξαΰλωση/υπέρβαση των συμβατών (και συμβατικών) πραγμάτων, τότε η ζωή αποκτά τη δική της διάσταση στο δικό του χώρο και στις δικές του συντεταγμένες. Τα αιτήματα διατυπώνονται σε δεύτερο πρόσωπο, όχι από φόβο ή συστολή αλλά από μια ωριμότητα που σε αναγκάζει να αποδραματοποιείς τις συνθήκες, να απομυθοποιείς την εξουσία, να σέβεσαι την καθημερινότητα, να δίνεις οντότητα και υπόσταση στα απλά και ταυτοχρόνως μεγάλα: κίτρινα φύλλα,/ μόλις τα έκοψε ο άνεμος, βράδυ, ένα κύμα, μια καλημέρα/ μια νύχτα χωρίς κανονισμό/ να ξαπλώσεις σε μια πολυθρόνα/ και να διαβάζεις στίχους ή οικονομία, αδιάφορο/ να 'σαι άρρωστος και να 'χεις ένα προσκέφαλο...

Γεννημένος στο χωριό Κέφαλος της Κω (3 Οκτωβρίου του 1926), που, όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, τελούσε υπό ιταλική κατοχή, ο Φουρτούνης διδάχτηκε ιταλικά, που τ' αξιοποίησε στη συνέχεια μεταφράζοντας για βιοπορισμό και, το κυριότερο, για λογαριασμό της Επιθεώρησης Τέχνης. (Εδώ εστιάζεται και η δεύτερη τυχαία στιγμή της ζωής: η γνωριμία του με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο στους τόπους εξορίας. Η Σιωπή -σημαδιακός και ταιριαστός ο τίτλος του διηγήματος του Γκράνιν- που έμελε να αποκαλύψει, χωρίς να διδάξει ωστόσο, τους εμπνευστές γραφειοκράτες της κομματικής τους δίκης. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, με τις συνέπειές τους να βαραίνουν στο κέλυφος της σημερινής αμήχανης και πολιτικά/πολιτισμικά περιθωριακής αριστεράς.

Μολονότι τα ποιήματα του Φουρτούνη αναπνέουν/αποπνέουν τόπους εξορίας: Άη Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος, Παρθένι, Ωρωπός, ή ίσως ακριβώς γι' αυτό, παραμένουν ποιήματα ζωής και ανοικτού χώρου/ορίζοντα. Εξωστρεφείς εκμυστηρεύσεις από καρδιάς, γι' αυτούς που έχουν τους καθαρούς κώδικες επικοινωνίας, δηλαδή τους ανθρώπους. Ένας γλάρος πάνω στην πέτρα, ένας ήλιος ζεστός στην αγκαλιά μας, μια παρέα με αγόρια και κορίτσια/ να χαμογελάς λίγο ηλίθια, λίγο καταφρονεμένα/ και να κρατάς το χέρι της, είναι οι εικόνες που συμπυκνώνονται και συμπυκνώνουν μια ποίηση δίχως τερτίπια, φιοριτούρες, ξεπερασμένους άνευρους εξυπνακισμούς, ρηχές κοινοτοπίες που αν μη τι άλλο δείχνουν την αμηχανία αλλά και το ελλιπές του συναισθήματος.

Δεν πιστεύω πως η ποίηση του Μανώλη Φουρτούνη είναι μια νοσταλγική -με την έννοια της θρηνητικής- ποίησης (κι ας μην μας παρασύρει το καταληκτικό επίθετο στο ποίημά του υπ' αριθμ 70, σελ. 58. Άλλωστε εγώ έκανα απλώς λόγο, πιο πάνω, για «νοσταλγικές λέξεις»). Δεν πιστεύω ότι τα ποιήματά του βρίσκονται κολλημένα στο χθες, συνομιλώντας στατικά και αποκλειστικά με το παρελθόν τους. Ακόμα κι όταν ομνύει σε αγαπημένους, η φωνή του δεν έχει απόχρωση θλίψης για τους νεκρούς, αλλά τη σταθερότητα της συναίσθησης των τετελεσμένων, όπως τα ζήσανε και τα διαμόρφωσαν παρότι «ηττημένοι». (βλ. το ποίημα 44 σελ. 150, ό.π.). Η συλλογή του περικλείει τη διαδρομή της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς, δίχως μεμψιμοιρίες, πονετικά λόγια, ή λυγμούς για τα όποια χαμένα. Είναι μια συνειδητή πράξη συνέπειας, μια καθαρή θέση υπεροχής έναντι των εφησυχασμένων και των άνευρων. Μια δικαίωση της ομορφιάς και του κόσμου, που μπορούν να χαίρονται όσοι διακινδύνευσαν, όχι υπαίτια, να τον χάσουν: Κάνω το σταυρό μου/ και σκύβω το κεφάλι/ να προσκυνήσω/ τόση ομορφιά. Ίσως είναι μια ακόμα απόδειξη της υπεροχής του ανθρώπου, όταν επιμένει ενεργητικά να συνομιλεί με λέξεις καθαρές, απλές, καθημερινές, που φτιάχνει και εκστομίζει ο ίδιος, αντί να θεάται παθητικά τα σερβιρισμένα κλισέ που τρίτοι κατασκευάζουν για λογαριασμό του: Οι λέξεις δεν φτιάχνουν/ τον κόσμο/ είναι βέβαιο/ επίσης βέβαιο είναι/ χωρίς τις λέξεις/ δεν θα υπήρχε ο κόσμος/ μόνο ένα κουβάρι ερπετά. Ο καθένας τελικά μπορεί ελεύθερα να διαλέξει το ρόλο που του ταιριάζει.
*Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας

Wednesday, April 7, 2010

Ο Αντρέας Παγουλάτος (1946-2010)

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ* Η ΑΥΓΗ: 04/04/2010

των ταπεινών, των απόκληρων, των προγραμμένων

...κάθε εποχή πορεύεται ή διατρέχει το στερέωμα κάπως διαφορετικά και διασχίζοντάς το είναι σαν να το στηρίζει από μέσα βαθειά, αυτό που αρχή και τέρμα, μέση και πέρας δεν έχει και σαν από πάντα να ονειρεύεται να τ' αποκτήσει, ενώ το από πάντα, το πάντα και το κάθε τώρα σαν να υπάρχουν γι' αυτό το ασύστατο διάστημα αυτονόητα.

Α. Π., Όργια και εμπόδια, (Αlegria no inferno)

Tο ποιητικό έργο του Aντρέα Παγουλάτου, αριθμοί και μορφές, άλγεβρες κι αλχημείες ανακινούν την ποίηση, αλλά και ο άξονας των πολλαπλών δραστηριοτήτων του στα πολιτιστικά δρώμενα, δεν είναι άλλο από ένας διαρκής ύμνος στον άνθρωπο και μια κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι σε ότι εμποδίζει (και εμπορεύεται) την ύπαρξή μας. Ένας ποιητικός ύμνος, μέσα από τη λυρικότητα των (κυρίως) ολιγοσύλλαβων, μονοσύλλαβων και πάντως ολιγόλεκτων στίχων του που αρθρώνονται αφαιρετικά (και ξεδιπλώνονται υπαινικτικά) με παύσεις, ροές, κύκλους, συγκοπές, ακόμη και μια μορφή βουστροφηδόν γραφής που συναντάται εντονότερα στο «Προς, Στοιχειώσεις, Πόροι» (Μαραθιάς 1996) και στο τελευταίο του «Πέραμα» (Μανδραγόρας 2006). Η εικονοποιΐα των ποιημάτων του αποκτά λειτουργική θέση/σχέση στο έργο, με τρόπο ώστε αυτή η αέναη κίνηση να θέτει αλλά και να αποκαθηλώνει, κάθε στιγμή, τους όρους και τα συμφωνημένα στην ποίηση, ταράζοντας με τον δυναμισμό της τα λιμνάζοντα. Ένας τόνος κοφτός, όπως οι φράσεις του Aντρέα Παγουλάτου σε όλα του τα έργα, διακτινωμένος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, με κέντρο πάντα τα έμβια όντα και ακτίνα τους πόθους, τα όνειρα και τις ελπίδες μας. Eίναι αυτός ο συνεκτικός ποιητικός ιστός που ευδιάκριτα κατευθύνει (διευθύνει) λέξεις απελευθερωμένες από στολίδια εκζήτησης, περιττά γραμματολογικά τεχνάσματα, αχρείαστα σημεία στίξης· ένα είδος αρχέγονης γραφής που βρίσκει τη συνέχειά της στον αβίαστο προφορικό λόγο της λαϊκής μας ποίησης. Γιατί τελικά είναι αξιοσημείωτο (και αποκαλυπτικό της συνέχειας στη δημιουργία, δηλαδή στη ζωή) το ότι μέσα από τα κείμενα του Παγουλάτου -με εμφανή την υπερρεαλιστική γλωσσοκεντρική ανάπτυξή τους- αυτή η πρωτοποριακή, διαπολιτισμικού χαρακτήρα αναζήτηση μορφών και έκφρασης, συνδέεται (και συνομιλεί) υπόγεια με τα αρχαϊκά και ολοζώντανα στοιχεία της μεσογειακής μας παράδοσης. Eκεί δηλαδή όπου οι λέξεις αποτυπώνονται καθαρές, ξάστερες, εμφανείς, δίχως υπονοούμενα και τερτίπια, διατηρώντας, γι' αυτό, την αν αρχική δυναμική τους, γεγονός που τις καθιστά επικίνδυνες και ανατρεπτικές, όπως αρμόζει στο ύψιστο αυτό μέσον έκφρασης και επικοινωνίας των ανθρώπων, τη γλώσσα. Άλλωστε ο πρωτοποριακός συγγραφέας και θεωρητικός Jean-Pierre Faye, σε κείμενό του στο περιοδικό Xνάρι(α) (τχ. 1-2, 1985), είχε σημειώσει τη στενή σχέση πρωτοπορίας και προφορικότητας κάνοντας λόγο για την απελευθέρωση του κειμένου από τα παραδοσιακά δεσμά του. Aυτή ακριβώς την επαναστατική λειτουργία της γλώσσας διεκδικεί η φόρμα του Παγουλάτου. Ένα ύφος αληθινό, διεισδυτικό, ασυμβίβαστο στη διαχρονικότητά του, κληρονομιά και παρακαταθήκη διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων, επώδυνων εμπειριών, αναμνήσεων και ιστορικών διαδρομών· πηγές που συνυπάρχουν μέσα μας αναγκαστικά και νομοτελειακά: στοιχεία, λέξεις και «τρόποι» από την αρχαία ελληνική γλώσσα-ποίηση, από το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι, από το φόβο των κατακτημένων, από τον πόνο του ξεριζωμού, από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα των λαών, από τα ντέρτια και τα μεράκια του Σαββατόβραδου: στον αφιλόξενο αγεωμέτρητο καιόμενο στη λάβρα του τόπο/ πέρασμα σε μια περι κλειστη θάλασσα: την έγραφαν στο δέρμα τους/ την έκαναν μουσική/ την τραγουδούσαν νταλκαδιασμένα/ την ξεπερνούσαν στη σκοτεινή μεριά των ονείρων τους/ εκεί που αστράφτουν μαχαίρια/ πριν πέσουν και ο ο χαμένος άδικα καιρός/ σηκώνεται σύγκορμος («Πέραμα» II, σελ. 15).

Aποδιωγμένοι μετανάστες από τους τόπους της βίας όπου ματώνουνε τον πολέμιο έρωτα, άνεργοι που σάρωνε η μπόρα, έρωτες, θύματα κι αυτοί της ανεργίας δέσμιοι της μιζέριας, λειψές ώρες δουλειάς, λειψές ώρες αγάπης, τα χέρια δεν προλαβαίνουν τα χείλη δεν γεύονται, είναι μερικοί από τους στίχους του Aντρέα Παγουλάτου που αναπνέουν και ακούγονται στο μοιρολόι-τραγούδι-ποίημά του. Eίναι ο επόμενος σταθμός των αναφορών του: ο έρωτας.

Έρωτας τόσο άμεσος, καταλυτικός και απ εγνωσμένος που φθάνει να ταυτίζεται με τη ζωή και την ανάσσα μας· να εξαϋλώνεται αγγίζοντας τα όρια της καταστροφής, δηλαδή της απόλυτης δικαίωσης, άρα του αναγκαίου εξαγνισμού μας προκειμένου να δι ασφαλιστεί το πέρασμα στην υπέρτατη υπέρβαση: στην αχειροποίητη λύτρωση-αγάπη. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά από τη συλλογή «Όργια και εμπόδια» (σελ. 53):

-Γαλήνιος

έρωτας δεν υπάρχει, υπάρχει ακόμα κάτι που σκοτώνει σαν έρωτας. O χρόνος σε μια ζωή τελειώνει και τα λόγια, που την ανέβαζαν, θολώνουν και χάνονται σαν πεθαμένα φεγγάρια και βόρειο σέλας... Eίναι κανίβαλος ο έρωτας που σε σπρώχνει κάποτε να φας τον άλλο, ωμό να τον γευτείς; Στον παροξυσμό του όλα γίνονται δυνατά, οι πιο απίθανες ιδέες, όπου τα δόντια, τα νύχια, τα χέρια σαν αρπάγια, η δύναμη της σπονδυλικής στήλης πρωτοστατούν. Mια πολύπλοκη τακτική τελετουργικού φόνου, που περνάει στις αισθήσεις των ανίδεων -κι είμαστε όλοι μας, γιατί το να γνωρίζεις είναι δυσβάστακτο- για ερωτική έξαρση και εκστατική χαλάρωση των αρμών. Aυτοί, όμως, δουλεύουν στα σκοτεινά: ετοιμάζουν τις κινήσεις μιας ύπουλης πάλης, που υποτάζει ολότελα τον άλλο. Έρμαιό σου ο άλλος. Kι ύστερα η αφή, η γεύση πιο έντονες, η μυρουδιά του αίματος που κυλάει υπόγεια. Στιγμές, στιγμές, ολόκληρο το κορμί μετατρέπεται σε ηδονικό, φονικό όπλο. Πόσες φορές κομματιάζονται μπροστά σου οι άλλοι... Aποτρόπαιες, μυθικές πράξεις διαδραματίζονται με γοργότητα: κατασπαραγμοί μελών, βγαλσίματα ματιών, μαχαιρώματα, σφαγές, σχισμένα αιδοία, κομμένοι φαλλοί, τραυματισμένα βυζιά. H αθώα μας γλώσσα πόση παραφορά και βία βάζει στις νόμιμες, συμβολικές πράξεις. Πρόκειται, πάντως, για οφθαλμαπάτη... Eλάχιστοι φτάνουν στο έγκλημα, για να ξεφύγει ό,τι πράξαν τις νομοτέλειες και την κοινωνική συνοχή.

Λέξεις ομόηχες, ομόρριζες, ρητές, παρηχήσεις, στίχοι που κυριαρχούν οι πολλές μετοχές, οι σύνδεσμοι (δίχως να εισαγάγουν καμιά δευτερεύουσα πρόταση), τα ουσιαστικά και τα ρήματα, ενώ απουσιάζουν -εξ ου και η έντονη αίσθηση της λιτότητας και της αφαίρεσης- οι επιθετικοί προσδιορισμοί, είναι στοιχεία που συναντάμε στην ποίηση του Α.Π.: τα πρώτα πριν/ όντας όταν/ δέντρα προμελετημένα/ σβήνοντας/ μυθικά πετούμενα/ στο φόβο του άδειου/ αρμοί στρατοί καθαρμοί/ αίμα στον ωκεανό/ άσχημα οπλισμένα αν/ άρπαγες χωρίς χέρια/ -σκάψετε πετεινά/ φωτεινά ράμφη αν...(«Επίμαχα»). Ένας νέος λόγος (οι «λέξεις», ο «έρωτας») που ήρθε με παρρησία, φαντασία και αμεσότητα να καταστήσει ανενεργό τον ξεπερασμένο, άνευρο και αναντίστοιχο προς την πραγματικότητα ρομαντισμό, προκρίνοντας τον άνθρωπο έναντι της στατικής θεοκρατικής νατουραλιστικής αντίληψης μιας ωραιοποιημένης φύσης, (τόσο ξένης και αναληθούς μπροστά στην αποκρουστική όψη του σύγχρονου κόσμου). Mια γραφή που δε θέλησε απλώς να προσπεράσει την πραγματικότητα καταργώντας την, όπως έκανε η αφηρημένη τέχνη, αλλά αντίθετα επεδίωξε να την αποτυπώσει, ώστε να πετύχει τη ριζική αλλαγή της· στόχος, ο στίχος του Nίκου Γκάτσου: «Mη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON.

Eδώ διαβάζουμε την επόμενη παράμετρο της ποίησης του Παγουλάτου: την εφηβεία, όπου συντελούνται οι καταλυτικές πρώτες συγκρούσεις, ορίζεται ο άγνωστος χώρος μιας καινούργιας δράσης, ενώ οριοθετείται το αίτημα της αυθύπαρκτης παρουσίας πέρα από τις επιβουλές πεπρωμένων σχημάτων και καταβολών: χέρια εφηβικά, έφηβος έρωτας, εφηβικά φιλιά, είναι μερικές από τις «φωνές-λέξεις», όχι ως τεχνάσματα μιας νεανικής φλόγας ή ενός οιδιπόδειου αινίγματος, αλλά ως παραδοχή μιας συνέχειας, που περνά από τη νεανική καταγραφή συναισθημάτων και ενστίκτων, στη σταδιακή αποκωδικοποίηση και γνώση μιας ιστορικής και κατ' επέκταση κοινωνικής πραγματικότητας που μας αφορά επειδή ακριβώς μας εμπεριέχει.

Μέχρι σήμερα δε φάνηκε τα «παν οπλα ποιήματά» του να συν κινούν τους καθεστωτικούς ή τις μάζες: O γλωσσοκεντρικός ποιητής, δοκιμιογράφος και θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου Aντρέας Παγουλάτος (-Πέτσας) με δημοσιεύσεις και μεταφράσεις σε γνωστά γαλλικά περιοδικά («Change», «Perimètre», «N.R.S.», «Change International», «Les Temps Modernes»), εκδότης και συνεκδότης στα περιοδικά «Xνάρι», «Xνάρι(α)», «Συντέλεια», «Nέα Συντέλεια», με μελοποιήσεις ποιημάτων του -το Πέραμα κυκλοφόρησε σε cd με τον Ηλία Βαμβακούση και τους Πλάνητες εν πλω-, δεν πήρε κρατικό βραβείο, δεν έγινε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, δεν τραγουδήθηκε από τον ο Γιώργο Νταλάρα. Κι όμως τα καθεστώτα πρέπει επιτέλους να ανατραπούν: το έγραφε άλλωστε κι ο Πατρίκιος δια στόματος Aναγνωστάκη.

*Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας

Wednesday, January 13, 2010

Για τον Μιχάλη Κατσαρό στο Zoom

  • Κάτι γεννιέται εκεί στην Πλάκα. Στο Zoom! Αφότου ανέλαβε η γλυκύτατη Λίνα Νικολακοπούλου, οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη. Κάτι από παλιές μπουάτ θυμίζει η όλη ατμόσφαιρα. Έχει βάλει το χεράκι του και ο δημοσιογράφος και ποιητής Γιώργος Δουατζής που επιμελείται τα προγράμματα κάθε Τετάρτης, που αφιερώνονται σε αγαπημένους ποιητές. Ετσι και χθες. Μια βραδιά για τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Ο αισθαντικός Στέφανος Ληναίος διάβασε στίχους του Κατσαρού, το εξαιρετικό Τρίφωνο μας πρόσφερε τραγουδιστικές γεύσεις: γνωστά τραγούδια σε στίχους Κατσαρού και μουσική Μίκη Θεοδωράκη και Γιάννη Μαρκόπουλου. Ο Κώστας Κρεμμύδας, διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού "Μανδραγόρας" και ποιητής, καθώς και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός [δηλαδή, εγώ που γράφω...], έδωσαν με μικρές πινελιές το στίγμα ενός δημιουργού που αγαπήθηκε. Μετά προβλήθηκε σε κατανυκτική ατμόσφαιρα [τι θαυμάσιο κοινό!] και το ντοκιμαντέρ του Λευτέρη Ξανθόπουλου για τον Μιχάλη Κατσαρό, όπου φυσικά μιλούσε ο ίδιος, αλλά και οι νεότεροι ομότεχνοί του Γιώργος Κακουλίδης, Γιώργος Χρονάς και Γιώργος Μαρκόπουλος.


  • Ιδού και αυτά που [περίπου] είπα:

Δεν είναι δύσκολο να κάνουμε ένα άλμα στο χρόνο – φυσικά στο παρελθόν, στα 1982, και στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας. Και τον βλέπουμε από μακριά να περπατάει γοργά, από το Σύνταγμα προς τη Βουκουρεστίου, να ρίχνει μια ματιά στους διαβάτες που περιμένουν ν’ ανάψει το πράσινο στο φανάρι, μετά να κοντοστέκεται μπροστά στο περίπτερο και σηκώνοντας το δεξί χέρι να προσπαθεί να διαβάσει τους τίτλους, με τα γυαλιά ανασηκωμένα. Στο αριστερό χέρι κρατά ένα βιβλίο…


Θα περάσει από το Μπραζίλιαν, κάνοντας τον αδιάφορο, θα κατευθυνθεί απέναντι στου Απότσου κι αν δει ότι το κλίμα δεν τον σηκώνει, θα κουνήσει το χέρι σε χαιρετισμό και θα φύγει.


Θα προχωρήσει αργά, ρίχνοντας ματιές εδώ κι εκεί και θα τραβήξει κατά του Λουμίδη.


Κι αν ήδη εκεί βρισκόταν ο Καρούζος, που αγόρευε συγχυσμένος κατά πάντων, έστριβε και πήγαινε ν’ αράξει στο βιβλιοπωλείο του Σταύρου του Ζαχαρόπουλου…



Ο ποιητής Μιχάλης Λαγκαδινός και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός. Μπραζίλιαν, 1982


Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός και ο δημοσιογράφος Νίκος Λαγκαδινός στο Μπραζίλιαν – 1982

Για πρώτη φορά τον είχα συναντήσει στο «Μπραζίλιαν» – κάποτε στέκι συγγραφέων, ποιητών και, εν γένει, διανοητών… Ο ίδιος ο Κατσαρός έλεγε: «Μα εκεί πίνουμε καφέ… Είναι το καφενείο της γειτονιάς μας»!

Οι συζητήσεις με τον Μιχάλη Κατσαρό εξελίσσονταν πάντοτε έξω από κάθε λογική ή ακόμα ερήμην του θέματος για το οποίο γινόταν αυτή η συζήτηση! Ο Κατσαρός μιλούσε, όπως έγραφε: ποιητικά, αδολεσχικά, ερήμην ενός αντικειμενικά παραδεκτού λογικού ρυθμού.

Η τέχνη του Κατσαρού εξέφραζε και διατύπωνε τους όρους μιας αμφισβήτησης της κάθε εξουσίας που φοράει καλούς τρόπους και χαμόγελα.

……………………………………………………………………………

Είμαι βέβαιος ότι θα αγάλλεται η ψυχούλα του ποιητή μας, καθώς έτσι μαζεμένοι του στέλνουμε χαιρετισμό, φιλικό κι αγαπησιάρικο. Όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ απόψε έχω την εντύπωση ότι γνωρίσαμε τον Κατσαρό, είτε προσωπικά είτε μέσα από την ποίησή του. Και τον αγαπήσαμε.


Το περιεχόμενο αυτής της εκδήλωσης νομίζω ότι ανταποκρίνεται στον αέρα που απόπνεε η παρουσία του Μιχάλη Κατσαρού στη μικρή μας πόλη των ιδεών.


Ο Κατσαρός δεν ήθελε φανφάρες. Ο ιδιόρρυθμος αυτός «προφήτης» αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τη νεολαία του '60 και του '70 για το ανυπότακτο πνεύμα που διαπότιζε την ποίησή του.


Ιδιαίτερα το «Κατά Σαδδουκαίων» θα μπορούσε να πει κανείς ότι έγινε κάτι σαν «προσκλητήριο απειθαρχίας» [κάπως έτσι το είχε γράψει ο νεότερος ποιητής Δημήτρης Χουλιαράκης], που στην πολιτική συγκυρία της Χούντας συσπείρωσε ανήσυχα και πρωτοπόρα πνεύματα.


Ήταν ποιητής από την κορφή μέχρι τα νύχια. Και στη ζωή του έπραξε μονάχα ό,τι πίστεψε.


Στην αποθέωση του σταλινισμού εξέδωσε το “Κατά Σαδδουκαίων” (1953) δείχνοντας, πρώτος αυτός, τη χρεοκοπία του.


Με το “Μεσολόγγι” (1949) και το “Οροπέδιο” (1956) σάρκασε και ειρωνεύτηκε τα αδιέξοδα της επανάστασης.


Πλήρωσε γι’ αυτό, με τον αποκλεισμό του απ’ όλα τα πόστα της δημοσιότητας… Ο Κατσαρός ήταν ιδιόρρυθμος και στις συνεντεύξεις του. Πολλοί δημοσιογράφοι τον πλησίαζαν ακριβώς για να αποσπάσουν «ιδιόρρυθμες» απαντήσεις και να κάνουν δήθεν επιτυχίες. Όμως ο Κατσαρός σάρκαζε τους πάντες. Μπορούσες να του δώσεις χίλιους δυο χαρακτηρισμούς, όπως εκκεντρικός, αιρετικός, «φευγάτος». Αλλά τι μ' αυτό: ψυχή τε και σώματι ήταν ποιητής.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στα «Νέα» είχε γράψει ότι ο Μιχάλης Κατσαρός απέκτησε θρυλική φήμη για ένα και μόνο ποίημά του, το «Η διαθήκη μου» (Αντισταθείτε...), το οποίο –έγραφε– δεν ξέρει αν θαυμάστηκε ως ποίηση ή ως δημηγορία (που είναι στην πραγματικότητα). Ό, τι άλλο έγραψε, ιδίως μετά το 1956, φέρνει σε αμηχανία τους θαυμαστές του!!! Τάδε έφη Κούρτοβικ…

Αλλά οι θαυμαστές του Κατσαρού δεν εντυπωσιάζονταν από την ιδιόρρυθμη δημόσια συμπεριφορά του. Αντιθέτως παθιάζονταν από τη δύναμη της ποίησής του.

Με αφορμή τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ο Μιχάλης Κατσαρός είχε πει κάτι που είναι και σήμερα επίκαιρο:

Έχω πάει σε πολλά τέτοια "πάρτι", γι' αυτό σας έστειλα το μήνυμα. Πάρτε νερό μαζί σας, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία... Τώρα, μέσα από κροκάλες, βράχους, περνάει το αναγκαίο μονοπάτι της επανάστασης, που πρέπει να είναι διαρκής κι όχι μόνιμη, γιατί δημιουργεί μονίμους υπαλλήλους, εξαπτέρυγα, παρελάσεις, εφέτες, δικαστές... αρχιεπισκόπους, κι έναν σωρό... αρσενοκοίτες που σοδομούν ή βυσσοδομούν πάνω στο σώμα της!


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΑΥΤΑ: