TIME magazine cover featuring J. D. Salinger from September 15, 1961.
Time Life Pictures/Time Magazine/Getty Images«Το να εκδίδω (βιβλία) είναι μια τρομερή παραβίαση της ιδιωτικής μου ζωής. Μου αρέσει να γράφω. Το λατρεύω. Γράφω όμως μόνο για τον εαυτό μου και για την προσωπική μου ευχαρίστηση» είχε πει το 1975 ο αμερικανός συγγραφέας που πέθανε την περασμένη εβδομάδα
Υποθέτει κανείς ότι με τον θάνατο του Τζερόμ Ντ. Σάλιντζερ στα 91 του χρόνια θα λυθεί και το μυστήριο γύρω από τη ζωή του και κυρίως το ερώτημα που απασχολεί τα εκατομμύρια των θαυμαστών του: υπάρχουν άραγε στο σπίτι του συγγραφέα κείμενα ή και ολόκληρα βιβλία εφάμιλλα του αριστουργήματός τουO φύλακας στη σίκαλη;Οι φήμες που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια πολλαπλασιάζονται. Κάποιοι λένε πως θα διαψευστούν, όπως συνέβη αντίστοιχα με την ελπίδα ότι υπήρχε και δεύτερος τόμος τωνΠεθαμένων ψυχών του Γκόγκολ. Οι περισσότεροι, όμως, πιστεύουν πως στο σπίτι του συγγραφέα στο Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ κρύβεται ένας θησαυρός. Η πρώην ερωμένη του Τζόις Μέιναρντ είχε πει παλαιότερα πως ο Σάλιντζερ έγραφε κάθε μέρα και ότι υπάρχουν στο αρχείο του τουλάχιστον δύο πλήρη μυθιστορήματα. Ο διαβόητος Γκόρντον Λις, επιμελητής και «σφάχτης» των χειρογράφων του Ρέιμοντ Κάρβερ, λέει ότι είναι βέβαιος πως υπάρχει σημαντικό ανέκδοτο υλικό. Η κόρη του συγγραφέα Μάργκαρετ στο βιβλίο των αναμνήσεών της, που κυκλοφόρησε το 2000, γράφει ότι ο πατέρας της είχε ταξινομημένα σχολαστικά σε φακέλους τα χειρόγραφά του με παρατηρήσεις αν θα πρέπει να τυπωθούν ως έχουν ή να υποστούν επεξεργασία. Στην περίπτωση που έχει δίκιο, όπως σφόδρα πιθανολογείται, τότε αυτό θα είναι το μεγάλο εκδοτικό γεγονός για τις ΗΠΑ και ως έναν βαθμό για τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο.
Τα τελευταία σχεδόν 50 χρόνια τον Σάλιντζερ δεν μπορούσε να τον δει κανείς εκτός από τα μέλη του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος και ελάχιστους άλλους. Αυτό, όμως, δεν ίσχυε για τους 1.758 κατοίκους του Κόρνις οι οποίοι σεβάστηκαν απόλυτακαι στον βαθμό που τους αναλογούσε προστάτευσαν- τον συγγραφέα και την επιθυμία του να μην παραβεί κανείς την ιδιωτική του ζωή- ακόμη κι ο γκαραζιέρης του, ο οποίος ουδέποτε αποκάλυψε οτιδήποτε αφορούσε τον συγγραφέα ή την οικογένειά του. Το ίδιο κάνουν και σήμερα, αρνούμενοι να δώσουν οποιαδήποτε ουσιαστική πληροφορία στους δημοσιογράφους οι οποίοι έχουν συρρεύσει στην περιοχή.«Ολοι στην πόλη ξέραμε πού ζούσε»λέει ο 42χρονος Μάικ Ακερμαν ο οποίος τον είχε συναντήσει αρκετές φορές τον καιρό που εργαζόταν στην εταιρεία UΒS και μετέφερε δέματα στο σπίτι του. Και συμπληρώνει: «Το αστείο είναι πως αν αυτοί που τον έψαχναν συμπεριφέρονταν αγενώς,τους στέλναμε σε ένα τρόπον τινά κυνήγι αγριόχηνας. Ποτέ, όμως, δεν είπαμε σε κανέναν πού ζούσε στ΄ αλήθεια».«Τον βλέπαμε συχνά να οδηγεί το Τογιότα του αλλά δεν θέλαμε κανείς να μάθει οτιδήποτε αφορούσε την προσωπική του ζωή. Ούτε ψάχναμε ούτε τον ρωτούσαμε για οτιδήποτε, εκτός αν το αποκάλυπτε ο ίδιος»λέει η 48χρονη Μισέλ Μπέικερ, η οικογένεια του συζύγου της οποίας είχε φιλικές σχέσεις με τον Σάλιντζερ. Ο ίδιος ο συγγραφέας, στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στουςΝew Υork Τimesτο 1975, είχε πει ανάμεσα στα άλλα: «Το να εκδίδω (βιβλία) είναι μια τρομερή παραβίαση της ιδιωτικής μου ζωής. Μου αρέσει να γράφω. Το λατρεύω. Γράφω όμως μόνο για τον εαυτό μου και για την προσωπική μου ευχαρίστηση». Αυτό και μόνο είναι αρκετό ώστε να περιμένει κανείς ότι στους φακέλους που άφησε πίσω του ο Σάλιντζερ θα βρίσκεται πράγματι ένας θησαυρός και ενδεχομένως κάποιο μυθιστόρημα εφάμιλλο του Φύλακα στη σίκαλη. Χαράς ευαγγέλια τότε για τον εκδότη του- και τους κληρονόμους φυσικά.
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=47&artid=312708&dt=31/01/2010#ixzz0jb6LYZSe
Monday, March 29, 2010
Το μυστήριο Σάλιντζερ
Tuesday, February 16, 2010
ΣΕΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΤΖ.ΝΤ. ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ. «Άφησε κι άλλον "Φύλακα στη σίκαλη "πίσω του;»
Τα μετά θάνατον σενάρια για τον Τζερόμ Ντ. Σάλιντζερ έχουν αρχίσει. Εκδότες και αναγνώστες του Αμερικανού συγγραφέα που έφυγε πριν από μερικές εβδομάδες αδημονούν για το άνοιγμα της διαθήκης του. Κανένας δεν γνωρίζει ποιος θα είναι ο εκτελεστής της. Όπως και κανένας δεν ξέρει αν ο απομονωμένος από τη δημοσιότητα Σάλιντζερ έχει αφήσει πίσω του κι άλλα χειρόγραφα.
Σύμφωνα με τις οδηγίες του, η σύζυγός του Κολίν δεν έκανε κανένα θρησκευτικό μνημόσυνο. Ευχαρίστησε μόνο για τη διακριτικότητά τους τους κατοίκους του χωριού Κόρνις στην περιοχή της Νέας Αγγλίας, όπου εκείνος ζούσε από το 1951. Η κόρη του Μάργκαρετ επίσης παραμένει σιωπηλή. Το ίδιο και ο γιος του Μάθιου και η ερωμένη του Τζόις Μενάρ, η οποία το 1998 είχε αποκαλύψει σε μία βιογραφία την ύπαρξη δύο χειρογράφων που χρονολογούνταν από το 1973. Αντίστοιχα και η ατζέντης του Σάλιντζερ στη Νέα Υόρκη δεν απαντά σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων .
Όμως από την πλευρά των κατοίκων του Κόρνις έχουν αρχίσει οι διαρροές. Και απαντάνε σε ερωτήσεις του Τύπου αλλά μόνο σχετικά με τις συνήθειες της καθημερινότητάς του. Πέρα όμως από τα ανέκδοτα, οι αναγνώστες του «Φύλακα στη σίκαλη» ένα θέλουν να μάθουν, αναφέρει η εφημερίδα «Le Figaro»: «Θα έχουμε άλλα βιβλία του να διαβάσουμε; Οι εκδότες τρίβουν τα χέρια τους γιατί θεωρούν ότι σε κάποιο χρηματοκιβώτιο θα αποκαλυφθούν τα χειρόγραφά του. Οι φήμες λένε πως ο συγγραφέας επιθυμούσε τα έργα του να εκδοθούν μετά τον θάνατό του σύμφωνα με τις οδηγίες του.
Άλλοι πιστεύουν ότι ο Σάλιντζερ είχε γίνει σαν τον Τζακ Νίκολσον στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Η λάμψη». Ένας δηλαδή παρανοϊκός συγγραφέας που χτυπούσε στη γραφομηχανή του την ίδια πρόταση. Ανάμεσα σε εκείνους που έχουν αυτήν τη γνώμη είναι και ο Ρότζερ Λάθμπερι. Ως υπεύθυνος ενός μικρού εκδοτικού οίκου στη Βιρτζίνια και κάτοχος του «Ηapsworth 16: 1924» τελευταίου γνωστού έργου του συγγραφέα που δημοσιεύτηκε το 1965 στο «Νew Υorker», περιμένει την άρση της απαγόρευσης που είχε ασκήσει ο Σάλιντζερ το 1990.
Και στο Χόλιγουντ όμως υπάρχει αντίστοιχη κινητικότητα. Η μπλόγκερ Νίκι Φίνκε γράφει πως ο σκηνοθέτης Σέιν Σαλέρνο έχει ετοιμάσει ένα δίωρο ντοκιμαντέρ για τον συγγραφέα του «Φύλακα στη σίκαλη» από το οποίο κόπηκαν πέντε λεπτά. Πιθανόν να πρόκειται για την τελευταία -και από τις ελάχιστες- συζητήσεις ενώπιον της κάμερας με τον Σάλιντζερ, την οποία θα δούμε, όπως φαίνεται, μόνον όταν ανοιχτεί η διαθήκη.
- Επιμέλεια: Έφη Φαλίδα, TA NEA: Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Saturday, February 6, 2010
Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Ο,τι οι άλλοι θεωρούσαν αλλόκοτο, για μας ήταν συνηθισμένο
«Μεγάλωσα σ' έναν κόσμο με σχεδόν απόντες τους ζωντανούς. Το Κόρνις, στο οποίο ζούσαμε, ήταν άγριο και δασώδες. Οι πιο κοντινοί μας γείτονες ήταν εφτά χορταριασμένες ταφόπλακες, που ο αδελφός μου κι εγώ ανακαλύψαμε ακολουθώντας τα ίχνη μιας κόκκινης σαλαμάνδρας στη βροχή. Ηταν οι τάφοι μιας επταμελούς οικογένειας, που είχε αφήσει τα εγκόσμια αρκετά χρόνια πριν».
Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ στα 31 του είχε ήδη τα διπλά χρόνια από τη σύντροφό του Κλερ Ντάγκλας
Με αυτές τις φράσεις ξεκινά το βιβλίο «Dream Catcher. Α Memoir» εκδ.«Washington Square Press»), που εξέδωσε το 2000 η Μάργκαρετ Σάλιντζερ, η κόρη τού διασημότερου ερημίτη της αμερικανικής λογοτεχνίας Τζ. Ντ. Σάλιντζερ. Συμπυκνώνουν τη βαριά ατμόσφαιρα των παιδικών της χρόνων αλλά και τον μυθοποιημένο αναχωρητισμό του πατέρα της, που «φυλάκισε» την οικογένειά του στις ερημιές του Νιου Χάμσαϊρ. Ο θάνατός του στις 28 Ιανουαρίου, στα 91 του χρόνια, επαναφέρει στο προσκήνιο το αυτοβιογραφικό βιβλίο της κόρης του και ζωηρεύει τη συζήτηση για την αινιγματική προσωπικότητά του.
«Ο πατέρας μου, συγγραφέας μυθιστορημάτων, ένας ονειροπόλος ο οποίος στον πραγματικό κόσμο μετά βίας δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του, δεν προειδοποίησε ποτέ την κόρη του ότι θα μπορούσε να πέσει και να τσακιστεί» γράφει, με παιδικό παράπονο, στον πρόλογο.
Ο δημιουργός του «Φύλακα στη σίκαλη» στοιχειώνει όλο το βιβλίο της. Η μητέρα της, ο αδελφός της και η ίδια μοιάζουν να περιστρέφονται, ανυπεράσπιστοι, γύρω από τις τυραννικές του επιθυμίες. Η μισανθρωπία, ο μισογυνισμός και ταυτόχρονα το πάθος του Σάλιντζερ για τις νεαρές, σχεδόν ανήλικες, γυναίκες, η εμμονή του με ανατολίτικες θρησκείες, δόγματα και αιρέσεις δεν ήταν, απλώς, οι αναζητήσεις και οι παραξενιές μιας ιδιοφυΐας με ασκητικό τρόπο ζωής. Κάθε επιλογή του είχε άμεση και καταστροφική επίδραση στις ζωές των οικείων του. Οπως προκύπτει, φυσικά, από τις μαρτυρίες της κόρης του η οποία, χωρίς μένος αλλά με βουδιστική νηφαλιότητα, περιγράφει τις πιο ακραίες πτυχές της οικογενειακής τους ζωής. Και διαπιστώνει: «Αυτά που οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν αλλόκοτα, για μας ήταν συνηθισμένα».
Ενα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στη μητέρα της Κλερ Ντάγκλας, την οποία ο Σάλιντζερ παντρεύτηκε στα 36 του, όταν εκείνη ήταν μαθήτρια, σχεδόν παιδί. «Ολος ο κόσμος ήταν ο πατέρας σου -κάθε τι που έλεγε, έγραφε ή σκεφτόταν. Διάβαζα ό,τι μου έλεγε να διαβάσω, έβλεπα τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, ζούσα τη ζωή μου σαν να με παρακολουθούσε» έλεγε στην κόρη της.
Γνωρίστηκαν στο σπίτι του αρθογράφου του «New Yorker» και συγγραφέα Φράνσις Στιγκμίλερ, όταν η Κλερ ήταν δεκαέξι ετών. Η νεαρή γυναίκα δεν μπορούσε να φανταστεί τη συνέχεια αυτής της σχέσης. Οταν παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στην ερημιά του Κόρνις, της απαγόρευσε να βλέπει τους φίλους και την οικογένειά της. Από τις αφηγήσεις της, όπως μεταφέρονται στο βιβλίο, προκύπτει ότι ο Σάλιντζερ φοβόταν το γυναικείο σώμα και όταν η Κλερ έμεινε έγκυος -σχεδόν τυχαία, σε μια από τις σπάνιες φορές που έκαναν σεξ- δεν δίστασε να της επισημάνει πόσο απεχθές έμοιαζε το αλλαγμένο σώμα της.
Κατά το ήμισυ Εβραίος, χωρίς όμως βαθιά εβραϊκή συνείδηση, βίωσε την έξαρση του αντισημιτισμού της εποχής του μέχρι να βυθιστεί στη δίνη των θρησκειών, των γιόγκι, της ομοιοπαθητικής. Η Μάργκαρετ Σάλιντζερ γράφει ότι ο πατέρας της απεχθανόταν το γάμο και ότι οι γονείς της δεν επρόκειτο να παντρευτούν αν ο Σάλιντζερ δεν είχε ακολουθήσει τις διδαχές τού γιόγκι Λαχίρι Μαχασάγια, που υποστήριζε ότι μόνο αν κάποιος ακολουθούσε το μονοπάτι της οικογένειας και των παιδιών υπήρχε η πιθανότητα να δεχτεί τη θεία φώτιση. Η πιο σκανδαλώδης επιρροή που δέχτηκε ο Σάλιντζερ, από τα δογμάτα που ασπαζόταν κατά καιρούς, ήταν να πιει, κάποτε, το ίδιο του το κάτουρο.
Σε αυτές τις συνθήκες, η Κλερ Ντάγκλας δεν άργησε να φτάσει στην απελπισία. Η ίδια έχει εκμυστηρευτεί στην κόρη της ότι όταν ήταν 13 μηνών βρέφος, σκεφτόταν να τη σκοτώσει και μετά να αυτοκτονήσει. Κάποια στιγμή έβαλε φωτιά στο σπίτι της, αν και δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι το έκανε.
Θεία φώτιση και γραφή
Οι εμμονές του Σάλιντζερ, σύμφωνα με την κόρη του, ήταν ποικίλες. Αδυνατούσε να διαχωρίσει τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα και αντιμετώπιζε τη συγγραφή ως όχημα για θεία φώτιση. Ελεγε «ότι η πράξη της γραφής ήταν αδιαχώριστη από ένα υψηλό αίτημα πνευματικής ανύψωσης και ότι σκόπευε να αφιερώσει τη ζωή του σ' ένα σπουδαίο έργο, το οποίο θα αποτελούσε και τον απόλυτο σκοπό της ζωής του».
Η Μάργκαρετ Σάλιντζερ δεν αρκέστηκε στις αναμνήσεις της για να γράψει το βιβλίο. Συζήτησε ώρες ατέλειωτες με τη μητέρα της και τη μεγαλύτερη αδελφή του πατέρα της, Ντόρις. Γι' αυτό και οι αναφορές στη ζωή του πατέρα της ξεκινούν πριν από τη δική της γέννηση. Ακόμα και σ' ένα από τα πρώτα ραντεβού της μητέρας της με τον πατέρα της, στο κλειστοφοβικό του διαμέρισμα, όπου τα ράφια, οι τοίχοι, ακόμα και τα σεντόνια του κρεβατιού ήταν κατάμαυρα.
Δεν διατηρεί, όμως, μόνο δυσάρεστες μνήμες από τα παιδικά της χρόνια. Θυμάται την αγάπη του Σάλιντζερ στον κινηματογράφο, τις προβολές ταινιών στο σπίτι τους από την προσωπική του συλλογή σε μπομπίνες. Είχαν δει πολλές φορές μαζί τις ταινίες του Χίτσκοκ «39 σκαλοπάτια», «Η κυρία εξαφανίζεται», «Ξένος ανταποκριτής» και φιλμ των αδελφών Μαρξ.
Πολεμιστής με τα όλα του
Δεν ξεχνά επίσης την ενεργό συμμετοχή του στις μεγαλύτερες πολεμικές επιχειρήσεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στην Απόβαση στη Νορμανδία, στη Μάχη των Αρδενών, και τη βαριά σκιά που άφησε ο πόλεμος στη μετέπειτα ζωή του: «Δεν αμφέβαλλα ποτέ ότι ο πατέρας μου υπήρξε στρατιώτης. Οι ιστορίες που έλεγε, τα ρούχα που φορούσε, η κυρτή, σπασμένη μύτη του, "λάφυρο" της πτώσης του από τζιπ που σφυροκοπούσαν ελεύθεροι σκοπευτές, και το κουφό αυτί του από την έκρηξη όλμου κοντά στο τζιπ του μαρτυρούσαν, διαρκώς, τις πολεμικές του περιπέτειες».
Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, όπως επιβεβαιώνει η κόρη του, δεν είχε καθόλου καλή σχέση με την έκφραση συναισθημάτων. Παρ' όλα αυτά, τον είδε μία και μοναδική φορά στη ζωή της να κλαίει. Ηταν μπροστά στην τηλεόραση και παρακολουθούσε την πομπή της κηδείας τού δολοφονημένου Τζ. Φ. Κένεντι. «Θυμάμαι ακόμα το πρόσωπό του κάτωχρο και τα δάκρυα να τρέχουν σιωπηλά, στα μάγουλά του...». *
- Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010
Monday, February 1, 2010
Γιατί ο «Φύλακας στη σίκαλη» είναι ακόμα αξεπέραστος
Αν ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ ακολουθήσει τη μετά θάνατο μοίρα όλων των μεγάλων συγγραφέων, σίγουρα κάποια στιγμή οι λογοτεχνικοί, έστω και ημιτελείς, θησαυροί που άφησε θα πλημμυρίσουν την αγορά.
- ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ: ΧΡ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Γ. ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ, ΙΩ. ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Β. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010
Ηδη ξέρουμε από το βιβλίο της κόρης του Μάργκαρετ («Dream Catcher») ότι έγραφε συνεχώς, ότι της είχε δείξει ολοκληρωμένα χειρόγραφα. Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» ανέφεραν ότι τουλάχιστον δύο από αυτά βρίσκονται σε θυρίδα τράπεζας του Κόρνις, ενώ άλλοι προτιμούν να τα φαντάζονται κρυμμένα σε χρηματοκιβώτιο στο σπίτι του.
Μέχρι, όμως, να διαβάσουμε και νέο Σάλιντζερ, ας ξαναβυθιστούμε στα παλιά του κείμενα και κυρίως στον «Φύλακα στη σίκαλη». Πέντε συγγραφείς όλων των γενεών μάς εξηγούν σήμερα γιατί αυτό το βιβλίο, του 1951, είχε και έχει ακόμα τόση δύναμη και επίδραση σε αναγνώστες και λογοτέχνες όλου του κόσμου. Προηγείται, βέβαια, η κατάθεση της Τζένης Μαστοράκη, αφού στη δική της εξαιρετική μετάφραση (εκδόσεις «Επίκουρος») χρωστάμε ήδη από το 1978 τη γνωριμία μας με τον ήρωα του Σάλιντζερ, Χόλντεν Κόλφιλντ.
ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
Δεν πουλάει επανάσταση
«Ο «Φύλακας στη σίκαλη» κλείνει τα 59, αλλά δεν το δείχνει καθόλου: δεν έχει γεράσει ούτε μία ώρα από τα δεκαεννιά μου που τον πρωτοδιάβασα και πέρασαν στο μεταξύ 42 χρόνια.
Ο Χόλντεν Κόλφιλντ δεν είναι εύκολη περίπτωση. Δεν σου επιτρέπει να τον συμπονέσεις, δεν θέλει να τον αγαπήσεις, να τον κάνεις φίλο σου, να ταυτιστείς μαζί του έστω: είναι αδιαπέραστη η ερημιά του. Βλέπει τον κόσμο σαν αμείλικτος τριαντάρης, αλλά εκφράζεται με λεξιλόγιο και συντακτικό ενός πιτσιρικά. Δεν πουλάει επανάσταση. Απολύτως τίποτα δεν πουλάει. Απελπίζεται, αλλά δεν το λέει φωναχτά. Παραιτείται, αλλά δεν το κάνει ζήτημα. Εχει απίστευτο μεγαλείο και η απελπισία του και η παραίτησή του. Ισως γι' αυτό να έχει αντισταθεί ώς τώρα στις σχολικές αναλύσεις των αμερικανόπαιδων, στην άρνηση και στη λατρεία, στην παθολογία των φανατικών του και -προπάντων- στον χρόνο: γιατί μιλάει σε ό,τι πιο απελπισμένο έχουμε όλοι μέσα μας.
Ο Χόλντεν, ένας κυνηγός (ελέω καπέλου), έχει καταδικαστεί να παραδέρνει μέσα στον ασφυκτικό χρόνο ενός βιβλίου: δυο μέρες και τρεις νύχτες. Ο Σάλιντζερ, ένας κυνηγημένος, είχε καταδικαστεί να παραδέρνει μισόν αιώνα, μέρα νύχτα, μέσα στους δικούς του τοίχους, που ποτέ δεν τον προστάτεψαν αρκετά. Πάντα τους σκέφτομαι σαν ένα αυτούς τους δυο.
Στη λίστα με τους δημοφιλέστερους φανταστικούς ήρωες από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα, ο Χόλντεν κρατάει σταθερά τη δεύτερη θέση στις προτιμήσεις του κοινού. Εκεί θα τον έβαζα κι εγώ. Και στην πρώτη πρώτη, τον Σάλιντζερ. Γιατί κι αυτός, με τον καιρό, ένας φανταστικός ήρωας έγινε. Και όχι μόνο για μένα».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο
Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έγραψε τον «Φύλακα στη σίκαλη» σε ηλικία 32 ετών. Εγώ τον διάβασα όταν ήμουν 16. Νομίζω ήταν η κατάλληλη στιγμή.
Η περιπλάνηση του Χόλντεν Κόλφιλντ παραμένει μια από τις πιο ελκυστικές ιστορίες μύησης/ενηλικίωσης (coming-of-age) στην αμερικανική λογοτεχνία και η εφηβεία αποτελεί το προσφορότερο πεδίο για την πρόσληψή της.
Ο Κόλφιλντ μοιάζει αποκλεισμένος -ακόμα και θυματοποιημένος- από τον κόσμο γύρω του, αισθάνεται παγιδευμένος «στην άλλη πλευρά», όπως λέει ο ίδιος, και διαρκώς ψάχνει κάποιον δρόμο διαφυγής από την ανοίκεια για τον ίδιο πραγματικότητα. Υπάρχει άραγε καλύτερη μεταφορά για τους φόβους που γεννά η επώδυνη χειραφέτηση των χρόνων της εφηβείας; Η αποξένωση ως μέσο αυτοπροστασίας, ο φόβος της ενηλικίωσης, η πλαστότητα του κόσμου των ενηλίκων, το δίλημμα των διαπροσωπικών σχέσεων και της σεξουαλικότητας, το ψεύδος και η εξαπάτηση είναι ζητήματα που διατρέχουν το βιβλίο σε όλη του την έκταση.
Εδώ όμως υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Οι προβληματισμοί του νεαρού Κόλφιλντ αφορούν όχι μόνο τον εκάστοτε αναγνώστη αλλά και τον συγγραφέα Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, καθώς και τη θέση του ίδιου του έργου στον αμερικανικό κανόνα: ας μην ξεχνάμε ότι κυκλοφόρησε το 1951, δηλαδή όταν πρωτοεμφανίστηκε το φαινόμενο της νεανικής -ή ακόμα και γενικότερα της λαϊκής- κουλτούρας (youth/pop culture). Με αυτόν τον τρόπο το βιβλίο αποκτά τη σημασία ενός ντοκουμέντου για την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου πολιτισμού (όπως π.χ. και το Rock around the clock του Μπιλ Χέλεϊ, που ηχογραφήθηκε τρία χρόνια αργότερα).
Οσο για τον ίδιο τον Σάλιντζερ, αποφάσισε να ζήσει κυριολεκτικά πίσω από ένα συμπαγές τείχος δυόμισι μέτρων. Να είναι αυτή μια άλλου τύπου μεταφορά του «φύλακα» στην πραγματική ζωή; Ο συγγραφέας μοιάζει να γίνεται ο ήρωάς του: «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ», κατά την τετριμμένη ρήση του Φλομπέρ. Ο Σάλιντζερ προτιμούσε μια άλλη διατύπωση: «Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο». Μετά τον θάνατό του, ετούτη η τελεσίδικη έκφραση μοιάζει κι αυτή με κυριολεξία.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Για την ελευθερία και την αγάπη
Στο βιβλίο του ο Σάλιντζερ μιλάει για την ελευθερία και την αγάπη.
Στο πικρό πρόσωπο του νεαρού ήρωα έχει αφήσει τα ίχνη της, εκτός των άλλων, και η τρομώδης εκπαίδευση, που συνεχίζει και στις μέρες μας την κακοποιό δράση της. Τότε που το διάβασα τον ζηλέψα που την κλότσησε και πήρε τους δρόμους. Πήρε δρόμο επίσης και απ' την αγχωτική, υπό προϋποθέσεις, αγάπη της οικογενείας, που όπως κάθε οικογένεια φορτώνει στους γόνους της όλο το βάρος της Γης.
Πώς φεγγοβολάει, όμως, στο βιβλίο η αγάπη της αδελφής του προς αυτόν, πόσο βαθιά χαράσσει τον αναγνώστη η αντίδραση του ήρωα σ' αυτή την αγάπη. Τέλος, πώς σοφά αποποιείται το πικραμένο αγόρι όλη την εμετική κοινωνική διάκριση και όνειρό του είναι, όπως εξομολογείται στην αδελφή του, να φυλάει τα παιδιά που παίζουν για να μην πέσουν στον γκρεμό. Φύλακας στο καραούλι της πρακτικής αγάπης, αυτό που οφείλει να είναι το πρώτο μέλημα του ανθρώπου και το εκφράζει θαυμάσια η αρβανίτικη προτροπή «ρουα-ρούχου», δηλαδή «φύλαξε-φυλάξου».
Αναρωτιέμαι, φυλάχτηκε άραγε ο συγγραφέας κατά την αναχώρησή του απ' το δημόσιο κουρνιαχτό ή αντιθέτως αθελήτως τον διόγκωσε; Παράδεισος θα ήταν για ψυχισμούς σαν τον δικό του η πλήρης ανωνυμία. Για όλη τη μικρή ζωή να είναι ο ταπεινός και ελεύθερος φύλακας στη σίκαλη.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ενέπνευσε ακόμα και τον Δεκέμβρη
«Ο φύλακας στη σίκαλη» του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (στη γλώσσα μας, ευτυχώς, τον μετέφρασε η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη το 1978) διαθέτει λογοτεχνικό πρόγονο: τον εξίσου ευαίσθητο και εξεγερμένο απέναντι στην υποκρισία των ενηλίκων, έφηβο «Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν.
Μεταφέροντας από το αγροτικό περιβάλλον στο αστικό την αμεσότητα, τον μεταμφιεσμένο σε πικρή ειρωνεία θυμό και κυρίως την εντιμότητα της φωνής του πνευματικού πατέρα του, ο Σάλιντζερ ανακάλυψε μια ολόκληρη νέα ήπειρο, της οποίας εξακολουθούμε να είμαστε κάτοικοι.
Από το 1951 που δημοσίευσε το εμβληματικό μυθιστόρημά του, ισχύουν τα ίδια από υπαρξιακής απόψεως, και αντιγράφεις θέλοντας και μη τον Χόλντεν Κόλφιλντ, αν επιχειρήσεις να μιλήσεις εξ ονόματος ενός επαναστατημένου. Στις μαζικές δυτικές κοινωνίες κυριαρχεί πια ο μέσος άνθρωπος και η μόνη δυνατότητα ανυπακοής που σου προσφέρεται, ταυτίζεται με την εφηβεία (κανονική, παρατεταμένη ή αιώνια), γιατί ο κόσμος των ενηλίκων δεν είναι παρά αυτό καθ' αυτό το Σύστημα. Σχεδόν αναπόφευκτα, λοιπόν, έχουμε έκτοτε όλοι μας την αίσθηση ότι σαν να βγήκαμε μέσα απ' αυτό το εκρηκτικής αθωότητας βιβλίο. Για μένα, ακόμα και η εξέγερση της νεολαίας τον προπερασμένο Δεκέμβριο, από τον «Φύλακα στη σίκαλη» εμπνεόταν. Απλώς επρόκειτο για τη βαλκανική του εκδοχή.
ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ευαγγέλιο εφηβικής αθωότητας
«Αμέσως μετά την καλοσύνη, η αυθεντικότητα είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα στον κόσμο, κι απ' τα πιο σπάνια, επίσης...», λέει, σε ανύποπτο χρόνο, ένας από τους ήρωες του Σάλιντζερ, στο τελευταίο δημοσιευμένο κείμενό του.
Η φράση θα μπορούσε να ανήκει κάλλιστα σε κριτική για τον «Φύλακα στη σίκαλη» ή στα... απομνημονεύματα του Χόλντεν Κόλφιλντ.
Ο Σάλιντζερ έγραψε ένα ευαγγέλιο της εφηβικής αθωότητας, ορίζοντάς την ως το μοναδικό σχεδόν καταφύγιο -μια «κιβωτό», που περισώζει τις σπάνιες και αυθεντικές εκείνες αρετές που κινδυνεύουν με αφανισμό από τον κατακλυσμό ενός κάλπικου κόσμου...
Αρκεί αυτό για να εξηγήσει γιατί ο «Φύλακας» αγαπήθηκε τόσο και από τόσους; Ασφαλώς όχι! Θα αρκούσε άραγε να προστεθεί ένα σχόλιο για το timing -την εποχή που εκδόθηκε το βιβλίο; Μάλλον όχι. Οπως επίσης δεν θα βοηθούσε και πολύ να επισημάνει κανείς τη σοφή επιλογή της γλώσσας του ήρωα, και άλλα τέτοια καλολογικά.
Οι εκρηκτικές εμπορικές επιτυχίες δεν εξηγούνται πάντα λογικά. Είναι η αντίσταση του «Φύλακα» στον χρόνο που μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε μια πειστική εξήγηση. Προσωπικά, προτιμώ τη διατύπωση του Ζούι, στην ομότιτλη νουβέλα, καθώς νουθετεί τρυφερά την αδερφή του: «Η μοναδική έγνοια ενός καλλιτέχνη», της λέει, «είναι να κυνηγήσει μια μορφή τελειότητας και, μάλιστα, με τους δικούς του όρους, κανενός άλλου».
Αυτό δεν έκανε κι ο Σάλιντζερ;
ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Στον αστερισμό της οικογένειας Γκλας
Κάποιο καλοκαίρι της δεκαετίας του '90 στο Ξυλόκαστρο ένα ψηλό μελαχρινό ατίθασο Ελληνογαλλάκι, ο Τηλέμαχος, που παραθέριζε με την οικογένειά του στο ξενοδοχείο «Αρίων» και τρόμαζε τις ηλικιωμένες κυρίες πηδώντας ξαφνικά από ένα παράθυρο του ισογείου στη βεράντα, όπου αυτές έπαιζαν χαρτιά, ως άλλος Μπάτμαν, με ρώτησε ένα βράδυ σε μια ψαροταβέρνα όπου εργαζόταν για να βγάλει κάποιο χαρτζιλίκι. «Δεν μου λες εσύ, δεν μου είπες ποτέ, με τι ασχολείσαι;». «Συγγραφέας», ομολόγησα με κάποια συστολή. «Δηλαδή;».
Και όταν πια του εξήγησα τι είδους βιβλία γράφω, τότε με δυνατή φωνή που έκανε τα άλλα τραπέζια να στραφούν προς το μέρος μας, μου είπε: «Α, μάλιστα, κατάλαβα, δηλαδή «Attrape coeur». Ηταν ο γαλλικός τίτλος τού «Φύλακα στη Σίκαλη», όπως προφανώς το μετέφρασε στη γλώσσα μας η καλή μας Τζένη Μαστοράκη. Κι αμέσως σκέφτηκα: Κοίτα να δεις... αυτό το βιβλίο έγινε ταυτόσημο με την έννοια συγγραφέας.
Κάπου νωρίτερα, στη δεκαετία του '80, στεγάστηκαν σ' ένα τομίδιο με δικό μου πρόλογο δύο αμερικάνικα διηγήματα με τους ήρωες μεταφερμένους στην Αθήνα της εποχής. Η «Χαμένη Δεκαετία» του Φιτζέραλντ από τον Θοδωρή Δασκαρόλη και η «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» του Σάλιντζερ από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο. Ο τελευταίος μάλιστα επανέλαβε αργότερα το εγχείρημα στο βιβλίο του «Εμμονες Ιδέες».
Ο ήρωας στα «Μπανανόψαρα», ο Σέιμορ, που αυτοκτονεί στις διακοπές του κοντά στη θάλασσα, είναι εξέχον μέλος της οικογένειας Γκλας που αποτελείται από παιδιά-θαύματα, τα οποία ξεκίνησαν από μια εκπομπή στο ραδιόφωνο και εξελίχθηκαν σε ενήλικες-θαύματα που διαβάζουν βουδιστικά κείμενα και κάνουν ζεν. Οι περιπέτειές τους, εκτός από τα «Μπανανόψαρα», περιλαμβάνονται στις νουβέλες «Φράνι και Ζούι», «Σέιμορ, μια εισαγωγή» καθώς και στο αγαπημένο μου «Σηκώστε τη σκεπή μαστόροι», τίτλος που παραπέμπει σε στίχο της Σαπφώς. Εκεί περιγράφεται η ξεκαρδιστική όσο και μελαγχολική ιστορία του μικρότερου από τ' αδέλφια Γκλας, ο οποίος παίρνει άδεια από τον στρατό για να παραβρεθεί στον γάμο του μεγαλύτερου αδελφού του στη Νέα Υόρκη. Οσες φορές κι αν το διαβάσω, δεν το χορταίνω.
Ωστε, λοιπόν, ο καλός συγγραφέας και σύντροφος των νεανικών μας χρόνων, με ατελείωτες συζητήσεις βράδια ολόκληρα γύρω από αυτόν με τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον Βασίλη Διοσκουρίδη και τον Λευτέρη Βογιατζή, δεν υπάρχει πια! Πότε έφτασε κιόλας 92 χρονών! Εμείς ξέρουμε τη φωτογραφία του που τον δείχνει τριαντάρη με κορακάτο μαλλί και βλέμμα γαζέλας. Η υστεροφημία του διατηρήθηκε όχι μόνο στα βιβλία του αλλά και στη δική του νεανική μορφή. Σε μια Αμερική, σκέφτομαι, που δεν υπάρχει πια. Ενα έθνος που, παρά τη νίκη του, σκιάστηκε από τις συνέπειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την ισοπέδωση της Χιροσίμας. Συνέπειες που είναι φανερές και στους ήρωες του συγγραφέα και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την αυτοκτονία του Σέιμορ στα «Μπανανόψαρα».
Ο ανατρεπτικός έφηβος Χόλντεν Κόλφιλντ και οι σοφές μέχρι υστερίας φιγούρες των αδελφών Γκλας αντιπροσωπεύουν ό,τι πιο ακραίο και χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής Αμερικής. Σκιαγραφούν νευρώσεις, όνειρα, δίνουν με απίστευτο χιούμορ οικογενειακές εικόνες μιας κοινωνίας που χάθηκε πια. Ομως η δύναμη, το νεύρο, το γέλιο και η απίστευτη ενέργεια των σελίδων του Τζέι Ντι Σάλιντζερ (μοιάζει με αναγραμματισμό του Ντι Τζέι) διατηρούν τους ήρωές του ζωντανούς όπως και την πρώτη μέρα. Δεν ξέρω αν κάποιοι κριτικοί θελήσουν στο μέλλον να αμαυρώσουν αυτόν τον συγγραφέα (ακολουθώντας ίσως την κόρη του και τη βιογραφία της), όμως για μένα και τους φίλους, παλιούς και νεότερους, ο Σάλιντζερ παραμένει μοναδικός μέσα στην αναρχία των ιδεών του, την ευθυμία του, την παιδική σοφία και την υπόγεια τραγικότητα των ηρώων. Δεν ξέρω αν ποτέ αποφασιστεί να κυκλοφορήσουν όσα έγραψε εκ των υστέρων κλειδωμένος στο ερημητήριό του. Αλλά για μένα αυτό δεν έχει την παραμικρή σημασία. Τα λίγα βιβλία που ο Τζέι Ντι δημοσίευσε έγιναν μύθος που έδωσε καινούργιο νόημα στη ζωή μας.
Saturday, January 30, 2010
Το ίχνος του Σάλιντζερ
Ο Σάλιντζερ, ο συγγραφέας του «Φύλακα στη σίκαλη», μπορεί να πέθανε 91 ετών, αλλά έφυγε με το μυστήριο ενός θανάτου νεανικού. Η ανθρωποφοβία του και η επιθυμία του να ζήσει μόνος και ήσυχος τού είχαν προσδώσει την ετικέτα του ερημίτη, ιδιότητα ενοχλητική, μεν για τους δημοσιογράφους που θα ήθελαν να στραγγίσουν κάθε χυμό από το πνεύμα του, αλλά ωστόσο βολική για όσους αρέσκονται στη δημιουργία κατηγοριών βάσει αυθαίρετα καθορισμένων ανθρώπινων συμπεριφορών.
Ο θάνατος του Σάλιντζερ επισφραγίζει την πορεία τέλους της θρυλικής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που θέλησε να μετουσιώσει σε δημιουργικό σπασμό το αίσθημα απελπισίας. Ηταν μία ρήξη. Το πέρασμά του στην αντίπερα όχθη μας θυμίζει τους κύκλους των γενεών και επιβεβαιώνει το κύλισμα του 20ού αιώνα πίσω στο παρελθόν όχι μόνο του βιολογικού αλλά και του ιστορικού χρόνου. Γεννημένος αμέσως μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ο Σάλιντζερ, όπως και οι συνομήλικοί του, μεγάλωσε με τα συλλογικά τραύματα της γενιάς του. Κάθε οικογένεια είχε τους νεκρούς της από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και η ίδια οικογένεια θα ζούσε και πάλι την απώλεια στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν ένα μεταίχμιο ατυχίας για εκατομμύρια οικογένειες του δυτικού κόσμου. Αυτοί οι κύκλοι προσωπικής ζωής και κοινής ιστορίας δημιούργησαν τις κορυφώσεις στο σώμα του 20ού αιώνα, αρχικά στη δεκαετία του 1920 και μετέπειτα στη δεκαετία του 1950 (που ίσως οι ιστορικοί του μέλλοντος τη βάλουν πιο ψηλά από την υπερεκτιμημένη ίσως δεκαετία του ’60). Οπως οι άνθρωποι του 1910 αποχαιρετούσαν τον 19ο αιώνα με κάθε απώλεια προσωπικότητας που είχε δώσει σχήμα και νόημα σε ζωές εκατομμυρίων, έτσι και εμείς, οι άνθρωποι του 2010 αποχαιρετούμε σιωπηλά κάθε μέρα τον 20ό αιώνα, που κάποτε θεωρούσαμε ανίκητο. Στο λείψανό του, εμείς οι κληρονόμοι του, αποδεχόμαστε τη μετακίνησή μας προς την άγνωστη, ακόμη, καρδιά του 21ου αιώνα. Στη διάρκεια αυτής της μετακίνησης αποχαιρετίσαμε και τον Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, ο οποίος μας άφησε ως «διαθήκη» ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν έφηβο που θα ζει για πολλά χρόνια ακόμα και μετά από εμάς.
- Tου Νικου Βατοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 30 Iανoυαρίου 2010
Friday, January 29, 2010
Το ευαγγέλιο των επαναστατημένων εφήβων
250.000 αντίτυπα πουλάει τον χρόνο ο «Φύλακας στη σίκαλη»Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την Πρωτοχρονιά του 1919, από πατέρα Πολωνοεβραίο έμπορο και από μητέρα μισή Σκοτσέζα και μισή Ιρλανδή.
Δεκατέσσερα ερωτικά γράμματα του 53χρονου Σάλιντζερ προς τη 18χρονη ερωμένη του Τζόις Μέιναρντ. Βγήκαν στο σφυρί το 1999 στους Σόθμπι'ς προς 156.500 δολάρια
Το βιβλίο, που εκτίναξε τη φήμη του εντός της Αμερικής και τον έκανε γνωστό παγκοσμίως, ήταν το μυθιστόρημα «Ο φύλακας στη σίκαλη» (1951). Μεταφράστηκε στα ελληνικά από την ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη («Επίκουρος», 1978). Ο κεντρικός ήρωάς του, ο έφηβος Χόλντεν Κόλφιλντ, συνόψιζε τη βίαια έκφραση της γενιάς του '50 και έγινε το «ευαγγέλιο» της αμφισβητησιακής γενιάς των μπίτνικ.
Από την πρώτη ημέρα της έκδοσής του, ο «Φύλακας στη σίκαλη» έγινε το απόλυτο και διαχρονικό αμερικανικό μπεστ σέλερ -έκτοτε πουλάει ετησίως 250.000 αντίτυπα- ενώ ο Χόλντεν Κόλφιλντ χαρακτηρίστηκε ο νέος Χοκ Φιν. Ο συγγραφέας του, όμως, από την πρώτη κιόλας στιγμή έδειξε την αποστροφή του στην αναπάντεχη επιτυχία: «Μου 'ρχεται να κάνω εμετό, δεν μπορώ να βλέπω τη φωτογραφία μου στο εξώφυλλο του βιβλίου!», είχε δηλώσει.
Η υψηλή δημοσιότητά του αντί να τον ιντριγκάρει, τον καταρράκωσε ψυχολογικά, με αποτέλεσμα να αναζητήσει την άμυνά του. Το 1953, σε ηλικία μόλις 34 ετών, εγκατέλειψε το Μανχάταν και αποσύρθηκε σ' ένα κτήμα 90 εκταρίων στους λόφους του Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ.
Η τελευταία του εκδοτική εμφάνιση έγινε στο περιοδικό «The New Yorker» με την επιστολική νουβέλα «Hapworth 16, 1924» (19 Ιουνίου 1965). Την τελευταία του συνέντευξη την έδωσε το 1980 στην εφημερίδα «Boston Sunday Globe». Είχε δηλώσει ανάμεσα σε άλλα: «Σας διαβεβαιώνω ότι αγαπώ το γράψιμο και συνεχίζω να γράφω τακτικά. Αλλά για μένα και θέλω να με αφήσουν ήσυχο».
Οι πρώτες συγγραφικές του ανησυχίες, που βρήκαν την έκφρασή τους σε μικρές ιστορίες, έχουν την αφετηρία τους την εποχή που ήταν ακόμη γυμνασιόπαις, στο Μανχάταν, αρχές της δεκαετίας του '40. Την πρώτη εμφάνισή του την έκανε στο περιοδικό «The New Yorker», το 1948, με την ιστορία «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (εκδόσεις Γράμματα). Εκτοτε, το εν λόγω περιοδικό θα αποτελέσει τη μόνιμη συγγραφική του στέγη.
Τον ήρωα της «Ιδανικής μέρας» Σέιμουρ Γκλας θα τον ξαναβρούμε στα άλλα δύο μυθιστορήματα που εξέδωσε: «Φράνι και Ζούι» του 1961 (μτφρ. Κώστας Αλάτσης, «Επίκουρος») και «Ψηλά σηκώστε τη σκεπή - Σέιμουρ» (εκδόσεις Γράμματα) του 1963.
Οταν τον Ιούλιο του 1951 είχε ερωτηθεί από τον εκδότη του «New Yorker» και φίλο του Γουίλιαμ Μάξγουελ, ποιοι συγγραφείς τον επηρέασαν, είχε δώσει μία όχι ευκατοφρόνητη λίστα: Κάφκα, Φλομπέρ, Τολστόι, Τσέχοφ, Ντοστογιέφκσι, Προυστ, Ο' Κέιζι, Ρίλκε, Λόρκα, Κιτς, Ρεμπό, Μπερνς, Μπροντέ, Οστεν, Χένρι Τζέιμς, Μπλέικ, Κόλεριτζ. Από τους ζώντες δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για τον Σέργουντ Αντερσον, ενώ προσπαθούσε να αποσιωπήσει ότι για ένα διάστημα αισθανόταν -σύμφωνα με τον βιογράφο του Ιαν Χάμιλτον- διάδοχος του Σκοτ Φιτζέραλντ (1896 - 1940).
Ο κατάλογος αυτών που επηρέασε δεν έχει τέλος: Σίλβια Πλαθ, Τζον Απντάικ, Φίλιπ Ροθ, Χαρούκι Μουρακάμι, Τομ Ρόμπινς.
Είχε έντονο το θρησκευτικό στοιχείο από τα νεανικά του χρόνια, ώσπου στα 1952 στράφηκε στο βουδιστικό ζεν. Συνδέθηκε με τον Σρι Ραμακρίσναμ μέσω του οποίου ασπάστηκε τον αντβάιντα βεντάντα βουδισμό. Εξακολούθησε να ζει υπό τη σκέπη του μυστικισμού, ακόμη κι όταν εγκατέλειψε τις ιερές γραφές των Ινδών. Εφθασε μάλιστα να ασχοληθεί και με την «Dianetics», πρόδρομο της σαϊεντολογίας.
* Είπε όχι σε Καζάν, Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τέρενς Μάλικ που ζητούσαν να κάνουν τον «Φύλακα στη σίκαλη» παράσταση ο πρώτος, ταινίες οι άλλοι.
* «Οπλισε» το χέρι του Μαρκ Τσάπμαν, δολοφόνου του Τζον Λένον. Οταν τον ρώτησαν γιατί, είπε: «Η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες του "Φύλακα στη σίκαλη"».
- Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010
Ηταν σ' αυτόν τον κόσμο, δεν ήταν αυτού του κόσμου
ΤΖ. ΝΤ. ΣΑΛΙΝΤΖΕΡ: ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1919 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2010
Ο ερημίτης του Νιου Χαμσάιρ, ο συγγραφέας του «Φύλακα στη σίκαλη» Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, δεν θα ξαναδεχτεί πια στη γειτονιά του πονηρούς ρεπόρτερ, που προσπαθούν να σπάσουν το επί δεκαετίες άβατό του.
Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ 32 χρόνων σε φωτογραφία του 1951.
Πέθανε την Τετάρτη, στα 91 του χρόνια, από φυσικά αίτια στο απομονωμένο σπίτι του στο Κόρνις, όπως ανακοίνωσε χθες ο λογοτεχνικός του εκπρόσωπος. Ζήτησε εκ μέρους της οικογένειάς του να «σεβαστούν την ασυμβίβαστη επιθυμία του για προστασία και υπεράσπιση της ιδιωτικής του ζωής» και δήλωσε ότι δεν θα υπάρξει νεκρώσιμη ακολουθία.
«Ο Σάλιντζερ είχε επισημάνει ότι ήταν σ' αυτόν τον κόσμο αλλά όχι αυτού του κόσμου. Το σώμα του έφυγε, αλλά η οικογένειά του ελπίζει ότι είναι ακόμα με αυτούς που αγαπά, θρησκευτικές ή ιστορικές προσωπικότητες, προσωπικούς φίλους ή μυθιστορηματικούς ήρωες», κατέληγε η οικογενειακή ανακοίνωση. Αφησε πίσω του την τρίτη συζυγό του Κόλιν Ο' Νιλ, το γιο του Μάθιου και την κόρη του Μάργκαρετ (Πέγκι) από τη δεύτερη σύζυγό του, καθώς και τρία εγγόνια.
Ο Σάλιντζερ τα κατάφερε να μείνει στην αιωνιότητα, ο τυχερός, ως ένας συμπαθής 32χρονος μελαχρινός. Η μοναδική του φωτογραφία, που αναπαράγεται αναγκαστικά από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ανήκει στο 1951. Η τελευταία του εικόνα παραδόθηκε, όμως, τον Απρίλιο του 2009 από τον Τομ Λέοναρντ του «Spectator», που του χτύπησε το κουδούνι και πρόλαβε να διακρίνει «έναν ψηλό, αλλά σκυμμένο γέρο», που έτρεχε να εξαφανιστεί φωνάζοντας «Ο, όχι». Και η τελευταία δημόσια πράξη του ήταν η μήνυση που κατέθεσε πέρυσι τον Ιούνιο εναντίον του Σουηδού Φρέντρικ Κόλντινγκ, συγγραφέα του «60 χρόνια μετά: βγαίνοντας από τη σίκαλη». Κι αν κέρδισε, έστω προσωρινά και μόνο στις ΗΠΑ, την απαγόρευση του σίκουελ, όπως το θεωρούσε, του περίφημου βιβλίου του, συσπείρωσε εναντίον του τούς υπερασπιστές της ελευθερίας της έκφρασης. *
- Των Β. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Β. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010
«Αιώνια εφηβεία»
![]()
O Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, ο μυθικός συγγραφέας της Αμερικής, που με το εμβληματικό του μυθιστόρημα «Ο φύλακας στη σίκαλη» σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, πέθανε χθες σε ηλικία 91 ετών. Ερμητικός και απόμακρος τα τελευταία χρόνια, ο Σάλιντζερ έγινε το ίνδαλμα της μεταπολεμικής αμφισβήτησης γράφοντας ένα κλασικό, πλέον, μυθιστόρημα εφηβείας και ενηλικίωσης στην ψυχροπολεμική
Πριν από 32 χρόνια, το 1978, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το πιο γνωστό και αγαπημένο βιβλίο του Σάλιντζερ «Ο Φύλακας στη Σίκαλη», από τις εκδόσεις «Επίκουρος», μ’ ένα λιτό ασημί εξώφυλλο. Ενα βιβλίο που αγαπήθηκε πολύ, και στην Ελλάδα, και είναι από εκείνα που πάντα έχουν μια μόνιμη θέση στη βιβλιοθήκη όλων μας. Μεγάλο μέρος όμως της δημοτικότητάς του στη χώρα μας το χρωστάει στην έξοχη, κατά γενική ομολογία, μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, η οποία δήλωσε χθες στην «Κ»: «“Ο Φύλακας στη Σίκαλη” (όπως με τους αυστηρότατους όρους του Σάλιντζερ μεταφράστηκε κυριολεκτικά ο τίτλος) είναι ένα μαγικό βιβλίο. Οχι μόνο γιατί μεγάλωσε γενιές παιδιών κι ακόμα τις μεγαλώνει από το 1951 μέχρι σήμερα, ενώ ο ήρωάς του, ο Χόλντεν Κόλφιλντ, δεν λέει να μεγαλώσει ποτέ. Αλλά κυρίως γιατί μας αιχμαλώτισε μια για πάντα, κι εμάς που τον διαβάσαμε, και τον Σάλιντζερ που τον επινόησε στα 30 του, και μάλλον δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να τον ξεπεράσει ποτέ. Εύχομαι τώρα πια να βρίσκεται κι αυτός, ο πολύ μακρινός και πολύ αγαπημένος μου, σε μια αιώνια εφηβεία, που έμοιαζε να την επιθυμεί».
- Ολγα Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/01/2010
Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, έμβλημα μιας γενιάς
Ο «ερημίτης» Αμερικανός συγγραφέας του «Φύλακα στη Σίκαλη» έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια Του Ηλια Mαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/01/2010
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ. Ολες οι εφημερίδες θα γράψουν ότι «πέθανε ο Φύλακας στη σίκαλη». Με το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα ταυτίστηκε τόσο πολύ ο συγγραφέας του, ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, που ο θάνατός του, σε ηλικία ενενήντα ενός ετών, ισοδυναμεί κατά κάποιον τρόπο με τον θάνατο του Χόλντεν Κόλφιλντ, του νεαρού κεντρικού ήρωα του βιβλίου, το οποίο έκανε πάταγο όταν κυκλοφόρησε, το 1951, και από τότε πουλάει σταθερά περί τα 250.000 αντίτυπα κάθε χρόνο. Με τον «Φύλακα στη σίκαλη», ο Σάλιντζερ προετοίμασε το έδαφος για την πιο ανήσυχη γενιά της δεκαετίας του '50 και τον «Επαναστάτη χωρίς αιτία». Και να σκεφτεί κανείς ότι το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε αρχικά υπό τη μορφή διηγήματος. Ο Σάλιντζερ το υπέβαλε στο «Νιου Γιόρκερ» το 1941, αφού πρώτα το ίδιο περιοδικό τού είχε απορρίψει κάπου επτά διηγήματα προς δημοσίευση. Το εκλεκτικό «Νιου Γιόρκερ» αποφάσισε να το δημοσιεύσει, όμως, η ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ ανέτρεψε τα σχέδια ολονών. Τελικά, το μικρό αυτό «πρελούδιο» στον «Φύλακα στη σίκαλη» δημοσιεύθηκε το 1946.
Ο Σάλιντζερ είναι ταυτισμένος με αυτό το βιβλίο, όμως, διότι έτσι κι αλλιώς δεν υπήρξε πολυγραφότατος. Εχει δημοσιεύσει κάμποσα διηγήματα, όμως εξέδωσε μόνο τέσσερα βιβλία συνολικά. Μετά τον «Φύλακα», το γνωστότερο βιβλίο του ήταν η νουβέλα «Φράνι και Ζόι», ενώ στα «Εννέα διηγήματα» περιλαμβάνονται ορισμένα πεζά που είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον όταν πρωτοδημοσιεύθηκαν σε περιοδικά.
Ο Σάλιντζερ ήταν βέρος Νεοϋορκέζος, γεννημένος την 1η Ιανουαρίου του 1919. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αλλά από νωρίς είχε αρχίσει να γράφει ιστορίες. Κάποια στιγμή, ο πατέρας του τον έστειλε στην Αυστρία για να μάθει την οικογενειακή επιχείρηση με κατεψυγμένα κρέατα - μόλις που πρόλαβε να εγκαταλείψει τη χώρα πριν από το «Ανσλους» (ο Σάλιντζερ ήταν εβραίος από την πλευρά του πατέρα του).
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Σάλιντζερ υπηρέτησε στο πεζικό και μάλιστα ήταν μάχιμος. Πήρε μέρος στην απόβαση στη Νορμανδία (ακτή Γιούτα) και στη μάχη των Αρδεννών. Ηταν, επίσης, από τους πρώτους Αμερικανούς στρατιώτες που μπήκαν σε απελευθερωμένο στρατόπεδο εξόντωσης. Οι εμπειρίες του αυτές είχαν βαθύ αντίκτυπο και για ένα διάστημα ο Σάλιντζερ νοσηλεύθηκε με τη λεγόμενη τότε «κόπωση μάχης». Κάποιες από αυτές τις εμπειρίες πέρασαν σε ορισμένα διηγήματά του που περιλαμβάνονται στον τόμο «Εννέα διηγήματα».
Γνωριμία με τον Χέμινγουεϊ
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Σάλιντζερ αναζήτησε και γνώρισε τον Χέμινγουεϊ, ο οποίος τότε κάλυπτε τις επιχειρήσεις ως πολεμικός ανταποκριτής. Συνέχισαν να αλληλογραφούν και μετά τη λήξη του πολέμου, μάλιστα ο Χέμινγουεϊ ήταν η βασική επιρροή του Σάλιντζερ, τα κείμενα του οποίου είχαν εντυπωσιάσει τον φειδωλό σε επιδοκιμασίες «πάπα» της αμερικανικής λογοτεχνίας.
Η μεγάλη επιτυχία του «Φύλακα» το 1951 τρόμαξε τον φυγόκοσμο Σάλιντζερ. Εγινε ακόμη πιο απόμακρος, απέφυγε όσο μπορούσε τη δημοσιότητα, αρνήθηκε πεισματικά να μεταφερθεί ο «Φύλακας» στο σινεμά και ήταν έτοιμος να κάνει αγωγές σε οποιονδήποτε δοκίμαζε να απειλήσει την ιδιωτική του ζωή. Κάποιοι, μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να πουν ότι ο επίσης άφαντος Τόμας Πίντσον ήταν στην πραγματικότητα ψευδώνυμο του Σάλιντζερ. Τα τελευταία χρόνια, το όνομά του συνδεόταν περισσότερο με αγωγές και μηνύσεις - είχε γίνει έξαλλος όταν η πρώην σύντροφός του και η κόρη του δημοσίευσαν τα απομνημονεύματά τους, όπου βέβαια κύριο θέμα ήταν ο Σάλιντζερ (παρουσιαζόταν ως ένας παράξενος, αυταρχικός, σχεδόν βάναυσος άνδρας), όμως η αλήθεια είναι ότι και μόνο με τον Χόλντεν Κόλφιλντ του «Φύλακα», εξασφάλισε την υστεροφημία του.
Thursday, January 28, 2010
J. D. Salinger, Literary Recluse, Dies at 91
By CHARLES McGRATH- The New York Times: January 28, 2010
J. D. Salinger, who was thought at one time to be the most important American writer to emerge since World War II but who then turned his back on success and adulation, becoming the Garbo of letters, famous for not wanting to be famous, died on Wednesday at his home in Cornish, N.H., where he had lived in seclusion for more than 50 years. He was 91.
Evening Standard/Getty Images (left)Mr. Salinger’s literary representative, Harold Ober Associates, announced the death, saying it was of natural causes. “Despite having broken his hip in May,” the agency said, “his health had been excellent until a rather sudden decline after the new year. He was not in any pain before or at the time of his death.”
Mr. Salinger’s literary reputation rests on a slender but enormously influential body of published work: the novel “The Catcher in the Rye,” the collection “Nine Stories” and two compilations, each with two long stories about the fictional Glass family: “Franny and Zooey” and “Raise High the Roof Beam, Carpenters and Seymour: An Introduction.”
“Catcher” was published in 1951, and its very first sentence, distantly echoing Mark Twain, struck a brash new note in American literature: “If you really want to hear about it, the first thing you’ll probably want to know is where I was born and what my lousy childhood was like, and how my parents were occupied and all before they had me, and all that David Copperfield kind of crap, but I don’t feel like going into it, if you want to know the truth.”
Though not everyone, teachers and librarians especially, was sure what to make of it, “Catcher” became an almost immediate best seller, and its narrator and main character, Holden Caulfield, a teenager newly expelled from prep school, became America’s best-known literary truant since Huckleberry Finn.
With its cynical, slangy vernacular voice (Holden’s two favorite expressions are “phony” and “goddam”), its sympathetic understanding of adolescence and its fierce if alienated sense of morality and distrust of the adult world, the novel struck a nerve in cold war America and quickly attained cult status, especially among the young. Reading “Catcher” used to be an essential rite of passage, almost as important as getting your learner’s permit.
The novel’s allure persists to this day, even if some of Holden’s preoccupations now seem a bit dated, and it continues to sell more than 250,000 copies a year in paperback. Mark David Chapman, who killed John Lennon in 1980, even said the explanation for his act could be found in the pages of “The Catcher in the Rye.” In 1974 Philip Roth wrote, “The response of college students to the work of J. D. Salinger indicates that he, more than anyone else, has not turned his back on the times but, instead, has managed to put his finger on whatever struggle of significance is going on today between self and culture.”
Many critics were more admiring of “Nine Stories,” which came out in 1953 and helped shape writers like Mr. Roth, John Updike and Harold Brodkey. The stories were remarkable for their sharp social observation, their pitch-perfect dialogue (Mr. Salinger, who used italics almost as a form of musical notation, was a master not of literary speech but of speech as people actually spoke it) and the way they demolished whatever was left of the traditional architecture of the short story — the old structure of beginning, middle, end — for an architecture of emotion, in which a story could turn on a tiny alteration of mood or irony. Mr. Updike said he admired “that open-ended Zen quality they have, the way they don’t snap shut.”
Mr. Salinger also perfected the great trick of literary irony — of validating what you mean by saying less than, or even the opposite of, what you intend. Orville Prescott wrote in The New York Times in 1963, “Rarely if ever in literary history has a handful of stories aroused so much discussion, controversy, praise, denunciation, mystification and interpretation.”
As a young man Mr. Salinger yearned ardently for just this kind of attention. He bragged in college about his literary talent and ambitions, and wrote swaggering letters to Whit Burnett, the editor of Story magazine. But success, once it arrived, paled quickly for him. He told the editors of Saturday Review that he was “good and sick” of seeing his photograph on the dust jacket of “The Catcher in the Rye” and demanded that it be removed from subsequent editions. He ordered his agent to burn any fan mail. In 1953 Mr. Salinger, who had been living on East 57th Street in Manhattan, fled the literary world altogether and moved to a 90-acre compound on a wooded hillside in Cornish. He seemed to be fulfilling Holden’s desire to build himself “a little cabin somewhere with the dough I made and live there for the rest of my life,” away from “any goddam stupid conversation with anybody.”... [CONTINUED]
Πέθανε ο συγγραφέας Τζ. Ντ. Σάλιντζερ
Πέθανε σήμερα σε ηλικία 91 ετών στο Νιου Χάμσάιρ ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας, Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, που έχει γράψει το κλασικό μυθιστόρημα «Ο φύλακας στη σίκαλη», που δημοσιεύθηκε το 1951, όπως ανακοινώθηκε από τον ατζέντη του.
Ο συγγραφέας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κλεισμένος στο σπίτι του στην μικρή πόλη Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ όπου έγραψε και το μυθιστόρημα που τον έκανε έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς των ΗΠΑ.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία του έργου του "Ο φύλακας στη σίκαλη", που αναφέρεται στην επανάσταση ενός έφηβου, ο συγγραφέας δεν δημοσίευσε τίποτε έως το 1965.
Ο Σάλιντζερ έχει δημοσιεύσει γενικά πολύ λίγα έργα και συλλογές μικρών ιστοριών στην καριέρα του, όπως τα "Εννέα ιστορίες", "Φράνι και Ζούι", "Τέλεια μέρα για μπανανόψαρα" και "Ψηλά σηκώστε την σκεπή-Σέιμουρ". [enet.gr, 21:45 Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010]
Tuesday, January 6, 2009
Σάλιντζερ, 90 ετών και πάντα μοναχικός
Ο «Φύλακας στη σίκαλη» έκλεισε 90 χρόνια ζωής. Για την ακρίβεια, ο δημιουργός του θρυλικού αυτού μυθιστορήματος έκλεισε προχθές ενενήντα χρόνια ζωής. Ο ερημίτης Τζ. Ντ. Σάλιντζερ πέρασε τα γενέθλιά του όπως ακριβώς το κάνει όλες αυτές τις δεκαετίες: Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο γεννημένος το 1919 Σάλιντζερ εξέδωσε τον «Φύλακα» το 1951 (στα ελληνικά κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’70 σε πολύ καλή μετάφραση της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη) και αμέσως σφράγισε μια ολόκληρη γενιά αλλά όχι μόνο: Η περιπετειώδης περιπλάνηση του Χόλντεν Κόλφιλντ συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει. Ωστόσο, ο Σάλιντζερ δεν έχει κυκλοφορήσει άλλο βιβλίο από το 1965 και δεν έχει δώσει άλλη συνέντευξη μετά το 1980. Σε εκείνη τη συνέντευξη (στην Boston Sunday Globe) είχε δηλώσει: «Σας διαβεβαιώ πως αγαπώ το γράψιμο και συνεχίζω να γράφω τακτικά. Αλλά γράφω για μένα και θέλω να με αφήσουν στην ησυχία μου». Εξι χρόνια νωρίτερα, ο Σάλιντζερ είχε δηλώσει σε άλλη συνέντευξή του ότι «η έκδοση ενός βιβλίου συνιστά τρομακτική εισβολή στην ιδιωτική μου ζωή». Ο Σάλιντζερ ζει πάντα απομονωμένος και περιφρουρεί με μανία την ιδιωτική του ζωή. Λίγα χρόνια πριν, η κόρη του Μάργκαρετ δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της όπου χαρακτήριζε τον συγγραφέα «αυταρχικό». Ο Σάλιντζερ έχει αρνηθεί να γίνει ταινία ο «Φύλακας». «Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο στον Χόλντεν Κόλφιλντ. Ξαναδιαβάστε το βιβλίο. Ολα είναι εκεί. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι απλώς μια παγωμένη στιγμή στον χρόνο». [Ηλιας Μαγκλινης, Η Καθημερινή, 06-01-09]

