Στον Περουβιανό συγγραφέα Σαντιάγο Ρονκαλιόλο απονεμήθηκε το βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο Independent Foreign Fiction Prize, για το βιβλίο του "Κόκκινος Απρίλης". Στον Περουβιανό συγγραφέα Σαντιάγο Ρονκαλιόλο απονεμήθηκε το βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο Independent Foreign Fiction Prize, για το βιβλίο του "Κόκκινος Απρίλης". Ετσι ο 36χρονος Ρονκαλιόλο έγινε ο νεαρότερος νικητής τους βραβείου, ξεπερνώντας μάλιστα ονόματα όπως ο νομπελίστας Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ.
Showing posts with label Ρονκαλιόλο Σαντιάγο. Show all posts
Showing posts with label Ρονκαλιόλο Σαντιάγο. Show all posts
Tuesday, May 31, 2011
Wednesday, July 14, 2010
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο στον "Ιανό"!
Οι εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ και ο IANOS σας [μας] προσκαλούν στην συζήτηση μεταξύ του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο και του μεταφραστή και μελετητή λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας Κώστα Αθανασίου με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του περουβιανού συγγραφέα «Η τέταρτη ρομφαία, η ιστορία του Αμπιμαέλ Γκουσμάν και του “Φωτεινού Μονοπατιού”», την Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010, στις 19.30, στο café του βιβλιοπωλείου (Σταδίου 24).
Είσοδος ελεύθερη
Σχεδόν 70.000 ήταν οι νεκροί του πολέμου ανάμεσα στο τρομοκρατικό κίνημα «Φωτεινό Μονοπάτι» και στο κράτος του Περού τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Υπεύθυνο για περισσότερα από τα μισά θύματα που μετρήθηκαν εκείνη την εποχή, το «Μονοπάτι» υπήρξε η πιο θανατηφόρα αντάρτικη οργάνωση στην ιστορία της αμερικανικής ηπείρου. Ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ο άνθρωπος που καθοδήγησε όλη αυτή τη βία και ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ως την «τέταρτη ρομφαία» του διεθνούς κομμουνισμού μετά τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μάο, δεν έφερε όπλα. Δεν είχε καμία υποστήριξη από ξένες κυβερνήσεις. Δεν πήγαινε καν στο πεδίο της μάχης. Για δώδεκα όμως ολόκληρα χρόνια, πίσω από ένα γραφείο, οπλισμένος με μια άκαμπτη ιδεολογία, προσπαθούσε να ελέγξει μια ολόκληρη χώρα. Η ιστορία του αποτελεί ένα ανατριχιαστικό παράδειγμα της καταστροφικής δύναμης των ιδεών. Πώς μετατράπηκε ο Γκουσμάν σε αντικείμενο προσωπολατρίας ικανό να εμπνεύσει μεταξύ των οπαδών του αποστολές καμικάζι; Ποιοι ήταν οι στρατιώτες του; Πώς βίωναν την αγάπη και το μίσος μεταξύ τους; Aφήγημα που βασίστηκε στις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του «Mοναπατιού», έχει όχι μόνο την αξία του δημοσιογραφικού ντοκουμέντου, αλλά (όπως ακριβώς και το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε) διαβάζεται και ως συνταρακτικό μυθιστόρημα: είναι μια εμβάπτιση στο μυαλό ενός σφαγέα, ένα πορτρέτο του Κακού.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (Λίμα, 1975) θεωρείται το νέο μεγάλο αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Σεναριογράφος, δραματουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, μεταφραστής, shadow writer και δημοσιογράφος, ο Ρονκαλιόλο έγινε από πολύ νωρίς γνωστός στον λατινοαμερικάνικο χώρο, με το μυθιστόρημά του Ντροπή (μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Eκδ. Καστανιώτη 2008). Ακολούθησαν τα μυθιστόρηματά του Κόκκινος Απρίλης (μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Eκδ. Καστανιώτη 2007) και Aναμήσεις μιας κυρίας (μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Eκδ. Καστανιώτη 2009). Aπό τα γνωστότερα σε όλον τον κόσμο έργα του και η μονογραφία που έγραψε για τον Γκουσμάν, ηγέτη του «Φωτεινού Mονοπατιού», με τίτλο H τέταρτη ρομφαία.
Tuesday, June 1, 2010
Τέρας και άγγελος
Ο περουβιανός δημοσιογράφος Σαντιάγο Ρονκαλιόλο ανασυστήνει την ιστορία του Αμπιμαέλ Γκουσμάν, του ηγέτη της οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι» που αιματοκύλισε το Περού
- ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ | Κυριακή 30 Μαΐου 2010
Ο Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ο ηγέτης της περουβιανής μαοϊκής οργάνωσης «Φωτεινό Μονοπάτι», είναι στο κέντρο του βιβλίου του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο [Santiago Roncagliolo]. Η τέταρτη ρομφαία δεν είναι όμως η βιογραφία του Γκουσμάν, του αποκαλούμενου «τέταρτου ξίφους του μαρξισμού» (τα υπόλοιπα τρία «ξίφη» είναι ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Μάο, ενώ η λέξη ρομφαία, μετάφραση της ισπανικής espada, εδώ παραπέμπει στον εξολοθρευτή της Αποκάλυψης του Ιωάννη). Είναι ένα αφήγημα για τον Γκουσμάν που βασίστηκε στις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του «Μονοπατιού».
Το βιβλίο αποτελείται από μία εισαγωγή και τρία μέρη που τιτλοφορούνται, αντιστοίχως, «Το σχολείο του τρόμου», «Ο πόλεμος» και «Η φυλακή». Κλείνει με έναν επίλογο, έναν χάρτη με τα κύρια θέατρα των επιχειρήσεων του «Φωτεινού Μονοπατιού», ένα χρονολόγιο (1934-2006) και σχετική βιβλιογραφία. Στην εισαγωγή του ο Ρονκαλιόλο υπογραμμίζει ότι η φυλακή στην οποία κρατείται ο Γκουσμάν χτίστηκε ειδικά γι΄ αυτόν και θεωρείται η ασφαλέστερη στον κόσμο, σημειώνει πως, αν ρωτήσεις τους περαστικούς στους δρόμους της Λίμα, απαντούν χωρίς δισταγμό ότι ο Γκουσμάν είναι ένα «τέρας», ένας «ψυχοπαθής», ένας «ασυνείδητος δολοφόνος», και καταλήγει: «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;». Στη συνέχεια μιλάει για την πρώτη ανάμνηση που διατηρεί από την πατρίδα του, το Περού: είναι η εικόνα πολλών νεκρών σκύλων, κρεμασμένων από τους στύλους του ηλεκτρικού στο κέντρο της Λίμα που έφεραν ταμπέλες με μια ακατανόητη και απειλητική επιγραφή: «Τενγκ Χσιαοπίνγκ, γιε σκύλας». Ηταν 26 Δεκεμβρίου 1980, όταν το «Φωτεινό Μονοπάτι» εμφανίστηκε δημοσίως στην πρωτεύουσα με αυτό τον αποκρουστικό τρόπο. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς η οργάνωση είχε αρχίσει τον ένοπλο αγώνα.
Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα ο συγγραφέας επιστρέφει στη Λίμα για να κάνει ένα ρεπορτάζ για λογαριασμό της εφημερίδας «Εl Ρais», σχετικό με τον άνθρωπο που αιματοκύλισε τη χώρα.
Μη μπορώντας να πάρει συνέντευξη από τον ίδιο τον Γκουσμάν, συναντιέται με δημοσιογράφους, δικηγόρους, την ετεροθαλή αδελφή του Σουσάνα, έναν αδελφό του, αρκετούς συντρόφους του και φίλους από τα παλιά, αλλά και τη δεύτερη γυναίκα του, την Ελένα Ιπαραγίρε, φυλακισμένη και αυτή, οι οποίοι του μιλούν για τον έγκλειστο ηγέτη.
Ο Γκουσμάν γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1934 στο Μολιέντο της Αρεκίπα. Οι γονείς του δεν ήταν παντρεμένοι και καταχωρίστηκε ως νόθο τέκνο τους. Ο πατέρας του, συντηρητικός διαχειριστής αγροτικών εκτάσεων, τον έστειλε σε ιδιωτικό σχολείο, όπου επικρατούσε θρησκευτική πειθαρχία. Ηταν άριστος μαθητής και βιβλιοφάγος, του άρεσε ο Σαίξπηρ και από τα έργα του προτιμούσε το Ιούλιος Καίσαρ και το Μάκβεθ. Πέρασε δεύτερος στο Πανεπιστήμιο και όταν επιχείρησε να μπει στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού τον απέρριψαν επειδή δεν ήταν γιος εργατών. Ερωτεύτηκε μια κόρη εκπαιδευτικών, αλλά οι γονείς της τον απέρριψαν ως εξώγαμο παιδί. Εκείνη η κοπέλα, σύμφωνα με την αδελφή του, έκρινε τη σύγχρονη ιστορία του Περού, διότι ο Αμπιμαέλ έχασε το ενδιαφέρον του για τη ζωή και, αντί να γίνει δικηγόρος, έκανε μία διατριβή στη Φιλοσοφία και μία στο Δίκαιο, όπως ο Καρλ Μαρξ. Το 1962 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αγιακούτσο και μυήθηκε στις αρχές του Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, του ιδρυτή του Κομμουνιστικού Κόμματος του Περού, ο οποίος έγραψε τη φράση «Ο μαρξισμός-λενινισμός είναι το φωτεινό μονοπάτι του μέλλοντος». Πιστεύοντας ότι η επανάσταση στην πατρίδα του δεν θα ήταν εργατική αλλά αγροτική, τοποθετήθηκε πιο αριστερά από τον Ερνέστο Γκεβάρα και χαρακτήρισε την Κούβα του Κάστρο «προηγμένο αστικό κράτος». Το 1964 παντρεύτηκε την Αουγούστα Λα Τόρε, η οποία είχε φοιτήσει σε καθολικό σχολείο, αλλά δεν παρέλειπε να γοητεύει τις αριστερές φοιτήτριές του. Τότε αποφάσισε τη δημιουργία της ένοπλης οργάνωσης που έπρεπε να στηρίζεται στην πειθαρχία και στην ενδογαμία ώστε να εξασφαλιστεί η θωράκισή της από τον κίνδυνο διεισδύσεων. Ηταν φανατικός υπέρμαχος της οικογένειας, αλλά δεν κατάφερε να κάνει παιδιά. Θαυμαστής του Στάλιν και του Μάο («ερωτεύτηκε τη σκέψη του Μάο», γράφει ο Ρονκαλιόλο), εχθρός του Χρουστσόφ, το 1969 ίδρυσε το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού-«Φωτεινό Μονοπάτι», παίρνοντας το όνομα «Γκονσάλο». Αποκαλούσε τον εαυτό του «πρόεδρο Γκονσάλο», κατά το «πρόεδρος Μάο». Οι σύντροφοί του τότε ήταν μόνο 12 άνθρωποι. Και ύστερα άρχισε ο ακήρυχτος εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε 12 χρόνια και στοίχισε 70.000 νεκρούς. Το τέλος του πολέμου ήρθε με τη σύλληψή του, τον Σεπτέμβριο του 1992, επί προεδρίας του Αλμπέρτο Φουχιμόρι, χάρη στις προσπάθειες του αρχηγού μιας ειδικής ομάδας πληροφοριών, του αστυνόμου Μπενεδίκτο Χιμένες. Συνελήφθη επίσης και η δεύτερη γυναίκα του, η Ελένα Ιπαραγίρε (η πρώτη πέθανε μυστηριωδώς και ίσως δολοφονήθηκε από αυτήν), εκπαιδευτικός, κόρη συνταγματάρχη της χωροφυλακής, η οποία είχε φοιτήσει σε σχολή καλογραιών και είχε κάνει σπουδές στο Παρίσι.
Ο κ.Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας.
ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Η μέθοδος του Ρονκαλιόλο- η συλλογή πληροφοριών από ποικίλους ανθρώπους για το ίδιο πρόσωπο- είναι επηρεασμένη τόσο από τον συμπατριώτη του Μάριο Βάργκας Λιόσα, όπως την εφήρμοσε στο μυθιστόρημά του Μια ιστορία για τον Μάυτα (εκδόσεις Καστανιώτη), όσο και από τα έργα ισπανών συγγραφέων, όπως το Στρατιώτες της Σαλαμίνας του Χαβιέρ Θέρκας (εκδόσεις Πατάκη) και το Η βασίλισσα του Νότου του Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε (εκδόσεις Πατάκη). Ασφαλώς, πριν από αυτούς έχουν προηγηθεί και άλλοι διακεκριμένοι συγγραφείς με παρόμοια εγχειρήματα, κυρίως ο Χανς Μάγκνους Εντσεσμπέργκερ που έγραψε το αριστούργημα Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας (εκδόσεις Οδυσσέας), με θέμα τη ζωή του αναρχικού Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, ο οποίος σκοτώθηκε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο γεννήθηκε στη Λίμα το 1975 και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Σεναριογράφος, δραματουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, μεταφραστής και δημοσιογράφος, έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα Ντροπή. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Κόκκινος Απρίλης και Αναμνήσεις μιας κυρίας. Αν στο Η τέταρτη ρομφαία πραγματεύεται τον βίο του Γκουσμάν και τη δράση των μαοϊκών ανταρτών, στο Κόκκινος Απρίλης παραλληλίζει τις μεθόδους επιθέσεων του «Φωτεινού Μονοπατιού» που περιγράφει στο βιβλίο του με τις μεθόδους ανάκρισης και βασανιστηρίων των κρατικών αρχών, οι οποίες είναι το ίδιο σκληρές και απάνθρωπες. Σήμερα ζει στην Ισπανία, χώρα που του παρέχει ευκαιρίες για να αναπτύξει το λογοτεχνικό ταλέντο του.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=334601&dt=30/05/2010#ixzz0paLGDEl4
Saturday, May 22, 2010
Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο: «Δεν έχω φίλους. Μόνο συντρόφους»
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ
ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΗΔΗ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ
ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΣ. ΟΜΩΣ Ο ΡΟΝΚΑΛΙΟΛΟ ΤΟΥ ΔΙΝΕΙ
ΖΩΗ ΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ
1992 ΗΓΕΤΗ ΤΟΥ ΑΜΠΙΜΑΕΛ ΓΚΟΥΣΜΑΝ. ΕΝΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ
ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟ
ΠΛΑΣΙΑΣ
Ο τριανταπεντάχρονος Περουβιανός Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο επιβεβαιώνει εδώ ότι δικαίως συγκαταλέγεται στα πλέον υποσχόμενα ονόματα της λογοτεχνίας διεθνώς. Αν και καταπιάνεται με ένα άχαρο, παραμερισμένο θέμα όπως αυτό της βίαιης δράσης του κινεζόφιλου κινήματος Φωτεινό Μονοπάτι στις Περουβιανές Ανδεις, καταφέρνει να δώσει στην επαναστατική βία μια οικουμενική διάσταση, αν όχι λυτρωτική, πάντως γερά εδραιωμένη σε ένα κοινωνικό υπόστρωμα ακραίας ανισότητας και φυλετικού αποκλεισμού.
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός
Ο Ρονκαλιόλο, που ζει εδώ και καιρό στην Ισπανία, ξεκίνησε την έρευνά του ως απεσταλμένος της εφημερίδας «Εl Ρais». Σύντομα η δουλειά του θα ξέφευγε από τα πλαίσια του απλού ρεπορτάζ. Πέφτοντας πάνω σε έναν τοίχο σιωπής, συλλογικών ενοχών και αποσιώπησης της πρόσφατης ιστορίας του Περού, ο συγγραφέας θα ανακαλέσει τις παιδικές του μνήμες, θα ανασυγκροτήσει το βίαιο παρελθόν και εντέλει θα γίνει από παρατηρητής εμπλεκόμενος. Ενδεικτική σκηνή και εναρκτήριο λάκτισμα, η πρώτη ανάμνηση από τη χώρα του στο κεφάλαιο (Ι) με τίτλο Ο Μικρός Κομμουνιστής: οι αστυνομικοί ξεκρεμούν από τους στύλους του ηλεκτρικού στη Λίμα σφαγμένους σκύλους. Πάνω τους η υπογραφή του Φωτεινού Μονοπατιού και η φράση «Τενγκ Σιαοπίνγκ, σκύλας γιε»- αναφορά στην εκσυγχρονιστική πορεία της Κίνας και την απαξίωση της σκέψης του Μεγάλου Τιμονιέρη. Στον αιωνίως γκρίζο ουρανό της πόλης επικρέμαται πλέον μια απειλή. Ο πόλεμος έχει κηρυχθεί.
Οι απόηχοι
Ο Ρονκαλιόλο επισκέπτεται φυλακές, αναζητεί ίχνη της παιδικής ηλικίας του Αμπιμαέλ Γκουσμάν (γεν. 1934), ανασυστήνει την προεπαναστατική ζωή του, επικοινωνεί με τα ετεροθαλή αδέλφια του (ο ηγέτης του Φωτεινού Μονοπατιού ήταν νόθος γιος πλουσίου πατρός και ταπεινήςκαταγωγής μητρός στην καθολική προπολεμική κοινωνία του Περού). Ομως δεν υποκύπτει στους εύκολους ψυχολογισμούς. Η ισπανική κληρονομιά στη χώρα των Ινκας σκιαγραφείται προσεκτικά: πολιτισμική και φυλετική περιθωριοποίηση, «περίφραξη» των κοινόχρηστων πόρων, προϊούσα ανισότητα, εν ολίγοις μια ακραία δυϊστική κοινωνία που δεν θέλει και πολύ για να εκραγεί. Σε μια εποχή όπου στη Νότια Αμερική ανθούν τα επαναστατικά κινήματα, οι απόηχοι της κουβανέζικης επανάστασης ταξιδεύουν πάνω από τις Ανδεις, ο Τσε (τον οποίο πάντως ο Γκουσμάν περιφρονεί) πεθαίνει στη γειτονική Βολιβία, στην Αργεντινή εξαφανίζονται κατά χιλιάδες οι αντιτιθέμενοι στη στρατιωτική χούντα, το Περού διαθέτει καμιά εβδομηνταριά κομμουνιστικά κόμματα (ναι, καλά διαβάσατε). Το πώς καταφέρνει ο Γκουσμάν με υπομονετική δουλειά στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70 να περιθωριοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, να εκπαιδευτεί στην Κίνα «παίρνοντας το χρίσμα», να επαναστατικοποιήσει το φοιτητικό κίνημα και να ξεσηκώσει μέρος της αγροτιάς, περιγράφονται εδώ με μια μέθοδο περιπτωσιολογικής δόμησης της ιστορίας όπου ο αφηγητής μεταβάλλεται σταδιακά σε μέρος του προβλήματος.
Το Φωτεινό Μονοπάτι υπήρξε το βιαιότερο κίνημα στη Νότια Αμερική στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90 και η σύγκρουσή του με το κράτος του Περού άφησε πίσω της 70.000 νεκρούς. Πολλοί από αυτούς ήταν θύματα των παραστρατιωτικών και των Σωμάτων Ασφαλείας, άλλοι ήταν προϊόν αλληλοεξόντωσης ομάδων χωρικών. Τμήματα της χώρας αποκλείσθηκαν από οποιαδήποτε πρόσβαση. Ο Γκουσμάν- που θεωρούσε τον εαυτό του ως την τέταρτη ρομφαία του διεθνούς κομμουνισμού μετά τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μάο- δόμησε ένα υδροκέφαλο κίνημα με οδηγό τη μονολιθική του σκέψη από όπου οποιαδήποτε παρέκκλιση τιμωρείτο με θάνατο ή και με κάρφωμα στις Αρχές. Τον συνέλαβαν το 1992 και επτά χρόνια αργότερα συνέλαβαν και τον τελευταίο από τα ηγετικά στελέχη του Μονοπατιού. Ο Ρονκαλιόλο δεν αναζητεί απλώς τις ρίζες του Κακού. Μοιάζει να κατανοεί πώς ο επαναστατικός μαρξισμός μπορεί να καταντήσει θρησκευτικό δόγμα εμποτισμένο με υπερβατική βουλησιαρχία.
ΤΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ ΤΟΥΣ
Εντέλει κάτι ίσως μένει πίσω από αυτή τη σκοτεινή ιστορία: η επανανάδυση των ιθαγενών και της εργατικής τάξης στα πολιτικά πράγματα της Λατινικής Αμερικής μπορεί σήμερα να ανιχνευθεί σε πολλές χώρες. Γιατί τα βίαια επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική των δεκαετιών ΄60 και ΄70 έφεραν στο προσκήνιο τα αιτήματα των φυλετικά περιθωριοποιημένων Ινδιάνων - που ειδικά στις Ανδεινές Δημοκρατίες της Κολομβίας, του Περού, της Βολιβίας και του Ισημερινού συνιστούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Εφεραν επίσης στο προσκήνιο το συλλογικό αίτημα της αναδιανομής της γης που στην αποικιοκρατούμενη Λατινική Αμερική είχε υψηλότατο βαθμό συγκέντρωσης σε ελάχιστα χέρια, συγκροτώντας αχανή λατιφούντια όπου οι άκληροι δούλευαν ως αγρεργάτες. Παράλληλα δε με το συνδικαλιστικό κίνημα που άνθησε στις μεγαλουπόλεις και που έφερε στην εξουσία λ.χ. τον Βραζιλιάνο Λούλα, είχαμε και την ανάδυση του οικολογικής τάξεως συλλογικού αιτήματος για δημοκρατικό έλεγχο επί των φυσικών πόρων- ενέργεια, νερό, εδάφη, βιοποικιλότητα. Παρά λοιπόν την οσμή άλλων εποχών που απελευθερώνει το άνοιγμα του σεντουκιού της μνήμης για ένα μονολιθικό κίνημα όπως το Φωτεινό Μονοπάτι, η Τέταρτη Ρομφαία συνιστά και μια πορεία αυτογνωσίας για τις νεώτερες γενιές. Μπορεί το αποτέλεσμα της δράσης του Γκουσμάν να υπήρξε αιματηρό και συχνά απωθητικό, ωστόσο τα συλλογικά αιτήματα έφτασαν στους αποδέκτες τους. Από κει και πέρα η σημερινή πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα και πάντως ανοιχτή σε πολλαπλά ενδεχόμενα, μοιάζει να μας λέει ο Ρονκαλιόλο. Κάτι είναι κι αυτό στους καιρούς που ζούμε.
- TA NEA, 22/05/2010
Monday, June 22, 2009
Ο ΠΕΡΟΥΒΙΑΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΡΟΝΚΑΛΙΟΛΟ ΣΤΑ «ΝΕΑ»: Ιστορίες διαφθοράς και τρομοκρατίας
- Δικτάτορες, διεφθαρμένοι πλούσιοι και αδίστακτοι τρομοκράτες πρωταγωνιστούν στα μυθιστορήματα του Περουβιανού Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, που προσπάθησε να δείξει «πώς πλουτίζει κανείς σε μια φτωχή χώρα»
Στο νέο του μυθιστόρημα, που είναι και πάλι πολιτικό, ο 34χρονος Περουβιανός Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, επιλέγει ως ηρωίδα μία πλούσια κυρία που αποφασίζει να γράψει τα απομνημονεύματά της και στην πορεία διαπιστώνει, μαζί με τον συγγραφέα- ερευνητή που τη βοηθά, ότι ο Ιταλός πατέρας της είχε συνεργαστεί με τον Μουσολίνι, την ιταλική Μαφία και τη CΙΑ.
«Έχω γράψει δύο βιβλία για την τρομοκρατία. Αν τώρα καταπιάνομαι με την άλλη πλευρά είναι γιατί το δύσκολο δεν είναι να καταλάβεις πώς, σε μια φτωχή λατινοαμερικάνικη χώρα, γίνεται κάποιος τρομοκράτης. Το δύσκολο είναι να καταλάβεις πώς γίνεται κάποιος πλούσιος», λέει στα «ΝΕΑ» ο Ρονκαλιόλο, που βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένος του Μegaron Ρlus.
«Οι Ιταλοί, αλλά και άλλοι Ευρωπαίοι που έφτασαν στη Λατινική Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα, βρήκαν εκεί μία συντηρητική ελίτ γαιοκτημόνων. Και έγιναν γρήγορα πλούσιοι γιατί καταπιάστηκαν με το εμπόριο και τη βιομηχανία. Όταν συγκέντρωσαν πολλά χρήματα, άρχισαν οι μεικτοί γάμοι. Οι μισητοί ξένοι νεόπλουτοι προσέφεραν το χρήμα, οι ξεπεσμένοι ντόπιοι αριστοκράτες το τοπικό κύρος. Η ηρωίδα μου, που βλέπει με την κουβανική επανάσταση τον κόσμο της να καταρρέει, αποκτά αργότερα εκδικητικές τάσεις απέναντι στα ίδια της τα παιδιά όταν καταλαβαίνει ότι κανείς, ούτε αυτά ούτε και ο πατέρας της, ο πατριάρχης της οικογένειας, δεν την αντιμετώπισαν ως άνθρωπο. Ο μεν πατέρας της την αντιμετώπισε ως επένδυση, ως δυνατότητα για τη συμμαχία δύο οικογενειών, τα δε παιδιά της ως μέρος της περιουσίας, σαν ένα έπιπλο σαλονιού», λέει.
Το μυθιστόρημα απλώνει τα πλοκάμια του από την Κούβα του Μπατίστα μέχρι τον Άγιο Δομίνικο του αιματοβαμμένου δικτάτορα Τρουχίλο. «Ήθελα να δείξω, επίσης, ότι τα εγκλήματα των “κακών”, σε μικρές χώρες τουλάχιστον, συχνά οφείλονται περισσότερο σε οικογενειακά μπερδέματα παρά σε διεθνείς συνωμοσίες. Τόσο ο τρομοκράτης, όσο και ο πλούσιος, ως λογοτεχνικοί ήρωες ενδείκνυνται για να αφηγηθείς ιστορίες εξουσίας με “κακούς”. Υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία. Ένα, λ.χ., είναι ότι κανείς από τους δύο δεν είναι κοντά στα θύματά του. Ο ένας αφήνει τη βόμβα και φεύγει σκοτώνοντας αγνώστους, ο άλλος βλέπει μπροστά του μόνο αριθμούς.
Η διαφορά, επειδή γνώρισα ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, είναι ότι οι πλούσιοι ντύνονται ασύγκριτα καλύτερα», λέει με ένα ιδιότυπο χιούμορ.
ΙΝFΟ
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, «Αναμνήσεις μιας κυρίας», μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Εκδ. Καστανιώτη, σελ. 311, τιμή: 18 ευρώ.«Η άλλη διαφορά», συμπληρώνει, «είναι ότι οι πλούσιοι είναι πολύ πιο επικίνδυνοι. Ο τρομοκράτης μπορεί βέβαια να σκοτώσει αθώο κόσμο με μια βόμβα.
Ένας απερίσκεπτος εκατομμυριούχος μπορεί όμως να προκαλέσει μακροπρόθεσμα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα».
«Ο Τσάβες παίζει θέατρο»
Βέβαια, συχνά η πολιτική πρόοδος είναι αποτέλεσμα μεγάλων καταστροφών. Το ίδιο έγινε και στην Ευρώπη.
Ενδιαφέρον είναι ότι εκεί που η Δεξιά είχε κάνει γενοκτονίεςΑργεντινή, Χιλή, Βραζιλία- η Αριστερά θέλει να λειτουργούν άψογα οι δημοκρατικοί κανόνες. Σε χώρες όπου η Δεξιά ήταν λιγότερο σκληρήΒενεζουέλα, Βολιβία, Περού, Εκουαδόρ-, η Αριστερά έχει μεγαλύτερες τάσεις αυθαιρεσίας, φτάνοντας να απειλεί την ελευθερία του λόγου ή την ανεξαρτησία του Δικαστικού Σώματος. Δεν είναι άσχετο ότι ακόμα και ο Τσάβες, που θα ήθελε να πάρει όλες τις εξουσίες, έχει κάποια όρια. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί να κάνει. Άλλωστε συχνά, παίζει και θέατρο, παρέα με τις ΗΠΑ».
Του Μανώλη Πιμπλή. ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009
Saturday, October 18, 2008
Τα συναισθήματα δεν συμπίπτουν ποτέ
Γράφει η Σοφία Νικολαΐδου, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008
Το πιο συνηθισμένο και το πιο παράδοξο φαινόμενο: η αναγκαστική συγκατοίκηση των μελών μιας οικογένειας στο ίδιο σπίτι. Η υποχρεωτική οικειότητα, οι κρυμμένοι φόβοι, οι ανομολόγητες επιθυμίες, τα συναισθήματα που δεν συμπίπτουν ποτέ. Οι γνωστοίάγνωστοι: άνθρωποι που μεγαλώνουμε μαζί τους. Νομίζουμε πως τους ξέρουμε. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη.
Η οικογένεια αποτελεί παλιό και βασικό θέμα της πεζογραφίας. Δεσμοί αίματος, θηριωδίες που γίνονται πίσω από μια κλειστή πόρτα, μυστικά και ψέματα. «Οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο». Η διάσημη έναρξη της Άννας Καρένινα δηλώνει ξεκάθαρα ποιες οικογένειες ενδιαφέρουν τη λογοτεχνία- και τους αναγνώστες της.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο γεννήθηκε στη Λίμα το 1975. Θεωρείται το νέο μεγάλο αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.
Πεζογράφος, σεναριογράφος, δραματουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, μεταφραστής, δημοσιογράφος. Η νουβέλα του Ντροπή έγινε δεκτή με θερμά σχόλια από ειδήμονες και αναγνωστικό κοινό. Μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Το μυθιστόρημα Κόκκινος Απρίλης που ακολούθησε, του χάρισε το βραβείο Αλφαγκουάρα (της ισπανόφωνης λογοτεχνίας).
Η οικογένεια αποτελεί παλιό και βασικό θέμα της πεζογραφίας. Δεσμοί αίματος, θηριωδίες που γίνονται πίσω από μια κλειστή πόρτα, μυστικά και ψέματα. «Οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο». Η διάσημη έναρξη της Άννας Καρένινα δηλώνει ξεκάθαρα ποιες οικογένειες ενδιαφέρουν τη λογοτεχνία- και τους αναγνώστες της.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο γεννήθηκε στη Λίμα το 1975. Θεωρείται το νέο μεγάλο αστέρι της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.
Πεζογράφος, σεναριογράφος, δραματουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, μεταφραστής, δημοσιογράφος. Η νουβέλα του Ντροπή έγινε δεκτή με θερμά σχόλια από ειδήμονες και αναγνωστικό κοινό. Μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Το μυθιστόρημα Κόκκινος Απρίλης που ακολούθησε, του χάρισε το βραβείο Αλφαγκουάρα (της ισπανόφωνης λογοτεχνίας).
Οι φόβοι
Η Ντροπή εκτυλίσσεται στο σύγχρονο Περού. Πρώτη σκηνή: ο θάνατος της διασωληνωμένης γιαγιάς μπροστά στα μάτια του ανήλικου εγγονού της Σέρχιο, που παίζει με τα νοσοκομειακά μηχανήματα του δωματίου σαν να βρίσκεται σε διαστημόπλοιο. Τα έξι μέλη της οικογένειας που απομένουν, ζουν το καθένα με τα μυστικά και τους ανομολόγητους φόβους τους. Ο Αλφρέδο, πάτερ φαμίλιας, πληροφορείται από έναν γιατρό που τον εξετάζει ότι του μένουν έξι μήνες ζωή. Αδυνατεί να το κοινοποιήσει στους οικείους του. Προσπαθεί να το ξεφουρνίσει στην Γκλόρια, τη στραπατσαρισμένη γραμματέα του, αλλά καταλήγει κακήν κακώς σε ένα μοτέλ στην αγκαλιά της. Η Λούσι, η μακιγιέζ σύζυγος και μάνα, λαμβάνει ανυπόγρα- φα πορνογραφικά σημειώματα που την ξεσηκώνουν. Τρέχει σε κρυφά ραντεβού με έναν άγνωστο άντρα, που τη θαυμάζει από μακριά και δεν της αποκαλύπτεται ποτέ. Η πιπεράτη περιπέτεια τινάζει τη μούχλα από πάνω της, την ξανανιώνει. Η Μαριάνα, η έφηβη κόρη της οικογένειας, νιώθει θαυμασμό και στοργή για την καλλονή φίλη της, την Κάτι. Η σχέση τους περιπλέκεται αισθηματικά και, όταν μπαίνει ανάμεσά τους ο πρώτος γκόμενος, ο πανίβλακας Χαβιέρ με τα μούσκουλα, ακονίζονται τα μαχαίρια. Ο Σέρχιο, ο μικρός γιος, έχει εμμονή με τους πεθαμένους και τα φαντάσματα. Τους αναζητά και τους βλέπει παντού γύρω του. Κάνει κολλητή παρέα με τη Χασμίν, τη μικρή αδελφή της Κάτι, και αναζητούν μαζί έναν πεθαμένο. Ο Παπάπα, ο υπέργηρος παππούς της οικογένειας, με πάρκινσον και δύσοσμες συνήθειες, θυμάται ξαφνικά έναν γεροντοέρωτα που είχε κάποτε και κυνηγά την ωραία γραία του σε οίκο ανοχής. Κάνει επανάσταση, για να καταφέρει να κοιμηθεί μαζί της και να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν πριν από χρόνια. Τέλος, ο ανώνυμος γάτος της οικογένειας επιθυμεί έως τρέλας να ζευγαρώσει. Αντιστέκεται παλικαρίσια στη στείρωση και ξεγλιστράει προκειμένου να βρει μια γάτα, που τον έχει τρελάνει με τη μυρωδιά της. Θέλει απεγνωσμένα σεξ.Santiago Roncagliolo
ΝΤΡΟΠΗ
ΜΤΦ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ ΕΚΔ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2008 ΣΕΛ. 171
Η μυθοπλασία του Ρονκαλιόλο δεν κάνει πατιτούρα την πραγματικότητα. Υφαίνει περιστατικά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίσως αληθινά και τανύζει την αληθοφάνειά τους. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως σκοτεινή ιστορία και την ίδια στιγμή ως κωμωδία. Οι ήρωες μπουρδουκλώνονται μες στις επιθυμίες τους, βασανίζονται από ψέματα και μισές αλήθειες, πέφτουν σε παγίδες που τους στήνει ο ίδιος ο εαυτός τους. Η γοητεία του βιβλίου κρύβεται στην τρέλα του: αναποδογυρισμένη πραγματικότητα, γεγονότα ιδωμένα από τη μέσα μεριά, απ΄ τη φόδρα τους, ελαφρώς και συνεχώς κινούμενη οπτική γωνία, μυθοπλασία που κλείνει ειρωνικά το μάτι στην καθημερινότητα, χωρίς να ειρωνεύεται τους ήρωες, υψηλή θερμοκρασία απλών φράσεων. Το τελευταίο κεφάλαιο, αμφίσημο και αμφίθυμο, κλείνει με τον πιο ταιριαστό τρόπο το βιβλίο. Πικρή ή κωμική νουβέλα, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι μιλά με συγγραφική παρρησία και πεζογραφική μαστοριά γι΄ αυτά που ξέρουμε, που βλέπουμε, που ζούμε.
Subscribe to:
Comments (Atom)



