Showing posts with label Σωτηροπούλου Έρση. Show all posts
Showing posts with label Σωτηροπούλου Έρση. Show all posts

Saturday, February 5, 2011

Ερση Σωτηροπούλου: Δύο κορίτσια της Μεταπολίτευσης κάνουν τηλεφωνικές φάρσες

  • Τρεις συγγραφείς μίλησαν για τη σημασία του χιούμορ σε δύσκολους καιρούς
Παρά την απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς, που δυσκόλεψε την κάθοδο στο κέντρο της Αθήνας την Τετάρτη το βράδυ, το πατάρι του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου στην οδό Πανεπιστημίου γέμισε από αναγνώστες και φίλους της Ερσης Σωτηροπούλου. Αφορμή η επανέκδοση του δεύτερου πεζογραφήματός της, «Η φάρσα» (Πατάκης, 2010), 28 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία. Το βιβλίο παρουσίασε ο λογοτέχνης Νάνος Βαλαωρίτης, με τον οποίο συνομίλησε ο πεζογράφος Χρήστος Χωμενίδης περί φάρσας, χιούμορ και κωμικού. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Κατερίνα Οικονομάκου .

Δύο κορίτσια διασκεδάζουν την πλήξη τους κάνοντας τηλεφωνικές φάρσες σε άνδρες, ανυποψίαστα θύματα που διαλέγουν από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Αυτή είναι με δυο λόγια η υπόθεση του μυθιστορήματος της Σωτηροπούλου- γραμμένο το 1976, μόλις δύο χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση-, στο οποίο είναι έντονος ο απόηχος της δικτατορίας και των ιδεολογικών προκαταλήψεών της, καθώς και οι εντάσεις μεταξύ των δύο φύλων εξαιτίας των παγιωμένων ρόλων τους. «Ο άνδρας φοράει τη στολή της εξουσίας και πηγαίνει άνετος και χαρούμενος» είπε η συγγραφέας, ενώ οι γυναίκες κάνουν κλεφτοπόλεμο απέναντι σε έναν κόσμο γκρίζο και απειλητικό, όπου φορείς της εξουσίας είναι οι άνδρες.

Γι΄ αυτό και η «Φάρσα» ήταν «το μανιφέστο της επαναστατημένης γυναίκας» γράφει προλογίζοντας το βιβλίο ο Νάνος Βαλαωρίτης, της οποίας η επαναστατική πράξη συνίσταται «στην υπονόμευση αυτής της δύναμης με τη γελοιοποίησή της, την καταβαράθρωσή της με το γέλιο». «Οι γυναίκες είναι πιο γελαστές από τους άνδρες και έχουν χιούμορ» σημείωσε ο Νάνος Βαλαωρίτης. Κάπου εκεί ο Χρήστος Χωμενίδης προέβαλε τις αντιρρήσεις του. Στη σημερινή κοινωνία άνδρες και γυναίκες έχουν χιούμορ εξίσου, επέμεινε, το οποίο στρέφεται ενάντια σε μορφές εξουσίας αρσενικές ή θηλυκές, όπως η παροιμιώδης καταπιεστική μεσογειακή μάνα.

Η συζήτηση άναψε και με τη συμμετοχή του κοινού. Στην κουβέντα δεν άργησαν να μπουν και τα θέματα της σύγχρονης επικαιρότητας, η οικονομική κρίση και οι πολιτικοί. Ομιλητές και κοινό υπερθεμάτισαν για την κοινωνική αξία της φάρσας που μπορεί να αποτελέσει όργανο γενικής αισιοδοξίας στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Βετεράνοι και δηλωμένοι φαρσέρ, η συγγραφέας και ο Χρήστος Χωμενίδης αφηγήθηκαν πετυχημένες φάρσες τους αλλά και φάρσες που τους έγιναν. Ανάμεσα σε αυτές ακούστηκε και το όνομα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Θόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος, όπως ειπώθηκε, επιδίδεται στο «σπορ» με επιτυχία.

Saturday, November 20, 2010

Η ανατρεπτική ματιά της παρωδίας

Πόσο αντέχουν τα μυθιστορήματα στον χρόνο; Πόσο μπορούν να προστατέψουν τις ιστορίες τους από τις μικρές ή τις μεγάλες μεταβολές που φέρνει η παρέλευση των δεκαετιών στις κοινωνικές μας αντιλήψεις και στις καθημερινές μας συνήθειες;
 
Πόσο είναι σε θέση να διατηρήσουν όχι μόνο τη φρεσκάδα των θεμάτων τους, αλλά και την πρωτοτυπία της γραφής τους σε μια τέχνη (τη λογοτεχνία) που αλλάζει κάθε τόσο φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά; Κι ακόμη, πόσο επικοινωνεί ένα μυθιστόρημα που δημοσίευσε ο συγγραφέας στα νιάτα του με το έργο που έχει μεσολαβήσει μέχρι να φτάσει στην ώριμη ηλικία του;

Ξεφυλλίζω το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου «Η φάρσα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, και λέω πως οι επανεκδόσεις αποτελούν πάντα μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τέτοιες συζητήσεις. Η «Φάρσα» ανήκει στα νεανικά έργα της Σωτηροπούλου και δημοσιεύτηκε το 1982, όταν η ίδια δεν είχε κλείσει ακόμη τα τριάντα (την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε η νουβέλα της «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα» και δύο χρόνια νωρίτερα το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Διακοπές χωρίς πτώμα»).

Τι είναι η «Φάρσα»; Μα, ό,τι δηλώνει το όνομά της: ένα μεθοδευμένο παιχνίδι, ένα εκ των προτέρων οργανωμένο αστείο, που κάνουν εις βάρος των εντελώς ανυποψίαστων θυμάτων τους δύο κορίτσια έτοιμα να βάλουν φωτιά στους πάντες με τα τηλεφωνήματά τους.
  • Εκείνο που δεν θα έρθει ποτέ
Ποια είναι τα θύματα των δύο κοριτσιών; Μα, διάφορα τυχαία πρόσωπα της καθημερινότητας, βολεμένα στο επάγγελμα, την κοινωνική ιδιότητα και τον οικογενειακό τους ρόλο, που χάνουν απροειδοποίητα το χαλί κάτω από τα πόδια τους ενόσω οι δύο φαρσέρ προσπαθούν να καταπολεμήσουν όχι μόνο την εξωτερική τους ανία, αλλά και την εσωτερική, βαθιά εγκατεστημένη μοναξιά τους. Τι ακριβώς, όμως, θέλουν τα δύο κορίτσια;

Ο Ευγένιος Αρανίτσης το περιέγραψε πολύ πυκνά από τις σελίδες της «Ελευθεροτυπίας», όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο, σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις ηρωίδες της η Σωτηροπούλου: «Υπάρχει μια θολή ανάμνηση και μια αστραπή ανοησίας σε κάθε προσπάθεια να ξεγελάσουν τη βαρεμάρα τους. Υπάρχει πολύ σεξ χωρίς να φαίνεται. Υπάρχει μια έξυπνη και απόλυτα διεισδυτική ματιά που φωτίζει την ψυχολογία εκείνου που περιμένει κάτι χωρίς αυτό το κάτι να έρχεται ποτέ».

Κυριαρχημένα από μια τέτοια ψυχολογία, τα δύο κορίτσια θητεύουν σε έναν κόσμο εγγενούς αταξίας και συνεχούς περιπλάνησης. Αναζητώντας επί ματαίω έναν σκοπό και ένα νόημα για την ύπαρξή τους, σε μια πραγματικότητα η οποία προκαλεί την εξέγερσή τους με την ψεύτικη αρμονία της, οι πρωταγωνίστριες ζουν σ' ένα έκκεντρο μυθιστόρημα, που αρνείται, όπως κι εκείνες, την ενότητα και τη συνοχή, και υπονομεύει, άλλοτε με τον ανοιχτό χλευασμό κι άλλοτε με το ψιλοδουλεμένο χιούμορ, κάθε προσπάθεια ολοκλήρωσης.
  • Η ωριμότητα και η νιότη
Δεν έχει, άραγε, κάτι και από την αποσπασματικότητα και το αίολο πνεύμα των ημερών μας (ακόμη κι αν οφείλονται σε εντελώς διαφορετικά αίτια) η ανυπότακτη στάση των δύο κοριτσιών και ο τρελός τηλεφωνικός εθισμός τους, σε μια σύνθεση η οποία, συμπεριλαμβάνοντας και τις ίδιες στους κόλπους της, δεν έχει χάσει κατά το παραμικρό την ελευθερία και τον ριζοσπαστισμό της; Σκέφτομαι, όμως, έχοντας επιστρέψει στο παρόν, κι ένα άλλο θέμα. Ερχονται, μήπως, σε αντίκρουση τα ανατρεπτικά γνωρίσματα της «Φάρσας» με το κατοπινό έργο της Σωτηροπούλου, με τα μυθιστορήματα και τις συλλογές διηγημάτων που δημοσίευσε από το 1982 μέχρι σήμερα, σχηματίζοντας τη μακρά συγγραφική της πορεία; Το ακριβώς αντίθετο, θα έλεγα.

Κοιτάζω ξανά τη δουλειά της: «Μεξικό» (1988), «Χοιροκάμηλος» (1992), «Ο βασιλιάς του φλίπερ» (1998), «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» (1999), «Δαμάζοντας το κτήνος» (2003), «Αχτίδα στο σκοτάδι» (2005) και «Εύα» (2009). Οπου κι αν σταθούμε, ένα κράμα ασυγκράτητου πόθου και ανελέητης γελοιοποίησης κατακλύζει κάθε τόσο τους χαρακτήρες της, για να τους αφήσει εν τέλει τελείως απροστάτευτους στα μάτια μας, σαν αιφνιδιαστικά παράδοξες εκδοχές ενός μάλλον γνώριμου και οικείου περίγυρου. Οι ήρωες των περισσότερων έργων της καταδικάζονται, όπως και τα δύο κορίτσια της «Φάρσας», σε μια μόνιμη εκκρεμότητα και αιώρηση, σε μια ζωή με ελαφρώς απροσδιόριστες, αλλά για πάντα ανεπούλωτες ρωγμές.

Πρόκειται για τα αθύρματα μιας εξοντωτικής παρωδίας: μιας παρωδίας η οποία διαλύει κομμάτι κομμάτι την προσωπικότητά τους, είτε για να την παραδώσει στη ματαιότητα και τον αυτοχλευασμό είτε, σπανιότερα, για να την ανασύρει από τα σκοτεινά βάθη των αδιεξόδων της και να τη γεμίσει χαρά και ζωική ένταση.

Η εξουθένωση του εγώ και οι διαβρωμένοι δεσμοί του με το πραγματικό ανοίγουν τον δρόμο για τη σκιαγράφηση ενός ολοφάνερα λοξού τοπίου, στις εικόνες του οποίου τείνει να προσαρμοστεί και η αφήγηση: αν η συνείδηση των ηρώων παίρνει τη μορφή μιας σπασμένης ευθείας ή ενός κουνημένου κάδρου, τότε και το αφηγηματικό σχήμα το οποίο τους περιέχει (ας αναλογιστούμε και πάλι τη «Φάρσα») εξελίσσεται αναλόγως, παραμένοντας από σκοπού ανυπόστατο και άπιαστο - πλην με μια εκ των ένδον ορμή και τόλμη, που αποτελεί όλη τη δύναμη της Σωτηροπούλου εδώ και μία τριακονταετία. *
  • Παρωδία εναντίον κωμωδίας και σάτιρας 
Στους τόνους της παρωδίας, επί τη βάσει των οποίων κινείται η Σωτηροπούλου στο μεγαλύτερο μέρος του έργου της, έχει θητεύσει μια ολόκληρη γενιά: η γενιά που εμφανίζεται στα γράμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τι είναι, όμως, η παρωδία και ποια είναι η διαφορά της από τη σάτιρα και την κωμωδία;

Ως προς τη σάτιρα, εκεί όπου εκείνη τα βάζει με τα πράγματα καθεαυτά, η παρωδία στρέφει τα βέλη της στην έκφρασή τους - στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην καθημερινή μας αντίληψη και στα σημεία μέσω των οποίων όχι μόνο διεκδικούν, αλλά και νομιμοποιούν την παρουσία τους στη συνείδησή μας. Κι εκεί όπου η σάτιρα απολαμβάνει τη δουλειά της, νιώθει περήφανη για τα παραμορφωτικά της επιτεύγματα και δεν διστάζει να δείξει παντού τις κατακτήσεις της, φανερώνοντας πέρα για πέρα την αρνητική της διάθεση, η παρωδία ανασυντάσσει την πραγματικότητα δίχως να αποβάλλει υποχρεωτικά τα δομικά, γενεσιουργά υλικά της.

Ως προς την κωμωδία, πάλι, το βέβαιο είναι πως απομακρύνεται από την αμφισημία και την υπαινικτική γλώσσα της παρωδίας και ότι προτιμά μια ανακουφιστική και καθαρτική διασκέδαση (την υπερνίκηση των κακών που θίγει), χωρίς τη συνδρομή της «βαρείας σφύρας» της σάτιρας, όπως επιτακτικά το ζητούσε για την υψηλή ηθική της τέχνης του ο Εμμανουήλ Ροΐδης.


Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά τη διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Είναι ένας κόσμος που θέλει να αγνοήσει (ει δυνατόν και να λησμονήσει) το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από την αποκαθήλωση και συνάμα την ανοχή των πάντων. Είναι ένας κόσμος που μένει πάντα μισός και ανέστιος, φωτισμένος πλαγίως από προβολείς, οι οποίοι παίζουν ασταμάτητα με την απεικόνισή του στο βλέμμα μας, χωρίς να επιβάλλουν μια ορισμένη ανάγνωσή του: ας αποφασίσουμε οι ίδιοι για το πόσο ποθητός ή πόσο μισητός είναι.

Friday, September 24, 2010

Η «Φάρσα» μου εμπαίζει την εξουσία

  • Η Ερση Σωτηροπούλου το 1982, όταν εξέδωσε το μυθιστόρημά της «Η φάρσα», ήταν 29 ετών. Το βιβλίο δεν έγινε μπεστ σέλερ, γιατί θεματικά και γλωσσικά ερωτοτροπούσε με το λοξό μέρος της λογοτεχνίας.
 
Ο Νάνος Βαλαωρίτης προλογίζει τη νέα έκδοση της «Φάρσας», την οποία θεωρεί «μυθιστόρημα μπροστά από τον καιρό του» Είχε προηγηθεί η έκδοση ποιημάτων, η οποία προοιωνιζόταν το πέρασμά της στην πεζογραφία. Γι' αυτό, τα μυθοπλαστικά υλικά της «Φάρσας» είναι ποιητικά, έχουν το ξάφνιασμα της στιγμιαίας σύλληψης του κόσμου. Σήμερα, είκοσι οκτώ χρόνια μετά, η Ερση Σωτηροπουλου επανεκδίδει τη «Φάρσα» («Πατάκης»), με δύο προλόγους του Νάνου Βαλαωρίτη: ο πρώτος γράφτηκε το 1981 και ο δεύτερος το 2010. 

Το μυθιστόρημα, με πρωταγωνίστριες δύο κορίτσια, είναι η υπερβολή σ' όλο της το μεγαλείο. Το σεξ είναι πανταχού παρόν, όχι όμως με άμεσο τρόπο. Προς το τέλος του έργου βρίσκουμε τη μοντερνιστική πρόταση της συγγραφέα, η οποία έχει τη μορφή μιας τηλεφωνικής συνδιάλεξης. 

«Γέρασα και μεγάλωσα τα δυο μου παιδιά», αυτοβιογραφείται η Ερση Σωτηροπούλου, μιλώντας για τον χρόνο που «έτρεξε» ανάμεσα στις δύο εκδόσεις. «Η πεζογραφία μου είναι εξπρεσιονιστική, ριζώνει, όμως, έντονα και οδυνηρά στην πραγματικότητα. Η ευαισθησία της είναι πολύ συχνά παραμορφωτική». 

Εκ των υστέρων, υπερασπίζεται τη «Φάρσα»: «Είναι τρομερά επίκαιρη, διότι ο περιπαικτικός της λόγος εμπαίζει τον ξύλινο λόγο της εξουσίας, που τότε και τώρα μας εξουδετερώνει και μας πατάει. Είναι μια ανατροπή και μια ανταρσία εναντίον μιας κοινωνίας βλοσυρής και πληκτικής». 

«Θα μείνει ως ένα κλασικό παράδειγμα ενός πολύ πετυχημένου και πειραματικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα», αποφαίνεται ο Νάνος Βαλαωρίτης. Με τη συγγραφέα συνδέονται από παλιά, από τότε που είχαν συμφωνήσει να «παίξουν», προλογίζοντας ο ένας το βιβλίο του άλλου. Προηγήθηκε ο πρόλογος της Ερσης Σωτηροπούλου για το μυθιστόρημά του «Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη». «Υπήρχαν διαφορές και κάποιες ομοιότητες. Το χιούμορ, τα γλωσσικά παιχνίδια, οι γρήγορες αλλαγές επιπέδων αφήγησης, οι ανατροπές», θυμάται. 

Εν τέλει, ο χρόνος λειτούργησε υπέρ της «Φάρσας», γιατί το μυθιστόρημα ήταν μπροστά από τον καιρό του. Ο μοντερνιστής ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης δεν μπορούσε παρά να το επισημάνει: «Η γραφή αυτή αποτελεί μια νεο-αφήγηση, που πότε απλώνει τα όρια της μυθοπλασίας και πότε τα συρρικνώνει, όπως στα κινεζικά κουτιά και τις ρωσικές κούκλες, όπου κείμενα εμπεριέχονται μέσα σε κείμενα. Αυτά τα ρητορικά σχήματα και τεχνάσματα, η Ερση μοιάζει να τα κατέχει από πολύ νεαρή ηλικία».

Thursday, January 29, 2009

«Ζιγκ Ζαγκ» στα αυτονόητα

Προ-βολές

Δηλαδή τώρα πρέπει να πανηγυρίσουμε το αυτονόητο! Οτι ένα βιβλίο λογοτεχνίας, ένα μυθιστόρημα, που είχε κατηγορηθεί ως «ακατάλληλο» για να αναγνωστεί από τους μαθητές, θα μπορεί πλέον να διατίθεται και να διακινείται ελεύθερα στις σχολικές βιβλιοθήκες της χώρας. Πρόκειται για το πολύπαθο «Ζιγκ Ζαγκ στις νερατζιές» της Ερσης Σωτηροπούλου, εκδ. Κέδρος, που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει το κόκκινο πανί, συκοφαντήθηκε, κυνηγήθηκε, μηνύθηκε εντέλει. Χθες, ευτυχώς, όλα αυτά πέρασαν στη σφαίρα του κακού εφιάλτη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε τελικά την αίτηση ανακλήσεως που υπέβαλε η συγγραφέας για την προηγούμενη απόφασή του. «Είναι ένα μικρό φως αισιοδοξίας ότι ο σκοταδισμός θα συναντιέται κάποτε μόνο ως έννοια, στα λεξικά που θα υπάρχουν στις σχολικές βιβλιοθήκες, όπου θα βρίσκεται και πάλι το βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου», δήλωσε ο δικηγόρος της συγγραφέως, Νίκος Σκούτας.

Ελπίζω, τώρα που όλα τελείωσαν, να σκεφτούμε, όλοι κι ένα ακόμα ζήτημα, παραπληρωματικό αυτής της θλιβερής ιστορίας. Να μας απασχολήσει, δηλαδή, και το πόσοι μαθητές μπαίνουν στις σχολικές βιβλιοθήκες, πόσες υπάρχουν, πώς λειτουργούν, πώς εμπλουτίζονται με νέες εκδόσεις, πόσο «εθίζονται» οι μαθητές στην ύπαρξή τους στα σχολεία.

Κάθε φορά (και δεν είναι λίγες οι φορές) που ένα έργο τέχνης, ένας πίνακας, ένα βίντεο, μια θεατρική παράσταση, ένα τραγούδι (θυμάστε; Eχει συμβεί και με τραγούδια) θεωρείται ότι προκαλεί τη δημοσία αιδώ και ότι είναι κακό παράδειγμα ειδικά για τους νέους, ξεχνάμε κάτι σημαντικό: το πώς εκπαιδευόμαστε για να γίνουμε κοινωνοί του πολιτισμού και των εκδηλώσεών του. Πώς, δηλαδή, διδασκόμαστε να παρακολουθούμε τα ρεύματα στην τέχνη, να διακρίνουμε την εξέλιξη ή το νέο, την καλλιτεχνική πρωτοπορία από τη στασιμότητα ή τον εντυπωσιασμό. Αν (μα εντελώς αν) συνέβαινε αυτό, αυτά θα ήταν τα κριτήριά μας για τα έργα τέχνης κάθε είδους κι όχι τα στερεότυπα που ο καθένας μας κουβαλάει.

Σ’ αυτή την ιδεατή περίπτωση, αν κάποιος έκανε ασφαλιστικά μέτρα για να αποσυρθεί ένα έργο τέχνης, θα θύμιζε απλώς εκείνο το ανέκδοτο με τη γεροντοκόρη που είχε ανέβει στην ντουλάπα για να βλέπει καλύτερα το ζευγάρι που ερωτοτροπούσε στην απέναντι πολυκατοικία...

  • Tης Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 29/01/2009

Wednesday, January 28, 2009

Δικαιώθηκε η Έρση Σωτηροπούλου στη δικαστική διαμάχη με τον Κ. Πλεύρη

http://www.greekbooks.gr/web/artistsPhotos/bookAuthor/sotiropoulouersi.jpg

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμόν 383/2009 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ανακλήσεως που υπέβαλλε η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου κατά της υπ' αριθμόν 511/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου που διέτασσε την προσωρινή απόσυρση του μυθιστορήματός της «Ζιγκ Ζαγκ στις Νεραντζιές» από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Το βιβλίο μπορεί να βρίσκεται ελεύθερα πλέον στις σχολικές βιβλιοθήκες.

Δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της συγγραφέως, Νίκου Σκούτα

"Είναι μία απόφαση που δικαιώνει τη συγγραφέα, μα κυρίως που αποκαθιστά την τρωθείσα τιμή της δικαιοσύνης στη δίκη αυτή. Παράλληλα, διακηρύσσει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο την προστασία θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματός μας που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης, την ελευθερία και την ανάπτυξη της τέχνης, την ελευθερία της πρόσβασης σε έργα τέχνης, το δικαίωμα στην ελεύθερη καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία και στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών. Αναφέρεται εμφατικά στην προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας, τόσο της συγγραφέως, όσο και του δικαιώματος της προσωπικότητας των αναγνωστών στην ελεύθερη ανάγνωση του βιβλίου. Είναι ένα μικρό φως αισιοδοξίας ότι ο σκοταδισμός θα συναντιέται κάποτε μόνο ως έννοια, στα λεξικά που υπάρχουν στις σχολικές βιβλιοθήκες, όπου θα βρίσκεται και πάλι το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου."

Friday, January 2, 2009

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠΟΤΙΜΟΥΝ ΤΟ 2008 ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΥΝ

Φωτιές, λογοκρισία και λίγη ελπίδα

Της Έφης Φαλίδα, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Στο πρόσωπο του Γιάννη Ατζακά η  Ευγενία Φακίνου ανακάλυψε «έναν  συγγραφέα για το μέλλον», όπως λέει

Το 2008 ήταν η χρονιά των μελανών σημείων για το βιβλίο. «Το 2009 θα είναι δυσκολότερο» προβλέπουν συγγραφείς, που είδαν και την λογοκρισία προ των πυλών...

Το 2008 ήταν για το βιβλίο η χρονιά των μελανών σημείων. Γι΄ αυτό δεν φταίνε τα βιβλία, των οποίων άλλωστε η παραγωγή ήταν μεγάλη, αλλά οι ιστορίες των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά που μάλλον θάμπωσαν το γκλάμορ της λίστας των μπεστ σέλερ, των βραβευμένων συγγραφέων και των έργων τους. Ήταν η χρονιά της αμφισβήτησης των Κρατικών Βραβείων, της συζήτησης για την «παρεΐστικη» στάση των κριτικών βιβλίου, των «διακειμενικών αναφορών» στη «Βίλλα Κομπρέ» (εκδ. Καστανιώτης) του Αλέξη Σταμάτη (που έχει ήδη πωλήσει 14.000 αντίτυπα), της επίθεσης από τη λογοκρισία στο μυθιστόρημα της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές».
  • Και καλές στιγμές. Υπάρχουν όμως και οι καλές στιγμές που ξεπήδησαν άλλοτε από τις σελίδες βιβλίων που ξεχώρισαν και άλλοτε από αφιερώματα με τα οποία τιμήθηκαν οι Έλληνες λογοτέχνες και η προσφορά τους στα ελληνικά γράμματα. Όπως το συνέδριο για τον Μ. Καραγάτση που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, οι εισηγήσεις και τα συμπεράσματα του οποίου ακούστηκαν πολύ. Ακόμα και οι τηλεοπτικές διασκευές έδωσαν στο «10» του Μιχάλη Καραγάτση (Εστία) και στα «Ματωμένα Χώματα» (Κέδρος) της Διδώς Σωτηρίου μία νέα καριέρα, καθώς πούλησαν 22.000 και 24.000 αντίτυπα.
«Δυσκολότερο το ΄09». «Η χρονιά ήταν δύσκολη και η ερχόμενη προβλέπεται δυσκολότερη. Όμως οι φανατικοί φίλοι του βιβλίου παραμένουν πιστοί», λέει στα «ΝΕΑ» η Ευγενία Φακίνου, που ομολογεί ότι της προκάλεσε «ξάφνιασμα» η βράβευσή της με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος: «Ως πεζογράφος δώδεκα μυθιστορημάτων, υποψιάζομαι το σκεπτικό της επιτροπής και τους ευχαριστώ που διάλεξαν την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων “Φιλοδοξίες κήπου”». Για εκείνην η χρονιά πέρασε με τη συγγραφή του μυθιστορήματος «Για να δει τη θάλασσα» (εκδ. Καστανιώτης) και με την ανάγνωση πολλών βιβλίων από τις νέες κυκλοφορίες. «Πρόλαβα να διαβάσω τις “Αλήθειες των άλλων” (Κέδρος) του Νίκου Θέμελη. Μεγάλη κι ευχάριστη έκπληξη μου έκανε ο Γιάννης Ατζακάς με τα “Θολός βυθός” και “Διπλωμένα φτερά” (Άγρα). Σε αυτά τα βιβλία ανακάλυψα έναν συγγραφέα και για το μέλλον», προσθέτει.

Βραβείο αναγνωστών. Το μυθιστόρημα- εγχειρίδιο αυτογνωσίας «Όλα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά απέσπασε το φετινό Βραβείο Αναγνωστών (με ψηφοφορία με SΜS και μέσω Ίντερνετ από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου). Ο συγγραφέας και καθηγητής του Μάνατζεμεντ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είδε το βιβλίο του να βρίσκεται στην τέταρτη θέση των μπεστ σέλερ με 45.000 αντίτυπα. Στον δικό του απολογισμό σημειώνει τα «πλην» και τα «συν» της χρονιάς «στην Εθνική Βιβλιοθήκη και το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά που κινδύνευσαν να καούν κατά τη διάρκεια των πρόσφατων επεισοδίων, και στις Λέσχες Ανάγνωσης στην επαρχία που πολλαπλασιάζονται και αποτελούν μια αισιόδοξη τάση για το βιβλίο ως προϊόν πολιτισμού».

Μπεστ σέλερ. Στον χώρο της φετινής, ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής πάντως, πέρα από το Τop-10, από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες, «Ο χορός των μυστικών» της Ελένης Τσαμαδού (Ψυχογιός) έχει πουλήσει 24.000 αντίτυπα, το «Λίγο από το αίμα σου» της Σώτης Τριανταφύλλου (Πατάκης) 21.000, το «Μου το είπε ένας άγγελος» της Καίτης Οικονόμου (Ωκεανίδα)

23.500, «Το παιδί της αγάπης» της Μαρίας Τζιρίτα (Ψυχογιός) 18.000 όπως και η «Αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού (Πατάκης) και στα 13.500 αντίτυπα βρίσκεται το «Τι ζητούν οι βάρβαροι» (Ελληνικά Γράμματα) του Δημοσθένη Κούρτοβικ και στα 12.000 «Το Show είναι των Ελλήνων» (Κέδρος) του Μένη Κουμανταρέα που μόλις κυκλοφόρησε. Γύρω στα 13.000 αντίτυπα πούλησε αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το «Logicomix», «γκράφικ νόβελ» των Απόστολου Δοξιάδη και Χρίστου Παπαδημητρίου (Ίκαρος) και 14.000 το συλλογικό «Ελληνικά Εγκλήματα 2» (Καστανιώτης).

«Έχουμε επίφαση ελευθεριότητας»
Δ.Κ.

Η Έρση Σωτηροπούλου θα θυμάται ότι το 2008 ο δικηγόρος Κώστας Πλεύρης έκανε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του βιβλίου της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» και ο δικαστής Δημήτρης Γαβαλάς την ενέκρινε και αποφάσισε να αποσυρθεί το βιβλίο από τις σχολικές βιβλιοθήκες, με το επιχείρημα ότι το βιβλίο είναι ένα «πορνογράφημα που διαφθείρει τις αγνές παιδικές ψυχές». Η συγγραφέας έκανε αίτηση ανάκλησης που συζητήθηκε την 1η Δεκεμβρίου και εκκρεμεί η οριστική απόφαση. «Έχουμε μία δημοκρατική βιτρίνα, μία επίφαση ελευθεριότητας. Την ίδια στιγμή τα κρούσματα σιωπηλής και άμεσης λογοκρισίας όπως αυτή που δέχτηκε το βιβλίο μου έχουν αυξηθεί. Ένα βιβλίο, ένα έργο τέχνης είναι ένα αισθητικό σύνολο. Η λογοκρισία δεν το αντιμετωπίζει σαν τέτοιο αλλά απομονώνει στοιχεία και πολύ εύκολα παραποιεί. Για παράδειγμα, ανάμεσα στα άλλα ο κ. Πλεύρης με κατηγόρησε ότι μυώ τα παιδιά στο σεξ με ηλεκτρικές συσκευές. Κι αυτό επειδή υπάρχει στο βιβλίο μια πολύ τρυφερή σκηνή όπου η μικρή ηρωίδα γέρνει κι αγκαλιάζει το ψυγείο όπως αγκαλιάζει κανείς το μαξιλάρι του σε στιγμές μοναξιάς και θλίψης».

Tuesday, December 2, 2008

Τα γέλια, η οργή και ο... Παττακός

«Το βιβλίο μιλάει για λακαρισμένο πέος. Εσείς έχετε λακαρισμένο... πέος;». «Το βιβλίο λέει ότι τελειώνει μέσα στο παντελόνι του. Εσείς έχετε τελειώσει μέσα στο... παντελόνι σας;». Οι παραπάνω φράσεις, που προκάλεσαν γέλια, αλλά και οργή στο ακροατήριο, που πολλές φορές φώναξε «ντροπή, ντροπή», είναι αποσπάσματα από την... επιχειρηματολογία που ανέπτυξε μέσω ερωτήσεων που απηύθυνε στον γνωστό συνταγματολόγο Νίκο Αλιβιζάτο, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Πλεύρης, στη δίκη για το βιβλίο «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», της συγγραφέως Ερσης Σωτηροπούλου.

Τα γέλια, η οργή και ο... Παττακός

Η βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του υπουργείου Πολιτισμού το 2000 συγγραφέας, με προσφυγή της στη Δικαιοσύνη, που εκδικάστηκε χθες, ζήτησε να ανακληθεί η (υπ αριθμόν 511/2008) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας, με την οποία είχε γίνει δεκτή σχετική αίτηση του δικηγόρου Κ. Πλεύρη και αποσύρθηκε προσωρινά το μυθιστόρημά της από τις σχολικές βιβλιοθήκες, όπου το είχε αποστείλει το υπουργείο Πολιτισμού.

Στην αίτησή του ο κ. Πλεύρης, την οποία κατέθεσε τον Μάιο του 2007 -οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου-, το αποκαλούσε «προστυχοβιβλίο», διότι «προσβάλλει την ηθικήν της ελληνικής κοινωνίας διά των ακατονομάστων φράσεών του», κ.λπ. κ.λπ., ενώ επιπλέον χαρακτήριζε τα μέλη της κριτικής επιτροπής που βράβευσαν το βιβλίο, «επιτροπήν ομοφυλοφίλων, πορνών κι άλλων ανήθικων στοιχείων».

Στην κατάθεσή του ο μάρτυρας από την πλευρά της συγγραφέως, Ν. Αλιβιζάτος, υποστήριξε ότι το βιβλίο μιλάει για τον ψυχισμό μιας παρέας και πώς η 17χρονη ηρωίδα βρίσκει τον εαυτό της και τόνισε:

«Ενα μυθιστόρημα, για να είναι έργο τέχνης, συγκροτεί μια ενότητα. Αν απομονώσεις 10 λέξεις, παραδείγματος χάριν, από τη Λυσιστράτη ή τον Αριστοφάνη, θα το βγάλεις και πορνογραφικό έργο».

Ο μάρτυρας χαρακτήρισε τις αντιλήψεις του κ. Πλεύρη «αντίληψη της "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών"» και πρόσθεσε στο τέλος: «Ο κ. Πλεύρης αντιλαμβάνεται τις παραινέσεις μόνο του Παττακού και του Παπαδόπουλου...».

Από την πλευρά του δικηγόρου, κατέθεσε 80χρονος, ο οποίος υποστήριξε ότι το βιβλίο δεν είναι κατάλληλο για σχολικές βιβλιοθήκες, ενώ σε σχετική ερώτηση της προέδρου, εξέφρασε την άποψη ότι τα σχολικά βιβλία πρέπει να είναι του... 1900! Το δικαστήριο επιφυλάχτηκε να εκδώσει απόφαση.

ΜΑΙΡΗ ΜΠΕΝΕΑ, ΕΘΝΟΣ, 02/12/2008

Στο Μονομελές η απόσυρση του βιβλίου της Σωτηροπούλου

Την ανάκληση προηγούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου -έπειτα από αίτηση του δικηγόρου κ. Κώστα Πλεύρη-, με την οποία είχε αποσυρθεί το βραβευμένο (Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας) βιβλίο της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές» από τις σχολικές βιβλιοθήκες ζητεί με αίτησή της η Ερση Σωτηροπούλου. Κατά τη συζήτηση του θέματος στο Μονομελές Πρωτοδικείο, η συγγραφέας υπογράμμισε ότι με την απόφαση «προσβάλλεται βάναυσα η προσωπικότητά της και βάλλεται ευθέως η πνευματική δημιουργία και ελευθερία στην έκφραση». Στη διάρκεια της ακρόασης δεν αποφεύχθηκε η ένταση ανάμεσα στον κ. Πλεύρη και το συνταγματολόγο κ. Νίκο Αλιβιζάτο, που κατέθεσε από την πλευρά της συγγραφέως, με τον πρώτο να θέτει προκλητικά στον δεύτερο ερωτήσεις «βγαλμένες» από τις ερωτικές συνήθειες του ήρωα του μυθιστορήματος. Το δικαστήριο θα εκδώσει την απόφασή του σε ένα μήνα.

Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 02.12.08

Επιστροφή στο 1900!...


Της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΑΤΗ

Σ' ένα κατάμεστο ακροατήριο, το οποίο ουκ ολίγες φορές εξανέστη από τις περί ηθικής και όχι μόνο «κορώνες» της πλευράς Πλεύρη, συζητήθηκε χθες η αίτηση της συγγραφέως Ερσης Σωτηροπούλου για την ανάκληση της παροιμιώδους απόφασης του δικαστή Δημ. Γαβαλά (με ένα σκεπτικό που υπερθεματίζει σε ιδεολογικές ακρότητες), να αποσυρθεί προσωρινά από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές».

Το σκεπτικό μάλιστα της περιβόητης απόφασης, με την οποία διατάχθηκε η προσωρινή απόσυρση του βιβλίου μέχρις ότου εκδικαστεί η αγωγή του αιτούντος, δικηγόρου Κωνσταντίνου Πλεύρη (ιδρυτής του «Κόμματος της 4ης Αυγούστου»), οδήγησε σε παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Σωτ. Χατζηγάκη, που με κατειπείγουσα επιστολή του προς τον προϊστάμενο της Επιθεώρησης Δικαστών και Δικαστηρίων ζητούσε να ελεγχθεί πειθαρχικά ο συντάκτης του, δικαστής Γαβαλάς.

«Παράνομα προσβάλλεται η προσωπικότητά μου, διασύρομαι και συκοφαντούμαι ως συγγραφέας», υποστήριξε η Ερση Σωτηροπούλου
Στην αίτησή της η συγγραφέας, που έχει τιμηθεί για το συγκεκριμένο έργο της με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του υπ. Πολιτισμού και το βραβείο Μυθιστορήματος του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» και το οποίο κυκλοφορεί σε πολλές χώρες του εξωτερικού, αφού παραθέτει ενδεικτικά σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία καταγράφονται ακόμη και «ύμνοι για τους βασιλείς και τη βασιλευομένη δημοκρατία», αναφέρει ότι «δεν συμμετείχα στη δίκη καθώς δεν είχα ειδοποιηθεί» και υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι:

**«Με την εν λόγω απόφαση ευθέως λογοκρίνεται και παρεμποδίζεται η ελεύθερη διακίνηση του βιβλίου μου, γεγονός αδιανόητο για έργο τέχνης».

* «Αποκόπτεται η επαφή μου με το τυχόν αναγνωστικό κοινό των βιβλιοθηκών αυτών».

**«Δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση στην κοινωνία και στους νέους ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα το οποίο είναι αντιπαιδαγωγικό. Κατ' αυτόν τον τρόπο αναιρείται η ίδια η φύση και ο προορισμός των έργων τέχνης».

**«Παράνομα προσβάλλεται η προσωπικότητά μου, διασύρομαι και συκοφαντούμαι ως συγγραφέας».

Με την έναρξη πάντως χθες της διαδικασίας ο Κων. Πλεύρης επανέλαβε τους ισχυρισμούς του περί «πρόστυχου, πορνογραφικού και διαστροφικού βιβλίου».

«Ο κ. Πλεύρης αντιλαμβάνεται μόνο τις παραινέσεις του Παττακού και του Παπαδόπουλου. Η συγγραφέας έχει δικαίωμα να γράφει ό,τι θέλει», ανέφερε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νίκος Αλιβιζάτος
Αλιβιζάτος: «Ελλάς - Ελλήνων...»

Από την πλευρά της συγγραφέως, ως μάρτυρας εξετάστηκε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Νικ. Αλιβιζάτος, ο οποίος αναφερόμενος στο περιεχόμενο του βιβλίου υποστήριξε:

«Μιλά για την ψυχολογία μιας παρέας, πώς βρίσκει τον εαυτό της η μικρή ηρωίδα του βιβλίου. Είναι ένα από τα πιο γλυκά μυθιστορήματα της τελευταίας γενιάς και έχει βραβευθεί. Ο κ. Πλεύρης έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τα μέλη της επιτροπής βράβευσης "πορνόγερους και ομοφυλόφιλους". Ενα μυθιστόρημα είναι ένα έργο τέχνης και συγκροτεί μια ενότητα. Αν απομονώσουμε δέκα λέξεις, και τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη μπορεί να τη βγάλουμε έργο με πορνογραφικό περιεχόμενο. Με τη μέθοδο Πλεύρη οποιοδήποτε έργο μπορεί να χαρακτηριστεί άσεμνο. Τεράστια απογοήτευση μου προκαλεί η απόφαση του δικαστή Γαβαλά. Εχουμε γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Εδώ επιβάλλεται η αντίληψη του "Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών". Εχει δυσφημιστεί η προσωπικότητα της κ. Σωτηροπούλου και το επίπεδο της χώρας μας».

Ακροατήριο: «Ντροπή»

Την έντονη αντίδραση πολιτών που παρακολουθούσαν τη δίκη προκάλεσε στη συνέχεια η τακτική του Κ. Πλεύρη να διαβάζει επιλεκτικά αποσπάσματα του βιβλίου.

«Αυτό είναι ντροπή», φώναζε ο κόσμος, χωρίς βέβαια να τον πτοήσει, καθώς συνέχισε με την εξέταση του μάρτυρα με ερωτήσεις του τύπου:

Πλεύρης: «Το βιβλίο λέει "τελειώνεις μέσα στο παντελόνι σου". Εσείς έχετε τελειώσει έτσι;».

Αλιβιζάτος: «Ο κ. Πλεύρης αντιλαμβάνεται μόνο τις παραινέσεις του Παττακού και του Παπαδόπουλου. Η συγγραφέας έχει δικαίωμα να γράφει ό,τι θέλει».

Τις απόψεις Πλεύρη υποστήριξε στη συνέχεια και ο μάρτυράς του κ. Σιώτης, καταθέτοντας ότι:

«Η συγγραφέας είναι ελεύθερη να γράφει ό,τι επιθυμεί, αλλά το βιβλίο δεν είναι κατάλληλο για σχολικές βιβλιοθήκες. Δεν προσφέρει τίποτε σε έναν μαθητή. Εμένα μου δημιούργησε την εντύπωση μιας γενικότερης μαστούρας, λέξη που επαναλαμβάνεται στο βιβλίο».

Πρόεδρος: «Τα βιβλία στις σχολικές βιβλιοθήκες πρέπει να είναι του 1900;».

Μάρτυρας: «Ναι».

Πρόεδρος: «Η ζωή έχει αλλάξει. Τα παιδιά διαβάζουν πια βιβλία που λένε διάφορα».

Μάρτυρας: «Το συγκεκριμένο δεν προσφέρει κάτι σε έναν μαθητή. Τα παλιά βιβλία είναι σαν τη μούχλα. Απ' τη μούχλα όμως βγήκε και η πενικιλίνη που έσωσε τον κόσμο».

Πρόεδρος: «Υπάρχει το κράτος και το υπουργείο Δικαιοσύνης που κρίνει αν είναι κατάλληλο ένα βιβλίο».

Μάρτυρας: «Έχει αισχρόλογα και διαστρεβλώνει τις ερωτικές πράξεις».

Το δικαστήριο έδωσε προθεσμία μέχρι την Παρασκευή στις δύο πλευρές για να υποβάλουν τις προτάσεις τους. Η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί σε εύλογο χρόνο. *


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/12/2008

ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ζιγκ-ζαγκ με επιχειρήματα... μούχλας για την απαγόρευση βιβλίου

Μίνα Μουστάκα, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου

Στην ανάκληση της δικαστικής απόφασης, που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από νομικούς και ανθρώπους της τέχνης και με βάση την οποία είχε αποσυρθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο «Ζιγκ-Ζαγκ στις Νεραντζιές» στοχεύει η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου με την αίτηση που συζητήθηκε χθες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών .

Η επίμαχη «ετυμηγορία» φέρει την υπογραφή του δικαστή Δημήτρη Γαβαλά, ο οποίος όχι μόνο είχε κάνει δεκτή την αίτηση του δικηγόρου Κώστα Πλεύρη, που ζητούσε την απόσυρση του βιβλίου από τις σχολικές βιβλιοθήκες, αλλά στο σκεπτικό του «ξεπερνούσε τις ιδεολογικές ακρότητες του αιτούντος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της συγγραφέως Νίκος Σκούτας, περιλαμβάνοντας «ύμνους ακόμα και για τους βασιλείς και τη βασιλευομένη δημοκρατία»!

Η πρωτοφανής απόφαση μάλιστα είχε προκαλέσει την παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Σωτ. Χατζηγάκη, ο οποίος με κατεπείγουσα επιστολή του προς τον προϊστάμενο της Επιθεώρησης των Δικαστηρίων ζητούσε να ελεγχθεί πειθαρχικά ο δικαστικός λειτουργός που την είχε εκδώσει.

Στη... σκιά εκείνης της απόφασης έγινε χθες η συζήτηση της αίτησης για την ανάκλησή της μέσα σε ένα κατάμεστο από κόσμο ακροατήριο που δεν παρέλειπε να διατυπώνει μεγαλόφωνα τις αντιδράσεις του στις τοποθετήσεις του Κ. Πλεύρη, ο οποίος επιχείρησε να καταδείξει τη βασιμότητα των δικών του θέσεων ισχυριζόμενος ότι το επίδικο βιβλίο είναι «άσεμνο, πορνογραφικό και αισχρό και ότι οι αναγνώστες του εκμαυλίζονται ηθικώς από το περιεχόμενό του». Από την πλευρά της συγγραφέως εξετάστηκε στο δικαστήριο ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, ο οποίος επισήμανε: «Το βιβλίο είναι από τα πιο γλυκά μυθιστορήματα της τελευταίας γενιάς και έχει βραβευτεί. Ένα μυθιστόρημα είναι έργο τέχνης και συγκροτεί μία ενότητα. Αν απομονώσουμε δέκα λέξεις και τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, μπορεί να τη βγάλουμε έργο με πορνογραφικό περιεχόμενο. Με τη μέθοδο του κ. Πλεύρη οποιοδήποτε έργο μπορεί να χαρακτηριστεί άσεμνο. Διαβάζοντας την προηγούμενη απόφαση ένιωσα απογοήτευση. Έχουμε γίνει ρεζίλι των σκυλιών. Εδώ επιβάλλεται η αντίληψη «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Έχει δυσφημιστεί η προσωπικότητα της κ. Σωτηροπούλου και το επίπεδο της χώρας μας».

Από την... αντίπερα όχθη υπέρ των απόψεων Πλεύρη τάχθηκε ο μάρτυρας κ. Σιώτης, ο οποίος είπε: «Η συγγραφέας είναι ελεύθερη να γράφει ό,τι επιθυμεί, αλλά το βιβλίο δεν είναι κατάλληλο για σχολικές βιβλιοθήκες. Δεν προσφέρει τίποτα στους μαθητές. Τα παλιά βιβλία είναι σαν τη... μούχλα. Από τη μούχλα όμως, βγήκε η πενικιλίνη που έσωσε τον κόσμο».

Η πρόεδρος του δικαστηρίου αφού άκουσε τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή της.

Την απόσυρση του βιβλίου της Έρσης Σωτηροπούλου εξετάζει εκ νέου η Δικαιοσύνη

Συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου η αίτηση της συγγραφέως Έρσης Σωτηροπούλου, με την οποία ζητεί την ανάκληση απόφασης του δικαστηρίου για απόσυρση από τις σχολικές βιβλιοθήκες του βιβλίου της με τίτλο «Ζιγκ-Ζαγκ στις Νεραντζιές».

Η συγγραφέας υποστηρίζει στην αίτησή της ότι η εν λόγω απόφαση προσβάλλει βάναυσα την προσωπικότητά της, είναι αντισυνταγματική και βάλλει ευθέως κατά της πνευματικής δημιουργίας και της ελευθερίας της έκφρασης. Η επίδικη απόφαση για απόσυρση είχε εκδοθεί έπειτα από προσφυγή του δικηγόρου Κώστα Πλεύρη, ο οποίος χαρακτήριζε το βιβλίο άσεμνο και πορνογραφικό και τόνιζε ότι πλήττει τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας.

Στο δικαστήριο κατέθεσε τη Δευτέρα υπέρ της συγγραφέως ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος. Μετά το θόρυβο που είχε ξεσπάσει με την απόφαση απόσυρσης του βιβλίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης Σωτήρης Χατζηγάκης διέταξε πειθαρχική έρευνα σε βάρος του πρωτοδίκη που είχε εκδώσει τη συγκεκριμένη απόφαση. Η πειθαρχική έρευνα διενεργείται ήδη από αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου.

Το βιβλίο έχει πάρει το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2000 και το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ έχει εκδοθεί σε Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ισπανία και Σουηδία.

Friday, August 29, 2008

Μια αγάπη για το καλοκαίρι

Να ξενοδοχείο, να έμπνευση!

ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008
Υπάρχουν κάποιοι χώροι που προκαλούν την έμπνευση. Και τη συγγραφή. Για την Έρση Σωτηροπούλου αυτοί οι χώροι είναι συνήθως ξενοδοχειακοί. Και σ΄ αυτούς μάς ξεναγεί
Στην Έρση Σωτηροπούλου αρέσει το γράψιμο σε ξενοδοχεία. Έχει γράψει στο Λουτεσιά στο Παρίσι αλλά και σε τρισάθλιες πανσιόν με παράθυρο στον φωταγωγό.
  • Τι είναι για σας το ξενοδοχείο;
Είναι ένας χώρος ανώνυμος γεμάτος ιστορίες. Από εκεί έχουν περάσει διάφοροι, έχουν ερωτευθεί, έχουν μεθύσει, έχουν κοιτάξει με τρόμο το σκοτάδι, μερικοί έχουν πεθάνει σε κάποιο κρεβάτι. Αλλά το εκπληκτικό είναι ότι όλες αυτές οι ιστορίες δεν αφήνουν τραυματικά ίχνη, γιατί κάθε πρωί το ξενοδοχείο ξαναγεννιέται. Τα σεντόνια αλλάζουν, το βρώμικο πάτωμα σφουγγαρίζεται, λεκέδες από ανθρώπινο αίμα εξαφανίζονται και η ζωή ξαναρχίζει.
  • Γιατί γράφετε εκεί;
Νιώθω ελεύθερη, απερίσπαστη.
  • Σε τι συναισθηματική κατάσταση σας βάζει;
Λειτουργεί αγχολυτικά. Ιδιαίτερα όταν μπαίνω για πρώτη φορά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου είναι σαν ν΄ αφήνω πίσω μου την άλλη ζωή και να γυρίζω στον φυσικό μου χώρο. Νιώθω μια έξαψη χαμηλής έντασης καθώς κοιτάζω τα διάφορα έπιπλα και το κρεβάτι, πηγαίνω μέχρι το παράθυρο, ρίχνω μια ματιά στο μπάνιο χωρίς να μπω μέσα κι αρχίζω να σκέφτομαι πού θα βάλω τα χαρτιά μου, αν θα πρέπει ν΄ αλλάξω θέση στο τραπέζι κ.λπ. Ανοίγω το σακ-βουαγιάζ και βγάζω έξω μερικά βιβλία και ρούχα. Υπάρχει ένα κύμα προσδοκίας, η υπόσχεση για ένα νέο ξεκίνημα, έστω μόνο για το χρονικό διάστημα που πρόκειται να μείνω εκεί. Και ταυτόχρονα μια αίσθηση ελευθερίας. Σ΄ ένα ξενοδοχείο δεν σ΄ ενδιαφέρει αν είσαι ευπρόσδεκτος ή όχι, πράγμα που σημαίνει ότι αισθάνεσαι πάντα ευπρόσδεκτος. Πληρώνεις, και το δωμάτιο σού ανήκει. Όλα μπορούν να ξεκινήσουν από εκεί κι αυτό είναι πολύ καλό για το γράψιμο.
  • Ποια είναι η διαφορά από το σπίτι; Είναι μόνο θέμα ησυχίας;
Όχι μόνο. Ένα σπίτι είναι συναισθηματικά φορτισμένο. Όλοι οι χώροι και τα αντικείμενα έχουν στοιχειωθεί από προσωπικές ιστορίες, οικογενειακές στιγμές. Χρειάζομαι ένα παρθενικό τοπίο. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο- γιατί τα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι στιγματισμένα από χιλιάδες παρουσίες και εάν δεν καθαριστούν καλά αυτές οι παρουσίες στέλνουν σήματα νεκρανάστασης, όπως μια φορά στη Λιλ που βρήκα ένα σκισμένο εσώρουχο μέσα στα σεντόνια μου, ένα κατακρεουργημένο γυναικείο καλσόν κι άρχισα να υφαίνω μια ιστορία γύρω απ΄ αυτό-, το ξενοδοχείο μού εξασφαλίζει αυτή την παρθενικότητα.
  • Αν, πάντως, πιστέψουμε την ετυμολογική πλευρά του πράγματος, μόνο ο οίκος είναι οικείος. Θέλετε να ξεβολεύεστε για να γράφετε;
Υπάρχουν συγγραφείς για τους οποίους αυτό το «οικείο» είναι απαραίτητο. Οι περισσότεροι δεν θα άφηναν το γραφείο, τα βιβλία τους, έναν χώρο προσωπικό και αγαπημένο, γιατί μόνο εκεί μπορούν να αποδώσουν καλά. Για μένα η οικειότητα είναι παγίδα. Το σπίτι μπορεί να γίνει εχθρός. Σαν ένα μεγάλο μάτι που παραμονεύει. Σ΄ αγαπάει, αλλά σε παρακολουθεί. Το σπίτι σε ξέρει. Κι αυτό το αίσθημα είναι ολέθριο όταν γράφεις. Στο ξενοδοχείο κανείς δεν δίνει δεκάρα για σένα. Μπαίνεις, βγαίνεις και, τελικά, είσαι αόρατος. Αν είχα την οικονομική δυνατότητα, θα ζούσα μόνιμα σε ξενοδοχεία.
  • Στο ξενοδοχείο τι είδους δωμάτιο χρειάζεστε; Με θέα; Ή απομονωμένο από τον έξω κόσμο εντελώς;
Η θέα δεν έχει τόση σημασία. Περισσότερο μ΄ ενδιαφέρει η διάταξη των επίπλων. Η αύρα του δωματίου. Πού μπορώ να βάλω ένα τραπέζι για να γράψω. Ένα δωμάτιο παραφορτωμένο με πίνακες, μπιμπελό και βαριές κουρτίνες είναι καταπιεστικό.
«Στο ξενοδοχείο κανείς δεν δίνει δεκάρα για σένα. Μπαίνεις, βγαίνεις και, τελικά, είσαι αόρατος. Αν είχα την οικονομική δυνατότητα, θα ζούσα μόνιμα σε ξενοδοχεία»
Η θάλασσα στο δωμάτιο και η κατσαρίδα
  • Προτιμάτε ξενοδοχεία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και γιατί;
Υπάρχουν ξενοδοχεία όπως το Λουτεσιά στο Παρίσι ή το Πελαγία Αφροδίτη στα Κύθηρα που θα ξαναγύριζα οποιαδήποτε στιγμή. Στο Πελαγία Αφροδίτη τελείωσα το Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές. Ήμουν κατάκοπη κι όταν σήκωνα το βλέμμα μου, η θάλασσα πλημμύριζε στο δωμάτιο. Αλλά γενικά πηγαίνω όπου προκύψει. Έχω γράψει σε μικρές πανσιόν δίπλα στο σπίτι μου. Σε τρισάθλια δωμάτια με παράθυρο στον φωταγωγό και τρίχες στην μπανιέρα. Στις Βρυξέλλες μια μικρή κατσαρίδα έβγαινε γύρω στις τρεις το πρωί, έκανε μια βόλτα κι έφευγε. Έχω γράψει σε ακριβά ξενοδοχεία με υπέροχη θέα όπου έτυχε να με καλέσουν. Κι έχω περάσει ώρες στο Ίντερνετ αναζητώντας τη φθηνότερη λύση για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα όταν υπήρχε πίεση κι αυτό που έγραφα απαιτούσε απόλυτη συγκέντρωση. Για μένα είναι ένας λειτουργικός χώρος. Δεν ψάχνω το τέλειο ξενοδοχείο. Ούτε έχω την πολυτέλεια να διαλέγω πάντα.
Δωμάτια με θέα στη γραφή