Showing posts with label Επιθεώρηση Τέχνης. Show all posts
Showing posts with label Επιθεώρηση Τέχνης. Show all posts

Friday, December 31, 2010

Μανώλης Φουρτούνης: Oφείλουμε να επινοήσουμε νέες μορφές αντίστασης

  • Ποιος είναι ο Μανώλης Φουρτούνης
Ο Μανώλης Φουρτούνης γεννήθηκε στην Κέφαλο της Κω, στις 3 Οκτωβρίου του 1926. Έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κω και στη Ρόδο. Το 1946 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1947 έως το 1958, με μικρά διαλείμματα αδείας, εκτοπίζεται στη Μακρόνησο και στον Άη-Στράτη. Το 1958 γίνεται μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης. Από το 1967 έως το 1971 εξορίζεται από τη δικτατορία στη Γυάρο, στη Λέρο (Παρθένι) και στον Ωρωπό. Στην πορεία, παντρεύεται τη Στέλλα Πασβάνη και αποκτούν δύο παιδιά. Άσκησε επί πολλά χρόνια το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Σήμερα είναι συνταξιούχος. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Στα γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1950 από τη λογοτεχνική στήλη της εφημερίδας Ο Δημοκρατικός. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Εγγραφές και προσωπεία (1962, Εκδόσεις Κουλουφάκου), Βιογραφίες (1972, Διογένης), Τοπία του χρόνου (1978, Ανθολογία), Η πληγή και το αλάτι (1985, Θεμέλιο) και Διαδρομές (2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδη). Έχει μεταφράσει: Παλμίρο Τολιάτι, Με δημοκρατία και ειρήνη στο σοσιαλισμό (1964, Εκδόσεις Παπακώστα), Ντίνο Μπουτσάτι, Η έρημος των Τατάρων (1971, Διογένης), Ζακ Λορύ, Οδηγός δίσκων κλασικής μουσικής (1972, Λέσχη του Δίσκου) και Παγκόσμια ανθολογία παραμυθιού, τόμοι 5 (χ.χ., Ανθολογία).
  Η ΑΥΓΗ: 02/01/2011

Έχουμε την τιμή και τη χαρά, ο ανθολόγος των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2011 να είναι ο Μανώλης Φουρτούνης, μέλος της ομάδας σύνταξης του ιστορικού περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης. Με αφορμή την επιλογή ποιημάτων από το περιοδικό αυτό, μιλά στην Αυγή για την εμπλοκή του στο σημαντικό εκείνο εκδοτικό εγχείρημα, για την υπόθεση Γκράνιν στην οποία πρωτοστάτησε, κάνει λόγο για τα σημεία-σταθμούς στην δωδεκάχρονη πορεία του εντύπου, από το 1955 μέχρι την εγκαθίδρυση της Χούντας, το 1967. Μιλά για τη συνεισφορά της Επιθεώρησης Τέχνης στην υπόθεση της αριστεράς, όπως και στη σχέση του πολιτισμού με την πολιτική πράξη. Από το βήμα αυτό θα θέλαμε να ευχαριστούμε τον γιο του, Γιώργο Φουρτούνη, για την πολύτιμη βοήθειά του.
* Ανθολογείτε ποιήματα από την Επιθεώρηση Τέχνης, ένα ιστορικό περιοδικό, που απετέλεσε σταθμό στην πνευματική ζωή του τόπου. Ποιο είναι το σκεπτικό της συγκεκριμένης ανθολογίας; Με ποια κριτήρια επιλέξατε τα ποιήματα αυτά;
Στην Επιθεώρηση Τέχνης δημοσιεύτηκαν πολλά καλά ελληνικά ποιήματα. Ως μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του περιοδικού, τα γνώριζα κατά κάποιο τρόπο από πρώτο χέρι. Η ιδέα ήταν να κάνω μια επιλογή από αυτά - μιλάω για ποιήματα που οι ίδιοι οι ποιητές τους τα εμπιστεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης. Πολλοί από αυτούς, που έμελλε να αποδειχθούν πολύ σημαντικοί για τα ελληνικά γράμματα, ξεκίνησαν από το περιοδικό. Η ανθολόγηση αυτή, λοιπόν, έχει ένα προφανές ποιητικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Πέρα από αυτό, όμως, είναι για μένα και μιας μορφής μνημόσυνο μερικών πολύ καλών μου φίλων, αλλά και του Άγγελου Ελεφάντη, που πρώτος αυτός έριξε την ιδέα πριν από λίγα χρόνια, ένα καλοκαίρι στην Κω.
* Ήσασταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της Επιθεώρησης Τέχνης και μάλιστα από τους πρωτεργάτες, με σημαντική συμβολή στην πορεία του περιοδικού. Πείτε μας για τη δική σας εμπλοκή στο συγκεκριμένο εγχείρημα.
Η ιδέα για ένα πνευματικό περιοδικό της αριστεράς γεννήθηκε στην εξορία, στον Άη - Στράτη, περισσότερο ως ένα όνειρο για τα χρόνια της μελλοντικής ελευθερίας, από μια παρέα νέων διανοούμενων (Κουλουφάκος, Ραυτόπουλος, Πατρίκιος, αλλά και πολλοί άλλοι). Η ιδέα αυτή, και το όνειρο, πραγματοποιήθηκε τα Χριστούγεννα του 1955. Η άδεια για την έκδοση βγήκε στο όνομα του αρχιτέκτονα Νίκου Σιαπκίδη, ο οποίος δεν είχε ακόμα φάκελο - αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί. Με δυο λόγια, το περιοδικό υπήρξε μια «ιδιωτική πρωτοβουλία» και όχι αποτέλεσμα κάποιας κομματικής απόφασης. Αργότερα το περιοδικό πλαισιώθηκε από την ΕΔΑ, της οποίας, ως νέοι κομμουνιστές, ήμασταν όλοι μέλη, και ξεκίνησε έτσι μια ιστορία υποστήριξης αλλά και μόνιμων εντάσεων. Εγώ, αν και ήμουν μέλος αυτής της παρέας στον Άη Στράτη, εντάχθηκα στη Συντονιστική Επιτροπή του περιοδικού το 1958, την πρώτη φορά που κατόρθωσα να έρθω στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστος.
* Τον Φεβρουάριο του 1959 δημοσιεύεται το αντικομφορμιστικό διήγημα του Σοβιετικού συγγραφέα Ντάνιελ Γκράνιν Η σιωπή (τεύχος 50-51), που είχατε μεταφράσει, και το οποίο προκάλεσε πολλές κομματικές αντιδράσεις. Μιλήστε μας για την υπόθεση Γκράνιν στην οποία πρωταγωνιστήσατε.
Το διήγημα είχε προηγουμένως δημοσιευθεί στο θεωρητικό περιοδικό του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Contemporaneo (που τότε ακόμα ήταν ένθετο στην κυριακάτικη έκδοση της “Unità”). Ο συγγραφέας του δεν ήταν αντικαθεστωτικός - αντιθέτως, υπήρξε ήρωας του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου». Ξέραμε ωστόσο ότι το διήγημα είχε προκαλέσει την οργή του Χρουτσώφ, καθώς έδινε μια όχι απολύτως ειδυλλιακή εικόνα για τη ΕΣΣΔ. Το συζητήσαμε στη Συντονιστική Επιτροπή εν όψει της δημοσίευσής του στο περιοδικό. Όλοι συμφωνήσαμε, αλλά ο Κ. Πορφύρης εξέφρασε ορισμένες επιφυλάξεις, όχι γιατί διαφωνούσε επί της ουσίας, αλλά επειδή, ως παλιός ακροναυπλιώτης, φοβήθηκε τις συνέπειες - και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Η δημοσίευση εν τέλει προκάλεσε αντιδράσεις από τον σκληρό κομματικό πυρήνα, που κορυφώθηκαν με μια ιδιότυπη δίκη, ένα «κομματοδικείο» κατά την έκφραση του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Σε ρόλο κατηγόρων βρέθηκαν γνωστές πνευματικές προσωπικότητες της αριστεράς και υψηλά κομματικά στελέχη - ας μην πούμε ονόματα. Το αποτέλεσμα ήταν η ανασύνταξη της Συντονιστικής Επιτροπής, από την οποία απομακρυνθήκαμε ο Δ. Ραυτόπουλος και εγώ, που όμως εξακολουθήσαμε να εργαζόμαστε στο περιοδικό από τις θέσεις μιας συμβουλευτικής επιτροπής, δημιουργημένης επί τούτου. Το περιοδικό, με τη νέα επιτροπή, τέθηκε υπό την υψηλή εποπτεία της ΕΔΑ, μέχρι το κλείσιμό του από τη χούντα.
* Εκτιμάτε ότι υπήρξαν σημεία-σταθμοί για την πορεία της Επιθεώρησης Τέχνης; Πώς θεωρείτε ότι συνεισέφερε αυτό το εγχείρημα στην υπόθεση της αριστεράς; Ποιος ο ρόλος της στη διαπάλη των ιδεών, στη σχέση της λογοτεχνίας και εν γένει του πολιτισμού με την κριτική σκέψη και την πολιτική πράξη;
Το πρώτο σημαντικό ορόσημο υπήρξε ασφαλώς η υπόθεση Γκράνιν, που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία του περιοδικού και το μετέτρεψε σταδιακά σε περισσότερο «κομματικό» έντυπο. Άλλο ορόσημο υπήρξε και η υπόθεση των Ντάνιελ και Σινιάφσκι, το 1966, οι οποίοι καταδικάστηκαν από δικαστήριο της Μόσχας για συγγραφή αντισοβιετικών έργων, που εκδόθηκαν στο εξωτερικό. Τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, μαζί με άλλους αριστερούς διανοούμενους, συνολικά 22, προχωρήσαμε σε κίνηση διαμαρτυρίας, που περιελάμβανε και αποστολή τηλεγραφήματος προς τον πρόεδρο της ΕΣΣΔ, όπου υπερασπιζόμασταν το δικαίωμα της πνευματικής ελευθερίας ως σύμφυτο με τη σοσιαλιστική απελευθέρωση του ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι δίνει και το στίγμα του όλου εγχειρήματος: διεκδικήσαμε την αυτόνομη κριτική σκέψη στο πλαίσιο της κομμουνιστικής στράτευσής μας. Σε μια περίοδο που ήμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα στο αστυνομικό κράτος και τον κομματικό δογματισμό, προσπαθήσαμε να μείνουμε ψύχραιμοι και ανεπηρέαστοι απέναντι στα πνευματικά φαινόμενα καθ’ εαυτά, στην ουσία τους, χωρίς να χάσουμε τον μπούσουλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ενώ ήμασταν στρατευμένοι με τον τρόπο μας (το περιοδικό ήταν η στράτευσή μας), νομίζω ότι διατηρήσαμε τη νηφαλιότητά μας απέναντι στις ιδεολογικές τοποθετήσεις ενός συγγραφέα ή ενός δημιουργού.
* Μπήκαμε στο 2011. Βρισκόμαστε εν μέσω μιας τεράστιας κρίσης που δεν είναι μόνον οικονομική. Θεωρείτε ότι υπάρχουν σήμερα δομές αντίστασης και παρέμβασης;
Θα υπάρξουν τέτοιες δομές αντίστασης και παρέμβασης μόνο εάν τις δημιουργήσουμε. Τότε θα μπορούν να υπάρξουν και εγχειρήματα ανάλογα, αλλά όχι ίδια, με εκείνα του παρελθόντος. Τις νέες μορφές οφείλουμε να τις επινοήσουμε. Δεν υπάρχουν συνταγές.

Sunday, November 21, 2010

Οι πιπεριές, η «Επιθεώρηση Τέχνης» και το Μνημόνιο...

  • Του Β.Π. Καραγιάννη, Η ΑΥΓΗ: 21/11/2010
Ολόκληρη η σειρά αυτού του σπουδαίου, πνευματικού περιοδικού, στον μικρό μας τόπο υπάρχει, αργούσα, ήγουν αχρησιμοποίητη είναι και η μοναδική, σε μια βιβλιοθήκη οίκου, στο σπίτι του αλήστου (αλησμόνητου δηλονότι,) Κυριάκου Σιδηρόπουλου στο Μαυροδένδρι. Αυτός πριν από 22 χρόνια άνοιξε τα φτερά της μηχανής του και πέρασε τα όρια του επέκεινα, χάθηκε δε στο μέγα τίποτα της ύλης και στο ελάχιστο πλέον της μνήμης
Μια επίσκεψή μου, ξέχασα τον λόγο, στο σπίτι της μεγάλης κυρίας της πόλεώς μας στην επιστήμη, τον πολιτισμό, στην κοινωνική της συμμετοχή, (στον Σύλλογο Γυναικών Κοζάνης, 30 τόσα χρόνια ύπαρξης, και ζωή να έχει ο θεσμός) ιατρό οδόντων Αίγλης (τι ωραίο όνομα) Γκατζογιάννη, με έφερε κατέναντι της βιβλιοθήκης της. Γνωρίζοντας το πάθος επί των βιβλίων και τα εξ αυτών πάθη, όπως αυτά της διαρπαγής και κατακράτησης, «Πάρε ό,τι θες» με προέτρεψε. Προς τι όμως αυτές οι περισυλλογές, διαρπαγές, μανικές τελικά καταστάσεις; Το πέλαγος των βιβλίων ποτέ δεν θα διαπεραστεί ή να διασχιστεί από άνθρωπο. Λιγοστός ο χρόνος επί γης και ζωής κι αυτό μεγαλώνει έως απείρου.

Από την άλλη το ανικανοποίητο επ’ αυτών (ανάγνωση, απόκτηση, φύλαξη) ούτε κι αυτό κατευνάζεται αλλά αφήνει τον υποτελή του σε μια διαρκή κατάσταση χαρμάνη, αξεχαρμάνιαστου. Ως εκ τούτου δέσμιος των ημών παθών γιατί όχι και των λαθών (η καταβύθισή μου στις γραμμένες και τυπωμένες λέξεις μ’ έκανε να θεωρώ τα ορθογραφικά και τυπογραφικά μου λάθη οδυνηρότερα και να ντρέπομαι γι' αυτά περισσότερο από τα λάθη επί του προσωπικού), διάλεξα, άρπαξα δηλαδή, ένα δεμένο τόμο με τα αφιερώματα της «Επιθεώρησης Τέχνης», τα οποία όλα σχεδόν είχα κατά μόνας, αλλά αυτός ήταν δεμένος από παλιά, άρα λίαν ελκτικός. Οπότε; Με την ευκαιρία, ολόκληρη η σειρά αυτού του σπουδαίου, πνευματικού περιοδικού, στον μικρό μας τόπο υπάρχει, αργούσα, ήγουν αχρησιμοποίητη είναι και η μοναδική, σε μια βιβλιοθήκη οίκου, στο σπίτι του αλήστου (αλησμόνητου δηλονότι,) Κυριάκου Σιδηρόπουλου στο Μαυροδένδρι.

Αυτός πριν από 22 χρόνια άνοιξε τα φτερά της μηχανής του και πέρασε τα όρια του επέκεινα, χάθηκε δε στο μέγα τίποτα της ύλης και στο ελάχιστο πλέον της μνήμης. Μάζευε στάγδην τα τεύχη της από τα παλαιοπωλεία της Αθήνας και ολοκλήρωσε τη σειρά λίγο πριν ολοκληρώσει την επί γης, τόσο σύντομη ουσία του. Μάζευε και για μένα αλλά δεν νομίζω πως την ολοκλήρωσα. Γι αυτό και την ψάχνω ακόμα! Ματαιότητες φυσικά. Το δείχνει η αδόκητη τότε φυγή του και η «απαρηγόρητη» (αλίμονο, λέξεις λέξεις μόνον) ανάμνησή του. Με τ’ όνομά του συστήθηκε και υπάρχει, κάπου κάπου δε εμπλουτίζεται με βιβλία τα οποία στέλνουν ή φέρνουν οι άλλοτε φίλοι του (επώνυμοι της επιστήμης, της λογοτεχνίας, της πολιτικής) από την Αθήνα σε μια χειρονομία αναζήτησης της περασμένης (μήπως και «χαμένης» τους) νιότης. Λειτουργεί σποραδικά υπό την εποπτεία του προέδρου του Μορφωτικού (λίαν δραστήριου) Συλλόγου του χωριού. Η μνήμη του ξεθωριάζει, απομακρύνεται στο βάθος του καιρού, όμως ο αέρας του, σε όσους τον έζησαν, ακόμα διατηρεί μιαν «δρόσο» Βαρναλική, αυτός ο τελεσίδικα (τότε) ανιδιοτελής ενεργός πολίτης της επιστήμης (χημικός) των γραμμάτων, κι ο Καβάφης τον έθελγε (αν και χημικός τον δίδασκε στην τάξη του, κι έφυγε κατά τον τρόπο του): «Εν τω μηνί Αθύρ ο Λεύκιος εκοιμήθη». Πρωτίστως δε ο αγόγγυστος κι αγονάτιστος της πολιτικής και της πολιτισμένης (νυν διαλυμένης σε δεκάδες τρίμματα, όχι δεν θα πω ακόμα περιτρίμματα) αριστεράς.

Το άλλο βιβλίο που «χτύπησα» από το ευγενικό σαλόνι της κυρίας Αίγλης και τη βιβλιοθήκη της ήταν άγνωστο σε μένα ως τίτλος «Ο δρομάκος με την πιπεριά» (1959-1960) και συγγραφέας Δήμος Ρεντής (1925-1996), αλλά οικείο ως έκδοση κι αυτό απόρροια της συλλεκτικής μου πάθησης. Ήταν έκδοση των ΠΛΕ ήγουν «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις» των πολιτικών προσφύγων στη Ρουμανία μετά τον εμφύλιο, που εξέδιδαν σημαντικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις φυσικά απαγορευμένες στη μετεμφυλιακή Ελλάδα του διχασμού και της πέτρινης, ιδεολογικής απελπισίας.

Τις μάζευα κατά καιρούς από τα υπόγεια στα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης αργότερα τις βρήκα στα τοπικά γραφεία της ολιγοήμερης ...«Ενωμένης Αριστεράς» κι αμέσως μετά από τα πολυχρόνια γραφεία του θρυλικού ΚΚΕ Εσωτερικού. Διάβασα σε ηλεκτρονικές σελίδες για τον συγγραφέα, έναν τίμιο κι άδολο εργάτη του πνεύματος της αριστερής, λαϊκής γραφής και πάντα στην υπηρεσία του κόμματος και της ιδεολογίας του. Άλλα πεζά του έργα: «Τα δύο τάγματα», «Τα παιδιά της Αθήνας», «Το κουτί με τα σπίρτα», «Οι Θεοί κατεβαίνουν απ’ τον Όλυμπο», «Ψίχα ροδιού». Ήταν η εποχή που η «Επιθεώρηση Τέχνης» όριζε, με όλες τις δυσκολίες και ιδεολογικές δυσκαμψίες, τα πνευματικά ζητήματα της αριστεράς. Δεν το διάβασα, ασήκωτες πια οι 688 σελίδες του. Όμως το αισθάνομαι σαν κάτι γλυκό που έρχεται από έναν άλλοτε χρόνο, τον οποίο ναι μεν δεν γνώρισα λόγω ηλικίας, όμως θροΐζει μέσα μου ευεργετικά (θα ‘λεγα αδόκιμα, νοσταλγικά) καθώς βιώνουμε το ιδεολογικό ρημαδιό, τη σύνθλιψη επί του προσωπικού, την πολιτική φτήνια, τη δυσκολία εφ’ όλης της ύλης των ανθρώπων και των τρόπων τους.
Προς τι όλα αυτά;

Αφορμή στάθηκαν οι πιπεριές στο χωριό και στη Μάνα-πηγή νερού, όπου η μάνα-μητέρα διαπίστωσε ένα απόγευμα ήσυχο του Σεπτεμβρίου, ότι ο κήπος της εκεί παραβιάστηκε και εκλάπησαν οι πιπεριές του. Όλες! Μόνο οι πιπεριές, όχι οι ντομάτες. Σχεδόν τρυγήθηκαν. Άκουσα παλιότερα στην περιοχή μας το πως κάποιοι, «ευγενείς» πολίτες της (γνήσιοι στην καταγωγή) έκλεψαν όλα τα σταφύλια, αφού μπήκαν νύκτωρ σε ξένο αμπέλι σαν νοικοκυρές. Το τρύγησαν κανονικά. Το λοιπόν, εδώ ο κύριος κλέπτης πήρε όλες τις κάπως στρόγγυλες, που είναι κατάλληλες για τα γεμιστά, αλλά χωρίς κιμά, φαγητόν εξαίσιο.

«Να του μαζευτεί το χέρι σαν το πιπέρι» τον καταράστηκε η μάνα. Της είπα να αλλάξει τον λόγο κι άλλη «ευχή» να δώσει, ότι οι καιροί είναι δύσκολοι, σε λίγοι θα αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τα δάχτυλα του άλλου. Οπότε το δάχτυλα θα του φάνε! Αμετάπιστη. Όλο το καλοκαίρι της περιποιούνταν και τις μεγάλωνε ευλαβώς. Ως εκ τούτου όποιος δει πολίτη του Δημοτικού Διαμερίσματος Λευκοπηγής κατά τη διάρκεια των νυν εκλογών, με χέρι σουφρωμένο αμέσως θα καταλάβει πως είναι το χέρι που σούφρωσε τις πιπεριές. Ας τον συγχωρέσει όμως αν για λόγους πείνης το έκανε. Έπεσε τόση πείνα εκ του αμνημόνευτου Μνημονίου ή απλώς το κλεπτικό έθος των Νεοελλήνων βρίσκεται σε έξαρση και έξαψη;

Των πολιτικών του κυρίως οι οποίοι δεν άφησαν τίποτε το άκλεπτον, εφόσον του παίρνει εννοείται - αλλά πως τυχαίνει στην πλειονοψηφία τους να τους παίρνει λίγο πολύ. Αναρωτιέται ο καλόπιστος ή ο ολιγόπιστος γείτων, ο περαστικός ή κι ο άγνωστος: «όλοι κλέβουν ατιμωρητί γιατί όχι κι εγώ;» Πιπεριές; Πιπεριές... Μήπως, όμως τις έβαλε στο χέρι και κανείς εξαρτημένος να τις πουλήσει, να πάρει τα ψυχία της επιούσιας δόσης του. Καθόλου απίθανο αν και τραγικά σπαρταριστό. Σε συνθήκες άγριας οικονομικής περιστολής μια κατηγορία που θα πληγεί θανάσιμα κι ως εκ τούτου θα ξεσαλώσουν είναι και οι ποικίλης φύσεως εξαρτημένοι -δεν εξαιρώ κι εκείνους των βιβλίων. Ήδη πουλούν τα σπιτικά τενεκέδια με το λάδι για το ολίγον της δόσης και το πλατωνικόν «δόσις δ’ ολίγην, φίλην τε» να γίνεται όμως γι’ αυτούς φίδι αμετάκλητα φαρμακερό. Θα αυξηθεί η παραβατικότητα η οποία πλην των άλλων σε οδηγεί μετά θάνατον κατευθείαν στην κοινή ζεματιστή κόλαση όλων (εν ζωή συνυπάρχουμε με την επιλεκτική των άλλων).

Δραγάτες στην ουσία μάλλον δεν έχουμε αν και οι μόλις πριν, τους επανέφεραν στη φύλαξη της υπαίθρου! Ποιος ξέρει πού υπάρχουν και σε τι γραφεία και πρωτόκολλα είναι χωμένοι και λανθάνουν ως τη ριμαδοσύνταξη. Ξέφραγα τα χωράφια και τ’ αμπέλια βορά σε κάθε πεινασμένο. Βέβαια ο κλέφτης των πιπεριών (μου θύμισε τον αντίστοιχο της Βαγδάτης ή τον αριστουργηματικό συγγενή του εκ Βουλγαρίας «Κλέφτη των ροδακίνων» που βλέπαμε στις αίθουσες τέχνης) πήρε μόνον τις κάπως στρουμπουλές, τις μυτερές και μικρές τις άφησε μεταξύ των οποίων και λίγες καυτερές. Έστω!

Monday, January 4, 2010

Ενας διανοούμενος απολογείται στο κόμμα

ΚΡΑΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟΥ - ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Η δημοσίευση του διηγήματος «Η Σιωπή» του Σοβιετικού συγγραφέα Ντανιίλ Γκράνιν, το 1959, στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» δίχασε τη διανόηση της Αριστεράς. Το διήγημα ενόχλησε τα κομματικά στελέχη της ΕΔΑ, καθώς αμφισβητούσε το αλάθητο των Σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών, έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο, που διαλέγει την ηρεμία του απ' την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον.

Αυτό είναι το θέμα της μελέτης «Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο. Η δίκη της "Επιθεώρησης Τέχνης" το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου» της επίκουρης καθηγήτριας σλαβικής λογοτεχνίας, της 43χρονης Αλεξάνδρας Δ. Ιωαννίδου. Το βιβλίο (εκδόσεις Καστανιώτης) τιμήθηκε πρόσφατα με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας.

Σ' αυτό τυπώνεται για πρώτη φορά το κείμενο-απολογία του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994) για την απόφαση της συντακτικής επιτροπής να δημοσιεύσει το διήγημα του Γκράνιν. Το κείμενο, με τίτλο «Σημείωμα σχετικά με τη δημοσίευση του διηγήματος του Σοβιετικού συγγραφέα Ντ. Γκράνιν "Η Σιωπή" και με τη συζήτηση που επακολούθησε, Προς την Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ», το εντόπισε η πανεπιστημιακός στο αρχείο του, το οποίο φυλάσσει ο γιος του Πέτρος Κουλουφάκος. Αποσπάσματα είχαν δημοσιευτεί σε τρεις συνέχειες τον Μάιο του 1973 στον «Ελεύθερο Κόσμο» με τίτλο «Μυστική Εκθεσις του κομμουνιστού Κ. Κουλουφάκου. Πώς εδίκαζε η ΕΔΑ τους διανοουμένους της».

  • Γιατί σας απασχόλησε η υπόθεση Γκράνιν και σας οδήγησε να ανασύρετε το κείμενο του Κώστα Κουλουφάκου;

«Με απασχόλησε στο πλαίσιο μιας εργασίας με απώτερο στόχο την αποτύπωση της πρόσληψης της σοβιετικής λογοτεχνίας, η οποία θεωρώ ότι έχει παραγνωριστεί. Ετσι, έπεσα μοιραία πάνω στην υπόθεση "Δίκη της Επιθεώρησης Τέχνης"».

  • Στα τότε συμφραζόμενα της ελληνικής αριστερής διανόησης, που βρισκόταν υπό τη σκέπη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, τι εκπροσωπεί το κείμενο του Κώστα Κουλουφάκου;

«Είναι το κείμενο ενός πειθαρχημένου απείθαρχου, γιατί προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αναγκαιότητα για κομματική πειθαρχία και συμπόρευση με την επίσημη πολιτική του κόμματος και την εσωτερική του επιθυμία για έναν ελεύθερο λογοτεχνικό κριτικό λόγο. Είναι ένα κείμενο σπαρακτικό, γιατί προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Ο Κουλουφάκος οριοθετεί συνειδητά ένα πρόγραμμα για τον ρόλο του διανοούμενου στο κόμμα. Τον περιγράφει ως πρωτοπόρο, "δάσκαλο" που θα "οδηγήσει" τις "μάζες" στην ουσιαστική μόρφωση, η οποία θα τολμά ν' ασκήσει κριτική. Βαθιά μελετημένος στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, μετακινείται ελαφρώς αλλά συνειδητά από τη μέχρι τις αρχές τής δεκαετίας του '50 ισχύουσα άποψη για το συγκεκριμένο δόγμα».

  • Η επιτροπή της «Επιθεώρησης Τέχνης» παρακολουθεί συστηματικά τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ενωση και επηρεάζεται από τον τρόπο που τις προσλαμβάνει η Δύση;

«Μια παρεξήγηση συνίσταται στο ότι οι όποιες αποκλίσεις από το επίσημο σοβιετικό λογοτεχνικό δόγμα οφείλονται σε επιρροές αποκλειστικά από τη Δύση, κυρίως από τη Γαλλία και την Ιταλία. Στη δεδομένη ελληνική περίπτωση έχουμε να κάνουμε με βαθιά μορφωμένους ανθρώπους (Τίτος Πατρίκιος, Κώστας Κουλουφάκος), οι οποίοι παρακολουθούν από πολύ κοντά κάθε πνευματική κίνηση, τόσο στη Δύση όσο και στη Σοβιετική Ενωση.

Το γεγονός ότι η "Επιθεώρηση Τέχνης" κινείται σ' ένα πλαίσιο λιγότερο δογματικό λόγω ΕΔΑ, τους δίνει τη δυνατότητα να αναζητούν και να ανιχνεύουν πιο απελευθερωμένες μορφές λογοτεχνίας και κριτικής. Εντυπωσιακή είναι η ικανότητά τους να "διαβάζουν" ανάμεσα στις γραμμές των αποφάσεων της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ την προοπτική μιας ελπιδοφόρας αλλαγής, που, όμως, στο τέλος δεν επικράτησε».

  • Μετά τον θάνατο του Στάλιν συνέβησαν καίριες αλλαγές στα λογοτεχνικά τεκταινόμενα της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, που επηρέασαν και την ελληνική αριστερή διανόηση και λογοτεχνία;

«Το "επαναστατικό" έτος 1956, που σφραγίζεται από το 20ό Συνέδριο, στο οποίο καταδικάστηκε ο σταλινισμός, επιχείρησε να ανατρέψει τις παλιές αγκυλώσεις της σοβιετικής κριτικής και λογοτεχνίας. Αυτή η αλλαγή ενέπνευσε ελπίδες και στους ελληνικούς αριστερούς λογοτεχνικούς κύκλους. Σήμερα, μπορεί να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι κομματικοί διανοούμενοι της ΕΔΑ, στα τέλη της δεκαετίας τού '50, όχι μόνον είδαν, αλλά και τόλμησαν να μεταφέρουν αυτό το κλίμα στην Ελλάδα».

* Η συγγραφέας τον Μάρτιο θα ορκιστεί στη θέση της αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, μεταφράζει από τα ρωσικά και πολωνικά και έχει εκπονήσει διατριβή με θέμα «Η αγάπη για την Ελλάδα στη Ρωσία της καμπής του αιώνα». Εστιάζει στη ζωή και στο έργο δύο Ρώσων ποιητών και φιλοσόφων, κατά τη δεκαετία του '10, οπότε άκμασε ο ρωσικός συμβολισμός: στους Βιατσεσλάβ Ιβάνοφ και Ινοκέντι Ανένσκι. *

Χρονικό της δίκης

-Φεβρουάριος 1959: επέμβαση της διοικούσας επιτροπής τής ΕΔΑ στα εσωτερικά της «Επιθεώρησης Τέχνης».

Αφορμή στάθηκε η δημοσίευση στο τεύχος 50-51 του διηγήματος «Η σιωπή» (ο ρωσικός τίτλος μεταφραζόταν «Η δικιά του γνώμη»), σε μετάφραση του Μανόλη Φουρτούνη από τα ιταλικά. Το είχε αλιεύσει στο περιοδικό «Il Contemporaneo» (τεύχος 12, 3 Δεκεμβρίου 1957).

-«Κομματοδικείο»: ανώτερα στελέχη από τον λογοκριτικό μηχανισμό του εξόριστου κόμματος στο Βουκουρέστι, όχι μόνο διαμαρτυρήθηκαν, αλλά και ζήτησαν να συναντηθούν με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού για να λάβουν εξηγήσεις. Κατ' εξοχήν σύνδεσμος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ με την ΕΔΑ ήταν ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο οποίος έκανε εισηγήσεις για σχετικά θέματα. Εγιναν δύο συναντήσεις, στις 26 Μαΐου και στις 2 Ιουνίου, που κατέληξαν σ' ένα είδος κομματικής δίκης. Το κόμμα εκπροσώπησαν οι Λεωνίδας Κύρκος, Μάρκος Αυγέρης, Θέμος Κορνάρος, Δημήτρης Φωτιάδης, Παναγιώτης Φουντουραδάκης, Βαγγέλης Σακελλάρης, Νίκος Κιτσίκης και Γιάννης Ρίτσος. Από τη μεριά του περιοδικού παρευρέθησαν οι Κώστας Κουλουφάκος, Τίτος Πατρίκιος, Μανόλης Φουρτούνης και Κώστας Πορφύρης. Εξαιρετικά επικριτικοί στάθηκαν ο Μάρκος Αυγέρης και ο Δημήτρης Φωτιάδης.

-Μετά τη «Δίκη»: η συντακτική επιτροπή του περιοδικού υπέβαλε την παραίτησή της και περίμενε. Ο Μανόλης Φουρτούνης και ο Δημήτρης Ραυτόπουλος διώχτηκαν από την επιτροπή και επιβλήθηκε η εποπτική παρουσία του Δημήτρη Δεσποτίδη.

«Επιθεώρηση Τέχνης» σε λίγες λέξεις

- 1954: η παλιά λογοτεχνική παρέα εξόριστων στον Αϊ-Στράτη, οι Κώστας Κουλουφάκος, Τίτος Πατρίκιος, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Μανόλης Φουρτούνης, μαζί με τον ζωγράφο Γιάννη Χαΐνη, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον αρχιτέκτονα Νίκο Σιαπκίδη, συζητούν την ιδέα να εκδώσουν ένα περιοδικό της Αριστεράς για τα γράμματα και τις τέχνες.

Ο μεγαλύτερος ηλικιακά είναι ο 33χρονος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Οι υπόλοιποι είναι από τριάντα και κάτω. Απευθύνθηκαν στην παλιά φρουρά της μαχόμενης αριστερής διανόησης (Δ. Φωτιάδης, Γ. Ρίτσος, Μ. Αυγέρης, Κ. Βάρναλης), η οποία αρνήθηκε να συμμετάσχει στο εκδοτικό εγχείρημα.

- Δεκέμβριος 1954: κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος της «Επιθεώρησης Τέχνης», η οποία εκδίδεται χωρίς διακοπή μέχρι την εγκαθίδρυση της δικτατορίας. Συνολικά κυκλοφορούν 146 τεύχη (24 τόμοι). Τη συντακτική επιτροπή πλαισιώνουν ακόμη οι Π. Κονίδης (Κ. Πορφύρης), Γ. Σύριος (Πετρής), Γ. Παπαλεονάρδος, Διονυσία Μπιτζιλέκη, Φ. Ανωγειανάκης, Τ. Βουρνάς και αργότερα η Μέλπω Αξιώτη. Ο Κώστας Κουλουφάκος αναλαμβάνει υπεύθυνος ύλης (1955 - 1962) και έπειτα από μία δεκαετία, αρχισυντάκτης (1965 - 1967).

Ντανιίλ Γκράνιν: η πέτρα του σκανδάλου

Ο συγγραφέας του διηγήματος, που ενόχλησε την ηγεσία του ΚΚΕ, ζει και βασιλεύει

Ο Ντανιίλ Αλεξάντροβιτς Γκράνιν, ένας από τους σημαντικότερους Σοβιετικούς συγγραφείς, βρίσκεται εν ζωή και είναι 90 ετών!

Γεννήθηκε το 1919 στην ουκρανική πόλη Βολίν. Σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός, με αντικείμενο τη βιομηχανική ανάπτυξη. Πήγε εθελοντής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, εμπειρία που επηρέασε καθοριστικά το έργο του.

Αρχισε να δημοσιεύει από τριάντα ετών, το 1949. Το 1957 για το διήγημά του «Η δική του γνώμη» δέχθηκε επίθεση από τον γ.γ. του ΚΚΣΕ Νικίτα Χρουστσόφ, με το σκεπτικό «ότι όφειλε να υποτάσσει την άποψή του στην άποψη της πλειοψηφίας». Ο Γκράνιν βρέθηκε στην απομόνωση και αποκλείστηκε επί τρία χρόνια από την εκδοτική ζωή.

Το 1962, βγαίνοντας από «το ντουλάπι» της λογοκρισίας, τύπωσε το μυθιστόρημά του «Προς την καταιγίδα», στο οποίο αξιοποίησε τις τότε νέες κατακτήσεις της γενετικής και της κυβερνητικής. Το 1978, το σοβιετικό καθεστώς τον τίμησε με το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας.

Οι καιροί άλλαξαν και ο Ντανιίλ Γκράνιν ανέβηκε στο άρμα του Βλαντίμιρ Πούτιν. Απόδειξη αυτής της στροφής του είναι ένα από τα τελευταία του βιβλία, το ιστορικό μυθιστόρημα με τον εύγλωττο τίτλο «Βραδιές με τον Μεγάλο Πέτρο». Στις 29 Ιανουαρίου του 2009, ο πρόεδρος της Ρωσίας Ντιμίτρι Μεντβιέντεφ του απένειμε το μετάλλιο του Τάγματος του Αγίου Ανδρέα. Ζει και εργάζεται στην Αγία Πετρούπολη.

Saturday, September 19, 2009

Στα άδυτα μιας «ειδικής» λογοτεχνικής κριτικής

  • Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο Η δίκη της «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου [εκδ. Καστανιώτη, σ. 363, 22,99 ευρώ]

Το 1959 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», στο τεύχος Φεβρουαρίου-Μαρτίου, το διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Ντανιήλ Γκράνιν «Η σιωπή». Το διήγημα δημοσιεύεται σε μετάφραση Μανόλη Φουρτούνη, ο οποίος το έχει αντλήσει από το περιοδικό «Contemporaneo». Λίγο μετά τη δημοσίευση ξεσπούν στους κόλπους της ΕΔΑ μεγάλες αντιδράσεις. Με ανανεωτικό και ενίοτε ρηξικέλευθο πνεύμα (όσο ρηξικέλευθο μπορεί να είναι στο πλαίσιο της εποχής), η «Επιθεώρηση Τέχνης» δεν ανήκει στα αγαπημένα παιδιά του κομματικού μηχανισμού και το διήγημα του Γκράνιν θα οδηγήσει τα πράγματα στα όριά τους (το περιοδικό δεν διαθέτει καμία άνωθεν βούλα και ο επίτροπος της ΕΔΑ Κ. Πορφύρης, υπό την εποπτεία του οποίου εκδίδεται, δεν είναι, μολονότι παλιός Ακροναυπλιώτης, ο άνθρωπος που θα πνίξει τις νέες φωνές). Στις 26 Μαΐου και στις 2 Ιουνίου του 1959 θα πραγματοποιηθεί μια σκιώδης κομματική δίκη. Οι Λεωνίδας Κύρκος, Μάρκος Αυγέρης, Θέμος Κορνάρος, Δημήτρης Φωτιάδης, Βαγγέλης Σακελλάρης, Νίκος Κιτσίκης και Γιάννης Ρίτσος, από την πλευρά του κόμματος, θα κατηγορήσουν τα μέλη της συντακτικής επιτροπής της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκο, Τίτο Πατρίκιο, Μ. Φουρτούνη και Κ. Πορφύρη (ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, μέλος, επίσης, της συντακτικής επιτροπής, δεν καλείται στις δύο συναντήσεις) για εσφαλμένη επιλογή, μια και το διήγημα του Γκράνιν είναι σαφές ότι αμφισβητεί τα επιτεύγματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, παραβιάζοντας κατάφωρα και τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ενάμιση χρόνο μετά τη δίκη, ο Φουρτούνης και ο Ραυτόπουλος θα απομακρυνθούν από την επιτροπή, ενώ την κομματική ευθύνη θα αναλάβει ο Δημήτρης Δεσποτίδης. Στο μεταξύ, ο Κουλουφάκος, αρχισυντάκτης της «Επιθεώρησης Τέχνης», έχει προλάβει να συντάξει ένα απολογητικό κείμενο για τη δημοσίευση του διηγήματος του Γκράνιν, το οποίο, όμως, δεν θα δημοσιευτεί ποτέ, παραμένοντας μόνο στις ζωντανές αναμνήσεις των μαρτύρων της υπόθεσης.

  • Ελληνορωσικές λογοτεχνικές σχέσεις

Το σύντομο, αλλά τόσο κρίσιμο αυτό επεισόδιο από τη ζωή της «Επιθεώρησης Τέχνης» ανακινεί με την εργασία της η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, που συμβάλλει διττώς στη διερεύνησή του: εξετάζοντας, αφενός, ως συγκριτολόγος ειδικευμένη στις σλαβικές σπουδές, τις σχέσεις ανάμεσα στο ρωσικό και το ελληνικό λογοτεχνικό σύστημα, και φέρνοντας, αφετέρου, στο φως της δημοσιότητας το κείμενο του Κουλουφάκου (μαζί με το περιλάλητο διήγημα του Γκράνιν), το οποίο εμπιστεύτηκε στα χέρια της ο γιος του Πέτρος. Τι ακριβώς, όμως, συμβαίνει στο διήγημα και τι ήταν εκείνο που έβαλε φωτιά στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος, ωθώντας ακόμη και τον Ρίτσο, που εκτιμούσαν απέραντα τα μέλη της συντακτικής επιτροπής, να μιλήσει για ολέθριο σφάλμα; Ο Γκράνιν εξιστορεί στο κείμενό του το πώς ένα προικισμένο διοικητικό στέλεχος, που εκτελεί χρέη προϊσταμένου στο Ινστιτούτο Ερευνών, αρνείται να δημοσιεύσει άρθρο νεαρού συνεργάτη του, ο οποίος αποδεικνύει τον αντιοικονομικό χαρακτήρα των νέων μηχανών τις οποίες έχει σχεδιάσει σεβάσμιος σοβιετικός ακαδημαϊκός. Ο προϊστάμενος ξέρει πως το δίκιο είναι με το μέρος του νεαρού αρθρογράφου, αλλά φοβούμενος τον παραγκωνισμό του εγκαταλείπεται στη θέληση των απαράτσικων και εφαρμόζει, παρά τον διχασμό του, τα διατεταγμένα. Ο Γκράνιν, που είναι σήμερα 91 ετών (γεννημένος το 1918 στην Ουκρανία) και κατηγορήθηκε από το σοβιετικό καθεστώς, παρά την κομματική του ιδιότητα, για συνεργασία με τη Δύση, στηλίτευσε σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του καριέρας τη γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, καταγγέλλοντας κατ' επανάληψη την αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό της. Κι αν μπήκε στο μάτι του σοβιετικού κράτους, τι τύχη θα μπορούσε να έχει με τους έλληνες κομμουνιστές, που είχαν χάσει τον Εμφύλιο και αγωνίζονταν με νύχια και δόντια να ορθοποδήσουν κομματικά και πολιτικά σ' ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον;

Η Ιωαννίδου αποκαλύπτει σε όλο τους το βάθος τις διαστάσεις της υπόθεσης Γκράνιν, αφού προβάλλει τη δίωξη της «Επιθεώρησης Τέχνης» όχι στο επίπεδο της ελληνικής αριστερής κριτικής, όπως κατά κανόνα έχει γίνει μέχρι τώρα από τους μελετητές της ιστορίας του περιοδικού, αλλά στο πεδίο των σοβιετικών κριτικών διεργασιών. Ο Γκράνιν αποτελεί προϊόν ενός φαινομένου αμφισβήτησης της σοσιαλρεαλιστικής αρχής της μη αντιπαράθεσης (υποχρέωση του σοβιετικού συγγραφέα είναι να φιλοτεχνεί μιαν ιδανική κοινωνία, απαλλαγμένη από την οποιαδήποτε σύγκρουση ή αντιπαράθεση). Το φαινόμενο γεννιέται στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στους συγγραφικούς και κριτικούς κύκλους της ΕΣΣΔ ως αντίδραση στις ασφυκτικές επιταγές του κυρίαρχου μέχρι τότε ζντανοφισμού. Η άνοιξη θα φτάσει σε πλήρη άνθηση το 1956, με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την αποκαθήλωση του σταλινισμού, αλλά τα γεγονότα στην Ουγγαρία θα κάνουν τον Χρουστσόφ να βάλει πρόωρα τέλος στις εξελίξεις, χωρίς, παρ' όλα αυτά, και να παγώσει πέρα για πέρα την κατάσταση. Χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνική θεωρία της πρόσληψης, η Ιωαννίδου αποδεικνύει ότι τα δύο σοβιετικά στρατόπεδα μεταφέρθηκαν και στην ΕΔΑ, με μία κρίσιμη, ωστόσο, διαφορά: αν στη διαμάχη στην ΕΣΣΔ επικρατεί ο κρατικός ή ιδανικός αναγνώστης (όρος του Γεβγκένι Ντομπρένκο), που καταργεί τον διάλογο ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη, επιβάλλοντας στον αναγνώστη το τυποποιημένο αισθητικό και πολιτικό του πρόγραμμα, στην Ελλάδα οι εκπρόσωποι του κρατικού αναγνώστη λογοκρίνονται αγρίως από την επιτόπια αντικομμουνιστική κρατική εξουσία και νομιμοποιούν ευχερέστερα τη δική τους εναντίωση στον διάλογο.

  • Αρρηκτος σύνδεσμος ανάμεσα στο πολιτικό και το αισθητικό

Παρακολουθώντας το ξετύλιγμα της σκέψης του Κουλουφάκου εύκολα διαπιστώνουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδέει άρρηκτα τον πολιτικό προσανατολισμό με τα αισθητικά του κριτήρια: η λογοτεχνία, γράφει ο Κουλουφάκος, υπερασπιζόμενος την απόφαση της συντακτικής επιτροπής να μεταφράσει και να δημοσιεύσει το διήγημα του Γκράνιν, δεν είναι διόλου υποχρεωμένη ούτε να πλάθει θετικούς ήρωες ούτε να εφευρίσκει ευτυχείς λύσεις προκειμένου να δώσει σάρκα και οστά στην ιδεολογία του σοσιαλισμού. Μπορεί, αντιθέτως, να καταφύγει τόσο στους αρνητικούς ήρωες όσο και στις μόνιμες εκκρεμότητες ή στα αξεπέραστα αδιέξοδα για να υποδείξει τις παθογένειες της σοσιαλιστικής πράξης, χωρίς να φορτώσει εκ των προτέρων με καμία εκ θεού αλήθεια τον αναγνώστη. Γιατί αν σπεύσει να τον φορτώσει με μια τέτοια αλήθεια, δεν θα προσφέρει κακές υπηρεσίες μόνο στην πολιτική της ιδεολογία, αλλά και στην ουσία της τέχνης της - τέχνη η οποία θα καταντήσει έτσι παιδαριώδες προπαγανδιστικό όργανο χωρίς την παραμικρή εσωτερική, αυτοσύστατη αξία.

Η Ιωαννίδου σημειώνει πως ο Κουλουφάκος μοιάζει να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πολιτικό απ' ό,τι στο αισθητικό του κριτήριο, επιζητώντας όχι την κατάργηση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά την ενίσχυσή του με ένα έντονα κριτικό στοιχείο. Δεν είμαι πολύ βέβαιος γι' αυτό. Εχω την εντύπωση πως το όνομα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού κρατιέται για λόγους κομματικής ισορροπίας και πως πίσω απ' αυτό κρύβεται το αίτημα για τη δημιουργία ενός κριτικού αναγνώστη, ο οποίος θα είναι σε θέση να συμμετάσχει πλήρως στην πολιτική μέσω της λογοτεχνίας και τανάπαλιν. Εχω, με άλλα λόγια, την πεποίθηση πως ο Κουλουφάκος είναι περισσότερο ριζοσπαστικός απ' όσο επιτρέπει στον εαυτό του να φανεί, ακόμη κι αν είναι αναγκασμένος να σεβαστεί ένα προς ένα τα στερεότυπα της κομματικής γλώσσας και κριτικής. Εδώ, όμως, πάμε εκ των πραγμάτων στο ευρύτερο θέμα της πολιτικής συγκρότησης και της αισθητικής και θεωρητικής αγωγής της αριστερής κριτικής, που ανοίγει μιαν άλλη, πολύ πιο απαιτητική συζήτηση. Με τη δουλειά της η Ιωαννίδου δείχνει πως ο δρόμος είναι κιόλας ανοιχτός προς μια τέτοια κατεύθυνση, πολλώ δε μάλλον όταν έχουν ήδη προσκομιστεί και πολύ σύγχρονα κριτικά εργαλεία, όπως η θεωρία της πρόσληψης. Ευχή κι ελπίδα, ο καιρός να μας φέρει σύντομα κι άλλα.

Sunday, January 25, 2009

«Μεγάλη εποχή, σπαταλημένη», ο στίχος του Μπρεχτ παραμένει επίκαιρος

Του Πετρου Μαρκαρη*, Η Καθημερινή, 24/01/2009

Διάβαζα στην «Καθημερινή» της 11ης Ιανουαρίου 2009 την αλληλογραφία των Θεοτοκά-Σεφέρη-Καραγάτση για το Κυπριακό και σκεφτόμουν νοσταλγικά πόσο διαφορετικό ήταν το ύφος και το επίπεδο της συζήτησης, ακόμα και σε μια τόσο δύσκολη εποχή, όπως το 1954.

Και δεν το λέω μόνο για τους τρεις «ευπρεπείς αστούς» συγγραφείς, όπως τους αποκαλούσαν τότε οι «στρατευμένοι» Αριστεροί. Και η πολεμική ανάμεσα στους «αστούς» και στους «στρατευμένους» είχε το ίδιο υψηλό επίπεδο ύφους και ευπρέπειας. Αρκεί να διαβάσει κανείς τη διαμάχη ανάμεσα στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και τις «Εποχές», για να καταλάβει σε ποιο επίπεδο διεξαγόταν η σύγκρουση.

Αυτές τις σκέψεις τις έκανα, με αφορμή δύο κείμενα που είχα διαβάσει νωρίτερα, στα τέλη του περασμένου έτους, τα «Αντικάλαντα» στην Αυγή της 24ης Δεκεμβρίου 2008, και το διήγημα του Κ. Γρηγοριάδη «Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά» στον Ριζοσπάστη της 28ης Δεκεμβρίου 2008.

Η διαφορά ανάμεσα στα κείμενα πολεμικής του τότε και του σήμερα εκφράζει στην ουσία την απόσταση στο επίπεδο σκέψης, λόγου και ύφους που χωρίζει τη σημερινή Αριστερά από την προχουντική. Είναι το ίδιο, όπως αν συγκρίνεις το πρόσφατο κίνημα των νέων με το κίνημα της νεολαίας στη διάρκεια των «Ιουλιανών».

Η νεολαία του 1965 είχε ηγεσία, είχε πολιτικούς στόχους και στρατηγική. Συνεπώς, αποτελεί ένα μέτρο για το σήμερα που θα ’πρεπε να το θυμόμαστε, όταν χειροκροτάμε.

Το ίδιο και στον γραπτό λόγο. Δεν μπορείς να μιλήσεις για έναν φονιά, όπως κάνει ο Κ. Γρηγοριάδης, χωρίς να έχεις ως μέτρο (και το λέω εκ πείρας) τους στίχους του Ελύτη: «Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει / από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει / ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει / ποιο το “νυν” και πιο το “αιέν” του κόσμου». Γιατί μπορεί ο Κορκονέας να ανήκει στο «λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο», αλλά ο κ. Γρηγοριάδης δεν ανήκει σίγουρα με το κείμενο του στο «μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο».

Ετσι και τα «Αντικάλαντα».

Αν ο στιχουργός Κώστας Παπαγιάννης είχε ανατρέξει στα φύλλα της Αυγής, θα διαπίστωνε ότι ο Τάσος Βουρνάς είχε καταξιώσει τον λίβελλο ως λογοτεχνικό είδος και θα τον είχε για μέτρο.

Οταν κοιτάω το τότε και το σήμερα, το κάποτε και το τώρα, μοιραία μου έρχεται στο νου ο τίτλος ενός ποιήματος του Μπρεχτ: «Μεγάλη Εποχή, Σπαταλημένη».

* Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι συγγραφέας

Sunday, October 12, 2008

Η άγνωστη δίκη της Αριστεράς

ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια διένεξη μεταξύ αναθεωρητών και υπερμάχων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού που δίχασε στελέχη και διανοουμένους της ΕΔΑ - τον Κύρκο, τον Κουλουφάκο, τον Πατρίκιο, τον Ρίτσο, τον Αυγέρη - αλλά και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» στα τέλη της δεκαετίας του '50

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ

Βρισκόμαστε στα 1959 και η «Επιθεώρηση Τέχνης», το περιοδικό που συσπειρώνει τους λογίους της Αριστεράς, μεσουρανεί. Σε ένα από τα τεύχη εκείνης της χρονιάς ο Μανόλης Φουρτούνης μεταφράζει και δημοσιεύει το διήγημα του σοβιετικού συγγραφέα Ντανιήλ Γκράνιν με τίτλο «Σιωπή», που έμελλε να προκαλέσει όχι μόνο σφοδρές αντιπαραθέσεις και ισχυρούς κλυδωνισμούς στους κόλπους της ΕΔΑ, αλλά και μια πρωτοφανή δίκη εις βάρος του περιοδικού, με «κατηγόρους» που εκπροσωπούν το ενοχλημένο κομματικό κατεστημένο, μεταξύ άλλων τον Μάρκο Αυγέρη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Δημήτρη Φωτιάδη και τον Λεωνίδα Κύρκο. Βέβαια, όπως μαρτυρεί ο Τίτος Πατρίκιος που συμμετείχε στη σύνταξη της «Επιθεώρησης Τέχνης», η στάση των «κατηγόρων» δεν ήταν ενιαία: ο Κύρκος, αν και κύριος εισηγητής, βρισκόταν ολοφάνερα σε δύσκολη θέση, οι Αυγέρης και Φωτιάδης εμφανίστηκαν εξαιρετικά επικριτικοί, ενώ ο Ρίτσος ήταν μεν επικριτικός, αλλά όχι τόσο απόλυτος και επιθετικός όπως ο Αυγέρης - σε αυτόν οι κατηγορούμενοι είχαν εναποθέσει πολλές ελπίδες, καθώς ο ποιητής του «Επιτάφιου» είχε υπάρξει πνευματικός πατέρας για τους περισσότερους από αυτούς. Μετά τη δίκη η συντακτική επιτροπή του περιοδικού υπέβαλε την παραίτησή της και περίμενε. Από τότε πέρασε ενάμισης χρόνος, οι παραιτήσεις δεν σχολιάστηκαν, ούτε απορρίφθηκαν ούτε έγιναν αποδεκτές. Στο τέλος ανακοινώνεται αλλαγή στη σύνθεση της συντακτικής επιτροπής (εκδιώκονται οι Μανόλης Φουρτούνης και Δημήτρης Ραυτόπουλος και επιβάλλεται η εποπτική παρουσία του Δημήτρη Δεσποτίδη). Ηδη ο αρχισυντάκτης και από τα βασικά στελέχη της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστας Κουλουφάκος είχε δεσμευθεί να συντάξει ένα κείμενο-απολογία για την απόφαση να δημοσιευθεί το διήγημα του Γκράνιν στο περιοδικό. Το κείμενο παρέμενε ανέκδοτο επί δεκαετίες - μόνο μερικά αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν το 1973 στον «Ελεύθερο Κόσμο» έπειτα από έρευνα της Ασφάλειας στα γραφεία του περιοδικού -, ώσπου το εντόπισε στο αρχείο του πατέρα του ο γιος του Πέτρος Κουλουφάκος και το έδωσε στη συγγραφέα Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, η οποία επισημαίνει ότι θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα ιδιόρρυθμο πολιτικό-λογοτεχνικό μανιφέστο εδραίωσης ενός εκσυγχρονισμένου λογοτεχνικού κανόνα.

Η αμφισβήτηση του αλάθητου


Κώστας Κουλουφάκος (αριστερά) και Τίτος Πατρίκιος, το 1962, στην ταράτσα του κτιρίου όπου στεγαζόταν η «Επιθεώρηση Τέχνης»


Τι έλεγε όμως το περιώνυμο διήγημα του Γκράνιν, η δημοσίευση του οποίου ενόχλησε κυρίως την εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι και τόσα δεινά προκάλεσε στην Ελλάδα; Η «Σιωπή» - δημοσιεύεται ολόκληρη στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα - αμφισβητούσε ευθέως το αλάθητο των σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών (και κατ' επέκταση του κόμματος), έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο που διαλέγει την ηρεμία του από την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον. Κύριο θέατρο της σύγκρουσης είναι ο ψυχικός κόσμος του Μινάγεφ, ο οποίος από τη μία αναγνωρίζει το δίκιο της άποψης του Ολκόφσκι και συναισθάνεται την υποχρέωση που έχει ως προϊστάμενος του Ινστιτούτου Ερευνών να δημοσιεύσει το άρθρο του, αλλά από την άλλη μεριά φοβάται να υποστηρίξει την αλήθεια γιατί έτσι θα έρθει σε σύγκρουση με τον πανίσχυρο Ακαδημαϊκό, πράγμα που μπορεί να του στοιχίσει την προαγωγή του ή και άλλες σκοτούρες ακόμη: «- Σας το ζητώ σαν φίλος. Βγάλτε αυτή την κριτική για τον Στρόγεφ, είπε μαλακά ο Μινάγεφ. Μετριάστε ακόμα και τα άλλα. Μετά το δημοσιεύουμε. Ο Ολκόφσκι πετάχτηκε πάνω, κοκκίνισε. Τα μικρά του χέρια σφίχτηκαν σε γροθιά. - Για ποιο πράγμα θα λέει τότε το άρθρο μου; Για τίποτα!, φώναξε με στριγγιά φωνή. Προσπαθήστε να καταλάβετε: πρόκειται για χιλιάδες τόνους καύσιμα που πάνε χαμένα. - Μα πώς μπορείτε... τα ίσια του φρύδια που τα σήκωσε κείνη τη στιγμή έδειχναν μια παιδιάστικη απορία. - Οχι, δε βγάζω ούτ' ένα γιώτα. Σε καμιά περίπτωση. Είναι έλλειψη αρχής». Ας μην ξεχνάμε ότι δεν έχουν περάσει ούτε 13 χρόνια από το 1946, όταν ο Αντρέι Ζντάνοφ είχε αναλάβει μετά τον πόλεμο την πολιτιστική πολιτική του Στάλιν, τη λεγόμενη «ζντανόφστσινα», η οποία παρά τη φιλελευθεροποίηση του Χρουστσόφ, στα 1956, δεν είχε χάσει πολύ από την αρχική της δύναμη. Αλλωστε ήδη από το 1957 η σοβιετική ηγεσία είχε καταγγείλει διά στόματος του ίδιου του Χρουστσόφ το διήγημα του Γκράνιν.

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε τότε στους κύκλους της ΕΔΑ ήταν και οι ατέλειωτες διαβουλεύσεις της συντακτικής επιτροπής για το αν θα έπρεπε ή όχι να δημοσιεύσουν το διήγημα. Λέει ο Κουλουφάκος: «Τέσσερις ολόκληρους μήνες συζητούσαμε και βασανίζαμε το πράγμα ζυγίζοντάς το απ' όλες τις πλευρές, με αληθινά άγρυπνο το συναίσθημα της καλώς εννοούμενης ευθύνης». Κάτω από αυτές τις γραμμές μπορεί ο οξυδερκής παρατηρητής να ακούσει τον απόηχο των «προληπτικών» προειδοποιήσεων από στελέχη του κόμματος σχετικά με την πολιτική που θα ακολουθούσαν. «Δεν πιστεύω να κάνετε τίποτε αντισοβιετικό» τους είχε, για παράδειγμα, νουθετήσει κάποτε ο Σάββας Σταματιάδης. Ο Τίτος Πατρίκιος, πάλι, θυμάται καλά ότι οι προβληματισμοί της επιτροπής δεν είχαν να κάνουν τόσο με την καταδίκη του διηγήματος από τον Χρουστσόφ όσο με το ίδιο το περιεχόμενό του. Στις πράγματι μακρές συνομιλίες για το θέμα αντίθετος με τη δημοσίευση του διηγήματος εμφανιζόταν ο Κώστας Πορφύρης, όχι τόσο επειδή δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο όσο γιατί προέβλεπε σφοδρές αντιδράσεις. Ως παλαιός «ακροναυπλιώτης», με πείρα στον δογματισμό και στην ακαμψία των παλαιών στελεχών, προειδοποιούσε τους νεότερους της επιτροπής. Μειοψήφησε όταν το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία, όταν ανέκυψαν όμως προβλήματα - όπως λέει ο Πατρίκιος - στάθηκε δίπλα στους συναδέλφους του και προασπίστηκε την απόφαση με σθένος.

Ενας πειθαρχημένος απείθαρχος

Σύμφωνα με τον Φουρτούνη, ο Κουλουφάκος ήταν «ο πιο αναρχικός και συγχρόνως ο πιο πιστός στο κόμμα». Στην απολογία του, την οποία συνέταξε δύο-τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση της δίκης, η αρχικά πειθαρχημένη στάση του μεταβάλλεται, καταλήγοντας σε πικρία και ευθεία κριτική τόσο κατά των πνευματικών αρχηγών του κόμματος όσο και κατά της ηγεσίας του: «Δυστυχώς, φαίνεται πως περίμενα από την πνευματική και την πολιτική ηγεσία του κινήματος περισσότερα πράγματα απ' όσα είχαν τη διάθεση να δώσουν. Αλλά γι' αυτό δεν φταίει ούτε το διήγημα ούτε η δημοσίευσή του». Το κείμενο του Κουλουφάκου, λέει η Ιωαννίδου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατ' εξοχήν κείμενο «πρόσληψης»: αναφέρεται σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα διήγημα, προσπαθώντας να εφαρμόσει στην ανάγνωσή του συγκεκριμένες απόψεις και θεωρίες, ενώ μας επιτρέπει παράλληλα να αναρωτηθούμε για τον τρόπο που έλληνες λογοτέχνες και θεωρητικοί προσέγγιζαν σε μια συγκεκριμένη εποχή τη σοβιετική λογοτεχνία.

Αλλά και συνιστά, θα λέγαμε εμείς, ένα ψυχογράφημα του κομματικού κατεστημένου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αποκαλύπτοντας τη δυσανεξία του σε οποιαδήποτε κριτική και αμφισβήτηση, εννέα μόλις χρόνια πριν από τη 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και τη διάσπαση του ΚΚΕ. Κάτι που καθρεφτίζεται με τρόπο κρυστάλλινο στην παρακάτω αποστροφή του Λεωνίδα Κύρκου από την εισήγησή του στη δίκη: «Ο σκοπός που οι φίλοι της "Επιθεώρησης Τέχνης" δημοσίευσαν το διήγημα του Γκράνιν δεν ήταν η άσκηση κριτικής στα σοβιετικά πράγματα, αλλά η θέλησή τους να βάλουν εναντίον του ελληνικού κινήματος. Η δημοσίευση της "Σιωπής" είναι μια κατ' ευθείαν βολή στην καρδιά εναντίον της ΕΔΑ και της ηγεσίας της. Τα μέλη της συντακτικής επιτροπής έκαναν την πράξη αυτή επηρεασμένα από τις συζητήσεις των τριόδων και με τον τρόπο αυτόν πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της ΕΔΑ που διεξάγουν οι αναθεωρητές με το προσωπείο των πούρων μαρξιστών». Σαράντα επτά χρόνια αργότερα ο Κύρκος σε μια συνέντευξή του θα παραδεχτεί: «... Και ο Κώστας και η ομάδα της "Επιθεώρησης Τέχνης" είχαν δίκιο. Εγώ είχα λάθος. Στην κατοπινή μου πορεία προσπάθησα να το διορθώσω».

Το ΒΗΜΑ, 12/10/2008

Monday, September 22, 2008

Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο


Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου

Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο
Η δίκη της «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου
Σειρά EK: MAPTYPIEΣ - BIOΓPAΦIEΣ
Τιμή: € 22,00, Σελίδες: 368
Το 1959 ο ποιητής Κώστας Κουλουφάκος καταθέτει ένα απολογητικό υπόμνημα ως απάντηση στη δίκη που έχει οργανώσει η ΕΔΑ κατά της συντακτικής επιτροπής της Επιθεώρησης Τέχνης, με αφορμή τη δημοσίευση του σοβιετικού διηγήματος του Ντανιήλ Γκράνιν «Η Σιωπή». Το διήγημα έχει ενοχλήσει τα κομματικά στελέχη της ΕΔΑ, καθώς αμφισβητεί το αλάθητο των σοβιετικών επιστημόνων και τεχνοκρατών, έχοντας ως κεντρικό ήρωα έναν συμβιβασμένο άνθρωπο, που διαλέγει την ηρεμία του απ' την αλήθεια, αδικεί τους άλλους και αγνοεί το γενικότερο συμφέρον. Ως κατήγοροι στη δίκη εμφανίζονται σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Μάρκος Αυγέρης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Δημήτρης Φωτιάδης και άλλοι. Η απάντηση του Κουλουφάκου είναι ένα κείμενο πάνω από 120 σελίδες. Αποτελεί μια μνημειώδη απολογία της ελεύθερης λογοτεχνικής και κριτικής έκφρασης, μια απόπειρα ανατροπής της δογματικής ακαμψίας στην πρόσληψη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην Ελλάδα, έναν ύμνο στην πρόοδο της ανθρωπότητας, με αρωγούς τη λογοτεχνία και την τέχνη. Αυτό το κείμενο-σταθμός, που παρέμενε για πολλά χρόνια απόρρητο, παρουσιάζεται σχολιασμένο για πρώτη φορά στο βιβλίο της Aλεξάνδρας Δ. Iωαννίδου, αναπληρώνοντας για το ευρύ αναγνωστικό κοινό ένα χάσμα στην πολυκύμαντη ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής.
Η Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει σλαβική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στη Γερμανία, και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Mακεδονίας. Ασχολείται κυρίως με τη συγκριτική λογοτεχνία, ενώ έχει δημοσιεύσει μελέτες και για τη νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Επίσης, έχει μεταφράσει λογοτεχνικά και θεωρητικά βιβλία από τα ρωσικά, τα γερμανικά και τα πολωνικά.