Τρία βιβλία του Ισραηλινού συγγραφέα Ααρόν Απελφελντ στα ελληνικά Ααρον Απελφελντ
- Ιστορία μιας ζωής, μτφ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Εστία, 2007
- Μπάντενχαϊμ 1939, μτφ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Εστία, 2008
- Απρόσμενη αγάπη, μτφ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Εστία, 2008
Η μητρική του γλώσσα είναι τα γερμανικά, αλλά μιλάει επίσης γίντις, ουκρανικά, ρωσικά, αγγλικά και ιταλικά. Εμαθε εβραϊκά έφηβος και τα επέλεξε για τη συγγραφή, μεταφέροντας στη γλώσσα τη διά βίου αναμέτρησή του με το τραύμα του Ολοκαυτώματος. Κάθε φράση που σκαλίζει στο χαρτί εμπεριέχει, θαρρείς, την τρομερή δυσκολία που χρειάζεται να υπερβεί ένα μικρό παιδί ή ένας πολύ ηλικιωμένος άνθρωπος για να εκφραστούν. Κάθε παράγραφος είναι αποτέλεσμα βασανιστικής μονομαχίας με τη σιωπή. Κάθε λέξη είναι δώρο ζωής, μια κερδισμένη ανάσα στην καινούργια γλώσσα, γραμμάριο ελπίδας στην άτεγκτη ζυγαριά του παγκόσμιου πνεύματος.
Ο λόγος για τον ζωντανό μύθο που ενσαρκώνει ο Ισραηλινός Ααρόν Απελφελντ (1932). Τα τρία βιβλία του, που μεταφράστηκαν σε ωραία ελληνικά και κυκλοφορούν με χρήσιμες σημειώσεις από τη Μάγκυ Κοέν, αντανακλούν την υποκειμενική δυσκολία της γραφής του, οφειλόμενη αφενός στην ιδρυτική συνθήκη της, την προσπάθεια να καταστεί ρητή η απερίγραπτη φρίκη των παιδικών του χρόνων, αφετέρου στην επιλογή της γλώσσας – συνθήκη, αυτή τη φορά ιδρυτική της νέας, της συγγραφικής προσωπικότητας. Δεν αντικειμενοποιείται, πάντως, η δυσκολία αυτή σε δύσβατο ανάγνωσμα: οι ιστορίες του Απελφελντ είναι, τουναντίον, οριακά απλουστευτικές, ως δομή και ως γλώσσα. Πού έγκειται η γοητεία τους;
Η απάντηση δίνεται, νομίζουμε, στο Απρόσμενη αγάπη (2003), βιβλίο που με την πρώτη ματιά μοιάζει σχεδόν αφελές. Ενας ηλικιωμένος Ισραηλινός συνταξιούχος, πρόσφυγας με καταγωγή από τα Καρπάθια (όπως και ο Απελφελντ), πρώην αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού, επιχειρεί να γίνει συγγραφέας στα γεράματα. Μια απλοϊκή και τρυφερή οικιακή βοηθός τού συμπαραστέκεται στη μάχη του με τις λέξεις, όπως και στη μάχη του με τον καρκίνο. Μαζί της ανασυσταίνει την πολύτιμη μνήμη των προγόνων, των Εβραίων από τα Καρπάθια, «Εβραίων τ’ ουρανού». Πρόκειται για όψιμη λατρεία μιας αγιοποιημένης παράδοσης, στην επινόηση και διάδοση της οποίας συνέβαλαν εξίσου ο Μαρκ Σαγκάλ και ο Βιολιστής στη Στέγη;
Πίετε εξ αυτού πάντες…
Ο Απελφελντ, ηλικιωμένος πια κι έχοντας καταθέσει σχετικά πρόσφατα την αριστουργηματική όσο και ανατριχιαστική αυτοβιογραφία του (Ιστορία μιας ζωής, 1999), αισθάνεται, φαίνεται, αρκετά σίγουρος για να θωπεύσει δημόσια μια τρυφερή, αγαπημένη ανάμνηση. Αραγε θα επιρρίπταμε σε έργα όπως η Λωξάντρα ή ο Νιλς Χόλγκερσον μομφές περί παραδοσιοκρατίας, εθνικισμού ή, έστω, φολκλόρ; Υπάρχει στις αφηγήσεις αυτές αγάπη και ομορφιά που ξεχειλίζουν σ’ ένα «πίετε εξ αυτού πάντες» («ορίστε να φάμε», επί το –πάλαι ποτέ– ελληνικότερον).
Οπως και σε άλλα έργα του, η Ιστορία δεν τον απασχολεί· είναι κοινός τόπος. Ούτε και μοιάζει να επιδιώκει άλλο ένα επινοημένο «στόρι», με ρυθμό και σασπένς. Ο Απελφελντ θυμίζει περισσότερο ερευνητή - ρεπόρτερ που, από τον πλούσιο καμβά της ιστορίας των Εβραίων κατά το Ολοκαύτωμα, επιλέγει κάθε φορά σκηνές, μορφές, όψεις, εμβαθύνει σε αυτές και τις φωτίζει για χάρη μας.
Γλώσσα παραμυθιού
Κάθε λέξη του είναι ένας βράχος, που ο συγγραφέας ανασύρει από τη σκοτεινή σιωπή. Ομως βαθύ σκοτάδι και εκατομμύρια σκιές εξακολουθούν να ζώνουν κάθε momentum της δουλειάς του. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι δεν έγραψε (ακόμη;) ούτε μια λέξη για το ξανασμίξιμό του με τον πατέρα του στο Ισραήλ (η μητέρα εκτελέστηκε από τους ναζί). Σε μια αενάως επαναλαμβανόμενη ομηρική σκηνή, βρήκε τον γέρο πατέρα του, πρόσφυγα και αυτόν, να μαζεύει καρπούς, πάνω σε μια πορτοκαλιά. Για μιαν ολόκληρη μέρα κανείς τους δεν είπε στον άλλον ούτε λέξη – μονάχα ένα «τρομερό κλάμα».
Οταν ο μέγας και πολύς Φίλιπ Ροθ γοητεύεται συγγραφικά από τον συνομήλικό του, τον οιονεί επαρχιώτη εξάδελφο Απελφελντ, τα δύο έργα του τελευταίου που προαναφέρθηκαν δεν έχουν δει ακόμη το φως. Οταν λοιπόν ο Ροθ, στο δικό του βιβλίο Επιχείρηση Σάυλωκ (1993 και εκδ. Πόλις, 2001) βάζει τον Απελφελντ να συμπρωταγωνιστήσει, η συζήτηση στρέφεται κυρίως γύρω από το Μπάντενχαϊμ 1939 (1980). Πρόκειται για μια καφκικής έμπνευσης παραβολική περιγραφή της παρακμής των Εβραίων σε μιαν αυστριακή λουτρόπολη του Μεσοπολέμου, που θα οδηγήσει στη βίαιη εξαφάνισή τους μέσα στα βρώμικα βαγόνια ενός τρένου με κατεύθυνση την Πολωνία. Σε τόνους εξπρεσιονιστικούς («Στον κήπο της πριγκίπισσας Σαλπίνα τα τριαντάφυλλα άνθιζαν οργιαστικά, σαν να τρέφονταν με σάπια παντζάρια») σκιαγραφείται εδώ μια άλλη, ελάχιστα ειδυλλιακή όψη του «παραδοσιακού».
Ο αναγνώστης - γνώστης των ιστορικών δεδομένων μοιραία οδηγείται σε κριτική στάση απέναντι στην αφέλεια, στην παράλογη αβουλία, στην αδυναμία των Εβραίων να αντισταθούν σε αυτό που έγινε εντέλει πεπρωμένο τους. Ας μην ξεχνάμε πως ο συγγραφέας επιβίωσε επειδή ακριβώς πήρε, ενστικτωδώς, όπως λέει ο ίδιος, την τύχη του στα χέρια του, δραπετεύοντας από το ουκρανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης σε ηλικία μόλις 9 ετών και βάδισε μονάχος σε μιαν απίστευτη Οδύσσεια, μέχρι να καταλήξει στην Παλαιστίνη, το 1946.
Με όλη την ηπιότητά της η φωνή του «σε καλεί να την ακούσεις, ζωντανεύει με τις δραματικές μελωδικές κορυφώσεις ενός μάστορα της αφήγησης και δονείται με τον δικό της ξεχωριστό, ήσυχο τρόπο» (Ροθ). Ο Απελφελντ καταφέρνει κάτι που θα ζήλευε κάθε ευπώλητος αγγλόφωνος συγγραφέας: στα περιθωριακά, τα μετρημένα εβραϊκά του, τα σύντομα μυθιστορήματά του έχουν κάτι από μαγεία παλιού παραμυθιού, είτε περιγράφουν την ανείπωτη φρίκη είτε μιαν απλή χειρονομία καθημερινής ομορφιάς.
- Της Μαριας Tοπαλη, Η Καθημερινή, 25/10/2009
Saturday, October 24, 2009
Αφηγήσεις με αγάπη και ομορφιά
Saturday, April 25, 2009
Ααρον Απελφελντ: «Tο Ισραήλ είναι μία υπερδύναμη με δεμένα χέρια»
- Ο Ισραηλινός συγγραφέας Ααρον Απελφελντ δηλώνει ότι δεν βλέπει ποτέ ταινίες για το Ολοκαύτωμα
- Το καφέ-εστιατόριο Τίχο είναι ένα από τα πρώτα κτίρια που χτίστηκαν στην Ιερουσαλήμ, στα μέσα του 19ου αιώνα, έξω από τα τείχη της πόλης. Η παλαιά οικία της οικογένειας Τίχο έχει σήμερα μεταβληθεί σε ένα καφέ-εστιατόριο όπου καταφεύγει ο συγγραφέας Ααρον Απελφελντ, εδώ και είκοσι χρόνια. Του αρέσει να γράφει σε ένα συγκεκριμένο τραπεζάκι πλάι σε παράθυρο. Κάθε τόσο έρχονται διάφοροι και τον χαιρετούν εγκάρδια. Εβδομήντα επτά ετών σήμερα, ο Απελφελντ θεωρείται από τους σπουδαιότερους σύγχρονους συγγραφείς του Ισραήλ.
- Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στη χώρα μας, κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις της Εστίας. Ωστόσο, το όνομά του ακούστηκε όταν μεταφράστηκαν οι «Κουβέντες του σιναφιού» (Πόλις) του Φίλιπ Ροθ, το οποίο περιλαμβάνει εκτενή συνομιλία του με τον Απελφελντ (είχε αρχικά δημοσιευθεί στους New York Times). Ο Απελφελντ κάνει... μυθιστορηματικές εμφανίσεις και σε άλλα βιβλία του Ροθ, όπως στο «Επιχείρηση Σάιλοκ». «Στη θέση που κάθεσαι», άρχισε να λέει ο Απελφελντ, «καθόταν ο Ροθ. Οπως και ο Σίνγκερ και ο Μάλαμουντ, όταν επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ. Γλυκύτατος άνθρωπος ο Μάλαμουντ. Ο Σίνγκερ ήταν διαβολικά έξυπνος, όχι ο πιο συμπαθητικός άνθρωπος του κόσμου. Οσο για τον Ροθ, έμεινε τρεις εβδομάδες, ήμασταν συνέχεια μαζί. Με έβαλε στο “Σάιλοκ” χωρίς να με ρωτήσει. Δεν με πείραξε, είμαστε φίλοι, απλώς δεν είναι από τα καλύτερά του βιβλία».
Η κραυγή της μητέρας
- Ο Απελφελντ μιλάει αγγλικά με εκείνη τη χαρακτηριστική προφορά των ηλικιωμένων Εβραίων που ήρθαν από την Ευρώπη. Το μυαλό του είναι κοφτερό και γίνεται αμέσως προσιτός – κι ας θυμίζει το πρόσωπό του τον «διαβολικά έξυπνο» Σίνγκερ. Ο τελευταίος πρόλαβε κι έφυγε από την Πολωνία έγκαιρα. Ο Απελφελντ, γεννημένος το 1932, στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, ήταν μικρό παιδί όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την πόλη. Στην αυτοβιογραφική «Ιστορία μιας ζωής» αναφέρει ότι το τελευταίο πράγμα που θυμάται από τη μητέρα του ήταν την κραυγή της, τη στιγμή που την εκτελούσαν. «Δεν είδα να τη σκοτώνουν», μου λέει. «Ακουσα όμως το ουρλιαχτό της την κρίσιμη στιγμή».
- Επόμενος σταθμός, ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως, με τον πατέρα του. Αλλά ο Ααρον θα καταφέρει να δραπετεύσει. «Περιπλανήθηκα ολομόναχος στα δάση της Ουκρανίας. Ετρωγα ό,τι έβρισκα, έπινα νερό από πηγές, κρυβόμουν. Ημουν ένα μικρό αγρίμι. Ωσπου, με βρήκε μια μονάδα ιππικού του Κόκκινου Στρατού», αφηγείται πίνοντας το τσάι του. «Σκληροί άντρες, ταλαιπωρημένοι. Εζησα κοντά τους κάνα δυο χρόνια. Βοηθούσα στην κουζίνα. Ημουν δέκα χρονών. Πολεμούσαν με ηρωισμό. Είχαν όμως μια εμμονή με τις γυναίκες. Βίαζαν Γερμανίδες και Ουκρανές».
Απώλεια της γλώσσας
- Το 1946 ο Απελφελντ θα βρεθεί στο Ισραήλ. «Τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής μου», λέει σήμερα. «Δεν ήξερα εβραϊκά, ήταν προσβλητικό να μιλάς γίντις, ενώ τα γερμανικά ήταν η γλώσσα των φονιάδων της μητέρας μου. Επρεπε να αρχίσω απ’ το μηδέν». Βρήκε τη λύτρωση στην πεζογραφία, διαβάζοντας Καμύ και Κάφκα, μεταξύ των άλλων, και γράφοντας. «Εσκιζα ό,τι έγραφα. Μου πήρε πολλά χρόνια για να βρω τη φωνή μου».
- Στο μεταξύ, ο Απελφελντ θεωρούσε ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όμως, περίπου τυχαία, πατέρας και γιος θα ξανασμίξουν. Δεν έχει καταφέρει να γράψει ούτε γραμμή γι’ αυτή την επανένωση. «Με υπερβαίνει η συναισθηματική φόρτιση. Ισως κάποτε». Είναι λακωνικός, όπως και στα βιβλία του. Καμία φλυαρία αλλά υπόγεια ένταση στο κόκκινο. «Δεν μπορώ να υποφέρω τη συναισθηματολαγνεία. Ούτε την αυτολύπηση. Γι’ αυτό και δεν κυνηγάω να βλέπω ταινίες για το Ολοκαύτωμα. Αφήστε που δεν ήταν όλοι οι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος καλά παιδιά». Ομως, τα περισσότερα βιβλία του έχουν ως θέμα το Ολοκαύτωμα. «Αντλώ από τη δεξαμενή των βιωμάτων μου», εξηγεί, «αλλά ό,τι κάνω είναι μυθοπλασία. Θέλω να αναπλάσω τους χαμένους μου γονείς και τον πόλεμο. Ομως η απώλεια της γλώσσας μου και συνάμα, το κέρδος της νέας γλώσσας που είναι τα εβραϊκά, με οδήγησαν σε μιαν αναζήτηση της εσωτερικότητας των πραγμάτων. Δεν μ’ ενδιαφέρει η καταγραφή γεγονότων. Οι αφηγήσεις μου έχουν κάτι στέρεο, όμως δεν ανήκω στους ρεαλιστές. Μετά τον Κάφκα και τον Προυστ, δεν μπορείς να γράφεις σαν ρεαλιστής».
Αιθιοπική εκκλησία
- Σηκώνεται απ’ το τραπέζι. «Ελα να σε γυρίσω λίγο», μου λέει. Βγαίνουμε έξω, διαβαίνουμε μικρά δρομάκια, ώσπου σταματάμε σε μιαν αιθιοπική εκκλησία. «Αυτό πρέπει να το δεις», λέει καθώς μπαίνουμε στο προαύλιο. Βγάζουμε τα παπούτσια μας στην πόρτα –όπως σε τζαμί– και ξαφνικά βρίσκομαι σε μια τελείως κυκλική εκκλησία με κολόνες και απλωμένα χαλιά ολόγυρα. Κάνουμε αναγκαστικά ένα κύκλο γύρω από το ιερό και σταματούμε σε μια γυναίκα που προσεύχεται μπροστά σε εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας αλλά με... μαύρους αγίους. Ο Απελφελντ μοιάζει σαγηνευμένος. Οταν βγαίνουμε έξω, παρατηρεί: «Δεν είμαι θρήσκος αλλά σέβομαι το θρησκευτικό αίσθημα. Αν κάτι με ενοχλεί στη θρησκεία είναι ο μυστικισμός. Για τους μυστικιστές 2+2 μπορεί να ισούται με 5, για μένα όμως 2+2=4. Οταν απουσιάζει ο ορθός λόγος, υπάρχει πρόβλημα».
- Καθώς προχωρούμε, μπαίνουμε στη συνοικία των ultra ορθόδοξων Εβραίων, την Μέα Σεαρίμ (Εκατό Πύλες). Παντού χασιντίμ Εβραίοι, μαύρα ρούχα, μπούκλες, ακόμα και στα μικρά παιδιά. «Ντύνονται όπως τον Μεσαίωνα», λέει ο Απελφελντ. Πυκνοκατοικημένες αυλές, στοές, χασάπικα κοσέρ και μια γλυκιά μυρωδιά φρέσκου ψωμιού. Ο Απελφελντ λέει πως οι Εβραίοι αυτοί είναι αφοσιωμένοι στη θρησκεία. Πολλοί δεν πιστεύουν καν στο κράτος του Ισραήλ, «διότι δεν έχει έρθει ακόμα ο Μεσσίας, άρα δεν δικαιούμαστε να έχουμε κράτος. Θα έχετε δει 5-6 τέτοιους Εβραίους, προσκαλεσμένους στα συνέδρια του Αχμεντινετζάντ, στο Ιράν, για την “αλήθεια γύρω απ’ το Ολοκαύτωμα”, μου λέει χαμογελώντας. Στους δρόμους κυλάει νερό με απορρυπαντικό επειδή, όπως μαθαίνω, ετοιμάζονται για το Πάσοβερ (το Πάσχα) και το σπίτι πρέπει να είναι πεντακάθαρο. «Πολλοί Ισραηλινοί αντιπαθούν αυτούς τους Εβραίους, διότι παίρνουν εξαίρεση απ’ τον στρατό», λέει ο Απελφελντ. «“Γιατί να πολεμάμε γι’ αυτούς;”, λένε. Είναι ένα πρόβλημα».
Διαφωνία με την Αρεντ
- Αναπόφευκτα, η κουβέντα πάει στο Παλαιστινιακό, στη Γάζα, στις πρόσφατες αιματοχυσίες. «Κάποτε δίδασκα στο πανεπιστήμιο», αρχίζει να λέει ο Απελφελντ. «Είχα πολλούς μουσουλμάνους φοιτητές. Μου έλεγαν: “Γιατί δεν πάτε από εκεί που ήρθατε; Φέρατε έναν φιλελεύθερο τρόπο ζωής στην περιοχή που δεν μας ταιριάζει. Φύγετε και αφήστε τον πολιτισμό μας να εξελιχθεί μόνος του”. Θέλουν να διαλυθεί το Ισραήλ, δεν θέλουν τον συμβιβασμό. Ομως, για μένα, το μεγάλο πρόβλημα είναι το Ιράν. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι. Κι όσο για την αμερικανική υποστήριξη, μην νομίζετε ότι είναι τόσο δεδομένη. Νομίζετε, δεν με θλίβει όταν μικρά παιδιά σκοτώνονται; Αλλά μιλάμε για πόλεμο, και μάλιστα, ανταρτοπόλεμο. Το Ισραήλ είναι όντως μια υπερδύναμη στην περιοχή. Είναι όμως μια υπερδύναμη με δεμένα τα χέρια». Οταν αναφέρω τον πολιτικό λόγο άλλων Ισραηλινών συγγραφέων, όπως του Οζ ή του Γκρόσμαν, διαχωρίζει τη θέση του. «Τον Γκρόσμαν τον χτύπησε μια τρομερή τραγωδία, έχασε τον γιο του στον πόλεμο. Δεν συντάχθηκα ποτέ μαζί τους. Δεν είμαι πολιτικός συγγραφέας για έναν απλό λόγο: η πολιτική περιλαμβάνει την ιδεολογία, κι όταν δύο ιδεολογίες συγκρούονται, ο ορθός λόγος είναι απών. Βλέπετε, ζούμε σε έναν κόσμο όπου ισχύει η κοινοτοπία του καλού, όχι του κακού. Είχα διαφωνήσει τότε με την Αρεντ, κατά τη δίκη του Αϊχμαν, το είχα πει και στην ίδια: το κακό είναι που κάθε φορά εμφανίζεται με διαφορετικό πρόσωπο. Το καλό απλώς επαναλαμβάνεται σαν ένα κλισέ. Γι’ αυτό γοητευόμαστε απ’ το κακό και το μυστήριό του».
Στην Αθήνα για διάλεξη
- Ο Ααρον Απελφελντ γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας, από γονείς Εβραίους. Σε ηλικία οκτώ ετών, έχασε τη μητέρα του από τους Ναζί και έπειτα εγκλείστηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μετά την απόδρασή του, περιπλανήθηκε για δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Το 1944, διέσχισε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, για να καταλήξει στην Ιταλία. Το 1946 έφτασε στο Ισραήλ. Εκτοτε ζει στην Ιερουσαλήμ.
Δίδαξε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Καπνός» το 1962. Ακολούθησαν τριάντα ακόμα βιβλία. Στα ελληνικά κυκλοφορεί η «Ιστορία μιας ζωής», «Απρόσμενη αγάπη» και «Μπαντενχάιμ 1939». Ολα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστίας σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν.
Την Πέμπτη 30 Απριλίου, ο Ααρον Απελφελντ θα επισκεφθεί την Αθήνα, όπου θα δώσει διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus.
Wednesday, April 8, 2009
Ααρον Απελφελντ: Εκπατρισμένος συγγραφέας εκπατρισμένης λογοτεχνίας
- Οταν τον ρωτούν «με τι ασχολείσαι;», συνηθίζει να λέει «γράφω και σβήνω».
Επιζών του Ολοκαυτώματος, ο Απελφελντ δραπέτευσε, μικρό παιδί, από στρατόπεδο συγκέντρωσης και έζησε τρία χρόνια σαν αγρίμι στα ουκρανικά βουνά Παραδόξως η απάντηση του Ααρον Απελφελντ, που, ως ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Ισραηλινούς λογοτέχνες, θα βρίσκεται στις 30 Απριλίου στο Megaron Plus για να μιλήσει για το έργο του, δεν αντικατοπτρίζει μόνο την κοπιώδη σχέση του με τη γραφή («οι λέξεις που δεν συνδέονται με μια οδύνη δεν είναι λέξεις, αλλά άχυρα», λέει), αλλά και την ίδια του τη ζωή. Πολλά απ' όσα μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα στη ζωή ενός μέσου ανθρώπου, ήταν για τον Απελφελντ κεφάλαια που «σβήστηκαν» εν μια νυκτί.
Γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1932 στην πόλη Τσέρνοβιτς της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, σε μια εύπορη, αστική οικογένεια Εβραίων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του, έλαβε μια εκλεπτυσμένη, γερμανόφωνη παιδεία, συνεπή με την καταγωγή του. Κι ύστερα όλα ανατράπηκαν. Οταν ήταν 8 ετών οι ναζί μπήκαν στην πόλη του. Ανάμεσα στα θύματά τους ήταν και η μητέρα του. Εκείνος κι ο πατέρας του μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ουκρανία. Δυο μήνες μετά, ο μικρός Ααρον κατάφερε να το σκάσει. Τα επόμενα τρία χρόνια περιπλανήθηκε στα ουκρανικά δάση ζώντας σαν αγρίμι, μέχρι να τον περιμαζέψουν και να γίνει μάγειρας στον Κόκκινο Στρατό.
Το 1944, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Απελφελντ διέσχισε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, έζησε για αρκετούς μήνες στην Ιταλία, σε ένα στρατόπεδο εκτοπισμένων, και κατέληξε το 1946 στην Παλαιστίνη, δύο χρόνια προτού το Ισραήλ ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος. Εκεί έμαθε τα γίντις και μολονότι δεν πήγε σχολείο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ κι έγινε καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν (φοιτητής του υπήρξε, μάλιστα, κι ο Αμος Οζ). Τον πατέρα του τον συνάντησε ξανά το 1960 και η επανασύνδεσή τους ήταν μια τόσο συγκινητική, φορτισμένη και προσωπική στιγμή, που ο Απελφελντ δεν θέλησε ποτέ να γράψει γι' αυτήν.
Αλλωστε, αντίθετα με πολλούς επιζώντες του Ολοκαυτώματος, ο Απελφελντ, με στιλ καθαρό αλλά και πολύ μοντερνιστικό, έχει αποφύγει τον αυτοβιογραφικό λόγο και τη ρεαλιστική απεικόνιση των γεγονότων. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο Καπνός» εκδόθηκε το 1962 κι ακολούθησαν περί τα 30 μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων που του χάρισαν διεθνή αναγνώριση. Στα ελληνικά κυκλοφορούν από την «Εστία» τα βιβλία του «Ιστορία μιας ζωής», «Μπάντενχαϊμ 1939» και «Απρόσμενη Αγάπη», σε μετάφραση της Μάγκυ Κοέν.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του επικεντρώνεται στη ζωή των Εβραίων στην Ευρώπη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ασχολείται ιδιαίτερα με τους λόγους που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα αλλά και με ό,τι συνδέεται με την εβραϊκή παρουσία στην Ευρώπη, από τον αντισημιτισμό μέχρι την ιδέα της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου, τον αστικό ιουδαϊσμό και τους διανοούμενους.
Φίλος του Φίλιπ Ροθ ο Απελφελντ, ως τυπικός εκπρόσωπος της εβραϊκής διασποράς, έγινε και ο ίδιος μυθιστορηματικός ήρωας στο βιβλίο τού πρώτου «Επιχείρηση Σάιλοκ». Επιπλέον μια μακροσκελής συζήτηση μεταξύ των δυο τους με θέμα «Τι σημαίνει να είσαι σήμερα Εβραίος συγγραφέας;» αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στις «Κουβέντες του σιναφιού» (εκδόσεις «Πόλις»), στις οποίες ο Ροθ συγκέντρωσε συνεντεύξεις και δοκίμια για τους ομοτέχνους του.
Ο Απελφελντ, «εκπατρισμένος συγγραφέας μιας εκπατρισμένης λογοτεχνίας, ο οποίος έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό αποκλειστικά δικό του θέμα», όπως τον σύστησε τότε ο Ροθ, είχε διηγηθεί στον φίλο του και τις τρομακτικές του περιπέτειες. Είχε εξομολογηθεί όμως και πολλά άλλα, όπως π.χ. πώς η εκμάθηση της εβραϊκής γλώσσας κινητοποίησε τη λογοτεχνική του έφεση: «Εμαθα εβραϊκά ύστερα από μεγάλη προσπάθεια. Είναι δύσκολη γλώσσα, αυστηρή και ασκητική. Με δίδαξε πώς να σκέφτομαι, να μη σπαταλάω λέξεις, να μη χρησιμοποιώ πολλά επίθετα, να μην ερμηνεύω... Αυτή η γλώσσα με έφερε στις πιο μυστικές αποθήκες με όλα τα πλούτη του εβραϊσμού. Κι από τότε δεν το κούνησα ρούπι από εκεί».
Αλλά όλα αυτά θα μας τα πει και εκ του σύνεγγυς ο Απελφελντ, στην εκδήλωση του Megaron Plus, την οποία θα προλογίσει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ηλίας Μαγκλίνης. Η διάλεξη θα γίνει στα αγγλικά με ταυτόχρονη ελληνική μετάφραση.
- Επιμέλεια: ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Saturday, October 11, 2008
Μια «απρόσμενη» σονάτα για δύο
Του Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 11 Oκτωβρίου 2008
Υπάρχει ένα κομβικό γεγονός στη ζωή του Ισραηλινού συγγραφέα Ααρον Απελφελντ για το οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να γράψει ούτε αράδα: η επανένωση με τον πατέρα του στο Ισραήλ, είκοσι χρόνια μετά τον ξεριζωμό τους από το Τσέρνοβτσι της Μπουκοβίνα της Ρουμανίας, το 1940. Εκείνη τη χρονιά οι ναζί εισέβαλαν στον γενέθλιο τόπο του οκτάχρονου τότε Απελφελντ, εκτέλεσαν τη μητέρα του και εκτόπισαν τον ίδιο και τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στην Ουκρανία. Ο μικρός Ααρον δραπέτευσε, «έπαιξε κρυφτό» επί τρία συνεχή χρόνια μέσα στα δάση με τους Γερμανούς, όπως περίπου ο νεαρός ήρωας του Γιέρζι Κοζίνσκι στο τρομακτικό «Βαμμένο πουλί» (Μεταίχμιο), ώσπου έπεσε πάνω σε μονάδα του Κόκκινου Στρατού. Ο Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν το μικρό Εβραιόπουλο ως διαβιβαστή μηνυμάτων και ως μάγειρα.
Με τη λήξη του πολέμου, ο Απελφελντ πέρασε ένα διάστημα σε στρατόπεδο εκτοπισμένων στην Ιταλία αγνοώντας ότι ο πατέρας του ήταν ακόμα ζωντανός. Το 1946 εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη (δύο χρόνια προτού το Ισραήλ αποκτήσει υπόσταση ως κράτος), όπου και, τελικά, βρήκε τον πατέρα του, σχεδόν τυχαία, καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα. Η συνάντηση ήταν τόσο πολύ συναισθηματικά φορτισμένη, που ο Απελφελντ δεν τόλμησε ποτέ να θίξει το γεγονός, άμεσα ή διαθλαστικά, μέσα από την πεζογραφία του. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του όχι μόνο βιογραφικά μα και λογοτεχνικά. Ο Αμερικανός συγγραφέας Ρέιμοντ Κάρβερ έλεγε ότι «ένας συγγραφέας οφείλει να έχει καλή αίσθηση της απώλειας», και ο Απελφελντ είναι σαφώς ένας από αυτούς τους συγγραφείς.
Σημειωτέον, ο Απελφελντ δεν ήθελε η Soah να είναι στον πυρήνα της θεματικής του, αλλά πάντα στόχευε σε κάτι ευρύτερο. Το έχει γράψει ο Φίλιπ Ροθ στις «Κουβέντες του σιναφιού» (Πόλις): «Το θέμα των βιβλίων του [Απελφελντ], ωστόσο, δεν είναι το Ολοκαύτωμα, ούτε οι διωγμοί των Εβραίων. (...) Στην πραγματικότητα, όλα όσα ο Απελφελντ δεν είναι καταλήγουν σ’ αυτό που είναι: ένας εκπατρισμένος συγγραφέας, ένας εκτοπισμένος συγγραφέας, ένας απόβλητος, ξεριζωμένος συγγραφέας. Ο Απελφελντ είναι ένας εκπατρισμένος συγγραφέας μιας εκπατρισμένης λογοτεχνίας, που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Ο Ροθ γνωρίζει καλά τον Απελφελντ και η αλήθεια είναι ότι χάρη στις «Κουβέντες του σιναφιού» (2004) τον μάθαμε κι εμείς εδώ στην Ελλάδα, ενώ στο μυθιστόρημά του «Επιχείρηση Σάυλωκ» (Πόλις), ο Απελφελντ συμπρωταγωνιστεί σαν λογοτεχνικός χαρακτήρας. Τον τελευταίο χρόνο είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε δύο μυθιστορήματα του Απελφελντ, την «Ιστορία μιας ζωής» (2007) και το «Μπάντενχαϊμ 1939» (2008). Και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστίας, σε ωραία μετάφραση και επίμετρο της Μάγκυ Κοέν, ενώ επίκειται στα τέλη αυτού του μήνα ένα ακόμα: πρόκειται για μια ιδιότυπη ερωτική ιστορία με τίτλο «Απρόσμενη αγάπη». Ενας ηλικιωμένος συγγραφέας, απογοητευμένος με τον εαυτό του και τη ζωή του, γνωρίζει μια νέα κοπέλα. Εκείνος είναι επιζήσας του Ολοκαυτώματος, εκείνη ήταν ακόμα βρέφος όταν εκτοπίστηκε από την πατρίδα της.
Ο τόπος που τους ενώνει είναι η Ιερουσαλήμ, όπου έχουν καταφύγει και οι δύο. Ξανά αυτή η αίσθηση του χαμού, του ξεριζώματος. Μόνο που σε αυτό το βιβλίο, ο Απελφελντ μιλάει σε βάθος και για τις διώξεις που υπέστησαν οι Εβραίοι στα κομμουνιστικά καθεστώτα. Δεν τον ενδιαφέρουν όμως μόνο οι Εβραίοι, αλλά η συντριβή του ατόμου γενικά στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Μια «σονάτα για 2», χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό η μεταφράστριά του, η Μάγκυ Κοέν, υπογραμμίζοντας ότι, μολονότι πρόκειται για μια ιστορία αγάπης, «δεν υπάρχει τίποτα το μελοδραματικό. Οι δύο χαρακτήρες πιο πολύ αισθάνονται παρά μιλάνε σε αυτή τη λιτή, πυκνή αφήγηση». Και στους δύο αυτούς χαρακτήρες, το παρόν είναι κάτι που βιώνουν με ένταση, ωστόσο, το παρελθόν εισβάλλει κάθε τόσο για να ταρακουνήσει τις ζωές τους. Ομως, ο ίδιος ο Απελφελντ έχει σημειώσει ότι δεν έχει «την αίσθηση ότι γράφω για το παρελθόν. Το παρελθόν είναι κάκιστη πρώτη ύλη για τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα διαρκές, φλέγον παρόν, όχι με τη δημοσιογραφική έννοια, αλλά ως προσπάθεια να φέρει το χρόνο σε ένα αέναο παρόν».
Μετά λοιπόν το διαθλαστικά αυτοβιογραφικό «Η ιστορία μιας ζωής» και το ονειρικό μα και εφιαλτικό (στο φινάλε του) «Μπάντενχαϊμ 1939», ο σημαντικός αυτός συγγραφέας επανεμφανίζεται στα ελληνικά με μια ιστορία αγάπης, η οποία όμως κρύβει και πολύ πόνο. Όπως όλες οι ιστορίες αγάπης.