Μας ξάφνιασε στον θάνατο της, όπως μας ξάφνιαζε στα βιβλία της, στα οποία της άρεσε να παίζει με τον φόβο, με τα μυστικά που παραμονεύουν, με τους ήρωες να ακροβατούν ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Σαν μια αστυνομική ιστορία η τελευταία της, τελειωτική αποχώρηση, όπως αυτές που χρησιμοποιούσε στα μυθιστορήματά της.
Έτσι έφυγε η Νένη Ευθυμιάδη, η συγγραφέας, η γυναίκα γεμάτη ζωή. Η φιλάρεσκη και μαζί στοχαστική. Ένας άνθρωπος με προβληματισμούς και σθεναρή κριτική στάση απέναντι στην εξουσία. Γιατί η Νένη ήταν ένα βαθιά κοινωνικό, ένα ουσιαστικά πολιτικό ον, που σάρκαζε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Έφερε ένα νέο πνεύμα στην ελληνική πεζογραφία ξεφεύγοντας από τα στενά ελληνικά όρια, καθώς πάντα κινιόταν μέσα στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη.
Φίλη Νένη,
Κρατάω τα βιβλία σου με τις ευρηματικές ιστορίες σου, την ανατρεπτικότητά τους, τον υποδόριο σαρκασμό... Κρατάω τις άνετες κουβέντες μας για τη λογοτεχνία και την πολιτική στη βεράντα το σπιτιού σου... Τις ενθουσιώδεις κουβέντες σου με τον Γιάννη για το κομπιούτερ ... Κρατάω τα μεσημεριάτικα τραπεζώματα στη βεράντα στο Χαλάνδρι... Κρατάω τη θύμηση σου από τον χώρο της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης να οργανώνεις και να συμμετέχεις σε εκδηλώσεις για τη λογοτεχνία και την τέχνη και τον πολιτισμό και τη σύγχρονη σκέψη....
Θα σε θυμάμαι να πίνεις μπίρα από το κουτάκι μέχρι ν αλλάξεις και να αποφασίσεις να πίνεις μόνον σοκολάτα... Να καπνίζεις τα δικά σου ξεχωριστά τσιγάρα...Να βάφεις τα νύχια σου πράσινα γιατί λάτρευες τα χρώματα, το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο, το μπλε, το ασημί, το μοβ... Να γεμίζεις το σπίτι σου με φώτα και λαμπάκια και να διατηρείς τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα ακόμη και μέσα στον Αύγουστο.
Φίλη Νένη,
Είχες πει πως θέλεις να αποφύγεις, όταν πεθάνεις, τους εξευτελισμούς των τελετών και των μνημόσυνων, γι αυτό κι εμείς οι φίλοι σου δεν θα κάνουμε μνημόσυνα. Θα ετοιμάσουμε ένα ωραίο τραπέζι και θα σε θυμηθούμε.
Η είδηση του θανάτου της ήταν αναπάντεχη. Ξάφνιασε και πάγωσε. Η συγγραφέας Νένη Ευθυμιάδη έφυγε τόσο νωρίς για πάντα και άφησε πίσω της τον πόνο των ανθρώπων που την αγάπησαν, των φίλων της και των αναγνωστών των βιβλίων της.
Το γεγονός μοιάζει, λες, βγαλμένο από κάποιο από τα μυθιστορήματά της από το οπισθόφυλλο του βιβλίου της «Τρεις νύχτες κι ένας νεκρός»: « Θα της έλεγε ότι στον άνθρωπο αυτόν άξιζε το ωραιότερο μακιγιάζ του κόσμου - πέθανε πρόωρα, δεν πρόλαβε τις ωραίες του εποχές».
Από τις πλέον δυναμικές φωνές της νεότερης πεζογραφίας μας, η Νένη Ευθυμιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Σπούδασε νομικά. Το ξεκίνημα έγινε το 1973 με το βιβλίο «Εσύ κι εγώ μοιάζουμε λιγάκι». Ακολούθησαν: «Ο κήπος με τ’ αγάλματα», «Η φωτοβολίδα», «Αθόρυβες μέρες», «Το χρώμα του μέλλοντος», «Τρυφερός Θάνατος», «Οι πολίτες της σιωπής», «Εγώ και ο Μαγγελάνος», «Η πόλη των γλάρων», «Ο κήπος με τα αγάλματα», «Οι τυχοδιώκτες», «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου». Δοκίμια και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Η ίδια έχει μεταφράσει δοκίμια από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά.
Η ημέρα και ο χώρος της κηδείας της δεν έχουν γίνει γνωστά.
Έχασε - την περασμένη Δευτέρα - τη μάχη με τον καρκίνο η 62χρονη σημαντική και πολυγραφότατη πεζογράφος και δοκιμιογράφος Νένη Ευθυμιάδη.
Η Νένη Ευθυμιάδη σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και από το 1970 δικηγορούσε. Η μεγάλη όμως αγάπη της ήταν το γράψιμο. Το 1973 έκανε την πρώτη της λογοτεχνική εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Εγώ κι εσύ μοιάζουμε λιγάκι». Το 1975 εκδόθηκε «Ο κήπος με τα αγάλματα» που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην κριτική και το αναγνωστικό κοινό. Ακολούθησαν τα βιβλία «Η φωτοβολίδα» (1978), «Αθόρυβες μέρες», «Το χρώμα του μέλλοντος», «Τρυφερός θάνατος», «Οι πολίτες της σιωπής», «Οι τυχοδιώκτες», «Εγώ ο Μαγγελάνος», «Τρεις νύχτες και ένας νεκρός», «Η πόλη των γλάρων», «Αστυνομικές ιστορίες», «Ημερολόγια», «Θρυμματισμένος πλανήτης», «Η Αθήνα τη νύχτα», «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου» (το τελευταίο της μυθιστόρημα). Η Ν. Ευθυμιάδη είχε στο ενεργητικό της και σημαντικό μεταφραστικό, δοκιμιακό και ποιητικό έργο. Διετέλεσε μέλος της διοίκησης της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης και ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 31 Οχτώβρη 2008
Η Νένη Ευθυμιάδη έθεσε στη μεταπολεμική μας πεζογραφία το αίτημα των ορίων της ηθικής στις ανθρώπινες σχέσεις. Το διαχειρίστηκε κυρίως με την παρωδία του αστυνομικού μυθιστορήματος, με τη βοήθεια πάντα του μυστηρίου και της ανατροπής. Κομβικό σημείο, από το οποίο άλλαξε άρδην τη θεματογραφία της, θεωρείται το μυθιστόρημα «Οι πολίτες της σιωπής» του 1993, οπότε στράφηκε στη διερεύνηση της τρομοκρατίας.
Ζωντανός και φιλικός άνθρωπος, η Νένη Ευθυμιάδη εξέδωσε το τελευταίο της μυθιστόρημα «Ο γιος τού Μπίλυ Μπλου» το 2007
Οσοι τη γνώρισαν, είχαν να λένε ότι ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, ο οποίος στις προσωπικές επαφές επέλεγε να επικοινωνεί με όρους φιλικότητας: ήξερε να ακούει και να παίρνει από τον κάθε συνομιλητή της το καλύτερο κομμάτι του εαυτού του. Η Νένη Ευθυμιάδη έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 62 χρόνων νικημένη από τον καρκίνο.
Τελευταία της λογοτεχνική κατάθεση, το μυθιστόρημα «Ο γιος τού Μπίλυ Μπλου» τού 2007. Είχε γράψει γι' αυτό ένα κείμενο στο οποίο άφηνε να φανεί η περιπέτεια με την υγεία της: «Είναι ένα βιβλίο τυχερό... Συμπτωματικά ολοκλήρωσα την πρώτη γραφή του, την καθοριστική, πριν συμβεί στην πραγματική μου ζωή ένα γεγονός διαλυτικό. Επί μήνες ο "Γιος τού Μπίλυ Μπλου" εγκαταλείφθηκε, ώσπου συνέχισα τις επόμενες γραφές και επεξεργασίες. Δεν θα το κρύψω. Η επίπονη εργασία με βοήθησε να συνέλθω - το απλό πέρασμα του χρόνου δεν θα ήταν αρκετό. Ή μήπως θα ήταν;».
Η Νένη Ευθυμιάδη γεννήθηκε το 1946. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης και ήδη από το 1970 δικηγορούσε. Η πρώτη εμφάνισή της στην πεζογραφία έγινε με το μυθιστόρημα «Εσύ και εγώ μοιάζουμε λιγάκι» του 1973, το οποίο αργότερα απέσυρε. Εκτοτε ακολούθησαν περί τα δέκα μυθιστορήματα, με τα χαρακτηριστικότερα «Αθόρυβες μέρες», «Το χρώμα του μέλλοντος», «Τρυφερός θάνατος», «Η πόλη των γλάρων», «Οι τυχοδιώκτες», «Εγώ κι ο Μαγγελάνος».
Σ' όλα αυτά το κύριο πρόβλημα που τα διατρέχει είναι ο εαυτός, όταν επαναπροσδιορίζει τη σχέση του με τους άλλους και με την ίδια ζωή ως οντολογικό φαινόμενο. Η συγγραφέας αντιλαμβάνεται το σώμα ως κάτι το θνητό. Μέσα από τη συνείδηση της θνητότητάς της ζητεί την υπέρβαση με όρους ενατένισης του αιώνιου. Με την ίδια δημιουργική ένταση αντιμετώπιζε την εξουσία ως τον μηχανισμό που τον βολεύει να κρατάει τους ανθρώπους φυλακισμένους στα στερεότυπά τους. Μάλιστα τολμούσε να υποστηρίξει ότι η γλώσσα είναι πολύ συντηρητική, λέγοντας με βεβαιότητα: «Η λογοτεχνία εκφράζεται μέσα από τη γλώσσα, δηλαδή ό,τι πιο συντηρητικό υπάρχει στον πολιτισμό μας».
Την τρομοκρατία δεν την έβλεπε η Νένη Ευθυμιάδη μόνο στις τρομοκρατικές ομάδες, αλλά και στην πολιτική εξουσία των ΗΠΑ. Διατύπωνε τη γνώμη: «Εγώ δεν βλέπω τεράστια διαφορά ανάμεσα σ' αυτή και μια τρομοκρατική ομάδα. Αντιθέτως, εκεί διαπιστώνω μια επισημοποιημένη τρομοκρατία με βιομηχανίες όπλων. Η διαφορά είναι αριθμητική».
Επίσης συμμετείχε σε εκδόσεις ομαδικού χαρακτήρα, με μικρότερης έκτασης πεζογραφήματα. Είχε μεταφράσει έργα του βραβευμένου με Πούλιτζερ Αμερικανού ποιητή Ουίλιαμ Μέρεντιθ, καθώς και δοκίμια από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Ολόκληρα έργα της ή αποσπάσματά τους είχαν κυκλοφορήσει στα ιταλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Εστία», «Καστανιώτη», «Ελληνικά Γράμματα» και «Λιβάνη».
Αθόρυβα, όπως έζησε, έφυγε από τη ζωή η Νένη Ευθυμιάδη, στην πιο ώριμη περίοδο της δημιουργίας της. Συγγραφέας ξεχωριστή και αγαπητή, άνθρωπος με περίσσευμα αξιοπρέπειας, ήθους και σεμνότητας. Αυτή ήταν η Νένη Ευθυμιάδη, η οποία αντιμετώπισε έως την τελευταία στιγμή τον καρκίνο με θαυμαστό θάρρος και αξιοπρέπεια. Η παρουσία της θα λείψει από τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, στην οποία εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, διαγράφοντας μια διαδρομή με συνέπεια και σοβαρότητα.
«Κάθε συγγραφή βιβλίου είναι και μία διαμαρτυρία», είχε πει σε συνέντευξή της λίγο καιρό πριν, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο της «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου». Πράγματι, στο ιδεολογικό υπόστρωμα των βιβλίων της (υπαρξιακά θρίλερ κυρίως) ελλοχεύει η κριτική για την εξουσία και τα όργανα της τάξης, τον σύγχρονο τρόπο ζωής και τον καταναλωτισμό, τις νεοπλουτίστικες αντιλήψεις και τα φαινόμενα παρακμής, αναμεμειγμένα με έναν υποδόριο σαρκασμό, συχνά μαύρο χιούμορ, και πάντα μέσα σε μια οικουμενική προβληματική που ξεπερνά τα τοπικά όρια.
Ο ηθικός προβληματισμός διακατέχει τα κείμενά της, τα οποία δυναμιτίζουν τις κοινωνικές συμβάσεις και την εφησυχασμένη ζωή μας. Η Ευθυμιάδη άφησε μυθιστορήματα πολυεπίπεδα, με ιστορίες που από τη μια κρατούν, λόγω των ανατροπών και του σασπένς τους, αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, και από την άλλη, χάρη στη στοχαστική διάθεση της συγγραφέως, αγγίζουν τα φιλοσοφικά και ψυχογραφικά όρια.
Εχει γράψει συνολικά δώδεκα μυθιστορήματα: «Εσύ και εγώ μοιάζουμε λιγάκι», «Ο κήπος με τα αγάλματα», «Η φωτοβολίδα», «Αθόρυβες μέρες», «Το χρώμα του μέλλοντος», «Τρυφερός θάνατος», «Οι πολίτες της σιωπής», «Η πόλη των γλάρων», «Οι τυχοδιώκτες» κ.ά., ενώ συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Δωρικός», «Λιβάνη», «Εστία», «Καστανιώτης», «Ελληνικά Γράμματα», «Κέδρος».
Γεννημένη στην Αθήνα το 1946, σπούδασε Νομική στη Θεσσαλονίκη και άσκησε τη δικηγορία από το 1970 στην Αθήνα. Η Νένη Ευθυμιάδη ποτέ δεν απασχόλησε τη δημοσιότητα, παρά μόνο με το έργο της. Ετσι οι δικοί της άνθρωποι, σεβόμενοι τη στάση ζωής που η ίδια υπηρετούσε με συνέπεια, αλλά και την επιθυμία της, δεν θα δημοσιοποιήσουν τις σχετικές με την κηδεία της λεπτομέρειες.
Μαθεύτηκε από στόμα σε στόμα χθες το πρωί. Η συγγραφέας Νένη Ευθυμιάδη πέρασε στην άλλη όχθη, μόλις στα 62 της χρόνια, έχοντας αντιμετωπίσει το τελευταίο διάστημα μια καθολική επίθεση του καρκίνου. Δική της επιθυμία, αλλά και των δικών της ανθρώπων, ήταν να μην ανακοινωθεί τίποτα για το θάνατο και την ταφή της.
Η Νένη Ευθυμιάδη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946, σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη και το 1970 άρχισε να δικηγορεί. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1973 και μέχρι το τέλος της ζωής της ήταν παραγωγική και παρούσα. Ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και εξέδωσε εννέα μυθιστορήματα, ενώ συμμετείχε σε διάφορες περιοδικές εκδόσεις, με διηγήματα, χρονογραφήματα, κριτικές ή δοκίμια, ή σε συλλογικούς θεματικούς τόμους με διηγήματα. Κείμενά της είχαν συχνή παρουσία σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά ή αφιερώματα για τη λογοτεχνία στον ημερήσιο Τύπο. Η Νένη Ευθυμιάδη καταπιάστηκε με ιδιαίτερη αφοσίωση με τη μετάφραση από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά, ενώ μετέφρασε και τα ποιήματα του Αμερικανού William Meredith, ο οποίος είχε τιμηθεί με το Πούλιντζερ το 1988.
Εκτός από δραστήρια συγγραφέας ήταν και ενεργή πολίτης αφού μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, διοργανώνοντας εκδηλώσεις για τη λογοτεχνία ή τη θεωρία της λογοτεχνίας. Το πρώτο της βιβλίο «Εγώ κι εσύ μοιάζουμε λιγάκι» (Δωρικός, 1973) το απέσυρε η ίδια από την κυκλοφορία. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από πολλούς Ελληνες εκδότες: «Των εμών ερώτων» (Anglohellenic A.E.), «Αθόρυβες μέρες» (Εστία), «Το χρώμα του μέλλοντος» (Εστία), «Τρυφερός θάνατος» (Εστία), «Οι πολίτες της σιωπής» (Καστανιώτης), «Ο κήπος με τα αγάλματα» (Λιβάνης), «Η πόλη των γλάρων» (Καστανιώτης), «Οι τυχοδιώχτες» (Ελληνικά Γράμματα), «Αστυνομικές ιστορίες» (Μεταίχμιο), «Ιμερολόγια» (Μίνωας), «Θρυμματισμένος πλανήτης» (Μίνωας), «Εγώ και ο Μαγγελάνος» (Κέδρος), «Τρεις νύχτες και ένας νεκρός» (Μίνωας), «Η Αθήνα τη νύχτα» (Introbooks), και το τελευταίο της «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου» (Ελληνικά Γράμματα). Οι κριτικοί συμφωνούν ότι η Νένη Ευθυμιάδη ανανέωσε με τη θεματική της και τη γραφή της, τη νεότερη ελληνική πεζογραφία. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Πέμπτη, 30 Oκτωβρίου 2008]
Η συγγραφέας Νένη Ευθυμιάδη. Εξέδωσε εννέα μυθιστορήματα, η παρουσία της στα λογοτεχνικά έντυπα ήταν έντονη, ενώ σποραδικά αρθρογραφούσε σε εφημερίδες
Η πεζογράφος Νένη Ευθυμιάδη πέθανε προχθές σε ηλικία 62 ετών. Η συγγραφέας των μυθιστορημάτων «Αθόρυβες μέρες» (Εστία), «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου», «Οι τυχοδιώκτες» (Ελληνικά Γράμματα), «Η πόλη των γλάρων» (Καστανιώτη) εμφανίστηκε στα γράμματα το 1973 και έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και άρθρα. Εξέδωσε εννέα μυθιστορήματα, ενώ συμμετείχε με διηγήματα σε ομαδικές ανθολογίες. Με τον δικό της αφηγηματικό ρυθμό στο τελευταίο βιβλίο της μιλούσε για έναν γιο που διεκδικεί τον ακροβάτη πατέρα του, μέσα σε κλίμα χιουμοριστικού σασπένς. Συχνά χρησιμοποίησε τον αστυνομικό χαρακτήρα σε μυθοπλασίες που δεν ήταν ακριβώς αστυνομικές. Της άρεσε να παίζει με τον κίνδυνο της αποκάλυψης, με τον φόβο για τη ζωή, με το μυστικό που παραμονεύει. Οι ήρωές της σχοινοβατούν, τρέχουν να κρυφτούν, αγωνιούν ότι το φως θα πέσει άπλετο.
Η Νένη Ευθυμιάδη σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1970 έγινε δικηγόρος Αθηνών. Η παρουσία της στα λογοτεχνικά έντυπα ήταν έντονη, ενώ σποραδικά αρθρογραφούσε σε εφημερίδες, γράφοντας κριτικές παρουσιάσεις για έλληνες και ξένους ομοτέχνους της. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση δοκιμίων και ποίησης από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Ενεργό μέλος της λογοτεχνικής κοινότητας, υπήρξε από το 1992 μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (ΠαΠοΚ). Οι φίλοι αναγνώστες των βιβλίων της θα τη θυμούνται στον χώρο της ΠαΠοΚ, με θέα την πλατεία Μητροπόλεως, να λαμβάνει τον λόγο στις εκδηλώσεις που διοργάνωνε σχετικά με τη λογοτεχνία, τον στοχασμό και τη σύγχρονη σκέψη. Οι φίλοι της θα τη θυμούνται στα πηγαδάκια στα διάφορα πάρτι να εναλλάσσει άνετα την κουβέντα από τη λογοτεχνία στην πολιτική και από εκεί στις απλές χαρές της καθημερινότητας. ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008
Πέμπτη, 30.10.08: «Εφυγε» σε ηλικία 62 ετών, ύστερα από μάχη με τον καρκίνο, η συγγραφέας Νένη Ευθυμιάδη, μία από τις σημαντικότερες πεζογράφους που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1970 και ανανέωσαν τη νεώτερη ελληνική πεζογραφία. Η Νένη Ευθυμιάδη έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και απασχολούσε τον Τύπο μόνο με το έργο της. Έτσι, η οικογένειά της, σεβόμενη την επιθυμία της, δεν ανακοίνωσε τίποτα σχετικό με το τελευταίο ταξίδι της.
Γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1946. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1970 έγινε δικηγόρος Αθηνών. Από το 1973 ασχολήθηκε συστηματικά με την πεζογραφία και μέχρι τώρα έχει εκδώσει εννέα μυθιστορήματα. Συμμετείχε και σε πολλές εκδόσεις ομαδικού χαρακτήρα, με μικρότερης έκτασης πεζογραφήματα. Πληθώρα διηγημάτων, δοκιμίων και άρθρων της δημοσιεύονται συνεχώς στον ημερήσιο τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Κάποιες φορές ασχολήθηκε και με κριτικές παρουσιάσεις ελλήνων ή ξένων συγγραφέων. Έχει μεταφράσει δοκίμια από τα γαλλικά, τα γερμανικά και αγγλικά, όπως και ποίηση του αμερικανού William Meredith (Βραβείο Πούλιτζερ 1988). Από το 1992 είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, συνυπεύθυνη για τη διοργάνωση εκδηλώσεων γύρω από τη λογοτεχνία, τη θεωρία, τη σύγχρονη προβληματική ή εκπρόσωπός της σε διεθνή συνέδρια κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα. Μερικά από τα έργα της έγιναν αντικείμενα μελετών σε πανεπιστήμια, συνέδρια ή θεωρητικά βιβλία. Προσφάτως, μυθιστόρημά της κυκλοφόρησε στην Ιταλία.
Τα βιβλία της Νένης Ευθυμιάδη
Εσύ και εγώ μοιάζουμε λιγάκι, 1973, μυθιστόρημα, σελ. 141, εκδόσεις "Δωρικός", (το απέσυρε από την κυκλοφορία η συγγραφέας).
Ο κήπος με τα αγάλματα, 1975, μυθιστόρημα, σελ. 227, εκδόσεις "Νέα Σύνορα", επανέκδοση μετά από γλωσσική επεξεργασία το 1994, σελ. 204, εκδόσεις "Νέα Σύνορα", ISBN: 960-236-439-4.
Η φωτοβολίδα, 1978, μυθιστόρημα, σελ. 191. εκδόσεις "Νέα Σύνορα".
Αθόρυβες μέρες, 1983, μυθιστόρημα, σελ. 255, εκδόσεις "Εστία".
Το χρώμα του μέλλοντος, 1988, μυθιστόρημα, σελ. 226, εκδόσεις "Εστία".
Τρυφερός θάνατος, 1990, μυθιστόρημα, σελ. 256, εκδόσεις "Εστία", ISBN: 960-05-0273-0.
Οι πολίτες της σιωπής, 1993, μυθιστόρημα, σελ. 239, εκδόσεις "Καστανιώτη", ISBN: 960-03-1061-0.
Η πόλη των γλάρων, 1997, μυθιστόρημα, σελ. 275, εκδόσεις "Καστανιώτη", ISBN: 960-03-1837-9.
Οι τυχοδιώκτες, 2000, μυθιστόρημα, σελ. 290, εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", ISBN: 960-393-420-8.
Απόσπασμα από το βιβλίο: "Τυχοδιώκτες"
Πέταξα τις πολύχρωμες φούστες μου, φόρεσα στενά παντελόνια για τη σκάλα του κελαριού, μα τη στιγμή που η συζήτηση ξεστράτισε δεν την έφερα στον ευθύ δρόμο - την ασφάλεια όλων μας δεν κατόρθωσα να την υπερασπιστώ. Μόνο τους νεκρούς του Βερμόντ υπερασπιζόμουν μέχρι τέλους. Τους παρατηρούσα επίμονα, τους έκανα συντροφιά, καμιά φορά τους χάιδευα. Και μόλις η οικειότητα γεννιόταν, αποφάσιζα για το μακιγιάζ. Προτιμούσα τα χρώματα της γης και τις απαλές ώχρες, αλλά αν το διέταζε η κέρινη φυσιογνωμία τους, δεν απέκλεια το άσπρο και τους τόνους του γαλάζιου. ζητούμενο ήταν ένα αποτέλεσμα ιδανικό. Δισταγμό είχα στο σχήμα των χειλιών που συχνά παραμορφώνονταν από τον τελευταίο σπασμό, έπρεπε να διασχίσω το παρελθόν και να μαντέψω και να αισθανθώ, ύστερα να τολμήσω την ένταση του κόκκινου, την τρυφερότητα του ροζ, τη γαλήνη του μπεζ και ένα σταθερό περίγραμμα. Στα βλέφαρα ακροβατούσα, γιατί το χρώμα των ματιών μου ήταν άγνωστο και δεν ήθελα να τα παραβιάσω, άρα έπρεπε να υποθέσω, να φανταστώ, ύστερα να κινηθώ στις στοές του καφέ ή στους τόνους του γκρίζου. Περιποιόμουν και τα νύχια, ποθούσα καμπύλες λείες και στιλπνές και κατέφευγα σε εύθραυστες προσπάθειες με λίμες, συχνά και σε κάποιο βερνίκι αστραφτερό. Μα το άγχος ερχόταν με τα μαλλιά, ιδιαίτερα τα γυναικεία. Έπρεπε να μελετήσω ξανά τις γωνίες του προσώπου, να σχηματίσω απαλές μπούκλες, να ισιώσω φράντζες αναρχικές, να κρύψω ή να προβάλω τη μελαγχολία στα λευκά σημεία. Εκτόπιζα και τους συνεργάτες των λουλουδιών, διάλεγα μόνη είδη, αποχρώσεις, μυρωδιές, τα πρόσωπα έπρεπε να αναδειχτούν και να καλλιεργηθούν υποψίες για άψογες σιλουέτες. Αλλιώς τι δουλειά έκανα εγώ; "Το παρακάνεις", γκρίνιαζε ο εργοδότης μου. "Στον καθρέφτη δεν θα κοιταχτούν ποτέ και οι άλλοι θα τους θυμούνται όπως θέλουν". Δεν είχε άδικο, συχνά οι νεκροί στοιβάζονταν ουρές ατελείωτες περιμένοντας εμένα και καθώς οι κηδείες είχαν ήδη οριστεί, υπήρχε κίνδυνος να γίνουν χωρίς πτώμα. Προτιμούσα να ξενυχτώ δουλεύοντας παρά να εγκαταλείψω την τακτική μου. Το είδωλό τους δεν θα το έβλεπαν, όμως θα σήμαινε άπειρα γι' αυτούς, αν ζούσαν. οι άνθρωποι θέλουν να αγγίξουν την αιωνιότητα με όψη συναρπαστική. Βέβαια δεν συμφωνούσαν πάντα οι οικείοι. Συχνά διαμαρτύρονταν πως δεν αναγνώριζαν τον άνθρωπό τους, πως αντίκριζαν έναν ξένο τη στιγμή της ταφής. Θύμιζα στον αμήχανο εργοδότη πως οι συγγενείς αντιμετωπίζουν τους νεκρούς σαν ιδιοκτησίες τους που χάνονται και αποζητούν την τελευταία πράξη επιβολής - το θρήνο πάνω από τη συνηθισμένη εικόνα. Αλλά οι νεκροί ανήκουν πια στη μακροχρόνια περιπέτεια του σύμπαντος και μόνο εγώ, η μακρινή, τους γνώρισα και τους αγάπησα σε αυτή τη διάσταση, την τελική. Κανένας από μας τους τέσσερις δεν κατέβηκε νωρίς το επόμενο πρωί. Αργήσαμε τόσο, ώστε η Χλόη, ο Μανόλης και ο Ρούλης είχαν τελειώσει το πρωινό τους και έπιναν με νωχέλεια τον τρίτο ή τέταρτο καφέ. "Μήπως μας άκουσε αυτός χθες βράδυ;" με ρώτησε ο Πέτρος κάποια στιγμή. "Αποκλείεται", απάντησα γρήγορα. Όμως δεν ήμουν σίγουρη. Όποιος απειλεί γνωρίζει πως θα υπάρξουν αντιδράσεις και καμιά φορά εύστοχα τις προεξοφλεί. Περάσαμε τη μέρα με προσποίηση φυσικότητας, αντιγράφαμε τις καθημερινές κινήσεις μας με καρμπόν. Μα κάθε τόσο πλησιάζαμε την τζαμαρία και φευγαλέα κοιτάζαμε το σκάφος του θανάτου μας. Ανταλλάσσαμε τότε συνωμοτικά βλέμματα και αποφεύγαμε να βρεθούμε κοντά στον Ρούλη για μερικά λεπτά. Δεν είχε νόημα η προφύλαξη, αυτός μας αγνοούσε, διάβαζε την εφημερίδα τους αδιάφορος και μακρινός. Γιατί όποιος απειλεί γνωρίζει πως η αντίδραση σπάνια είναι ακαριαία και για ένα διάστημα μπορεί άνετα να αποστασιοποιηθεί. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως διέκρινα στην αμμουδιά μια ανδρική φιγούρα. "Να είναι ο Μαρσέλ;" αναρωτήθηκα με έξαψη. Μα χάθηκε σαν αστραπή. Η ζέστη άχνιζε και προκαλούσε οφθαλμαπάτες, άλλωστε και τα νεύρα μου είχαν ταραχτεί. Πώς να μην ταραχθούν; Κατέστρωνα το σχέδιο που θα πρότεινα την ίδια νύχτα στην υγρασία του κελαριού και οργάνωνα τις λεπτομέρειες - χωρίς επιμονή στα περιφερειακά σημεία, οι κεντρικές νίκες γίνονται καπνός. Θα πρότεινα, ό,τι προτείνουν οι αχρείοι της κοινής λογικής. Τη σωματική βία. Γιατί πλειοψηφούσαμε, ήμασταν τέσσερις εναντίον ενός, χωρίς να υπολογίσουμε και τους άλλους τρεις, τη Χλόη, τη Μισέλ και τον Μανόλη, που άλλωστε έδειχναν ακατάλληλοι για οποιαδήποτε συμμετοχή. Στην τσάντα μου έκρυβα ένα αναισθητικό σπρέι, παλιά συνήθεια της Νέας Υόρκης, τότε που έφευγα νύχτα από τους Ινδούς και λαχάνιαζα στην έβδομη λεωφόρο. Θα το πιέζαμε στο πρόσωπο του Ρούλη απρόοπτα, θα τον βλέπαμε να γέρνει, μετά θα εξαφανιζόμασταν. Όμως, τι θα κάναμε με το μάγειρα και τους μπράβους που ίσως μας περικύκλωναν; Σύμφωνοι, ο άντρας της κουζίνας ήταν διακριτικός και ερχόταν σε ωράρια προκαθορισμένα. Αλλά, αν συνέβαινε κάτι έκτακτο και προχωρούσε απροειδοποίητα στο λίβινγκ ρουμ και έβλεπε τον Ρούλη αναίσθητο και εμάς να φεύγουμε πανικόβλητοι, δεν θα ειδοποιούσε την αστυνομία; Και οι μπράβοι δεν θα έριχναν σφαίρες καυτές αν μας αντιλαμβάνονταν να τρέχουμε ξέφρενοι και οι επτά; Άρα, η απόπειρα εξόδου έπρεπε να γίνει μετά τα μεσάνυχτα, τότε που οι μάγειρες κοιμούνται και οι μπράβοι χάνουν τον ήλιο και το φως. Δεν θα πλησιάζαμε την κεντρική είσοδο, έλαμπε από τους προβολείς της προβλήτας, θα ανοίγαμε την πίσω πόρτα, τη σκοτεινή, που έβγαζε σε χώμα και ξερά στάχυα. Θα χωριζόμασταν σε ομάδες των δύο ή του ενός, ύστερα έρποντας, φίδια ή τραυματισμένα ζώα, θα διασχίζαμε τα πρώτα μέτρα, τα κρίσιμα. Δεν θα κινδυνεύαμε, ακόμη και αν ακουγόμασταν - θα θεωρούμασταν ζευγαράκια που δοκίμαζαν έρωτα ή αδέσποτα της περιοχής. Και αργότερα που θα σηκωνόμασταν και θα περπατούσαμε ως την άσφαλτο, θα θυμίζαμε ρομαντικούς περιπατητές, από αυτούς που κάνουν μάταιες βόλτες στις αμμουδιές, μετά επιστρέφουν στη ρουτίνα. Η Κλεοπάτρα ίσως βελτίωνε το σχέδιό μου, δεκάδες διηγήματα έγραψε με θέμα την απελευθέρωση ομήρων και κάποιο ήταν ανεκτό. Μιλούσε για ένα λεωφορείο που έτρεχε με τρομαγμένους επιβάτες, γιατί ένας Αθηναίος στήριζε το περίστροφο στον κρόταφο του οδηγού και ζητούσε μείωση του εκκαθαριστικού της εφορίας. Το σύνολο των ομήρων ήταν είκοσι οκτώ, αλλά οι δεκαεπτά δραπέτευσαν. Ανά πεντάλεπτο άνοιγαν την πίσω πόρτα και ρίχνονταν στην άσφαλτο άθικτοι, γιατί ο σοφέρ παρακολουθούσε από τον καθρέφτη του και φρόντιζε να φρενάρει. Ο απαγωγέας δε αντιλαμβανόταν τίποτα, διαπραγματευόταν έξαλλος με αστυνομικούς από το κινητό του. Άργησε να δει πως οι όμηροι που απέμειναν ήταν έντεκα. Και κλονίστηκε. Όχι από τον μικρό αριθμό, αλλά από την ευτυχία τους - είχαν αγαπήσει την περιπέτεια και ήθελαν να παραταθεί. Τον προσκάλεσαν να καθίσει μαζί τους, αντάλλαξαν μπισκότα, σάντουιτς, αναψυκτικά. Κύλησε υπέροχα η βραδιά, με ομόψυχη αηδία για την εξουσία, και γύρω στα χαράματα αποφασίστηκε ένας διαγωνισμός για το πιο τολμηρό αστείο. Κέρδισε μια εικοσάχρονη, είπε ότι τα σύγχρονα λεωφορεία δεν χρειάζονται οδηγούς και για να το αποδείξει, άναψε τη μηχανή και το άφησε να τρέχει ελεύθερο σε στροφές και χαράδρες. Σκοτώθηκε μαζί με τους υπόλοιπους και έχασε τη δόξα. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραψαν πως υπεύθυνος για τη δραματική πτώση του λεωφορείου ήταν αποκλειστικά ο κακοποιός. Όμως με την Κλεοπάτρα δεν επικοινωνώ - μισώ την ανησυχία της. Θα προτιμούσα ένα διάλογο με τον ύπουλο Μαρσέλ, τον Μαρσέλ που άφησα στο Ναύπλιο, αγκαλιά με ένα ψέμα.
Νένη Ευθυμιάδη: «Ο γιος του Μπίλυ Μπλου». Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2008, σελ. 290.
Σε κάποιο απομονωμένο προάστιο της Αττικής, οι λιγοστοί κάτοικοι ζουν το τέλμα της καθημερινότητας. Ανάμεσά τους ένας πρώην διάσημος ακροβάτης, ο Μπίλυ Μπλου, περιμένει τα γηρατειά μέσα στην παλιά βίλα του. Τη μονοτονία έρχεται να ταράξει ένας νεαρός, ο Αγγελος Αγγέλου, που ισχυρίζεται ότι είναι γιος του. Με την ανοχή του Μπίλυ Μπλου εγκαθίσταται στην καλύβα του επιστάτη, πιάνει δουλειά ως κηπουρός στα γύρω σπίτια, κάνει γνωριμίες με τους γείτονες. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν αρχίζει να διαδίδει παντού κάτι αναπάντεχο: η περιοχή παρακολουθείται μέσω ενός υπόγειου συστήματος. Οι περίοικοι θορυβούνται, περίεργοι τύποι που μοιάζουν με πράκτορες εμφανίζονται παντού, ο νεαρός φαίνεται να κινδυνεύει, ο Μπίλυ Μπλου επιχειρεί να τον φυγαδεύσει.
Κάπως έτσι στήνεται μια ιστορία που οδηγεί τους πρωταγωνιστές της σε απρόσμενες περιπέτειες, καθώς το υπόγειο σύστημα παρακολούθησης –υπαρκτό ή μη– κατατρώει τα θεμέλια της νωχέλειάς τους. Αλλά οι βεβαιότητες που υποσκάπτονται εδώ δεν είναι μόνον εκείνες των προσώπων του μυθιστορήματος.
Μολονότι η αφήγηση παρουσιάζει, εκ πρώτης όψεως, χαρακτηριστικά αστυνομικής πλοκής –καθώς οργανώνεται γύρω από την επιδίωξη της λύσης ενός μυστηρίου– ορισμένα από τα δομικά της στοιχεία υποκρύπτουν άλλου είδους αναλογίες: κάποιος που έρχεται από το πουθενά διεκδικεί (ως «γιος» του Μπίλυ Μπλου) μια καταγωγή για την οποία οι περισσότεροι αμφιβάλλουν, βρίσκει καταφύγιο σε ένα ταπεινό κατάλυμα, αναγγέλλει στους ανθρώπους μια είδηση που προκαλεί δυσπιστία, αλλά και αναστάτωση, οι φορείς της εξουσίας (φαίνονται να) τον καταδιώκουν έως θανάτου, το οιονεί άψυχο σώμα του εξαφανίζεται (με τη φροντίδα του «πατέρα» του) και ο ίδιος επανεμφανίζεται κάπου αλλού ζωντανός, ως εκ θαύματος.
Χρονολογικά δε, ο κύριος όγκος της δράσης οργανώνεται μέσα στα όρια μιας δραματικής εβδομάδας που κορυφώνεται τις ημέρες από Πέμπτη μέχρι Σάββατο για να εκτονωθεί λυτρωτικά στο τέρμα της.
Επιπλέον, τα ονόματα των περισσοτέρων πρωταγωνιστών έχουν θρησκευτική καταβολή: Αγγελος, Εύα, Μαρία, Θωμάς, Πέτρος, Βασίλης (το κανονικό όνομα του Μπίλυ Μπλου), Αγάπιος (ο νεκρός πια αλλά πάντα αγαπημένος φίλος του Μπίλυ).
Αλλά κάπου εδώ αρχίζει μία εκ των έσω ανατροπή. Παρατηρεί κανείς ότι σχεδόν όλα τα ονοματεπώνυμα –με ή χωρίς θεολογικές συμπαραδηλώσεις– βρίθουν από παρηχήσεις: Μπίλυ Μπλου, Αγγελος Αγγέλου, Βίκτορας Βίργας, Οτο και Ρόζα Ρέτερ, Πάρης, Ρόθος. Οι φθογγικοί αυτοί αναδιπλασιασμοί υποδεικνύουν σαρκαστικά τον αυθαίρετο χαρακτήρα των ονομάτων, καταδικάζοντάς τα σε σημασιολογική απαξίωση που, κατά κανόνα, συμπαρασύρει και τους ίδιους τους φορείς τους. Συχνά, άλλωστε, και τα εξωτερικά γνωρίσματα των προσώπων βρίσκονται σε ειρωνική αντίφαση με τα ονόματά τους: ο Αγγελος Αγγέλου είναι ένας νεαρός με «μαλλιά ξανθά» και «σπάνια ομορφιά», αλλά δείχνει συνεχώς «έκπληκτος ή καθυστερημένος», ο Βίκτορας είναι ένας ηττημένος της ζωής στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, οι άντρες του «ασφαλίτη» Πάρη Ρόθου φοράνε ψηλά καπέλα που προδίδουν αμέσως την παρουσία τους, όσο για τον Μπίλυ, στο μεταίχμιο της τρίτης ηλικίας, θα έπρεπε ίσως να έχει εγκαταλείψει προ πολλού το καλλιτεχνικό υποκοριστικό της περασμένης του νεότητας.
Οταν όμως οι αρμοί που συνδέουν τις λέξεις με τα πράγματα υπονομεύονται, οι καθημερινές μας βεβαιότητες πλαγιοκοπούνται και τα θεμέλια της εξουσίας αρχίζουν να τρίζουν. Απογυμνωμένα από μεταφυσικά ή οντολογικά ερείσματα, τα πρόσωπα της Νένης Ευθυμιάδη συμπράττουν ερήμην τους στη διακωμώδηση του σύγχρονου κόσμου. Οι αγωνίες, οι φόβοι και οι φοβίες μας, οι μηχανισμοί καταστολής και η υψηλή τους αποστολή, η αναζήτηση της αλήθειας, η αλήθεια αυτή καθεαυτή, λαθραία υποσκάπτονται και τελικά διασύρονται αφήνοντας στον υποψιασμένο αναγνώστη ένα χαμόγελο συνενοχής. Η σκηνή της αποκάλυψης συρρικνώνεται σε λίγες μόνο συνοπτικές φράσεις ακριβώς πριν από το τέλος αλλά το τέλος δεν συμπίπτει με την αποκάλυψη της αλήθειας που έτσι κι αλλιώς προκαλεί ακατανοησία και πλήξη. Την ύστατη στιγμή θα μπορέσει τελικά να βρεθεί μια ατραπός διαφυγής. Γιατί στο μυθιστόρημα της Νένης Ευθυμιάδη αυτό που σώζει δεν είναι η αλήθεια, αλλά η παραποίησή της. Η πλαστοπροσωπία του Αγγελου Αγγέλου οδηγεί τον Μπίλυ Μπλου στην ανακάλυψη μιας καινούργιας δικής του ταυτότητας. Η εμφάνιση του αυτόκλητου γιου του γίνεται ο μοχλός που τον ανασύρει από τον βυθό μιας χαυνωτικής παρακμής για να τον εκτοξεύσει στα καινούργια ύψη.
Με τον τρόπο αυτόν, η Νένη Ευθυμιάδη οργανώνει ένα σφιχτοδεμένο κείμενο που, πίσω από μια καλοστημένη πλοκή, διακωμωδεί χωρίς να ισοπεδώνει, ανατρέπει χωρίς να μηδενίζει, ναρκοθετώντας με μαύρο χιούμορ το πεδίο της σύγχρονης πραγματικότητας και εκείνων που (νομίζουν ότι) την εξουσιάζουν.