Showing posts with label Κριτική - κριτικοί. Show all posts
Showing posts with label Κριτική - κριτικοί. Show all posts

Sunday, July 18, 2010

Ο πιο ειλικρινής φόρος τιμής είναι το καλό γράψιμο

Τέσσερις κριτικοί μιλούν για την κριτική

  • Με αφορμή τον «Διαγωνισμό νέων κριτικών» που διοργανώνει, η εφημερίδα Γκάρντιαν ζήτησε από καθιερωμένους Βρετανούς κριτικούς να μιλήσουν για το επάγγελμά τους, ανατρέχοντας στο ξεκίνημά τους και στα συμπεράσματα που έχουν αποκομίσει από την εμπειρία τους.
  • Adrian Searle, κριτικός εικαστικών τεχνών
Ο πρώτος κριτικός τέχνης που διάβασα ήταν ο Τζον Μπέργκερ. Αν και συχνά διαφωνούσα με τις κριτικές του, το γράψιμό του ήταν πάντα ζωντανό, εγκάρδιο και προσιτό. Οι συλλογές κριτικών του είναι ακόμα απολαυστικές να τις διαβάζεις, χωρίς να έχει τόση σημασία αν συμφωνείς μαζί του ή όχι.

Αρχισα να διαβάζω καλλιτεχνικά περιοδικά στα εφηβικά μου χρόνια, όπως το Studio International και το Art and Artists. Οταν σπούδαζα στη σχολή Καλών Τεχνών, αρχές της δεκαετίας του ’70, μας τάιζαν μεγάλες δόσεις από τους γίγαντες της μεταπολεμικής αμερικανικής κριτικής -Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ και Χάρολντ Ρόζενμπεργκ- παρόλο που ήταν ήδη ξεπερασμένοι. Κατάφερα όμως να ανακαλύψω τον Ρολάν Μπαρτ. Πολλοί ξεχνάνε πόσο αστείος μπορούσε να είναι ο Μπαρτ. Το βιβλίο του «Μυθολογίες» βασιζόταν σε μια σειρά άρθρων εφημερίδων όπου ανέλυε τα πάντα, από το σχέδιο των αμαξιών Σιτροέν μέχρι τους φοβερούς πίνακες του Μπερνάρ Μπυφέ.

Τελικά δεν έχει σημασία περί τίνος γράφουν οι άνθρωποι. Εκείνο που μετράει είναι ο τρόπος που διατυπώνουν τα επιχειρήματά τους, που αιχμαλωτίζουν και ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Αν θέλεις να γράψεις, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να διαβάζεις ό,τι πέσει στα χέρια σου - μυθιστορήματα, ποίηση, θεωρία, ερωτικές επιστολές, πράγματα που έχουν γράψει τρελοί για δέσιμο ή μεγάλοι στυλίστες. Ολα είναι γράψιμο, τα περισσότερα θα σου διδάξουν κάτι.

Αρχισα να γράφω σχεδόν αμέσως μόλις τέλειωσα τη σχολή Καλών Τεχνών, σ’ ένα μικρό περιοδικό που λεγόταν Artscribe. Ο πιο ταλαντούχος συντάκτης εκεί ήταν ο Στούαρτ Μόργκαν. Ηταν ένας ευφυέστατος, χωρατατζής Ουαλλός που πάντα έπιανε τα θέματά του από ασυνήθιστη γωνία· ποτέ δεν ήξερες πού θα καταλήξει. Είχε ανεξάντλητη περιέργεια και πέθανε νέος, στα 54 χρόνια του. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν βρίσκεις τους συγγραφείς που έχεις ανάγκη - εκείνοι έρχονται και σε βρίσκουν.
  • Peter Bradshaw, κριτικός κινηματογράφου
Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να διαβάσω κριτικές -ή και εφημερίδες γενικά- όταν ήμουν έφηβος. Στη δεκαετία του ’70 οι γονείς μου έπαιρναν την πληκτική Daily Telegraph και δεν είχα καμιά όρεξη να διαβάσω τις κριτικές περισσότερο απ’ όσο τις τιμές των μετοχών στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Στα 15 μου όμως ανακάλυψα το New Musical Express, και σ’ αυτό βρήκα το συναρπαστικό γράψιμο που τα άλλα έντυπα δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να έχουν. Θυμάμαι ότι το πρώτο πράγμα που διάβασα ήταν ένα άρθρο της Τζούλι Μπέρτσιλ για τους Sex Pistols.

Τις Κυριακές, όμως, οι γονείς μου έπαιρναν τον Oμπζέρβερ. Οπως πολλοί συνομήλικοί μου, ο πρώτος κριτικός που άρχισα να διαβάζω τακτικά ήταν ο Κλάιβ Τζέιμς στην πρωτοπόρα τηλεοπτική στήλη του. Ο Τζέιμς ήταν οξύς, ευφυής και πάντα αληθινά αστείος. Αποδείκνυε ότι η τηλεόραση επιδέχεται σοβαρή ανάλυση, αλλά τη χειριζόταν ανάλαφρα, κάνοντας τις εύστοχες παρατηρήσεις και τα καλαμπούρια του να λειτουργούν μαζί. Κατάφερνε να εφαρμόσει κριτική ευαισθησία στην ποπ κουλτούρα, αλλά και να τη χειρίζεται με χιούμορ και χωρίς συγκαταβατικότητα.

Θυμάμαι ένα υπέροχο σχόλιό του για τον αρχιτέκτονα Αλμπερτ Σπέερ και το ρόλο του στην κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας, αν και έχω ξεχάσει την εκπομπή που το προκάλεσε. Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, ανακάλυψα το βιβλίο του «Unreliable Memories» - ένα κωμικό αριστούργημα. Ηταν πηγή έμπνευσης τότε και είναι και σήμερα, γιατί έδειξε πως το καλό γράψιμο είναι το πρώτο καθήκον του κριτικού, ο πιο ειλικρινής φόρος τιμής στο θέμα του.
  • Michael Billington, κριτικός θεάτρου
Αρχισα να διαβάζω κριτικές στα εφηβικά μου χρόνια. Ακόμα με στοιχειώνει μια φράση του Χάρολντ Χόμπσον, σε ένα κείμενό του για το «Περιμένοντας τον Γκοντό» στους «Τάιμς». «Αν έχεις όλα κι όλα 15 σελίνια, πήγαινε να δεις το “Περιμένοντας τον Γκοντό”. Αν έχει 30, δες το δύο φορές».

Ο κριτικός όμως που έγινε η εμμονή μου ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Χόμπσον, ο Κένεθ Τάιναν του «Ομπζέρβερ». Αυτό που απέδειξε ήταν ότι η κριτική έχει πάνω απ’ όλα να κάνει με το να γράφεις καλά. Ο Τάιναν ήταν πρότυπο και από πολλές άλλες απόψεις. Υποστήριξε το πολιτικό θέατρο, που τότε, τη δεκαετία του ’50, αναδυόταν στις βρετανικές σκηνές. Μας δίδαξε ότι ο κριτικός είναι κάτι παραπάνω από ένας προνομιούχος παρατηρητής: μπορεί επίσης να αγωνιστεί για ένα θέατρο που ξεπερνά την ευχάριστη φυγή και αγκαλιάζει τον πλατύτερο κόσμο. Συνδυάστε ένα όραμα με ένα απολαυστικό στυλ και θα έχετε έναν τέλειο κριτικό.
  • Alexis Petridis, κριτικός ποπ μουσικής
Υπάρχουν κείμενα που θα χαρακτηρίζονταν «κείμενα βάσης» για τους μουσικούς δημοσιογράφους, βιβλία που θα έπειθαν τον καθένα ότι το να γράφεις για τη ροκ μουσική αξίζει τον κόπο. Ανάμεσά τους το «England’s Dreaming» του Τζον Σάβατζ και το «Revolution in the Head» του Ιαν Μακ Ντόναλντ, ο οποίος αναλύει κάθε νότα που έγραψαν οι Μπιτλς με σχολαστικότητα που ενίοτε φαίνεται αλλόκοτη, αλλά στέλνει κατευθείαν τον αναγνώστη να πάρει ένα αντίτυπο του «A Hard Days Night».

Τα διάβαζα όλα, αλλά εκείνο που με έκανε να θέλω να γίνω μουσικός δημοσιογράφος ήταν το Smash Hits, ένα εφηβικό ποπ περιοδικό που έκλεισε το 2006 και που το θυμόμαστε να ασχολείται με το χρώμα που είχαν οι κάλτσες των Duran Duran και των Wham! Το καταβρόχθιζα κάθε δεκαπέντε μέρες επί δέκα χρόνια και εκείνο που με συνάρπαζε ήταν η ασέβειά του. Δεν ήταν σνομπ, δεν ήταν βαριεστημένο ή αλαζονικό. Είχε όμως πλήρη επίγνωση της γελοιότητας της ποπ μηχανής, της έπαρσης και της επιτήδευσης των ποπ σταρ. Ποτέ δεν ήταν πιο ξεκάθαρο αυτό απ’ όσο τη δεκαετία του ’80 – εκείνη την παράξενη μετα-πανκ εποχή, όταν το είδος των μουσικών που αγαπούσαν τα κορίτσια δεν ήταν νεαροί σταρ τύπου «Pop Idol» αλλά απόφοιτοι σχολής Καλών Τεχνών. Το Melody Maker ανταποκρινόταν στην επιτήδευση αυτών των μουσικών σχημάτων με δικούς του υψιπετείς σχολιασμούς: έπαιρνες πολλά τσιτάτα του Γκράμσι και του Φουκό μαζί με το 45άρι σου. Το Smash Hits, όμως, τα έβρισκε όλα αυτά ξεκαρδιστικά.

Με δίδαξε ότι δεν είναι ποτέ καλή ιδέα να βάζεις τους ροκ σταρ πάνω σε βάθρο. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς τα επόμενα χρόνια και επιβεβαίωσα αυτή την αλήθεια. Το Smash Hits μ’ έκανε να καταλάβω ότι μπορείς να θεωρείς τη ροκ και ποπ μουσική συνταρακτική μορφή τέχνης αλλά γελοίους τους ανθρώπους που την κάνουν. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, έκανε το γράψιμο για τη μουσική να φαίνεται το πιο διασκεδαστικό πράγμα στον κόσμο. [Η Καθημερινή, Kυριακή, 18 Iουλίου 2010]

Saturday, March 15, 2008

Ειλικρινής υπερασπιστής της ανάγνωσης

Ο αιρετικός κριτικός Χάρολντ Μπλουμ θεωρεί ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και η λογοτεχνική κριτική ακολουθούν φθίνουσα πορεία
http://media.collegepublisher.com/media/paper932/stills/3e8cc4e5afce4-67-1.jpg

Harold Bloom Ο «Δυτικός Κανόνας». Τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών, μετ. Κατ. Ταβαρτζόγλου, εισαγωγή-επιμέλεια: Δ. Αρμάος, εκδ. Gutenberg

«Δεν πιστεύω ότι οι λογοτεχνικές σπουδές καθαυτές έχουν κάποιο μέλλον, αλλά δε σημαίνει πως η λογοτεχνική κριτική θα πάψει να υπάρχει. Η κριτική θα συνεχίσει τον δρόμο της ως κλάδος της λογοτεχνίας, ίσως όμως όχι στον χώρο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η μελέτη της δυτικής λογοτεχνίας θα συνεχιστεί και αυτή, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, ανάλογη μ’ εκείνη των σημερινών τμημάτων κλασικών σπουδών. Αυτά έγραφε ο Χάρολντ Μπλουμ στον «ελεγειακό επίλογο» του «Δυτικού κανόνα» του, το 1994 – τον οποίο διαβάζουμε σήμερα και στα ελληνικά, χάρη στην εξαιρετική έκδοσή του από τις εκδόσεις Gutenberg.

H λογοτεχνική κριτική, την οποία χαρακτηρίζει στο πρώτο κεφάλαιο «τέχνη», σε αντίθεση με την πολιτισμική κριτική που είναι, κατά τη γνώμη του, άλλη μια «θλιβερή κοινωνική επιστήμη», ακολουθεί λοιπόν κατά τον Μπλουμ φθίνουσα πορεία, μαζί με το αντικείμενό της, τη λογοτεχνία καθαυτή. Αιτία της κακοδαιμονίας τους, οι πολιτισμικές σπουδές, στο πλαίσιο των οποίων οι γίγαντες του παρελθόντος παραγκωνίζονται από την κακή λογοτεχνία, την τόσο ειλικρινή ωστόσο όπως επισημαίνει ο Οσκαρ Ουάιλντ, ή αδικούνται από κώδικες ανάγνωσης που δεν αναφέρονται στην ιδιοτυπία τους και δεν αναδεικνύουν το ανοίκειο εκείνο στοιχείο που συνιστά τη μεγαλοσύνη τους. Ετσι, ο Μπλουμ, ο επιφανής κριτικός που ξεκίνησε μαζί με τους αποδομιστές της Σχολής του Γέιλ για να τραβήξει τελικά ένα δικό του, πολύ προσωπικό δρόμο, ξεκινά πόλεμο, ή μάλλον αντάρτικο: στην ιερή αγελάδα των πολιτισμικών σπουδών αντιπαραθέτει ένα «παράνομο αισθητικό κίνημα (...) που θα περισώσει κάτι από το ρομάντζο της ανάγνωσης». Και προτείνει είκοσι έξι μεγάλους συγγραφείς που πρέπει κάποιος οπωσδήποτε να διαβάσει στη ζωή του, συν ένα παράρτημα με οδηγίες χρήσεως για την ανάγνωση των κατ’ αυτόν κλασικών του κόσμου... [συνέχεια ΕΔΩ].

[Tης Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, 16/3/2008].

Sunday, February 10, 2008

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ...

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ. [Tης Eλισάβετ Kοτζιά, Η Καθημερινή, 10/2/2008]. Η τέχνη δεν δημιουργείται εν κενώ. Αποτελεί προϊόν που παράγεται στην κοινωνία αποτυπώνοντας σχέσεις, απεικονίζοντας συνθήκες, εκφράζοντας αξίες, εκφέροντας κρίσεις, διατυπώνοντας ενστάσεις, ενσωματώνοντας ιδεολογίες, διαπαιδαγωγώντας συνειδήσεις. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όσο υφίστανται κοινωνικά αιτήματα –ο ριζικός μετασχηματισμός του καθεστώτος, ο ήπιος εκσυγχρονισμός του, η επιθυμία προάσπισης των αδυνάτων– όσο υφίσταται η βούληση για την πάταξη του κακού, η τέχνη θα εμφανίζεται πάντοτε ως δυνάμει σύμμαχος στον αγώνα για την προαγωγή του αγαθού· και όσο υπάρχει πάλη για την επανόρθωση των δεινών, θα υφίσταται επιθυμία, ευχή, αναζήτηση για τη στρατολόγηση στο πλευρό του δικαίου ενός συμμάχου τόσο ισχυρού όσο η τέχνη. Η πρόσφατη εκλογική άνοδος της Αριστεράς έφερε στο προσκήνιο το παλαιό στρατηγικό αίτημα για την καλλιέργεια αριστερής κριτικής. Πώς αντιμετωπίζουμε σήμερα αυτού του είδους την απαίτηση η οποία, στον βαθμό που γίνει αποδεκτή, αναπόδραστα νομιμοποιεί και το αίτημα για την καλλιέργεια αριστερής καλλιτεχνικής παραγωγής; [περισσότερα ΕΔΩ]
  • Απλώς συγκρατώ το ενδιαφέρον κείμενο της Ελισάβετ Κοτζιά που δίνει αφορμή για πολλές σκέψεις. Κάποια στιγμή θα επιχειρήσω να καταθέσω και τις δικές μου.

Tuesday, November 20, 2007

ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ 2007

Για τρίτη χρονιά οι αναγνώστες παίρνουν το λόγο και ψηφίζουν το αγαπημένο τους ελληνικό μυθιστόρημα. Τη Δευτέρα 12 Νοεμβρίου ξεκινάει η ψηφοφορία, διάρκειας τριών εβδομάδων, που θα αναδείξει το «Βραβείο Αναγνωστών 2007». Το «Βραβείο Αναγνωστών» είναι ένα «διαφορετικό» λογοτεχνικό βραβείο που αγαπήθηκε και καθιερώθηκε από το αναγνωστικό κοινό, το οποίο βράβευσε την Ευγενία Φακίνου το 2005 και την Ρέα Γαλανάκη το 2006, ενώ τώρα καλείται να ψηφίσει ένα από τα δέκα ελληνικά μυθιστορήματα της «short list»...
Έτσι λέει το "δελτίο τύπου" του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), εξηγώντας παρακάτω πώς ο θεσμός μεγαλώνει και ανοίγει τα φτερά του και με την υποστήριξη της ΕΡΤ και τη συνδρομή 250 βιβλιοπωλείων ανά την ελληνική επικράτεια θα γίνει πιο μαζικός κ.λπ. Εξαιρετικοί είναι οι κριτικοί που συμμετείχαν στην επιλογή της δεκάδας [
short list] των βιβλίων.
Το ερώτημά μου είναι απλό, όσο κι ένα ποτήρι κρύο νερό το καλοκαίρι: Επέλεξαν τη συγκεκριμένη δεκάδα, αφού διάβασαν ΟΛΑ τα βιβλία
που κυκλοφόρησαν από την 1η Οκτωβρίου 2006 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2007;

Κι επειδή είμαι βέβαιος ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, τρέχω να δηλώσω προκαταβολικά ότι ο θεσμός κάπου... χάνει! Δεν είναι δυνατό να κουλαντρίζουν το αναγνωστικό κοινό και να περιχαρακώνουν τα ενδιαφέροντά του σε μια short list. Αυτό δεν είναι μια επιχείρηση ποδηγέτησης του γούστου και των προτιμήσεων (στην κυριολεξία) του κοινού; Το αυτεξούσιο ξέρετε τι λέει; Εγώ θέλω, εγώ διαλέγω, εγώ αποφασίζω! Ήδη με το σύστημα που ακολουθούν, έχει καταργηθεί το αυτεξούσιο...
Αρνούμαι να συζητήσω παραπέρα για μια "χαμένη" υπόθεση! Άλλωστε, τόσα βραβεία δίνονται κάθε τόσο - από το υπουργείο Πολιτισμού, από το περιοδικό "Διαβάζω" κ.λπ.

Tuesday, November 13, 2007

"ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΗ" ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΔΑ

Μας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος Ασώματη κεφαλή, του Βασίλη Λαδά που θα πραγματοποιηθεί στις 16 Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή (ώρα 19:00), στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Πύργου.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η δημοσιογράφος Ελένη Σκάβδη-Χριστοπούλου και ο φιλόλογος Γιάννης Δεληγιάννης. Στην εκδήλωση θα παραστεί και ο συγγραφέας Βασίλης Λαδάς. Μακάρι να μπορέσω να πάω. Θα προσπαθήσω.

Αναδημοσιεύω (από την εφημερίδα Αυγή) το κριτικό σημείωμα του φίλου ποιητή και κριτικού Κώστα Γ. Παπαγεωργίου για το μυθιστόρημα Ασώματος κεφαλή (εκδόσεις Πατάκη, σελ. 217) του Βασίλη Λαδά:

Περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ένας δωδεκάχρονος από τα Προσφυγικά της Πάτρας εργάζεται σε κάποιο υποτυπώδες τσίρκο, «στημένο» στην πλατεία των Υψηλών Αλωνίων, παριστάνοντας την Ασώματη κεφαλή– με το σώμα επιδέξια κρυμμένο και με το κουρεμένο γουλί κεφάλι του στην κορυφή μιας στήλης ύψους δύο μέτρων, διασκεδάζει μικρούς και μεγάλους, απαντώντας σε ερωτήσεις τους ή προλέγοντας το μέλλον τους. Το γεγονός αυτό, σε μία εποχή που δεν απείχε πολύ από τον Εμφύλιο και «που οι Πατρινοί, όπως και όλοι οι Έλληνες, είχαν νωπές ακόμη τις ζοφερές εικόνες θερισμένων κεφαλών σύρριζα από τους ώμους», δημιούργησε προβληματισμό στην κοινωνία της πόλης, που εκφράστηκε και με επιστολές, σταλμένες και δημοσιευμένες σε τοπική συντηρητική εφημερίδα, στην πλειονότητά τους επιφυλακτικές, κατακριτικές και καταδικαστικές ενός θεάματος που, όσο κι αν, υποδορίως, γοήτευε, εξάπτοντας τη φαντασία αλλά και υποδαυλίζοντας τραυματικές μνήμες των απλών ανθρώπων, δεν έπαυε να απάδει προς τους κανόνες της κυρίαρχης υποκριτικής ηθικής και σεμνοτυφίας.

Αυτές τις επιστολές ανακαλύπτει ο αφηγητής, στα τέλη του 1999, στο Μουσείο Τύπου της πόλης, παρακινημένος από κάποιον δημοσιογράφο φίλο του, κατατρεγμένος από κατάθλιψη «για τα χρόνια που έφευγαν γρήγορα χωρίς να αναπληρώνονται», υποβάλλοντας εαυτόν σε κάτι σαν «θεραπευτική ιστοριοδιφική απασχόληση». Και αισθάνεται αμέσως κυριευμένος από μιαν ανεξήγητη περιέργεια, πολιορκημένος μάλλον από αμείλικτα ερωτήματα σχετικά με την τύχη του εξαφανισμένου από την Πάτρα δωδεκάχρονου παιδιού ή, καλύτερα, της Ασώματης κεφαλής, που τώρα –στα τέλη του 1999– θα έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από εξήντα χρονώ– γεγονός που τον οδηγεί σε μια, σεναριακής υφής, πιθανολόγηση εκδοχών της ζωής του ήρωά του. Συνδυάζοντας τα λιγοστά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του με τα ιστορικά και τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής και συνδέοντάς τα με το ιστορικό πλαίσιο του τόπου, με την ψυχοκοινωνιολογία και με τον βίαιο τρόπο που, ούτως ή άλλως, λειτουργεί η κοινωνική κάθαρση, αντιμετωπίζει το παιδί ως ήρωα ενός λαϊκού δρώμενου και φαντάζεται τη ζωή του σαν τη ζωή που θα ήθελε να είχε διανύσει ο ίδιος– έξω από συμβατικότητες και τυποποιημένες συμπεριφορές, δοτικό προς τους άλλους, "με ταξίδια, έρωτες, χαρά, ορφική μουσική και σοφία, κι ας μη διάβαζε ούτε ένα βιβλίο, αφού άλλωστε τα περισσότερα βιβλία είναι άχρηστα".

Η υπόθεση θα είχε πάψει να τον απασχολεί, αν, εντελώς συμπτωματικά και απροσδόκητα, τον Ιανουάριο του 2000, δεν μάθαινε, από κάποιον γνωστό του πατρινό διανοούμενο, στοιχεία για την πραγματική ζωή της Ασώματης κεφαλής, ανατρεπτικά της εικόνας που είχε δημιουργήσει γι’ αυτόν και, οπωσδήποτε, ενισχυτικά της πάγιας τάσης του να συσχετίζει τα καθέκαστα του παρόντος με καθοριστικά, γι' αυτό, συμβάντα του παρελθόντος. Να ψηλαφεί, με κατασταλαγμένα μέσα του τα αισθήματα της πικρίας και της ιδεολογικής ήττας, γεγονότα και καταστάσεις των μακρινών και των πρόσφατων περασμένων, αναζητώντας τα βαθύτερα αίτια των προσωπικών του και των συλλογικών διαψεύσεων. Γιατί, πώς θα μπορούσε να μην είναι ενισχυτικά της, συχνά διαβρωτικής, ενίοτε και ανατρεπτικής, κριτικής του διάθεσης απέναντι στα σύγχρονα, αποκαρδιωτικά, κοινωνικά τεκταινόμενα, τα όσα πληροφορήθηκε για τον άνδρα πια, που κάποτε υπήρξε η Ασώματη κεφαλή, έτσι που συνδέονταν άμεσα με τις σημαντικότερες και τραυματικότερες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας: Μικρασιατική Καταστροφή, προσφυγιά, Κατοχή, Εμφύλιος, ήττα της Αριστεράς, μετανάστευση, διώξεις των αριστερών, δικτατορία, μεταπολίτευση, διασάλευση των ιδεολογικών ορίων κ.λπ.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η Ασώματη κεφαλή αποτελεί έναν συνδυασμό πραγματικότητας και μυθοπλασίας, έτσι καθώς τα αφηγηματικώς δρώμενα συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και συνακόλουθες καταστάσεις που ταλάνισαν επί μακρόν κάθε ιδεολογικά ευαίσθητο και σκεπτόμενο άνθρωπο– ένα σύνθετο αφηγηματικό είδος, όπου ο θεματικός πυρήνας αποτελεί, για τον –προσωπικά εμπλεκόμενο στα γρανάζια της Ιστορίας και της ιστορίας του- αφηγητή, το έναυσμα για, κάποτε επώδυνες, βυθομετρήσεις της ιστορικής του συνείδησης και των ηθικών αντοχών του. Ακόμη, αποτελεί το έναυσμα ή, εν πάση περιπτώσει, του προσφέρει το κίνητρο να καταθέσει στοιχεία της ιδεολογικής και της ηθικής του ταυτότητας, να γίνει, εν τη ρύμη του αφηγηματικού του λόγου, εξομολογητικός, καταθέτοντας την προσωπική του πικρία για την εξέλιξη της ζωής του και των πραγμάτων γενικότερα, διαρκώς κρίνοντας και αυτοκρινόμενος, σαρκάζοντας και αυτοσαρκαζόμενος, λοιδορώντας και αυτολοιδορούμενος.

Οι παρέμβλητες, και μάλλον εκτεταμένες, εξιστορήσεις πτυχών της ζωής κάποιων δευτερευόντων προσώπων της ιστορίας, εξάλλου, όσο κι αν κάποτε δημιουργούν την αίσθηση περιθωριακών, παράπλευρων, διευρύνσεων του αφηγηματικού καμβά, κάνουν προφανέστερη την πρόθεση του αφηγητή να εκφράσει τη συμπάθειά του σε άτομα που, κάποια στιγμή της ζωής τους, εντελώς αναπάντεχα, με μία πράξη ή χειρονομία τους, διαφοροποιούνται από την ομοιόμορφη ανθρώπινη αγέλη. Έτσι αντιμετωπίζει τον γέρο ανθοπώλη, πρόσφυγα και πρώην μακρονησιώτη, ο οποίος έδωσε στα ανίψια του εντολή να τον θάψουν με πολιτική ταφή, χωρίς θρησκευτική τελετή. Έτσι αντιμετωπίζει και όλα τα θύματα του σύγχρονου «πολιτισμού» –ενός πολιτισμού «των ξανθιών και των χοντρών»– όπου κυριαρχούν αργόσχολοι ημιμαθείς, «αλληλοθαυμαζόμενοι και αλληλοσπαρασσόμενοι», «αργόσχολοι εισοδηματίες, επαγγελματίες καρναβαλιστές, ωραίοι και ωραίες». Έτσι αντιμετωπίζει τον Ανδρίκο, τον αριστούχο φοιτητή που πέθανε στα είκοσί του χρόνια από υπερβολική δόση ηρωίνης και που μπορεί να υπήρξε θύμα μιας οργανωμένης, άνωθεν κινούμενης, προσπάθειας αποπροσανατολισμού των ευαίσθητων νέων με κοινωνικά και ιδεολογικά ενδιαφέροντα. Έτσι αντιμετωπίζει ακόμα και τον τρελό των παιδικών του χρόνων, τον Δεκάρα, ο οποίος σκοτώθηκε προσπαθώντας να μαζέψει μία δεκάρα που του πέταξαν για να διασκεδάσουν, καλοπροαίρετοι κατά τα άλλα, περαστικοί και καταστηματάρχες της γειτονιάς– και, βέβαια, έτσι αντιμετωπίζει τον ήρωα της ιστορίας του, την Ασώματη κεφαλή, που η ζωή του διαμορφώθηκε και κύλησε σύμφωνα με τις επιταγές των ιστορικών και των κοινωνικών συνθηκών και συγκυριών.

Κι αυτό γιατί πιστεύει ότι σε μια εποχή που απουσιάζουν εντελώς οι μεγάλοι κοινωνικοί αγώνες, ό,τι μετράει είναι οι προσωπικές αντιστάσεις και η αντίθεση προς τις κρατούσες ιδεολογίες. Άρα τέτοιοι άνθρωποι, όπως τα πρόσωπα της ιστορίας του, ίσως ερήμην τους, «κρατούν τη φλόγα των κοινωνικών αλλαγών αναμμένη».

Monday, July 16, 2007

Από τον Τύπο (2)


Ιαν ΜακΓιούαν. Δύο νιόπαντροι ορίζουν αυτοκαταστροφικά μια παράλληλη και μοναχική πορεία... Ιαν ΜακΓιούαν, Στην ακτή, μετ. Ελένη Ηλιοπούλου, εκδ. Πατάκης. Ο Ιαν ΜακΓιούαν [Ian McEwan] ο σημαντικός Βρετανός συγγραφέας, γνωρίζει καλά πώς να μην επαναλαμβάνεται στη θεματολογία αλλά και στο ύφος, και έτσι μετά την πρόσφατη επιτυχή του εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Σάββατο», στο οποίο τον απασχόλησαν τα θέματα του πολέμου στο Ιράκ και της τρομοκρατίας, επανέρχεται με ένα «επεισόδιο δωματίου», το τελευταίο του έργο «Στην ακτή», ένα αριστοτεχνικά δοσμένο ψυχογράφημα των δύο ηρώων του, που θυμίζει τη μαεστρία του Χένρυ Τζαίημς ή του Μωπασάν. Η ματιά του συγγραφέα από το γενικό και κοινωνικό μεταβαίνει στο ατομικό, το οποίο όμως δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνία και την εποχή του... [Η Καθημερινή, Το κόστος της αδράνειας, Της Χρύσας Σπυροπούλου].
Βικτόρ Σερζ. Εγραψε έργα με υψηλή καλλιτεχνική αξία και ακόμη μεγαλύτερη ιστορική αντικειμενικότητα... Βικτόρ Σερζ, Υπόθεση Τουλάγεφ, μετ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Scripta - σελ. 521. Η«Υπόθεση Τουλάγεφ» είναι ένα κλασικό έργο με υψηλή καλλιτεχνική και κυρίως ηθική αξία και με ακόμη μεγαλύτερη ιστορική και κριτική αντικειμενικότητα. Το κατηγορώ ενός εξόριστου και κυνηγημένου Ρώσου επαναστάτη. Ο συγγραφέας Βικτόρ Σερζ από τη στιγμή της απέλασής του από τη σταλινική Σοβιετική Ενωση είχε γίνει ένας διεθνής αποδιοπομπαίος το όνομα του οποίου περιλαμβανόταν στις μαύρες λίστες τόσο του Στάλιν όσο και του Χίτλερ. Βρήκε άσυλο στο Μεξικό όπου και έγραψε την «Υπόθεση Τουλάγεφ» στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με το έργο αυτό τεκμηρίωσε με τη μορφή της μυθοπλαστικής εκ των ένδον μαρτυρίας, όσο λίγοι στην παγκόσμια γραμματεία, την κριτική του σχεδίου των δύο σταδίων που είχε εκπονήσει η Παλαιά Αριστερά από την εποχή της Α΄ Διεθνούς και στη συνέχεια. Στο πρώτο στάδιο καταλαμβάνουμε την εξουσία και στο δεύτερο μετασχηματίζουμε την κοινωνία. Εν τέλει το εγχείρημα, στο πρώτο στάδιο, οδήγησε στο αντίθετό του. Ο μετασχηματισμός επιχειρήθηκε από κοινωνικούς μεταρρυθμιστές οι οποίοι, με την πεποίθηση ότι έχουν την ιστορία με το μέρος τους, υπήρξαν πρόθυμοι να ξεκάνουν την ανθρωπότητα μέσα από τη μεγάλη τους επιθυμία να τη βελτιώσουν... [Η Καθημερινή, Β. Σερζ: μεταξύ συγγραφέα και χρονικογράφου, Του Θαναση Βασιλειου].
Δημήτρης Γκιώνης
.
Σχολιάζοντας με κέφι ποικίλες όψεις της ελληνικής καθημερινότητας... Δημήτρης Γκιώνης, Χωρίς προστάτη. «Καστανιώτης». Σελ. 121, ευρώ 10,40. Ενας οδοντίατρος ο οποίος έχει περάσει τα εξήντα μπαίνει στο νοσοκομείο για εγχείρηση προστάτη και, ενώ θέλει να εκμεταλλευτεί, τρόπον τινά, την ευκαιρία για να χαλαρώσει από τις επαγγελματικές του απασχολήσεις και να αφιερωθεί στη λατρεμένη του συνήθεια, που δεν είναι άλλη από το διάβασμα (τού έχουν στο μεταξύ εγγυηθεί ότι η υγεία του δεν θα διατρέξει τον παραμικρό κίνδυνο), δεν καταφέρνει να το πετύχει ούτε στιγμή. Γιατί; Μα, εξαιτίας του ότι συγγενείς, γνωστοί και φίλοι σπεύδουν να τον επισκεφθούν και να τον ζαλίσουν ποικιλοτρόπως, χωρίς διόλου να λάβουν υπόψη τις απανωτές εκκλήσεις του για λιγότερη προθυμία συμπαράστσης. Είναι όλοι εκεί: η γυναίκα και η κόρη του, η γιαγιά του νεαρού συγκατοίκου του στο δωμάτιο, οι φίλοι και οι συνάδελφοι, δύο κοντοχωριανοί από το εξωτερικό, ένας παπάς αλλά και ένας καθηγητής πανεπιστημίου. Και ο ήρωάς μας είναι υποχρεωμένος να τους ακούσει άπαντες καταλεπτώς και να υπομείνει προσεκτικά κάθε τους ζόρι, μια και όπως πολύ καλά ξέρουμε οι υγιείς, καθώς και εκείνοι που νομίζουν ότι είναι υγιείς, νιώθουν πάντα μια τεράστια ανακούφιση με τον πόνο του άλλου -πόνος ο οποίος όχι μόνο τους επιβεβαιώνει πόσο φτηνά την έχουν γλιτώσει οι ίδιοι, αλλά και αναπτερώνει τα μάλα το εγώ τους, αφήνοντάς το να εκδηλωθεί απερίσπαστα και με ρυθμούς οπλοπολυβόλου... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Σάτιρα από το κρεβάτι του πόνου, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου].

Ρουθ Ρέντελ. Το έγκλημα ως κοινωνική ασθένεια. Ρουθ Ρέντελ, Το ροτβάιλερ. Μτφρ.: Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος. «Μεταίχμιο». Σελ. 483, ευρώ 19. Η πολυγραφότατη Ρουθ Ρέντελ διαφέρει από τους ομοτέχνους της συγγραφείς μυθιστορημάτων αγωνίας, καθώς δεν εστιάζεται στον εντοπισμό του ενόχου αλλά προέχει η ενδελεχής απεικόνιση της εγκληματικής προσωπικότητας, των κινήτρων και των αποκλίσεών της από τη νόρμα, για τις οποίες συνήθως ευθύνονται το περιβάλλον και οι κοινωνικές ανισότητες... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Η δολοφονική «λίμπιντο», Αργυρώ Μαντόγλου].
Δοκί
μιο. Μια εξομολογητική περιδιάβαση στα παρασκήνια της ποιητικής δημιουργίας. Χάρης Βλαβιανός, Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή. «Πόλις», Σελ. 256. Αμφίθυμο το ερώτημα του τίτλου, παλινδρομεί ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απαισιοδοξία. Αισιοδοξία διότι η θέση και μόνο του ερωτήματος φανερώνει τη σκοπιμότητα μιας συζήτησης, προϋποθέτει συνεπώς το ανάλογο ενδιαφέρον γύρω από το θέμα που ανοίγει. Απαισιοδοξία διότι αν αυτό το ενδιαφέρον ήταν αυτονόητο και εύκολα ανιχνεύσιμο δεν θα χρειαζόταν να τεθεί το ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση η διατύπωση του ερωτήματος δεν μας επιτρέπει παρά να εκλάβουμε ειρωνικά την απόφανση του υπότιτλου περί τέχνης περιττής, πολλώ μάλλον όταν εκφέρεται από έναν ποιητή με ευδόκιμη λογοτεχνική πορεία. Ο Χάρης Βλαβιανός στην παρούσα συναγωγή δοκιμίων και αφορισμών προτίθεται πρόδηλα να υπερασπιστεί την τέχνη του, με την ίδια θέρμη που την προασπίζεται επί εικοσιπενταετία σχεδόν στους στίχους του... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Πεζοπορίες στο ποιητικό τοπίο, Λίνα Πανταλέων].

Βιογραφία. Η ιστορία ενός θρυλικού ζευγαριού. ΧΕΪΖΕΛ ΡΟΟΥΛΙ, Simone de Beauvoir & Jean-Paul Sartr, tet a tet. Μτφρ.: Ελίκη Βαρβάκη. «Μεταίχμιο», σελ. 407, ευρώ 20. «Ο Σαρτρ πίστευε πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με την ιδιοκτησία. Για εκείνον η αγάπη γινόταν πιο γενναιόδωρη όταν αγαπούσες την ελευθερία του άλλου. Οταν η Μποβουάρ μίλησε για το αγκάθι της ζήλιας, ο Σαρτρ της είπε ότι, εάν έλεγαν τα πάντα ο ένας στον άλλο, δεν θα αισθάνονταν ποτέ αποκλεισμένοι από τη ζωή του άλλου. Δεν έπρεπε να έχουν μυστικά μεταξύ τους. Στις περιπέτειές τους, τις αμφιβολίες, τις ανασφάλειες και τις εμμονές τους έπρεπε να έχουν ως κύριο μέλημά τους την απόλυτη ειλικρίνεια. Το ονόμασε "διαφάνεια"»... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Μια δημιουργική σχέση, Τάσος Γουδέλης].

Ρώμος Φιλύρας. Η λογική και ο παραλογισμός της αυτοβιογραφίας. Ρώμος Φιλύρας, Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον, και άλλα αυτοβιογραφικά. Φιλολογική επιμέλεια, πρόλογος, επιλεγόμενα: Γιάννης Παπακώστας. «Καστανιώτης», αελ. 190, ευρώ 14,6. Η ιστορία αρχίζει από τη στιγμή που ένας ποιητής αποφασίζει να εκφραστεί με την πεζογραφία, δηλαδή από τη στιγμή που η πίεση των πραγμάτων δεν του αφήνει τα περιθώρια μιας φιλάρεσκης ρητορικής και τον αναγκάζει να αποδώσει το λυρικό εγώ με εικόνες που αισθητικά και νοηματικά δεν (αυτο)προβάλλονται ως ποιητικές, και γι' αυτό χρειάζεται να διεκδικήσουν τη λογοτεχνικότητά τους με τρόπους που ταιριάζουν περισσότερο στα ίδια τα πράγματα παρά στη ρητορική τους. Μια τέτοια εκφραστική μετακίνηση δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη, και γι' αυτό δεν θα μπορούσε από μόνη της να συστήσει μια ιστορία αν δεν συνοδευόταν από μια παράλληλη μετακίνηση από την «ορθοφροσύνη» προς την «παραφροσύνη»: ο ποιητής της δικής μας ιστορίας είναι ο Ρώμος Φιλύρας, τα τρία πεζά του είναι «Ο θεατρίνος της ζωής» (1916), «Η παράδοξη αυτοβιογραφία του ποιητού Ρώμου Φιλλύρα» (1927), «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον» (1929), και το νήμα που τα ενώνει ξεκινά από την αναλογική -μέσω της μυθοπλαστικής απόδοσης ενός μυθιστορηματικού χαρακτήρα, του Γαλαζή- αυθιστόρηση, περνά στην υπονομευμένη -μέσω της προβολής της σκηνοθεσίας της- αυτοβιογραφία και καταλήγει στα θραύσματα μιας αυτοβιογραφίας που μιλά για τον εαυτό και τη ζωή του απερίφραστα πλέον -μια και ο εαυτός βρίσκεται περιορισμένος μέσα σε έναν συμβολικό μικρόκοσμο, είναι εκτοπισμένος στην αποικία των παραφρόνων, έγκλειστος μέσα σε έναν χώρο (φρενοκομείο) όπου το μόνο νόημα όπου θα μπορούσε να διεκδικήσει είναι το κυριολεκτικό: γιατί οι μεταφορές είναι το παιχνίδι των λογικών με την τρέλα, ενώ η κυριολεξία είναι η απελπισμένη αξίωση των παραφρόνων... [Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, Μεταξύ Πειραιώς και Δρομοκαΐτειου, Βαγγέλης Αθανασόπουλος].