Showing posts with label Χουζούρη Ελενα. Show all posts
Showing posts with label Χουζούρη Ελενα. Show all posts

Friday, May 14, 2010

Ο γιατρός από την Τασκένδη


  • Ελενα Χουζούρη, Πατρίδα από βαμβάκι, εκδόσεις Κέδρος, σ. 376, ευρώ 17

Μέχρι και τη δεκαετία του '90 έρχονταν από την Τασκένδη πολιτικοί πρόσφυγες, ενώ τα τελευταία χρόνια, αντ' αυτών, άρχισαν να έρχονται τα πεζά νεότερων συγγραφέων. Οι νέοι μυθιστορηματικοί ήρωες στοιχίζονται δίπλα στους παλαιότερους, που είχαν πλαστεί μέσα από προσωπικές εμπειρίες. Ενας από τους πρώτους της καινούριας πεζογραφικής σοδειάς είναι ο χωρατατζής θείος στα διηγήματα του Χρήστου Χαρτοματσίδη και ένας από τους πρόσφατους, ο ηλικιωμένος αντάρτης στο μυθιστόρημα του Γιώργου Πρασσά. Οκτώβριο 2009 προστέθηκαν δύο ακόμη ήρωες: ο Καστρινός στο μυθιστόρημα «Η οδύσσεια των διδύμων» του Αλέξη Πάρνη και ο Στέργιος Χ. στο δεύτερο μυθιστόρημα της Ελενας Χουζούρη. Ο πρώτος εντάσσεται στους παλαιότερους, αφού πλάστηκε ως alter ego του συγγραφέα, που υπήρξε πολιτικός πρόσφυγας στην κάποτε ΕΣΣΔ, από το 1949 μέχρι το 1962. Ο δεύτερος ανήκει στους νέους κι ας εκμυστηρεύεται η συγγραφέας, προς το τέλος του μυθιστορήματός της, ότι πλάστηκε με πρότυπο πρόσωπο της οικογένειάς της.

Ο Στέργιος Χ., γιος του μακεδονομάχου δημοδιδάσκαλου Δημήτρη Χ. και της Ελένης, κόρης τσιφλικά από τα Πιέρια, γεννήθηκε το 1917 στον Κολινδρό Πιερίας, έκανε το Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα, συμμετείχε στην ΕΑΜική αντίσταση και τον Μάρτιο 1947 «βγήκε» στο βουνό. Πέφτοντας ο Γράμμος, πέρασε με τον Δημοκρατικό Στρατό στην Αλβανία. Η συγγραφέας αντλεί τα βιογραφικά τού ήρωά της από το βιβλίο του Στέφανου Χουζούρη «Γιατρός σε τρεις πολέμους». Απλώνει, όμως, μυθοπλαστικά την ιστορία του, γράφοντας για τον γιατρό σε τρεις πολέμους και μια προσφυγιά. Μετά τη στάση στο Ελμπασάν και το ταξίδι από το Δυρράχιο στη Σοβιετική Ενωση, ήρθε η προσφυγιά της Τασκένδης μέχρι τον Οκτώβριο του 1967. Θα μπορούσε να γράψει και για τον γιατρό σε δύο προσφυγιές, αφού ο ήρωάς της, στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε ως πολιτικός πρόσφυγας στα Σκόπια.

Η συγγραφέας, καθώς αφηγείται την ιστορία τής οικογένειας του Στέργιου Χ., αποκαλύπτει ότι και το πρώτο μυθιστόρημά της, «Σκοτεινός Βαρδάρης», ήταν εμπνευσμένο από πρόσωπο του οικογενειακού της κύκλου. Ο μικρότερος αδελφός, εκείνος που στο μυθιστόρημα συμπληρώνει ως αξιωματικός του Κυβερνητικού Στρατού το αντιθετικό σχήμα του αδελφοκτόνου, ως αποκαλείται, Εμφυλίου, παντρεύτηκε κόρη δημοδιδάσκαλου από το Μελένικο, ο οποίος δεινοπάθησε το '16 από τους Βούλγαρους. Ετσι απαντιούνται τα ερωτήματα του πρώτου μυθιστορήματος, σχετικά με τις τύχες των ηρώων: του δημοδιδάσκαλου Στέφανου, που ήταν ερωτευμένος, το 1913, με την αρχοντοκόρη Ελένη Δούκα, της ίδιας και του βούλγαρου αξιωματικού με τον οποίο εκείνη κλέφτηκε. Το γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα προέκυψαν από οικογενειακή παρακαταθήκη, δεν μειώνει το μυθοπλαστικό εγχείρημα. Προσδιορίζει, όμως, τη στάση της συγγραφέως απέναντι στους ήρωές της. Τρυφερή και σεβαστική, με μια ισχυρή δόση ρομαντισμού, όπως συμβαίνει πάντοτε με τις παλιές ιστορίες και τα προσφιλή κειμήλια. Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχουν κακοί χαρακτήρες. Μπορεί ο εθνικόφρων Βενιαμίν της οικογένειας να μην εξαίρεται, όπως ο μεγαλύτερος του αδελφός, ο γιατρός, ούτε, όμως, αμαυρώνεται. Οσους συμβιβασμούς κάνει παρουσιάζονται σαν επιταγή επιβίωσης. Από την άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ήρωες δεν είναι πειστικοί. Θα λέγαμε το αντίθετο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πρόσωπα που η ίδια εξομολογείται ότι γνώρισε. Η μητέρα του Στέργιου Χ. και η μεγαλύτερη αδελφή του, η πανέξυπνη δημοδιδασκάλισσα Μαρίκα, είναι δύο γήινες φιγούρες, που δημιουργούν ένα στέρεο μυθοπλαστικό υπόβαθρο. Σε αντίθεση με τον μεγάλο έρωτα του γιατρού, τη ρωσίδα γιατρό, που περιβάλλεται από ειδυλλιακή αχλύ, όπως και η Ελένη του πρώτου μυθιστορήματος.

Τα δύο βιβλία παρουσιάζουν ομοιότητες, τόσο θεματικές όσο και μορφικές, παρότι η συγγραφέας, μάλλον λόγω ανασφάλειας, χαρακτηρίζει το πρώτο μυθιστορία. Υπάρχει, μάλιστα, μεταξύ τους το στοιχείο της διαδοχικότητας. Στο πρώτο, πρωταγωνιστεί η γενιά που έζησε τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς και τον Πρώτο Παγκόσμιο και, αντίστοιχα, στο πρόσφατο, η αμέσως επόμενη γενιά, που γνώρισε τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Ωστόσο, και στα δύο, η αφήγηση πολιορκεί μια ερωτική ιστορία, αιρετική και σφοδρή, κατά τον χαρακτηρισμό της συγγραφέως. Τα ιστορικά γεγονότα δεν παραβλέπονται, αντιθέτως ανασυστήνονται προσεκτικά. Ωστόσο, δεν αποτελούν το κυρίως θέμα παρά μόνον ένα δεσμευτικό για το ερωτικό σμίξιμο σκηνικό. Το ενδιαφέρον, πάντως, κερδίζει ο ιδιαίτερος τρόπος, με τον οποίο η Χουζούρη στήνει τα μυθιστορήματά της, αναμειγνύοντας μεταμοντέρνα χαρακτηριστικά με στοιχεία ρομάντζου.

Εναλλάσσοντας το πρώτο ενικό με το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και επιστρατεύοντας ένα λόγιο λεκτικό, η αφήγηση αποκτά τη χάρη των διηγήσεων παλαιότερων καιρών, που εντείνεται από τις παραμυθητικές περικοπές και τις ειρωνικές νύξεις. Η συγγραφέας εμπλέκεται αυτοπροσώπως στο μυθιστόρημα. Στο τελευταίο κεφάλαιο αφηγείται την επίσκεψή της στην Τανσκένδη και τη γνωριμία της με τη νόθα κόρη της ρωσίδας και του γιατρού, ο οποίος ποτέ δεν έμαθε την ύπαρξή της. Ενας νόθος γιος ήταν η ατυχής κατάληξη και της παράνομης ιστορίας του πρώτου μυθιστορήματος. Η συγγραφέας συνομιλεί νοερά με τον Στέργιο Χ., ενόσω εκείνος ταξιδεύει οικογενειακώς από την Τανσκένδη στη Μόσχα, με τελικό προορισμό τα Σκόπια. Ενα ταξίδι με τον σιδηρόδρομο, που διαρκεί από το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου 1967 μέχρι την 11η Οκτωβρίου. Εχει μαζί το ημερολόγιο, που κρατάει από τον Εμφύλιο. Ξαναδιαβάζει τις σύντομες σχεδόν κρυπτογραφικές σημειώσεις του και ανακαλεί όσα συνέβησαν μέχρι το 1957. Δύο άνθρωποι κυριαρχούν στις αναμνήσεις του: ο πανταχού παρών κομματικός καθοδηγητής, ο «κακός» του μυθιστορήματος, και η νεαρή αντάρτισσα από την Κρανιά της Θεσσαλίας, που βρέθηκε δεκαεξάχρονη στο βουνό και την οποία παντρεύτηκε κατόπιν κομματικής επιταγής. Η επόμενη δεκαετία δεν άφησε ίχνη στις αναμνήσεις του. Ηταν χρόνια αφοσίωσης στην οικογένεια και στο κόμμα.

Η συγγραφέας δεν πλάθει έναν ενδιάθετο λόγο, ούτε καταφεύγει σε έναν πανόπτη αφηγητή. Φαντασιώνει η ίδια τις σκηνές και τους διαλόγους, έχοντας ως οδηγό τα πιθανώς και επινοημένα τεκμήρια. Αυτά είναι το ημερολόγιο του Στέργιου Χ., οικογενειακές φωτογραφίες, επιστολές, μαρτυρίες τρίτων και ειδησεογραφικό υλικό εφημερίδων. Επιπροσθέτως, επινοεί προφητικά όνειρα και μοιραίες συμπτώσεις, ενώ καταφεύγει και στη λογοτεχνική παρακαταθήκη. Για παράδειγμα, από την ερωτική ιστορία του γιατρού και της Ρωσίδας περιγράφει μόνο μία σκηνή, όταν, για πρώτη φορά, αντίκρισε ο ένας τον άλλο στον κήπο του νοσοκομείου. Ηταν η 6η Μαρτίου 1953, η ημέρα που πέθανε ο Στάλιν, και εκείνη απήγγειλε Αχμάτοβα. Ποιήτρια η Χουζούρη, προσεγγίζει κατά τον πιο αβρό τρόπο έναν μεγάλο έρωτα, διπλώνοντάς τον σε στίχους της ρωσίδας ποιήτριας.

Οταν, όμως, αναφερόμαστε σε μυθιστορήματα από την Τασκένδη, έχουμε συνήθως κατά νου τους πολιτικούς πρόσφυγες και τη ζωή τους υπό το σοβιετικό καθεστώς και την κομματική επιτήρηση. Και βεβαίως, τα γεγονότα της Τασκένδης, τον Σεπτέμβριο του 1955. Ο Πάρνης, σε ένα από τα συνολικά δέκα μέρη του μυθιστορήματός του, με τίτλο «Η φωτιά και η στάχτη», περιγράφει εκτενώς, από τη δική του οπτική γωνία, όσα συνέβησαν. Η Χουζούρη δίνει μια ιμπρεσιονιστική και σύντομη περιγραφή για τις συμπλοκές μεταξύ των συντρόφων, χωρίς να λησμονεί και το κομμένο, από συντροφικούς οδόντες, αυτί. Ενώ, αντιθέτως, απλώνει σε ένα κεφάλαιο τη συνειδησιακή αναστάτωση του γιατρού μέχρι να κατασταλάξει σε ποια από τις δύο συγκρουόμενες πλευρές εκείνος θα ενταχθεί. Και αυτό ακριβώς δείχνει ότι στόχος της δεν είναι να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά να προσεγγίσει τις νοοτροπίες της εποχής. Εκείνο, μάλιστα, που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο εσώκοσμος του κεντρικού ήρωα, δηλαδή οι σκέψεις και οι κλυδωνισμοί του απέναντι στα ιστορικο-ιδεολογικά διλήμματα μιας θερμής εποχής. Γι' αυτό και στηρίζεται σε μαρτυρίες, όπως η επιστολή του πατρός Χουζούρη προς τον γιο του, όταν μαθαίνει ότι συμμετέχει στις φοιτητικές απεργίες του 1936 ή και η αφήγηση του γιου, το 1943, γιατρού πλέον, για το πώς αντιλαμβάνεται το λειτούργημά του. Κι όταν οι μαρτυρίες δεν επαρκούν, ενθέτει αποσπάσματα από μυθιστορήματα. Κάποτε και αστοχώντας, όταν δανείζεται από ξένους προς τον δικό της μυθιστορηματικούς κόσμους, όπως η περίπτωση του Αγγελου Τερζάκη. Αυτές, όμως, είναι οι αναμενόμενες μικροαβαρίες των μεταμοντέρνων συνθέσεων.

Sunday, December 6, 2009

Πολιτικοί πρόσφυγες

  • Διακρινοντας
  • Tης Ελισαβετ Kοτζια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 06/12/2009

Ενας πολιτικός πρόσφυγας αναχωρεί με την οικογένειά του, τον Οκτώβριο του 1967, σιδηροδρομικώς από την Τασκένδη προς τη Δύση. Επαναλαμβάνει με αντίθετο προσανατολισμό το ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει το 1949, όταν ηττημένος παρτιζάνος είχε αναγκαστεί μαζί με χιλιάδες άλλους συμπολεμιστές του να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να καταφύγει στις χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ. Τι μεσολάβησε στα δεκαοκτώ χρόνια της εξορίας του στα βάθη του ασιατικού Ουζμπεκιστάν και πού ακριβώς επιστρέφει, δεδομένου ότι το 1967 ο επαναπατρισμός είναι αδύνατος εξ αιτίας του ελληνικού χουντικού πραξικοπήματος των συνταγματαρχών; Με αυτά τα δεδομένα ξεκινά το «Πατρίδα από βαμβάκι» (Κέδρος, σελ. 372), ένα θαρραλέο, απολαυστικό μυθιστόρημα, το οποίο καταπιάνεται να αναπλάσει όσα μεγάλοι Ελληνες μυθιστοριογράφοι, όπως η Μέλπω Αξιώτη ή ο Δημήτρης Χατζής που έζησαν για πολλές δεκαετίες στην Ανατολική Ευρώπη, δεν τόλμησαν να θίξουν ποτέ. Η συγγραφέας του Ελενα Χουζούρη είναι μια δημιουργός με θητεία στην ποίηση, η οποία σε ώριμη ηλικία στράφηκε, και αυτή, στην πεζογραφία, για να δώσει πριν από πέντε χρόνια το ενδιαφέρον μυθιστόρημα «Σκοτεινός Βαρδάρης». Αδολος ρομαντικός επαναστάτης κι ευπειθής κομμουνιστής, ο σημερινός ήρωάς της θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καινούργια του σοσιαλιστική πατρίδα· θα τακτοποιήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις υποδείξεις του κόμματος· θα αποτελέσει ως καλοπροαίρετος και αισιόδοξος επιστήμονας μια φυσιογνωμία με κύρος και επιβολή. Ποιες αλλαγές συντελούνται ωστόσο μέσα του, οι οποίες τον ωθούν να εγκατασταθεί το 1967 στα Σκόπια, εγκαταλείποντας την υιοθετημένη του πατρίδα με σκοπό να πλησιάσει και πάλι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο πλευρό της πραγματικής;

Η Ελενα Χουζούρη γράφει για τον ελληνικό Εμφύλιο, για το ακατανόητο φαινόμενο της απόλυτης επιβολής που άσκησε σε δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικούς ο μεγάλος Πατερούλης παράλληλα προς τις συνθήκες τρομοκρατίας που επέβαλε στην καθημερινή τους ζωή. Κι ακόμα θίγει το σχετικώς αποσιωπημένο δράμα των αιματοβαμμένων συγκρούσεων, που έλαβαν χώρα ανάμεσα στους Ελληνες πρόσφυγες της Τασκένδης στη διάρκεια των κομματικών εκκαθαρίσεων του ’50. Η βασική τεχνική που της επιτρέπει να χειριστεί με μυθιστορηματική επιτυχία τόσο ακανθώδη ζητήματα είναι ότι χρησιμοποιεί κατά κόρον τις πλάγιες σκοπεύσεις της υποβολής. Η αφήγησή της δεν είναι ευθέως αναπαραστατική, δεν αποσκοπεί στο να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως παρακολουθούμε ένα κομμάτι αληθινής ζωής. Η συγγραφέας κατασκευάζει αντιθέτως ένα τεχνητό σκηνικό, χρησιμοποιώντας μια σειρά φανταστικών και αληθινών ανθρώπων (ανάμεσα στους οποίους οι Λισένκο, Σολτζενίτζιν και Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν) και ένα πλήθος πραγματικών και επινοημένων ντοκουμέντων (φωτογραφιών, σημειωματαρίων, μαρτυριών, επιστολών). Και κάνοντας ποικίλες υποθέσεις αρχίζει να φαντάζεται πώς τα γεγονότα θα ήταν δυνατόν να έχουν εξελιχτεί – με τριτοπρόσωπες εξιστορήσεις, με το άνοιγμα φανταστικών διαλόγων, με πρωτοπρόσωπους σχολιασμούς. Δεν παραλείπει επομένως να μας τονίζει πόσο συμβατική είναι κάθε αφήγηση, εμπλέκοντάς μας σε μια εξαιρετικά ενεργητική αναγνωστική συμμετοχή. Τοποθετώντας μας στην καρδιά του υλικού της, επιτυγχάνει έτσι ένταση και σασπένς. Τι θα γίνει παρακάτω; Πώς αντιδρούν οι ήρωές της όταν η μικροσκοπική κλίμακα του προσωπικού και του ιδιωτικού διασταυρώνεται με τους σαρωτικούς διασκελισμούς του ιστορικού, του κοινωνικού και του πολιτικού;

Η υφέρπουσα ειρωνεία που διακρίνει το λόγο της Χουζούρη αποτελεί σταθερό υπόστρωμα στην ιστορία της. Ενας τόνος επισημότητας την περιβάλλει καθώς κάθε τόσο αναφέρονται με έμφαση τόποι και χρονολογίες, κι ακόμα υιοθετείται η ρητορεία της κομμουνιστικής προπαγάνδας, όταν την ίδια στιγμή γνωρίζουμε πόσο αβέβαια ή κίβδηλα υπήρξαν όλα αυτά. Ο επιβλητικότατος άλλωστε ήρωάς της, όπως με πολλή τρυφερότητα και χιούμορ αποκαλύπτεται, δεν υπήρξε παρά ένα κοντό ανθρωπάκι με φουντωτά ξανθά μαλλιά. Διαπλέκοντας επιπλέον τη μυθολογία, την ιστορία, τη γεωγραφία και τον πολιτισμό, φέρνοντας στο προσκήνιο τον Μεγάλο Αλέξανδρο, τον Ταμερλάνο, την Αννα Αχμάτοβα και τον Κρίστοφερ Μάρλοου, συνδυάζοντας τις ασιατικές στέπες με τον χιονισμένο Γράμμο, τον Στάλιν με τον Φαρούκ, το μυθιστόρημα δημιουργεί μια ισχυρή ποιητική αίσθηση. Οι φωνές γίνονται εικόνες, οι εικόνες μεταμορφώνονται σε λόγια, τα λόγια μεταπίπτουν σε τόπους, οι τόποι μεταστρέφονται σε χρόνο. Κι απ’ το μυθιστόρημα μένουν αξέχαστα η δραματική μέσα στα ελληνικά συμφραζόμενα έκφραση «η βαλίτσα παρά πόδα», το σπαρακτικό χωρίς παραλήπτη γράμμα μιας μάνας και τα απέραντα χιονισμένα τοπία των ασιατικών βαμβακοκαλλιεργειών.