Showing posts with label Ξανθούλης Γιάννης. Show all posts
Showing posts with label Ξανθούλης Γιάννης. Show all posts

Sunday, January 30, 2011

Πελαγία επί Κολωνώ

  • ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
  • Μέσα από την ιστορία μιας μεσόκοπης και ανάπηρης- στο σώμα και στην ψυχή- γυναίκας που μένει και γερνά μόνη στο κέντρο της σημερινής Αθήνας ο Γιάννης Ξανθούλης δίνει με οργή και χιούμορ το πανόραμα μιας γκροτέσκας μικροαστικής κοινωνίας
Η «δεσποινίς» Πελαγία είναι μια μεσόκοπη γυναίκα που μένει και γερνά μόνη στον Κολωνό και στις πέριξ του Σταθμού Λαρίσης γειτονιές της σημερινής Αθήνας. Κουτσαίνει στο σώμα αλλά πρωτίστως στην ψυχή. Το ένα της πόδι, από γεννησιμιού της, είναι πιο κοντό απ΄ το άλλο. Η συναισθηματική της «αναπηρία», ωστόσο, είναι το οδυνηρό μυθοπλαστικό κέντρο γύρω από το οποίο ο Γιάννης Ξανθούλης οργανώνει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας από την Αλεξανδρούπολη χαρίζει στους αναγνώστες του μια πολύ ενδιαφέρουσα και αντιφατική ηρωίδα.

Η Πελαγία είναι το «ντόπερμαν» της «Βηθλεέμ». Εργάζεται για πολλά χρόνια, ως ανώτατη και απαραίτητη υπάλληλος, σε μια μικρή βιοτεχνία που κατασκευάζει χριστουγεννιάτικα είδη διακόσμησης, μια επιχείρηση που φυτοζωεί στα χέρια του Βασίλη Δαδή. Η Πελαγία ανέχεται τη δουλειά και το αφεντικό της, ένα κράμα νεοελληνικής κουτοπονηριάς και γκρίνιας, όπως ακριβώς υπομένει την ίδια της τη ζωή που μοιάζει τελματωμένη. Μένει ολομόναχη στο πατρικό της σπίτι (οι γονείς πρόσφυγες από τη μακρινή Καππαδοκία) και αντιμετωπίζει τις υπαρξιακές της ανησυχίες, της ωριμότητας και της μοναξιάς, έχοντας δημιουργήσει ένα προστατευτικό πλέγμα που ονομάζει «παρηγορητικό ενεστώτα». Πρόκειται για ένα σταθερό σημείο μέσα στη βαρύθυμη καθημερινότητά της από το οποίο κάνει τις μικρές και πικρές διαπιστώσεις του βίου της, δοκιμάζει τη μνήμη και μετρά τα απωθημένα της.

  • Το κοκαλάκι της νυχτερίδας





Η ηρωίδα του Ξανθούλη ονειρεύεται ότι κατοικεί σε πίνακες του Σαγκάλ.Στη φωτογραφία,το έργο «Μaternit au Centaur» (1957)
Τα δύο μικρότερα αδέλφια της τα μεγάλωσε σαν «ετεροθαλής μάνα», όταν οι γονείς απεδήμησαν εις τόπους χλοερούς. Αφησε πίσω τα όνειρά της να μεγαλουργήσει στα Μαθηματικά και ρίχτηκε στη βιοπάλη για να ζήσει την εναπομείνασα οικογένεια. Η ιδιότυπη «αστυνόμευση» του αίματος της επέβαλε έναν ρόλο υποστηρικτικό για τα δύο αγόρια αλλά ματαίωσε πλήθος επιθυμιών και φαντασιώσεων που έπλαθε στα νεανικά της χρόνια. Τότε περίσσευαν οι αυταπάτες, ήλπιζε ότι θα απέμενε αρκετός χρόνος ακόμη για όλα, ότι θα έρθουν κάποτε οι αλλαγές που λαχταρούσε στην γκρίζα ζωή της. Τα αδέλφια μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, μετακόμισαν προς τα βορειότερα προάστια και απομακρύνθηκαν επαρκώς από την αδελφή τους. Η Πελαγία, για να εκδικηθεί σιωπηρά την τυπικότητα που μάτωνε τη σχέση τους, εγκαθιστά μια γριά ζητιάνα με τους παπαγάλους της σε ένα μικρό καμαράκι στο πατρικό τους, ιδιοκτησία παλαιότερα του αγαπημένου τσαγκάρη θείου της. Το έκανε πιο πολύ για να ενοχλήσει και τις νύφες της, την «Γκόλντα» και τη «Λάρα», που μετονομάστηκαν έτσι από Χρυσούλα και Εριφύλη αντίστοιχα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την περιφρονητική και αηδιασμένη ματιά του Ξανθούλη απέναντι στις μικροαστικές και νεοπλουτίστικες εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Η Πελαγία πού και πού σμίγει ερωτικά στο νεκροταφείο της Καισαριανής με το «Μαμούθ», τον ογκωδέστατο αχθοφόρο της βιοτεχνίας ονόματι Παρασκευά, με τον οποίο προσπαθεί να καλύψει ετεροχρονισμένα και βίαια όσες σαρκικές απολαύσεις απώλεσε στη διάρκεια μιας ζωής στην οποία έστηνε περίπλοκες άμυνες απέναντι στον κόσμο- από τον συγκρατημένο αυτοοικτιρμό ως το αγνό μίσος. Τα πράγματα ανατρέπονται απρόβλεπτα όταν η ζητιάνα, που κρύβει ένα μυστηριώδες και μεγαλοπρεπές παρελθόν, πεθαίνει μέσα στην ακαταστασία και στη δυσωδία του παραπήγματος. Η «Πολυτίμη Δωματίου-Τσαγκάρη» (η ονομασία αποδίδεται στην αλλοπαρμένη καλόγρια-εξαδέλφη της «δεσποινίδος») αφήνει κάτω από το λιγδιασμένο στρώμα της ανεκτίμητα απομεινάρια που εντείνουν τη «συνωμοσία της τύχης» υπέρ της Πελαγίας, τη βοηθούν να κλείσει ανοιχτούς λογαριασμούς και εν τέλει τη στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη- σταθερή πλέον λογοτεχνική αναφορά του Ξανθούλη. Εκεί επιχειρεί να αναμοχλεύσει το παρελθόν της αλλά και τις ιστορίες στις οποίες εμμέσως εμπλέκεται. Ο θάνατος της γυναίκας που είχε περιμαζέψει από πείσμα περισσότερο και όχι από ανιδιοτέλεια (η «δεσποινίς», άλλωστε, φουρκιζόταν αφάνταστα από το κουτσομπολιό των πτηνών της μακαρίτισσας) δίνει στην Πελαγία το κοκαλάκι της νυχτερίδας και στην αφήγηση μια νέα αναπάντεχη (ίσως και άνιση) ώθηση- ως εκείνο το σημείο ο συγγραφέας συντηρεί το ενδιαφέρον μέσα από το προσωπικό ύφος που έχει κατακτήσει αλλά και τους ξεκαρδιστικούς χαρακτήρες που έπλασε για να αντισταθμίσει το δραματικό βάρος με το οποίο «φορτώνει» την ηρωίδα του. 


  •  Σάτιρα νεοελληνικής κοπής 
 
Ο Γιάννης Ξανθούλης ανήκει σε μια πολύ συγκεκριμένη κατηγορία συγγραφέων: είτε τον αποδέχεσαι και τον παρακολουθείς στενά (όχι πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό) είτε τον εγκαταλείπεις εκεί που αισθάνεσαι ότι έχει εξαντλήσει το αναγνωστικό σου ενδιαφέρον.Στο βιβλίο αυτό μετέρχεται με την ίδια ζέση το γνώριμο λογοτεχνικό ιδίωμα με το οποίο τον ακολουθούν και νιώθουν οικεία οι αναγνώστες του.Είναι ένα είδος ξεχωριστής σάτιρας,πλασμένης σταδιακά μέσα στα χρόνια,που άλλοτε θυμίζει επιθεώρηση και άλλοτε μαύρη κωμωδία αυστηρώς νεοελληνικής κοπής.Στα βιβλία του Ξανθούλη μπορεί κανείς ανερυθρίαστα να είναι βουτηγμένος μέσα στα ελληνικά στραβά κι ανάποδα,να είναι ακραιφνώς «έλληνας αναγνώστης» με ιδιαίτερους κώδικες συνεννόησης,να ξεσπά σε γέλια για όσα σουρεαλιστικά συμβαίνουν και να προβληματίζεται μόνο όταν κρίνει ο ίδιος ότι πρέπει (αν πρέπει) να το κάνει- όχι κατόπιν συγγραφικής υποβολής ή κάποιας ασαφούς λογοτεχνικής αναγκαιότητας.

Η γλωσσική και υφολογική συνέπεια του συγγραφέα, ο σαρκασμός και η ειρωνεία του,συμπληρώνονται και σε αυτό το βιβλίο από την ανανέωση του πραγματολογικού υλικού που στα βιβλία του αναμειγνύεται με γνώριμα μοτίβα που αφορούν τη μνήμη και (εσχάτως) τη μοναξιά.Εντοπίζει κανείς μέσα από το γκροτέσκο βλέμμα του Ξανθούλη, αδρά ή υπαινικτικά,όλες τις μεταλλάξεις που βιώνει η πρωτεύουσα (και η κοινωνία εν γένει) αλλά και τα ελληνικά ήθη γενικότερα.Η δεσποινίς Πελαγία,ωστόσο,είναι μια ηρωίδα καμωμένη από νεύρο και ανησυχία,από οργή και ένα πρόταγμα: μπορεί να μην ευτυχήσεις ποτέ,προσπάθησε τουλάχιστον να δυστυχήσεις αξιοπρεπώς. 


Sunday, May 9, 2010

Ομοιοκατάληκτος «άγγελος προβοκάτορας»


  • Γιάννης Ξανθούλης
  • Η εκδίκηση της Σιλάνας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 248, ευρώ 17,50

Επηρεασμένος βαθιά από τον Πιραντέλο και τα «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», ο γνωστός (για το χιούμορ του) και μη εξαιρετέος (για την καυστική του σάτιρα) Γιάννης Ξανθούλης επινοεί ένα σουρεαλιστικό πρόσωπο μιας ομοιοκατάληκτης ποιήτριας που έχει καβατζάρει προ πολλού τα εκατό, και στήνει διάλογο μαζί της για την ξεχασμένη, περιπετειώδη κι αρρωστιάρικη εφηβεία του, στη Θράκη της δεκαετίας του '60. Παγανιστική γιορτή των αισθήσεων είναι αυτό το κείμενο με το ολοφάνερο χιούμορ, τον υποδόριο αυτοσαρκασμό και την καλώς καμουφλαρισμένη μελοδραματικότητά του. Η προφορικότητα υπερτερεί της λογοτεχνικότητας. Η ορθώς εννοούμενη ελληνικότητα (μακριά από εθνικιστικά σύνδρομα) λάμπει, χάρη στην κυριαρχία του Ερωτα, της πάνδημης Αφροδίτης, και χάρη στην παντοκρατορία των σωματικών απολαύσεων, πέρα από ενοχές και προπατορικά αμαρτήματα. Ελαφρώς βέβηλοι διάλογοι (σ. 223), ανερυθρίαστες περιγραφές τών πρώτων εφηβικών φουσκοδεντριών (και όχι μόνο), ανενδοίαστες νύξεις στην αντικομμουνιστική υστερία των πρώτων δεκαετιών μετά τον σπαρακτικό εμφύλιο πόλεμο, που γέμισε τη χώρα μας με περισσότερα πτώματα από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους που προηγήθηκαν, αλλά και ο βιτριολικός αντικομφορμισμός ενός εφήβου, εγκλωβισμένου στην ελληνική επαρχία, που ονειρεύεται την ελευθερία (και -γιατί όχι;- την ελευθεριότητα) της Αθήνας, την οποία τελικά επισκέπτεται μέσω του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλεύεται ως ...νεφροπαθής (!). Τελικά σώζεται, χάρη στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο, που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία το 1961/62 από τον θίασο Μυράτ-Ζουμπουλάκη, με την εκπληκτική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Τρία τραγούδια που έγραψε γι' αυτή την ιστορική παράσταση ξέφυγαν από τα όρια της θεατρικής πράξης κι έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο χάρη στην «υγρή» φωνή τής ανεπανάληπτης Ζωής Φυτούση: το «Μαντολίνο», η «Πέτρα» και ο «Ταχυδρόμος». Ο νεαρός ασθενής έχει ένα κίνητρο για να επιβιώσει και να γίνει καλά: να δει αυτή την παράσταση. Και τα καταφέρνει.

Συγκεκαλυμμένα αυτοβιογραφικό αυτό το κείμενο, με τις πολλές αντιστροφές και τις «παραλλαγές» (στρατιωτικού τύπου), που μπορεί να διακρίνει «κάτω από τις γραμμές» ο επαρκής αναγνώστης, είναι ένα από τα πιο ευανάγνωστα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί για τις ψυχοσωματικές μεταλλάξεις ενός εφήβου στην ελληνική μετεμφυλιακή επαρχία. Ο Γιάννης Ξανθούλης, ύστερα από μια μακρά θητεία στο θεάτρο, στον κινηματογράφο, και στη δημοσιογραφία, γνωρίζει πλέον καλώς πώς ν' απευθύνεται στον αναγνώστη του και να τον κερδίζει αμέσως, χωρίς συμπλέγματα διανοουμενισμού και βαρύγδουπης, ακατανόητης «λογοτεχνικότητας». Το μεγαλύτερο επίτευγμά του σε αυτό το ολισθηρά εξομολογητικό κι αυτοψυχαναλυτικό πόνημα είναι ότι δεν πέφτει ούτε μία στιγμή στην παγίδα της νοσταλγικότητας του «γλυκού πουλιού της νιότης», ενώ αποφεύγει αποτελεσματικότατα τους μελοδραματισμούς κάθε είδους. Ακόμα και το γεγονός ότι «φαλλολογεί» (ας μου επιτραπεί αυτός ο νεολογισμός) κάθε τρεις και λίγο, με μια μετα-φροϋδική εμμονή που θα μπορούσε να εκτρέψει το κείμενο προς την ελαφρά πορνογραφία, περνάει σχεδόν απαρατήρητο, χάρη στην απολύτως προσωπική (σουρεαλιστική) χιουμοριστική τεχνική τού συγγραφέα, που βουτάει με προσοχή την πένα του στο ανόσιο και στο ανίερο. Κι αν αποφεύγει τους «τα φαιά φορούντες» και την μήνιν τους, είναι γιατί μιλάει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, που μόνο στα παιδιά, στους τρελούς, στους μεθυσμένους και στους ποιητές επιτρέπεται. Η ποίηση φαίνεται ότι είναι το απωθημένο και το desideratum του επιτυχημένου πεζογράφου. Και δεν είναι ο μόνος από τους ζώντες έλληνες λογοτέχνες που παραθέτει στίχους του Καβάφη, παράλληλα με τα δικά του αδέξια, ομοιοκατάληκτα εφηβικά τεχνάσματα, τα οποία αποδίδει -ευφυώς- στο φάντασμα μιας ελαφρώς (ή βαρέως - όπως το πάρετε) γραφικής γεροντοκόρης υπεραιωνόβιας στιχουργού. Αυτή η ελάχιστα πιστευτή λογοτεχνική (και ραδιοφωνική) σύμβαση δίνει τον απαραίτητο τόνο στο αφήγημα αυτό, προκειμένου να αποφευχθούν ο μελοδραματισμός και η νοσταλγικότητα κάθε είδους. Ο συγγραφέας, επηρεασμένος από την αριστοφανική παράβαση, μιλάει από καιρού εις καιρόν απευθείας στον αναγνώστη του, ενώ δεν διστάζει να ξεκαθαρίσει και παλιούς επαγγελματικούς λογαριασμούς με τη συχωρεμένη την Αλίκη, που τη χαρακτηρίζει κακοπληρώτρια (ή τσιγκούνα - αν προτιμάτε) επιχειρηματία, αλλά υπέροχη οικοδέσποινα, που δεξιωνόταν τους καλεσμένους της τόσο πλουσιοπάροχα, έτσι που τους έκανε να νιώθουν βασιλείς. Το στοιχείο της υπερβολής είναι ακόμα ένα χαρακτηριστικό του «ξανθούλειου» ύφους, που συντείνει τα μάλα στη δημιουργία του κωμικού αποτελέσματος, π.χ.: «Στο μυαλό μου είχα άλλα σχέδια. Να θωρακιστώ για το Γυμνάσιο ψυχολογικά, γιατί το ηθικό μου σερνόταν σαν ομφάλιος λώρος γαϊδούρας λεχώνας, και να στείλω στίχους μου σε διαγωνισμό του λαϊκού περιοδικού Ντομινό, το οποίο μελετούσε ενδελεχώς μια γειτόνισσα μοδίστρα, ειδικευμένη να μεταποιεί ρούχα που μας έστελναν οι συγγενείς από τη Νέα Υόρκη - συνήθως νάιλον και εξαιρετικά λαμέ. Μερικά ήταν τόσο γυαλιστερά -κι αυτά ακριβώς προτιμούσε η μαμά μου- που, όταν έβγαινε στον δρόμο φορώντας τα, οι τυφλοί αποκτούσαν το φως τους και οι μη τυφλοί το έχαναν» (σσ. 45-46). Απ' αυτό το απόσπασμα είναι πλέον σαφές ότι το ζητούμενο δεν είναι η ρεαλιστική αναπαράσταση μιας εποχής, με τις απαραίτητες δόσεις αυτοψυχαναλυτικού αφηγηματικού ναρκισσισμού, αλλά η χαρά του αναγνώστη. Κι έτσι προτείνω να διαβαστεί αυτό το καλογραμμένο μυθιστόρημα.

Sunday, April 25, 2010

Ξανθούλης - Ζήρας: σύγκρουση

Ο Γιάννης Ξανθούλης παραιτήθηκε από μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων με μια δήλωση γεμάτη αιχμές εναντίον του προέδρου της Αλέξη Ζήρα -τον φωτογράφιζε ως υπεύθυνο ακόμα και για τον μόνιμο «αποκλεισμό» του από τα βραβεία τού «Διαβάζω».

Απαντώντας του ο Αλέξης Ζήρας τονίζει τα εξής: «Πώς είναι δυνατόν να κατηγορούνται συλλήβδην όλες οι επιτροπές του "Διαβάζω", οι οποίες σημειωτέον κάθε δύο χρόνια ανανεώνονται ριζικά, ότι στέκονται εκ προοιμίου αρνητικά απέναντι σε κάθε βιβλίο του; Μήπως εγώ, ο κατά τα λεγόμενά του "μπάστακας" (και κατά τα φαινόμενα ορκισμένος εχθρός του), έχω κάποια μαγική συνταγή που μεταμορφώνει σε ευήθη όλα τα μέλη των επιτροπών ώστε να τον αγνοούν;».

Οσον αφορά δε την παραίτηση του Γ. Ξανθούλη από την Ε.Σ., ο πρόεδρός της, αφού τον κατηγορεί ότι «μπήκε σε αυτήν πλαγίως το 2002», του υπενθυμίζει το έργο της, για να καταλήξει στο αυτονόητο, ότι δηλαδή είχε κάθε δικαίωμα να παραιτηθεί.

Ο Γιάννης Ξανθούλης ανταπαντώντας στον υπαινιγμό του Αλέξη Ζήρα δήλωσε χθες: «Ποτέ δεν ανήκα κάπου (εταιρείες, κόμματα, συλλόγους, φιλαρμονικές κ.λπ., πλην της ΕΣΗΕΑ). Κι άλλο τόσο, ποτέ δεν έκανα κάτι "πλαγίως", δεν παρακάλεσα ούτε δανείστηκα "καλοσύνες". Το "πλαγίως" σαν στάση ζωής το αφήνω στη φαντασία και τη λογική του κυρίου αυτού και των ομοίων του, που αφθονούν. Νομίζω, τέλος, πως υπάρχουν μάρτυρες από τη μυθική εποχή της εισόδου μου για να πιστοποιήσουν το θέμα».

Thursday, April 22, 2010

Απάντηση Ζήρα στον Γ. Ξανθούλη


Σε δεικτικό ύφος και η απάντηση του προέδρου της Εταιρείας Συγγραφέων Αλέξη Ζήρα προς τον συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη και τους λόγους που επικαλείται για την αποχώρησή του από την εταιρεία στην επιστολή παραίτησης του. Η επιστολή του κ. Ζήρα αναφέρει: "Το να υψώσει κάποιος συγγραφέας τη φωνή του και να διαμαρτυρηθεί δημόσια για τη μη συμμετοχή του σε κατάλογο προς βράβευση βιβλίων, όπως αυτόν του περιοδικό Διαβάζω, δεν είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά.

Δυσαρέσκεια, πικρία, αγανάκτηση, όλα είναι αναμενόμενα και κατανοητά. Οι επιλογές αυτά έχουν! Από τη στιγμή όμως που η συναισθηματική φόρτιση παρεμβαίνει, όπως στην επιστολή του κ. Ξανθούλη, και επινοεί λογικοφανείς υποθέσεις, θέλοντας να τις μετατρέψει σε “αλήθειες”, το πράγμα αρχίζει και μπερδεύεται. Γιατί πώς είναι δυνατό να κατηγορούνται συλλήβδην όλες οι επιτροπές του διαβάζω, οι οποίες σημειωτέον κάθε δυο χρόνια ανανεώνονται ριζικά, ότι στέκονται εκ προοιμίου αρνητικά απέναντι σε κάθε βιβλίο του; Μήπως, εγώ ο κατά τα λεγόμενά του “μπάστακας” (και κατά τα φαινόμενα ορκισμένος εχθρός του), έχω κάποια μαγική συνταγή που μεταμορφώνει σε ευήθη όλα τα μέλη των επιτροπών ώστε να τον αγνοούν; Και μήπως, τέλος, η παντοδύναμη μαγική μου συνταγή επιβάλλει και σειρά άλλων “αποκλεισμών”, όπως του Γ. Μανιώτη, του Δ. Κούρτοβικ, της Ζ.Σαρή, του Ν.Δήμου, του Τ.Πατρίκιου, της Ε.Χουζούρη, κ.ά.;

Ως προς δε την Εταιρεία Συγγραφέων (και όχι όπως την παράλλαξε ο κ. Ξανθούλης, σε Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων!), την “Εταιρεία-Φάντασμα” στην οποία εντούτοις καταδέχθηκε το 2002 να μπει πλαγίως, τον πληροφορώ ότι αν υπάρχει ένας σύλλογος λογοτεχνών που φροντίζει διαρκώς για τα συμφέροντά τους, που κάνει παρεμβάσεις και ασχολείται με τις νομοθετικές ρυθμίσεις των επαγγελματικών, των ασφαλιστικών και των συμβατικών τους δικαιωμάτων, αυτή είναι η Εταιρεία Συγγραφέων. Από την οποία, βεβαίως, έχει κάθε δικαίωμα να παραιτηθεί. Και αν το επιπλέον πρόβλημά του είμαι εγώ, ως πρόεδρος της Εταιρείας, ε, εταιρείες και προέδρους διαθέτουμε σε ικανή ποσότητα. Ας διαλέξει, αν θέλει, κάτι άλλο... ".

* Στο μεταξύ χθες επέλεξε η Εταιρεία Συγγραφέων να δώσει στη δημοσιότητα τα νέα μέλη που εισέρχονται στην Εταιρεία μετά της εκλογές της προηγούμενης Κυριακής 18 Απριλίου. Πρόκειται για τους Πέτρο Μάρκαρη και Χρήστο Σαμουηλίδη ως επίτιμα μέλη, την Γιάννα Μπούκοβα ως αντεπιστέλλον μέλος και τους Βασίλη Καραγιάννη, Δήμητρα Κολλιάκου, Λίλα Κονομάρα, Θωμά Κοροβίνη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιάννη Παππά, Έρη Σταυροπούλου, Αγγελική Στρατηγοπούλου και Νίκη Τρουλλινού. [Η ΑΥΓΗ: 22/04/2010]


Κόντρες για την απουσία

Απάντηση έστειλε στον Τύπο ο Αλέξης Ζήρας, µετά την ανοιχτή επιστολή - που δηµοσιεύτηκε χθες - του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη ο οποίος διαµαρτυρήθηκε έντονα για το γεγονός ότι δεν συµπεριελήφθη το βιβλίο του στις «βραχείες λίστες» υποψηφιοτήτων των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» και ταυτόχρονα δήλωσε την παραίτησή του από την Εταιρεία Συγγραφέων. Ο Αλέξης Ζήρας, πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων και της κριτικής επιτροπής των συγκεκριµένων βραβείων, γράφει µεταξύ άλλων: «Δυσαρέσκεια, πικρία, αγανάκτηση, όλα είναι αναµενόµενα και κατανοητά. Οι επιλογές αυτά έχουν! Πώς είναι όµως δυνατό να κατηγορούνται συλλήβδην όλες οι επιτροπές του «Διαβάζω», οι οποίες σηµειωτέον κάθε δυο χρόνια ανανεώνονται ριζικά, ότι στέκονται εκ προοιµίου αρνητικά απέναντι σε κάθε βιβλίο του; Μήπως, εγώ ο κατά τα λεγόµενά του “µπάστακας” (και κατά τα φαινόµενα ορκισµένος εχθρός του), έχω κάποια µαγική συνταγή που µεταµορφώνει σε ευήθη όλα τα µέλη των επιτροπών ώστε να τον αγνοούν; Ως προς δε την Εταιρεία Συγγραφέων, την “Εταιρεία-Φάντασµα” στην οποία εντούτοις καταδέχθηκε το 2002 να µπει πλαγίως, τον πληροφορώ ότι αν υπάρχει ένας σύλλογος λογοτεχνών που φροντίζει διαρκώς για τα συµφέροντά τους, που κάνει παρεµβάσεις και ασχολείται µε τις νοµοθετικές ρυθµίσεις των επαγγελµατικών, των ασφαλιστικών και των συµβατικών τους δικαιωµάτων, αυτή είναι η Εταιρεία Συγγραφέων. Αν το επιπλέον πρόβληµά του είµαι εγώ ως πρόεδρος της Εταιρείας, ε, εταιρείες και προέδρους διαθέτουµε σε ικανή ποσότητα. Ας διαλέξει, αν θέλει, κάτι άλλο...». [Χ., ΤΑ ΝΕΑ, 22/04/2010]


Tuesday, April 20, 2010

«Δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου». Έντονη διαμαρτυρία του συγγραφέα Γ.Ξανθούλη για τις υποψηφιότητες του «Διαβάζω»




Ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης

Έντονη διαφωνία για τις υποψηφιότητες των λογοτεχνικών βραβείων που ανακοίνωσε τη Δευτέρα το περιοδικό «Διαβάζω» εξέφρασε ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι συστηματικά αδικείται «από το συνάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν»।

Με επιστολή του δηλώνει ότι παραιτείται από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, την οποία αποκαλεί «εταιρεία-φάντασμα», ενώ προσθέτει ότι δεν έχει τίποτα με τους συναδέλφους του, τους οποίους τιμά απεριόριστα.

Στην επιστολή αναφέρει:

«Αγαπητοί φίλοι, βλέποντας τη 'βραχεία' λίστα των υποψήφιων λογοτεχνών για τα βραβεία -πρωτίστως ηθικά- του περιοδικού 'Διαβάζω', νομίζω πως ύστερα από τόσα χρόνια παρουσίας μου στο χώρο, δικαιούμαι να υψώσω τη φωνή μου. Πιστεύω ότι συστηματικά αδικούμαι από το σινάφι, το συνηθισμένο να αυτογλείφεται και να αυτοσυστήνεται ως αρμόδιο να επιτηρεί την 'ποιότητα' κατά το δοκούν.

» Δεν έχω τίποτα με τους αγαπητούς συγγραφείς-συναδέλφους, τους οποίους τιμώ απεριόριστα. Με τη συντεχνιακή νοοτροπία αγανακτώ και με την προκατάληψη σε βάρος μου.

» Με την επιστολή αυτή θέλω να δηλώσω ότι παραιτούμαι από την Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, αρνούμενος να έχω -επιπλέον- πρόεδρο και μπάστακα τον κ. Αλέξη Ζήρα, αενάως επιτροπολόγο και τα γνωστά.

» Έτσι κι αλλιώς η Εταιρεία είναι μια Εταιρεία-Φάντασμα που δεν με αφορά από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα συγγραφικά μου συμφέροντα - ως συγγραφέα εν ενεργεία κι όχι 'εξαρτημένου' από τα γλυκόλογα της 'παρέας'»।

Γιάννης Ξανθούλης: «Αδικούμαι από το σινάφι»

Με ανοιχτή επιστολή του, ο συγγραφέας διαμαρτύρεται για τις υποψηφιότητες των βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω»

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Tuesday, November 10, 2009

Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιάννης Ξανθούλης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιώργος Μανιώτης,

Κουαρτέτο για διάβασμα

Ενας νέος μπαμπάς, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, δύο Γιώργηδες, ο Μανιώτης και ο Σκαμπαρδώνης, και ένας δικός μας, ο Γιάννης Ξανθούλης, παρουσίασαν τα νέα τους βιβλία - όλα από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».

Νίκος Παναγιωτόπουλος, «Ο Ιπποπότης και η Νεραϊγελάδα»

Νίκος Παναγιωτόπουλος, «Ο Ιπποπότης και η Νεραϊγελάδα»

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος φτιάχνει νέα ονόματα ηρώων για παιδιά, γιατί ο γιος του που κοντεύει τα τέσσερα θέλει να παίξει μ' αυτά: στο βιβλίο του «Ο Ιπποπότης και η Νεραϊγελάδα», με ζωγραφιές του Βασίλη Παπατσαρούχα, φτιάχνει σύνθετα ονόματα σαν παιχνίδια για τον γιο του αλλά και το παιδί που ήταν κάποτε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Ο βάτραγος, το κουνουπαπί, ο κροκόσκυλος, το γουρουμαμούνι, η αλαφαντεπού, η σφηκατσίκα. «Δεν ξέρω αν αποφασίζεις να γράψεις ένα βιβλίο για παιδιά. Συνειδητοποιώ τις αποφάσεις μου αφού τις παίρνω», εξομολογήθηκε ο συγγραφέας.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος»

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος»

Η συνέντευξη είχε ανάψει για τα καλά. Σε ρόλο παρουσιάστριας ήταν η Ελένη Κεχαγιόγλου, υπεύθυνη της πεζογραφικής σειράς των «Ελληνικών Γραμμάτων». Πρώτος ομιλητής, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο οποίος υπογράφει τη νέα συλλογή είκοσι επτά διηγημάτων του, με τον τίτλο «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος», που γράφτηκαν από το 2004 ώς τα μέσα του 2009. «Μια συλλογή διηγημάτων δεν είναι μια συναγωγή, ένα συναξάρισμα ασήμαντων αφηγήσεων, ένα συμπίλημα άσχετης θεματογραφίας», εξήγησε ο συγγραφέας. «Είναι», αποφάνθηκε, «μια βεντάλια με κείμενα, με εσωτερικό συνεκτικό δεσμό». Μάλιστα, όρισε ποιο είναι το πάγιο αίτημα του συγγραφέα, όταν επιλέγει να γράψει στη φόρμα του διηγήματος: «Είναι πυκνό, πυρηνικό, ευθύβολο, εκρηκτικό, αιφνιδιαστικό».

Γιώργος Μανιώτης, «Μίξερ»

Γιώργος Μανιώτης, «Μίξερ»

Στο «Μίξερ» του Γιώργου Μανιώτη, έχουμε δεκαοκτώ νουβέλες, οι οποίες διαβάζονται αυτόνομα και σπονδυλωτά, καθώς η μία έχει θεματικά σχέση με την άλλη, είτε ως συνέχεια είτε ως ανάκληση στοιχείων που βρίσκονται εν διασπορά στην προηγούμενη. «Επιδίωξή μου», αποκάλυψε ο συγγραφέας, είναι «το βιβλίο μου να έχει τη φόρμα και τη δομή του περιεχομένου. Διαπίστωσα ότι στους σύγχρονους καιρούς μας, που ζούμε με την ταχύτητα του βίου και το φόρτε των υποχρεώσεων, που κάθονται στην πλάτη μας, μας ενδιαφέρει μόνον ο εαυτός μας». «Την ίδια στιγμή», διαπίστωσε, «συμβαίνουν γύρω μας τρομερά και φοβερά που δεν τους δίνουμε σημασία. Δεν κάνουμε ανάγνωση της εποχής μας, για να καταλάβουμε ποια είναι η δομή της».

Γιάννης Ξανθούλης, «Η εκδίκηση της Σιλάνας»

Γιάννης Ξανθούλης, «Η εκδίκηση της Σιλάνας»

Η ποιήτρια Σιλάνα Σαλιάγκου, η κεντρική ηρωίδα του νέου μυθιστορήματος «Η εκδίκηση της Σιλάνας» του Γιάννη Ξανθούλη, είναι αναφορά και αναδρομή στα τέλη της δεκαετίας του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ενα βιβλίο για μια δύσκολη εφηβεία, που χωρούσε πολλή ποίηση, πολύ Πιραντέλο και περισσότερο Μάνο Χατζιδάκι. «Η Σιλάνα Σιλιάγκου είναι η δική μου Μελισσάνθη», είπε ο Γιάννης Ξανθούλης, βρίσκοντας στήριγμα στην έξοδό του από τη νεφρίτιδα από την οποία έπασχε, στην ποίηση της μουσικής και στη μουσική της ποίησης.

Monday, March 30, 2009

Ένα “λοξό” περπάτημα στην Κωνσταντινούπολη του σήμερα από τον Γιάννη Ξανθούλ


  • Το πολυσυζητημένο, τελευταίο του βιβλίο «Κωνσταντινούπολη, των ασεβών μου πόθων» (εκδόσεις Μεταίχμιο) θα παρουσιάσει ο Γιάννης Ξανθούλης στο Underground Εντευκτήριο (Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως) την Τετάρτη 1 Απριλίου 2009, στις 8 το βράδυ.
  • Πρόκειται για ένα ιδιότυπο, ατομικό οδοιπορικό σε μια ‘’άγνωστη’’ Κωνσταντινούπολη, εντελώς διαφορετική από τον κοινό προορισμό των ομαδικών ταξιδιών και των τουριστικών οδηγών μαζικής κατανάλωσης. Ο Ξανθούλης συνθέτει μια νέα ‘’τοπογραφία’ της δικής του Πόλης και με τη βοήθεια δύο εκκεντρικών ‘’ξεναγών’’ μας παρουσιάζει τη δική του Κωνσταντινούπολη, «γεμάτη αντιφάσεις, συναρπαστική, γευστική, ερωτική και τυλιγμένη με μια μυρωδιά δυόσμου. [...] Ο συγγραφέας δεν παραδίδεται, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά κρατάει μια απόσταση απέναντί της και αυτό το ‘’κράτημα’’ κάνει το βιβλίο πιο γοητευτικό» (Νίκος Μπακουνάκης, «LifO», 4.12.2008). Για ένα “λοξό”, τελικά, περπάτημα στην Κωνσταντινούπολη του σήμερα, το καθημερινό θρίλερ μιας πόλης που κρατά μέσα της θυμό, φόβο και ισόβιο έρωτα για εκείνους που ξέρουν τους κώδικες.
  • «Οι μυρωδιές, οι δρόμοι, τα γιαλιά (οι παλιές ξύλινες κατοικίες) στις παραλίες οτυ Βοσπόρου, οι άνθρωποι, οι γεύσεις, οι γέφυρες και οι λεωφόροι είναι οι τόποι του βιβλίου, μέσα από ένα ανορθόδοξο οδοιπορικό που ελάχιστα απέχει από την αλήθεια. Αυτοβιογραφικός [ο Ξανθούλης], μπορεί να επινοεί άλλα ονόματα αντί για τα πραγματικά των φίλων του, όμως εν τέλει το άρωμα του βιβλίου είναι εκείνο της γοητευτικής παλιάς Κωνσταντινούπολης, άρωμα συγγενικό μ’ εκείνο της «ιδανικής Αλεξανδρούπολης», της γενέθλιας πόλης του συγγραφέα» (Χρήστος Σιάφκος, «& 7 / Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 9.11.2008.
  • Με τα λόγια του ίδιου του Ξανθούλη: «Η Πόλη “αλλιώς”. Όπως την ένιωσα περπατώντας επίμονα στα σοκάκια, στις καινούργιες λεωφόρους, στους μπαχτσέδες και στις όχθες του Κεράτιου και του Βοσπόρου. Ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη, που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μες στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της.

  • Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη, από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε δημοσιογραφία και σχέδιο. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο. Έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Σατιρικά κείμενα και θεατρικά έργα του ―περισσότερα από τριάντα― παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Έχει εκδώσει 14 μυθιστορήματα και 7 θεατρικά έργα για παιδιά.

Tuesday, December 2, 2008

Η Κωνσταντινούπολη του Γιάννη Ξανθούλη


Στο πατρικό σπίτι του Γιάννη Ξανθούλη μέσα σ' ένα βελούδινο σακούλι βρισκόταν μία ψηφίδα, γυάλινη, θαμπή και με επίστρωση χρυσού. Κατά πως του έλεγε η μητέρα του, είχε αφαιρεθεί από τα ψηφιδωτά της Αγια-Σοφιάς. Την είχε φέρει στην Αλεξανδρούπολη η μητέρα τής μητέρας του, δηλαδή η γιαγιά του, όταν έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ήρθε η οικογένειά της απ' τον Ουσκούπ, τον Σκοπό της Ανατολικής Θράκης.

«Οταν πάθαινα "τα λαιμά μου" και η γκρίνια κορυφωνόταν, για παρηγοριά και ψυχοθεραπευτική αγωγή μού έφερναν καμιά διακοσαριά φωτογραφίες, παλιές, μέσα σ' ένα χαρτονένιο κουτί για πουκάμισα. Και την ψηφίδα. Κρυμμένη σε βελούδινο σακούλι», θυμάται ο Γιάννης Ξανθούλης. Αυτή, λοιπόν, η ψηφίδα ενώνει τις παιδικές αναμνήσεις του Γιάννη Ξανθούλη με τις συχνές επισκέψεις της ωριμότητάς του στην Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη του ώριμου και πολυδιαβασμένου συγγραφέα έχει τον χαρακτηριστικό των προθέσεών του τίτλο «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» («Μεταίχμιο», σελ. 272, ευρώ 18).

Το βιβλίο δεν είναι ταξιδιωτικό: έχει πολλά στοιχεία από τη βιογραφία του Γιάννη Ξανθούλη, τα οποία φτιάχνουν ένα χαρμάνι με τις μυθοπλαστικές του επινοήσεις. «Το χαρακτηρίζω μυθιστορία. Ηρωάς του είμαι εγώ. Δεν ανακαλύπτω τίποτα διαφορετικό απ' αυτά τα οποία έχουν σήμερα γραφτεί για την Πόλη. Κάνω τις ίδιες διαδρομές, όπως επί παραδείγματι ο Φίλιπ Μάνσελ, ο Τζον Φρίλι και ο Ορχάν Παμούκ», εξηγεί το πώς αντιλαμβάνεται το εγχείρημά του ο συγγραφέας.

Ο Γιάννης Ξανθούλης μαθαίνει τουρκικά από το 1996, εξ ου και αφιερώνει το βιβλίο στη δασκάλα του Σοφία Πρόκου. «Με άξονα την τουρκική γλώσσα, φωτίζονται τα όσα συμβαίνουν σ' αυτή την περίεργη πόλη», αναδεικνύει ένα βασικό κλειδί ανάγνωσης, με το οποίο ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ξεκλειδώσει την «Κωνσταντινούπολη».

Ετσι, τη δική του Πόλη μάς ζητάει να τη μοιραστούμε μαζί του, όπως μας προτρέπει «ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μέσα στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της».

Είχε κυκλοφορήσει μόλις δύο μέρες το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, όταν συνάντησε τυχαία στον δρόμο τη Μαρίνα Καραγάτση. Η κόρη του Μ. Καραγάτση επαίνεσε το ξανθούλειο αποτέλεσμα και του εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας της, όταν είχε επισκεφτεί την Κωνσταντινούπολη, είχε φέρει μαζί του δύο ψηφίδες. Μία απ' αυτές την έστειλε «σ' ένα κουτάκι φιλίας» η Μαρίνα μ' αγάπη στον Γιάννη.

ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/12/2008