Showing posts with label Νόλλας Δημήτρης. Show all posts
Showing posts with label Νόλλας Δημήτρης. Show all posts

Friday, March 27, 2015

Δημήτρης Νόλλας: Αν ζούμε σήμερα σαν υποκριτές, αύριο θα ζήσουμε σαν θύματα

  • Ο συγγραφέας που απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος μιλάει στο «Βήμα» για το έργο και τα επόμενα βιβλία του, την πραγματικότητα της κοινωνίας και την ιδέα της πατρίδας, το ελληνικό πάθος για την ελευθερία αλλά και την εθνική μας «φαγωμάρα»
Δημήτρης Νόλλας: Αν ζούμε σήμερα σαν υποκριτές, αύριο θα ζήσουμε σαν θύματα


 
Ο Δημήτρης Νόλλας μετράει τα λόγια του όπως μετράει τις λέξεις του. Τις προάλλες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2014 για «Το ταξίδι στην Ελλάδα» που κυκλοφόρησε το 2013 από τον Ικαρο, ένα βιβλίο που η κριτική επιτροπή ενέταξε στην παράδοση της «ελληνογνωσίας».

Ευκαιρίας δοθείσης, λοιπόν, συναντήθηκε με «Το Βήμα» στην οδό Βουλής, στο βιβλιοπωλείο των ιστορικών εκδόσεων, κοντά στο Σύνταγμα, και μίλησε για τα σαράντα (και πλέον) χρόνια της λογοτεχνικής παρουσίας του λίγο προτού εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για το ησυχαστήριό του.

Monday, March 16, 2015

Με φόντο τον Εμφύλιο


Ο Δημήτρης Νόλλας και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2014
Με φόντο τον Εμφύλιο
Ο πεζογράφος Δημήτρης Νόλλας



 
Δημήτρης Νόλλας
Το ταξίδι στην Ελλάδα
Εκδόσεις Ικαρος, 2013,
σελ. 184, τιμή 14 ευρώ

Η είδηση, στα μέσα της περασμένης εβδομάδας, ότι του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2014 για «Το ταξίδι στην Ελλάδα» (Ικαρος, 2013) βρήκε τον Δημήτρη Νόλλα στις διορθώσεις, στην τελική ευθεία για την έκδοση του νέου του μυθιστορήματος υπό τον τίτλο «Μάρμαρα στη μέση» εντός του 2015 (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο). Η Κριτική Επιτροπή ενέταξε το βιβλίο στην παράδοση της «ελληνογνωσίας» η οποία «αποτέλεσε σταθερό πόθο του ελληνικού μυθιστορήματος ήδη από τον 19ο αιώνα» και στο σκεπτικό της, κάνοντας λόγο ακριβώς για «μια πυκνή μυθιστορηματική αφήγηση με μεγάλο ανθρωπολογικό βάθος», σημείωσε ότι ο συγγραφέας, «απλούστερος αφηγηματολογικά απ' ό,τι στα προηγούμενα βιβλία του, επιχειρεί μια αναδίφηση στον βορειοελλαδικό χώρο και στη σημαίνουσα δεκαετία του '60», με φόντο τον εμφύλιο πόλεμο και τις συνέπειές του.

Αρκεί η επιτυχία ενός λογοτεχνικού βιβλίου στην Ελλάδα ή θέλουμε και το εξωτερικό;


ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ
  • ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
Συχνά ξεχνάμε ότι το βιβλίο είναι ένα προϊόν που υπακούει στους κανόνες διακίνησης των προϊόντων. Σ’ αυτό το επίπεδο οι Ελληνες εκδότες, όπως και πολλές άλλες ελληνικές επιχειρήσεις, ανήκουν διεθνώς στην κατηγορία των εισαγωγέων και όχι των εξαγωγέων. Αγοράζουν ξένα βιβλία, σπανίως εξάγουν τα δικά τους προϊόντα.

Η προώθηση των ελληνικών βιβλίων στη διεθνή αγορά προσκρούει στο σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο της γλώσσας. Σε κάθε ξένο εκδοτικό οίκο υπάρχει κάποιος που γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, ακόμα και Ισπανικά ή Ιταλικά. Πόσοι ξένοι εκδότες ξέρουν Ελληνικά; Πολύ φοβάμαι, κανένας.

Tuesday, June 1, 2010

Δημήτρης Νόλλας: «Η τηλεόραση; Μια φάκα για μικρόνοες»

  • Το ησυχαστήριό του στις Σποράδες έχει επιλέξει για τόπο διαμονής τον τελευταίο καιρό ο Δημήτρης Νόλλας, ωστόσο με το φρεσκοτυπωμένο μυθιστόρημά του «Ο καιρός του καθενός» (εκδόσεις Καστανιώτη) μας μεταφέρει στα ταραγμένα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής και στα άδυτα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης που δρα στην Αθήνα.
Ενας εκρηκτικός μηχανισμός που σκάει στα χέρια του Αθου, από τα νεότερα μέλη της ομάδας, γίνεται αφορμή για να γνωρίσουμε αυτή την «κλειστή και αυτάρκη οικογένεια» που διαμορφώνει τη δική της ιεραρχία, την ιδεολογία, τις δικές της αρχές. Από τη μια οι νέοι «μαθητές», εξοκοινοβουλευτικοί αλλά και μικροαπατεώνες που έχουν γεννηθεί ανάμεσα στα Ιουλιανά και την 21η Απριλίου ενώ «γνωρίζουν την πρόσφατη ιστορία με τον τρόπο που γνώριζαν και για τον Κολοκοτρώνη και για τον Βελουχιώτη». Από την άλλη οι βετεράνοι, έχουν βιώσει τα χρόνια της δικτατορίας, κάνουν θεωρητικές συζητήσεις, διαφωνούν και συγκρούονται καθώς οι παλιοί λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει.
Παράλληλα, μέσα από «αποκόμματα» εφημερίδων και αφηγήσεις ξεδιπλώνονται ιστορίες πίστης και διάψευσης, διχασμού και προδοσίας, ενοχών και λύτρωσης που αποκαλύπτουν όψεις της ελληνικής κοινωνίας των τελευταίων 60 χρόνων: Για τον πατέρα του Αθου που αυτοκτονεί μην αντέχοντας τις πιέσεις για τον εκσυγχρονισμό του μικρού μαγαζιού του, για τον εκτελεστή της ΟΠΛΑ που πεθαίνει άδοξα εγκλωβισμένος σε μια κρύπτη... Ο καιρός του καθενός και ο καιρός της «απόσυρσής» του.

- Πόσο η πραγματικότητα διεισδύει στο βιβλίο σας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει τη φαντασία σας; Γιατί στις πρώτες σελίδες διευκρινίζετε ότι «τυχόν ομοιότητες με πρόσωπα που έχουν υπάρξει στην πραγματικότητα, ή τη φαντασία του αναγνώστη, δεν έγιναν επίτηδες».

«Είναι τόσα πολλά αυτά που συνωστίζονται στο κεφάλι του σημερινού αναγνώστη από ιστορίες στον τύπο, στην τηλεόραση, κι από δικά του προσωπικά διαβάσματα ή αφηγήσεις τρίτων, που η πραγματικότητα μπορεί να διεισδύσει σε αρκετά μεγάλο βάθος ενός λογοτεχνικού έργου. Γι' αυτό έκρινα πως ήταν απαραίτητη η επισήμανση πως ο αναγνώστης διαβάζει μια φανταστική ιστορία. Ας μη γελιόμαστε όμως, παίζω με την πραγματικότητα κι εκείνη παίζει μαζί μου».

- Πόσο αυτοβιογραφικός μπορείτε να γίνετε;

«Ο συγγραφέας, μάρτυρας της εποχής του, βιογραφεί και σκορπίζει ψήγματα αυτοβιογραφίας σε κάποιες απ' τις σελίδες του. Προσωπικά βιογραφώ τους άλλους, αποφεύγω να αυτοβιογραφούμαι. Εξάλλου, αν, μεγαλώνοντας, δεν κρατήσει κανείς και μερικά πράγματα απολύτως προσωπικά για συντροφιά (όπως είναι οι αναμνήσεις), πώς θα μπορέσει να περάσει τις κρύες νύχτες του χειμώνα που τον περιμένουν;»

- Μεγαλύτερη σημασία έχουν για σας η πλοκή, η φόρμα, ή οι λέξεις;

«Η πλοκή λιγότερο απ' όλα. Γι' αυτό συχνά στις ιστορίες μου υπάρχουν κενά, αδιέξοδα και τρύπες».

«Ειδικοί» και αναγνώστες 
- Μεγαλύτερη σημασία δίνετε στην κριτική των ειδικών ή στις απόψεις των αναγνωστών; Ορισμένοι χαρακτηρίζουν τα βιβλία σας «δύσκολα». Το θεωρείτε πλεονέκτημα;

«Με τους αναγνώστες είναι δύσκολο να συναντηθεί κανείς, αν και οι δικοί μου είναι τόσο λίγοι, που θα έπρεπε ίσως να το επιδιώκω. Με τους "ειδικούς" βρίσκομαι στην λογοτεχνική αγορά, κι έτσι μπορώ να ωφεληθώ (ή και να στενοχωρηθώ) από την κριτική τους. Ομως αυτό με τα "δύσκολα" και τα "εύκολα" βιβλία δεν το καταλαβαίνω. Θα λέγατε ποτέ πως ένας άνθρωπος με δύσκολο χαρακτήρα το κάνει επίτηδες; Πως είναι πόζα ο χαρακτήρας του; Δεν σκέφτεστε πως είναι ανίκανος να είναι εύχαρις, ευπροσήγορος και χαμογελαστός; Ετσι και με τα βιβλία. Λογοτεχνία σύμφωνη με τα γούστα και τον τρόπο του συγγραφέα και άρα απολύτως ειλικρινής (αυτό που τόσο χαριτωμένα αποκαλεί κανείς "δύσκολη"), και λογοτεχνία σύμφωνη με τα γούστα του αγοραστικού κοινού. Λογοτεχνία η μια, λογοτεχνία και η άλλη. Εχει χώρο για όλους και για όλα».

- Διαβάζοντας το νέο σας μυθιστόρημα προκύπτει το ερώτημα: Τι ωθεί κάποιον να γίνει τρομοκράτης;

«Νομίζω η αδυναμία του να ζήσει σε κοινωνία με τους άλλους. Και η επιθυμία του να κάνει τον κόσμο καινούριο. Κατά βάθος είναι ο ίδιος ανθρώπινος τύπος που, όταν περάσουν τα χρόνια, λέει, "Μωρέ ας μ' άφηναν εμένα μια βδομάδα να κυβερνήσω αυτό τον τόπο, και να δεις πώς θα τον έκανα". Αξιοσημείωτη εδώ είναι η χρονική διάρκεια του εγχειρήματος. Για δε τον τρόπο της εφαρμογής του, δεν θέλω να τον σκέφτομαι».

- Στο βιβλίο σας βλέπουμε τους μέντορες, βλέπουμε και τους μαθητές. Θέλατε να διαχωρίσετε την παλιά από τη νέα τρομοκρατία;

«Μου είναι δύσκολο να απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση. Δεν ήθελα να διαχωρίσω τίποτα παλιό από τίποτα νέο. Το βιβλίο μου δεν είναι μια κοινωνιολογική μελέτη, δεν είναι καν ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Πρόκειται για την φανταστική ιστορία ενός συνόλου (μικρού, αλλά συνόλου) που πιστεύουν πως έχουν μια αποστολή: Να διορθώσουν τα στραβά της κοινωνίας και γι' αυτό είναι υποχρεωμένοι να σκορπίσουν τον όλεθρο - το κακό φόρεσε τα καλά του. Και το κάνουν χωρίς αναστολές. Ψυχρά, όπως κάνει κάθε σχεδιαστής ενός επίγειου παραδείσου, που δεν μπορεί να χάνει τον καιρό του με ενοχές, αμφιβολίες, μετάνοιες, αισθήματα οίκτου και συγγνώμης, και άλλες μεταφυσικές αηδίες».

- Το κακό είναι πολύ πιο δυνατό, όταν φοράει το ρούχο του καλού, γράφετε χαρακτηριστικά.

«Ποιον να πείσει, ποιον να πάρει με το μέρος του το γυμνό κακό; Ενώ, όταν κρύβεται πίσω από καλοσύνες, κάτω από λόγια και στολίδια...».

- Υπάρχει η αλαζονεία των μελών αυτής της ομάδας ότι είναι οι «άριστοι». Από την άλλη βλέπουμε ορισμένα από τα άσχημα της ελληνικής κοινωνίας, όπως η προδοσία και το προσωπικό όφελος, να επαναλαμβάνονται με τις πράξεις τους. Ακόμα και πουριτανισμός προς τον σύντροφο ομοφυλόφιλο υπάρχει.

«Ευτυχώς που είναι κι έτσι. Δεν είναι κακό πράγμα το "πολιτικώς απρεπές", ούτε οι ανθρώπινες αδυναμίες, ιδίως στην εποχή της Νέας Τάξης. Είναι μάρτυρες πως οι ιδέες που στοιχειώνουν το κεφάλι αυτών των ανθρώπων δεν έχουν καταφέρει να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά ως προς το σχέδιό τους, της σωτηρίας όλων μας, αδιακρίτως».
Οι γυάλινοι άνθρωποι 
- Τα αποσπάσματα από εφημερίδες στο βιβλίο σας είναι κι ένα έμμεσο σχόλιο για τον ρόλο των ΜΜΕ στην υπόθεση της τρομοκρατίας;

«Υποθέτω πως αναφέρεστε στα ηλεκτρονικά μέσα, γιατί δεν επιτρέπεται να ανακατεύουμε την τηλεόραση με τις εφημερίδες. Η ανάγνωση της εφημερίδας προϋποθέτει κριτικό νου, εγρήγορση. Δεν μπορεί εύκολα να καταπιεί ο αναγνώστης ό,τι θέλει ο αρθρογράφος. Η ηλεκτρονική εικόνα με την υπνηλία που μεταδίδει και την υποβολή του μηνύματός της (γι' αυτό και είναι αναγκασμένοι όλοι αυτοί οι γυάλινοι άνθρωποι να χειρονομούν και να χοροπηδάνε διαρκώς σαν να ζούνε πάνω σε δέντρα), είναι παγίδα για ηλιθίους. Ξέρω, οι νέες τεχνολογίες, η ψηφιοποίηση, η απελευθέρωση του νέου ανθρώπου με την ανάπτυξη και την εξάπλωση της επικοινωνίας. Ναι, το ξέρω... Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ όμως δεν παύουν να είναι φάκες για μικρόνοες».

- Η προσπάθεια εστιάζεται να εξισώσουν τους κοινωνικούς επαναστάτες με τους κοινούς εγκληματίες;

«Εδώ και δύο αιώνες, από το κίνημα των Λουδιτών μέχρι τις γενικευμένες εξεγέρσεις της δεκαετίας του '60, τα άτομα με παραβατική συμπεριφορά ήταν πάντα φυσικοί σύμμαχοι των εξεγερμένων. Οι ίδιοι τούς θεωρούν επαναστάτες με προβληματική συνείδηση της αποστολής τους. Αμφιβάλλω αν η εξίσωση των μεν με τους δε εκλαμβάνεται σαν κάτι που τους μειώνει».

- «Είμαστε η βαθύτερη συνείδηση μιας πάσχουσας κοινωνίας», διαβάζουμε να λέει ένας από τους ήρωες. Η βία μπορεί να ταρακουνήσει σήμερα την ελληνική κοινωνία;

«Μια κοινωνία, ραχοκοκαλιά της οποίας είναι ο Μαμωνάς, αν δεν ταρακουνήθηκε με τον ξεσηκωμό των απελπισμένων νέων, λούμπεν αλλά και παιδιών αστών, τον Δεκέμβριο του 2008, αν δεν κατάλαβε το αδιέξοδο μπροστά στο οποίο έχουμε οδηγήσει εμείς οι ίδιοι τα παιδιά μας, τότε είναι άξια της τύχης της. Οδεύει μόνη της στον χαμό και καμιά βόμβα δεν πρόκειται να την αφυπνίσει. Αντιθέτως, αν συνεχιστούν οι δολοφονίες αστυνομικών και τα ολοκαυτώματα τραπεζικών υπαλλήλων, το ένστικτο αυτοσυντήρησης των πολιτών θα λειτουργήσει. Με καταστροφικές συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, αλλά θα λειτουργήσει. Εχει ξανασυμβεί στο παρελθόν».

- Ποιες αλλαγές παρατηρείτε γύρω μας λόγω της κρίσης και της αβεβαιότητας; Πιστεύετε ότι σε τέτοιες καταστάσεις ο κόσμος γίνεται πιο συντηρητικός και δεκτικός σε ακροδεξιές λύσεις;

«Νομίζω πως η σημαντικότερη αλλαγή θα είναι αυτό που λέμε "χάθηκε η ανθρωπιά". Θα χαθεί πρωτίστως στον εργασιακό χώρο, όπου υπό την απειλή της ανεργίας, θα στραφούν όλοι εναντίον όλων, οι εργαζόμενοι θα γίνουν λύκοι ο ένας για τον άλλον. Πρόγευση έχουμε ήδη από τον αλληλοσπαραγμό όσων κατά τεκμήριο αποτελούν (ή θα έπρεπε να αποτελούν) τους ταγούς της κοινωνίας μας, αυτούς απ' τους οποίους οι άλλοι παραδειγματίζονται.
Και τότε, βεβαίως, θα τρομάξουν οι άνθρωποι, γιατί θα συνειδητοποιήσουν πως δεν εξανεμίζεται μόνον ο μισθός τους ή η σύνταξή τους, αλλά καταρρέει και κάτι άλλο, αυτό που τους κρατούσε, ο μέσα εαυτός τους.
Σ' αυτό το ζήτημα δεν χρειάζεται να επισείεται ο μπαμπούλας του συντηρητισμού και της ακροδεξιάς. Γιατί θα είναι πολύ δύσκολο τότε να τρομοκρατηθεί κανείς από μια τέτοια κινδυνολογία. Είναι σαν να θέλουμε να τιμωρήσουμε μικρούς και ανυπεράσπιστους ανθρώπους, που θέλουν να ζουν με ησυχία και ασφάλεια. Ξέρετε, η ζωή δεν είναι ένα συνεχές γλέντι, ούτε μια διαρκής μεθυστική ποιητική παραζάλη. Η ζωή είναι το καθημερινό ψωμί, είναι τα παιδιά και οι μπελάδες της ανατροφής τους, η εξόφληση των δανεικών, κι ένα ποτήρι κρασί με φίλους. Αυτό το ασφαλές περιβάλλον αναζητούσαν πάντοτε οι άνθρωποι. Και θα το παίρνουν πάντα απ' αυτόν που τους το προσφέρει».
Το καλό παράδειγμα 
- Πιστεύετε ότι κρίση αξιών είναι βαθύτερη από την οικονομική ύφεση;

«Ναι, καθότι προηγείται πάντα. Δεν νομίζετε πως είναι η κρίση αξιών που δημιουργεί την οικονομική κρίση; Οταν ο κοινωνικός βυθός λούζεται αστακομακαρονάδες, πού νομίζετε θα μπορούσε αυτό να μας οδηγήσει; Ολοι εμείς που από τη δεκαετία του '80 κι ύστερα νομίζαμε πως ζούσαμε "εις υγείαν του κορόιδου" δημιουργήσαμε αυτή την κρίση αξιών. Και συνεχίζουμε σήμερα, αντί να ζητήσουμε συγγνώμη απ' τα παιδιά μας κι απ' τους συνανθρώπους μας, να αναρωτιόμαστε αν έφταιγε το πάπλωμα που ήταν κοντό ή τα μακριά μας πόδια».

- Οι διανοούμενοι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων αυτές τις δύσκολες στιγμές;

«Οι διανοούμενοι δεν αποτελούν ομοιογενές συνδικαλιστικό σωματείο, ούτε μάζα για να αναρωτηθούμε, αν οι "διανοούμενοι" ως σύνολο κάνουν αυτό που πρέπει. Ας κοιτάξει ο καθένας μας γύρω του κι ας παραδειγματιστεί απ' τον καλό λόγο, την καλή πράξη. Η κοινωνία μας μπορεί να βγει απ' αυτό το βαρέλι με τις έχιδνες. Δεν γίναν ξαφνικά όλοι οι συνάνθρωποί μας αιμοπότες, ανάλγητοι τραπεζίτες, άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι, λερωμένοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι αβανταδόροι εκδιδόμενων πλασμάτων».

- Πιστεύετε ότι θα υπάρξει διέξοδος από αυτή την κατάσταση;

«Ελπίζω πως με τη δύναμη του Θεού και με τις δικές μας προσπάθειες, έχοντας πάντα συνείδηση της φθαρτής μας φύσης, θα καταφέρουμε να βγούμε απ' αυτή τη δοκιμασία. Ειδάλλως είναι βέβαιο πως ένας Νέος Μεσαίωνας θα ανοιχτεί μπροστά μας, όταν στρατιές εξαθλιωμένων, από την πείνα και τις αρρώστιες, θα διατρέχουν τη χώρα, εισβάλλοντας στις πόλεις με την κραυγή "ΠΕΙΝΑΜΕ!", ακριβώς όπως κατά τον παλαιό Μεσαίωνα, όταν τα προειδοποιητικά ουρλιαχτά του τελάλη, "ΖΗΤΙΑΝΟΙ ΜΠΑΙΝΟΥΝΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ!", έκαναν τους νοικοκυραίους να κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους». *

Tuesday, June 2, 2009

Λογοτεχνία της μετανάστευσης

  • Η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα, άρτιο δείγμα μιας φιλόξενης τέχνης
  • Του Παντελή Mπουκάλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2/6/2009
  • Δημήτρης Νόλλας: «Ναυαγίων πλάσματα». Εκδόσεις «Κέδρος», 2009, σελ. 92.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Η λογοτεχνία της μετανάστευσης έχει μακρά παράδοση στη γλώσσα μας και θα αρκούσε να μνημονεύσει κανείς τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς και τον κόσμο που ιστόρησαν με βαθύ πάθος. Η αλλαγή πεδίου πάντως, ή μάλλον οπτικής, είναι φανερή τα τελευταία χρόνια: η συγγραφική έμπνευση δεν παρακολουθεί πια Ελληνες που ξενιτεύονται και βασανίζονται από το άλγος του νόστου, αλλά ξένους κάθε φυλής, γλώσσας και θρησκεύματος που μεταναστεύουν εδώ, είτε επειδή οι σπασμένες φήμες που φτάνουν στον τόπο τους θέλουν την Ελλάδα κάτι σαν γη της επαγγελίας (το κάτι, αν συγκριθεί με το τίποτα, φαντάζει παράδεισος) είτε επειδή θεωρούν τη χώρα μας έναν αναγκαίο σταθμό στο αβέβαιο και επικίνδυνο ταξίδι τους προς τη βαθύτερη Δύση.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η νεοελληνική λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, η πεζογραφία πρωτίστως αλλά και η ποίηση και το θέατρο και ο κινηματογράφος και η ζωγραφική, στάθηκε από αρκετά νωρίς φιλόξενη. Αρκετοί από τους θεράποντές της διέκριναν τα προβλήματα των ξένων και δοκίμασαν να τα αναδείξουν και να τα προβάλουν πολύ πριν υποψιαστεί ή αποδεχτεί την ύπαρξή τους τόσο η ευρύτερη κοινωνία όσο και η πολιτεία. Ο δρόμος για να προσέλθουν οι καλλιτέχνες σε αυτόν τον καινούργιο «τόπο», τον τόπο του ξένου, και γενικότερα του άλλου, μοιάζει να είναι ένας: ο δρόμος της ευθύνης· τα παρακλάδια του, πάντως, είναι πολλά και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν υπερβαίνει πάντοτε την αισθηματική καταγωγή κάθε κειμένου ή τον ιδεολογικό του προορισμό. Το θέμα, όσο ευαίσθητο, δεν έφτιαξε ποτέ τον τεχνίτη.

Οι άλλοι κι εμείς

Η καινούργια σειρά «Εμείς και οι άλλοι» των εκδόσεων «Κέδρος», η δημιουργία της οποίας ακούγεται εύλογη, ευτύχησε να εγκαινιαστεί με τη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα (γενν. στη Δράμα το 1940). Και λέω πως ευτύχησε, διότι ο Νόλλας, πεζογράφος ιδιότυπα σπουδαίος, δεν έρχεται αγχωμένος να επιβιβαστεί σε κάποιον συρμό συγγραφικής φιλο-ξενίας και να υπηρετήσει ορισμένες συμβάσεις, χειραγωγούμενος κατά κάποιον τρόπο από τις αναγνωστικές προσδοκίες. Αυτό είναι, άλλωστε, το εσωτερικό πρόβλημα των θεματικών λογοτεχνικών σειρών που συστήνουν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι: ο ενδεχόμενος κανονιστικός ρόλος της παραγγελίας, η οποία, αν δεν λειτουργήσουν αποτελεσματικά τα συγγραφικά αντανακλαστικά, ενδέχεται να δράσει υπερπροσδιοριστικά, περίπου όπως η έκθεση των πανελλαδικών, σύροντας τον «εξεταζόμενο» συγγραφέα προς κάποιο «δέον γράφειν». Το άλλο σύμφυτο πρόβλημα των λογοτεχνικών παραγγελιών, δηλαδή η αμοιβή (όταν βέβαια υπάρχει), για πολλούς έχει λυθεί από τον καιρό του Σιμωνίδη του Κείου, του πρώτου ποιητή που, σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές, έγραψε επί πληρωμή («γράψαι άσμα μισθού»)· μέχρι τότε, καταπώς έλεγε ο Πίνδαρος σε Ισθμιόνικό του, η Μούσα δεν πληρωνόταν, δεν δούλευε επ’ αμοιβή («α Μοίσα γαρ ου φιλοκερδής / πω τότ’ ην ουδ’ εργάτις»).

Εγκαιρη ευαισθησία

Εγκαιρα λοιπόν, κι ευαίσθητα, ο Δημήτρης Νόλλας άνοιξε τις σελίδες του στον ξένο, για να αναδείξει την ουσία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει μακριά από τα γενέθλια χώματα. Δεν έχει σημασία αν πήρε αυτό τον δρόμο οδηγημένος από το (πρακτικώς ακυρωμένο) «Δος μοι τούτον τον ξένον» της χριστιανικής παράδοσης ή από το (από αιώνων σβησμένο) παράγγελμα του «Εις ξένους» Ομηρικού Υμνου, «Αιδείσθε ξενίων κεχρημένον ηδέ δόμοιο» (στη μετάφραση του Δ. Π. Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά: «Αυτόν που χρειάζεται φιλοξενία και κατοικία σεβαστείτε τον»), Εκείνο που ενδιαφέρει είναι τ ότι στο έργο του ο ξένος, και η έγνοια για τα πάθη του, δεν είναι πρόσχημα ή σκέτη αφορμή αλλά βαθιά αιτία: είναι ένας λόγος που πρέπει να μιληθεί. Και, διά χειρός και στόματος Νόλλα, μιλιέται τίμια και δυνατά.

Δίχως τη μαστορική του συγγραφέα, η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» ίσως κινδύνευε να βουλιάξει κάτω από τις όχι και λίγες πέτρες των ενδολογοτεχνικών της υπαινικτικών ή άμεσων αναφορών. Ηδη ο τίτλος της μνημονεύει τον τίτλο «Ναυαγίων ναυάγια» ενός διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο ίσκιος του οποίου πλανιέται στις σελίδες του Νόλλα, όπως υπέδειξε (εξετάζοντας και τη συγγένεια των ονομάτων των ηρώων της νουβέλας με ονόματα ηρώων του Σκιαθίτη) η Μάρη Θεοδοσοπούλου, στην κριτική της ανάγνωση στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»· στη δική της ανάγνωση, στην «Καθημερινή» η Ελισάβετ Κοτζιά εντόπισε και ανέδειξε τη σχέση παραγράφων του κειμένου του Νόλλα με διηγήματα του Δημήτρη Χατζή.

Ηδη πάντως στο ξεκίνημα του βιβλίου, η «πομπή πνιγμένων» (μετανάστες από άγνωστη πατρίδα που ναυαγούν και πνίγονται στο Αιγαίο) δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου έναν στίχο-σφραγίδα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου: «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» («κι είδαμε το Αιγαίο νεκρούς ν’ ανθεί»). Κι ύστερα, ο «Ιγνάτιος, ο Πωστονλέν», ο τυφλός που, σαν ποιητής μιας μικρής Οδύσσειας δίχως νόστο, αφηγείται στον συγγραφέα μια ξένη ιστορία για να τη γράψει, στρέφει τη μνήμη στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και στον Πωσνατονπούμ (ως Ιγνάτης Τρελός, παρεμπιπτόντως, υπέγραφε ο Γιώργος Σεφέρης το κείμενό του για την «Κυρία Ερση» του Πεντζίκη).

Χωρισμένο σε δεκαπέντε κεφάλαια (μόνο στο δεύτερο ο συγγραφέας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, για να σημειώσει πως «είναι πάντα ένας άλλος που γράφει το βιβλίο μου και το βιβλίο του μοιάζει με το δικό μου»), το πεζογράφημα του Νόλλα είναι η σφιχτή εξιστόρηση της διάσωσης μιας ναυαγισμένης μετανάστριας, της Ασμάτ, κάπου στο Αιγαίο, με τον λυρισμό να αντιστρατεύεται την ωμότητα των πραγμάτων. Ούτε η καταγωγή της προσδιορίζεται ούτε το νησί όπου θα βρει καταρχάς τη σωτηρία, κατόπιν τον έρωτα και τελικά τον θάνατο, που κι αυτός μένει αδιευκρίνιστος (φόνος ή αυτοκτονία;). Για τη γυμνή ζωή της ξένης, των ξένων, η ποθητή ουτοπία αποδεικνύεται ου τόπος.

Sunday, May 10, 2009

Απομεινάρια μιας ζωής*


* Το άρθρο ανήκει στο φάκελο: "Το Βιβλίο στον ET.K"
  • Βγαλμένη από τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζει η αρχική ιδέα της σύντομης αυτής νουβέλας του Δημήτρη Νόλλα, αφού η ιστορία ξεκινάει με το ναυάγιο ενός σαπιοκάραβου γεμάτου λαθρομετανάστες κοντά στις ακτές αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Οπως συμβαίνει συχνά και στην πραγματικότητα, τραγική είναι η κατάληξη για τους δυστυχείς που επέβαιναν στο μότορσιπ, με την εξαίρεση μιας γυναίκας και του μωρού της αδελφής της.
  • Η Ασμάτ, όπως είναι το όνομά της, θα παραμείνει τελικά στο νησί, συνάπτοντας ερωτική σχέση με τον Ρήγα, το λιμενικό που την έσωσε, ο οποίος ωστόσο είναι αρραβωνιασμένος, για λόγους συμφέροντος ή συμβατικότητας, με μια ντόπια.
  • Η ιστορία πυροδοτείται όταν γίνεται γνωστός ο μυστηριώδης θάνατος της Ασμάτ, οπότε και αρχίζει ένα γαϊτανάκι υποψιών και ενοχών ανάμεσα στα βασικά πρόσωπα του δράματος. Ο μπανιστιρτζής υπολιμενάρχης, ο επονομαζόμενος και «Μπάντμαν», όχι και τόσο κακός όμως στο βάθος? ο μηχανικός που τυφλώθηκε από έκρηξη στο λεβητοστάσιο, φιγούρα υποβλητική, μα και λιγάκι φοβιστική η συμβατική αρραβωνιαστικιά, ο παπάς, άλλοι νησιώτες. Ο Νόλλας βάζει μάλιστα το δυσάρεστο γεγονός να λαμβάνει χώρα τις μέρες της Αποκριάς, η οποία στο συγκεκριμένο νησί έχει αρκετά διονυσιακό χαρακτήρα, στοιχείο που εξάπτει κι άλλο τα πνεύματα, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ανεπάρκειες και τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων του χωριού.
  • Στο τέλος, ο θάνατος της Ασμάτ μένει μετέωρος ανάμεσα στο φόνο και την αυτοκτονία, αλλά πια δεν έχει σημασία: Η πάλαι ποτέ κοινότητα του νησιού είναι ήδη αποσαρθρωμένη. Ο εχθρός, ο άλλος, είναι εδώ και καιρό μέσα από τα τείχη.
  • Ο Νόλλας στήνει την ιστορία του με μαεστρία, εμπιστευόμενος την εξιστόρηση σε έναν εξωδιηγητικό αφηγητή, που απλώς άκουσε την ιστορία, εντάσσοντάς την έτσι στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, στην οποία ιστορίες και μύθοι διαπλέκονταν δημιουργικά, καθρεφτίζοντας τους φόβους και τις προσδοκίες της κοινότητας.
  • Να παρατηρήσουμε, τέλος, ότι παρά το σύγχρονο και ανοιχτό τρόπο με τον οποίο είναι αρθρωμένη η ιστορία του Νόλλα, ο τίτλος «Ναυαγίων πλάσματα» παραπέμπει στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Ναυαγίων Ναυάγια». Αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα θυμίζουν χαρακτήρες του Σκιαθίτη συγγραφέα, χωρίς βέβαια το σύνολο να χάνει την αυτοτέλειά του.
  • Απόσπασμα

«Φοβάμαι. Ψιθύριζε η Ασμάτ ξανά και ξανά, τρυφερά, διστακτικά, λέξεις που επαναλαμβάνονταν με την έγνοια καρφωμένη στις άκρες τους. Σαν κάτι κακό να είχε πλησιάσει τόσο πολύ κοντά, όπως όταν σταλαγματιές το φαρμάκι αιωρείται πάνω από τον κοχλία του αυτιού, ανθρώπου παραδομένου στα όνειρα. Κι ο Ρήγας, ανίκανος, αβοήθητος κι ο ίδιος, ένιωθε το φόβο να τους πλησιάζει και να τους σκεπάζει, τινάζοντάς τους στα βράχια, τα μαύρα και ασάλευτα βράχια, κάτω από το αφρισμένο άγριο νερό που πηγαινοέρχεται ξανά και ξανά, τρώγοντας με αιώνια υπομονή τις σκαλισμένες επιφάνειές τους. Από πολύ παλιά και πάντα το ίδιο». (σελ. 37)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΟΛΛΑΣ: Ναυαγίων πλάσματα. Κέδρος 2009, σελ. 92, τιμή €8,50

  • Toυ Κώστα Κατσουλάρη, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 10.05.09

Saturday, March 21, 2009

Δημήτρης Νόλλας: «Οδηγούμαστε σ’ έναν ακραίο συντηρητισμό»

http://www.enet.gr/online/dspphoto?id=247900
Με αφορμή την τελευταία του νουβέλα, ο Δημήτρης Νόλλας καταθέτει τις σκέψεις του για τους σύγχρονους Ελληνες
  • Σ’ ένα νησί που δεν έχει όνομα, κάπου στην Ελλάδα, μας μεταφέρει ο συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας με την τελευταία του νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» (εκδ. Κέδρος, στη σειρά «Εμείς και οι Αλλοι»). Η θάλασσα φέρνει στο νησί μια λαθρομετανάστρια, που προσπαθεί να ενταχθεί στην τοπική κοινωνία. Αλλά βρίσκει τον θάνατο. Μόνη, ξένη, έρημη, μακριά από την πατρίδα της. Ο Δημήτρης Νόλλας, μ’ έναν τρόπο παπαδιαμαντικό, μ’ ένα κείμενο ολιγοσέλιδο αλλά πυκνό, εντάσσει στη νουβέλα του πρόσωπα καθημερινά, αυτά που ζουν σε μιαν άλλη Ελλάδα και κουβαλούν μιαν άλλη Ελλάδα. Και ταυτόχρονα κουβαλούν εγωισμούς, κακοήθεια, φθόνο, αλλά και αγάπη και κατανόηση. Με αφορμή τους μετανάστες, ο Δημήτρης Νόλλας πλησιάζει με αγάπη ανθρώπους αδύναμους, ανώνυμους, φοβισμένους, εκδικητικούς, αλλά και ανθρώπους σοφούς, περήφανους, γαλήνιους, που δρουν με γνώμονα την αγάπη. Ο,τι υπάρχει γύρω μας, δηλαδή. Τώρα και πάντα. Με αφορμή τη νέα του νουβέλα, περάσαμε ένα πρωινό στο σπίτι του Δημήτρη Νόλλα. Διακριτική παρουσία η γυναίκα του Ηρώ και ο σκύλος τους, ο Φώκο. Από τους μετανάστες πολύ γρήγορα η συζήτηση πέρασε στους σύγχρονους Ελληνες, στις αναζητήσεις τους, στα αδιέξοδά τους, στις ελπίδες τους. Και στις προσδοκίες που ο ίδιος ο Δημήτρης Νόλλας έχει: για τους νέους, για την προοπτική της κοινωνίας, για τις συμπεριφορές των ανθρώπων.

— Πόσο μας έχει αλλάξει η συμβίωση με τους μετανάστες;

  • Μετά το πρώτο σοκ και ορισμένες βίαιες αντιδράσεις, κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι δεν αναγνώριζαν τον άνθρωπο σαν ξένο, αυτή κυρίως ήταν η αντίληψη: αυτοί οι άνθρωποι, επειδή είχαν ανάγκη από ένα κομμάτι ψωμί, θεωρούνταν ότι ήταν υποδεέστεροι, υπάνθρωποι, ότι ήταν μόνο για δουλειές παρακατιανές και άγριας εκμετάλλευσης. Παρ’ όλα αυτά, αυτοί οι άνθρωποι άντεξαν και με τον τρόπο τους μας έδωσαν να καταλάβουμε πως δεν είναι ό,τι η πρώτη μας αντίδραση ήθελε να βάλει σ’ αυτούς. Το κλίμα έχει αλλάξει, χωρίς να έχει ανατραπεί θεαματικά. Δεν μπορούμε να γίνουμε Αμερική εδώ...

— Γιατί δεν μπορούν να ενσωματωθούν παραπάνω;

  • Γιατί εδώ, κι όταν λέμε εδώ εννοούμε και τις άλλες χώρες της Ευρώπης, υπάρχουν κοινωνικά σύνορα με πολύ έντονη εθνική και πολιτιστική ταυτότητα, που δεν είναι αστεία πράγματα. Η Ευρώπη έχει περάσει διά πυρός και σιδήρου και έχει χυθεί πάρα πολύ αίμα γύρω από την κεντροευρωπαϊκή ταυτότητα, την αγγλική, τη γαλλική, την ιταλική... Δεν ήταν μια ερημιά εδώ, όπως ήταν στην Αριζόνα όπου βρέθηκαν κάποια στιγμή ελεύθεροι άνθρωποι και αποφάσισαν να τα βρουν. Και τα βρήκαν. Και έφτιαξαν αυτό το υπέροχο πράγμα που λέγεται Αμερική...

— Εξακολουθούμε να τους χρησιμοποιούμε τους μετανάστες;

  • Μα, σίγουρα, όταν δεν τους δίνουμε δικαιώματα, όταν τους πετάμε βιτριόλι, όταν προσπαθούμε να τους σκοτώσουμε ατιμωρητί, ασφαλώς τους χρησιμοποιούμε. Σαν να είναι δούλοι...

— Εμείς τι έχουμε πάρει από αυτή τη συνύπαρξη; Πόσο μας έχει αλλάξει;

  • Δεν μπορούμε να γενικεύουμε. Μπορεί να έχει αλλάξει εσένα, εμένα, συγκεκριμένους ανθρώπους. Σε μια σειρά πολιτών αυτής της χώρας, ναι, έχει επέλθει μια αλλαγή, διότι δεν είναι πια κάτι που σε φοβίζει. Δεν είναι ο Αλιεν που έρχεται από άλλον πλανήτη. Είναι άνθρωποι με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου γένους, που έχουν έναν Θεό, δεν σε ενοχλούν. Πώς όταν κάνει μια γιορτή και εμφανίζονται περισσότεροι καλεσμένοι; Ε, χίλιοι καλοί χωράνε. Οσο και να θέλουμε να αυτομαστιγωνόμαστε και να μειώνουμε τον εαυτό μας, υπάρχει μια ανοχή. Δεν σου μιλάω για την αγάπη, έτσι όπως εμφανίζεται σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, όταν φτάνουν αυτοί οι άνθρωποι και δεν έχουν από πού να κρατηθούν γιατί δεν υπάρχει ούτε κρατική μέριμνα ούτε τίποτα και προσέρχονται απλοί άνθρωποι και τους περιθάλπουν. Εχω ακούσει για έναν παπά στη Χίο, ο οποίος έχει φτιάξει κάτι σαν ίδρυμα υποδοχής. Ε, μην περιμένεις να δεις μια ολόκληρη κοινωνία να σηκωθεί και ν’ αρχίσει να αγκαλιάζει τον κοντινό της, ν’ ακολουθεί, δηλαδή, τα χριστιανικά διδάγματα. Δεν θα το δεις ως σύνολο, αλλά περιπτώσεις υπάρχουν. Και υπ’ αυτήν την έννοια, μας έχει αλλάξει η παρουσία των ξένων.

— Η έξαρση της εγκληματικότητας πιστεύετε ότι μπορεί να ξανακάνει πιο συντηρητική την άποψή μας κυρίως προς τους ξένους;

  • Οχι κυρίως προς τους ξένους. Προς εμάς τους ίδιους θα την κάνει. Ο κίνδυνος αυτός είναι: να συντηρητικοποιηθούμε εμείς. Θα αρχίσουμε να ζητάμε και να έχουμε ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία και αστυνόμευση. Είχε γράψει ο Σταύρος ο Λυγερός στην «Κ» ένα εξαιρετικό κείμενο γι’ αυτήν την προοπτική.

— Αυτό σας ανησυχεί ως προοπτική κοινωνίας;

  • Ασφαλώς, αλλά ελπίζω να μη φτάσουμε ώς εκεί. Εχω την ελπίδα ότι πλησιάζοντας τον πάτο του βαρελιού, θα υπάρξουν άνθρωποι που θα συνειδητοποιήσουν πού κατρακυλάμε και θα το συγκρατήσουν. Είτε είναι πολιτικοί, άρχοντες δηλαδή, είτε είναι απλοί άνθρωποι. Γιατί πιστεύω ότι υπάρχουν δυνάμεις στην ελληνική κοινωνία που σκέφτονται υγιώς και είναι σε θέση να σταθούν όρθιοι και να πουν «όχι».

— Να πουν «όχι» σε τι;

  • Σε μια κατρακύλα που μπορεί να οδηγήσει σ’ έναν ακραίο συντηρητισμό, όπου θα φτάνει να διψάς για έναν αρχηγό, να ’χεις ανάγκη κάποιον που θα είναι ο μεγαλοαστυνόμος που θα βάλει σε τάξη τα πράγματα. Εχουμε παράδοση στο «Οχι». Και μην πάει ο νους στην 28η Οκτωβρίου, ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας αυτό. Και μας έχει καθορίσει. Είπαν τότε οι άρχοντες, οι σοφοί, οι νοικοκυραίοι: «Για σταθείτε, ρε παιδιά. Θα μας ξεπατώσουν όλους οι Τούρκοι; Να συνεργαστούμε». Και υπήρχαν και κάτι τρελαμένοι που είπαν «μ’ αυτούς ποτέ» και πήραν τα βουνά.

— Εσείς είστε μ’ αυτούς που παίρνουν τα βουνά ή μ’ αυτούς που επιδιώκουν τη συναίνεση;

  • Ε, πλησιάζω τα 70 μου χρόνια. Το να κάνεις επανάσταση θέλει και νιάτα. Μην έχεις, όμως, πολλή εμπιστοσύνη στους γέρους που επαναστατούν. Οπως να μην έχεις εμπιστοσύνη και στους ηλικιωμένους που επιδιώκουν την παρέα των νέων. Τους θεωρώ ανυπόληπτους. Δεν λέω ότι οι νέοι δεν πρέπει να επιδιώκουν τη συντροφιά των γέρων. Λέω ότι οι γέροντες δεν έχουν κανένα λόγο να επιδιώκουν τη συντροφιά των νέων.

Εκκλησία και Αριστερά

— Ποια σχέση έχετε με την πίστη;

  • Αγωνίζομαι να πιστεύω. Δεν είναι εύκολο πράγμα αυτό.

— Είναι κάτι που ανακαλύψετε όψιμα στη ζωή σας;

  • Οχι. Μεγάλωσα σε σπίτι χριστιανικό που από νωρίς με οδήγησε στην εκκλησία. Η μάνα μου, κυρίως, που ήταν βαθύτατη χριστιανή. Αρκετά νωρίς είχε μπει η σχέση μου με την εκκλησία και τους ανθρώπους της. Αυτό στη μετεφηβική μου ηλικία ενώθηκε με την Αριστερά, γιατί το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη δεν καθησύχαζε από τον λόγο του Χριστού, δεν αρκούσε. Ο αγώνας μου να πιστέψω όμως έρχεται από πολύ παλιά, δεν είναι κάτι όψιμο.

— Τα τελευταία χρόνια θεωρείτε ότι ούτε η Αριστερά επαρκεί γι’ αυτόν τον παρηγορητικό λόγο;

  • Σίγουρα. Αν δείτε πόσο έχουν συρρικνωθεί αυτά τα μορφώματα της Αριστέρας σε όλη την Ευρώπη, είναι φανερό. Δεν αρκεί. Υπάρχει μια πολύ βαθιά αντίφαση στον πολιτικό λόγο και στη σωτηρία του ανθρώπου. Η Αριστερά έχει παρατήσει τον μέσα εαυτό κι αυτό είναι κεφαλαιώδες για την ηρεμία του ανθρώπου. Η εκκλησία απαντάει σε αυτό το ζήτημα ως προς τη σωτηρία του ανθρώπου. Δεν απαντάει στα μεγάλα, στα κοινωνικά οράματα, κ.λπ. Γι’ αυτό και ως μετέφηβος σάλταρα στην Αριστερά...

— Και αργότερα ξαναπλησιάσατε στην εκκλησία;

  • Ναι, γιατί αυτό που με ενδιαφέρει είναι η σωτηρία του ανθρώπου; Το σημαντικό είναι να τσακίσουμε το εγώ, που σημαίνει ότι ανέχεσαι τους ανθρώπους, μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη.

— Οταν λέτε ότι αγωνίζεστε να πιστέψετε εννοείτε ότι προσπαθείτε να τιθασεύσετε το «εγώ»;

  • Ναι, φυσικά. Η αναγνώριση του λάθους, η καταστροφή του εγώ είναι το βασικό. Εδώ ακόμα και η Αριστερά έχει ανακαλύψει την αυτοκριτική, που στην ουσία είναι η αφορμή για να τσακίσει τον αντίπαλο. Κοιτάξτε, ζούμε σ’ έναν κόσμο που καλλιεργεί υπέρμετρα το «εγώ». Κερδίζουμε χρήματα, φήμη, δόξα, όλα όσα δημιουργούν ένα υπερφυσικό «εγώ». Κι όταν πιάνουν κάποιον στα πράσα να κλέβει, δεν έχει το κουράγιο να το παραδεχτεί. Ακόμα και ο Παλαιοκώστας, όταν τον συνέλαβαν πριν από την τελευταία απόδραση, δεν τον είδα ούτε να διαμαρτύρεται ούτε να μαζεύουν διάφοροι υπογραφές. Είπε απλώς, «χάσαμε». Κι όταν πιάνουν κάποιον να έχει κατεβάσει μια βιτρίνα, το πρώτο που κάνουν είναι να μαζέψουν υπογραφές για να τον αφήσουν. Διότι απλώς πέρναγε, και ο αέρας φύσηξε την τζαμαρία κ.λπ. Ενώ ο Παλαιοκώστας με αξιοπρέπεια είπε «χάσαμε».

«Πυροβολείς την υπερβολή»;

— Εχετε εμπιστοσύνη στους νέους σήμερα ή υπάρχουν πράγματα που σας ενοχλούν;

  • Εμπιστοσύνη δεν μπορώ να πω, αλλά έχω ελπίδα, διότι γνωρίζω περιπτώσεις νέων ανθρώπων, οι όποιοι όχι ότι σκέφτονται σαν εμένα, αλλά διαφοροποιούνται από εκδηλώσεις –όπως από τις ακρότητες του περασμένου Δεκέμβρη– και στέκονται κριτικά απέναντι σε μαζικές εξάρσεις.

— Μπορείτε να αποδεχτείτε και τις υπερβολές; Θεωρείτε ότι είναι ίδιον μιας νεότητας;

  • Σίγουρα. Γιατί όταν έχουμε τέτοιας εκτάσεως φαινόμενα εκ των πραγμάτων η υπερβολή είναι εκεί. Και το δίλημμα που έχεις είναι: θα την πυροβολήσεις την υπερβολή για να μην υπάρχει; Η απάντησή μου είναι όχι.

— O ρόλος των γερόντων σε αυτήν την περίπτωση ποιος είναι;

  • Να υπενθυμίζουν τον στίχο του Κώστα Μόντη: «Κουράγιο κωπηλάτες. Υπομονή κωπηλάτες». Να υπενθυμίζουν τον λόγο της αγάπης, δηλαδή. Που λέει ότι το κακό δεν πολεμιέται με το κακό, απλώς το ανακυκλώνει.

Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, 22/03/2009

Δημήτρης Νόλλας: Η Ασμάτ μες στου Αιγαίου τα νερά

Συνέντευξη: Δημήτρης Νόλλας
  • Το τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Νόλλα είναι μια νουβέλα για το πώς αντιλαμβανόμαστε ό,τι μας είναι ανοίκειο. Με τα «Ναυαγίων πλάσματα» εγκαινιάζεται η νέα σειρά των εκδόσεων «Κέδρος», με τον εύγλωττο τίτλο «Εμείς και οι άλλοι». Πρόκειται για την ιστορία της Ασμάτ, η οποία γαντζωμένη σε μία πόρτα-αυτοσχέδια σχεδία, ξεβράζεται σ' ένα νησί του Αιγαίου, όπου θα την περισυλλέξει ο Ρήγας, ο λιμενοφύλακας. Είναι μία από τις εκατοντάδες λαθρομετανάστριες οι οποίες εγκαταλείπουν τις χώρες της φτώχειας και της δυστυχίας, πέραν της Ανατολίας, αναζητώντας καλύτερη τύχη στον ψευδεπίγραφα θαυμαστό καινούργιο κόσμο της Δύσης. Ξένη ανάμεσα στους «ξένους» νησιώτες, η Ασμάτ θα ερωτευτεί, θα αγαπήσει και θα αγαπηθεί. Ο θάνατός της στην άκρη του γκρεμού θα φέρει τα πάνω κάτω στη μικροκοινωνία του νησιού.
Οι οικονομικοί μετανάστες στάθηκαν η αφορμή να μιλήσετε για το «άλλο», το «διαφορετικό», το «ξένο».
  • «Να μιλήσω για οτιδήποτε δεν μας μοιάζει. Και είναι τόσο πολλά».
Την κεντρική ηρωίδα σας, της οποίας δεν δηλώνεται η εθνικότητα, δεν την ψυχογραφείτε. Αντιθέτως την τοποθετείτε απέναντι στους άλλους σαν έναν καθρέφτη, όπου ο κάθε ντόπιος αντικρίζει την προσωπικότητά του. Γιατί επιλέξατε αυτή την τεχνική;
  • «Δεν ήθελα να αυθαιρετήσω. Οταν θέλεις να ψυχογραφήσεις έναν χαρακτήρα, έχεις ανάγκη να χρησιμοποιήσεις τις δικές σου παρατηρήσεις, αλλά και να δώσεις τον λόγο στον ήρωά σου. Επειδή, λοιπόν, εν προκειμένω η ηρωίδα μου δεν γνωρίζει ελληνικά, δεν ήθελα να αγορεύει, να λέει πράγματα για τους άλλους. Σε τι ελληνικά θα τα έλεγε; Στα ελληνικά τα δικά μου;».
Τρία είναι τα βασικά πρόσωπα τα οποία περιστρέφονται γύρω από την ξένη γυναίκα: ο απόμαχος τυφλός ναυτικός, ο μικροαστός λιμενοφύλακας και ο κυνικός λιμενάρχης. Τι εκπροσωπεί ο καθένας από αυτούς και πώς επηρεάζουν τη δράση της νουβέλας σας;
  • «Και οι τρεις συμβολίζουν την πραγματικότητα του Ελληνα. Εχει καταντήσει άνθρωπος κυνικός, άνθρωπος που έχει βάλει το "εγώ" κορόνα στο κεφάλι του, οτιδήποτε είναι έξω από αυτόν, είτε είναι ξένο είτε είναι ακόμη και συγγενικό, δεν τον αφορά. Το εγώ του δεν τον αφήνει να ανοιχτεί προς τον άλλο».
Γιατί επιλέξατε ως σκηνογραφία του βιβλίου σας ένα ελληνικό νησί, κατά κύριο λόγο λουσμένο στο άπλετο μεσογειακό φως;
  • «Ο δρόμος των ξένων, εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια, είναι ο δρόμος της θάλασσας. Μου φάνηκε ο χώρος πιο ελληνικός. Αλλωστε, δεν σας το κρύβω ότι θεωρώ το Αιγαίο τον κατ' εξοχήν ελληνικό χώρο».
Ισως ο αναγνώστης μπορέσει να ανιχνεύσει κάποια «σκηνοθετικά» στοιχεία, παρμένα από τον παπαδιαμαντικό κόσμο;
  • «Δεν μπορώ αυτό να το πω. Αυτό, όμως, που μπορώ να σας διαβεβαιώσω είναι πως τα γραψίματά μας, όπως κι εμείς οι ίδιοι, είμαστε παιδιά των εμπειριών μας, των αναγνωσμάτων μας και των σχέσεών μας με τους άλλους».
Εκτιμάτε ότι στη νουβέλα υπάρχουν και στοιχεία νουάρ;
  • «Και μόνον το γεγονός ότι έχουμε το θάνατο μιας ξένης γυναίκας, ο οποίος πυροδοτεί μια αντιπαράθεση και μια σύγχυση στην κοινότητα, αυτό οπωσδήποτε είναι ένα στοιχείο νουάρ. Εμμέσως προκύπτει το ερώτημα: ποιος και πώς το 'κανε";».
Πάντως, αρέσκεστε να παίζετε με το χρόνο δράσης και με τους αφηγητές. Ετσι είναι;

  • «Ετσι είναι. Να σας θυμίσω ότι ο αφηγητής ξεκινάει παραθέτοντας τα στοιχεία του δράματος και των χαρακτήρων γύρω από αυτό και, από μία στιγμή και πέρα, την αφήγηση τη φορτώνεται ο τυφλός ναυτικός».
Ποιο είναι το μερίδιο του τραγικού και ποιο του κωμικού στην αντιμετώπιση του πεζογραφικού σας υλικού;
  • «Το τραγικό διαπερνά όλη την ιστορία και μόνον από το γεγονός πως το κύριο πρόσωπο της ιστορίας, δηλαδή η Ασμάτ, αφήνει μια κόλαση και έρχεται σ' έναν παράδεισο για ένα κομμάτι ψωμί. Ωστόσο, συναντά τον θάνατό της σαν σε προκαθορισμένο ραντεβού. Οσο για το κωμικό, φέρνει την παλάντζα της ζωής στα ίσα της».*
Οι δημόσιες σχέσεις δεν είναι για χόρταση

Για ποιους λόγους αποχωρήσατε από τη θέση του προέδρου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου;
  • «Για το θέμα της πολιτικής βιβλίου της σημερινής κυβέρνησης είναι καλύτερα να ρωτήσει κανείς έναν εκδότη και όχι έναν συγγραφέα. Τώρα, για το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και τη θητεία μου σ' αυτό: Οι δημόσιες θέσεις δεν είναι για χόρταση. Οταν έρχεται η ώρα, που είναι πάντα τώρα, και πιστεύεις πως έκανες αυτό που είχες να κάνεις, καλό είναι να επιστρέφεις στο σπίτι. Και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει σπίτι για έναν συγγραφέα».
  • Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 - 21/03/2009

Saturday, December 13, 2008

Ο Κούντερα είχε ανοίξει έναν λογαριασμό που περίμενε την ώρα του να εξοφληθεί

Του Δημητρη Νολλα*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Τι θα κάνουμε με όλους εκείνους που υπήρξαν κομμουνιστές στα νιάτα τους και εξακολουθούν να ζουν ανάμεσά μας; Με όλους αυτούς που έζησαν, δούλεψαν, στήριξαν και ύμνησαν ένα καθεστώς ανελεύθερο, όπου η διαφορετική άποψη εξασφάλιζε εισιτήριο για το ψυχιατρείο, και συνεχίζουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Τι ακριβώς καλούνται να πληρώσουν; Και το ερώτημα, βεβαίως, δεν αφορά τους ανθρακωρύχους της Τσεχίας. Αυτοί, μετά το 1989, εντάχθηκαν στο καταναλωτικό χοιροστάσιο, αφού κατέθεσαν το σκαλπ της ψυχής τους, και τους αρέσει.

Το ερώτημα αφορά εκείνους που κατάφεραν να εκφράσουν την κόλαση του εικονικού παραδείσου που ανοιγόταν μπροστά μας, με αποτέλεσμα να έρθουν αντιμέτωποι με την καρδιά του συστήματος: με τα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Γιατί ποιος νοιάζεται και γιατί με το τι έκανε 60 χρόνια πριν ένας νεαρός κομμουνιστής. Η προβολή μιας πράξης του στο σήμερα δεν μπορεί παρά να έχει στόχο τη σημερινή του στάση ζωής.

Το αστυνομικό μέρος της ιστορίας: αρχές της δεκαετίας του ’50, ένας 20χρονος φοιτητής, νέος κομμουνιστής και υπεύθυνος της φοιτητικής εστίας, στην οποία ζούσε, ανέφερε την παρουσία ενός παρείσακτου στους χώρους της, εκεί που ακόμη και οι συγγενείς-επισκέπτες των φοιτητών έπρεπε να δηλώνονται στην αστυνομία.

Σήμερα, 60 χρόνια μετά, ο Μίλαν Κούντερα εγκαλείται, επειδή επέδειξε ανικανότητα να διακρίνει στο πρόσωπο ενός Αμερικανού πράκτορα έναν «μαχητή της ελευθερίας» και να τον καλύψει. Και επιπλέον επέτρεψε να καταλυθεί το πανεπιστημιακό άσυλο, διστάζοντας να προτάξει τα στήθη του. Στην Τσεχοσλοβακία του 1950.

Στην καλύτερη καφκική παράδοση, το πρωθύστερο χτυπάει κόκκινο, καθώς ο Κούντερα δέχεται χτυπήματα απαξίωσης του πνευματικού του έργου, της ίδιας του της υπόστασης. Καμία συγχώρεση για ό, τι υπήρξε, και εδώ το ζητούμενο είναι να χτυπηθεί στο πρόσωπο του Κούντερα η δυναμική του έργου του. Ενός συγγραφέα που ήδη σε ανύποπτο χρόνο είχε καταγγείλει πως ο συγγραφέας σήμερα «δεν απευθύνεται πλέον ευθέως στο αναγνωστικό κοινό – πρέπει να επικοινωνήσει μαζί του μέσω ενός ημιδιαφανούς πέπλου που έχουν υψώσει τα ΜΜΕ». Εχοντας μιλήσει έτσι, εδώ και 25 χρόνια, και έκτοτε αποκλείοντας το νταραβέρι με τους δημοσιογράφους και τους «κλακαδόρους της τηλεόρασης», ο Κούντερα είχε ανοίξει έναν λογαριασμό που περίμενε την ώρα του να εξοφληθεί. Ο Κούντερα δεν «έπαιζε μπάλα» κι αν δεν ήταν αυτή η ιστορία, θα βρισκόταν κάτι άλλο να τον συνετίσει. Αν το πνεύμα του «παμπουστισμού» δεν είχε κατακλύσει την σύγχρονη κοινωνία, θα είχαν ήδη επιστρατευθεί στην περίπτωσή του ένα ροζ καλσόν και ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες. Το να καταγγέλλεις τους κομμουνιστές και τα πεπραγμένα τους, αλλά και την ίδια την ύπαρξή τους ως προσώπων που είχαν την ατυχία να γεννηθούν ανάμεσα στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού, και επέμεναν να υψώνουν ανάστημα στη λαίλαπα στην οποία παραδέρνουν πλέον οι πάντες, είναι όρος ύπαρξης του σημερινού συστήματος. Δεν αρκεί πως εκείνο το σύστημα κατέρρευσε σαν ολοζώντανη απόδειξη του αδιεξόδου του, κι όσοι έζησαν εντός του να το αναθεματίσουν για να μην υπάρξει ούτε η ανάμνησήπρέπει του. Οσ οι υπήρξαν τότε, στο μισό του κόσμου, δεν έπρεπε να έχουν ζήσει. Ο Κούντερα δεν έπρεπε ναυπάρχει, ήταν λάθος που γεννήθηκε. Η μουγγαμάρα της πνευματικής κοινότητας μπροστά στην πυρά. Οποιος φοβάται και τρομοκρατείται είναι έτοιμος να δεχτεί προστάτη. Ο τρόμος πρέπει να καλύψει τα πάντα, από τις φυσικές καταστροφές μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου, ώστε οι προστάτες να κυριαρχήσουν. Η υπόθεση Κούντερα κι ο χειρισμός της είναι μάρτυρες.

* Ο Δημήτρης Νόλλας είναι συγγραφέας.