Showing posts with label Ρίλκε Ράινερ Μαρία. Show all posts
Showing posts with label Ρίλκε Ράινερ Μαρία. Show all posts

Saturday, December 3, 2016

Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Ο Αυστρογερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε [Rainer Maria Rilke4 Δεκεμβρίου 1875 – 29 Δεκεμβρίου 1926)] γεννήθηκε στην Πράγα από πατέρα πρώην στρατιωτικό και μητέρα μια κοσμική γυναίκα, από πλούσια οικογένεια βιομηχάνων, κόρη αυτοκρατορικού συμβούλου. Ως παιδί και έφηβος δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Η παιδεία του ήταν ανοργάνωτη και αποσπασματική. Αρχικά ακολουθεί στρατιωτική εκπαίδευση, όμως αδυνατεί να προσαρμοστεί και τελικά λόγω εύθραυστης κράσης την εγκαταλείπει.

Sunday, March 13, 2011

Νέα ανάγνωση στις «Ελεγείες» του Ρίλκε

Η Μαρία Τοπάλη έπειτα από χρόνια ολοκληρώνει την ερμηνευτική προσέγγιση του πιο ώριμου έργου του Τσέχου ποιητή
  • Του Σπυρου Γιανναρα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 13 Mαρτίου 2011
Μια νέα ανάγνωση του κορυφαίου ποιητικού έργου του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, των «Ελεγειών του Ντουίνο», αποπειράται η ποιήτρια και μεταφράστρια Μαρία Τοπάλη. Η νέα μετάφραση -η οποία, όπως επισημαίνει, είναι πάντοτε μια εντατική μορφή ανάγνωσης- πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη στις αρχές Απριλίου. Η μεταφραστική προσπάθεια, που ξεκίνησε το 2003 και δημοσιεύθηκε σε μια πρώτη -διερευνητική αντιδράσεων- μορφή στο περιοδικό «Ποίηση», χρειάστηκε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία για να ολοκληρωθεί. Περίπου, δηλαδή, τον χρόνο που χρειάστηκε ο Τσέχος ποιητής που άλλαξε τη γερμανική επηρεάζοντας βαθύτατα σύνολη την ευρωπαϊκή ποίηση, για να ολοκληρώσει το πιο απαιτητικό, ίσως, έργο του.

«Οι Ελεγείες του Ντουίνο αποτέλεσαν, μαζί με τα Σονέτα στον Ορφέα τον πιο ώριμο καρπό του έργου του. Ο Ρίλκε συνειδητά και βασανιστικά περίμενε και επιδίωξε την ωρίμανσή του για δέκα ολόκληρα χρόνια. Θα έλεγε κανείς, και το είπαν ή το υπαινίχθηκαν πολλοί, αλλά και ο ίδιος στις πολυάριθμες επιστολές του, ότι όλη του η ζωή έτεινε προς τον σκοπό της ολοκλήρωσης αυτού του έργου. Μετά από αυτό, δεν έγραψε πλέον κάτι εξίσου σημαντικό και, λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1926, πέθανε από λευχαιμία, σε ηλικία πενήντα ενός μόλις ετών», σημειώνει η μεταφράστρια στο επίμετρό της έκδοσης.

Η ερμηνευτική προσέγγιση της Τοπάλη προκύπτει από τη συνεχή επαλήθευση μέσω της πλούσιας σχολιασμένης έκδοσης των πηγών (Materialien) και τη σχολιασμένη έκδοση των Ελεγειών, των διαισθήσεων που γεννάει η «εντατική ανάγνωση». Αυτό που επαληθεύει και εν τέλει υποστηρίζει τόσο στις εμβριθείς σημειώσεις, όσο και κυρίως στο πλούσιο επίμετρο, είναι η μοναδικότητα ενός ποιητή, ο οποίος περισσεύει από κάθε προκρούστεια λογοτεχνική κλίνη, τόσο των προκατόχων του, της ρομαντικής σχολής όπως ο Χαίλντερλιν ή ο Νοβάλις, όσο και εκείνης του μοντερνισμού, με τους εκφραστές της οποίας όπως ο Ελιοτ ή ο Πάουντ τον συνδέουν επίσης δεσμοί συγγένειας.

«Ο Ρίλκε είναι θεϊκός, αλλά όχι νεφελώδης», τονίζει εμφατικά η Τοπάλη. «Ετσι ο Ρίλκε, τελειοποιώντας τη μορφή της γερμανόφωνης ποίησης, ολοκλήρωσε την παράδοση και την παρέδωσε στον Τσέλαν, έχοντας ταυτόχρονα εισαγάγει νεωτερικά στοιχεία που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανανέωσή της. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Μούζιλ πως ο Ρίλκε «τελειοποίησε για πρώτη φορά το γερμανικό ποίημα». Ο Τσβάιχ κάνει λόγο για «άπειρο τέντωμα της γλώσσας που χρειάστηκε να υπερβεί τα όριά της και να καμφθεί ώς τις απύθμενες αβύσσους της», και τοποθετεί τον Ρίλκε -χάρη στις Ελεγείες- στο ίδιο επίπεδο ποιητικού μεγαλείου με τους Χαίλντερλιν και Νοβάλις», αναφέρει ενδεικτικά στο επίμετρο.
  • Συνέπεια και σαφήνεια
«Το έργο του διακρίνεται για τη μεγάλη συνέπεια, αλλά και τη μεγάλη του σαφήνεια. Με αυτόν τον γνώμονα, χωρίς να θέλω να αφήσω κανένα σκοτεινό ή νεφελώδες σημείο να αιωρείται, δούλεψα τη μετάφραση μέχρι το τέλος», προσθέτει. Η προσωπικότητα και ο ταραγμένος βίος του Ρίλκε (με αποκορύφωμα, ίσως, την ταραγμένη δεκαετία των «Ελεγειών») προσφέρουν πλούσιο υλικό για τη σκιαγράφηση του σχηματικού πορτρέτου του ρομαντικού καταραμένου ποιητή: «Ηταν, λοιπόν, ένας απροσάρμοστος, αλαφροΐσκιωτος μυστικιστής, αλλόκοτος, ακατανόητος για τον πολύ κόσμο; Σήμερα υπάρχουν πλήθος πηγές και τεκμήρια για να αντικρούσουν αυτή την προσέγγιση της ριλκεϊκής προσωπικότητας, που δεν υπήρξε, βέβαια, άμοιρη συνεπειών για την πρόσληψη του έργου του, και ειδικά των Ελεγειών».

Το δεύτερο σημείο στο οποίο επιμένει η εργασία της Τοπάλη αφορά την πρόσληψη του ποιητικού έργου και συγκεκριμένα των «Ελεγειών» του Ρίλκε στην Ευρώπη και εν συνεχεία στην Ελλάδα: «Ο Ρίλκε, μέχρι τη δεκαετία του '50, διαβάζεται στην Ελλάδα αποσπασματικά· προσλαμβάνεται, αντίστοιχα, με τρόπο μάλλον παραμορφωτικό και, πάντως, εξαιρετικά περιοριστικό ως προς το εύρος και την εμβέλεια του μείζονος έργου του».

Και πιο κάτω: «Ο Καραντώνης κάνει τρεις αναφορές στον Ρίλκε, συσχετίζοντάς τον, αντίστοιχα, με τέσσερις ελληνικές ποιητικές φωνές: τους Γ. Σαραντάρη, Α. Δικταίο, Ζ. Καρέλλη και Μελισσάνθη. Στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, αφιερωμένο στους ποιητές που, κατά τον Καραντώνη, «κλείνουν» τον κύκλο αυτών που δίδαξαν τη μοντέρνα ποίηση, στους οποίους συγκαταλέγει τον Γ. Σαραντάρη, ο συγγραφέας τού αποδίδει «στιγμές υποστασιακού και μαζί ιδεαλιστικού λυρισμού, όπως εκείνες του Σέλλεϋ, του Σολωμού, του Ρίλκε» - «όμως ελληνικότατα φωτισμένες»», όπως βιάζεται να προσθέσει, στο πνεύμα της γενιάς του '30, «διατυπωμένες με μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα που πάντα ήταν το άσφαλτο γνώρισμα της γνήσιας ποίησης, όποια μορφή κ' αν υποδύεται».
  • Το ποιητικό εγχείρημα
Στις «Ελεγείες του Ντουίνο» ο Ρίλκε πραγματοποιεί έναν ελιγμό εσωτερίκευσης των δύο αντιθέτων που συνιστούν ένα όλον, δηλαδή της ζωής και του θανάτου, «μετακινώντας» το ποιητικό έργο στο μεταίχμιο ορατού και αοράτου, δηλαδή εντός της επικράτειας της αιωνιότητας στην οποία μετέχουν τα πάντα: «Μόνον εντός μας μπορεί να συντελεστεί αυτή η εσώτατη και διαρκής μεταβολή του ορατού σε αόρατο, μη εξαρτώμενο πλέον από την ύπαρξή του ως ορατού και απτού, έτσι όπως κι η ίδια η μοίρα μας γίνεται εντός μας ολοένα και περισσότερο υπαρκτή και αθέατη ταυτόχρονα. 

Οι Ελεγείες θέτουν έναν τέτοιο κανόνα του υπάρχειν: διασφαλίζουν, πανηγυρίζουν τούτη τη συνείδηση. Την τοποθετούν προσεκτικά στο πλαίσιο των δικών της παραδόσεων διεκδικώντας υπέρ της όσα από αρχαιοτάτων χρόνων παραδόθηκαν από γενιά σε γενιά ή και φήμες τέτοιων παραδόσεων, ακόμη δε και στην αιγυπτιακή λατρεία των νεκρών υποβάλλουν μια προϋπάρχουσα γνώση τέτοιων συσχετίσεων», αναφέρει ο Ρίλκε στην επιστολή του προς τον Βίτολντ Χούλεβιτς, η οποία αποτελεί το μοναδικό δικό του σχόλιο στις «Ελεγείες». Απόσπασμα από τις «Ελεγείες».

«Εραστές που χορταίνετε ο ένας τον άλλο, εσάς θα ρωτήσω να μάθω
για μας. Αδράχνετε ο ένας τον άλλον, μα έχετε απόδειξη; Δείτε,
συμβαίνει καμιά φορά το ένα μου χέρι να νιώσει το άλλο
ή κουρασμένο να γείρει εντός τους το πρόσωπο. Αυτό μου δίνει λιγάκι
συναίσθηση. Μα ποιος θα τολμούσε σ' αυτό να αρκεστεί
για να υπάρξει;»
Δεύτερη Ελεγεία, στιχ. 42-44

Saturday, September 26, 2009

Ζήστε όπως ο Ρίλκε

  • Το πάθος της ζωής και της γραφής, η μέθη του έρωτα, η εμπειρία της απώλειας και η εξοικείωση με τον θάνατο μέσα από τα γράμματα του κορυφαίου γερμανόφωνου ποιητή

  • του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009



Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Iταλός ποιητής μού είχε πει πριν από μερικά χρόνια στην Τεργέστη πως αποφάσισε να μάθει γερμανικά προκειμένου να διαβάσει τιςΕλεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε στο πρωτότυπο. Μου φαίνεται ότι είναι ο μεγαλύτερος έπαινος για τον ποιητή που επεδίωξε να εκφράσει το ανείπωτο- και σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε. Αυτό εν τούτοις προϋπέθετε την καταβύθιση στα βαθύτερα στρώματα της ύπαρξης και την ακατάβλητη προσπάθεια να αποτυπώσει στο έργο του την ενότητα της ζωής και του θανάτου, ζώντας ο ίδιος μέσα στο έργο του- και από το έργο του.
  • Ενα αποστολικό πλάσμα
Ο Νταλί είχε χαρακτηρίσει κάποτε τον Λόρκα«πλάσμα αποστολικό», κάτι τέτοιο όμως ισχύει πολύ περισσότερο για τον Ρίλκε. Εκείνος ο δανδής από την Πράγα με τα βαθιά και στοχαστικά μάτια, ο αναχωρητής και ταυτοχρόνως κοσμοπολίτης θα μας έδινε στιςΕλεγείες του Ντουίνομια από τις μεγαλύτερες ποιητικές συνθέσεις του αιώνα που μας πέρασε. Και με τιςΣημειώσεις του Μάλτε Λάουριντζ Μπρίγκε,ένα πεζογράφημα απείρως ανώτερο από την εξπρεσιονιστική λογοτεχνία της εποχής, σε σημείο ώστε πολλοί να πιστεύουν ακόμη και σήμερα πως η μόνη γερμανόφωνη πρόζα με την οποία μπορεί κανείς να το παραβάλει είναι τα έργα του Κάφκα. Αυτός που ήταν βυθισμένος στο έργο του, ο ανυπέρβλητος στυλίστας για τον οποίο η τελειότητα αποτελούσε το μόνο του μέλημα, ήταν ένας άνθρωπος που επικοινωνούσε με τους φίλους και τους γνωστούς του στο επίπεδο μιας ανεπανάληπτης οικειότητας, γι΄ αυτό και σήμερα η τεράστια αλληλογραφία του θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα του δημιουργικού του έργου. Οι επιστολές τού Ρίλκε, ο οποίος δεν διάβαζε κριτικές για τα βιβλία του, δεν είναι τα προλεγόμενα της ποίησής του αλλά συνιστούν τις προεκτάσεις και τα ημερολόγιά της. Είναι όμως και καταθέσεις ψυχής, αναπτύγματα ενός κόσμου που διαπλατυνόταν και βάθαινε μέσα στη συνείδησή του σε τέτοιο σημείο ώστε να εμπνέει όχι μόνο τους αναγνώστες και τους ομοτέχνους του αλλά και ανθρώπους με διαφορετικά ενδιαφέροντα. Το dasein του Χάιντεγκερ, επί παραδείγματι, δεν είναι άστοχο αν το εκλάβει κάποιος ως φιλοσοφική προέκταση του κόσμου του Ρίλκε. Η φαινομενολογία του Χούσερλ έχει επηρεαστεί από το έργο του και η κατάδυση του Τόμας Μαν στον κόσμο της αρρώστιας, από όπου αναδύεται ένα πάθος ζωής που γίνεται τόσο πιο έντονο όσο πιο σοβαρή είναι η αρρώστια, οφείλει πολλά στον ποιητή αυτόν, ο οποίος πριν από ενενήντα χρόνια κατάφερε στο κάστρο του Ντουίνο, ατενίζοντας την υδάτινη πεδιάδα της Αδριατικής, να ακούσει τα φτεροκοπήματα των αγγέλων και να «δει» τα Χερουβείμ του χρόνου πάνω από την άβυσσο.
  • Ανθολόγιο ποιητικής
Ο Ούλριχ Μπέερ, αναπληρωτής καθηγητής Γερμανικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, συνέθεσε έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τόμο, ανθολογώντας- κυρίως από την τεράστια αλληλογραφία του Ρίλκε- αποσπάσματα που καλύπτουν βασικούς τομείς του επιστητού. Ο ποιητής μιλάει ανάμεσα στα άλλα για τη ζωή και για το ζην, για την παιδική ηλικία και την εκπαίδευση, για τη φύση, τη μοναξιά, τη γλώσσα, τον έρωτα, την απώλεια και τον θάνατο, για την εργασία, την πίστη και την τέχνη, για τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Ο Μπέερ γράφει μια διεισδυτική εισαγωγή, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο του ποιητή και χρησιμοποιώντας όσα βιογραφικά στοιχεία τού είναι αναγκαία για να ερμηνεύσει τη στάση του απέναντι στις εκφάνσεις του καθολικού, τις επιθυμίες, τα όνειρα και τα οράματά του ως την τελευταία ημέρα της ζωής του (ο Ρίλκε πέθανε 51 ετών από λευχαιμία, στις 29 Δεκεμβρίου 1926, σε ελβετικό νοσοκομείο).

Το βιβλίο αναφέρει πολύ περισσότερα από όσα υπονοεί ο τίτλος. Πρόκειται για ανθολόγιο ποιητικής, ένα βιβλίο για την επιθυμία και την απώλεια, για τη ζωή και την τέχνη και κυρίως για το πώς αλληλεπιδρούν. Εκτός αυτού είναι ολοφάνερο από τις πρώτες ακόμη σελίδες ότι αυτό που πρωτίστως ένοιαζε τον Ρίλκε ήταν το πώς θα υποτάξει τη ζωή στην τέχνη του- πράγμα που συνεπαγόταν βαθιά και μόνιμη μοναξιά.«Αϊ-Βασίλη της μοναξιάς»είχε αποκαλέσει τον Ρίλκε ο Γ. Χ. Οντεν. Οσο και αν ο χαρακτηρισμός ακούγεται επιτιμητικός, δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια, γι΄ αυτό και ορθώς ο Μπέερ υπονοεί πως ο πραγματικός Ρίλκε δεν προκύπτει από τις βιογραφίες που έγραψαν για αυτόν αλλά από όσα κατέθεσε ο ίδιος. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι στα γράμματά του επεδείκνυε την ίδια φροντίδα με τα ποιήματα και τα πεζογραφήματά του. Τα έγραφε πολλές φορές, πρόσεχε και την τελευταία λεπτομέρεια, ήθελε να είναι μικρά κομψοτεχνήματα και όχι απλές ανταποκρίσεις, επιτροχάδην γνώμες ή απλές καταγραφές της καθημερινότητάς του. Αυτή η υπερβατική προσέγγιση της καθημερινότητας, η αγωνία οικειοποίησης του ανείπωτου δηλαδή, δίνεται συχνά με έξοχες πινελιές, όπως λ.χ.: «Περνάμε μες από Ολα,όπως η κλωστή μέσα στην ύφανση:δίνουμε σχήμα και μορφή σε εικόνες που εμείς οι ίδιοι τις αγνοούμε».(Θα έλεγε κανείς ότι αυτός είναι ο πλησιέστερος προς την αλήθεια ορισμός του ανείπωτου.) Ή ακόμη όταν γράφει: «Ισως η δημιουργία να μην είναι παρά μια πράξη βαθιάς μνήμης».

Οταν πριν από πολλά χρόνια κυκλοφόρησαν ταΓράμματα σε έναν νέο ποιητή(μεταφρασμένα στη γλώσσα μας από τον Μάριο Πλωρίτη) προκάλεσαν και στη χώρα μας μεγάλη αίσθηση. Εκεί ο Ρίλκε ανέφερε ότι γράφει κανείς όταν αυτό τού το υπαγορεύει μια εσωτερική δύναμη στην οποία δεν μπορεί να αντισταθεί. Αυτή η ίδια δύναμη είναι πανταχού παρούσα και σε τούτο το βιβλίο. Δύναμη που ανεβάζει τη ζωή στην επιφάνεια της έκφρασης - ή αντίστροφα-, έκφρασης που καταδύεται στον μαγικό και αβέβαιο κόσμο της ύπαρξης, αναζητώντας τον εαυτό της. Δεν είναι τυχαία η επίδραση του Ρίλκε σε φυσιογνωμίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, ο Μπορίς Παστερνάκ και ο Πάουλ Τσέλαν. Αν θέλαμε μάλιστα να υιοθετήσουμε μια ακραία ερμηνεία, θα λέγαμε πως κάτω από τη λαμπερή σκιά του αναπτύχθηκε όλος ο ρωσικός ακμεϊσμός.

Sunday, September 13, 2009

Ο σοφός και μοναχικός δρόμος του Ρίλκε

  • Προδημοσίευση με τα καλύτερα κείμενα του μεγάλου Ευρωπαίου ποιητή
  • Της Ολγας Σελλά, Η Καθημερινή, 13/09/2009

Εγραψε στη διάρκεια της έντονης και γεμάτης ζωής του έντεκα ποιητικές συλλογές και έντεκα χιλιάδες γράμματα. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο ποιητής που επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη γερμανική ποίηση, παρότι λάτρεψε τη μοναξιά σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, δεν σταμάτησε στιγμή να αλληλογραφεί με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους -«αριστοκράτες και καθαρίστριες, εμπόρους και πολιτικούς, τη γυναίκα του, διάφορους πάτρωνες, εκδότες, φίλους, ερωμένες, άλλους ποιητές και καλλιτέχνες και άγνωστους θαυμαστές»- και απελευθερωμένος πια από τους περιορισμούς του στίχου να εκφράζει σκέψεις και απόψεις για κάθε ζήτημα της ψυχής και της ζωής.

Ο μελετητής Ulrich Baer επέλεξε αποσπάσματα μέσα από χιλιάδες σελίδες αμετάφραστων επιστολών, και συγκέντρωσε τα καλύτερα κείμενα και τις πιο εύστοχες φιλοσοφικές παρατηρήσεις στο βιβλίο «Η σοφία του Ρίλκε - Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή», που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Πατάκης». Από αυτό το βιβλίο, η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Κείμενα μικρότερα ή μεγαλύτερα που αποκαλύπτουν τις σκέψεις του για την αγάπη και τη ζωή, την αρρώστια, τον θάνατο και την απώλεια, την παιδική ηλικία, τις δυσκολίες, τις χαρές και τη δουλειά, για την πίστη, την τέχνη και τη γλώσσα, για τη φιλία, τον γάμο και τη συνύπαρξη.

Ο ίδιος ο Ρίλκε από τα 17 του μόλις χρόνια είχε δηλώσει πως προτιμά να γράφει γράμματα παρά στίχους: «Θα μπορούσα να σας τα πω όλα αυτά σε στίχους - και παρότι οι στίχοι έχουν γίνει δεύτερη φύση μου, τα άτεχνα, απλά, κι όμως εκφραστικότατα, λόγια (ενός γράμματος) βγαίνουν πιο εύκολα απ’ την καρδιά μου για να αγγίξουν τη δική σας καρδιά», έγραφε το 1893 στην πρώτη του αγάπη, Βαλερί φον Ντάβιντ-Ρόνφελτ. Καθόταν και αντέγραφε επιμελώς «σελίδες ολόκληρες από τα γράμματά του καθισμένος στο ψηλό γραφείο του, που ήταν ειδική παραγγελία για κείνον, εάν εντόπιζε έστω και ένα ορθογραφικό λάθος ή μια μικροσκοπική κηλίδα μελανιού πάνω σε μια σελίδα, και ξεκινούσε πάλι απ’ την αρχή κάθε φορά που ο ειρμός της σκέψης του διακοπτόταν ή δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα», σημειώνεται στον πλούσιο και κατατοπιστικό πρόλογο του βιβλίου για τον κόσμο και την αντίληψη του Ρίλκε.

Και ήταν τόσο συνεπής επιστολογράφος, ώστε λίγες μέρες πριν πεθάνει, στις 4 Δεκεμβρίου 1926, στα πεντηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, από το νοσοκομείο ζήτησε να του τυπώσουν κάποιες κάρτες που έστειλε σε πάνω από 100 άτομα με τα οποία αλληλογραφούσε και που περίμεναν έστω μία λέξη του. Η κάρτα έγραφε: «Ο μεσιέ Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σοβαρά άρρωστος, ζητεί να τον συγχωρέσετε. Δεν είναι σε θέση να επιληφθεί της αλληλογραφίας του».

  • Για τον έρωτα

«Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν, και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα - αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Εκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά. Οποιος αγαπά λοιπόν πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ’χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον: πρέπει να περνά πολλή ώρα μοναχός, να εμβαθύνει στον εαυτό του, να συγκεντρώνεται και να συγκρατείται – πρέπει να δουλεύει: πρέπει να γίνει κάποιος!»

  • Για τη μοναξιά

«Οι πιο μοναχικοί είναι αυτοί που συμβάλλουν περισσότερο σε ό,τι κοινό ανάμεσα στους ανθρώπους. Ελεγα προηγουμένως πως απ’ την πλατιά μελωδία της ζωής κάποιοι ακούνε περισσότερα, κάποιοι λιγότερα, αναλόγως τους αντιστοιχεί και μια μικρή ή ελάχιστη υποχρέωση στο πλαίσιο της μεγάλης αυτής ορχήστρας. Εκείνος που θα άκουγε όλη τη μελωδία θα ήταν ο πιο μοναχικός και ταυτοχρόνως ο πιο κοινός απ’ όλους. Διότι θα άκουγε αυτό που δεν ακούει κανείς, κι αυτό θα συνέβαινε απλώς και μόνον επειδή συλλαμβάνει στην εντέλειά του ό,τι οι υπόλοιποι αφουγκράζονται σαν κάτι σκοτεινό και αποσπασματικό». - «Δεν έχω τίποτε να προσθέσω πέρα από τούτο δω, που ισχύει σε κάθε περίπτωση: ίσως τη συμβουλή να παίρνετε τη μοναξιά στα σοβαρά και, όποτε έρχεται, να την αντιλαμβάνεστε ως κάτι καλό.

Η αδυναμία των άλλων να την απαλύνουν δεν οφείλεται στο ότι είναι αμέτοχοι και κλειστοί αλλά, πολύ περισσότερο στο ότι: είμαστε πράγματι απέραντα μόνοι όλοι μας, και με εξαίρεση κάποιες πολύ σπάνιες εξαιρέσεις, απλησίαστοι. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτό».

  • Για την ασθένεια

«Δεν φοβάμαι την αρρώστια γιατί δεν θέλω να γαντζωθώ πάνω της, θέλω μόνο να την περάσω, να την αντέξω. Μου φαίνεται πως δεν πρόκειται παρά για μια θλιβερή ανάγκη της φύσης να βρει μιαν άκρη μέσ’ από όλες αυτές τις περιπλοκές, για να επιστρέψει τελικά στην ακεραιότητα και στην υγεία: για να τα καταφέρει. Πιστεύω πως τίποτε δεν είναι πιο ευάλωτο από την αρρώστια, αρκεί να μην την παρεξηγούμε και να μην την καλομαθαίνουμε κοντά μας».

  • Πρέπει να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε

Για την απώλεια και τον θάνατο: «Αδιαμφισβήτητα υπάρχει ο θάνατος μέσ’ στη ζωή και με εκπλήσσει που όλοι κάνουν πως το αγνοούν: ο θάνατος υπάρχει, τη δε αμείλικτη παρουσία του τη νιώθουμε κάθε φορά που επιβιώνουμε από μια μεταβολή, αφού πρέπει να μάθουμε να πεθαίνουμε αργά. Πρέπει να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε: εδώ έγκειται η ζωή ολόκληρη. Να προετοιμάσουμε εκ του μακρόθεν το αριστούργημα ενός περήφανου και ανώδυνου θανάτου, ενός θανάτου όπου τίποτε δεν θα έχει αφεθεί στην τύχη, ενός θανάτου καλοδουλεμένου, ευτυχισμένου, ενθουσιώδους, που μόνο οι άγιοι ήξεραν πώς να τον επιτύχουν, ενός θανάτου που ωρίμαζε για πολύ καιρό και τώρα σβήνει ο ίδιος το φρικτό όνομά του, αφού δεν αποτελεί παρά μια χειρονομία αποκατάστασης των αναγνωρισμένων και διασωθέντων νόμων μιας ζωής, βαθιά ολοκληρωμένης μέσα στο σύμπαν της ανωνυμίας».

Για την τέχνη: «Ενα έργο τέχνης είναι εξισορρόπηση, ισορροπία, καθησύχαση. Δεν μπορεί να τα βλέπει όλα μαύρα ούτε ρόδινα, διότι ουσία του είναι η δικαιοσύνη. Η τέχνη παρουσιάζεται ως άποψη ζωής, όπου περίπου η θρησκεία, η επιστήμη και ο σοσιαλισμός. Το μόνο που τη διακρίνει από τις άλλες βιοτικές αντιλήψεις είναι ότι δεν είναι γέννημα του καιρού της και εμφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο, ως η κοσμοθεωρία του ύστατου στόχου».

«Η σοφία του Ρίλκε - Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκης».