Ο Γιώργος Θεοτοκάς [27 Αυγούστου 1905 – 30 Οκτωβρίου 1966] γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του δικηγόρου Μιχαήλ Θεοτοκά και της Ανδρονίκης το γένος Νομικού. Στην Κωνσταντινούπολη τέλειωσε το Ελληνογαλλικό Λύκειο και το 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Το 1925 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της δημοτικιστικής οργάνωσης Φοιτητική Συντροφιά (για τη δράση του κινδύνευσε το 1926 να αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο) και υποδέχτηκε τον Γιάννη Ψυχάρη στη Χίο.
Sunday, October 30, 2016
Γιώργος Θεοτοκάς: ένας από τους εκπροσώπους και τους κορυφαίους διανοητές της γενιάς του ’30
Ο Γιώργος Θεοτοκάς [27 Αυγούστου 1905 – 30 Οκτωβρίου 1966] γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του δικηγόρου Μιχαήλ Θεοτοκά και της Ανδρονίκης το γένος Νομικού. Στην Κωνσταντινούπολη τέλειωσε το Ελληνογαλλικό Λύκειο και το 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Το 1925 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της δημοτικιστικής οργάνωσης Φοιτητική Συντροφιά (για τη δράση του κινδύνευσε το 1926 να αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο) και υποδέχτηκε τον Γιάννη Ψυχάρη στη Χίο.
Monday, April 7, 2014
Ο πολιτικός Θεοτοκάς
- Κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις ενός από τους κορυφαίους διανοητές του ‘30

Λυκούργος ΚουρκουβέλαςΓιώργος Θεοτοκάς (1905-1966): Πολιτικός στοχαστής
Εκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων
για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2013,
σελ. 263, τιμή 22 ευρώ
Monday, March 2, 2009
Στον αμερικανικό καθρέφτη
- Το εξάμηνο ταξίδι του Γιώργου Θεοτοκά στις ΗΠΑ το 1952. Η επικαιρότητα ενός συναρπαστικού δοκιμίου 55 χρόνια μετά την πρώτη και μοναδική έκδοσή του
Οι ΗΠΑ είναι ίσως η μόνη δυτική χώρα που εξακολουθούν να ανακαλύπτουν οι υπόλοιπες. Σήμερα οι περισσότεροι διανοούμενοι της Γηραιάς Ηπείρου επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στο μεγάλο πείραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο όσα συμβαίνουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξακολουθούν να καθορίζουν τη μοίρα του κόσμου, ως έναν βαθμό τον τρόπο που σκεφτόμαστε, σε απείρως μεγαλύτερο βαθμό τον τρόπο που διασκεδάζουμε και φυσικά αποκλειστικά σχεδόν το τεχνολογικό πλαίσιο το οποίο χαράσσει την πορεία μας προς το μέλλον. Ετσι, ο τίτλος Ενα ταξίδι στο μέλλον της εισαγωγής του Ν.Κ. Αλιβιζάτου, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην πρόσφατη επανέκδοση του βιβλίου Δοκίμιο για την Αμερική του Γιώργου Θεοτοκά είναι όχι μόνο απολύτως εύστοχος αλλά και χαρακτηριστικός. Ο Θεοτοκάς υπήρξε η κατ΄ εξοχήν πολιτική συνείδηση της γενιάς του ΄30, εκείνος που πολύ πρώιμα και πολύ νέος με το βιβλίο του Ελεύθερο πνεύμα, το οποίο εξέδωσε με το ψευδώνυμο Ορέστης Διγενής το 1929, όρισε τον ιδεολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό της Ελλάδας στον 20ό αιώνα, προβάλλοντας ένα μείζον αίτημα: θα έπρεπε να απαλλαγούμε από τη βαλκανική σκόνη και να ακολουθήσουμε την πορεία, τα οράματα και τα πρότυπα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών γιατί είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και απολύτως συμβατά με την ελληνική παράδοση, όπως τουλάχιστον την προβάλλει ο ίδιος στον χάρτη του δυτικού κόσμου.
- Μια ευρωπαϊκή συνείδηση
Πώς λοιπόν μια κατ΄ εξοχήν ευρωπαϊκή συνείδηση βλέπει τις ΗΠΑ, και μάλιστα λίγα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Ο Θεοτοκάς, που ήταν τότε γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, επισκέφθηκε τη χώρα το 1952 καλεσμένος από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο πλαίσιο του προγράμματος μορφωτικών ανταλλαγών ΣμιθΜουντ. Στόχος του προγράμματος ήταν να γνωρίσουν την Αμερική από κοντά οι ευρωπαίοι διανοούμενοι και επομένως να προσφέρουν στους πολίτες των ευρωπαϊκών δημοκρατιών μια βελτιωμένη εικόνα των ΗΠΑ. Η εποχή άλλωστε ήταν κρίσιμη. Αρχιζε ο Ψυχρός Πόλεμος. Πέραν του ενδιαφέροντος που παρουσίαζε το ταξίδι για τον συγγραφέα Θεοτοκά, είχε και έναν άλλο, πρακτικό σκοπό: να προετοιμάσει την επίσκεψη του Εθνικού Θεάτρου στη Νέα Υόρκη όπου οι παραστάσεις της Ηλέκτρας και του Οιδίποδα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη και με πρωταγωνιστές την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή άφησαν εποχή.
Το Δοκίμιο για την Αμερική πρωτοεκδόθηκε στα τέλη του 1954 από τις εκδόσεις Ικαρος. Μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σε πολλές γλώσσες- ακόμη και στη βιρμανική και στη χίντι. Στις ΗΠΑ ο Θεοτοκάς βρήκε τον κατ΄ εξοχήν «άνθρωπο του καιρού μας», δηλαδή «του βιομηχανικού πολιτισμού και της ατομικής εποχής». Στους έξι μήνες που έμεινε στη χώρα είδε όσα θα περίμενε κανείς από έναν συγγραφέα και στοχαστή της δικής του διεισδυτικότητας. Τα ζητήματα που πραγματεύεται, προσδιοριστικά της φυσιογνωμίας του Νέου Κόσμου, θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε στα παρακάτω: στο πώς λειτουργούσε αυτό το χωνευτήρι εθνοτήτων, λαών και πολιτισμών. Στα πουριτανικά πληθυσμιακά στρώματα. Στα γνωρίσματα του πιονέρου και του Γιάνκη των συνόρων. Στις διαφορές του βιομηχανικού Βορρά με τον αγροτικό Νότο. Στο ρατσιστικό πρόβλημα. Στη λειτουργία της δημοκρατίας. Στη θέση των φύλων αλλά και των παιδιών και των οικογενειακών παραδόσεων σε μια αισιόδοξη και ανοιχτή κοινωνία. Και βέβαια στη ζωή, στις συνήθειες και στην οργάνωση των ελληνοαμερικανικών κοινοτήτων. Δεν παραλείπει φυσικά να αφιερώσει ένα κεφάλαιο στον συγγραφέα του 19ου αιώνα Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, τον πρώτο έλληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον που ήταν επίσης ο πρώτος ο οποίος εμπνεύσθηκε από την Αμερική και έγραψε για αυτήν. Σχολιάζει ακόμη προβαίνοντας σε έξοχες παρατηρήσεις τα κείμενα και το ταξίδι στον Νέο Κόσμο ενός σημαντικού ευρωπαίου διανοητή, του Αλέξις ντε Τοκβίλ.
- Εθνικό κράτος και παγκόσμια κοινωνία
Και εξηγεί αμέσως μετά γιατί: «Η σύγχρονη τεχνική τα ξεπέρασε απότομα (σ.σ.: τα εθνικά κράτη) και τα άφησε πολύ πίσω· είναι φανερό σήμερα πως είναι δυσανάλογα μεγάλη για τέτοια στενά βάθρα...Δεν είναι πια ικανά ούτε να στερεώσουν την οικονομία τους, το νόμισμά τους και την πολιτική τους ζωή, ούτε να εξυψώσουν σταθερά το βιοτικό επίπεδο των λαών τουςούτε να υπερασπίσουν τον εαυτό τους εναντίον μιας επιδρομής που θα γινότανε με σύγχρονα τεχνικά μέσα».
Κάποιοι θα έλεγαν ότι τα παραπάνω παραπέμπουν στη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, είναι όμως σωστότερο να πούμε πως ο Θεοτοκάς προσπαθεί να φανταστεί ένα πρότυπο για την παγκόσμια κοινωνία, εξαιρετικά αισιόδοξο, αλλά ας μην ξεχνούμε πως αυτά τού τα προκάλεσε η Αμερική της αφθονίας, του πλούτου και του θετικού πνεύματος.
- Στη μέση του Ατλαντικού Ωκεανού
Sunday, January 25, 2009
«Μεγάλη εποχή, σπαταλημένη», ο στίχος του Μπρεχτ παραμένει επίκαιρος
Του Πετρου Μαρκαρη*, Η Καθημερινή, 24/01/2009
Διάβαζα στην «Καθημερινή» της 11ης Ιανουαρίου 2009 την αλληλογραφία των Θεοτοκά-Σεφέρη-Καραγάτση για το Κυπριακό και σκεφτόμουν νοσταλγικά πόσο διαφορετικό ήταν το ύφος και το επίπεδο της συζήτησης, ακόμα και σε μια τόσο δύσκολη εποχή, όπως το 1954.
Και δεν το λέω μόνο για τους τρεις «ευπρεπείς αστούς» συγγραφείς, όπως τους αποκαλούσαν τότε οι «στρατευμένοι» Αριστεροί. Και η πολεμική ανάμεσα στους «αστούς» και στους «στρατευμένους» είχε το ίδιο υψηλό επίπεδο ύφους και ευπρέπειας. Αρκεί να διαβάσει κανείς τη διαμάχη ανάμεσα στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και τις «Εποχές», για να καταλάβει σε ποιο επίπεδο διεξαγόταν η σύγκρουση.
Αυτές τις σκέψεις τις έκανα, με αφορμή δύο κείμενα που είχα διαβάσει νωρίτερα, στα τέλη του περασμένου έτους, τα «Αντικάλαντα» στην Αυγή της 24ης Δεκεμβρίου 2008, και το διήγημα του Κ. Γρηγοριάδη «Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά» στον Ριζοσπάστη της 28ης Δεκεμβρίου 2008.
Η διαφορά ανάμεσα στα κείμενα πολεμικής του τότε και του σήμερα εκφράζει στην ουσία την απόσταση στο επίπεδο σκέψης, λόγου και ύφους που χωρίζει τη σημερινή Αριστερά από την προχουντική. Είναι το ίδιο, όπως αν συγκρίνεις το πρόσφατο κίνημα των νέων με το κίνημα της νεολαίας στη διάρκεια των «Ιουλιανών».
Η νεολαία του 1965 είχε ηγεσία, είχε πολιτικούς στόχους και στρατηγική. Συνεπώς, αποτελεί ένα μέτρο για το σήμερα που θα ’πρεπε να το θυμόμαστε, όταν χειροκροτάμε.
Το ίδιο και στον γραπτό λόγο. Δεν μπορείς να μιλήσεις για έναν φονιά, όπως κάνει ο Κ. Γρηγοριάδης, χωρίς να έχεις ως μέτρο (και το λέω εκ πείρας) τους στίχους του Ελύτη: «Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει / από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει / ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει / ποιο το “νυν” και πιο το “αιέν” του κόσμου». Γιατί μπορεί ο Κορκονέας να ανήκει στο «λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο», αλλά ο κ. Γρηγοριάδης δεν ανήκει σίγουρα με το κείμενο του στο «μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο».
Ετσι και τα «Αντικάλαντα».
Αν ο στιχουργός Κώστας Παπαγιάννης είχε ανατρέξει στα φύλλα της Αυγής, θα διαπίστωνε ότι ο Τάσος Βουρνάς είχε καταξιώσει τον λίβελλο ως λογοτεχνικό είδος και θα τον είχε για μέτρο.
Οταν κοιτάω το τότε και το σήμερα, το κάποτε και το τώρα, μοιραία μου έρχεται στο νου ο τίτλος ενός ποιήματος του Μπρεχτ: «Μεγάλη Εποχή, Σπαταλημένη».
* Ο Πέτρος Μάρκαρης είναι συγγραφέαςSaturday, January 10, 2009
Οταν είχαν γνώμη οι συγγραφείς
Μια ανέκδοτη επιστολή του Μ. Καραγάτση προς τον Γιώργο Θεοτοκά, η οποία δημοσιεύεται σήμερα στην «Κ», φέρνει ξανά στην επιφάνεια τον ρόλο των διανοουμένων και των αναλυτών σε περιόδους κρίσης. Ο Γιώργος Θεοτοκάς είχε δημοσιεύσει το 1954 στην «Κ» ένα κείμενο για τη σχέση Ελλήνων και Αγγλων, με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο για την ανεξαρτησία της.
Του απάντησαν ο Γιώργος Σεφέρης από τη Βηρυτό, αλλά και ο Μ. Καραγάτσης, δηλώνοντας διαφωνίες και συμφωνίες.
Της Ολγας Σελλα
Ολοι τις περιμένουν, και πάντα προκαλούν αντιδράσεις. Οι γνώμες, οι απόψεις, οι αναλύσεις των διανοουμένων και των αναλυτών, σε στιγμές εθνικής ή κοινωνικής κρίσης, αναμένονται πάντα με ενδιαφέρον. Ανθρωποι του πνεύματος, των γραμμάτων, της επιστήμης ή της πολιτικής επιχειρούν να ερμηνεύσουν ή να τοποθετηθούν σε θέματα που απασχολούν, κάθε φορά την κοινωνία. Και δεν είναι λίγες οι φορές που οι τοποθετήσεις τους προκαλούν νέες εντάσεις, νέες συμμαχίες, νέα στρατόπεδα σύμπλευσης ή αντιπαράθεσης, νέους κραδασμούς.
Η «Κ» ξαναθυμίζει σήμερα πώς τρεις συγγραφείς της γενιάς του ’30 τοποθετήθηκαν στο θέμα της Κύπρου το 1954, λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την ανεξαρτησία της Κύπρου από τους Αγγλους και ενώ στην Αθήνα κυριαρχούσαν οι μεγάλες διαδηλώσεις. Ο Γιώργος Θεοτοκάς (ευγενής, αλλά ευθύς) δημοσίευσε, το 1954, ένα κείμενο στην «Κ», στο οποίο κρίνει τη στάση Ελλήνων και Αγγλων, ανιχνεύει λάθη εκατέρωθεν, επικρίνει επιλογές και πρωτοβουλίες. Του απάντησε ο Γιώργος Σεφέρης (ποιητικός και συναισθηματικός) με μια επιστολή του από τη Βηρυτό. Ο Γιώργος Θεοτοκάς, όμως, δέχεται και μια επιστολή από τον Μ. Καραγάτση (πληθωρικός και άμεσος), που για πρώτη φορά δίνεται στη δημοσιότητα. Είναι ένα κείμενο που βρισκόταν στο αρχείο Γιώργου Θεοτοκά, αλλά λάνθανε.
Τρία κείμενα που υπογραμμίζουν ένα θέμα πάντα επίκαιρο: ποια είναι η θέση των διανοουμένων σε περιόδους διαπραγμάτευσης κρίσιμων θεμάτων; Οφείλουν να φωτίζουν και άλλες πλευρές των πραγμάτων, ακόμα κι όταν η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να το ακούσει; Τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου στην Αθήνα και στην Ελλάδα, οι εκρήξεις οργής, αντίδρασης και βίας, τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά, οι λέξεις επιχείρησαν να ερμηνεύσουν και να κρίνουν, οι αντιδικίες για μια ακόμα φορά ακολούθησαν τις απόψεις που εκφράστηκαν. Τα τρία κείμενα, των Θεοτοκά, Σεφέρη, Καραγάτση, υπενθυμίζουν στάσεις και συμπεριφορές των διανοητών που πάντα ισχύουν σε περιόδους κρίσης, αλλά αποκαλύπτουν τις αντιλήψεις και την προσωπικότητα καθενός από τους γράφοντες.
Το κείμενο Θεοτοκά και η αντίδραση Σεφέρη
Στις 22 Δεκεμβρίου 1954 ο Γιώργος Θεοτοκάς δημοσίευσε στην «Κ» ένα κείμενο με τίτλο «Ελληνες και Αγγλοι - Σκέψεις εξ αφορμής του Κυπριακού», το οποίο περιλαμβάνεται στο δίτομο έργο «Στοχασμοί και θέσεις - Πολιτικά κείμενα 1925-1966» (Εκδ. Εστία). «Οσοι έχουν τον τρόπο να εκφράζονται δημοσίως οφείλουν, όσο είναι καιρός, να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου». Στη συνέχεια κάνει μια αναδρομή στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας - Βρετανίας και συνεχίζει με κριτική τοποθέτηση στους πολιτικούς χειρισμούς από τις δύο πλευρές: «Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, για κάθε απροκατάληπτο τρίτο, η κύρια ευθύνη βαρύνει τους αρμόδιους Βρετανούς υπουργούς. Οι Ελληνες επικαλούνται το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των λαών, δηλαδή μίαν από τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η πολιτική φιλοσοφία του δυτικού πολιτισμού. Οι Αγγλοι επικαλούνται τις ανάγκες της στρατηγικής τους και φοβούνται, προφανώς, ότι η υποχώρησή τους στην Κύπρο θα τους αναγκάση να υποχωρήσουν και σε άλλα σημεία του χάρτη. (...) Ας πούμε τώρα και τα δικά μας λάθη... (...) Λάθος ήταν ο φανατισμένος τόνος που προσέλαβε συχνά η ελληνική προπαγάνδα και η ενθάρρυνση των σκηνών του δρόμου. Φαντάζεται κανείς σοβαρά ότι οι εκκλήσεις προς το μίσος, οι προσβολές ξένων σημαιών και οι καταστροφές γραφείων και βιβλιοθηκών αποτελούνε επιχειρήματα που πρόκειται να ενισχύσουν τη διεθνή μας θέση; Ποιον πάμε να πείσωμε με τα μέσα αυτά;»
Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1954, του απαντά από τη Βηρυτό (η επιστολή δημοσιεύεται στον τόμο «Αλληλογραφία Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρης, 1930-1966)», εκδ. Ερμής. «...Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Ελληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρας” με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη), και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων “πολιτική προπαγάνδα”. (...) Απόκριση σ’ αυτό το αίτημα της συνείδησης περίμενα να βρω στο άρθρο σου, Γιώργο. Θα μου πεις: δεν ήταν το θέμα μου – έπρεπε να είναι κι αυτό».
Η επιστολή Καραγάτση (31.12.1954)
Αγαπητέ Γιώργο,
Αργά διάβασα το περί Κύπρου άρθρο σου στην «Καθημερινή». Χρέος μου να σε συγχαρώ για τη νηφαλιότητα των απόψεών σου. Το ότι δεν συμφωνώ σε πολλά σημεία (ιδίως σε ό,τι αφορά την προϊστορία των ελληνο-βρετανικών σχέσεων) δεν έχει σημασία. Ο αγοραίος όμως τρόπος –ο ενθυμίζω δηλιγιαννική πολιτική σαπρία– με τον οποίο έγινε ο εσωτερικός και ο εξωτερικός χειρισμός ενός τόσο σοβαρού εθνικού ζητήματος με έκανε, πολλές φορές, να αηδιάσω. Μισώ το πεζοδρόμιο. Μισώ την ψευδορρητορική πομφόλυγα. Μισώ την επιπόλαια ταρταρινική προκλητικότητα, που μας γελοιοποιεί ανεπανόρθωτα στη διεθνή γνώμη. Με κάτι τέτοιες ευτράπελες μπαλαφάρες ο παλαιοκομματισμός χαντάκωσε τις εθνικές μας επιδιώξεις, τον περασμένο αιώνα. Δυστυχώς η βρετανική πολιτική υπέθαλπε, στην Ελλάδα, αυτή την ευτράπελη πολιτική ατμόσφαιρα, που τόσο εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Οταν όμως οι Αγγλοι είδαν πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε τη σφραγίδα της σοβαρότητας στην πολιτική ζωή μας (και πως συνεπώς τα διαλυτικά τεχνάσματά τους δεν έπιαναν πια τόπο) με πολιτική ευστροφία αξιοθαύμαστη επήραν την Ελλάδα στα σοβαρά, και την οδήγησαν στην Τσατάλτζα και στη Σμύρνη. Οταν πάλι ξαναγινήκαμε πολιτικώς ευτράπελοι, οι Βρετανοί ξαναγύρισαν στην παλιά διαλυτική πολιτική τους. Και γεννιέται το ερώτημα: φταιν οι Βρετανοί που μας διαλύουν πολιτικώς; Ή εμείς που προσφερόμεθα βλακωδέστατα στη διαβρωτική επενέργεια των Βρετανών; Οι Αγγλοι κάνουν τη δουλειά τους· κι όπως ξέρεις, στις business συναισθηματισμοί δεν στέκονται...
Στο ζήτημα της Κύπρου έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας. Μέσα στο σημερινό κυρίαρχο κλίμα της δημοκρατίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών, ένας ήρεμος και σοβαρός πολιτικός χειρισμός θα μας οδηγούσε –αργά ίσως αλλά ασφαλώς– στην επιτυχία. Προτιμήσαμε το πεζοδρόμιο, τον κούφιο ψευδολυρισμό και τις φωνασκίες χυδαίων ρασοφόρων και ηλίθιων καθηγητάδων ενός δήθεν Πανεπιστημίου. Ετσι, γενήκαμε καταγέλαστοι. Σκατά!
Δικός σου
Μ. Καραγάτσης
Wednesday, April 23, 2008
Ο «Λεωνής» επιστρέφει στην Πόλη

Ο Γιώργος Θεοτοκάς επιστρέφει... στην πόλη όπου γεννήθηκε. Την Κωνσταντινούπολη. Αφορμή γι’ αυτήν την επιστροφή είναι η μετάφραση στα τουρκικά ενός από τα πιο δημοφιλή του βιβλία, του «Λεωνή», από τις εκδόσεις Can, σε μετάφραση της Damla Demirozu. Είναι η έβδομη γλώσσα στην οποία μεταφράζεται το βιβλίο του Γιώργου Θεοτοκά (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εστία» και βρίσκεται στην 24η έκδοση, πουλώντας σταθερά περίπου 1.000 βιβλία τον χρόνο).
