Sunday, February 5, 2017
«Παρέμβαση»: Αφιέρωμα στον Δημήτρη Μαρωνίτη
Sunday, October 24, 2010
Φράση και μετάφραση
Συνεχίζω τη συζήτηση που άρχισα την περασμένη Κυριακή για δύο λογοτεχνικά κείμενα που, παρά τις αποκλίνουσες διαφορές τους (δικό μας το ένα και σύγχρονο, ξένο και μεσοπολεμικό το άλλο· ποίηση το πρώτο, αφήγηση το δεύτερο), συγκλίνουν στον άξονα που προδηλώνει ο τίτλος του μονοτονικού. Και τα δύο, καθένα με τον τρόπο του, ασκούν τη μέθοδο της μετάφρασης μέσα στη φράση και τη μέθοδο της φράσης μέσα στη μετάφραση. Αυτή η σύζευξη είναι προφανέστερη στο μεταφραστικό πόνημα της Μαρίας Τοπάλη (Στέφαν Τσβάιχ: Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και Η αόρατη συλλογή - εκδόσεις Αγρα 2010) και λανθάνουσα στην ώριμη ποιητική κατάθεση του Χριστόφορου Λιοντάκη ( Στο τέρμα της πλάνης , εκδόσεις Καστανιώτη, 2010).
Μια άλλη, ακούσια ασφαλώς, σύμπτωση των δύο πονημάτων: αν στον τίτλο της ποιητικής συλλογής του Λιοντάκη ( Στο τέρμα της πλάνης ) η λέξη πλάνη σημαίνει συνάμα λάθος και περιπλάνηση , τότε αισθάνομαι πως θα κολλούσε καλά ως τίτλος και στις δύο νουβέλες του Τσβάιχ που διάλεξε και μετέφρασε άψογα η Μαρία Τοπάλη. Γιατί οι δύο, έτσι κι αλλιώς, συγγενικοί μεταξύ τους, ήρωες κινούνται αμετάκλητα, καθένας με την έμμονή του ιδέα, στην τροχιά του λάθους και της περιπλάνησης.
Ενα ακόμη κρίσιμο σημείο συγγένειας των δύο κειμένων, που δύσκολα εκλογικεύεται. Εννοείται η ενδιάθετη ευγένειά τους μέσα στη βασανισμένη περιπάθειά τους, σπάνια αρετή στις βάναυσες και απολίτιστες μέρες μας. Για να το πω αλλιώς: το πάθος και το πάθημα δεν προβάλλονται εδώ ωμά και κραυγαλέα· έχουν χωνευτεί μέσα στο σώμα της γλώσσας που τα φιλοξένησε και τελικώς τα ενσωμάτωσε. Και κάτι ακόμη: και στα δύο αυτά κείμενα (μακρινά μεταξύ τους στον χώρο και στον χρόνο)υπάρχει πάντα κάποια διέξοδος από την οδυνηρή αυτογνωσία στην παρήγορη ανθρωπογνωσία· και αντίστροφα.
Συγκεντρώνομαι τώρα ειδικότερα Στο τέρμα της πλάνης, σημειώνοντας κάποιες σπάνιες ποιητικές αρετές. Προέχει η αφτιασίδωτη ομολογία μιας ανεξίτηλης εμπειρίας, αποτυπωμένη με οριακή πύκνωση. Οπως το προλέγει, ως προμετωπίδα της συλλογής, απογυμνωμένη στη μετάφρασή μου, η γνώμη του Ηρακλείτου: «Είναι δύσκολο να πολεμάς το πάθος σου· γιατί ό,τι θέλει αυτό κάνεις, πουλώντας την ψυχή σου». Σε αυτή τη διασταύρωση πάθους και λόγου παραπέμπει και το απολογιστικό δίστιχο του Λιοντάκη, κάτω από την επιγραφή «Αβυσσος ως ιμάτιον»: Σε φόρεσα να κρύψω την ερήμωση. / Σαν αποφόρι ακόμη σε φορώ.
Η συλλογή, εξάλλου, μοιρασμένη στα τρία («Απολογητικά», «Αφιέρωση», «Τρία ποιήματα για την εξαγορά του φόβου»), είναι αξιοθαύμαστα πολύτροπη. Με εναλλασσόμενη έκταση των ποιημάτων από το δίστιχο έως το επτασέλιδο ποίημα. Με τη μεταφορά από το πρωτοπρόσωπο λυρικό απόσταγμα στην τριτοπρόσωπη αφηγηματική σύνθεση, από το πεζόμορφο στο στιχουργημένο κείμενο, από την πλαγιότυπη απόδραση στην προσγείωση της ορθής γραφής. Και ακόμη: με την ταλάντευση ανάμεσα στο μεταφορικό μυθολόγημα και στην απόλυτη κυριολεξία. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η πολυτροπία αυτή δεν δίνει πουθενά την αίσθηση φυγόκεντρης διάχυσης· παραμένει επίκεντρη και περιστροφική.
Κι αφού μιλώ από την αρχή για αντιμεταχώρηση φράσης και μετάφρασης, ένα παράδειγμα, όπου μεταφράζεται καβαφικής σκηνοθεσίας πρότυπο σε νέα, προσωπική φράση. Τίτλος του: «Ευγνωμοσύνη». Το σώμα του: Πολλές φορές έχω μισήσει τον καθρέφτη/ μα απόψε τον ευγνωμονώ. / Καθώς πέφτει το φως από το πλάι/ το πρόσωπό σου μένει στη σκιά/ έτσι που η έπαρσή σου ξεθωριάζει./ Και στον καθρέφτη λάμπουν μόνο/ ο τράχηλος και οι ώμοι. / Πιο κάτω βασιλεύει το σκοτάδι. / Και στον καθρέφτη θραύσματα ομορφιάς.
Τέλος, υπάρχουν δύο αρχαιόμυθα ποιήματα, ανάλογα των καβαφικών και των σεφερικών, που αισθάνομαι πως προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, στον βαθμό που τα μυθολογικά ίχνη ρίχνουν εδώ λοξά τον ίσκιο τους σε καθημερινού βίου δρώμενα, φωτίζοντας το κρυφό τους δράμα. Το ένα επιγράφεται «Στα παρακάτω του φόβου», κι έχει μυθολογικό φόντο την κάθοδο του Διονύσου στον Αδη, σκοπεύοντας να συναντήσει τη σκιά της μάνας του Σεμέλης, για να την αναστήσει. Βρίσκοντας στον δρόμο του οδηγό τον Πρόσυμνο, ένα θνητό αγόρι, που απαιτεί ερωτικό αντάλλαγμα για την οδήγηση του θεού, αλλά το προλαβαίνει ο θάνατος.
Το άλλο, δραστικότερο και πολύπρακτο, λέγεται «Εξιλαστήριο» και εκμαιεύει μεταφράσιμο δυναμικό από τον «Ηρακλή Μαινόμενον»· ένα από τα περιπαθέστερα δράματα του Ευριπίδη, όπου ο διαβόητος ήρωας, θύμα της εκδικητικής Ηρας, προσβάλλεται από τη Λύσσα και άθελά του σκοτώνει γυναίκα και παιδιά, ώσπου να βρει καταφύγιο στον Θησέα. Σταματώ όμως κατ΄ ανάγκην εδώ, ομολογώντας ότι στο τέρμα αυτής της πλάνης-περιπλάνησης η ποίησή μας πήρε βαθιά ανάσα.
- Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artId=362853&dt=24/10/2010#ixzz13KwZAS9y
Tuesday, June 22, 2010
Δημήτρης Μαρωνίτης: Να τολμάς το δεύτερο βήμα... (β' μέρος)

- Π.Κρ., Η ΑΥΓΗ: 22/06/2010
Monday, March 1, 2010
Η διαστροφή της λογοτεχνίας
Ο μονοτονικός τίτλος, μάλλον ασεβής, παραλλάσσει τον πρότυπο τίτλο Η διαστροφή της ανάγνωσης, με τον οποίο επέγραψε η Ηντιθ Γουώρτον το 1903 ένα προκλητικό δοκίμιό της, που το συζητώ εδώ και τρεις Κυριακές-αυτή είναι η τέταρτη. Η ασέβεια προκύπτει και από το γεγονός ότι τη φορά αυτή η έναρθρη γενική «της λογοτεχνίας» παίζει μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής (που λέμε στο Συντακτικό) αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν η λογοτεχνία διαστρέφει ή διαστρέφεται. Στην πρώτη εκδοχή η λογοτεχνία, ως υποκείμενο, προκαλεί τη διαστροφή της αθώας ανάγνωσης, ενώ στη δεύτερη, ως αντικείμενο, την υφίσταται, μέσω της διαστροφικής τώρα ανάγνωσης. Θύτης, λοιπόν, ή θύμα η λογοτεχνία;
Οπως κι αν έχει το πράγμα, εδώ προκρίνεται η εκδοχή της λογοτεχνίαςθύματος, που εντοπίζεται, όπως υπαινίχθηκα τις προάλλες, στον τύπο και στην πράξη της σχολικής ανάγνωσης λογοτεχνικών κειμένων, η οποία, εξ ορισμού ή καθ΄ οδόν, υπήρξε ή έγινε προβληματική. Εξ ορισμού, αν δεχτούμε ότι οι σχολικές φασκιές συνήθως πνίγουν, έστω παραμορφώνουν, τη λογοτεχνία, που αρέσκεται μάλλον στην ελεύθερη κίνηση, παίζοντας με πόδια και χέρια. Αυτός είναι σίγουρα ο αποφασιστικός λόγος που η ισχύουσα σχολική ανάγνωση επιδρά, κατά κανόνα, πάνω στη λογοτεχνία διαστροφικά.
Προφανώς επειδή η λογοτεχνία (η τέχνη γενικότερα) είναι ζήτημα κυρίως επιλογής, όχι επιβολής. Αρχή που φαίνεται να την αποστρέφεται η σχολική διδασκαλία, όπως ορίζεται στα αναλυτικά προγράμματα και εφαρμόζεται στην τάξη. Η παραβίασή της πάντως έχει σοβαρά παρεπόμενα, με κοινό παρονομαστή την πολλαπλή παρεξήγηση. Πρόχειρο παράδειγμα: η υποτίμηση της αναγνωστικής απόλαυσης (καλύτερα: της τέρψης, που ορίζεται ως πρώτος στόχος της ποίησης στον Ομηρο, τόσο για τους αθανάτους όσο και για τους θνητούς), προς όφελος μιας, ωφέλιμης υποτίθεται, γνώσης και μιας ενάρετης, εξίσου υποθετικής, ηθικής. Η σχολική αυτή επιβολή ασκείται και επικυρώνεται τόσο με τη λογοκριμένη συνήθως εκλογή των λογοτεχνικών κειμένων όσο, και προπαντός, με την αποσπασματική τους διδασκαλία, καταλήγοντας συχνά στη σαλαμοποίηση. Απόδειξη λαθραίας λογοκρισίας και ηθικολογίας: στη διαβόητη πλέον καβαφική «Ιθάκη» είχε διαγραφεί για κάμποσα χρόνια στο σχολικό εγχειρίδιο το δίστιχο: ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής/ όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά. Οσο για την αποσπασματική, διδακτική και εξεταστική, κακοποίηση των λογοτεχνικών κειμένων, αυτή πλήττει προπάντων τα εκτενέστερα αφηγηματικά έργα, με πρόχειρο σχολικό θύμα τα δύο ομηρικά έπη, μοιρασμένα στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου· προηγείται η Οδύσσεια και έπεται η Ιλιάδα. Για προσωπικούς λόγους θα επιμείνω.
Προφανώς δεν είναι δυνατό να διδαχτούν και να εξεταστούν ακέραια τα δύο ομηρικά έπη στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις. Αυτό όμως δεν εμποδίζει να είναι διαθέσιμα· να διαβάζονται δηλαδή ολόκληρα από μαθητές και δασκάλους ως απολαυστικά αφηγήματα, ώστε βάσει της συνολικής προσωπικής ανάγνωσης να γίνεται η όποια συζήτηση των διδασκόμενων αποσπασμάτων. Κάτι, που όσο ξέρω, όχι μόνον δεν προβλέπεται αλλά συστηματικά απωθείται στο σχολείο. Ενας πρόχειρος έλεγχος θα έδειχνε, πιστεύω, του λόγου το αληθές.
Προτείνω, λοιπόν, να υποβληθούν, με διακριτικό τρόπο, ερωτηματολόγια, τα οποία να ζητούν, ανωνύμως βέβαια, από δασκάλους και μαθητές, ειλικρινή απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα αν διάβασαν και απόλαυσαν ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια (από μετάφραση εννοείται). Φοβάμαι ότι σε μια τέτοια δοκιμή οι έγκυρες θετικές απαντήσεις θα ήταν ισάριθμες με τον αριθμό των δικαίων, στον οποίο καταλήγει ο σολωμικός Ιερομόναχος στη Γυναίκα της Ζάκυνθος . Δεν αναμένονται εξάλλου πιο αισιόδοξα ευρήματα, αν το ίδιο ερώτημα τεθεί σε δόκιμους ποιητές και πεζογράφους μας.
Καθεστώς που σημαίνει ότι η ισχύουσα σχολική ανάγνωση των ομηρικών επών περιορίζεται αποκλειστικά στον αποσπασματικό τρόπο διδασκαλίας και εξέτασης, καθιερώνοντας συνάμα την απωθητική φάμπρικα των περιλήψεων για τις παραλειπόμενες ενότητες. Οπότε εξαφανίζονται οι σημαντικότεροι δείχτες της συναρπαστικής τεχνικής και τέχνης της ομηρικής ποίησης. Οπως είναι η ένταση ανάμεσα στον προβλεπόμενο μύθο και στην απρόβλεπτη πλοκή· ή η εναλλαγή επιτάχυνσης και επιβράδυνσης στην εξέλιξη της επικής αφήγησης, με την οποία συμφωνεί ο εσωτερικός ειρμός και ρυθμός του κειμένου.
Θα κλείσω ωστόσο με μια αισιόδοξη εξαίρεση. Στον Παλαμά ανήκει η επόμενη δήλωση για τον σχολικό Ομηρο της εποχής του: «τον περίμενα μάθημα, και βγήκε θαύμα». Αυτά και εις άλλα, άλλοτε και αλλιώς.
- Δ. N. Mαρωνίτης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010
Friday, January 15, 2010
Δημήτρης Μαρωνίτης. Από την ιδεοληψία στην ιστορία

EIKONOΓPAΦHΣH: Τιτινα ΧαλματζηΤης Αννας Γριμανη, [Κ], Η Καθημερινή, 03/01/2010
- H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Η λέξη «ελληνικότητα» είναι, κατά τη γνώμη μου, γλωσσικά δύσκαμπτη, σημασιολογικά ασαφής και ιδεολογικά επιβαρυμένη. Αντ' αυτής προτιμώ τον όρο «ρωμιοσύνη», τόσο για το ιστορικό του απόθεμα όσο και για το συνειδησιακό του βάθος. Τον καθιέρωσαν εξάλλου στα νεοελληνικά μας γράμματα δύο μείζονες ποιητές: ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Ρίτσος. Ο Σεφέρης μιλώντας για το ψηφιδωτό και τον καημό της ρωμιοσύνης· ο Ρίτσος ομολογώντας: τη ρωμιοσύνη μην την κλαις.
- Tι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα;
Το μονόχωρο, νοικιασμένο σπίτι στη Δήλου 4 (συνοικισμός Ευαγγελιστρίας, Θεσσαλονίκη), όπου πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια (γερμανική κατοχή, κατοχική πείνα), διαβάζοντας τα πρώτα βιβλία, καθισμένος σ' ένα παλιό μπαούλο, ακουμπώντας στον υγρό τοίχο του ενός δωματίου.
- Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Δεν συμμερίζομαι την ιδεολογία περί ελληνικής υπεροχής, ούτε διαχρονικά (με αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα) ούτε συγχρονικά (έναντι των βαλκανικών γειτόνων και των Ευρωπαίων εταίρων). Ενδιαφέρει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο το πραγματικό «έχειν» μας (που φαίνεται να διατηρεί ακόμη έναν ανθεκτικό πυρήνα) από το φανταστικό «υπερέχειν» μας (που καιρός είναι να το προσγειώσουμε, αφαιρώντας του την παραπλανητική πρόθεση «υπέρ»).
- Aυτό που με χαλάει.
Αλλοτε και αλλού η υπεροψία και η μέθη των ισχυρών, άλλοτε και αλλού η παθητική μιζέρια των αδυνάτων. Στη μια περίπτωση έχουμε προκλητικό περίσσευμα, στην άλλη θλιβερό έλλειμμα. Το ζητούμενο είναι αν προβλέπεται και επιχειρείται κάποια εξισορρόπηση περισσεύματος και ελλείμματος με γνώμονα την αρχή της έμπρακτης κοινωνικής δικαιοσύνης. Οπου λανθάνουν κάποια γενναία παραδείγματα, τα οποία όμως τείνουν να ξεχαστούν.
- Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γιατί το ένα εκτρέφει συχνά το ρατσισμό, το άλλο τον εύκολο συμβιβασμό. Στην πραγματικότητα, εξάλλου, πρόκειται για πλαστό μεν, εκμεταλλεύσιμο δε, δίλημμα. Ετσι, το προσόν σερβίρεται συνήθως ως παρηγοριά για τις ελλείψεις μας· το μειονέκτημα ως εύκολος έλεγχος της κακοδαιμονίας μας.
- Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Αυτοφυής, αυτόνομος και αυτόφωτος πολιτισμός δεν υπάρχει - ευτυχώς. Ενδέχεται όμως (και αυτό συμβαίνει συχνά στον τόπο μας) ο πολιτισμός μιας χώρας, επειδή είναι προβληματικός στο παρόν, να επικαλείται το ίνδαλμα ενός υψηλού πολιτισμικού παρελθόντος Ετσι όμως υπονομεύεται και νοθεύεται η νεοελληνική μας αυτογνωσία, που τη μια φουσκώνει από έπαρση, την άλλη ξεφουσκώνει από μιζέρια και οκνηρία.
- Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;
Προφανώς με αυτήν που πράγματι έχει και όχι με αυτήν που φαντάζεται πως έχει. Εξάλλου, η ταυτότητα είναι συντελεστής ανθρωπολογικός και ιστορικός, όχι θεολογικός και μεταφυσικός. Στην πραγματικότητα, η όποια εθνική ταυτότητα είναι μείγμα του δικού και του ξένου. Το οποίο στις ευτυχέστερες περιπτώσεις καταλήγει σε χημική ένωση. Δεν θα 'λεγα ότι η νεοελληνική μας ταυτότητα διαθέτει αυτό το προσόν: το δικό και το ξένο σε εμάς συνήθως διακρίνονται έντονα, όταν δεν συγκρούονται με εμπάθεια· σπανίως συμφιλιώνονται και σμίγουν.
- Το ελληνικό μου «γιατί» και ένα «πρέπει» που πέταξα.
Η αναγνώριση του «γιατί» είναι δύσκολη υπόθεση σε κάθε περίπτωση: προϋποθέτει όρεξη έρευνας και διάθεση αιτιακής (που σημαίνει επιστημονικής) γνώσης. Το «πρέπει», όταν μάλιστα αποσυνδέεται από το «γιατί» και το «προς τι», ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της ηθικής και της ηθικολογίας και τελικώς ευνοεί την αυταρχική και διατακτική συμπεριφορά, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό μας βίο.
- Ο Ελληνας ποιητής μου.
Προτιμώ τα ποιήματα από τους ποιητές. Δεδομένου μάλιστα ότι καλά ποιήματα δεν γράφουν μόνο οι καλοί ή οι διάσημοι ποιητές. Τούτο σημαίνει ότι με ενδιαφέρει περισσότερο η Ιλιάδα, που μεταφράζω τον τελευταίο καιρό, από τον Ομηρο, για να μείνω σε ένα μόνο θεμελιακό παράδειγμα. Το οποίο, πλην των άλλων, είναι έπος με ανοιχτό ορίζοντα και μετέωρο τέλος· προκαλώντας από μόνο του τη μετάφρασή του, προκειμένου να επιβιώσει, γεφυρώνοντας το παρελθόν με τον παρόν.
- Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.
Προτιμώ να κινούμαι «Στην οδόν των Φιλελλήνων», που τη χάραξε εύστοχα και οριστικά στο ομότιτλο ποίημά του ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Πρόκειται για αποκαλυπτικό δρόμο, που προχωρεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στον ύμνο της ζωής και στην κατάφαση του θανάτου. Προπαντός δεν υποχωρεί, από δειλία και φόβο, περπατώντας με αξιοπρέπεια πάνω στον παγκόσμιο χάρτη.
* Ο Δημήτρης Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Εργα του: μελέτες για την αρχαία και νεοελληνική λογοτεχνία και μεταφράσεις κλασικών έργων (Ομηρος, Ησίοδος, Ηρόδοτος κ.ά.).
Wednesday, September 23, 2009
Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης: Δεν είναι βιασμός η μετάφραση, αμοιβαία φιλοξενία είναι
Ο καθηγητής Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης ξεκίνησε να μεταφράζει ανάδρομα -όπως λέει- τα ομηρικά έπη. Προηγήθηκε η νεότερη Οδύσσεια και ακολούθησε η παλαιότερη Ιλιάδα. Ηδη κυκλοφορούν οι δώδεκα πρώτες ραψωδίες της Ιλιάδας, από τις εκδόσεις «Αγρα» και με χορηγία της μετάφρασης από το Ιδρυμα Ι.Φ. Κωστόπουλου: «Ομήρου Ιλιάς, τόμος πρώτος, Ραψωδίες Α-Μ».
«Το ιδανικό σε μια μετάφραση είναι να μη φαίνεται ο μόχθος που έχει καταβληθεί», πιστεύει ο Δημήτρης Μαρωνίτης
- Πριν από πόσα χρόνια ξεκίνησε η μεταφραστική σας προσπάθεια πάνω στην Ιλιάδα; Και για ποιον λόγο δεν προηγήθηκε της Οδύσσειας;
Ξεκίνησε πριν από δυόμισι χρόνια. Προς το παρόν τυπώνονται οι πρώτες δώδεκα ραψωδίες, ενώ βρίσκομαι ήδη στη δέκατη έκτη. Η προοπτική είναι μέσα σ' ενάμιση χρόνο να έχει βγει και ο δεύτερος τόμος με τις υπόλοιπες.
Θα έλεγε κανείς ότι ξεκινάει από το παλαιότερο έπος και πάει στο νεότερο. Εγώ πεισματικά ξεκίνησα από το μεταγενέστερο και ανέβηκα ανάδρομα προς το πρώτο. Γι' αυτό τον λόγο εξάλλου έχω και έναν υπότιτλο στα επιλεγόμενα, ένα δάνειο από τα "Τρία κρυφά ποιήματα" του Γιώργου Σεφέρη, τα "Πάνω νερά" (Ομως να λάμνεις στον σκοτεινό ποταμό/ πάνω νερά/ να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο/ στα τυφλά, πεισματάρης).
»Τώρα γιατί και πώς έγινε όλη αυτή η ιστορία, είναι κάτι που και ελέγχεται και δεν ελέγχεται, και ήρθε λίγο από μόνο του. Φαίνεται ότι το διάλεξα χωρίς να καταλαβαίνω ότι το διαλέγω. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, ότι η μεν μετάφραση της Οδύσσειας κράτησε περί τα ένδεκα χρόνια, ας πούμε δέκα, όσο και ο νόστος του Οδυσσέα. Η Ιλιάδα προβλέπεται, απ' ό,τι καταλαβαίνω, μέσα σε πέντε-έξι χρόνια να τελειώσει».
- Σε ποιο από τα δύο έπη συναντήσατε περισσότερες μεταφραστικές δυσκολίες;
«Με προλάβατε. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η μετάφραση της Ιλιάδας είναι ευκολότερη σε σχέση με τη μετάφραση της Οδύσσειας. Κάθε άλλο. Είναι και δυσκολότερη και πιο προβληματική από μίαν άποψη, γιατί υπάρχουν και ομοιότητες, αλλά και πολύ ριζικές διαφορές ανάμεσα στα δύο έπη, σε όλα τα επίπεδα.
Πρέπει να πω ότι όσο μετέφραζα την Οδύσσεια είχα την αγωνία μου. Η αγωνία μου αυτή κοντεύει να γίνει εφιάλτης τώρα, με τη μετάφραση της Ιλιάδας. Ισως γιατί πηγαίνω σε μεγαλύτερο βάθος, εξαιτίας και του είδους του έπους αυτού, ίσως γιατί έχω κι εγώ αλλιώς ωριμάσει. Αντί να είναι ευκολότερα, είναι δυσκολότερα, ενίοτε και πιο οδυνηρά τα πράγματα, φτάνοντας στο όριο ακόμη της απογοήτευσης και της απελπισίας».
- Μ' αυτή την επιμονή σας στα ομηρικά έπη, τι νέο έχετε να προτείνετε με τη μετάφρασή τους, που μέχρι σήμερα δεν έγινε κατορθωτό;
«Θα έλεγα ότι το πιο καίριο και το πιο νέο στοιχείο, που μπορεί να προκύψει από την ιστορία αυτή, είναι η ίδια η μετάφραση. Η μετάφραση είναι ένα αντίκρισμα της σύγχρονής μας γλώσσας, της σύγχρονής μας αίσθησης, της σύγχρονής μας ευαισθησίας, όπως έχει φτάσει στα χρόνια τα δικά μου και τα δικά σας, τα νεότερα, τα νεωτερικά και τα μεταμοντέρνα, μ' ένα έργο του 8ου αιώνα.
Μέσα από τη μετάφραση φαίνονται και τα σημεία μιας επαφής, σύγκλισης, ενίοτε και ταύτισης αυτών των ακραίων χρονικών σημείων. Φαίνονται ενίοτε και οι ωφέλιμες διαφορές. Από την άλλη μεριά, επειδή έτσι κι αλλιώς πρόκειται για θεμελιακά έργα και της ελληνικής γραμματείας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η ενασχόληση η μεταφραστική, η αναγνωστική κατ' αρχήν και η ερμηνευτική με την Ιλιάδα, είναι μια ιστορία πολύ σοβαρή. Προπαντός για μας τους Ελληνες, που κοπτόμεθα παρά πολύ για τα αρχαία και τα ομηρικά μας έπη. Αν κάναμε ένα γκάλοπ τις μέρες αυτές για την αναγνωσιμότητα του Ομήρου, φοβούμαι ότι θα είχαμε έναν τόσο μικρό δείκτη, που θα φοβόμασταν και να τον ανακοινώσουμε».
- Πόσες ελευθερίες και πόσοι περιορισμοί χωρούν στη μεταφραστική σας προσπάθεια;
«Η μετάφραση δεν είναι μόνο μια αυθαίρετη παρέμβαση και, ουσιαστικά, μια παραμόρφωση ενός αρχαίου κειμένου, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ιλιάδας. Είναι και ένας έλεγχος πόση μεταφραστική διαθεσιμότητα διαθέτει ένα έργο. Οσο σημαντικότερο, όσο σπουδαιότερο, όσο πιο κλασικό είναι, διαθέτει και μεγαλύτερο ποσοστό μεταφραστικής διαθεσιμότητας. Δεν είναι ένας βιασμός η μετάφραση. Είναι μια αμοιβαία φιλοξενία, που την επιζητεί το πρωτότυπο κείμενο και την αποκτά μέσα από τη μετάφρασή του».
- Πότε το αποτέλεσμα δικαιώνει τον μεταφραστή ενός τόσο δύσκολου κειμένου;
«Το ιδανικό στην περίπτωση, παρά την αγωνία, παρά την απελπισία, είναι να μη φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα ο μόχθος που έχει καταβληθεί. Οταν φορτώνεται το αποτέλεσμα με τον μόχθο της κατασκευής του, η αποτυχία είναι εξασφαλισμένη. Και ελπίζω ότι η μετάφραση της Ιλιάδας δεν δείχνει καθόλου τον μόχθο της. Ετσι το μεταφραστικό κείμενο δεν γίνεται μοχθηρό υπό αυτή την έννοια, όπως είναι μερικές από τις πιο σημαντικές μεταφράσεις, που έχουν γίνει στα ομηρικά έπη -κι όχι μόνον στη χώρα μας. Κι αυτό πιστεύω ότι είναι μια ειδική αρετή, αν μου επιτρέπεται, στη δουλειά που έχω κάνει.
Το άλλο παρεμφερές θέμα είναι, καθ' οδόν, να αποσύρεται όσο γίνεται το πρόσωπο του μεταφραστή και να προβάλλεται το μεταφραστικό αποτέλεσμα. Να μη φωνάζει η μετάφραση «εγώ είμαι που την έκανα», σαν να γίνεται από μόνη της, σαν να έχει καταλήξει εκεί σιγά σιγά. Να δημιουργείται μια υποχώρηση του μεταφραστή έναντι του μεταφράσματος». *
- info: Ο πρώτος τόμος, με τις ραψωδίες Α-Μ της Ιλιάδος, παρουσιάζεται σήμερα (8 μ.μ.) στο Νέο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, τηλ. 210-3453111). Θα συζητήσουν και θα διαβάσουν ο Βασίλης Παπαβασιλείου με τον Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη.
- Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009
