Showing posts with label Αξιώτης Διαμαντής. Show all posts
Showing posts with label Αξιώτης Διαμαντής. Show all posts

Tuesday, November 22, 2016

Διαμαντής Αξιώτης: «Το μισό των Κενταύρων»

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Από τις εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ κυκλοφορεί τοβιβλίο «Το μισό των Κενταύρων» του Διαμαντή Αξιώτη.

Tuesday, October 4, 2016

Διαμαντής Αξιώτης: «Λείπει από τον Έλληνα η αυτοπεποίθηση…»

Τον «ανακάλυψα» τον Διαμαντή Αξιώτη όταν ως δημοσιογράφος έκανα την εκπομπή «Δημιουργοί στην περιφέρεια» για την ΕΡΤ, κι έψαχνα για πνευματικούς δημιουργούς και καλλιτέχνες στην όμορφη Καβάλα. Και φυσικά μου είχε κάνει εντύπωση και το ταλέντο του αλλά και η προσωπικότητά του. Στην πορεία διαπίστωσα ότι ο Αξιώτης ήταν ένας κλασικός διανοούμενος, ολοκληρωμένος συγγραφέας που δεν θριαμβολογούσε ποτέ για τις δημιουργικές επιδόσεις του που απλώνονταν σε όλους τους τομείς του λόγου. Άλλες σκέψεις γεννά ένα έργο στον αναγνώστη κι άλλες σκέψεις γεννά η θέση που παίρνει ο δημιουργός στην ζέουσα καθημερινότητά μας. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο δημιουργός δεν ζει σε γυάλινο πύργο, αλλά μαζί μας, είναι διπλανός μας, βλέπει τον κόσμο που βλέπουμε κι εμείς, και με τη συνέντευξη που ακολουθεί έχουμε την ευκαιρία να ρίξουμε τους προβολείς στον ιδιωτικό του χώρο. Μιλάει απλά, δεν εξιδανικεύει τίποτε. Ωστόσο οι απαντήσεις του προβάλλουν χρώματα, σχήματα, μεγέθη, αξίες. Έχω την εντύπωση ότι σαν τον Κουστώ κάνω μια κατάδυση στον κόσμο του και του ζητώ να μας παρουσιάσει τα μυστικά του. Επ’ αυτοφώρω, λοιπόν. Ιδού ο Διαμαντής Αξιώτης:

Saturday, March 5, 2011

Το βίωμα της γραφής και ο εσωτερικός χάρτης

  • Του Διαμαντη Αξιωτη*, Η Καθημερινή, Σάββατο, 5 Mαρτίου 2011
Iσως θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος πως ο δεδομένος γεωγραφικός χώρος όπου γεννήθηκε και συνεχίζει να ζει ένας δημιουργός της περιφέρειας είναι ασφυκτικά περιορισμένος. Ομως όχι. Αυτός ακριβώς ο τόπος - η πόλη, μακριά από τα φώτα και τις σειρήνες του πολύβουου Κέντρου, του παραχωρεί τα εφόδια της γραφής του, που είναι η ιστορία και τα αλλεπάλληλα στρώματα των επιχωματώσεων που έχουν επικαθήσει επάνω στο σώμα της.
Οι γνώσεις του γι’ αυτήν και ο διαφορετικός, κάθε φορά, αντικατοπτρισμός που την πλησιάζει, μέχρι να την καταστήσει ελκυστική. Οι ανθρώπινες ζωές που συνδέθηκαν μαζί της για να υποστηρίξουν, μέσα από τα βιώματα και τις αφηγήσεις τους, αυτήν κυρίως τη ζωή. Είναι ο άλλος τρόπος φωτισμού που την φωτίζει, σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του, ώστε να την καταστήσει αλλιώτικη, κι ανάλογα με τις διαθέσεις του αγαπητή ή μισητή, μα πάντα φανταστική. Μαζί μ’ αυτήν και τους εκάστοτε ήρωές του, σκιές υπαρκτών προσώπων, που είναι σάρκα εκ της σαρκός της.
Η Καβάλα όπου ζω -πόλη ογδόντα χιλιάδων κατοίκων- αποτελεί τον ιδιωτικό χώρο όπου γράφω, ψηλαφώντας, με περισσή συγγραφική ηδονή, τις ουλές των ηρώων μου.
Συμμετέχει στη σκηνοθεσία της πάλης αλήθειας και ψέματος, που παίζεται αενάως, κάθε φορά με διαφορετικό νόημα. Σαν μικρά ρήγματα συνωστίζονται στον εσωτερικό χάρτη μου τα φαντάσματα και με σημαδεύουν. Ενας λύκος, από κάποιο παραμύθι ενδεχομένως, εμφανίζεται ακόμη στα όνειρά μου.
Κάποτε πίστευα πως τα θαύματα συντελούνται αλλού: στην Πρωτεύουσα. Εκεί οι προβολείς και τα έντυπα, οι εκδηλώσεις και η συνάφεια, η μαθητεία και η άμιλλα. Πλάνη οικτρά. Διότι, με την πάροδο του χρόνου και στις κατά διαστήματα επισκέψεις μου σ’ αυτήν, άγγιξα την αποξένωση και τον ατομικισμό των ομοτέχνων μου, τη θηριωδία και την επιδίωξη με κάθε μέσο της αυτοπροβολής τους.
Βέβαια, όπως και να το κάνουμε, η καταξίωση ενός δημιουργού της περιφέρειας, για την περιφέρεια, ενισχύεται από την αποδοχή του Κέντρου. Από κει εκπορεύεται η έγκυρη και επώνυμη κριτική και ο στέφανος της δόξης. Γι’ αυτό, παρά τις όποιες διαπιστώσεις που ανέφερα, ο δημιουργός της περιφέρειας στρέφει κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, το βλέμμα προς το εκμαυλιστικό Κέντρο· εκλιπαρώντας; Ομιχλώδης κατάσταση.
* Ο κ. Διαμαντής Αξιώτης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο βιβλίο του «Ακου Λύκο» κυκλοφορεί από τις εκδ. «Κέδρος». Ζει στην Καβάλα.

Saturday, October 2, 2010

Παντού γύρω λύκοι

 Φωτογραφία του Αγγελου Μίχα από το άλμπουμ του Closer  

  • Διαμαντής Αξιώτης
  • Λάθος Λύκο
  • εκδόσεις Κέδρος
  • Αθήνα, σ. 304, ευρώ 15,08
Πρωτοχρονιά 2002, στην πόλη της Καβάλας, που μυθιστορηματικά κρύβεται πίσω από την ψευδεπίγραφη Λυκομήδεια, τελείται ένας ειδεχθής φόνος. Η χρονολογία, με τη συμμετρία των δυαριών της, όσο και το πλαστό όνομα της πόλης, που δείχνει εμπνευσμένο από τον μυθολογικό ήρωα Λυκομήδη και πλασμένο κατά το πρότυπο της γειτονικής Νικομήδειας, έχουν επιλεγεί προς εξυπηρέτηση της αστυνομικής ίντριγκας. Μιας ίντριγκας στημένης με επιτηδειότητα, ώστε, ενώ στο εναρκτήριο κεφάλαιο περιγράφεται η διάπραξη του φόνου με κάθε λεπτομέρεια, οι ταυτότητες του θύματος και του θύτη να συσκοτίζονται, οπότε και τα αίτια του εγκλήματος να λανθάνουν. Πάντως, ως το κατεξοχήν εμπλεκόμενο πρόσωπο ή, όπως είθισται να λέγεται, ως ο υπ' αριθμόν ένα ύποπτος εμφανίζεται ένας άνθρωπος έτοιμος από καιρό να κάνει, όχι έναν φόνο, αλλά σειρά εγκληματικών ενεργειών. Πρόκειται για έναν νεαρό γύρω στα τριάντα, που πάσχει από σχιζοφρενή ψύχωση παρανοειδούς μορφής, σύμφωνα με τη διατύπωση της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε μετά τον φόνο ο νευρολόγος ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε. Χάρη στον νεαρό, η αστυνομική ιστορία θα μπορούσε να πάρει διαστάσεις καθαρού θρίλερ, όπως συμβαίνει συχνά σε μυθιστορήματα που επικεντρώνονται σε άγρια φονικά, τις περισσότερες φορές, ως συρραφή ή πιστή μεταγραφή της τρέχουσας ειδησεογραφίας. 

Στο μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη, ο βασικός ιστός του αστυνομικού είναι ψυχογραφικός, με βαρύνουσα την κοινωνική συνιστώσα. Ο συγγραφέας πολιορκεί ένα εσαεί εκκρεμές ερώτημα, σχετικό με την ανάπτυξη μιας σχιζοφρενούς προσωπικότητας. Εκείνο του βαθμού στον οποίο το περιβάλλον, οικογενειακό και ευρύτερα κοινωνικό, ευνοεί την εκδήλωση των ψυχοπαθητικών συμπτωμάτων. Ωστόσο, η πρωτοτυπία της μυθοπλασίας δεν εντοπίζεται στον συγκεκριμένο τύπο ψυχοπαθούς, ο οποίος, λίγο-πολύ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινότοπος, αλλά στον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο τον τοποθετεί. Κι αυτό, γιατί κατορθώνει τα παθογόνα χαρακτηριστικά να απορρέουν από ενδοοικογενειακά και γηγενή στοιχεία. Πρόκειται για έναν επαρχιακό χώρο γεμάτο οφθαλμοφανείς και συγκαλυμμένες συγκρούσεις, που ξεκινούν από δεισιδαιμονικές αντιλήψεις και μεταφυσικούς φόβους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ψυχικά ασθενής ταυτίζεται με το κακό πολύ πριν οδηγηθεί στη διάπραξη οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας. 

Ο ήρωας του Αξιώτη αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους της Λυκομήδειας όμοιους με λύκους. Αυτό καθεαυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές. Συχνά χαρακτήρες ευαίσθητοι βλέπουν όσους τους περιβάλλουν σαν αγέλη λύκων, έτοιμη να τους κατασπαράξει. Συν τω χρόνω, όμως, κατορθώνουν να αναπτύξουν άμυνες, οικοδομώντας ένα προστατευτικό υπερεγώ. Αν, μάλιστα, δεν διαθέτουν ηθικής φύσεως αντιστάσεις, ενδέχεται, τελικά, να ενσωματωθούν στην αγέλη. Αντιθέτως, ένας ψυχασθενής, όντας υπερευαίσθητος, αδυνατεί να θωρακιστεί, ιδίως όταν εγκαταλείπεται και μένει χωρίς στήριξη. 

Ο συγγραφέας στήνει ένα συγκρουσιακό οικογενειακό περιβάλλον, αντλώντας τύπους από τη μεγαλοαστική, με τη σύγχρονη έννοια, βορειοελλαδική κοινωνία. Πόντιος στην καταγωγή ο πατέρας, με σπουδές πολιτικού μηχανικού στη Λωζάννη, έχει αναδειχθεί σε ισχυρό παράγοντα της τοπικής κοινωνίας. Εμφανίζεται ως ένας δυναμικός χαρακτήρας, που συχνά φτάνει μέχρι τη χειροδικία εναντίον συζύγου και τέκνων. Παρόλο που φέρεται ως άνθρωπος αυστηρών αρχών, διατηρεί εξώγαμες σχέσεις, κατά προτίμηση με συζύγους επιφανών της πόλης. Μικρότερή του η μητέρα, κατάγεται από αρχοντική οικογένεια, στην οποία οι γυναίκες πιστεύεται ότι είναι γονιδιακά προκαθορισμένες να διαιωνίζουν μια πανάρχαιη κληρονομικότητα, γεννώντας παιδιά ανά ζεύγη θηλυκών και αρσενικών. Και εκείνη ανταποκρίνεται στον προορισμό της μέχρι την πέμπτη γέννα, που φέρνει ένα κάπως ιδιότροπο βλαστάρι, αρσενικό αντί του αναμενόμενου θηλυκού. Το γεγονός ότι παρέβη μια παράδοση γενεών τη γεμίζει ενοχές και την απομακρύνει από το παιδί, διαταράσσοντας τη μεταξύ τους συναισθηματική σχέση. Ζει στον κόσμο της, παίζοντας πιάνο και τραγουδώντας άριες. Τον ρόλο της μητέρας διεκδικεί η μεγαλύτερη αδελφή της, μια άκληρη χήρα, ζητώντας να υιοθετήσει τον προβληματικό Βενιαμίν της οικογένειας. Με άλλα λόγια, το ιδανικό περιβάλλον για τη δημιουργία ενός ισχυρού οιδιπόδειου, όπου η ακόμη θαλερή θεία γίνεται ένα πρώτο αντικείμενο σεξουαλικών φαντασιώσεων. Εχει, πάντως, προηγηθεί η απόλυτα φυσιολογική διέξοδος της αυτοϊκανοποίησης. Μόνο που ένας πρώτος λαθραίος αυνανισμός τιμωρείται από τον άτεγκτο πατέρα αυστηρότερα και από έγκλημα. Εκείνος προβαίνει σε δημόσια διαπόμπευση του γιου του, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα έναν αδύναμο, μόλις εκκολαπτόμενο ανδρισμό. Να σημειώσουμε ότι εδώ ο συγγραφέας υιοθετεί κατά γράμμα την ψυχαναλυτική θεωρία. 

Στο πρώτο μισό του μυθιστορήματος, σύντομα κεφάλαια, με πρωτότυπους και εύστοχους τίτλους, παρουσιάζουν τη ζωή του νεαρού την περίοδο πριν από τον φόνο. Με αναδρομές στο παρελθόν και εστιάζοντας στους ανθρώπους με τους οποίους κατά καιρούς συγχρωτίζεται, δίνουν αυτά τα κεφάλαια μια πρισματική εικόνα της πραγματικότητας που εκείνος βιώνει, και του τρόπου που σταδιακά δομείται η προσωπικότητά του. Κυρίως αναδεικνύουν την ιδιαίτερη ανάγκη του για τρυφερότητα και αγάπη, που, καθώς μεγαλώνει, παίρνει αγχωτικές διαστάσεις. Ξένος μέσα στην οικογένειά του και παραγκωνισμένος από τους ομηλίκους της κοινωνικής του τάξης, καταφεύγει για την εύρεση παρέας στις λαϊκές συνοικίες της πόλης. Για ένα διάστημα επιβιώνει ως μέλος μιας τριάδας περιθωριακών, βρίσκοντας διέξοδο στους προσιτούς τεχνητούς παράδεισους του ποτού και του χόρτου. Το αίσθημα, όμως, της συντροφικότητας διαλύεται, όταν οι άλλοι δύο αποκτούν ερωτικές συντρόφους. Ο υπόλοιπος κοινωνικός χώρος, κυρίως τα αφεντικά του στις διάφορες περιστασιακές δουλειές που βρίσκει, τον αντιμετωπίζουν με τη συνήθη αδιαφορία έως και σκληρότητα. Ισως αν γνώριζαν την ταραγμένη ψυχοσύνθεσή του και ότι, στο πρόσφατο παρελθόν του, εγγράφονται μια απόπειρα αυτοκτονίας και βραχυχρόνια νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική, ορισμένοι από αυτούς να φέρονταν πιο φιλεύσπλαχνα. Ομως, οι ευυπόληπτες οικογένειες είθισται να αποκρύβουν το στίγμα της ψυχασθένειας προς διαφύλαξη του καλού τους ονόματος. Ο νεαρός συνειδητοποιεί τους κάθε είδους παραγκωνισμούς ως απόρριψη και η ανάγκη για τρυφερότητα μετατρέπεται σε θυμό. Εναν θυμό που, αρχικά, εκτονώνεται με τη φαντασίωση πράξεων εκδίκησης μέχρι και φόνων. 

Με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και περίθαλψη αυτές οι φαντασιώσεις θα μπορούσαν να παραμείνουν υπό έλεγχο και να εξωτερικεύονται μόνο στις σουρεαλιστικής έμπνευσης ζωγραφιές του. Ενώ τα εφιαλτικά όνειρα, πλήρη συμβόλων ενδεικτικών της ψυχικής του πραγματικότητας, να σβήνουν μέσα στη γαλήνια ψευδαίσθηση πως αιωρείται «στο αμνιακό υγρό της μητέρας». Αντί όλων αυτών βρίσκουν διέξοδο στο πεδίο του υπερφυσικού, όταν ο ψυχολογικά παραπαίων νεαρός αναζητά πατρικά υποκατάστατα στον χώρο της Εκκλησίας. Καταφύγιό του γίνεται ένας μοναχός που ασκήτευε «στα βουνά της παραμεθορίου». Είχε εκδιωχθεί από το Αγιον Ορος γιατί τελούσε εξορκισμούς «με την επίκληση του Σατανά». Ο γέροντας, μάλλον με τους λόγους του παρά με τα θαύματα που λεγόταν ότι πραγματοποιούσε, στέκεται δίαυλος μετάβασης προς την επικίνδυνη επικράτεια των δαιμόνων. Τώρα βρίσκει προορισμό, και στις φαντασιώσεις του μεταμορφώνεται σε θεόπεμπτο τιμωρό των αμαρτωλών, ως κορυφαίος στη στρατιά «των λύκων με ένδυμα προβάτου» εμφανίζεται ένας ταχυδακτυλουργός, που, κατ' εκείνον, παραπλανά τον λαό κάνοντας δήθεν θαύματα. 

Στην τελευταία πράξη, πριν από την ολοκληρωτική βύθιση στην παράνοια, συναισθηματικά μετέωρος ανάμεσα στην υποβολή που του ασκούν ο θρησκευτικός και ο λαϊκός θαυματοποιός, παρουσιάζεται ο ψυχοθεραπευτής. Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος που ο συγγραφέας σκιαγραφεί αυτόν τον τόσο σημαντικό στην εποχή μας επαγγελματία των ψυχικών νόσων. Στο μυθιστόρημα, περισσότερο τον ενδιαφέρει να ερμηνεύσει τα ψυχικά φαινόμενα παρά να θεραπεύσει τον πάσχοντα. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ο ασθενής του έχει οριστικά περάσει στο πεδίο της παράκρουσης, έτοιμος να φονεύσει. 

Συνήθως οι συγγραφείς που καταπιάνονται με την ανάπτυξη μιας παρανοϊκής προσωπικότητας, καταφεύγουν σ' ένα είδος ωμού ρεαλισμού, συχνά ταυτόσημου με τον δημοσιογραφικό. Ο Αξιώτης αντιτάσσει έναν ποιητικό ρεαλισμό. Τουλάχιστον στο πρώτο μέρος, γιατί, στο δεύτερο, το ύφος της αφήγησης αλλάζει, καθώς μετατοπίζεται στο κοινωνικό περιβάλλον, που γίνεται ο αποδέκτης του άγριου φονικού. Σε επιμέρους κεφάλαια παρατάσσει τους πραγματικούς ένοχους. Την οικογένεια, τους φίλους, την ψυχιατρική κοινότητα, το ιατρικό κατεστημένο που έδωσε την άδεια οπλοφορίας, τις αστυνομικές αρχές κ.λπ. Ωστόσο η αφήγηση δεν κατορθώνει να αποκτήσει την απαιτούμενη ειρωνική αμφισημία, καθώς υπερισχύουν οι καταγγελτικοί ή και σαρκαστικοί τόνοι. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί το ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ψυχογραφικού χαρακτήρα μυθιστορήματα της τελευταίας περιόδου. Τέλος, να σημειώσουμε ότι εξαιρετική στη σύλληψή της είναι η ζωγραφική σύνθεση του εξωφύλλου. Στηρίζεται σε παλαιότερο έργο του εικαστικού Κώστα Ντιού και ανταποκρίνεται πλήρως στον βασικό πυρήνα του βιβλίου.