Showing posts with label Χατζητάτσης Τάσος. Show all posts
Showing posts with label Χατζητάτσης Τάσος. Show all posts

Saturday, January 16, 2010

«8+3 Εσπερινοί: Μια βραδιά για τον Τάσο Χατζητάτση»


Εκδήλωση προς τιμήν του πρόωρα χαμένου συγγραφέα Τάσου Χατζητάτση οργανώνουν την Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010, στις 8.30 το βράδυ, στο «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης), το λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο» και οι Εκδόσεις Πόλις, με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου βιβλίου του, «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί» (Εκδόσεις Πόλις).

Η εκδήλωση τιτλοφορείται «8+3 Εσπερινοί: Μια βραδιά για τον Τάσο Χατζητάτση».

Για το βιβλίο, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του συγγραφέα, θα μιλήσει η πεζογράφος Σοφία Νικολαΐδου. Φίλοι του Χατζητάτση θα σκιαγραφήσουν τον άνθρωπο που εκείνοι γνώρισαν.

Ο Τάσος Χατζητάτσης γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε τον Νοέμβριο του 2008. Εργάστηκε επί χρόνια ως οδοντίατρος. Πρωτοεμφανίστηκε ως πεζογράφος στο περιοδικό «Χάρτης» το 1984, εξέδωσε όμως το πρώτο του βιβλίο μόλις το 1997 («Έντεκα σικελικοί εσπερινοί», Εκδόσεις Εντευκτηρίου) και τιμήθηκε γι’ αυτό με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Το 2000 εξέδωσε, πάλι από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, το βιβλίο «Στη σφενδόνη». Το 2003 εξέδωσε το «Σα σπασμένα φτερά» (Εκδόσεις Πόλις), για το οποίο του απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω». Ακολούθησαν τα βιβλία «Μονόξυλο στο ποτάμι» (Εκδόσεις Πόλις, 2006) και «Ασκήσεις μνήμης» (Εκδόσεις Πόλις, 2008, επανέκδοση σε έναν τόμο των δύο πρώτων του βιβλίων).

Με τα πεζογραφήματά του, ο Χατζητάτσης αναδείχθηκε στον πιο «πολιτικό» από τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης. Στα κείμενά του, η εσωτερική μετανάστευση, η ξενιτιά αλλά και η προσφυγιά βρήκαν την καίρια έκφραση και αποτύπωσή τους. Ο πυκνός και μεστός, οικονομημένος λόγος του, πλούτισε τη μεταπολεμική μας πεζογραφία με έργα που συνδυάζουν τον σεβασμό στον πόνο που συνεπάγεται η ζωή, την ανησυχία για ένα μέλλον που διαγράφεται σιβυλλικό και την πικρία για τα στοιχήματα που δεν κερδήθηκαν.

Στο σύνολο του έργου του Χατζητάτση, «η γραφή του υπαγορεύεται από την ηθική επιταγή να διασωθεί η μνήμη του δικού του προσώπου, των αγαπημένων του και κατ΄ επέκταση της γενιάς του», παρατήρησε ο Ευριπίδης Γαραντούδης («Βιβλιοδρόμιο», εφημ. «Τα Νέα», 7.11.2009).

Ενώ ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου («Επτά», εφημ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 6.12.2009) σχολίασε: Πεζογράφος χαμηλών τόνων, με φανερά ποιητική διάθεση, η οποία δεν τον εμποδίζει να συγκεντρωθεί στον φωτισμό και στην ανάδειξη της λεπτομέρειας, ο Τάσος Χατζητάτσης, που έφυγε πριν από έναν χρόνο από τη ζωή, σε ηλικία 63 ετών, εμφανίστηκε με κατακτημένα τα μέσα και το ύφος του από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, «Εντεκα Σικελικοί Εσπερινοί», καταφέρνοντας μέσα στα δέκα όλα κι όλα χρόνια της παρουσίας του στα γράμματα να σχηματίσει ένα εξαιρετικά πυκνό και κατασταλαγμένο σύνολο».

Από την πλευρά της, η Μαίρη Μικέ, σε άρθρο της (υπό δημοσίευση στο «Εντευκτήριο») φωτίζει «ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό: τον έντονο σαγηνευτικό ερωτισμό που διαποτίζει όλα τα κείμενα του Χατζητάτση, άλλοτε καταυγάζοντας με την παρουσία του και άλλοτε δρώντας υπόγεια, ένοχα, μυστικά και κρυφά. Σχέσεις ανομολόγητες, φαντασιώσεις διεκδικούν με αξιώσεις το μερίδιό τους. [...] Δεν πρόκειται ωστόσο (μόνο) για δοξολογία μιας ανεξέλεγκτης ερωτικής επιθυμίας, ανεπίδοτης συνήθως, ουδέτερης και αθώας, τοποθετημένης στην καταστατική αρχή της ανθρώπινης Φύσης, εγκλεισμένης απλώς στην περιοχή της ενστικτώδους ορμής. Πρόκειται και για τη συνάφεια της ερωτικής επιθυμίας με τα πολιτικά τεκταινόμενα, με τους ιστορικούς μηχανισμούς καθώς λαδώνονται από το σαράκι του πάθους ή ακόμη μπορεί να πρόκειται για συνδυασμό τους [...]».

Sunday, December 6, 2009

Αποχαιρετισμός στα όπλα

  • Οταν η μνήμη αποκαλύπτει έναν κόσμο όπου το όνειρο απογειώνει την πραγματικότητα. Τ. Χατζητάτσης «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί».

Πεζογράφος χαμηλών τόνων, με φανερά ποιητική διάθεση, η οποία δεν τον εμποδίζει να συγκεντρωθεί στον φωτισμό και στην ανάδειξη της λεπτομέρειας, ο Τάσος Χατζητάτσης, που έφυγε πριν από έναν χρόνο από τη ζωή, σε ηλικία 63 ετών, εμφανίστηκε με κατακτημένα τα μέσα και το ύφος του από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, υπό τον τίτλο «Εντεκα Σικελικοί Εσπερινοί» (1997), καταφέρνοντας μέσα στα δέκα όλα κι όλα χρόνια της παρουσίας του στα γράμματα να σχηματίσει ένα εξαιρετικά πυκνό και κατασταλαγμένο σύνολο.

Οι «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί», που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πόλις», κλείνουν τον κύκλο του κατά τον ωριμότερο τρόπο.

Ξέροντας πως ο θάνατος βρισκόταν επί θύραις, ο Χατζητάτσης έγραψε τα διηγήματα των «Ακροτελεύτιων Εσπερινών» σαν κομμάτια αποχαιρετισμού.

Ο αποχαιρετισμός του, όμως, δεν έχει κανένα στοιχείο πένθους ή θρήνου: είναι, από τη μια μεριά, μια αναδρομή στη θεματική και το στυλ της πρόζας του, όπως διαμορφώθηκε από το 1997 μέχρι σήμερα, και, από την άλλη, ένα ταξίδι στον κόσμο των αγαπημένων νεκρών, που ανεβαίνουν στη σκηνή της αφήγησης λίγο προτού η αυλαία πέσει για πάντα (για τους ήρωες, αλλά και για τον συγγραφέα).

Τοποθετώντας στο εσωτερικό της ίδιας ενότητας μια συγχορδία από ετερόκλητες φωνές, που εκφράζουν τους πιο διαφορετικούς χαρακτήρες, ανοίγοντας τον στιγμιαίο χρόνο των διηγημάτων του στον αναπεπταμένο χώρο της νουβέλας ή του μυθιστορήματος, αλλά και εγκατασπείροντας στην πλοκή του αιφνιδιαστικά εμβόλιμα, που τρέπουν αίφνης την κατεύθυνσή της σε παρένθετες πλην κάθε άλλο παρά άσχετες ιστορίες, ο Χατζητάτσης συνοψίζει στο μεταθανάτιο βιβλίο του τη μορφολογία και την αρχιτεκτονική ολόκληρου του έργου του: τη γόνιμη συνάντηση του μοντερνισμού με τη ρεαλιστική παράδοση σε μια φόρμα όπου το ονειρικό απογειώνει το πραγματικό και το πραγματικό δίνει σάρκα και οστά (ζωντανή πνοή και ανάσα) στο όνειρο.

Αναλόγως εκτεταμένο είναι στους «Ακροτελεύτιους Εσπερινούς» το τοπίο των ηρώων και των γενεών που παίρνουν μέρος στη δράση: κουρασμένοι νοικοκυραίοι του καιρού μας, που παρακολουθούν ελαφρώς ανήμποροι την ορμή της νιότης, λαχταριστές ντίβες του μεταπολεμικού κόσμου, που αρχίζουν σιγά-σιγά να χάνουν τη λάμψη τους, αντιστασιακοί και δωσίλογοι της Κατοχής, που κατατρύχουν τους νεότερους κλώνους, επιτυχημένοι επαγγελματίες του μεσοπολέμου, που σώζουν με τις ικανότητές τους πάντες, καθώς και μοναχικές φιγούρες του παρόντος βυθισμένες στη μοναξιά τους: αυτή είναι η ανθρωπολογία που φέρνει στην επιφάνεια η συγγραφική μνήμη, σ' έναν κόσμο όπου τα άτομα τσαλαπατιούνται από τους ογκόλιθους της Ιστορίας, χωρίς, μολοντούτο, να στερούνται ούτε κατά το παραμικρό την ατομικότητά τους.

Ο Χατζητάτσης θα ταξιδέψει εφεξής στο μέλλον μόνο με τα βιβλία του, που δεν μπορεί παρά να το καταστήσουν φωτεινό κι ευοίωνο. Αξιος ο κάθε κόπος του.

Μια χαμένη ευκαιρία

Μια παρέα εφήβων αγγίζει τα ερωτικά της όρια λίγο πριν από την ενηλικίωσή της, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, γνωρίζοντας όχι μόνο την αφόρητη επιθυμία, αλλά και την ολοκληρωτική διάψευση (σε μέγεθος σωστής καταστροφής), που θα οδηγήσει με έναν μοιραίο τρόπο στην εκδίκηση και τον θάνατο.

Το θέμα του Στέφανου Δάνδολου στο καινούριο μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος κύκνος» (εκδόσεις Καστανιώτη) είναι εξαιρετικά δυνατό (η βία μιας γενιάς -των σημερινών σαραντάρηδων- που ένιωσε πολύ γρήγορα την ήττα) και θα μπορούσε να σπάσει κυριολεκτικώς κόκαλα. Ομως, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει δύο βασικές αδυναμίες.

Η πρώτη είναι ότι περικυκλώνει με βραδείς ρυθμούς και χωρίς υποβλητική κλιμάκωση (με μιαν ολοφάνερη αμηχανία, αλλά και χαλαρότητα) το ψέμα που τοποθετεί στον πυρήνα της εξιστόρησής του (η εξαπάτηση του Φτερού από τη Μάγκυ) προκειμένου να κινήσει όλα τα βασικά νήματα της δραματουργίας. Η δεύτερη είναι πως γεμίζει τον μύθο του με ακραία περιστατικά, στερώντας έτσι από το κεντρικό του γεγονός (την αυτοκτονία του Σμαρ) μεγάλο μέρος της δύναμής του και καταλήγοντας σε μια καθαρώς μελοδραματική λύση (μια καλόγρια και μια διά βίου αποτυχημένη λεσβία περιθάλπουν ένα ορφανό εξώγαμο), η οποία θα ήταν πανεύκολο να αποφευχθεί ή, έστω, να μειώσει δραστικά τους τόνους της. Μια σαφώς χαμένη ευκαιρία.

Νέες εκδόσεις

  • «Στη σκιά του δρόμου του μεταξιού»

COLIN THUBRON

Μετάφραση: Αθανάσιος Ζάβαλος. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος.

Από την Κίνα στο βόρειο Αφγανιστάν και από εκεί στο Ιράν και στο Κουρδιστάν: αυτή είναι η διαδρομή την οποία ακολουθεί ο Κόλιν Θέμπρον, ταξιδεύοντας κατά μήκος του δρόμου του μεταξιού με ιστορικό φόντο τον Μάο, τη Σοβιετική Ενωση, τον Ταμερλάνο και τους Ταλιμπάν.

  • «Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά»

JONATHAN SAFRAN FOER

Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου. Εκδόσεις «Μελάνι».

Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου μέσα από τα μάτια ενός 9χρονου παιδιού. Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ επινοεί μιαν ιδιαίτερα πρωτότυπη οπτική γωνία για την ημέρα που συγκλόνισε τις ΗΠΑ και τον κόσμο και κατορθώνει να προβάλει στο εγώ τού μικρού του ήρωα μιαν ολόκληρη εποχή.

  • «Το θεώρημα του Αλμοδόβαρ»

ΑΝΤΟΝΙ ΚΑΖΑΣ ΡΟΣ

Μυθιστόρημα. Μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου. Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».

Ο Αντονι έχει παραμορφωθεί μετά από ένα τροχαίο και ζει μέσα στην μοναξιά. Οταν, όμως, συναντιέται με τον σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, η διάθεση για ζωή επιστρέφει με σφοδρό τρόπο και ο Αντονι κάνει την υπέρβαση. Ενα μυθιστόρημα για τη δύναμη του πόθου και της επιμονής.

  • «Για τον Αλέξανδρο Αργυρίου»

ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ, ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ

Μουσείο Μπενάκη.

Κριτικοί και φιλόλογοι θυμίζουν την τροχιά την οποία διέγραψε ο Αλέξανδρος Αργυρίου στα ελληνικά γράμματα και αναδεικνύουν ποικίλες πλευρές του γραμματολογικού στοχασμού του, που αγκάλιασε πολλαπλά και συχνά όχι ευδιάκριτα φαινόμενα.

  • «Ουίλλιαμ Σαίξπηρ: Ανθολόγιο»

Μετάφραση, επιλογή κειμένων: Ερρίκος Μπελιές. Εκδόσεις «Κέδρος».

Ο Ερρίκος Μπελιές, που έχει μεταφράσει τα θεατρικά άπαντα του Σέξπιρ, επιλέγει και μεταφράζει αποσπάσματα από το σύνολο του έργου του, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ιδέες του για τον έρωτα, την αγάπη και τον θάνατο, αλλά και για την ιατρική και τη δικαιοσύνη ή τη συκοφαντία.

Monday, November 30, 2009

Συμπύκνωμα έσχατης γνώσης. Το τελευταίο έργο του Τάσου Χατζητάτση

  • Τάσος Χατζητάτσης: Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί, εκδ. Πόλις, 2009

Στις 7/11/2008 πέθανε στη Θεσσαλονίκη ο πεζογράφος Τάσος Χατζητάτσης. Ενα χρόνο μετά, πριν από λίγες μέρες, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το νέο του βιβλίο, «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί». Νέο. Συνώνυμο: καινούργιο, πρόσφατο ή κάτι τελευταίο. Την αμείλικτη αυτή κλιμάκωση των σημασιών ακολουθεί και η διάθεση του αναγνώστη. Καθώς περνάει από την έκπληξη και τη χαρά του καινούργιου στην αίσθηση μιας παιγνιώδους διάθεσης και στον κόσμο της λεπτολόγου ειρωνείας του Χατζητάτση, που στέλνει τα νέα του απ’ το επέκεινα κάνοντας μόνος του τον απολογισμό, μόνος του το λογοτεχνικό μνημόσυνο, όχι σαν σούμα, όχι στρογγυλεύοντας και ωραιοποιώντας, αλλά δυναμικά, ρίχνοντας στην αρένα της κυκλοφορίας και της κριτικής ένα βιβλίο ολόσωμο.

Ενα χρόνο μετά, ο αναγνώστης βιώνει μια παρουσία. Μέχρι το πικρό μέλι των τελευταίων σελίδων του να στάξει και να φτάσει στο απόσταγμα του caf� της Ναυαρίνου - οριστικά ημιτελούς, χωρίς ποτέ να χάνονται οι δύο πρώτες σημασίες, κατακάθεται και η τρίτη. Τελευταίο, ύστερο και έσχατο φέρνει στο φως της αυθεντικής ζωής τη μεταξένια πεταλούδα της έσχατης γνώσης που δεν καίγεται επειδή στο μεταξύ έχει μετασχηματιστεί σε λογοτεχνία. Αυτό συμβαίνει. Ο Τάσος Χατζητάτσης καταφέρνει να διασπάσει τη σιωπή και το σκοτάδι του θανάτου που τον ακολουθεί κατά βήμα με λόγο και φως, να εκμεταλλευτεί τα κενά που ξεκλέβει στην εξαντλητική κούρσα με τον ακούραστο αντίπαλο δρομέα για να μας μαρτυρήσει κάποια μυστικά του.

Το επερχόμενο τέλος

Και προλαβαίνει. Καταγράφει μέσα στο γνώριμο από τα άλλα βιβλία του πολυφωνικό σύμπαν, με την ισχυρή παρουσία της Ιστορίας και της Μνήμης -προσωπικής και συλλογικής- του Ερωτα και της απώλειάς του, του χρόνου και της φθοράς των γηρατειών, της χαμένης αθωότητας και των σπασμένων ονείρων, καταγράφει, τη συνεχή, την ταυτόχρονη παρουσία του θανάτου, την τραγική επίγνωση του σίγουρα και σύντομα επερχόμενου τέλους ως συμπύκνωμα -ακριβοπληρωμένης- έσχατης γνώσης. «Αυτήν την τακτική ακολουθώ και τώρα. Ανακαλύπτω τον πόνο της πληγής στα τρυπημένα δάχτυλα. Δεν είναι πάντα εύκολο[…] Αναγκάζομαι να δημιουργώ την ασχήμια. Συχνά με προλαβαίνει ο δρομέας που προηγείται».

Ως γνήσιος δημιουργός που είναι, δέχεται το στοίχημα να γίνει το υλικό της γραφής του.

«Κανένας δε γνωρίζει πόσοι γύροι ακόμα, τι απομένει, πόσοι γύροι μέχρι τον τερματισμό. Το μεσημέρι κρύβεται στη σκιά της σφενδόνης[…] Ποιος είναι αυτός που τρέχει μπροστά, δίπλα μου, ακούραστος σαν να βγήκε τώρα απ’ τα αποδυτήρια με την αναπνοή σφριγηλή, χωρίς κράμπες στα γόνατα κι έγινε η σκιά μου; Πώς να δημιουργήσω την απόσταση ασφαλείας; Αδικα».

Με το χέρι στα πλήκτρα του ηλεκτρονικού υπολογιστή παίζει με τον δρομέα-κέρσορα, υπηρέτη και δαμόκλειο σπάθη των ψηφίδων του κειμένου. Τι να μείνει; Τι να σβηστεί; Γράφει τον ίδιο του τον θάνατο μέχρι τέλους για να μας παραδώσει μια δική του εικόνα για την κατάσταση των πραγμάτων (Stand der Dinge).

Οι «Ακροτελεύτιοι Εσπερινοί» κλείνουν αυτοαναφορικά τον κύκλο που άνοιξαν οι «Εντεκα Σικελικοί Εσπερινοί» το 1997. Τα οκτώ (8) πεζά του τόμου βρίθουν, άλλωστε, αναφορών στο προγενέστερο έργο του συγγραφέα κρατώντας σταθερά τη γλώσσα και την ατμόσφαιρα όπως τη γνωρίσαμε. Εκτός από ένα χρώμα ευσπλαχνίας, ήδη νοσταλγικής από τον μακρύ αποχαιρετισμό, που κόβει τις οξύαιχμες άκρες τις κριτικής του αλλά όχι και του αυτοσαρκασμού του, και από την επιτακτική ανάγκη καταγραφής της Ιστορίας πάνω στις ιστορίες του, την ανάγκη να προλάβει να τα πει όλα για μια πόλη (την πόλη του) που τα κουβάλησε κάποτε και όλα στα σπλάχνα της.

Οι ήρωές του μπλέκονται στους παράξενους συνδυασμούς που η μοίρα αυτού του τόπου τους υποβάλλει. Ο γιος του ανυπόταχτου ξενόγλωσσου σύντροφου κτίζει το αυθαίρετο, έξω από την Καλλικράτεια, του έμπιστου στελέχους του Πολιτικού Γραφείου από τη Θεσσαλονίκη που καταδίωξε τον πατέρα του. Το νεαρό εβραιόπουλο ζει τον αταίριαστο έρωτά του με την αδερφή του δωσίλογου. Εύκολα σχήματα δεν προκρίνονται. Καθαρές γραμμές, διχασμοί και δυϊσμοί δεν συνάδουν με την πολυπλοκότητα της ζωής. Αυτή η ίδια με τα παιχνίδια και τα γυρίσματά της, το αστάθμητο των συναντήσεων και των συμπτώσεων αναδεικνύει αφ’ ενός την πολλαπλότητα των χαρακτήρων και την παντοδυναμία της αφ’ ετέρου.

Πολλαπλό λοιπόν, πολυπρισματικό σύμπαν και μέσα σ’ αυτό τελευταία αντήχηση -σαν εσπερινή καμπάνα- στην πρωινή λιακάδα της Ναυαρίνου:

«Κλαις, όμως, αγάπη μου τα βράδια; Μην μου πεις πάλι ψέματα. Κλαις για την απώλεια που έρχεται;»

«Καμιά φορά, όταν αργεί να ξημερώσει. Λυπάμαι για τα χρώματα που δε θα ξαναδώ».

  • Της Τζενης Oικονομιδη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009

Tuesday, November 11, 2008

Έψαχνε την Ιστορία «κάτω από τις ρυτίδες των ανθρώπων»

ΦΙΝΑΛΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΑΣΟ ΧΑΤΖΗΤΑΤΣΗ

Μ.Χ., TA NEA: Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Ο Τάσος  Χατζητάτσης
«Η Ιστορία μπαίνει κάτω από τις επιδερμίδες των ανθρώπων και τις ρυτιδιάζει», έλεγε ο συγγραφέας Τάσος Χατζητάτσης, κι αυτό φαινόταν σ΄ ό,τι έγραψε μέχρι τον θάνατό του, την Παρασκευή.

Δεν εμπιστευόταν πια την πολιτική ο Τάσος Χατζητάτσης αλλά ήταν ένας πολιτικοποιημένος συγγραφέας, και σαν τέτοιος προσπαθούσε να υπονομεύσει τον εφησυχασμό μας και να ξυπνήσει την αμφιβολία για τους μύθους της ιστορίας. Αυτόν τον ρόλο τον αναλάμβαναν συνήθως οι γυναίκες ηρωίδες του. Τις προτιμούσε επειδή οι γυναίκες, έλεγε, πατούν πιο γερά στη γη κι αντέχουν, ενώ οι άντρες είναι άστατοι και αιθεροβάμονες.

Στα διηγήματά του (που είναι πια συγκεντρωμένα σε βιβλίο) και στα δύο μυθιστορήματά του μιλούσε για την υποδόρια σύγκρουση της επανάστασης και του έρωτα, που φούντωσαν στη μεταπολεμική Ελλάδα ως σύμβολα απελευθέρωσης, αλλά ευτελίστηκαν, μέχρι που έγιναν για τη γενιά του, του ΄60, άλλοθι συμβιβασμών.

Η ίδια του η γραφή- πολυεστιακή, αποσπασματική και ελλειπτική, σπαρμένη με κατασκευασμένα ντοκουμέντα και «ατράνταχτες» αλήθειες που αλληλοαναιρούνταν- το ύφος του που υπονόμευε κάθε βεβαιότητα, ο τόνος του-χαμηλός, πικρός, προσγειωμένος, ανικανοποίητος- όλα υπηρετούσαν τον συγγραφικό του στόχο. Μέσα από την ανατιναγμένη του πρόζα, πρόβαλλαν ανάγλυφα τα ψέματα που είπε η γενιά του ΄60 στον εαυτό της αλλά και οι ακρωτηριασμοί της. Και μαζί πρόβαλλε το δράμα της: κάπως έπρεπε να ζήσουν μ΄ αυτά τούτοι οι άνθρωποι... Ο ίδιος ο Χατζητάτσης ήταν ένας ανάμεσά τους, δεν το αρνιόταν.

Αριστερός που είχε επιστρέψει το 1978 από την Γερμανία και έμεινε έξω από κομματικούς σχηματισμούς, Θεσσαλονικιός που εργαζόταν ως οδοντογιατρός και αρθρογραφούσε κάπου- κάπου στην «Αυγή» μέχρι που ανέλαβε βιβλιοκριτικές στα «ΝΕΑ», ο Τάσος Χατζητάτσης άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα γύρω στα 40 του και εξελίχθηκε σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες φωνές της σύγχρονης πεζογραφίας. Κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο στα 52 του («Έντεκα σικελικοί εσπερινοί», Εντευκτήριο, 1997). Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων «Στη σφενδόνη» (Εντευκτήριο 2000), και τα μυθιστορήματα «Σα σπασμένα φτερά» (Πόλις 2003- Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του «Διαβάζω») και «Μονόξυλο στο ποτάμι» (Πόλις 2006). Την περασμένη άνοιξη τα διηγήματά του ξανακυκλοφόρησαν από την Πόλι στον ενιαίο τόμο «Ασκήσεις μνήμης».

Αργά τον γνωρίσαμε, νωρίς τον χάσαμε



Οδοντίατρος, στράφηκε όψιμα στη λογοτεχνία κι όμως αναγνωρίστηκε σχεδόν αμέσως ως ένας από τους αξιολογότερους σύγχρονους Ελληνες πεζογράφους. Παρέμεινε ολιγογράφος. Μόλις 5 βιβλία (δύο συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και μια επανέκδοση των διηγημάτων του σε ενιαίο τόμο) πρόλαβε να μας κληροδοτήσει, ο Τάσος Χατζητάτσης. Πέθανε την Παρασκευή, στα 63 του χρόνια.
Ο οδοντίατρος Τάσος Χατζητάτσης ήταν 52 χρόνων όταν με τους «Εντεκα Σικελικούς Εσπερινούς» κέρδισε το βραβείο του «Διαβάζω» για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1945, εξάσκησε επί χρόνια την οδοντιατρική, προτού δειλά δημοσιοποιήσει την πεζογραφική του ιδιότητα. Από το 1984 άρχισε να δημοσιεύει πεζά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Θα πέρναγαν ωστόσο 13 χρόνια μέχρι να εκδώσει το 1997 το πρώτο του βιβλίο. Οταν κυκλοφόρησαν οι «Εντεκα Σικελικοί Εσπερινοί» από τις θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις Εντευκτηρίου, ο Χατζητάτσης ήταν 52 ετών. Γι' αυτό το βιβλίο, με τα συντομότατα αφηγήματα, τιμήθηκε το 1998 με το βραβείο του «Διαβάζω» για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο. Κατόρθωσε δηλαδή εξ αρχής να ανατρέψει «την επικρατούσα τάση της νεανικής εμφάνισης και καταξίωσης στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή», όπως επισήμαινε ο Ευριπίδης Γαραντούδης.

Ακολούθησε το 2000 η κυκλοφορία (από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου και πάλι) μιας ανάλογης συλλογής μικρών αφηγημάτων με τίτλο «Στη σφενδόνη». Αυτές οι δύο συλλογές επανεκδόθηκαν φέτος στον τόμο «Ασκήσεις μνήμης» (Πόλις), που έμελλε να αποδειχθεί για τον Χατζητάτση ένας ύστατος και προφητικός τίτλος.

Ενδιαμέσως, από τις ίδιες εκδόσεις (Πόλις), είχαν κυκλοφορήσει τα δύο μυθιστορήματα «Σαν σπασμένα φτερά» (2003) και «Μονόξυλο στο ποτάμι» (2006). Είχαν μια υφολογική ιδιαιτερότητα. Οπως τα διηγήματά του ήταν ουσιαστικά μικρά αφηγήματα, έτσι κι αυτά ήταν ολιγοσέλιδα αφηγήματα με αποσπασματική ή σπονδυλωτή διάρθρωση. Με το πρώτο ο συγγραφέας αποσπά το 2004 το βραβείο μυθιστορήματος του «Διαβάζω». Ούτως ή άλλως η κριτική έχει εντοπίσει τον Θεσσαλονικιό λογοτέχνη και τον έχει υποδεχθεί διθυραμβικά. «Ο Τάσος Χατζητάτσης αποδεικνύεται στον πιο "πολιτικό" από τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης (...) Ο πυκνός και μεστός, οικονομημένος λόγος του πλουτίζει την πεζογραφία μας μ' ένα σημαντικό αφήγημα...», έγραφε ο Γιώργος Κορδομενίδης στο Εντευκτήριο για το «Μονόξυλο στο ποτάμι». Αντίστοιχα, ο Δημήτρης Νόλλας στα «Σπασμένα φτερά» αναγνώριζε μια «λογοτεχνία που ανθίσταται» στη «μηρυκαστική λογοτεχνία, στη μασημένη τροφή που ακουμπάει στον τηλεοπτικό λόγο», κι αυτό ακριβώς εννοούσε κι ο Αλέξης Ζήρας όταν έγραφε για «ένα από τα λίγα πεζά που διασώζεται επάξια από τον πολτό της πεζογραφικής διάρροιας των τελευταίων ετών». Για το ίδιο βιβλίο ο Δημοσθένης Κούρτοβικ εντόπιζε σε τι «συνίσταται το επίτευγμα του Χατζητάτση. Αποφεύγει τους σκοπέλους με μια κίνηση εκτός χάρτου, δηλαδή με την επινόηση μιας καινούργιας».

Ετσι το έργο του, μικρό και χρονικά περιορισμένο, απαντά στην πληθωριστική τάση της λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί να αποφύγει κανείς τη σκέψη για το τι θα μπορούσε ακόμα να καταθέσει, αν προλάβαινε.

ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/11/2008