Showing posts with label Αλεξάκης Ορέστης. Show all posts
Showing posts with label Αλεξάκης Ορέστης. Show all posts

Saturday, June 5, 2010

Ποιητικά σπαράγματα και υποσχέσεις

***Ορέστης Αλεξάκης,
Το άλμπουμ των αποκομμάτων,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009, σ. 71
  • Σπαράγματα ποιημάτων, αλλά και επίμετρο στη μέχρι τώρα ποιητική του δημιουργία αποκαλεί ο Ορέστης Αλεξάκης το νέο του βιβλίο. Τα ποιήματά του, μικρά αριστουργήματα γραμμένα σε διαφορετικές εποχές, αναπαράγουν παραδοσιακά μέτρα, τονίζοντας την ιδιότητά μας, ως «σκιές του παρελθόντος», ή παράγουν εσωτερικούς ρυθμούς και μας αποκαλύπτουν το αθέατο: «Εχω καθήκον [...]. Να στήνω αυτί / Να στήνω αυτί / Κι ας μην ακούω...», αποκρίνεται στο ποιητικό υποκείμενο ο παράξενος άνθρωπος, που ξενυχτά αόρατους νεκρούς, περιμένοντας κάτι πέρα «από μια αξεδιάλυτη βοή». Και στις δύο περιπτώσεις ο στίχος ρέει, ενώ από τον ποιητή πηγάζουν και τα δύο εγώ του εξωπραγματικού διαλόγου. Αντιμέτωπος με τη διαρκή παρουσία του θανάτου, απειλείται με πλήρη αποξένωση: «με ξένο "εγώ" κρατώ έναν ρόλο στην παράσταση». Βεβαιότητα υπάρχει μόνο για το κενό που αφήνουμε πίσω μας -το κενό που πάντα ήμασταν-, την ανύπαρκτη πόρτα πίσω από το ρόπτρο που χτυπάμε, τη «μεταμφιεσμένη ακινησία» που μας ξεγελά.
  • Ο διάλογος είναι το κυρίαρχο στοιχείο σε αυτή την παράσταση του τάφου εν ζωή: με προηγούμενες ποιητικές του συλλογές -για να φανεί το ενιαίο της γραφής του-, με τη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη -για να φανεί η «αλληλεγγύη» της γραφής, όπως θα έλεγε ο Σεφέρης-, ζωντανός διάλογος σε μια ποίηση που αναδεικνύει την απώλεια ως την προσφιλή θεματική των ποιητών. «Ομως υπήρξε Κωνσταντίνε. Υπήρξε», θα φωνάξει με σπαραγμό στον Καβάφη για την πόλη των ποιητών, παραπέμποντας συγχρόνως σε προηγούμενο ποίημα για έναν άλλο Κωνσταντίνο. Ο θρύλος της σπάθας του τελευταίου βασιλιά του Βυζαντίου κάνει τον ποιητή να συνειδητοποιήσει «πως δεν υπήρξαμε ποτέ / παρά μονάχα σαν σκιές ονείρων [...] μέσα στον ύπνο τον τεταραγμένο / του σεβαστού μας Αυτοκράτορα / και πως / θα διαλυθούμε παρευθύς / μόλις εκείνος εγερθεί». Στο ταξίδι της μέσα στον καθρέφτη, η Αλίκη του Lewis Carroll συναντά τον Κόκκινο Βασιλιά, που ζει στο όνειρό της, κοιμάται και την ονειρεύεται. Οταν ξυπνήσει η Αλίκη, ο Βασιλιάς θα χαθεί. Αν όμως εκείνος ξυπνήσει πρώτος; Το ίδιο ερώτημα θέτει εδώ ο Αλεξάκης. Ο Ποιητής και ο Αυτοκράτορας ζουν στα όνειρά μας, στις ελπίδες μας. Αν σταματήσουμε να ονειρευόμαστε, οι θρύλοι της ιστορίας και της ποίησής μας θα εξαφανιστούν. Αν εγερθούν πρώτοι οι ήρωες, εμείς ως έθνος αφανιζόμαστε· θα ζούμε παγιδευμένοι στη δόξα και στα λάθη του παρελθόντος: «Αοπλος βρέθηκε λοιπόν ο Κωνσταντίνος». Ισως υπάρχει ελπίδα, αν κρατήσουμε το μεγάλο σπαθί στα χέρια μας. Με ρυθμούς και λυγμούς που συγκλονίζουν, ο Ορέστης Αλεξάκης προσθέτει ακόμη ένα διαμάντι στο ποιητικό του έργο.
***Καλλιόπη Εξάρχου,
Περιπλανώμενος λόγος,
Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ.70
  • Στην πρόσφατη θεατρολογική μελέτη της, Ιστορία του θεάτρου: το πάθος γένους θηλυκού (στη γαλλική), η πανεπιστημιακός Καλλιόπη Εξάρχου γράφει μία εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου, με άξονα την επιθυμία του «ασθενούς» φύλου. Κρυμμένη πίσω από τα πέπλα και το παρελθόν της, η γυναίκα εμφανίζεται, σε κάθε γωνιά της γης, ηρωίδα στην τραγωδία, θύμα και θύτης, τρυφερή και αγέρωχη, έτοιμη να ακολουθήσει πιστά το πεπρωμένο της: την ανατροπή και την ολοκλήρωση της πρωτόπλαστης.
  • Στο νέο της ποιητικό βιβλίο Περιπλανώμενος λόγος η ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου ταυτίζει τη γυναίκα με τις διεκδικήσεις των αισθήσεων. Οι θηλυκές φιγούρες της, αγνοώντας την κληρονομιά της Εύας, τολμούν να συνομιλούν ευθέως με το πνεύμα, να παραβαίνουν δηλαδή τις εντολές -χωρίς το άλλοθι ότι ο όφις τις ηπάτησε-, να στέκονται όρθιες στο κέντρο του Σύμπαντος και να δημιουργούνται από την αρχή. Η γραφή της ποιήτριας αναδύεται μέσα από τα όνειρά της ή το σκοτάδι της Νύχτας, που αποκτά στο έργο της συμβολισμούς δυναμικούς και απροσδόκητους. Το αρχέτυπο «Νύχτα» την προσκαλεί να μαζεύει τα αστέρια της από τη γη και να τα επανατοποθετεί στον ουρανό.
  • Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης της Εξάρχου, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Η συνομιλία τού Εγώ με τις λέξεις ή των λέξεων μεταξύ τους αποκαλύπτει νέες συγγένειες στον χώρο του λόγου· ο άγγελος οδηγεί στην αγκάλη, ο έρωτας στο άρωμα, η οδύνη στην ηδονή, το αίμα στο ίαμα. Τα γλωσσικά σημεία είναι πάνω απ' όλα σημαίνοντα, σημαίνουν πολλαπλώς, αυτονομούνται, τολμούν όσα δεν τόλμησε η ίδια, την προκαλούν να δηλώσει με ταπεινοφροσύνη: «Χάθηκα αυτόβουλα / στη θάλασσα των λέξεων / [...] Μη μ' αναζητήσετε». Η επιθυμία και το αρχαίο ισοδύναμό της ο ίμερος προσωποποιούνται, μεταμορφώνονται με τη μαγεία της ποίησης, σε ζωντανές οντότητες. Το σώμα, αν και δεν θυμάται, «δεν έχει μνήμη», συγκλονίζεται και συγκλονίζει, αναδίδει αισθαντική ποίηση, εκφράζει όλες τις πιθανές μορφές, και κυρίως τη γοητεία, της επιθυμίας: «Τα χέρια μου στα χέρια σου, / πλεγμένα σφιχτά μη και λυθούν τα μάγια. [...] / Λιώνουν τα μέλη / και πώς να τα μαζέψω. / Λιποθυμά το δάκρυ. [...] / Μην αγνοείς της σάρκας την έναστρη επιθυμία». Ενας περιπλανώμενος λόγος σε αναζήτηση του ενδότερου Είναι και μια ποίηση που ρέει από σελίδα σε σελίδα και από ψυχή σε ψυχή, συνθέτουν το μαγικό υλικό της νέας ποιητικής συλλογής που μας χάρισε η Καλλιόπη Εξάρχου.
***Ελένη Μερκενίδου,
Νύχτες μέσα στη Νύχτα,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 85
  • Σαν συνέχεια της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διαβάζεται η ποίηση της Ελένης Μερκενίδου. Αρχαιόπρεπες λέξεις ρέουν μέσα σε σύνθετες μεταμοντέρνες εικόνες, δημιουργούν μορφές, προτείνουν μυθικές ερμηνείες του κόσμου και μας μεταφέρουν σ' έναν χώρο όπου η ποιητική γλώσσα αναπτύσσεται στο εσωτερικό μιας φιλοσοφικής δίνης. Ξεχωριστά στην παρούσα συλλογή, αλλά και στο σημαντικό ποιητικό έργο της: τα ποιήματα για τον χαμό της μητέρας της. Το πένθος ξεπερνά τον βαθύ στοχασμό και την προκαλεί να γράψει μερικούς από τους πιο επικοινωνιακούς στίχους της: «Θα περάσει κι αυτό, μουρμούριζε / στον τάφο κατεβαίνοντας [...]. Θα περάσει / Οχι γιατί περνά η αρρώστια / μα γιατί έχουμε εμείς περάσει [...] / φιλοξενώντας δίχως όρεξη / έναν αδικαιολόγητα εγκάρδιο / ξένο μέσα μας».
  • Ο προβληματισμός για την απώλεια αγαπημένων προσώπων οδηγεί την ποιήτρια σε οντολογική, ή και μεταφυσική, περισυλλογή, όπου το πεπρωμένο πάντα επαγρυπνά: «Σε τούτο το εξημερωμένο δάσος / [...] η πορεία μονόδρομη / προδίδει το τέλος». «Μονάχα μια βροχή αστεριών / για μας / Τα δάκρυα του γαλαξία». Μια μελαγχολία αναδύεται μέσα από τους εκφραστικούς ποιητικούς ρυθμούς: «Μη φεύγεις / Μου χρωστάς ακόμα / ένα νανούρισμα [...] μια επιστροφή στη μήτρα». Οι προσωποποιήσεις συγκλονίζουν, καθώς εμφανίζονται εγκλωβισμένες σε πλέγματα εντυπωσιακών μεταφορών: «το πένθος αποσύρθηκε / στην άμπωτη των στεναγμών». Και μόνο ο θάνατος αρκεί για να εξαγιάσει ένα αγαπημένο πρόσωπο: «Είναι μακριά η Ανάσταση / και Συ μου λείπεις τόσο». Γράφει, για να κατορθώσει να αντικρύσει τη Νύχτα ευθέως, ενώ νιώθει ενοχές, γιατί μοιράζεται το πένθος της με τον αναγνώστη: «Με κάθε μου δάκρυ / Εμπορεύομαι τον θάνατό σου». Καθώς στην πεζή πραγματικότητα ο θάνατος έρχεται συνήθως την αυγή, με μια πρωτότυπη αντιστροφή, γίνεται αρχή μιας νέας ζωής: «Μυρίζει ο θάνατος χαράματα». Η ποίηση, με τη μαγικη πνοή της, δίνει κορμί στους νεκρούς, εξαϋλώνει τους ζωντανούς: «Μιλώ απ' το σώμα που φθείρεται». Το σώμα δεν παραπέμπει σε πάθος, αλλά σε φθορά, σε φιλοσοφικό στοχασμό για τη ματαιότητα της ύπαρξης: «Οι Νύχτες [...] άδειαζαν τις ώρες μας».
  • Η ποιήτρια και φιλόσοφος Ελένη Μερκενίδου, «νύχτες βαδίζοντας μικρές / μες στη μεγάλη Νύχτα», αντιμετωπίζει τον θάνατο κοιτάζοντάς τον κατάματα, αλλά με δέος· η αίσθηση της ματαιότητας γίνεται θετική δύναμη, με τη σαγηνευτική χρήση της ποιητικής γλώσσας και της φιλοσοφικής σκέψης.
  • *Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.

Friday, March 5, 2010

Ποίηση πεζών κι αποκομμάτων

Ορέστης Αλεξάκης

1. Θίασος στην εξέδρα

2. Το άλμπουμ των αποκομμάτων

εκδόσεις Γαβριηλίδη, 1. σ. 37, 7,32 ευρώ , 2. σ. 71, 7,32 ευρώ

Οι δύο πρόσφατες συλλογές του Ορέστη Αλεξάκη δικαιώνουν περίτρανα μιαν επιλογή του πατέρα μου, του Ρένου, όταν το 1970 ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανθολόγησης της νεοελληνικής Ποίησης, συνεχίζοντας την ξεκινημένη από το 1933 Ανθολογία του πατέρα του. Πρώτον: ν' ανθολογήσει αποσπασματικά άξιους στίχους από ευρύτερες δημιουργίες που ως σύνολα χώλαιναν. Και δεύτερον: να περιλάβει πεζά μ' εμφανείς ποιητικές ποιότητες, χωρισμένα με μπάρες (αντί στίχων). Οι αντιρρήσεις που 'χαν διατυπωθεί πολλές και δικαιολογημένες: καμιά άλλη ανθολογία δεν είχε τολμήσει, παγκοσμίως, κάτι παρόμοιο! «Κατακρεουργούνται τα ποιήματα» φώναζαν οι μεν, «κατασκευάζονται ποιήματα από πεζά» διαμαρτύρονταν οι δε... Πολύ νέος ακόμα, το θεωρούσα κι εγώ υπερβολικά ίσως επεμβατικό έναντι των κειμένων... Ωστόσο, οι μοντέρνοι καιροί της αποδόμησης πάσης μορφής, του σπασματικού λόγου, της ολοένα ελευθερότερης ποιητικής έκφρασης, των πεζοτράγουδων, των μικτών μορφών που διαρκώς πυκνώνουν, έδειξαν πως προδρομικά είχε κινηθεί, πολύ πέραν της εποχής του...

Ο Αλεξάκης, εν προκειμένω, θαρρετά τιτλοφορώντας τη συλλογή του Αλμπουμ απ' αυτήν ακριβώς τη διεργασία του μαζέματος των θραυσμάτων, εξηγεί: «Εδώ εντάσσονται ποιήματα που ο ποιητής θέλησε "να ξανακοιτάξει στο μέλλον", ή που δεν "ταίριαξαν" υφολογικά με τα συγκαιρινά τους, ώστε να μοιραστούν μ' αυτά "κοινή στέγη", ή κάποια που σηματοδοτούν την απαρχή μιας απόπειρας για την αναζήτηση άλλου ύφους... Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υλικού καταστρέφεται. Κάποτε όμως ωρισμένα ποιήματα ή και τμήματά τους (αποκόμματα), έχουν κάτι να πουν...» Συγκέντρωση λοιπόν των άξιων, πέρα από βλαπτικές εντέλει μορφικές ή εκδοτικές σκοπιμότητες, εφήμερα συνταιριάσματα, «συμποσώσεις», που όλους, ασφαλώς, μας διέπουν, μα δεν είν' απαραιτήτως συστατικά της ποιητικής ουσίας. Και θέλει ξέχωρη τόλμη, γιατί δημοσιεύοντας έτσι, αξιώνεις πως σώζεις μόνον ό,τι άριστο κι όχι ό,τι γράφτηκε... Κι εδώ ο ποιητής ευστοχεί! Δύσκολα θα βρει κανείς σελίδα δίχως καλό στίχο, δίχως άρτιο λόγο και προπάντων: συγκροτημένο στοχασμό!

Οποιος δεν έχει παρακολουθήσει την πορεία του Αλεξάκη 30 χρόνια πίσω, μπορεί να πίστευε -τι πιο φυσικό, όλοι περνώντας τα χρόνια, πιάνουν τον διάλογο με τον θάνατο, φιλοσοφώντας, άλλος ανάβαθα, άλλος βαθύτερα εν όψει της επερχόμενης μαρμάγκας!- πως όψιμα έστησε κι αυτός κουβέντα με τους νεκρούς του! Θα 'πεφτε όμως έξω. Για τον Αλεξάκη ανέκαθεν νεκροί και ζώντες συμπορεύονταν. Φως και σκοτάδι: ένα! Το μπρος, το μέλλον, δεν είναι μπρος και το πίσω, το παρελθόν, δεν είναι πίσω. Οι χρόνοι συγχέονται ή και δεν υπάρχουν καν!

Πάλι χαράζει εντός μου παρελθόν

πάλι χιονίζει εντός μου πεπρωμένο!

Το μέσα και το έξω: ίδιο! Κι όχι σε καμιά παράκρουση σύγχυσης εννοιών και κούφων λέξεων «νεωτεριστικής» ή πειραματικής δημιουργίας, παρά με απόλυτη σαφήνεια αποφασισμένης αγνωστικής Σκέψης, χαράζει τον μοναδικό, λ.χ., στίχο της πρώτης από τις δυο συλλογές του (γιατί όλα τα υπόλοιπα σχεδόν είν' υποβλητικότατα πεζά):

Τίποτα και ποτέ δεν έχει υπάρξει...

Η συλλογή αυτοπροσδιορίζεται από μιαν αφήγηση ενός φθεγγόμενου μύστη:

...[]Ο χρόνος είναι άλογο που καλπάζει - πάντα σ' ανεξερεύνητα πεδία. Μασάει μέλλον κι αφοδεύει παρελθόν. Ωστόσο, η κόπρος τρέφει το χορτάρι. Οσα σας είπα, τάχω ο ίδιος ζήσει. Ομως αυτά που ζούμε δεν υπάρχουν. Και τα υπαρκτά δεν είναι της ζωής μας. Και μη νομίζετε πως είστε ο εαυτός σας. Μέσα σας κρύβεται ένας ξένος. Που ατάραχος παρατηρεί όσα ορατά ή αθέατα συντελούνται -άγνωστο τι καραδοκώντας.

Με βλέπετε όπως τώρα φαίνομαι.

Οταν θα γίνω το άλλο που είμαι, θα ξανάρθω».

Είπε κι ανοίγοντας την πόρτα χάθηκε.

Στο μέλλον ή το παρελθόν κανείς δεν ξέρει...

Μια μικτή μορφή πεζο-ποιήματος και στοχαστικού Λυρισμού, με σαφέστατο ρυθμό μες στο πεζό του κι απόλυτα πείθαρχο στο νόημα λόγο μες στην ποίησή του. Ενα ζευγάρωμα δύσκολο, που πετυχαίνει, πείθοντας πως δεν υπάρχουν στεγανά στα λογοτεχνικά «είδη», αρκεί να 'χεις τι να πεις... Κι ο Αλεξάκης από την πρώτη σελίδα ώς την τελευταία αποδεικνύει πως ξέρει να γράψει ποίηση, έχοντας έμφυτο ρυθμό που τον σταλάζει σε κάθε λέξη του, και -πράγμα σπανιότερο κι από τον απλό ρυθμό-, διαθέτει θέαση Κόσμου έμπεδη και πρωτότυπη.

*

Το Αλμπουμ αποκομμάτων περιέχει ποιήματα αυτοτελή, αξιολογότατα, διαφόρων τύπων και ποικίλου κλίματος, άλλοτε με μια σολωμική, θα 'λεγες, αντίληψη επικοινωνίας με τους νεκρούς και το Επέκεινα (από τον Λάμπρο, λ.χ., στο περίφημο εκείνο «Οραμα της Μαρίας και δέηση του Λάμπρου») κι άλλοτε σε καρυωτακική ατμόσφαιρα -πάντοτε στην απόχρωση της τέφρας και της καταχνιάς:

Τέλειωσε πια η ακολουθία,

γιατί να πάμε μέχρι εκεί;

Πόσο βαραίνει η Κυριακή

πίσω από μια μουντή κηδεία...

Βήμα νωθρό και κουρασμένο,

πρόσωπα γύρω μας θολά,

κάποιος ξεχνιέται και γελά,

κάποιος μιλά για πεπρωμένο...

Αύριο και πάλι στο γραφείο -

χειμώνας, νύχτωσε νωρίς,

προς τι λοιπόν ν' αργοπορείς

στο σκυθρωπό νεκροταφείο

Πάνω απ' το λάκκο μαζεμένοι

ζηλεύω αυτούς που βλέπουν ματς

μασούν φυστίκια, πίνουν σκατς -

Τι αργά που η κάσα κατεβαίνει...

Τόσο εδώ, όσο και στην Αναφορά στον Βερλαίν μα και σ' άλλα του, καταδεικνύεται η στιχουργική του μαστοριά, που ξέρει, ωστόσο, άνετα και να τη βάζει κατά μέρος, διοχετεύοντάς τη σαν υπόγειο ρεύμα, εκεί όπου εγκαταλείπει το μέτρο, την ομοιοκαταληξία ή και τον στίχο ακόμα. Απ' τ' αρτιωμένα του ξεχωρίζουν: «Ο εκδημήσας», «Ο νεκυομανής», «Το ημερολόγιο του ποιητή Π.Δ.», ο «Υπηρέτης», το «Αφήγημα», η «Φωτογραφία», η «Τρίτη φάση» και το «Ρόπτρο». Αποπνέουν μια σπάνια σεμνότητα και μια αίσθηση του μέτρου ακόμα και για της ίδιας της ποίησης την υπαρξιακή αξία, όπως διατυπώνεται σαφέστερα στον Αχινό.

Την ποίηση, αν δεν υποχωρεί,

μπορείς να τη βιάσεις,

δεν είναι δα πρωτόβγαλτη παρθένα,

έχει ασκηθεί στην πονηριά και την υποκρισία.

Χρόνια και χρόνια σου ορκιζόταν

αιώνια πίστη κι αφοσίωση

καταβροχθίζοντας κομμάτια απ' τη ζωή σου

για μια παραίσθηση, για μια παραφορά,

που τελικά κατέληγε στο κλάμα...

Και τώρα

τάχα δε σ' αναγνωρίζει...

Σε προσπερνά γυρνώντας το κεφάλι,

με αμούστακα αγοράκια χαριεντίζεται,

ανύποπτες παιδούλες ξεμυαλίζει -

Ού να χαθεί! Δε θα της κάνω το χατήρι,

δε θα την πιάσω απ' τα μαλλιά,

το αραχνοΰφαντό της δε θα σκίσω...

Ξέρω τι βρίσκεται από κάτω,

τι ματαιότης εγκοσμίων σαρκάζει,

ποια τρύπα καιροφυλακτεί

-ένδοξους κι άδοξους, μεγάλους και μικρούς-

σαν μαύρος αχινός

να μας ρουφήξει!

Στο δεύτερο μέρος τού Αλμπουμ, τα καθαυτό σπαράγματα, ορφανά αβάπτιστα, μένουν επίτηδες αφημένα δίχως τίτλους να λειτουργούν μες στις σελίδες, κοιτάζοντας βαθιά στην ύπαρξή σου, / καθώς ο δύτης πίσω απ' το γυαλί του... Σκόρπια, ασύνδετα και μαγικά:

Των υπογείων βλαστήσεων κηπουρός...

Ιερουργός του μυστηρίου των λουλουδιών

και της εκπυρσοκρότησης των σπόρων...

Στάσου, μην προχωρείς σ' αυτό το σπίτι!

Τα χόρτα θα σφυρίξουν την οργή τους,

άγριο φεγγάρι θα σε μυριστεί,

θα σε γαβγίσει κλειδωμένη πόρτα

και μες απ' την ομίχλη των καιρών

μάνα τρελλή θα σε πετροβολήσει!..

Με καταχνιά μετράς το παρελθόν

και με μια λάμπα ομίχλης ανιχνεύεις

το μέσα και το γύρω σου κενό

που σύντροφοί σου μέλλον ονομάζουν...

Και άλλα, και άλλα!.. Ο Αλεξάκης φέρνει μια ξεχασμένη γεύση από τις εποχές όπου οι ποιητές δεν είχαν χάσει την υπόληψή τους βυθισμένοι στην ακατανοησία ή αυτοναρκισσευόμενοι με την τιποτολογία, όπου το δούλεμα του λόγου αποτελούσε προϋπόθεση κι ο ρυθμός όριζε την πορεία προερχόμενος εκ βαθέων...

Ο ίδιος γράφει πως το «Αλμπουμ αποκομμάτων αποσκοπεί να αποτελέσει το επίμετρο της όλης μέχρι σήμερα ποιητικής του δημιουργίας». Εμείς από καρδιάς ελπίζουμε να 'ν' απαρχή σ' ανοιξιάτικο καρπερό χωράφι!