Showing posts with label Μαστοράκη Τζένη. Show all posts
Showing posts with label Μαστοράκη Τζένη. Show all posts

Sunday, May 15, 2011

Τζένη Μαστοράκη: Τους ξένους τους φοβάμαι όταν ψάχνουν τα σκουπίδια μας


Τριάντα χρόνια μετά μεταφράζει ξανά τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλιντζερ που σφράγισε τη μεταπολεμική γενιά
Τζένη Μαστοράκη: Τους ξένους τους φοβάμαι  όταν ψάχνουν τα σκουπίδια μας



  • του Γρηγόρη Μπέκου, ΤΟ ΒΗΜΑ:  15/5/2011
Η Τζένη Μαστοράκη είναι από τις σημαντικότερες ποιήτριες και μεταφράστριες. Το 1977, σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών (τότε), μετέφρασε τον «Φύλακα στη σίκαλη», το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, που έφυγε πέρσι από τη ζωή. Ενα χρόνο μετά, το 1978, το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκουρος και ως σήμερα η μετάφρασή του θεωρείται αξεπέραστη. Στις αρχές του 2008 κάποια παιδιά από το φοιτητικό περιοδικό «Καλειδοσκόπιο» της Φιλοσοφικής Σχολής τής ζήτησαν συνέντευξη με αφορμή τα τριάντα χρόνια από την έκδοσή του στα ελληνικά. « Τρόμαξα με τα χρόνια που είχαν περάσεικαι τότε πρωτοσκέφτηκα να τον ξαναπιάσω από την αρχή » λέει η ίδια στο «Βήμα» για το εξαιρετικά σπάνιο και εν εξελίξει εγχείρημά της να μεταφράσει και πάλι από την αρχή ένα βιβλίο που σημάδεψε τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα και την ίδια προσωπικά, έπειτα από τριάντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Με αφορμή τη νέα μετάφραση η Τζένη Μαστοράκη μιλάει στο «Βήμα».

Monday, November 23, 2009

Η Τζένη Μαστοράκη στο Μέγαρο Μουσικής

  • Την Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009 στις 7 μ.μ. το Megaron Plus καλεί τους φίλους της λογοτεχνίας να παρακολουθήσουν την διάλεξη της ποιήτριας, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων με θέμα «Η ποιητική γενιά του '70».



Η Τζένη Μαστοράκη είναι από τις σημαντικότερες ελληνίδες ποιήτριες

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009 [ 19:46 ]

Αναζητώντας τη μαγεία της ελληνικής ποίησης, το Megaron Plus καλεί την Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009 στις 7 μ.μ τους φίλους της λογοτεχνίας να παρακολουθήσουν μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες να μιλά για το έργο της. Η ιδιαίτερη αυτή συνάντηση με την Τζένη Μαστοράκη θα πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων με θέμα «Η ποιητική γενιά του '70».

H Τζένη Μαστοράκη γεννήθηκε το 1949 στην Αθήνα. Σπούδασε Βυζαντινή και Μεσαιωνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει εκδώσει τέσσερα ποιητικά βιβλία: Διόδια (Κέδρος, 1972), Το σόι (Κέδρος, 1978), Ιστορίες για τα βαθιά (Κέδρος, 1983), Μ’ ένα στεφάνι φως (Κέδρος, 1989). Τα ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες, περιοδικά και αυτοτελείς εκδόσεις. Έχει μεταφράσει συγγραφείς όπως ο Τζέι-Ντι Σάλιντζερ, η Κάρσον ΜακΚάλερς, ο Ελίας Κανέττι, o Χάινριχ Μπελ, o Χάινριχ φον Κλάιστ, o Κάρλο Γκολντόνι, o Έντγκαρ Άλαν Πόου, o Άπτον Σίνκλαιρ, o Λιούις Κάρολ, o Τζόρτζιο Μανγκανέλλι, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο Χάρολντ Πίντερ, η Σάρα Κέην, ο Μιγέλ δε Θερβάντες, ο Χάουαρντ Μπάρκερ, κι ακόμη τον Πετροτσουλούφη του Χάινριχ Χόφμαν και παραμύθια των Αδελφών Γκριμ. Και αυτή την εποχή ο Λευτέρης Βογιατζής έχει ανεβάσει το έργο του Χάουαρντ Μπάρκερ «Υστατο σήμερα» σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη – η οποία χαρακτηρίστηκε από τη Μυρτώ Λοβέρδου «πραγματικά έξοχη- σε ένα δύσκολο κείμενο που διέθετε στακάτους διαλόγους και μικρούς μονολόγους».

Η Τζένη Μαστοράκη τιμήθηκε το 1989 με το Thornton Niven Wilder Prize του Columbia University της Νέας Υόρκης (Translation Center) για το σύνολο του μεταφραστικού της έργου και το 1992 με το ειδικό βραβείο του ΙΒΒΥ (International Board on Books for Young People) για τη μετάφραση του παιδικού βιβλίου Ο ταξιδιώτης της αυγής, του Σι-Ες Λιούις (Kέδρος).

Ο ποιητής Γιάννης Ευθυμιάδης γράφει για την ποιητική διαδρομή της:
«Σχεδόν παιδί ξεκινά να γράφει, να γράφει ως συνειδητοποιημένη ποιήτρια. Και εκδίδει την πρώτη της συλλογή μόλις στα 1972. Αρθρώνει έναν λόγο απλό, εφηβικό, φορές οργισμένο, φορές παραπονεμένο, άλλοτε νικά η πίκρα, άλλοτε η απογοήτευση, άλλοτε η δύναμη και η ορμή! Και πρώτα πρώτα οι Μύθοι. Πρέπει να αναμετρηθεί με τους παλιούς μύθους, να τους γνωρίσει κι έπειτα να φτιάξει τους δικούς της. Να χτίσει έναν περίκλειστο παράδεισο και να τον κατοικήσει. Εκεί μαζεύει ένα ένα τα υλικά της, υλικά γλώσσας, υλικά σκέψης αλλά κυρίως αισθημάτων, για να πορευτεί ποιητικά. (…)

Αποδομεί τους μύθους για να ξεδιαλέξει μέσα από την σκληρή ειρωνεία, συχνά τον αυτοσαρκασμό, την ωμοφαγία του ίδιου της του εαυτού τα δικά της ποιητικά μέσα. Στίχοι όπως: Πρέπει να ’ναι δύσκολη/η δουλειά του ποιητή./Προσωπικά, δεν το ξέρω.(Διόδια, σελ. 33) ή Αποτάσσομαι, είπα, τον σατανά./Έκανα δήλωση μετανοίας/στο Θεό και στην/καθεστηκυία τάξη, (Διόδια) είναι ενδεικτικοί.

Καταθέτει ακριβές λεπτομέρειες από τη ζωή της – πώς αλλιώς; – στοιχείο που παρακολουθεί κανείς ευδιάκριτα και στη δεύτερη συλλογή, Το Σόι. Στο Σόι παλιά χρέη και οφειλές ξεπληρώνονται. (…) Μπροστά στα μάτια τού αναγνώστη παρελαύνουν συγγενικά πρόσωπα, παραμύθια, δοξασίες, κοινωνικά σχόλια, ό,τι συνθέτει δηλαδή την έννοια του Σογιού. (…)
Με τις Ιστορίες για τα βαθιά συντελείται μια βαθιά αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν της Μαστοράκη. Σχεδόν παύει να περισκοπεί τα ανθρώπινα και εστιάζει στην προσωπική της σχέση με το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο. Στο Μ’ ένα στεφάνι φως, τα ποιήματα δεν είναι ερμητικά? είναι μυστικά, απευθύνονται στους μύστες. (…)

Η Μαστοράκη εισέρχεται μέσα στη φωτιά του οράματος, στην αγριότητα του μύθου, παλεύει με τέρατα, με δράκους και επιστρέφει «μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο και χλωρό κεφάλι, κατάχλωρη απ’ τη φωτιά».


Με το ποιητικό της έργο, η Τζένη Μαστοράκη έχει καταξιωθεί στη γραμματολογική συνείδηση ως μία από τους σημαντικότερες εκπροσώπους της Ποιητικής Γενιάς του ’70.

Τι λέει άραγε η ίδια για το έργο της; Πώς αντιλαμβάνεται τη σύγχρονη ελληνική ποίηση;

Στις 24 Νοεμβρίου, στην εκδήλωση του Megaron Plus το κοινό θα έχε την ευκαιρία να ακούσει τις απόψεις της και να συνομιλήσει μαζί της.

H είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας.
Η διανομή των δελτίων αρχίζει στις 17:30.
Η εκδήλωση αρχίζει στις 19:00.

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»

  • Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

jenny_mastoraki

  • Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες...).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».