Thursday, June 4, 2015
Απονεμήθηκαν τα Λογοτεχνικά Βραβεία του «Αναγνώστη» 2015
Sunday, December 25, 2011
Χρήστος Χωμενίδης: Θα κυνηγήσω αυτούς που θέλησαν να με... αυτοκτονήσουν
- [ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 23/12/2011].
Λίγες μέρες μετά την ιντερνετική διάδοση της μακάβριας είδησης που τον ήθελε να έχει... αποδημήσει, ο γνωστός συγγραφέας σχολιάζει το περιστατικό και «υπόσχεται» στους υπαίτιους ότι θα τιμωρηθούν
Monday, July 27, 2009
Χρήστος Χωμενίδης: Στην Ελλάδα πνευματικοί άνθρωποι είναι μόνον τα μέντιουμ
- Καφές και πολλά τσιγάρα στη λιακάδα. Η Ρούλα Γεωργακοπούλου συναντάει τον Χρήστο Χωμενίδη λίγο πριν κυκλοφορήσει το νέο του μυθιστόρημα «Λόγια-φτερά», δηλαδή έπεα πτερόεντα.
Προετοιμάζοντας αυτή τη συνάντηση, άλλαξα χιλιάδες φορές γνώμη. Πώς να χαιρετήσεις σήμερα τον Χρήστο Χωμενίδη χωρίς να τον πονέσεις, αλλά και να μη βγει τζούφια η χειραψία; Ευτυχώς που η λογοτεχνία παραμένει στις μέρες μας η ευγενέστερη και η πιο ουσιαστική χειρονομία. Ένα βιβλίο με σκηνικό τον 8ο π.Χ. αιώνα και ήρωα έναν ροκ σταρ, ραψωδό από την Ιωνία, που τρέχει στα θρησκευτικά πανηγύρια και τους αθλητικούς αγώνες πλαισιωμένος από αρχαιογκρούπις και λοιπά αρχαιολαμόγια, προετοιμάζοντας την έλευση του μεγάλου ραψωδού. Μήνιν άοιδε, θεά, λοιπόν...
- Μόλις την περασμένη εβδομάδα τελείωσα το βιβλίο σας και δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό: εσάς γιατί δεν σας είδαμε στον τελικό του Σκάι για τους μεγάλους Έλληνες;
Καταρχήν δεν προσεκλήθην, οπότε δεν έκανα και καμία ηρωική πράξη άρνησης. Το παρακολούθησα όμως και θεωρώ ότι έπρεπε να βγει ο Παπανικολάου. Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν ότι αποδέχεσαι την ιδέα αυτού του δημοψηφίσματος, η οποία είναι στα όρια του φαιδρού. Τους βγάζουνε και τους μετράνε, ποιος είναι μεγαλύτερος ή ποιος την έχει μεγαλύτερη. Και οι ίδιοι οι φιναλίστ φαντάζομαι ότι δεν θα δέχονταν να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο ριάλιτι. Βέβαια, από αυτό μπορεί να βγάλει κανείς πολλά συμπεράσματα για το πού βρίσκεται σήμερα η κοινή γνώμη. Πώς σου φαίνεται ότι ο Καραμανλής ψηφίστηκε σαν μεγαλύτερος πολιτικός από τον Περικλή; Πώς σου φαίνεται ότι μέσα στους δέκα μεγάλους Έλληνες δεν υπάρχει ο Καβάφης, ο μόνος Έλληνας ποιητής που κυριάρχησε στον 20ό αιώνα και μάλλον θα κυριαρχήσει στον 21ο; Επίσης, είναι τελείως παράλογο να διαγωνίζονται και ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. Είναι σαν να βάζεις και τον Μίκυ Μάους και τον Γουόλτ Ντίσνεϊ.
- Μυθιστόρημα για τον αρχαίο κόσμο στην εποχή του Νταν Μπράουν και του Λιακόπουλου;
Ε, καλά δεν είναι μόνο αυτοί. Υπήρξε η Γιουρσενάρ, ο Γκορ Βιντάλ, υπάρχει και «O κύριός μου ο Αλκιβιάδης» του Άγγελου Βλάχου.
- Αυτά όμως είναι παλιά.
Είναι αλήθεια ότι σήμερα ιδεολογικοποιούν πολύ την αρχαιότητα. Εγώ δεν είχα πρόθεση να ασχοληθώ με τον αρχαίο κόσμο επειδή με εμπνέει ιδιαίτερα ή με ιντριγκάρει. Με ενδιέφερε κυρίως η αφήγηση ως κινητήριος μοχλός της ιστορίας. Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να βάλει τάξη στο χαώδες της ζωής του είναι να την αφηγηθεί. Αφηγούμενος τη ζωή, της δίνει νόημα και σχήμα. O πρώτος άνθρωπος που ξέρουμε ότι το έκανε –γιατί προφανώς το έκαναν κι άλλοι, πολλές χιλιετίες πίσω– ήταν ο Όμηρος. Άρα ο Όμηρος ως αοιδός-αφηγητής είναι η μεγάλη κοιλιά ή το μεγάλο μυαλό ή η μεγάλη ψυχή από την οποία βγήκαν όλοι οι μετέπειτα αφηγητές. Αφηγητής είναι και ο μεγάλος πολιτικός ο οποίος εκπορεύει ένα όραμα μέσα στο οποίο ο κάθε πολίτης μπορεί να βρει το δικό του προσωπικό όνειρο. Oι πολιτικοί λένε ιστορίες. O Oμπάμα λέει μια ιστορία. Ότι «μπορούμε να ξαναφτιάξουμε την Αμερική» και εξηγεί πώς θα γίνει αυτό. Εξηγώντας τον τρόπο, εντάσσει στην αφήγησή του τα όνειρα όσων τον ψήφισαν. Τοποθετεί τις ζωές τους σε ένα πλαίσιο. Αυτό έκανε και ο Όμηρος για τον αρχαίο κόσμο.
- Μιλήσατε με φιλολόγους πριν γράψετε αυτό το βιβλίο;
Έκανα εντατικά μαθήματα αρχαιογνωσίας για ένα χρόνο με την Εριφύλη Μαρωνίτη. Κανονικά, σαν τα ιδιαίτερα που κάνουν οι μαθητές. Σε τακτικές ώρες έναντι αμοιβής κ.λπ. Πήγαινα με τις απορίες μου, της έλεγα «θέλω να μάθω τι παπούτσια φόραγαν οι άνθρωποι του 8ου αιώνα ή τι τρώγανε».
- Τρώγανε και τυρόπιτες; Oι ήρωες του βιβλίου σας τρώνε τυρόπιτες.
Ναι, βέβαια. Είχαν τους πλακούντες. Oι πλακούντες είναι ζυμάρι με μέλι και τυρί. Τον πλακούντα τον τρώγανε στο χέρι σαν τυρόπιτα. Όλα αυτά βέβαια, ποιητική αδεία, διότι ήμουν πολύ πονηρός και επέλεξα μια περίοδο για την οποία δεν έχουμε πάρα πολλά στοιχεία. Αν έγραφα μια ιστορία που διαδραματίζεται στον 5ο π.Χ. αιώνα, θα έπρεπε να τσεκάρω κάθε λεπτομέρεια. O 8ος αιώνας είναι ακόμη μισοσκότεινος, άρα δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα μυθιστορηματικής ανάπλασης της καθημερινής ζωής. Πάρα πολλοί συγγραφείς σημερινοί αντιλαμβάνονται τους αρχαίους σαν να ήταν αρχαίοι. Τους παρουσιάζουν σεβάσμιους, σχεδόν ασπρόμαυρους. Πρόσωπα που δεν έχουν πάθη, που δεν πέρδονται, που δεν αστειεύονται. Το πολύ-πολύ να έχουν πολιτικού χαρακτήρα αντιμαχίες ή πάθη του τύπου «παντρεύτηκα τη μάνα μου και έβγαλα τα μάτια μου». Oι ίδιοι όμως οι αρχαίοι δεν ένιωθαν αρχαίοι.
- Μέχρι και μοντέρνες βρισιές ανταλλάσσουν οι ήρωές σας.
Μα δεν ήθελα να μιλάνε σαν αρχαίοι. Βέβαια, δεν έκανα και αναχρονισμούς. Δεν τους έβαλα να καπνίζουν ούτε να λένε «σε γράφω στ’ αρχίδια μου» γιατί τότε δεν είχε ανακαλυφθεί η γραφή.
- Ήταν ανάγκη να πάτε τόσο πίσω στο χρόνο;
Ενώ δεν μ’ αρέσει καθόλου να νοσταλγώ, έχω την εντύπωση ότι οι παλιότεροι άνθρωποι είχαν καλύτερη σχέση με τη μνήμη και την ιστορία τους.
- Αυτό είναι λίγο παρακινδυνευμένο.
Θυμάστε τότε με την Ιστορία της Ρεπούση τι έλεγε ο Λαζόπουλος; Ότι εμείς την ιστορία μας θέλουμε να τη μαθαίνουμε μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων μας. Εγώ δεν λέω αυτό. Καμία σχέση. Η ιστορία γράφεται με ορθολογικά κριτήρια και είναι τόσο επιστήμη όσο και η ιατρική. Αν ο Λαζόπουλος έχει τέτοια άποψη για την ιστορία, να πάει αύριο σε έναν γιατρό και να του πει «δεν έκανες καλά τη δουλειά» και να πάω εγώ μετά ντυμένος χήρα Μήτση και να τον χειρουργήσω. O Λαζόπουλος είναι πληγή για τη δημόσια ζωή.
- Πληγή;
Εμ, βέβαια. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος, ενώ ξεκίνησε σαν καλός κωμικός, ξαφνικά θεώρησε ότι είναι η συνείδηση των Ελλήνων. Όταν τον βλέπω στην τηλεόραση, μου θυμίζει κάτι Αμερικανούς ιεροκήρυκες οι οποίοι ουρλιάζουνε κι από κάτω το πλήθος γουστάρει. Και το χειρότερο είναι πως πια δεν είναι κωμικός. O stand up comedian δεν κολακεύει, αλλά βρίζει το κοινό του. O Λένι ο βρομόστομος δεν έβριζε την εξουσία κολακεύοντας τον απλό άνθρωπο. Του έλεγε «εσύ είσαι o διεφθαρμένος και μαλάκας που ανέχεσαι. Εσύ που κάθεσαι στην πολυθρονίτσα και περιμένεις από μένα να βρίσω τον Νίξον είσαι σαν τον Νίξον». O Λαζόπουλος κολακεύει τον κόσμο και ιδίως τους νέους. Τους αποδίδει το αλάθητο, λες και δεν συμβαίνει αυτό που έλεγε ο Χατζιδάκις, ότι ανάμεσα στους νέους βρίσκονται και οι αυριανοί χαφιέδες και οι αυριανοί χασάπηδες και απατεώνες. Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία του Λαζόπουλου δείχνει αυτό που έλεγα προηγουμένως. Την έλλειψη ενός καλού αφηγητή.
- Σύγχρονο πρόβλημα αυτό;
Σπουδαίος αφηγητής ήταν, ας πούμε, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ασχέτως αν έλεγε σωστά ή λάθος πράγματα. Σπουδαίος αφηγητής ήταν ο Παλαμάς. O Παλαμάς ήταν η συνείδηση της προπολεμικής Ελλάδας. O τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τότε οι Έλληνες τον εαυτό τους είχε πολύ να κάνει με όσα έλεγε ο Παλαμάς. Αυτό έκανε και ο Μίκης Θεοδωράκης τότε με τον Oτσαλάν, που βγήκε στην τηλεόραση με τις πιτζάμες και είπε «Έλεος. Δεν μπορούνε να βγαίνουν δυο κυρίες από το Κουρδιστάν και να κρίνουν τον ελληνικό λαό σύσσωμο και την ελληνική κυβέρνηση». O άνθρωπος ανέλαβε να πει την ιστορία διαφορετικά.
- Θα γράφατε κάτι με ήρωα τον Μέγα Αλέξανδρο ή το θέμα έχει εκχωρηθεί σε άλλους.
O Παπαθεμελής και όλοι αυτοί δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για την αμφισεξουαλικότητα του Αλέξανδρου. Είναι σαν να φοράνε σε ένα αρχαίο άγαλμα βρακί, όπως παλιά έκανε η χούντα. Αυτό κάνουν και με τον Αλέξανδρο, έναν άνθρωπο παράφορο, βίαιο, που είχε μπλέξει το ιδιωτικό με το δημόσιο, που δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν θεός ή άνθρωπος. Ασχέτως αν ο απολογισμός της ζωής του προκαλεί θαυμασμό, ο ίδιος προκάλεσε πολύ πόνο. Τον γουστάρουμε ως μούρη και ως ροκ σταρ, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι έκαψε πόλεις και σάρωσε λαούς. Δεν νομίζω ότι θα έγραφα γι’ αυτόν. Θεωρώ απείρως πιο αντιπροσωπευτική για τον ελληνικό πολιτισμό την εκδοχή του Καραγκιόζη για τον Μεγαλέξανδρο. Όπου ο Μεγαλέξαντρος σκοτώνει το καταραμένο φίδι και αντιποιείται την πράξη αυτή ο Καραγκιόζης, ο οποίος βγαίνει και λέει ότι το σκότωσε αυτός. Ακριβώς όπως κάνουμε εμείς που λέμε ότι είμαστε οι απόγονοι των αρχαίων, άρα δικά μας είναι τα μάρμαρα, δικά μας και τα έργα του Πλάτωνα. Ε, έτσι έλεγε κι ο Καραγκιόζης, «δικό μου είναι το φίδι».
- Στο βιβλίο σας ο αρχαίος κόσμος δεν έχει άσπρες μαρμαροκολόνες και αρχαιοελληνικό μέτρο.
Καταρχήν, το βιβλίο μου δεν ήθελα να βρομάει αρχαιίλα και αραχνιασμένο μουσείο. Και νομίζω ότι αυτό το πέτυχα. Άλλωστε τα μάρμαρα του Παρθενώνα την εποχή που ήταν χρηστικά ήταν βαμμένα και μάλιστα με χρώματα εκτυφλωτικά. Υπήρχε το χρυσό, υπήρχε το κόκκινο. Άκου κάτι που έμαθα και μου έχει κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Τα άσπρα σπιτάκια των Κυκλάδων δεν ήταν πάντα άσπρα. O Μεταξάς υποχρέωσε τους Κυκλαδίτες να τα ασβεστώσουν για λόγους υγειονομικούς. Μέχρι τότε ο καθένας μπορούσε να βάλει σπίτι του μια πόρτα κατακόκκινη. Δεν φοβόντουσαν το χρώμα οι άνθρωποι. Δεν το έβρισκαν κιτς. Εμένα, ας πούμε, μ’ αρέσει να ακούω τα δημοτικά έτσι όπως τα λένε οι πανηγυρτζήδες, παρά έτσι όπως τα λέει η Ειρήνη Παπά. Και το βιβλίο μου αυτό είναι. Ένα πανηγυρτζίδικο βιβλίο. O Τσιτσάνης χρησιμοποιούσε ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα. O ήχος που έβγαζε στο «Χάραμα» ήταν ένας ήχος βρόμικος, δεν ήταν ένας ήχος αποστειρωμένος.
- Διαβάζοντας το βιβλίο, η χαρά του συγγραφέα μού ήταν κάτι παραπάνω από ορατή. Πρέπει ο συγγραφέας να την «καταβρίσκει» έτσι φόρα παρτίδα;
Αυτό που φαίνεται δεν ισχύει για πολλούς λόγους. Πρώτον, εγώ, όταν γράφω, μέσα σε ένα εξάωρο καθημερινής δουλειάς φτάνω το πολύ τις τριακόσιες λέξεις. Κάθε πρόταση επαναδιατυπώνεται δέκα φορές. Άρα αυτό δεν είναι διασκεδαστικό. O σκοπός είναι όμως, διαβάζοντας ο αναγνώστης το τελικό κείμενο, να νομίσει ότι καταδιασκέδασα. Όσο πιο σκληρή δουλειά έχεις κάνει τόσο πιο ανάλαφρο είναι το αποτέλεσμα. Μόνο τα τσιγάρα που έχω καπνίσει από τότε που άρχισα να γράφω, αν τα βάλεις στη σειρά, φτάνουνε μέχρι την Κίνα.
- Φέτος το χειμώνα όλη η Αθήνα πάγωσε όταν μαθεύτηκε ότι χάσατε το παιδί σας.
Άκου. Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα, αρρώστησε η μάνα μου και τα πρώτα δύο τρίτα του βιβλίου είναι γραμμένα επιστρέφοντας καθημερινά από το νοσοκομείο. Βέβαια, το να πεθάνει η μάνα σου στα εβδομήντα της, όσο και να την αγαπάς και να τη λατρεύεις, δεν είναι παράλογο. O καρκίνος της μάνας μου μού έδωσε την ευκαιρία να τη στηρίξω και να της δείξω στην πράξη πόσο την αγαπάω και ταυτόχρονα να της ανταποδώσω όλα όσα μου είχε προσφέρει σ’ όλη μου τη ζωή. Να κουβαλάει το παιδί τον γονιό του στην πλάτη του είναι μεγάλη ικανοποίηση και για τον γονιό και για το παιδί. Το άλλο όμως, που μετά πέθανε το παιδί μου τριών μηνών βρέφος, είναι κάτι που με διέλυσε. Το παιδί είναι το μόνο πρόσωπο που αγαπάς περισσότερο από τον εαυτό σου. Δεν υπάρχουν καν λέξεις για να το πεις αυτό. Κάποιος που χάνει τον γονιό του είναι ορφανός. Κάποιος που χάνει τον σύντροφό του είναι χήρος. O θάνατος του παιδιού σου είναι κάτι στην κυριολεξία άφατο. Στο βαθμό όμως που αποφασίζει κάποιος ότι δεν θα αυτοκτονήσει, κάτι πρέπει να βρει. Εμένα μου έσωσε τη ζωή το γράψιμο και πάνω απ’ όλα οι φίλοι μου, που ήταν διαρκώς δίπλα μου. Στενοί φίλοι, από το δημοτικό σχολείο. Με κράτησε επίσης και η έννοια μου για τη μαμά του παιδιού. Δεν είχα περιθώριο να κατεβάσω τα ρολά. Έπρεπε να βοηθήσω την ίδια και τον εαυτό μου. Γι’ αυτό αφιερώνω το βιβλίο «Στο παιδάκι που θα επιστρέψει». Δεν έχει να κάνει με τη μετεμψύχωση. Πιστεύω όμως πολύ ότι αυτή η αγάπη που είχα για το παιδί μου θα ξαναδιοχετευτεί. Το παιδάκι θα επιστρέψει μέσα μου σαν αποδέκτης της αγάπης μου σε ένα άλλο παιδάκι.
- Θα κάνετε κι άλλο παιδί;
Δέκα. Μα νομίζω ότι το οφείλω σ’ αυτό το παιδάκι που έφυγε. Όταν μετά από ένα τέτοιο δράμα ο άνθρωπος αρχίζει να έρχεται κάπως στα συγκαλά του, κοιτάζει τους άλλους και βλέπει ότι πάντα υπάρχουν και πιο τραγικές από τη δική του ιστορία. Πάντα υπάρχει το χειρότερο. Oι άνθρωποι που έχουν ζήσει τραγωδίες κυκλοφορούν δίπλα μας. Δηλαδή βλέπεις κάποιον στο δρόμο ο οποίος είναι δύστροπος, σε βρίζει στο φανάρι κ.λπ. και πρέπει να σκέφτεσαι ότι δεν είναι κατ’ ανάγκην αγενής ή βλάχος. Μπορεί και να κουβαλάει έναν τεράστιο σταυρό. Δυστυχώς η κοινωνία στην οποία ζούμε θεοποιεί τη χαρά, την επιτυχία, το ουάου και τον πόνο τον βάζει κάτω από το χαλί με πάρα πολύ μεγάλη επιμέλεια. Αυτό διδάχτηκα το τελευταίο διάστημα.
- Ότι το πένθος είναι ενοχλητικό;
Κοίτα. Σκοτώθηκε ο Γρηγορόπουλος και έγιναν όλα αυτά φέτος το χειμώνα. Τη μαμά του τη σκέφτηκε κανείς; Τώρα έχουν τελειώσει οι ιστορίες με τα Δεκεμβριανά δήθεν τάχα μου και η επικαιρότητα έχει αλλάξει θεματολογία. Το ρολόι όμως αυτής της μητέρας έχει σταματήσει σ’ εκείνη την ημέρα. Γι’ αυτήν ο Αλέξης δεν είναι ένα σύμβολο ούτε ένας ήρωας. Είναι το παιδάκι της.
- Έχετε σκοπό να περάσετε όλη σας τη ζωή γράφοντας;
Μα υπάρχει ωραιότερο πράγμα; Γιατί, τι καλύτερο έχω να κάνω δηλαδή; Να γίνω ευρωβουλευτής;
- Πολύ καίριο. Θα ψηφίσουμε για την Ευρώπη ή για να λύσουμε τα εσωτερικά μας θέματα;
Δεν την ξέρουμε την Ευρώπη. Στέλνουμε εκεί πέρα ανθρώπους και δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουν. Το μόνο για τον οποίο ξέρουμε δυο-τρία πράγματα είναι ο Δήμας. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι οι ευρωεκλογές δεν είναι γκάλοπ, όπως επίσης αλήθεια είναι ότι αυτή η κυβέρνηση είναι η χειρότερη που θα μπορούσαμε να έχουμε. Σκέφτομαι ότι όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις έχουν πέσει λόγω σκανδάλων και όχι λόγω πολιτικής ανεπάρκειας. Ακόμη κι ο Σημίτης δεν κρίθηκε πολιτικά, αλλά από τα πούρα των γύρω του. Σήμερα όμως το κακό έχει παραγίνει. Είναι εξωφρενικοί αυτοί οι τύποι. Το σκάνδαλο Κοσκωτά συγκρινόμενο με το Βατοπέδι και τα άλλα είναι οικονομικά μηδαμινό. Εγώ πολιτικά είμαι στα αριστερά του ΠΑΣOΚ. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει αξιόπιστη συντηρητική παράταξη. Δεν μπορεί η συντηρητική παράταξη να εξευτελίζεται από τα ίδια της τα στελέχη.
- O τίτλος του πρώτου βιβλίου σας έχει κολλήσει πάνω σας για τα καλά. Oι νεότεροι συνάδελφοί μου στο γραφείο με ρωτάνε πότε θα πάρω συνέντευξη από το «σοφό παιδί».
Είναι σαν να λέγανε τον Παπαδιαμάντη «Φόνισσα» ή τον Ντοστογιέφσκι «Ηλίθιο». Όσο διατηρώ το μπέιμπι φέις μου, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν συνεχιστεί όμως αυτό για καμιά δεκαετία, θα είναι φαιδρότητα. Θα είμαι ένας γέρων που τον λένε «σοφό παιδί». Σκέψου τι θα γράψουν οι εφημερίδες όταν πεθάνω: «Έφυγε το σοφό παιδί». Αν όμως επικρατήσει το καινούριο μου βιβλίο «Λόγια-φτερά», θα είναι χειρότερο, γιατί θα παραπέμπει στη φτερού.
- Βγαίνετε συχνά στην τηλεόραση σε πολιτικές εκπομπές.
O καθένας μας οφείλει να είναι ενεργός πολίτης, να έχει δηλαδή άποψη, την οποία όμως να είναι σε θέση να επανεξετάζει συνέχεια και να μη φοβάται να την εκφράσει όταν του δίνεται βήμα. Εγώ ούτε σε πρωινάδικα ούτε σε μεσημεριανάδικα έχω πάει. Πήγα στην εκπομπή του Πρετεντέρη τη Μεγάλη Εβδομάδα που είχε γκάλοπ για το πόσο θεοσεβούμενοι είμαστε. Βγήκε ένα μεγάλο ποσοστό και τότε όλοι άρχισαν να πανηγυρίζουν. Ε, εγώ είπα «παιδιά, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι υπάρχει Θεός και, αν υπήρχε, μπορεί και να μας δημιουργούσε προβλήματα». Και μη νομίζεις... Μου έχει στοιχίσει πολύ που είμαι άνθρωπος της αγοράς και τα λέω, αντί να κάθομαι σπίτι μου και να το παίζω ιερό τέρας ή πνευματικός άνθρωπος, που λέει το ποίημα περί ειρήνης και αδελφοσύνης. Αυτό το κακό το έκανε ο Σαμαράκης, ο οποίος όμως, όπως είμαι σε θέση να ξέρω, ήταν ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος και πίστευε μέχρι κεραίας αυτά που έλεγε. Ε, τώρα βγαίνουν και τα λένε όλοι, με τη διαφορά ότι δεν τα κάνουν πράξη στη ζωή τους όπως εκείνος.
- Δηλαδή δεν υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι σήμερα;
Τον τίτλο του πνευματικού ανθρώπου νομίζω ότι στη σημερινή Ελλάδα τον δικαιούνται μόνο τα μέντιουμ.
Info: Το βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη «Λόγια-φτερά», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πατάκη».
Συνέντευξη στη Ρούλα Γεωργακοπούλου, φωτογραφίες Σκεύη Ερωτοκρίτου
ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ: Παρασκευή 29 Μαΐου 2009
Tuesday, July 14, 2009
Χρήστος Χωμενίδης: Παραμυθάς με τ΄ όνομα
- Κριτική
- Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 11/07/2009
Οι περισσότεροι συγγραφείς ονειρεύονται να επιστρέψουν σε μια εποχή όπου μπορούν να διηγηθούν «χύμα» μία ιστορία και να το ευχαριστηθούν. Λίγοι όμως έχουν τη στόφα παραμυθά που διαθέτει και εκμεταλλεύεται ο Χρήστος Χωμενίδης
- Εκ πρώτης όψεως είναι παράξενο ότι ο Χωμενίδης, ένας συγγραφέας που εμπνέεται σταθερά όσο λίγοι από το εδώ και σήμερα, και μάλιστα από τις κωμικοτραγικές πλευρές του, «ανακάλυψε» ξαφνικά την αρχαιότητα. Στην πραγματικότητα όμως έκανε αυτό που ονειρεύονται, κι ας μην το ομολογούν συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς: να επιστρέψουν σε μια εποχή όπου μπορούσαν να διηγηθούν «χύμα» μια ιστορία και να το ευχαριστηθούν, χωρίς να χρειάζεται να σκοτίζονται για τα ζιζάνια του σκεπτικισμού, της δυσπιστίας, της διάβρωσης του κύρους οποιασδήποτε αφήγησης, ακόμα και της ίδιας της γλώσσας, που έσπειραν στο περιβόλι του λόγου οι περιπέτειες και οι φθορές του πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων. Είπαμε ότι οι περισσότεροι συγγραφείς το ονειρεύονται αυτό. Λίγοι όμως έχουν τη στόφα παραμυθά που διαθέτει και εκμεταλλεύεται (μερικές φορές με υπερβολική αυτοπεποίθηση) ο Χωμενίδης, ώστε να αποτολμήσουν με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας μια τέτοια προσομοίωση του ονείρου τους.
- Το Λόγια φτερά, λοιπόν, μας μεταφέρει στον 8ο αιώνα π.Χ., τότε που τα «έπεα πτερόεντα» δεν σκόρπιζαν στον αέρα, αλλά φώλιαζαν στις ψυχές των ακροατών και τις φτέρωναν, τότε που άνθρωποι όλων των τάξεων συνέρρεαν στην αγορά και τις πλατείες των πόλεων για να ακούσουν τους αοιδούς να διηγούνται τις θαυμαστές ιστορίες τους. Ο γέρος αοιδός Τήνελλος, ξακουστός κάποτε σε όλο τον ελληνικό κόσμο, διηγείται την ιστορία της ζωής του στον εντεκάχρονο εγγονό του, καθώς αισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Μικρό παιδί έφυγε από τη γενέτειρά του, την πολίχνη Απολλωνία της Μικράς Ασίας, για να ακολουθήσει τον θρυλικό και, σύμφωνα με την εντύπωση που έδινε, απέθαντο αοιδό Αναβάτη στις περιοδείες του κατά μήκος της ανατολικής ακτής του Αιγαίου. Ο Αναβάτης τού έμαθε την τέχνη του και τον προόριζε για διάδοχό του. Αλλά ο νεαρός Τήνελλος ήταν αποφασισμένος να τραβήξει τον δικό του δρόμο. Έπειτα από πολλά γυρίσματα της τύχης βρέθηκε στις Μυκήνες και από εκεί στην Ολυμπία, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Με τη φήμη του να μεγαλώνει και να απλώνεται ολοένα, έφτασε κάποια στιγμή βόρεια από τη Ροδόπη, όπου προκάλεσε άθελά του τον αφανισμό ενός θρακικού, «βαρβαρικού» λαού και τον θάνατο μιας πανέμορφης πριγκιποπούλας, που τον είχε θαμπώσει. Έπεσε έπειτα στα νύχια ενός πανούργου εμπόρου, ο οποίος τον συνόδευσε ως «μάνατζέρ» του στη Μικρά Ασία, και τελικά ξεβράστηκε ναυαγός σ΄ ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου, όπου όσοι κάτοικοι είχαν επιζήσει από μια φοβερή επιδημία είχαν επιστρέψει στη ζωώδη κατάσταση.
- Η αρχαϊκή Ελλάδα που περιγράφει ο Χωμενίδης μέσα από τις περιπέτειες του ήρωά του δεν έχει καμιά σχέση με την απόκοσμη, στατική και στιλιζαρισμένη σαν άγαλμα Κούρου εικόνα της που έχουμε συνηθίσει ή με την ηρωική και υψηλόφρονα αρχαία Ελλάδα που φανταζόμαστε γενικά. Είναι ένας πλουμιστός, ολοζώντανος κόσμος, γεμάτος πάθη, λαγνεία, πονηριά, απάτες, μωρία, λαμπρότητα, αθλιότητα, ομορφιά, ευτράπελα επεισόδια αλλά και ανατριχιαστική σκληρότητα. Ο ίδιος ο Τήνελλος είναι ένας τύπος γεμάτος αντιφάσεις, ανήσυχος και φιλόδοξος, πότε δόλιος και πότε σπλαχνικός, πότε εύπιστος και πότε σκεπτικιστής, χωρίς πολλές ηθικές αναστολές, αλλά συχνά ευσυγκίνητος, πάντοτε επιρρεπής στις ηδονές και ουσιαστικά έρμαιο των περιστάσεων. Ένας χαρισματικός- αυτό είναι σίγουρο- καλλιτέχνης, ο οποίος καθόλου δεν απαρνείται τον κόσμο για χάρη της τέχνης του, είτε σε καλό τού βγαίνει αυτό είτε (μάλλον συχνότερα) σε κακό. Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει: προς τι όλα αυτά, πέρα φυσικά από τη ζωντάνια, τη χάρη και την ποικιλία της αφήγησης, αρετές που ο Χωμενίδης ξετυλίγει για άλλη μια φορά, τώρα μάλιστα απαλλαγμένος, λόγω της σύμβασης που υιοθέτησε, από την «υποχρέωση» μιας αντιστικτικής ή αντιρρητικής, υπονομευτικής δεύτερης φωνής («υποχρέωση» στην οποία, εδώ που τα λέμε, ο συγγραφέας αυτός δεν έδωσε ποτέ σημασία). Είναι προφανές ότι ο Χωμενίδης δεν έγραψε ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν προσπάθησε να αναπλάσει πιστά μια μακρινή εποχή (παρόλο που, γενικά, απέφυγε τους αναχρονισμούς και άλλες βίαιες αυθαιρεσίες) ούτε να σχολιάσει τη δική μας μέσα από το πρίσμα εκείνης. Τότε, λοιπόν, τι επιδίωξε- αν επιδίωξε κάτι;
- Μια πρώτη απάντηση προαναγγέλλεται από τις δύο προμετωπίδες του βιβλίου, μία ρήση του Ρολάν Μπαρτ και μία του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά διατυπώνεται επανειλημμένα και από τον ίδιο τον ήρωα στις σελίδες που ακολουθούν: η αφήγηση, η λογοτεχνία υπάρχουν για να δίνουν σχήμα και νόημα στον κόσμο. Η ζωή του Τήνελλου δεν θα ήταν παρά ένα συνονθύλευμα από ασύνδετα μεταξύ τους επεισόδια, αν δεν της έδινε ο ίδιος συνοχή μέσα από την εξιστόρησή της, που την οργανώνει γύρω από μια κεντρική συνείδηση- τη δική του. Ο Χωμενίδης φαίνεται εδώ να ασκεί ευθεία κριτική στον ύστερο μοντερνισμό με τις αποδομικές λειτουργίες του, την έμφασή του στην αστάθεια του γλωσσικού κώδικα και τη διάλυση, αν όχι την άρνηση του νοήματος. Τέτοια πράγματα μπορεί να έχουν ενδιαφέρον για τη γλωσσολογία και τη φιλοσοφία, αλλά δεν ταιριάζουν στη λογοτεχνία.
- Δεύτερον, ο Τήνελλος κάνει μια κίνηση με κοσμοϊστορική σημασία: σπάζει την παράδοση του «Αναβάτη», δηλαδή την αλληλοδιαδοχή γενεών από ανώνυμους, ουσιαστικά, αοιδούς, που χρησιμοποιούσαν συμβατικά το ίδιο όνομα, την ίδια τεχνοτροπία και το ίδιο ρεπερτόριο. Ο Τήνελλος γίνεται ο πρώτος επώνυμος καλλιτέχνης, εμπλουτίζει τις διηγήσεις του με καινούργιες ιστορίες και τις χρωματίζει με το δικό του, προσωπικό ύφος. Η πρωτοβουλία του σηματοδοτεί τη στροφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας από το στατικό και άκαμπτο πνεύμα του κοινοτισμού προς την ατομικότητα και την ελευθερία του καλλιτέχνη. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για την ιδρυτική πράξη του δυτικού πολιτισμού.
- Θα μπορούσε κανείς να επισημάνει και άλλες ενδιαφέρουσες νοηματικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα του Χωμενίδη, αλλά θα σταθώ σε μία από αυτές. Έχει να κάνει με τις διακυμάνσεις της διάθεσης του Τήνελλου απέναντι στην τέχνη του. Είναι πεπεισμένος ότι αυτή αποτελεί τον προορισμό του, αλλά, κουρασμένος πριν ακόμα σαρανταρίσει από τις περιπέτειες όπου μπλέκει εξαιτίας της, αποφασίζει να την εγκαταλείψει και να πάει να ζήσει μια ήσυχη ζωή με τη γυναίκα που τον περιμένει στο Λευκαντί της Εύβοιας (κάτι που πάντως δεν θα συμβεί, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του). Διαπιστώνει ιδίοις όμμασι την πελώρια ψυχεγερτική δύναμή της, ιδιαίτερα όταν κατορθώνει να ανυψώσει το φρόνημα των ξεπεσμένων Μυκηναίων και να τους ξαναδώσει την αυτοεκτίμησή τους, αλλά επίσης διαπιστώνει με απελπισία την ανημπόρια της απέναντι στους άγριους κατοίκους του νησιού όπου βρέθηκε αποκλεισμένος, στο τέρμα της περιπλάνησής του. Μια τυφλή παιδίσκη από αυτόν τον πρωτόγονο συρφετό γοητεύεται, παρόλα αυτά, από τις ιστορίες του και μένει κοντά του, για να γίνει γυναίκα του και μητέρα των πολλών παιδιών του, αργότερα όμως τον βάζει να ψάλλει σ΄ αυτά τα παιδιά τρομακτικές ιστορίες για τον έξω κόσμο, για να μην τολμήσουν ποτέ να ξεμακρύνουν από την οικογενειακή εστία και τον κλήρο τους. Ο Τήνελλος αντιλαμβάνεται, σ΄ εκείνη τη μακρινή αρχαϊκή περίοδο των ημιθέων και των μάγων, ότι η τέχνη δεν είναι «εκ θεού», ότι η δύναμή της είναι σχετική, ότι μπορεί να απελευθερώνει αλλά και να παγιδεύει, ότι όχι σπάνια χρησιμοποιείται για σκοπούς ξένους προς το πνεύμα του δημιουργού της, ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και μάλιστα βάναυσα (κορυφαίο παράδειγμα η εξόντωση εκείνης της θρακικής φυλής με δόλωμα τον λόγο και τη λύρα του Τήνελλου).
- Και όμως, η τέχνη έχει τον τελευταίο λόγο σ΄ αυτό το μυθιστόρημα, ο πόθος της ανάκτησης του κόσμου μέσα από τον λόγο και τη φαντασία. Τελειώνοντας την αφήγηση της ζωής του, ο Τήνελλος παραγγέλλει στον εγγονό του να φύγει από το νησί, αφού τον νεκροφιλήσει, παίρνοντας μαζί του τη λύρα του και να ταξιδέψει μακριά, για να διαδώσει στους ανθρώπους τα δύο μεγάλα τραγούδια που ολοκλήρωσαν οι δυο τους. Ναι, σωστά το είχαμε υποψιαστεί: ο εγγονός αυτός δεν είναι άλλος από τον Όμηρο.

