Showing posts with label Μπούρας Κωνσταντίνος. Show all posts
Showing posts with label Μπούρας Κωνσταντίνος. Show all posts

Monday, November 15, 2010

Η αυτοβιογραφία μιας εποχής

  • Arturo Barea
  • Ο Αντάρτης. Η αρχή + Η πορεία + Η φλόγα
  • εκδόσεις Γκοβόστη, μτφρ.: Δέσποινα Μάρκου, σ. 440 + σ. 408 + σ. 592, ευρώ 20 + ευρώ 20 + ευρώ 26
Στα ορόσημα της ισπανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα εγγράφεται η αυτοβιογραφική τριλογία του δημοσιογράφου και συγγραφέα Arturo Barea. Το μνημειώδες αυτό έργο γράφτηκε στην αρχή στα ισπανικά, εκδόθηκε όμως πρώτα στα αγγλικά, από τον εκδοτικό οίκο Faber & Faber του Λονδίνου, στα δύσκολα και σημαδιακά χρόνια μεταξύ 1941 και 1946. Η πρώτη έκδοση στην ισπανική γλώσσα κυκλοφόρησε το 1951 στο Μπουένος Αϊρες, ενώ στην ίδια την Ισπανία κυκλοφορούσε για πολλά χρόνια λαθραία, παρακάμπτοντας τη φριχτή λογοκρισία του καθεστώτος του Φράνκο, μέχρι το 1977 που κυκλοφόρησε επιτέλους νόμιμα. Πρόκειται για ένα έργο που επαινέθηκε ανεπιφύλακτα από τη διεθνή λογοτεχνική κριτική, για τη λεπτομερειακή περιγραφή των εσωτερικών και των εξωτερικών τοπίων, για την ψυχογραφική ικανότητα του συγγραφέα, για τη λιτότητα του ύφους και τη σοφή οικονομία στη χρήση των εκφραστικών του μέσων, μα πάνω απ' όλα για την εξομολογητική αθωότητα που μόνο στους πολύ μεγάλους συγγραφείς απαντάται. Γιατί τι είναι άραγε ο λογοτέχνης, και δη ο πεζογράφος, αν όχι ο αψευδής μάρτυρας του καιρού του; Ακόμα κι όταν μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ακόμα κι όταν βυθίζεται στον παραισθητικό κόσμο του ψυχισμού του, ακόμα κι όταν καταλύει τα όποια όρια μεταξύ «αντικειμενικού» και «υποκειμενικού» χωρόχρονου, ακόμα και βυθισμένος στην ενδεχόμενη ψυχονεύρωση και στα όποια ιδιωτικά του αδιέξοδα, ο καλός πεζογράφος γίνεται, θέλοντας και μη, καθρέφτης της κοινωνίας και υποκείμενος στα «ρεύματα» της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Ο Arturo Barea γεννήθηκε το 1987 στο Μπαδαχόθ της Ισπανίας και πέθανε το 1957 στην Αγγλία, όπου είχε αυτοεξοριστεί από το 1938. Μένοντας ορφανός σε μια φτωχή λαϊκή οικογένεια, αναγκάζεται να ζήσει σε κατάσταση ομηρίας στο σπίτι μιας θείας του, ενόσω η μάνα του ξενόπλενε, τα άλλα του αδέλφια παράδερναν ανάμεσα σε ορφανοτροφεία και ανάδοχες οικογένειες, και η μάνα του δεν είχε το δικαίωμα ούτε καν να δείξει τρυφερότητα στον ευαίσθητο Αρθούρο, αφού η κτητική θεία τον θεωρούσε ατομική της περιουσία για αποκλειστική νομή και χρήση. Το παιδί δείχνει από νωρίς την ανυπότακτη φύση του. Το σκάει για να γίνει μπακαλόγατος, όμως κι εκεί η απότομη συμπεριφορά του εργοδότη θα τον οδηγήσει σε παραίτηση. Το ίδιο άδοξο τέλος θα έχει και η θητεία του ως μαθητευόμενου τραπεζικού υπαλλήλου. Οταν το αφεντικό τού ζητάει να πληρώσει ένα τζάμι που έσπασε με τη σφραγίδα του, παρότι ο συνεπής υπάλληλος είχε προειδοποιήσει τους προϊσταμένους του για τον ενδεχόμενο κίνδυνο και την ευθραστότητα του κρυστάλλου στην καθημερινή μονότονη καταπόνηση, τότε ο γεννημένος «αντάρτης» δεν διστάζει να εγκαταλείψει την ελπιδοφόρα κι αξιοζήλευτη τραπεζική του «καριέρα» και ν' αποχωρήσει ηρωικά για νέες περιπέτειες. Το άπιαστο ιδανικό της ελευθερίας τον οδηγεί στον Πόλεμο του Ριφ στο Μαρόκο, όπου φτάνει να εργάζεται ως αυτοδίδακτος τοπογράφος μηχανικός στη χάραξη δρόμων. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τη διαφθορά των αξιωματούχων και νιώθει την αξιοπρέπειά του να συνθλίβεται γι' άλλη μια φορά στα γρανάζια ενός κατεστημένου που δεν μπορεί να ελέγξει και τον καταθλίβει μέχρι θανάτου. Φυσικά, δεν θα αντέξει για πολύ ούτε κι εκεί. Θα πάρει μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας, θα καταφύγει στο Παρίσι, αρνούμενος όμως σθεναρά να θεωρηθεί πολιτικός πρόσφυγας, για να καταφύγει, τέλος, στην Αγγλία, όπου με την αμέριστη συμπαράσταση και υποστήριξη της δεύτερης συζύγου του, καταφέρνει να ζήσει εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, να υπερνικήσει τα όποια προβλήματα υγείας τού προκαλούσε η νευρική υπερδιέγερση και να ολοκληρώσει τη μυθιστορηματική του αυτοβιογραφία πριν υποκύψει στο μοιραίο. Η τριλογία θεωρήθηκε τόσο ουσιαστική στην προσπάθεια απεικόνισης της κατάστασης στην Ισπανία του 20ού αιώνα όσο σημαντικά ήταν και τα έργα του Τολστόι για την κατανόηση της Ρωσίας του 19ου αιώνα. Η ικανότητα όμως του Arturo Barea να βουτάει σε βαθιά μαύρα νερά τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής ισπανικής ψυχής τον φέρνει περισσότερο κοντά στον Ντοστογιέφκσι και στον Γκόρκι. Κατάφερε να δώσει εναργείς φωτογραφικές περιγραφές των τοπίων όπου έζησε. Εδωσε «φωνή» στους απλούς ανθρώπους, αφού η μοίρα και οι επιλογές ζωής τον ανάγκασαν να ζήσει σαν ένας από αυτούς. Κι αυτό συντείνει στον ρόλο του ως μάρτυρα. Το μέρος ομιλεί αντί του όλου και εξ ονόματός του. Δεν βλέπει αφ' υψηλού τους συγχρόνους του «αθλίους». Συμπάσχει και συνταυτίζεται στο έπακρο. Εδώ όμως έγκειται και η αισθητική απόλαυση και η λύτρωση που χαρίζει στον αναγνώστη, αφού μέσα από την υπέρβαση του πόνου και της μιζέριας λάμπουν σαν ατόφιο χρυσάφι η χαρά της ζωής, οι μικροχαρές και οι μικρολύπες, που κάνουν ένα δειλινό ανεπανάληπτα θλιβερό και χαρούμενο συνάμα. Αυτή η προσωπική λογοτεχνική επίτευξη της χαρμολύπης, αυτός ο δραματικότατος «κλαυσίγελος», ο μελοδραματισμός που υπονομεύεται από τόνους ειρωνείας και αυτοσαρκασμού, η εμμονή στη λεπτομέρεια της περιγραφής μιας συκιάς στη μέση της ερήμου, που έχει βυθίσει τις υπεραιωνόβιες ρίζες της στον υδροφόρο ορίζοντα, δίνει σε αυτή τη μαρτυρία τη σφραγίδα ενός ιδιοφυούς Ισπανού, που αν και ήταν αυτοδίδακτος σε όλα του, ακόμα και στις ξένες γλώσσες που έμαθε να χειρίζεται άψογα, έφτασε να προταθεί για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο όμως δεν κέρδισε. Ηταν μάλλον ένας απόλυτα προσγειωμένος εργάτης (χειρώνακτας) της πένας, υπηρέτης της υψηλής τέχνης του Λόγου χωρίς ιδιαίτερες προσωπικές φιλοδοξίες. Το έβλεπε μάλλον σαν ένα αξιοπρεπές είδος βιοπορισμού, περισσότερο συμβατό με την κλίση του και τη φύση του, σε σχέση με άλλες δουλειές που είχε δοκιμάσει. Στη δουλειά του δημοσιογράφου και του κριτικού ήταν ανεξάρτητος και αδέσμευτος, προκλητικός και αμερόληπτος, με το θάρρος της γνώμης του και χωρίς υπόγειες προσπάθειες να συμπλεύσει με τα λογοτεχνικά κατεστημένα της εποχής του. Ενας άνθρωπος που μιλούσε με το «εγώ», αλλά δεν είχε υπεραναπτυγμένο το Εγώ του, από τους σεμνούς εκείνους (και σπάνιους) λογοτέχνες που είναι ταπεινότεροι από το έργο τους. Ο πολύς George Orwell έγραψε ότι η τριλογία αυτή είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο μεγάλου ιστορικού ενδιαφέροντος (The Observer, 1946). Είναι τέτοια η καθαρότητα της ψυχής και η τιμιότητα της ματιάς του ως αφηγητή, που θεωρεί υποχρέωσή του όχι μόνο να εξοφλήσει το χρηματικό χρέος στη φιλόξενη γαλλίδα ταβερνιάρισσα, που του είχε δώσει απεριόριστη πίστωση τον καιρό που ζούσε εξόριστος στο Παρίσι, αλλά και να δηλώσει την ευγνωμοσύνη του στο γραπτό του. Αν ήταν φανατικός Καθολικός, θα λέγαμε ότι παίρνει άριστα στο μυστήριο της εξομολόγησης. Οφείλουμε να του αποδώσουμε τα εύσημα της μέγιστης δυνατής λογοτεχνικής ειλικρίνειας, ακόμα κι όταν ενσωματώνει στην αφήγησή του ιστορικά γεγονότα που δεν τα είχε παρακολουθήσει με τα ίδια του τα μάτια, και δεν τα είχε βιώσει «στο πετσί του». Ηταν μοναχικός και δεκτικός στην κριτική, απ' όπου κι αν προερχόταν. Ισως γι' αυτό έγινε καλός κριτικός και ο ίδιος. Δέχεται με στωικότητα την αρνητική άποψη του γάλλου «ειδικού» που δούλευε σαν «αναγνώστης» σ' έναν γαλλικό εκδοτικό οίκο. Απ' όλη την προσβλητική επίθεση κατάλαβε ότι το βιβλίο του ήταν ένας ζωντανός οργανισμός που δεν θα περνούσε απαρατήρητος, εάν και όποτε εκδιδόταν. Ο γάλλος εκδότης κράτησε το χειρόγραφο και δεν εξέδωσε ποτέ το βιβλίο, ο «αναγνώστης» είπε τίμια τις αντιρρήσεις του καταπρόσωπο στο συγγραφέα και ο συγγραφέας πέρασε στην ιστορία της ισπανικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας «με το σπαθί του». Ο,τι και να πούμε σήμερα εμείς, το έργο του Arturo Barea είναι εδώ και μας περιμένει, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα από τη Δέσποινα Μάρκου, που αποδείχτηκε ιδιαίτερα προσεκτική στην απόδοση των υφολογικών «ημιτονίων» και των εκφραστικών αποχρώσεων του πολυεπίπεδου κειμένου. Ο «μέσος αναγνώστης» (και όχι μόνο ο «επαρκής αναγνώστης») θα απολαύσει την καταβύθιση σε αυτό το διαυγές έρεβος (ας μου συγχωρεθεί το οξύμωρο σχήμα) μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους του 20ού αιώνα.

Θα κλείσω μ' ένα μικρό απόσπασμα από το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας (την «Πορεία») κι από το 4ο κεφάλαιο με τίτλο «Η συκιά» (σ. 75): Ημουν καθισμένος πάνω σε μια από τις ρίζες της συκιάς και τα χτυπήματα δονούνταν μέσα μου σαν παράπονο. Το λυπόμουν το γέρικο δέντρο και θα 'θελα να το σώσω.

Πόσο σύγχρονο φαντάζει αυτό το κείμενο. Σαν να ακούμε έναν πνευματικό άνθρωπο του 21ου αιώνα που ανησυχεί για τις διασαλευμένες οικολογικές ισορροπίες και το μέλλον του πλανήτη. *

Thursday, July 15, 2010

Το ταξίδι ξεκινάει στη φαντασία

  • Τα καλύτερα ταξίδια είναι εκείνα που δεν κάναμε ποτέ με βαλίτσα και σακίδιο στον ώμο. Είναι εκείνα που ολοκληρώθηκαν στον καναπέ μας, με τα μάτια μισόκλειστα, βουλιάζοντας στον φαντασιακό χώρο ενός μύθου, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες ενός βιβλίου, φυλλομετρώντας φωτογραφίες σε περιοδικά και φυλλάδια για τόπους που ερεθίζουν τη φαντασία μας, για θρύλους που σκανδαλίζουν το θυμικό μας.
Αυτό είναι το θέμα ενός από τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη. Ομως αυτή είναι και μια μεγάλη αλήθεια - κι όχι μόνο σε καιρούς οικονομικής, συναισθηματικής ή συνολικής κρίσης. Ομως ακόμα κι αν ετοιμάσουμε τελικά τις βαλίτσες μας για την Κωνσταντινούπολη, την Ταγγέρη, τη Μασσαλία, τη χερσόνησο Γιουκατάν, τη Δήλο, το Περού ή τις νήσους Φερόα, και πάλι το ταξίδι έχει ξεκινήσει μέσα μας - ποιος ξέρει από πότε... Ας φυλλομετρήσουμε λοιπόν βιβλία που μας ταξιδεύουν σε άλλα μήκη και πλάτη της Γης, με τη γραφίδα των ταλαντούχων ονειρευτών τους.

***Ζαν Κοκτώ Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες - το πρώτο μου ταξίδι
μτφρ.: Φωτεινή Παπαρήγα, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 288, ευρώ 13,06
Ο Ζαν Κοκτώ (1889-1963) είναι μύθος, αφού το ταλέντο και η αμφιταλαντευόμενη προσωπικότητά του δεν περιορίστηκαν σε ένα είδος, αλλά άλωσε την ποίηση, το μυθιστόρημα, το θεατρικό έργο, την κριτική, τη ζωγραφική και τη σκηνοθεσία του κινηματογράφου. Ο συγγραφέας του «Οπίου» και της «Ανθρώπινης Φωνής» (που ερμήνευσε -συν τοις άλλοις- η ανεπανάληπτη Ελλη Λαμπέτη), ξεκινάει στις 28 Μαρτίου 1936 ένα προκλητικό ταξίδι στα ίχνη του Φιλέα Φογκ και του Πασπαρτού, επιχειρώντας το δικό τους «Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες». Ορόσημα και σταθμοί στην οδύσσεια πορεία τους: η Ρώμη, η Αθήνα, το Κάιρο, το Πεκίνο, το Χονγκ-Κονγκ, η Νέα Υόρκη. Αλλά και η Αλεξάνδρεια δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή την εσωτερική εξερευνητική διαδικασία στον σκληρό έξω κόσμο, αυτόν που συνηθίζουμε να λέμε «πραγματικότητα». Και που πάντα μας αναγκάζει να γυρίσουμε στη γαλήνη του εσωτερικού μας κόσμου, όπως ο κοχλίας αναπαύεται στα εσωτερικά τοιχώματα των σπειρών του κελύφους του.

***Γιάννης Ξανθούλης Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων, 
μυθιστορία, εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 272, ευρώ 18,08
Η πένα του Γιάννη Ξανθούλη είναι οικεία στο ευρύ κοινό, μέσα από τις σελίδες της «Ελευθεροτυπίας», μέσα από τα ευπώλητα βιβλία του κι από τα ερτζιανά, που φέρνουν τη φωνή του στο σπίτι και στο «εσωτερικό αυτί» μας. Φιλοπαίγμων, αλλά όχι ελαφρός, χαριτωμένος, αλλά ποτέ γελωτοποιός, σαρκαστικός, αλλά ποτέ άδικος. Σε αυτή του τη «μυθιστορία» -όπως τη λέει- αποδεικνύει ότι δεν γίνεται να ταξιδέψουμε στη σύγχρονη Κωνσταντινούπολη χωρίς να περπατάμε ταυτόχρονα στη θρυλική Βασιλεύουσα. Οι συγκρίσεις, οι συμφυρμοί, τα λοξά κοιτάγματα και τα παραπατήματα της Λογικής δημιουργούν ένα άλλο τοπίο, που εντάσσεται καθ' ολοκληρίαν στον φαντασιακό χωρόχρονο. Διαβάστε το με περισυλλογή. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί κι ο συγκεντρωτικός τόμος Κωνσταντινούπολη: Μια πόλη στη λογοτεχνία, σε επιμέλεια του ιδιότυπου και ιδιοφυούς συγγραφέα.

***Γιάγκος Οικονομίδης Διπλωματικές ιστορίες
εκδόσεις Gema, σ. 239, ευρώ 20
Ο διπλωμάτης Γιάγκος Οικονομίδης, που γεννήθηκε το 1951 στο Λονδίνο και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, επιχειρεί στο πρώτο του βιβλίο να μας ξεναγήσει σε τόπους που γνώρισε κατά τη θητεία του στο υπουργείο Εξωτερικών: Νεπάλ, Ινδία, Χάρβαρντ, οι καταρράκτες της Βικτόριας, οι βάλτοι του ποταμού Οκαβάνγκο αλλά και τα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ με τους θρυλικούς βασιλιάδες, η Αθήνα που δέχεται την επίσκεψη του Νέλσον Μαντέλα, μέσα από δεκαέξι ιστορίες που διαδραματίζονται σε δεκαπέντε χώρες και τέσσερις ηπείρους. Μετά τον επίσης διπλωμάτη Γιώργο Βέη, που βραβεύτηκε για τις επιδόσεις του στην υψηλών προδιαγραφών ταξιδιωτική λογοτεχνία, ακόμα ένας λογοτέχνης-διανοητής βγήκε στον δύσκολο δρόμο για την προσωπική «Ιθάκη» του. Ας τον παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς.

***Δημήτρης Γ. Στεφανάκης Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι
μυθιστόρημα, εκδόσεις Πατάκη, σ. 288, ευρώ 15
Ο μεταφραστής και μυθιστοριογράφος Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, που γεννήθηκε το 1961 και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, μετά το βιβλίο του «Οι μέρες της Αλεξάνδρειας» (εκδόσεις Πατάκη, 2007), έρχεται σε αυτό το γεμάτο φως και Ελλάδα πόνημά του να μας ταξιδέψει στις Κυκλάδες και στη Μύκονο του μύθου, παρέα με τον Αλμπέρ Καμύ, μια νεαρή δημοσιογράφο, έναν αιρετικό επιστήμονα που επιθυμεί διακαώς να δικαιωθεί, έναν αποτυχημένο συγγραφέα που ψάχνει εναγωνίως την έμπνευση και πολλούς - πάμπολλους αναγνώστες που γυρεύουν μιαν ανάπαυλα από τη συσσωρευμένη κατάθλιψη που τους προκαλούν τα τεχνηέντως εξυφασμένα καταστροφολογικά σενάρια παντός τύπου και κοπής. Η Ζωή και ο Θάνατος, ο Ερωτας και η Τέχνη του Λόγου, η αναζήτηση της Αλήθειας και τα ερεβώδη βάθη του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου, μέσα από ένα βιβλίο που θα σας «ταξιδέψει».

***Christos Tsiolkas Νεκρή Ευρώπη
μτφρ.: Νίκη Προδρομίδου, εκδόσεις Printa, σ. 448, ευρώ 20
Ενα πραγματικά ερεβώδες βιβλίο, κόντρα στις προκαταλήψεις και στα ωραιοποιητικά στερεότυπα παντός είδους, από έναν αριστερό ομοφυλόφιλο ομογενή, που γεννήθηκε το 1965 στη Μελβούρνη, και θεωρείται ένας από τους πολλά υποσχόμενους μυθιστοριογράφους της Αυστραλίας. Η «γηραιά ήπειρος» δέχεται την εικονοκλαστική ματιά και το απομυθοποιητικό νυστέρι του Χρήστου Τσιόλκα, παιδιού Ελλήνων εργατών που πήγαν στη Μελβούρνη για να δουλέψουν. Με αυτό το προκλητικά αιρετικό βιβλίο του κέρδισε το βραβείο της εφημερίδας The Age, ενώ με το πρόσφατο βιβλίο του «Το χαστούκι» («The Slap») βραβεύτηκε ως ο καλύτερος συγγραφέας των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Φαίνεται ότι «έξω πάμε καλά», φτάνει να εγκαταλείψουμε τη μεμψιμοιρία και να βάλουμε για πάντα στην ντουλάπα τα φαντάσματα του παρελθόντος που μας στοιχειώνουν, αδικούν το παρόν κι αφυδατώνουν το μέλλον μας.

Sunday, May 9, 2010

Ομοιοκατάληκτος «άγγελος προβοκάτορας»


  • Γιάννης Ξανθούλης
  • Η εκδίκηση της Σιλάνας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 248, ευρώ 17,50

Επηρεασμένος βαθιά από τον Πιραντέλο και τα «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», ο γνωστός (για το χιούμορ του) και μη εξαιρετέος (για την καυστική του σάτιρα) Γιάννης Ξανθούλης επινοεί ένα σουρεαλιστικό πρόσωπο μιας ομοιοκατάληκτης ποιήτριας που έχει καβατζάρει προ πολλού τα εκατό, και στήνει διάλογο μαζί της για την ξεχασμένη, περιπετειώδη κι αρρωστιάρικη εφηβεία του, στη Θράκη της δεκαετίας του '60. Παγανιστική γιορτή των αισθήσεων είναι αυτό το κείμενο με το ολοφάνερο χιούμορ, τον υποδόριο αυτοσαρκασμό και την καλώς καμουφλαρισμένη μελοδραματικότητά του. Η προφορικότητα υπερτερεί της λογοτεχνικότητας. Η ορθώς εννοούμενη ελληνικότητα (μακριά από εθνικιστικά σύνδρομα) λάμπει, χάρη στην κυριαρχία του Ερωτα, της πάνδημης Αφροδίτης, και χάρη στην παντοκρατορία των σωματικών απολαύσεων, πέρα από ενοχές και προπατορικά αμαρτήματα. Ελαφρώς βέβηλοι διάλογοι (σ. 223), ανερυθρίαστες περιγραφές τών πρώτων εφηβικών φουσκοδεντριών (και όχι μόνο), ανενδοίαστες νύξεις στην αντικομμουνιστική υστερία των πρώτων δεκαετιών μετά τον σπαρακτικό εμφύλιο πόλεμο, που γέμισε τη χώρα μας με περισσότερα πτώματα από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους που προηγήθηκαν, αλλά και ο βιτριολικός αντικομφορμισμός ενός εφήβου, εγκλωβισμένου στην ελληνική επαρχία, που ονειρεύεται την ελευθερία (και -γιατί όχι;- την ελευθεριότητα) της Αθήνας, την οποία τελικά επισκέπτεται μέσω του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλεύεται ως ...νεφροπαθής (!). Τελικά σώζεται, χάρη στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο, που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία το 1961/62 από τον θίασο Μυράτ-Ζουμπουλάκη, με την εκπληκτική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Τρία τραγούδια που έγραψε γι' αυτή την ιστορική παράσταση ξέφυγαν από τα όρια της θεατρικής πράξης κι έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο χάρη στην «υγρή» φωνή τής ανεπανάληπτης Ζωής Φυτούση: το «Μαντολίνο», η «Πέτρα» και ο «Ταχυδρόμος». Ο νεαρός ασθενής έχει ένα κίνητρο για να επιβιώσει και να γίνει καλά: να δει αυτή την παράσταση. Και τα καταφέρνει.

Συγκεκαλυμμένα αυτοβιογραφικό αυτό το κείμενο, με τις πολλές αντιστροφές και τις «παραλλαγές» (στρατιωτικού τύπου), που μπορεί να διακρίνει «κάτω από τις γραμμές» ο επαρκής αναγνώστης, είναι ένα από τα πιο ευανάγνωστα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί για τις ψυχοσωματικές μεταλλάξεις ενός εφήβου στην ελληνική μετεμφυλιακή επαρχία. Ο Γιάννης Ξανθούλης, ύστερα από μια μακρά θητεία στο θεάτρο, στον κινηματογράφο, και στη δημοσιογραφία, γνωρίζει πλέον καλώς πώς ν' απευθύνεται στον αναγνώστη του και να τον κερδίζει αμέσως, χωρίς συμπλέγματα διανοουμενισμού και βαρύγδουπης, ακατανόητης «λογοτεχνικότητας». Το μεγαλύτερο επίτευγμά του σε αυτό το ολισθηρά εξομολογητικό κι αυτοψυχαναλυτικό πόνημα είναι ότι δεν πέφτει ούτε μία στιγμή στην παγίδα της νοσταλγικότητας του «γλυκού πουλιού της νιότης», ενώ αποφεύγει αποτελεσματικότατα τους μελοδραματισμούς κάθε είδους. Ακόμα και το γεγονός ότι «φαλλολογεί» (ας μου επιτραπεί αυτός ο νεολογισμός) κάθε τρεις και λίγο, με μια μετα-φροϋδική εμμονή που θα μπορούσε να εκτρέψει το κείμενο προς την ελαφρά πορνογραφία, περνάει σχεδόν απαρατήρητο, χάρη στην απολύτως προσωπική (σουρεαλιστική) χιουμοριστική τεχνική τού συγγραφέα, που βουτάει με προσοχή την πένα του στο ανόσιο και στο ανίερο. Κι αν αποφεύγει τους «τα φαιά φορούντες» και την μήνιν τους, είναι γιατί μιλάει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια, που μόνο στα παιδιά, στους τρελούς, στους μεθυσμένους και στους ποιητές επιτρέπεται. Η ποίηση φαίνεται ότι είναι το απωθημένο και το desideratum του επιτυχημένου πεζογράφου. Και δεν είναι ο μόνος από τους ζώντες έλληνες λογοτέχνες που παραθέτει στίχους του Καβάφη, παράλληλα με τα δικά του αδέξια, ομοιοκατάληκτα εφηβικά τεχνάσματα, τα οποία αποδίδει -ευφυώς- στο φάντασμα μιας ελαφρώς (ή βαρέως - όπως το πάρετε) γραφικής γεροντοκόρης υπεραιωνόβιας στιχουργού. Αυτή η ελάχιστα πιστευτή λογοτεχνική (και ραδιοφωνική) σύμβαση δίνει τον απαραίτητο τόνο στο αφήγημα αυτό, προκειμένου να αποφευχθούν ο μελοδραματισμός και η νοσταλγικότητα κάθε είδους. Ο συγγραφέας, επηρεασμένος από την αριστοφανική παράβαση, μιλάει από καιρού εις καιρόν απευθείας στον αναγνώστη του, ενώ δεν διστάζει να ξεκαθαρίσει και παλιούς επαγγελματικούς λογαριασμούς με τη συχωρεμένη την Αλίκη, που τη χαρακτηρίζει κακοπληρώτρια (ή τσιγκούνα - αν προτιμάτε) επιχειρηματία, αλλά υπέροχη οικοδέσποινα, που δεξιωνόταν τους καλεσμένους της τόσο πλουσιοπάροχα, έτσι που τους έκανε να νιώθουν βασιλείς. Το στοιχείο της υπερβολής είναι ακόμα ένα χαρακτηριστικό του «ξανθούλειου» ύφους, που συντείνει τα μάλα στη δημιουργία του κωμικού αποτελέσματος, π.χ.: «Στο μυαλό μου είχα άλλα σχέδια. Να θωρακιστώ για το Γυμνάσιο ψυχολογικά, γιατί το ηθικό μου σερνόταν σαν ομφάλιος λώρος γαϊδούρας λεχώνας, και να στείλω στίχους μου σε διαγωνισμό του λαϊκού περιοδικού Ντομινό, το οποίο μελετούσε ενδελεχώς μια γειτόνισσα μοδίστρα, ειδικευμένη να μεταποιεί ρούχα που μας έστελναν οι συγγενείς από τη Νέα Υόρκη - συνήθως νάιλον και εξαιρετικά λαμέ. Μερικά ήταν τόσο γυαλιστερά -κι αυτά ακριβώς προτιμούσε η μαμά μου- που, όταν έβγαινε στον δρόμο φορώντας τα, οι τυφλοί αποκτούσαν το φως τους και οι μη τυφλοί το έχαναν» (σσ. 45-46). Απ' αυτό το απόσπασμα είναι πλέον σαφές ότι το ζητούμενο δεν είναι η ρεαλιστική αναπαράσταση μιας εποχής, με τις απαραίτητες δόσεις αυτοψυχαναλυτικού αφηγηματικού ναρκισσισμού, αλλά η χαρά του αναγνώστη. Κι έτσι προτείνω να διαβαστεί αυτό το καλογραμμένο μυθιστόρημα.