Monday, April 7, 2014
«Η γιορτή της ασημαντότητας»... Νέο βιβλίο από τον Μίλαν Κούντερα
Tuesday, March 29, 2011
Εν ζωή στην αθανασία
- ΚΟΥΝΤΕΡΑ: ΜΙΛΑΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ
- Υπεύθυνος: ΕΠΙΜ: Β. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011
Εδώ και περισσότερο από 25 χρόνια ο Μίλαν Κούντερα έκοψε κάθε επίσημη σχέση με τα μίντια. Το 1986 έγραφε στην «Τέχνη του μυθιστορήματος»: «Πήρα τη σθεναρή απόφαση: ποτέ πια συνεντεύξεις».
Τώρα, που έγινε ο δωδέκατος εν ζωή συγγραφέας που βλέπει το έργο του (μια συλλογή διηγημάτων, εννέα μυθιστορήματα, ένα θεατρικό έργο και τέσσερα δοκίμια) να μπαίνει στην περίφημη «Βιβλιοθήκη της Πλειάδας» (Bibliotheque de La Pleiade, εκδόσεις Γκαλιμάρ), ήτοι στο Πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας -μια τεράστια τιμή και αναγνώριση-, οι γαλλικές εφημερίδες αναγκάζονται να δημοσιεύουν... «ψεύτικες» συνεντεύξεις του. Για παράδειγμα, η Φλοράνς Νουαβίλ της «Μοντ» του έκανε δώδεκα ερωτήσεις και βρήκε μόνη της τις απαντήσεις διατρέχοντας δύο βιβλία δοκιμιών του, την «Τέχνη του μυθιστορήματος» και τις «Προδομένες διαθήκες». «Αυτή εδώ δεν είναι μια συνέντευξη του Μίλαν Κούντερα», προειδοποιεί, παραφράζοντας τον Μαγκρίτ. Ο Κούντερα, πάντως, είχε δώσει την άδειά του στο δημοσιογραφικό της παιχνίδι. Το ίδιο απροσωποποιημένοι είναι και οι δύο τόμοι με το έργο του, που κυκλοφόρησαν στις 24 Μαρτίου σε 25 χιλιάδες αντίτυπα. Μάταια θα ψάξει ο αναγνώστης να βρει τη συνήθη βιογραφία του συγγραφέα. «Ονειρεύομαι έναν κόσμο που οι συγγραφείς θα ήταν υποχρεωμένοι από το νομο να κρατούν μυστική την ταυτότητά τους και να χρησιμοποιούν ψευδώνυμα», έχει γράψει ο Κούντερα στην «Τέχνη του μυθιστορήματος».
Το μόνο που υπάρχει στους δύο τόμους της «Πλειάδας» (1.504 σελίδες ο πρώτος, 1.538 ο δεύτερος) είναι η βιογραφία του έργου του. Σε δεκαπέντε κεφάλαια, ένα για κάθε βιβλίο, ο Φρανσουά Ρικάρ καταγράφει την περιπέτεια και τη μοίρα τους, δηλαδή τις συνθήκες γέννησης, έκδοσης και υποδοχής τους. Τα εμπλουτίζει με αποσπάσματα δηλώσεων του συγγραφέα, σημειώσεις και εισαγωγές γραμμένες από τον ίδιο, ένα υλικό εν πολλοίς ανέκδοτο στη Γαλλία. Σύμφωνα με την επιθυμία του Κούντερα, ο πρώτος τόμος της «Πλειάδας» περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα (όλα γραμμένα στην τσεχική γλώσσα): «Κωμικοί έρωτες», «Το αστείο», «Η ζωή είναι αλλού», «Το βαλς του αποχαιρετισμού», «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» και «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει τα βιβλία: «Η αθανασία», «Η βραδύτητα», «Η ταυτότητα», «Η άγνοια», «Ο Ιάκωβος κι ο αφέντης του», «Η τέχνη του μυθιστορήματος», «Οι προδομένες διαθήκες», «Ο πέπλος» και «Συνάντηση». ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Tuesday, June 22, 2010
Ο Κούντερα και οι άλλοι
- Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Επτά, Κυριακή 20 Ιουνίου 2010
- Σ'ένα διαμέρισμα στα περίχωρα της Πράγας, το 1972, ο Μίλαν Κούντερα - σε ανοιχτή σύγκρουση με το κομμουνιστικό καθεστώς από το '68- συναντιέται κρυφά με μια πολύ νέα, κατάχλομη κοπέλα, που ο φόβος τής ανακατώνει τα σωθικά, στέλνοντάς την στην τουαλέτα συνεχώς.
«Από τη φύση της τέχνης του ο μυθιστοριογράφος είναι απόκρυφος, αμφίσημος, είρωνας. Και προπαντός: Ετσι όπως είναι κρυμμένος πίσω από τους ήρωές του, δύσκολα μπορεί να του αποδώσει κανείς μία μόνο πεποίθηση, μία μόνο στάση», γράφει ο Κούντερα στο βιβλίο του.
Τρεις μέρες νωρίτερα, η τελευταία είχε υποστεί μια εξουθενωτική ανάκριση γύρω από τις κινήσεις του, κι ήθελε να του μεταφέρει ό,τι είχε πει στην αστυνομία, ώστε και οι δικές του απαντήσεις σε ανάλογη περίπτωση να είναι οι ίδιες ακριβώς.
«Την ήξερα από καιρό», θυμάται ο Κούντερα. «Ηταν έξυπνη, πνευματώδης, ήξερε να ελέγχει τα συναισθήματά της, κι ήταν πάντοτε τόσο άψογα ντυμένη που το φόρεμά της, όπως και όλη της η συμπεριφορά, δεν άφηνε να διακρίνεις το παραμικρό κομματάκι της γύμνιας της. Και να που, ξαφνικά, ο φόβος, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι, την είχε ανοίξει. Βρισκόταν μπροστά μου, χαίνουσα, σαν το σκισμένο στα δυο κορμί μικρής δαμάλας που κρέμεται απ' το τσιγκέλι του κρεοπωλείου. Ο θόρυβος του νερού που γέμιζε το καζανάκι της τουαλέτας δεν σταματούσε, κι εμένα μου ήρθε ξαφνικά η επιθυμία να τη βιάσω. Ξέρω τι λέω: να τη βιάσω, όχι να της κάνω έρωτα... Ηθελα να την κυριέψω, μέσα σ' ένα δευτερόλεπτο, μαζί με τα σκατά της και μαζί με την ανεκλάλητη ψυχή της... Κι όσο πιο αγχωμένα ήταν τα μάτια της, τόσο πιο παράλογη, ανόητη, σκανδαλώδης, ακατανόητη και ανέφικτη γινόταν η επιθυμία μου...».
- Μπέικον και Μπέκετ
Η ζωγραφική του Μπέικον και μάλιστα σε σύγκριση με το θεατρικό σύμπαν του Μπέκετ (καθώς και οι δυο αναμετρήθηκαν όχι με την πολιτική αλλά με τη σωματική υπόσταση του ανθρώπου) η κληρονομιά του Γιάνατσεκ ή του Μαρκές, η λήθη που επιφυλάχτηκε στον Χράμπαλ ή τον Σένμπεργκ, οι πειραματισμοί του Ξενάκη ή του Μαλαπάρτε, η ερωτική γραφή του Ροθ, το αληθοφανές στον Κάφκα ή στον Ραμπελέ, λειτουργούν εδώ σαν έναυσμα για να ξεδιπλώσει ο Κούντερα τους υπαρξιακούς κι αισθητικούς προβληματισμούς του, σαν καθρέφτες όπου αντανακλώνται πτυχές του εαυτού του, αλλά και σαν μια έμμεση απάντηση σ' εκείνους τους συμπατριώτες του που βιάστηκαν να τον λοιδωρήσουν ως χαφιέ, μ' ένα κατηγορητήριο που αποδείχτηκε αβάσιμο.
Μέσα απ' αυτή τη «Συνάντηση» στοχασμών, αναμνήσεων και καλλιτεχνικών ερώτων, ο 80χρονος συγγραφέας του «Αστείου» και των «Προδομένων διαθηκών», φροντίζει να διαλύσει παρεξηγήσεις (όπως εκείνη που ταυτίζει την Ανοιξη της Πράγας με τον Μάη του '68), να υπογραμμίσει πόσο απελευθερωτική μπορεί να είναι η εμπειρία της εξορίας, να συγκρίνει την τύχη διαφορετικών «μικρών» εθνών (συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού), να επιτεθεί στο μοντερνισμό του μάρκετινγκ και στην τηλεοπτική αποβλάκωση, αλλά και ν' αναθεματίσει τις «μαύρες λίστες» που προκύπτουν κατά καιρούς από τα μητροπολιτικά φιλολογικά σαλόνια.
Ο παρισινός Μάης, που ξεκίνησε από τους νέους κι επιδείκνυε το διεθνισμό του, «ήταν διαποτισμένος από επαναστατικό λυρισμό. Ηταν μια εύθυμη αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής κουλτούρας, που τη θεωρούσαν πληκτική, επίσημη, αρτηριοσκληρωτική», διαβάζουμε. Αντίθετα, η Ανοιξη της Πράγας, «εμπνεόταν από το μετεπαναστατικό σκεπτικισμό των ενηλίκων», εξυμνούσε την ίδια αυτή κουλτούρα που «χρόνια ασφυκτιούσε κάτω από την ιδεολογική ηλιθιότητα» και απέβλεπε στο να ξαναδώσει «σ' ένα μικρό έθνος την ιδιαιτερότητά του και την ανεξαρτησία του».
Οσες δεκαετίες κι αν περάσουν, ο Κούντερα δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ, όπως φαίνεται, εκείνο το «εξαίσιο δευτερόλεπτο» όπου μέσα «σε κλίμα ιλαρότητας», η πατρίδα του αρνήθηκε τον τρόπο ζωής που της είχε επιβάλει η Ρωσία, εφαρμόζοντας ένα σύστημα χωρίς πολύ πλούσιους ούτε πολύ φτωχούς, με δωρεάν περίθαλψη και παιδεία, χωρίς διώξεις και λογοκρισία, ένα σύστημα-θερμοκήπιο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οπως δεν πρόκειται να ξεχάσει και το πόσο διαφωτιστικό είχε σταθεί για τον ίδιο, αργότερα, όταν προσπαθούσε να προσανατολιστεί σ' έναν κόσμο που «κατέβαινε την άβυσσο της δικτατορίας», το μυθιστόρημα του Ανατόλ Φρανς γύρω από την τρομοκρατική στροφή της Γαλλικής Επανάστασης, «Οι θεοί διψούν», με το πρώτο ίσως λογοτεχνικό πορτρέτο ενός «στρατευμένου καλλιτέχνη» (του νεαρού ζωγράφου και φανατικού Ιακωβίνου, Γκαμπελέν).
«Στην αρχή του κομμουνισμού, είδα γύρω μου ουκ ολίγους στρατευμένους καλλιτέχνες!», γράφει. Ομως, ο ήρωας του Φρανς, «που έφτασε να στείλει δεκάδες άλλους στην γκιλοτίνα, σίγουρα κάποια άλλη εποχή θα ήταν ένας συμπαθητικός γείτονας, ένας καλός συνάδελφος... Πώς γίνεται ένας αναμφισβήτητα έντιμος άνθρωπος να κρύβει μέσα του ένα τέρας;». Στα μάτια του Κούντερα, ο Γκαμπελέν είναι κάποιος που «καταβροχθίστηκε από την Ιστορία». Και το επίτευγμα του γάλλου ακαδημαϊκού και νομπελίστα (που τόσο σνόμπαραν έπειτα οι σουρεαλιστικοί κύκλοι), είναι ότι τόλμησε να πλέξει «τη φρίκη του πεπρωμένου» του ήρωά του με την «ανυπόφορα κοινότοπη καθημερινότητά του», φωτίζοντας μυθιστορηματικά το «μυστήριο της καρδιάς που απολαμβάνει το θέαμα των κομμένων κεφαλιών».
- Το πάθος της γνώσης
Friday, March 5, 2010
Η Ανοιξη του Μίλαν Κούντερα

- Από τον Γκυ Σκαρπέττα(2)
- Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010
Το τελευταίο δοκίμιο του Μίλαν Κούντερα «Μία συνάντηση» προσεγγίζει δευτερευόντως τα πολιτικά ζητήματα - το ίδιο ισχύει και για όλα τ' άλλα του βιβλία. Μπορούμε να πούμε πως το έργο του δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική; Θα προτρέχαμε. Κι αν εξετάσουμε αυτό λίγο από πιο κοντά, θα καταλάβουμε ίσως καλύτερα τ' ατυχήματα που συνέβησαν πρόσφατα στον συγγραφέα του «Αστείου» και της «Αβάσταχτης Ελαφρότητας του Είναι»...(1)
Τον Ιούνιο του 1967 στην Πράγα, όταν η εξουσία βρίσκεται ακόμη επισήμως στα χέρια μιας παλιάς φρουράς νεοσταλινικών -η οποία δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν πνευματικό και πολιτισμικό αναβρασμό που ανατρέπει όλα τα δόγματα-, γίνεται το συνέδριο της Ενωσης των Συγγραφέων. Η εισηγητική έκθεση εκφωνείται από έναν νέο μυθιστοριογράφο, άγνωστο εκ των πραγμάτων, έξω από τα σύνορα της χώρας του.
Αμέσως ο τόνος του συνεδρίου δόθηκε: ανησυχία για την τύχη των «μικρών Εθνών» της Κεντρικής Ευρώπης, που η ύπαρξή τους είναι πρόσφατη και που απειλούνται διαρκώς να είναι υποταγμένα ή ακόμη και ν' απορροφηθούν από τις ισχυρές, γειτονικές αυτοκρατορίες (ο υπαινιγμός για τη σοβιετική κηδεμονία είναι ολοφάνερος) -ενάντια σε κάθε λογοκρισία, «επειδή η αλήθεια δεν είναι εφικτή παρά μονάχα μέσα από τον διάλογο των ελεύθερων απόψεων»- και που χωρίς αυτήν την αλήθεια, οποιαδήποτε κουλτούρα πληγώνεται στην ίδια της την ύπαρξη.
Αυτή η έκθεση χαιρετίστηκε μ' επευφημίες και όλοι οι άλλοι ομιλητές (κυρίως οι Λούντβικ Βακούλικ, Πάβελ Κόχουτ και Αντονίν Λιχμ) τοποθετήθηκαν στο ίδιο πνεύμα. Αυτό θα 'ναι με λίγα λόγια το πρελούδιο της «Ανοιξης της Πράγας»: η εξουσία θα σκληρύνει τη στάση της απέναντι σ' αυτήν την εξέγερση, αλλά μάταια· η αμφισβήτηση που ξεκίνησε από τον χώρο των διανοουμένων θα εξαπλωθεί σ' όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Τον Ιανουάριο του 1968, ο Αλεξάντρ Ντούμπτσεκ θα διαδεχτεί τον Αντονίν Νοβότνυ στην κορυφή του Κόμματος και του Κράτους, κι ένα συγκλονιστικό κίνημα δημοκρατικοποίησης του καθεστώτος θα ξεκινήσει. Οσον αφορά τον νεαρό συγγραφέα που άναψε τη φλόγα και ο ίδιος ο Νοβότνυ τον χαρακτήρισε σαν τον «βασικό εμπνευστή»(3) των ταραχών που δεν μπόρεσε να τις αναχαιτίσει, ονομαζόταν Μίλαν Κούντερα.
Το φθινόπωρο του 1968, κάποιες εβδομάδες αργότερα από τη στρατιωτική εισβολή των Σοβιετικών που έδωσε βίαια τέλος σ' αυτό το μεγάλο κίνημα της χειραφέτησης, εμφανίστηκε στη Γαλλία το μυθιστόρημα του Κούντερα: «Το Αστείο». Αυτό το βιβλίο ήρθε μ' έναν πρόλογο του Αραγκόν, ο οποίος, διακόπτοντας την εθελοντική του υποταγή που είχε για δεκαετίες, κατήγγελλε τώρα την υποδούλωση της Τσεχοσλοβακίας και χαρακτήριζε την τρέχουσα «ομαλοποίηση» σαν μια καταστροφή, μια «Μπιάφρα του πνεύματος».
Δηλαδή «Το Αστείο», ήδη από τη δημοσίευσή του, υποτάχτηκε σε μια αφαιρετική ανάγνωση, στενά πολιτική. Εκείνη την εποχή δεν έγινε κατανοητό, παρά μόνο σαν μια μαρτυρία αμφισβήτησης του κομμουνιστικού καθεστώτος, πράγμα που οδήγησε σημαντικά στον περιορισμό της καλλιτεχνικής του αξίας, της καθαρά λογοτεχνικής.
Απ' όπου προκύπτει, αναμφίβολα, η επιμονή του Κούντερα στη συνέχεια να πολεμήσει αυτή τη μείωση. Αρνούμενος να εξομοιωθεί μ' έναν απλό «αποστάτη» και αυτό για λόγους που πηγάζουν από την ίδια του την αντίληψη για την τέχνη του μυθιστορήματος. Μια τέχνη, κατά τη γνώμη του, που δεν στοχεύει ν' αποσαφηνίσει τις προκαθορισμένες βεβαιότητες (απόρριψη της κάθε μορφής του «μυθιστορήματος θέσεων»), αλλά αντίθετα στοχεύει ν' αποσταθεροποιήσει τις σκέψεις και τις αποδεκτές μας αντιλήψεις. Μια τέχνη που προσπαθεί ν' αποκαλύψει «αυτό που μονάχα το μυθιστόρημα μπορεί να πει», δηλαδή να εξερευνήσει μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία τις περιοχές του διφορούμενου ή του παράδοξου, οι οποίες διαφεύγουν από τ' άλλα ερμηνευτικά συστήματα και κυρίως τα πολιτικά. Να παραθέσει την αρχή του μυθιστορηματικού «διαλογισμού», σύμφωνα με τον όρο του Μιχαήλ Μπαχτίν, όπου όλες οι αλήθειες είναι σχετικές από την παραλλαγή των φωνών και των απόψεων, σ' αντίθεση με το καθεστώς της μοναδικής αλήθειας, της μονοσήμαντης, που χαρακτηρίζει τις πολιτικές ομιλίες, τις συναινέσεις, τα δόγματα.
Χωρίς να ξεχνάμε κι αυτήν την πλευρά της ειρωνείας και του χιούμορ που είναι παρούσα μέσα στο σύγχρονο μυθιστόρημα από τον Φρανσουά Ραμπελαί μέχρι τον Μπαχτίν, εκεί όπου η πολιτική προϋποθέτει γενικά ένα αέναο πνεύμα σοβαρότητας. Ο Κούντερα σ' αυτό το σημείο επανέρχεται διαρκώς: «Στο έδαφος του μυθιστορήματος δεν κάνουμε δηλώσεις: είναι το έδαφος του παιχνιδιού και των υποθέσεων»· ή ακόμη: «Αποστρέφομαι εκείνους που θέλουν να βρουν σ' ένα έργο τέχνης μια στάση (πολιτική, φιλοσοφική, θρησκευτική), αντί ν' αναζητούν εκεί την πρόθεση για να γνωρίσουν, να καταλάβουν, ν' αντιληφθούν αυτήν ή την άλλη πλευρά της πραγματικότητας».(4)
Μήπως αυτό θέλει να πει, ωστόσο, πως το μυθιστόρημα σύμφωνα με τον Κούντερα δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική; Προφανώς και όχι. Αρκεί να διαβάσουμε τα μυθιστορήματά του, τόσο εκείνα που τοποθετούνται στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία όσο κι αυτά που διαδραματίζονται στη Δυτική Ευρώπη για ν' αντιληφθούμε πως δεν είναι καθόλου αδιάφορα στις ιστορικές καταστάσεις, οι οποίες διαμορφώνουν το πλαίσιο των αφηγήσεων. Αλλά θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αυτό το πολιτικό περιεχόμενο δεν είναι το αντικείμενο αυτών των αφηγήσεων (και των «συλλογισμών» που γίνονται εκεί), αλλά είναι μάλλον το περιεχόμενο το οποίο επιτρέπει να φωτιστούν ορισμένες υπαρξιακές συμπεριφορές που εγγράφονται σ' αυτό, ορισμένες δυνατότητες της ανθρώπινης εμπειρίας που μέσα σ' αυτό το περιεχόμενο πραγματοποιούνται.
Ετσι η συγκεκριμένη οπτική για τα κομμουνιστικά καθεστώτα δεν εστιάζεται στις πολιτικές ή στις οικονομικές τους πλευρές, αλλά μάλλον στις στάσεις (υποκειμενικές επίσης) που αυτές οι πλευρές γεννούν ή ευνοούν: η αλλοτρίωση του κιτς (καθρέπτης εξιδανίκευσης, ψεύτικος και συναισθηματικός μιας απατηλής πραγματικότητας). Οι λυρικές ψευδαισθήσεις (η θερμή αφομοίωση μέσα στο συλλογικό ενθουσιασμό). Η τυφλή πίστη στη νεωτερικότητα (ή μια επιβεβλημένη «έννοια της Ιστορίας»). Η λατρεία της παιδικής ηλικίας (οι εικόνες αυτών των αρχηγών περιτριγυρισμένων από τους μικρούς σκαπανείς, έμβλημα του κομμουνισμού σαν τη «νεολαία του κόσμου»). Ο μύθος της διαφάνειας (που μπορεί να χρησιμεύσει σαν το άλλοθι για τις χειρότερες καταδόσεις). Η ηθικολογία, η πλαστογράφηση της μνήμης (που συνδέει την τάση του ατόμου να «επιδιορθώνει το παρελθόν του» σύμφωνα με τη σταλινική πρακτική του «ρετουσαρίσματος» των φωτογραφιών, των αναδρομικών εκκαθαρίσεων).
Ο μύθος της διαφάνειας γεννά τη βασιλεία της γενικευμένης αδιακρισίας
Τώρα, το πιο ενδιαφέρον -αν διαβάσουμε τα μυθιστορήματα του Κούντερα που έγραψε μετά από την εγκατάστασή του στη Γαλλία (από το «Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης» και την «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» μέχρι την «Αγνοια»)- είναι πως αναγνωρίζονται οι ίδιες ακριβώς τάσεις και στη Δύση. Εκεί όπου η κυριαρχία του θεάματος (ή αυτό που ονομάζει «εικονολογία») αντικαθιστά την κυριαρχία της ιδεολογίας. Εκεί όπου ο μύθος της διαφάνειας γεννά τη βασιλεία της γενικευμένης αδιακρισίας (κυρίως από τα ΜΜΕ). Εκεί όπου το κιτς τροφοδοτεί τη διαφήμιση. Εκεί όπου η προαγωγή της παιδικής ηλικίας σε αξία κατακυριεύει τις οθόνες και τα ήθη. Εκεί όπου ο θρίαμβος του «διαρκούς παρόντος» (σύμφωνα με τον όρο του Γκυ Ντεμπόρ) επιφέρει όχι λιγότερο επικίνδυνες πλαστογραφήσεις της μνήμης. Εκεί όπου η υπεράσπιση της νεωτερικότητας είναι μέρος της ίδιας της λογικής της αγοράς (και που η πλειονότητα των πολιτικών λόγων περνούν τις χειρότερες οπισθοδρομήσεις σαν «σύγχρονες» και «αμετάκλητες»). Εκεί όπου οι λυρικές ψευδαισθήσεις και ο κομφορμισμός της ανταρσίας χαρακτηρίζουν την πανταχού παρούσα συμβατική λογική - κι όπου η τάση να γίνονται δίκες (και η «ηθική κρίση») μοιάζει να έχει γίνει η κυρίαρχη διανοητική δραστηριότητα...
«Η εμπειρία του κομμουνισμού», γράφει ο Κούντερα «μου φαίνεται σαν μια εξαιρετική εισαγωγή στον σύγχρονο κόσμο γενικά».
Μ' αυτήν την έννοια δεν μας εκπλήσσει το γεγονός πως δεν βιάστηκε να ενταχτεί στα τυφλά σ' ό,τι διαδέχτηκε τον κομμουνισμό στη χώρα καταγωγής του. Πως δεν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να ενθουσιαστεί με τον τρόπο που η τυραννία των λεγόμενων νόμων της αγοράς αντικατέστησε εκείνην του κόμματος και η αμερικανοποίηση της κουλτούρας αντικατέστησε την επιβεβλημένη ρωσοποίηση. Και πως προτίμησε οριστικά, αντί να επιστρέψει στην Πράγα, να παραμείνει σε μια κατάσταση εξορίας που του επιτρέπει τουλάχιστον να γράφει και να σκέφτεται ελεύθερα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξουσία.
Αυτό το θέμα της «αδύνατης επιστροφής», το γνωρίζουμε, είναι το ίδιο θέμα που εξερευνά με τρόπο διασκεδαστικό και συγκινητικό συνάμα στο τελευταίο του μυθιστόρημα: «Η Αγνοια». Απ' όπου μπορούμε να θυμηθούμε εκείνη τη συμβολική παράσταση όπου δύο ήρωες ξαναβρίσκονται ενώ η πολιτική τούς είχε χωρίσει. Ο ένας, παλιός οπαδός του κομμουνιστικού καθεστώτος, είχε μείνει στη χώρα του. Ο άλλος, αντίπαλος του ίδιου καθεστώτος, είχε οδηγηθεί στην αυτοεξορία.
Με μια ειρωνεία τυπικά κουντερική, οι δυο τους τα ξαναβρίσκουν, επειδή αισθάνονται παρόμοια ξένοι μέσα σ' αυτό που έγινε η τσέχικη Δημοκρατία. Ενας κόσμος όπου η μάθηση της ρωσικής γλώσσας δεν είναι πλέον υποχρεωτική, αλλά όπου οι απαιτήσεις της αγοράς επιβάλλουν σ' όλους να μιλούν αγγλικά· όπου ο Φραντς Κάφκα, λογοκριμένος άλλοτε από το καθεστώς, δεν είναι σήμερα τίποτε άλλο παρά ένα ελκυστικό προϊόν για τους τουρίστες. «Η σοβιετική αυτοκρατορία, λέει ο ένας από τους δύο, κατέρρευσε επειδή δεν μπορούσε πια να δαμάσει τα Εθνη που ήθελαν να γίνουν κυρίαρχα. Αλλά αυτά τα Εθνη τώρα είναι λιγότερο κυρίαρχα από ποτέ. Δεν μπορούν να επιλέξουν ούτε την οικονομία τους, ούτε την εξωτερική τους πολιτική, ούτε ακόμη τα διαφημιστικά τους μηνύματα».(5)
Το τελευταίο δοκίμιο του Κούντερα, «Μία συνάντηση», δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο: πρόκειται μάλλον για κείνον -συμπεριλαμβάνοντας κάποια σκόρπια κείμενα μέχρι τότε, κάτω από το πρίσμα μιας νέας ευρύτερης θεώρησης, να συνεχίσει τον μακρύ διαλογισμό του πάνω στην τέχνη του μυθιστορήματος. Να επανέρθει στα μεγάλα «υπαρξιακά» θέματα που στοιχειώνουν το έργο του, εμβαθύνοντάς τα. Να χαιρετίσει τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες που φτιάχνουν την οικογένεια επιλογής του - επιμένοντας αυτή τη φορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο συνάντησε αυτά τα έργα ή τους συγγραφείς τους και στον ρόλο που έπαιξαν στη δική του διαδρομή: απ' όπου έχουμε συνολικά το πιο προσωπικό βιβλίο ενός συγγραφέα που δεν του αρέσει καθόλου να μιλά για τον εαυτό του.(6)
Να λοιπόν, κάποιες υπέροχες σελίδες για τη ζωγραφική του Φράνσις Μπέικον (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν και μία διαφωτιστική σύγκριση με το σύμπαν του Σάμιουελ Μπέκετ). Μια διαπεραστική και λεπτομερή μελέτη για την προσφορά τού συμπατριώτη του, Λέος Γιάνατσεκ, στη μουσική τέχνη - όπου διαβλέπουμε τη συγγένεια ανάμεσα στην αισθητική του συνθέτη και των αρχών που διέπουν τη γραφή του Κούντερα. Μια αποκατάσταση της μυθιστορηματικής τέχνης του Ανατόλ Φρανς (κυρίως σε σχέση μ' ένα από τα βιβλία του, όπως «Οι Θεοί διψούν»): αφορμή για ν' αναρωτηθεί με ποιον τρόπο ο εξοστρακισμός που εξαπέλυσαν εναντίον του οι νεαροί σουρεαλιστές ποιητές άλλοτε μπόρεσε να γεννήσει μια τέτοια αρνητική προκατάληψη για το έργο του, τόσο κοινά διαδεδομένη, και με ποιον τρόπο λειτουργούν οι «μαύρες λίστες», οι οποίες τροφοδοτούν τον διανοητικό ή καλλιτεχνικό κομφορμισμό. Μια αξιοσημείωτη απολογία για τον Κούρτζιο Μαλαπάρτε που θεωρεί πως έγραψε τα δύο μεγάλα του έργα (το Καπούτ και κυρίως Το Δέρμα), αληθινά μυθιστορηματικά αριστουργήματα, όπου η πραγματικότητα με τη μορφή ενός ντοκιμαντέρ έχει μεταμορφωθεί μέσα από μια παραισθητική οπτική στα όρια του φανταστικού -μ' αυτήν την παράδοξη συμμαχία της σκληρότητας και της συμπόνιας, της απελπισίας και της ειρωνείας-, οπτική που ξεπερνά τα σύνορα ενός απλού ρεπορτάζ και διευρύνει ταυτόχρονα το πεδίο του μυθιστορήματος.
Επίσης σύντομα τιμητικά αφιερώματα σ' ορισμένους συγγραφείς της γενιάς του (Χουάν Γκοϊτιζόλο, Φίλιπ Ροθ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ντανίλο Κις, Κάρλος Φουέντες), που μαρτυρούν ένα είδος αποφασιστικής, αισθητικής αδελφοσύνης, η οποία είναι σπάνια στους σύγχρονους, λογοτεχνικούς κύκλους (μοιάζει σαν η τέχνη του μυθιστορήματος γι' αυτόν -περιθωριοποιημένη από την κυρίαρχη πολιτιστική βιομηχανία-, ν' άξιζε μια πραγματική στράτευση). Προσπερνώντας κάποιες θαυμάσιες σελίδες για τον Ραμπελαί, τον Φεντερίκο Φελλίνι, τον Ιάννη Ξενάκη, το Εμίλ Μισέλ Σιοράν...
Ενα βιβλίο λοιπόν που επικεντρώνεται βασικά στην τέχνη και στη λογοτεχνία - αλλά όπου ξεπροβάλλουν επίσης, εδώ κι εκεί, κάποιες έμμεσες πολιτικές σκέψεις τις οποίες δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε.
Αρχικά ένα μικρό κείμενο σε σχέση με τη Βέρα Λινάρτοβα. Ο Κούντερα, αντίθετα με τις κοινοτοπίες που παρουσιάζουν τον κομμουνισμό σαν το «απόλυτο κακό» και τις εξορίες που προκάλεσε σαν «τραγωδίες», υιοθετεί την ιδέα της Λινάρτοβα, σύμφωνα με την οποία η εξορία μπορεί να βιωθεί σαν μια απελευθερωτική εμπειρία και ακόμη σαν μια ανυπολόγιστη γονιμότητα (πράγμα που επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί «μετά το τέλος του κομμουνισμού, σχεδόν κανένας από τους μεγάλους, μετανάστες καλλιτέχνες δεν βιάστηκε να επιστρέψει στη χώρα του»).
Μια εκστρατεία συκοφάντησης ξεκίνησε από την Πράγα
Ενας διαπεραστικός και μακρύς διαλογισμός στη συνέχεια, για τη Μαρτινίκα. Ευκαιρία να συγκρίνει την αντιθετική τύχη των διαφορετικών «μικρών Εθνών» (εκείνων της Κεντρικής Ευρώπης κι εκείνων της Καραϊβικής) και να ξεκινήσει μια ξεκάθαρη, τιμητική παρουσίαση του Εμέ Σεζέρ. Ο Σεζέρ προκαλεί τον θαυμασμό, γιατί είναι ένας ποιητής που τοποθετείται στη συμβολή των πιο ποικίλων ρευμάτων, χωρίς ν' αποκλείουμε και τις μεγάλες πρωτοτυπίες της νεωτερικότητας (του σουρεαλισμού εν προκειμένω), αλλά είναι ταυτόχρονα και ο αλύγιστος μαχητής της χειραφέτησης του λαού του: σύζευξη μοναδική που δεν υπάρχει αλλού.
Μια αναφορά τελικά κι αυτό δεν είναι χωρίς σημασία, στην «Ανοιξη της Πράγας», αυτή τη σύντομη στιγμή όπου «όλες οι κοινωνικές οργανώσεις (...) αρχικά προορισμένες να μεταδίνουν τη θέληση του Κόμματος στο λαό» έγιναν τα «απρόσμενα εργαλεία μιας απρόσμενης δημοκρατίας»· όπου είδαμε να συνυπάρχει ένα υπόστρωμα αυθεντικού σοσιαλισμού (κολεκτιβοποιημένη οικονομία, «η γεωργία στα χέρια των συνεργατικών οργανώσεων», κοινωνία σχετικά ισότητας, χωρίς πάρα πολύ πλούσιους ή πάρα πολύ φτωχούς, η περίθαλψη και η παιδεία δωρεάν) με την κατάργηση της «εξουσίας της μυστικής αστυνομίας», το «τέλος των πολιτικών διώξεων», την «ελευθερία της γραφής χωρίς λογοκρισία», επομένως και την «άνθιση της λογοτεχνίας και της τέχνης».
Αυτό δεν είχε διάρκεια, γράφει ο Κούντερα και ίσως δεν μπορούσε να έχει -αλλά «αυτό το δευτερόλεπτο μέσα στο οποίο υπήρξε αυτό το σύστημα, αυτό το δευτερόλεπτο ήταν υπέροχο».
Αν πάρουμε υπ' όψιν μας το πιο πάνω, τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα τελικά τους βασικούς λόγους της βδελυρής εκστρατείας που εκτοξεύτηκε εναντίον του Κούντερα, εδώ και κάποιους μήνες από την Πράγα, η οποία ξεκίνησε από έναν φάκελο κατηγορίας, από τους πιο ύποπτους κι ο οποίος δεν αποδείκνυε τίποτα, παρά μονάχα την επιθυμία να τον βλάψει. Μοιάζει προφανές, πως αν εκείνος ήταν φανερά οπαδός του υπερ-φιλελεύθερου και προ-αμερικανικού καθεστώτος, που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα που γεννήθηκε, τίποτε απ' όλ' αυτά δεν θα του είχε συμβεί. Και μπορούμε να σκεφτούμε πως μέσα από εκείνον είναι όλο το πνεύμα της «Ανοιξης της Πράγας» -που δεν απαρνήθηκε ποτέ και του οποίου είναι ένας από τους τελευταίους επιζώντες αντιπροσώπους-, το οποίο προσπάθησαν να δυσφημήσουν. Το πνεύμα εκείνων συνοπτικά που ήθελαν να χτίσουν έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» και δεν αναγνωρίζονται σε τίποτα μέσα στον θρίαμβο -πάνω στα ερείπια του κομμουνισμού-, ενός απλού και καθαρού καπιταλισμού με κτηνώδες πρόσωπο.
Le Monde Diplomatique Απρίλιος 2009.
Μετάφραση: Κατερίνα Κοντιζά, δρ Ιστορίας και Πολιτισμών της EHESS (Παρίσι).
(1). Αν και ο Μίλαν Κούντερα δήλωσε πως δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη «γνωστή» υπόθεση. Αν και διαμαρτυρήθηκαν δημοσίως ομότεχνοί του τεράστιου κύρους. Αν και πλήθος δημοσιευμάτων τον υπερασπίζεται παγκοσμίως. Αν κι έχει αποκαλυφθεί ο πραγματικός ένοχος (Μίροσλαβ Ντλασκ)... Η κατάπτυστη εκστρατεία συκοφάντησης εναντίον του συνεχίζεται. Εκτιμούμε πως το κείμενο του Γκυ Σκαρπέττα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ, για να καταλάβουμε γιατί, αφού η υπόθεση έκλεισε, κάποιοι συνεχίζουν να τον κατηγορούν ανελέητα. (Στμ)
(2). Συγγραφέας. Εργα του κυρίως: «Η Χρυσή Εποχή του Μυθιστορήματος» (Γκρασσέ, Παρίσι, 1996), «Για την Ευχαρίστηση» (Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 1998), «Παραλλαγές Ερωτισμού» (Ντεκάρτ, Παρίσι, 2004), «Η Γκιμάρ» (Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2008).
(3). Εκτίμηση του Νοβότνυ στο άρθρο του Ζαν Μερβά, Τσέχικη Επιθεώρηση: «Χοστ», Πράγα, 2007.
(4). Δοκίμια του Κούντερα: «Η Τέχνη του Μυθιστορήματος» (1986), «Οι Προδομένες Διαθήκες» (1993), «Ο Πέπλος» (2005), όλα δημοσιευμένα από τις εκδόσεις: Γκαλλιμάρ, Παρίσι.
(5). «Η Αγνοια», Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2003.
(6). «Μία Συνάντηση», Γκαλλιμάρ, Παρίσι, 2009.
Monday, March 23, 2009
Κόντρα στην παγίδα του μεταμοντέρνου
- Κάποτε ο Μίλαν Κούντερα, πρόσφατα πολιτογραφημένος Παριζιάνος, ανέφερε δημοσίως τον Ανατόλ Φρανς. Αμέσως ο Σιοράν τού ψιθύρισε: «Μην αναφέρετε ξανά το όνομά του, διαφορετικά όλοι θα σας κοροϊδεύουν»... Δεν επιλέγει τυχαία το περιστατικό το «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» για να αναγγείλει την κυκλοφορία (26 Μαρτίου) του νέου βιβλίου του. Δοκίμιο το «Une rencontre» («Μια συνάντηση») συστεγάζει τους Ανατόλ Φρανς, Σελίν, Μπέικον, Μπετόβεν, Φιλιπ Ροθ, Ξενάκη, Εμέ Σεζέρ, Φελίνι, Μαλαπάρτε. Ο Τσέχος διανοητής φτιάχνει το προσωπικό του «Πάνθεον» επιχειρώντας, ως «απόστολος του Μοντερνισμού», όπως τον βαφτίζει η «Μοντ», να αποκαταστήσει τη μνήμη τους.
- Η περίπτωση του Ανατόλ Φρανς είναι η χαρακτηριστικότερη, καθώς οι σουρεαλιστές τον ταύτισαν με τον πιο «μουχλιασμένο» ακαδημαϊσμό. Και όμως, «νεαρός», ομολογεί ο Κούντερα, «καθώς προσπαθούσα να προσανατολιστώ σε έναν κόσμο έτοιμο να κατρακυλήσει στο χάος μιας δικτατορίας, το μόνο βιβλίο που ήταν ικανό να μου πει κάτι σαφές γι' αυτό ήταν το "Οι θεοί διψούν"». Γιατί ανακούφιζε τον νεαρό της σταλινικής Πράγας του 1950 ένα μυθιστόρημα για το Παρίσι του 1793; Διότι ο Φρανς δεν αρκείται να περιγράψει ως τέρας τον Εβαρίστ Γκαμελέν, ζωγράφο που γίνεται αφοσιωμένο μέλος του Επαναστατικού Δικαστηρίου. Εξασκεί σ' αυτόν το υπόγειο χιούμορ του παρουσιάζοντάς τον, σε αντιδιαστολή με τον έτερο ήρωα πρώην αριστοκράτη Μπροτό, που αρνείται να πιστέψει σε οτιδήποτε, ως κάποιον ανίκανο να πάρει αποστάσεις από τον εαυτό του. Ο Γκαμελέν εκπροσωπεί ό,τι ο συγγραφέας του «Αστείου» ονομάζει «Έρημος της σοβαρότητας».
- Ο Κούντερα θυμάται όταν ρώτησε έναν φίλο του αν γνωρίζει «έναν επιζώντα από τη Βαρσοβία». «Οχι, κανέναν». Ούτε καν την καντάτα, μουσικό μνημείο του Σένμπεργκ, στο Ολοκαύτωμα. «Αγωνιζόμαστε για να μην ξεχάσουμε τους δολοφόνους. Αλλά τον Σένμπεργκ τον ξεχάσαμε» διαπιστώνει ο Κούντερα. Εμμένει στο '60, όταν οι μοντερνιστές υπέστησαν τα πάνδεινα από «την ολιγαρχία των "μεταμοντέρνων"» και καταδικάστηκαν σε συνωμοσίες σιωπής. «Η λήθη κατέβαλε τη μεγάλη διορατική τριλογία του Χέρμαν Μπροχ "Οι υπνοβάτες". Ανάλογη ποινή εφαρμόστηκε με διάφορες προφάσεις στους Ελιοτ, Σιοράν, Μπρεχτ, Μπέργκμαν, Γκριν».
- Ο Κούντερα επικαλείται και το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν, το μόνο στο οποίο οι ναζί επέτρεψαν την επίσκεψη του Ερυθρού Σταυρού. Οι κρατούμενοι γνώριζαν τη μοίρα τους, αλλά εκμεταλλεύονταν τα ελάχιστα προνόμιά τους για να οργανώνουν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η τέχνη αντιπροσώπευε «το ξεδίπλωμα μιας βεντάλιας συναισθημάτων και σκέψεων, ώστε η ζωή να μην περιορίζεται στη διάσταση του τρόμου». Το ίδιο μαγικό «ξεδίπλωμα» εντοπίζει ο Κούντερα στις συνθέσεις του Γιάνατσεκ, στη ζωγραφική του Μπέικον ή στην εσωτερική ζωή του ήρωα του Ροθ στον «Καθηγητή του πόθου»... Σ' αυτούς αλλά και στα μυθιστορήματα του Κούντερα, επισημαίνει το «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», συνειδητοποιούμε «τον παράδοξο κίνδυνο, αν επιτρέψουμε στη μνήμη του κακού να προπορευτεί της καλλιτεχνικής μνήμης, να απολέσουμε την ευαίσθητη ευφυΐα του κακού».
- Επιμέλεια: ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/03/2009
"Συναντήσεις" κορυφής στο νέο βιβλίο του Μ. Κούντερα: "Ας μην ξεχνάμε τους δολοφόνους"
- Γιατί επέλεξε ο Μίλαν Κούντερα τον δρόμο του μυθιστορήματος; Γιατί, όπως εξηγεί ο ίδιος, μόνον η τέχνη «διαθέτει ως μόνη βεβαιότητα τη σοφία της αβεβαιότητας». Ο Κούντερα δεν δίνει ποτέ συνεντεύξεις. Δίνει, τουλάχιστον, αραιά και πού, κείμενα δοκιμιακά, που λειτουργούν ως κρυφός φωτισμός που αποκαλύπτει κάτι από τον εαυτό του. Όπως το καινούργιο του δοκίμιο με τίτλο «Une rencontre» (Μία συνάντηση), που θα κυκλοφορήσει στη Γαλλία στις 26 Μαρτίου.
- Δεν πρόκειται πάντως για μία, αλλά για πολλές συναντήσεις: ο Γαλλοτσέχος συγγραφέας αναλύει και εξηγεί την αγάπη και τον σεβασμό του για συγγραφείς όπως οι Φίλιπ Ροθ, Εμέ Σεζέρ, Μαλαπάρτε, Σελίν, Ανατόλ Φρανς. Για ζωγράφους όπως ο Φράνσις Μπέικον με τις «βίαιες κινήσεις», για συνθέτες όπως ο Μπετόβεν αλλά και ο Ιάννης Ξενάκης, για κινηματογραφιστές όπως ο Φελίνι. Συγκροτεί το δικό του πάνθεον δηλαδή, που πολλές φορές έχει απροσδόκητες πλευρές. Όπως στην περίπτωση του νομπελίστα Ανατόλ Φρανς που, μετά τον θάνατό του, το 1924, κατεδαφίστηκε κυριολεκτικά από τους υπερρεαλιστές. Για εκείνον όμως, ο Ανατόλ Φρανς είναι καλύτερος από τον Όργουελ του «1984».
- «Όταν ήμουν νέος», γράφει, «προσπαθούσα να βρω τον προσανατολισμό μου σε έναν κόσμο που εκείνη την ώρα έπεφτε στην άβυσσο μιας δικτατορίας, της οποίας τη συγκεκριμένη πραγματικότητα δεν είχε προβλέψει, θελήσει, φανταστεί κανείς, και πολύ περισσότερο εκείνοι ακριβώς που είχαν επιθυμήσει και πανηγυρίσει την άφιξή της: το μόνο βιβλίο που στάθηκε ικανό να μου πει κάτι διαυγές γι΄ αυτόν τον άγνωστο κόσμο ήταν το "Οι θεοί διψούν" του Ανατόλ Φρανς», λέει.
- Ένα βιβλίο που τοποθετεί τη δράση του λίγο μετά τη Γαλλική Επανάσταση, στα 1793, και αποκαθηλώνει κάθε είδους απολυταρχισμό. Η «Συνάντηση» είναι το τέταρτο δοκιμιακό έργο του Κούντερα, μετά τα «Τέχνη του μυθιστορήματος» (1986), «Προδομένες διαθήκες» (1993), «Η κουρτίνα» (2005). Με τον καιρό, γίνεται όλο και πιο αυστηρός με τις «αλήθειες»: «Χρειάζεται μεγάλη ωριμότητα για να γίνει αντιληπτό ότι η άποψη που υπερασπιζόμαστε δεν είναι παρά η υπόθεση που εμείς προτιμούμε περισσότερο», εξηγεί. «Υπόθεση κατ΄ ανάγκην ατελής, πιθανόν πρόσκαιρη, που μόνο όσοι έχουν πραγματικά παρωπίδες μπορούν να τη θεωρήσουν βεβαιότητα ή αλήθεια».
ΙΝFΟΤο φρικτό μεγαλείο μιας σύνθεσης
Τα βιβλία του Μίλαν Κούντερα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις της Εστίας.
- Ο Μίλαν Κούντερα γράφει και για τα εγκλήματα που ξεχνιούνται, ακόμη και τα πιο μεγάλα. Και παίρνει αφορμή από τον διάλογο που είχε με έναν φίλο του: «Μήπως γνωρίζεις "Έναν επιζώντα από τη Βαρσοβία;"- "Έναν επιζώντα; Ποιον;". Δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσα. Ωστόσο, το "Ένας επιζών από τη Βαρσοβία", ορατόριο του Σένμπεργκ, είναι η μεγαλύτερη στιγμή που η μουσική αφιέρωσε στο Ολοκαύτωμα.
- Όλη η υπαρξιακή ουσία του δράματος των Εβραίων του 20ού αιώνα φυλάσσεται εκεί ζωντανή. Σε όλο της το φρικτό μεγαλείο. Σε όλη της τη φρικτή ομορφιά. Δίνουμε μάχη να μην ξεχαστούν οι δολοφόνοι. Και τον Σένμπεργκ, αυτόν τον ξεχάσαμε».
- Ευτυχώς πάντως για τον ίδιο τον συγγραφέα της «Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι», μάλλον ξεφούσκωσε και το θέμα της καταγγελίας, στον τσέχικο Τύπο, περί «κατάδοσης» κάποιου στην Πράγα το 1950, από τον διάσημο σήμερα συγγραφέα. Είτε ήταν αλήθεια είτε ψέμα είτε υπερβολή, φαίνεται ότι κι αυτό ξεχάστηκε. [ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009]




