Showing posts with label Πεζογραφία. Show all posts
Showing posts with label Πεζογραφία. Show all posts

Wednesday, September 2, 2015

Νέοι δίαυλοι της πεζογραφίας


ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

«Ο σαρκοβόρος άγιος», το βιβλίο του Βασίλη Τσιρώνη.

Υπάρχει καλή νέα πεζογραφία στην ελληνική γλώσσα; Οσοι δεν διαβάζουν ελληνική λογοτεχνία εκφράζονται με δυσπιστία. Προσπαθώ να διαβάζω αρκετά από τα νέα βιβλία όσων συγγραφέων είτε παρακολουθώ είτε επιχειρώ να γνωρίσω και έχω να πω ότι πολλές φορές εκπλήσσομαι ευχάριστα ακόμη και αν δεν υπάρχει ταύτιση, ενθουσιασμός ή συγκίνηση. Κάποιος που ξέρει να γράφει μπορεί να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη και να βρει έναν δίαυλο. Διαβάζω ανάκατα και διαφορετικά στυλ Ελλήνων συγγραφέων, προσέχω τον εκδοτικό οίκο όσο και το όνομα του συγγραφέα.

Sunday, September 11, 2011

Μυθιστορήματα για βραβείο

  • ΤΑ ΒΑΡΙΑ ΧΑΡΤΙΑ του «Καστανιώτη» στον τομέα της ξένης λογοτεχνίας είναι ο Εγγλέζος Αλαν Χόλινγκστερ κι ο Ιρλανδός Σεμπάστιαν Μπάρι, υποψήφιοι για το φετινό βραβείο Μαν Μπούκερ και οι δύο.

Μέσα από την ιστορία δύο αριστοκρατικών οικογενειών κατά τον 20ό αιώνα, ο πρώτος περιγράφει την εικόνα μιας Αγγλίας ρευστής κι ευάλωτης στους κλυδωνισμούς του χρόνου («The stranger's Child»), ενώ ο δεύτερος, ξετυλίγοντας το νήμα της ζωής μιας υπέργηρης γυναίκας μεταξύ Ιρλανδίας και ΗΠΑ, μιλά για τον πόλεμο, την αγάπη και τους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς («On Canaan's side»).
Κάτοχος του παραπάνω βραβείου από το 2005, ο Ισμαήλ Κανταρέ επιστρέφει με το «Μοιραίο δείπνο» (Μεταίχμιο), έργο εμπνευσμένο από ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη το 1943 στη γενέτειρά του, το Αργυρόκαστρο, στη διάρκεια του οποίου κρίθηκε η τύχη πολλών αιχμαλώτων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Υποψήφιο για το περσινό Μπούκερ, το μυθιστόρημα του Πίτερ Κάρεϊ «Ο Παπαγάλος και ο Ολιβιέ στην Αμερική» θα κυκλοφορήσει από τον «Ψυχογιό» ταυτόχρονα σχεδόν με το παιδικό βιβλίο του Σαλμάν Ρουσντί «Ο Λούκα και η φωτιά της ζωής», ενώ δύο επανεκδόσεις του Ουμπέρτο Εκο («Το εκκρεμές του Φουκό», «Μπαουντολίνο») θα συνοδευτούν από τη νέα συλλογή δοκιμίων του «Δημιουργώντας τον εχθρό».
Ενα από τα πιο αλλόκοτα μυθιστορήματα του φθινόπωρου είναι το καινούριο του Σκοτσέζου Αντριου Ο' Χάγκαν «Η ζωή και οι απόψεις του σκύλου Μαφ και της φίλης του, της Μέριλιν Μονρόε» (Πόλις): μια κωμωδία που συνδυάζει την υψηλή τέχνη με την ποπ κουλτούρα και μ' ένα κουτάβι γι' αφηγητή, απ' όπου αναδύεται η ευάλωτη φιγούρα της Μονρόε τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής της, όπως κανείς από τους θαυμαστές της δεν θα 'θελε να παραδεχτεί. Από τον ίδιο οίκο περιμένουμε και την «Καλύτερη πλευρά των ανθρώπων», πρώτο μυθιστόρημα του Γάλλου Τριστάν Γκαρσιά που αναδείχτηκε σε έργο αναφοράς για την ομοφυλοφιλική κοινότητα.

Sunday, September 12, 2010

Η πεζογραφία ακόμη αντιστέκεται

  • Είναι μόδα, δεν απαιτεί κεφάλαια, μονοπωλεί τις λίστες των μπεστ σέλερ και ξαναβάζει το κοινό στα ελληνικά βιβλιοπωλεία
  • Tης Oλγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/09/2010
  • Δεν υπάρχουν στεγανά
Eίναι η μόνη τέχνη που δεν χρειάζεται κεφάλαια, επιδοτήσεις ή πολυπρόσωπες ομάδες συντελεστών. H λογοτεχνία, και κυρίως η ελληνική, τα τελευταία χρόνια αντιστέκεται στην κρίση, «χτυπάει» μεγάλα νούμερα πωλήσεων, μονοπωλεί τις λίστες των μπεστ σέλερ, βάζει το κοινό στα βιβλιοπωλεία. Kαι, ευελπιστούν οι εκδότες, θα σταθεί όρθια τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Γιατί τα τελευταία χρόνια η λογοτεχνία είναι μόδα. Kαι μπορεί να μη δημιουργεί σταθερούς βιβλιόφιλους, δημιουργεί, όμως, καταναλωτές μπεστ σέλερ.

Στην αγορά του βιβλίου άλλαξαν πολλά. Oι μεγάλες αλυσίδες βιβλιοπωλείων έβαλαν δίπλα στα βιβλία γκάτζετ, παιχνίδια επιτραπέζια, αξεσουάρ, είδη δώρων και, φυσικά, καφέ. Tο ευρύ κοινό «ξεφοβήθηκε» το αυστηρό τοπίο με τα ψηλά, ασφυκτικά γεμάτα ράφια στα σκονισμένα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία. Tα νέα βιβλιοπωλεία έγιναν μέρος της αγοράς και διεκδίκησαν την παρουσία τους σε mall, σε πολυκαταστήματα, σε multiplex πλοία και σε σταθμούς εξυπηρέτησης στις εθνικές οδούς.
  • Η θεματολογία
Τα βιβλία δεν άργησαν να γίνουν απαραίτητο συνοδευτικό των διακοπών, του ταξιδιού, της διαδρομής, της ανάπαυλας. Oσο για τη θεματολογία τους, προσαρμόστηκε στις προτιμήσεις των νέων καταναλωτών του «προϊόντος», έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια: ιστορίες αγάπης, οικογενειακές ιστορίες με προδοσίες και ανεκπλήρωτους έρωτες και φόντο την πρόσφατη ιστορία, ιστορίες αποκρυφισμού και μυστηρίου.

H λεγόμενη ελαφρά λογοτεχνία είναι αλήθεια ότι κερδίζει τη μερίδα του λέοντος στις πωλήσεις και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Oνόματα όπως η Λένα Mαντά, η Xρυσηίδα Δημουλίδου, η Mαρία Tζιρίτα, ο Γιώργος Πολυράκης, η Mάρω Bαμβουνάκη, η Eύα Oμηρόλη, η Kαίτη Oικονόμου κ.ά. μονοπωλούν σχεδόν τις λίστες των μπεστ σέλερ, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε αυξάνονται κατά χιλιάδες οι αναγνώστες του ενός βιβλίου τον χρόνο.
  • Οι συγγραφείς
Eυπώλητοι όμως, με διόλου ευκαταφρόνητα νούμερα, είναι και οι «παραδοσιακοί» συγγραφείς, αφού κι εκείνοι εδώ και χρόνια έπαψαν να είναι οι κοσμοκαλόγεροι που μονάζουν πάνω από τη γραφομηχανή τους γράφοντας. Oι Eλληνες συγγραφείς έγιναν κοσμοπολίτες, κυνηγούν τις συνεντεύξεις και τη δημοσιότητα, αρθρογραφούν στον ημερήσιο Tύπο, είναι οι σύγχρονοι οργανικοί διανοούμενοι. Tα βιβλία τους γίνονται τηλεοπτικές σειρές, έρχονται σ’ επαφή με το ευρύ τηλεοπτικό κοινό και κάνουν μια δεύτερη καριέρα. Kαι όσο πιο δημοφιλές και δημόσιο πρόσωπο είναι ένας συγγραφέας, τόσο καλύτερη είναι η τύχη του βιβλίου του.

Tα στεγανά στη λογοτεχνία έπαψαν να υπάρχουν. Oι ελαφροί και οι «σοβαροί» συγγραφείς στεγάζονται στους ίδιους εκδότες. Kαι στους πάγκους των βιβλιοπωλείων συνυπάρχουν και τα βιβλία που απασχολούν την επίσημη κριτική και εκείνα για τα οποία οι κριτικοί αδιαφορούν. Στεγανά όμως έπαψαν να υπάρχουν και στα βιβλιοπωλεία. Kι αν μέχρι πριν από λίγο καιρό οι βιβλιόφιλοι και οι φανατικοί αναγνώστες είχαν τα βιβλιοπωλεία τους και τα στέκια τους, τώρα όλα τα βιβλία, και τα ελαφρά και τα «σοβαρά», πουλιούνται παντού. Kαι στα αμιγή βιβλιοπωλεία και στις αλυσίδες με τα γκάτζετ, και στα πλοία, και στις εθνικές οδούς, και στις υπαίθριες εκθέσεις βιβλίων.

Aυξήθηκε το αναγνωστικό κοινό στην Eλλάδα; Kάθε άλλο. Aυξήθηκε το κοινό που απέκτησε μία ακόμη καταναλωτική συνήθεια. Kαι ίσως το βιβλίο, τελικά, μέσα από αυτή την πολύπλοκη διαδρομή, να αποκτήσει και κάποιους νέους φίλους... ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Sunday, August 29, 2010

Γραφές και εικόνες της «φιλόξενης» εξορίας

*ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 29/08/2010
  • ΒΕΝΕΤΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, εκδόσεις Πόλις, σελ. 164
Περίπου εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το ενδιαφέρον για τα πολεμικά διατρέξαντα, καθώς και για τη ζωή και το έργο των πολιτικών προσφύγων, όχι μόνο δεν έχει ατονήσει, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς, με την ωριμότητα και τη νηφαλιότητα που επιτρέπει η χρονική απόσταση, χωρίς -ή με ελεγχόμενες- προκαταλήψεις και αναστολές.

Απόδειξη οι σχετικά πρόσφατες εκδόσεις των μυθιστορημάτων του Νίκου Δαββέτα, της Έλενας Χουζούρη, της Μαρλένας Πολιτοπούλου και του παλαιότερου Αλέξη Πάρνη, οι οποίοι αντλούν το υλικό τους από γεγονότα και καταστάσεις του εμφυλίου και η τολμηρή και, εν πολλοίς, αιρετική ιστορική προσέγγιση της επίμαχης περιόδου από τον Νίκο Μαραντζίδη. Και, βέβαια, η ανά χείρας σημαντικότατη μελέτη της Βενετίας Αποστολίδου, όπου επιχειρείται μία εξονυχιστική επισκόπηση της λογοτεχνικής παραγωγής των πολιτικών προσφύγων (της εκδοτικής, αναγνωστικής και συγγραφικής τους δραστηριότητας, με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στη ζωή τους στην υπερορία, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, και στον επαναπατρισμό), αλλά και της πεζογραφίας -παλαιότερης και σύγχρονης- που μιλάει γι' αυτούς, με την πρόθεση να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας και ιστοριογραφίας.

Η πεζογραφία, λοιπόν, που έγραψαν οι πολιτικοί πρόσφυγες από το 1950 ως τις μέρες μας -έργα που μιλούν για την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την προσφυγιά και τον επαναπατρισμό- αλλά και η πεζογραφία που μιλάει γι' αυτούς, αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης της Βενετίας Αποστολίδου. Εγχείρημα ούτως ή άλλο δύσκολο, που το καθιστά ακόμα δυσκολότερο η πρόθεση της συγγραφέως να υπερβεί τα εσκαμμένα, επισημαίνοντας και ψαύοντας, αναγνωστικά, δύο αντιπαρατιθέμενες και δραματικά συμπλεκόμενες έννοιες: του τραύματος και της τραυματικής μνήμης. Όπου “τραύμα” είναι ο Εμφύλιος, η προσφυγιά και ο επαναπατρισμός, όπως αυτά εγχαράσσονται στη μνήμη, η οποία, με τη σειρά της, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στο πεδίο της λογοτεχνίας, ως αφήγηση, είναι μία μνημονική αφήγηση, που συνέχεται από την ατομική, τη συλλογική και τη θεσμική μνήμη∙ μία αφήγηση που, προστατευόμενη από τη μυθοπλασία, διατηρεί αποστάσεις ασφαλείας από “τον ευρύτερο χώρο της πολιτικής και της δημόσιας ιστορίας”.

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται τα λογοτεχνικά αναγνώσματα και η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων, των λογοτεχνών της υπερορίας, στο έργο των οποίων διασταυρώνεται, κάποτε δραματικά, “η ελληνική εμπειρία του Εμφυλίου με την ευρωπαϊκή εμπειρία του 'υπαρκτού σοσιαλισμού'”, αφού ζουν και δημιουργούν σε χώρες με καθεστώτα, όπου επικρατούν ιδέες και -υποτίθεται ότι- έχουν πάρει σάρκα και οστά οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν. Η συγγραφέας, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα των συνθηκών της διαβίωσης και της λογοτεχνικής τους δραστηριότητας (τον περιορισμένο αναγνωστικό-πνευματικό τους ορίζοντα, την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τα λογοτεχνικά ρεύματα και δρώμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη, την αίσθηση αποκοπής από τη πατρίδα, τον φόβο της παρέκκλισης από την κομματική γραμμή, τη σύγκρουση της ανάγκης για επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας με την προγραμματικά επιβαλλόμενη εφαρμογή των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού και τον επίσης επιβαλλόμενο προσανατολισμό προς μια συγκεκριμένη θεματολογία και ιδεολογική τοποθέτηση) εξετάζει το έργο τους, παρακάμπτοντας, διακριτικά είναι αλήθεια, τα ακραιφνώς αισθητικά κριτήρια, αναζητώντας σ' αυτό διαφοροποιήσεις, αντιφάσεις, αλλά και επιτεύγματα. Πράγμα μάλλον ευνόητο, τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με μία λογοτεχνία αυστηρών ιδεολογικών προδιαγραφών, η θεματολογία της οποίας, στην πλειονότητά της, αναφέρεται στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τις φυλακές και τις εξορίες των επιζησάντων στην Ελλάδα κομμουνιστών.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, με δεδομένα πλέον τα όρια του ερευνητικού πεδίου, με διερευνημένες τις ιστορικές, θεματικές, ιδεολογικές, αλλά και συναισθηματικές, συνιστώσες, το φιλέρευνο ενδιαφέρον της συγγραφέως στρέφεται από τα αντικειμενικώς μετρήσιμα δεδομένα στα τραυματικά ενδότερα. Εκεί όπου, με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργείται, ολοένα και επιτακτικότερη, η ανάγκη των προσφύγων να “διαπραγματευτούν τις συνέπειες των τραυματικών τους εμπειριών και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους”, χωρίς, ωστόσο να μπορούν -τουλάχιστον προσώρας- να υπερβούν τα όρια που τους θέτει η κοινότητα, ως προς το τι από όσα θυμούνται “δικαιούνται” να εκθέσουν και πώς. Ίσως γιατί βρισκόμαστε ακόμα στο πρώιμο στάδιο, κατά το οποίο καλλιεργείται η λογοτεχνία του τραύματος, με την ενδιάθετη ή την άνωθεν επιβαλλόμενη πρόθεση της διαμόρφωσης μιας συλλογικής αφήγησης και μιας, ως ένα σημείο παραπλανημένης, συλλογικής μνήμης, προκειμένου να προβληθεί μία θετική εικόνα για τους ίδιους και να ενοχοποιηθεί ο αντίπαλος. Ακόμα δεν έχει εμφανιστεί, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, η τάση αμφισβήτησης και κριτικής των αποφάσεων της κομματικής ηγεσίας και, πολύ περισσότερο -μολονότι το δικό τους τραύμα γίνεται ολοένα και οδυνηρότερο- αδυνατούν να αναγνωρίσουν και το τραύμα του άλλου, προφανώς εξαιτίας των πολιτικών περιορισμών που υφίστανται στην υπερορία∙ αυτό θα συμβεί αρκετά αργότερα, στα 1964, με το διήγημα “Ανυπεράσπιστοι” του Δημήτρη Χατζή, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης.

Στο τρίτο κεφάλαιο (“Ανάμεσα στο όραμα και τη διάψευση: Οι πολιτικοί πρόσφυγες γράφουν για την υπερορία και τον επαναπατρισμό), εξετάζονται έργα γραμμένα από συγγραφείς πρόσφυγες, που μιλούν για τη ζωή τους στην υπερορία και τον επαναπατρισμό, ο οποίος, όπως επισημαίνει η Βενετία Αποστολίδου, δεν διαφοροποιείται από την προσφυγιά, τη στιγμή που ο επαναπατριζόμενος δεν αποβάλλει την ιδιότητα και τον ψυχισμό του πρόσφυγα, ακόμα και μετά τον επαναπατρισμό του. Η συγγραφεύς δεν παραλείπει, σ' αυτό το σημείο, να αναφερθεί στο γεγονός ότι οι συγγραφείς που βρίσκονται στο επίκεντρο της μελέτης της αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους στην εξορία, αποδίδοντας αυτήν τη στάση τους στην κομματική τους αφοσίωση, στην ευγνωμοσύνη που έτρεφαν προς τους τόπους που τους φιλοξένησαν, καθώς και στην απόφασή τους να μην εκφράσουν ανεπιφύλακτα την απογοήτευση που αισθάνθηκαν, ζώντας σε χώρες όπου εφαρμοζόταν στην πράξη το όραμα εν ονόματι του οποίου θυσίασαν τη ζωή τους. Το γεγονός, μάλιστα, ότι τα έργα που εξετάζει (9 μυθιστορήματα -ανάμεσά τους το Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα της Άλκης Ζέη- και 8 διηγήματα) είναι γραμμένα στη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας (1959-2009), της παρέχει τη δυνατότητα να επισημάνει, όχι μόνο τα νέα θεματικά δεδομένα, αλλά και τον εμπλουτισμό των αφηγηματικών τρόπων, που οι επαναπατρισθέντες συγγραφείς μετέρχονται, μετουσιώνοντας την προσφυγική τους εμπειρία σε διαφορετικών ειδών έργα.

Στο τέταρτο κεφάλαιο η συγγραφεύς εξετάζει, κατά τρόπο σφαιρικό, την “εικόνα των πολιτικών προσφύγων στη μεταγενέστερη πεζογραφία”∙ προσεγγίζει -αρχίζοντας από το πρώτο, χρονολογικά, μέτριο ωστόσο λογοτεχνικά, μυθιστόρημα του Ζήση Σκάρου Ανοιχτοί ουρανοί (1958) και καταλήγοντας στα πολύ πρόσφατα, Πατρίδα από μπαμπάκι (2009) της Έλενας Χουζούρη και Η μνήμη της πολαρόιντ (2009) της Μαρλένας Πολιτοπούλου- μυθιστορήματα με ήρωες πολιτικούς πρόσφυγες. Για να καταλήξει σε δύο, κυρίως, πολύ ενδιαφέρουσες επισημάνσεις: Ότι η εικόνα των πολιτικών προσφύγων, στα έργα των νεότερων πεζογράφων, δεν διαφέρει πολύ από την εικόνα που “έδωσαν” οι ίδιοι οι πολιτικοί πρόσφυγες για τους εαυτούς τους, καθώς και στη μια και στην άλλη περίπτωση κυριαρχούν τα συναισθήματα της απογοήτευσης, των ηθικών διλημμάτων, της σπαταλημένης ζωής, της ματαίωσης και των αδιεξόδων και ότι, στα μυθιστορήματα των νεότερων, απουσιάζει, όπως είναι ευνόητο, η συναισθηματική εμπλοκή∙ παρατηρείται μία αποστασιοποίηση και κυριαρχεί ένα κλίμα μετριοπάθειας και συμφιλίωσης.

Στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο εξετάζεται, συνδυαστικά, το έργο δύο διαφορετικών, κι όμως παράλληλων, λογοτεχνικών κοινοτήτων: των πολιτικών προσφύγων και αυτών που επέζησαν στην Ελλάδα, με την καίρια επισήμανση-προειδοποίηση, ότι “οι πολιτικοί πρόσφυγες αποτελούν μια κοινότητα μνήμης και μάλιστα οργανωμένη από νωρίς. Οι άνθρωποι που επέζησαν της εμφύλιας λαίλαπας και παρέμειναν [στην Ελλάδα] είναι διχασμένοι σε νικητές και ηττημένους, άρα συγκροτούν οπωσδήποτε δύο μνημονικές κοινότητες” -και το συνακόλουθο ερώτημα: “Πώς αναπαρίσταται το τραύμα του Εμφυλίου από τους συγγραφείς στην Ελλάδα και σε ποιο βαθμό η αναπαράσταση έχει τις ίδιες δεσπόζουσες με εκείνη των πολιτικών προσφύγων;”. Κύριο μέλημα της συγγραφέως, σ' αυτό το κεφάλαιο, είναι η ουσιαστικότερη και συστηματικότερη προσέγγιση και εξέταση ενός ζητήματος που, από την αρχή κιόλας της μελέτης της, φαινόταν να διαδραματίζει καθοριστικό-καθοδηγητικό ρόλο: Από πότε και σε ποιο βαθμό, η λογοτεχνία που γράφεται στην Ελλάδα, με θέμα τον Εμφύλιο, αναγνωρίζει το εμφυλιακό τραύμα ως διττό τραύμα∙ κινούμενη από τη βεβαιότητα ότι “η αφηγηματική επεξεργασία του τραύματος δεν ολοκληρώνεται χωρίς την αναγνώριση του τραύματος του Άλλου και χωρίς την υπέρβαση του λόγου της θυματοποίησης, του λόγου, δηλαδή, που αποδίδει, άμεσα ή έμμεσα, ευθύνες στον Άλλο”.

Με ορόσημο και απαρχή αυτής υπέρβασης τους Ανυπεράσπιστους του Χατζή και με δεδομένο ότι οι αριστεροί συγγραφείς στην Ελλάδα, δεν έχουν, την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, τα περιθώρια και τη δυνατότητα της επεξεργασίας του τραύματος του Άλλου, στρέφει το ερευνητικό της ενδιαφέρον σε έργα “συντηρητικών” και φιλελεύθερων συγγραφέων, όπως είναι Ο άλλος Αλέξανδρος (1950) της Μαργαρίτας, η Πυραμίδα 67 (1950) του Ρένου Αποστολίδη, η Πολιορκία (1953) του Αλέξανδρου Κοτζιά, Τα δόντια της μυλόπετρας (1955) του Νίκου Κάσδαγλη κ.ά. Στα λογοτεχνικά σημαντικότερα απ' αυτά, του Αποστολίδη, του Κοτζιά και του Κάσδαγλη, μπορεί να μην εντοπίζει αυτό που πρωτίστως επιζητεί, στοιχεία, δηλαδή, ενδεικτικά της επεξεργασίας του τραύματος του Άλλου, αναγνωρίζει, ωστόσο, τον πρώιμο προβληματισμό τους για την “παγίδευση των ατόμων στον φαύλο κύκλο της βίας”, καθώς και υπαρξιακής υφής αγωνία, ιδίως στον Κοτζιά, κάτι που θεωρεί μεγάλης σημασίας, για την περαιτέρω ανάπτυξη μιας αμφίπλευρης προσέγγισης του τραύματος του Άλλου.

Η Βενετία Αποστολίδου παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη διαμόρφωση των συνθηκών, κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε ένα σημαντικό τμήμα της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας, κινούμενη από τη βεβαιότητα ότι η κατανόηση των πολλαπλών, στην πλειονότητά τους τραυματικών, συνεπειών του Εμφυλίου, όπως αυτές εγγράφονται-κατατίθενται, αμέσως ή εμμέσως, στο πεδίο της αφήγησης, αποτελεί μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για μιαν ουσιαστικότερη κατανόηση, τόσο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, όσο και πολλών φαινομένων της πολιτισμικής μας ζωής εν γένει. Στην επίπονο αυτό ερευνητικό της εγχείρημα, ωστόσο, επιδόθηκε υποκινούμενη και από μία άλλη, όχι και τόσο προφανή, από πρώτη άποψη, πρόθεση, να αποδώσει δικαιοσύνη σε μία λογοτεχνία που, όπως και οι περισσότεροι από τους δημιουργούς της, ελάχιστα προσέχτηκε στην Ελλάδα, θεωρούμενη περιορισμένου θεματικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος ακόμα και από τους κόλπους της Αριστεράς. Στην πρόθεσή της αυτή, η συγγραφεύς, ερεύνησε και μελέτησε εξονυχιστικά όλη την πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, αλλά κι εκείνη των επιζησάντων στην Ελλάδα, αριστερών και συντηρητικών πεζογράφων, παλαιότερων και νεότερων, που η αφήγησή τους σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιπετειώδη ζωή των πρώτων. Με αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, το γεγονός, ότι κινούμενη με ιδιαίτερη άνεση σε μία ευρύτατη, εξηκονταετή, έκταση, έχοντας απεμπολήσει το ύφος της ειδήμονος, κατάφερε να προσδώσει στον λόγο της τη θέρμη μιας, ιστορικά δομημένης, αφήγησης, κρατώντας έτσι αμείωτο το φιλολογικό, το ιστορικό αλλά και το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του αναγνώστη.

*Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

Tuesday, July 14, 2009

Μια αποδοτική αλλά «παράξενη» εργασία

  • Του Μακη Πανωριου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/07/2009
  • Δημήτρης Σωτάκης: Το θαύμα της αναπνοής, μυθιστόρημα, «Κέδρος», Αθήνα 2009, σελ. 213.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Μπορεί η ρεαλιστική πραγματικότητα να δίνει την ψευδαίσθηση ενός καθ’ όλα «φυσιολογικού» φαινόμενου, όπου όλα κινούνται σε «λογικούς» ρυθμούς και ότι, εν πάση περιπτώσει, όλα έχουν «ποιηθεί» σωστά και ότι όλα είναι ενταγμένα, είτε θεολογικά είτε ρασιοναλιστικά, σε ένα υπερσχέδιο, που ανεξαρτήτως του ότι ο κοινός, αλλά και ο διανοούμενος άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την υπαρξιακή σημασία του, όμως, το γεγονός ότι βιώνει μια εκλογικευμένη καθημερινότητα, αρκεί για να του εξασφαλίσει τον επίπλαστο εφησυχασμό του: Ολα βαίνουν καλώς και όλα μετεξελίσσονται ομαλά. Αμέσως μετά, όμως, η σκέψη και μόνο του παράλογου της ζωής και του θανάτου υπονομεύουν τον προαναφερθέντα εφησυχασμό και δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας, αν όχι και ανησυχίας: Οχι, δεν βαίνουν όλα καλώς. Αντίθετα μάλιστα, το σύμπαν –και η καθημερινότητα– με ψύχραιμη και απαλλαγμένη από μεταφυσικές ανεδαφικότητες οπτική – προσυπογράφουν το παράλογο της ύπαρξης και αυτού καθ’ εαυτού του εξουθενωτικά επαναλαμβανόμενου εικοσιτετραώρου εντός του οποίου ο άνθρωπος απλώς κάποια στιγμή και, πέρα από τη διαπιστωμένη ψευδαίσθηση του «φυσιολογικού» βιώνει το παράλογο της ύπαρξής του: Πρέπει να την εξαντλήσει χωρίς περιθώρια επιλογής.

Πώς, λοιπόν, συλλαμβάνει κανείς και, κυρίως, ο συγγραφέας, το παράλογο ή την παράνοια της βιωμένης πραγματικότητας; Μα μόνο, υποθέτω, καθώς μας έχει ήδη διδάξει η λογοτεχνία με παράλογο μύθο, τον μόνο που μπορεί να αποκρυπτογραφήσει, υπό μορφή κρυπτογραφικού αινίγματος μέσω μιας νόμιμης λογοτεχνικά «φυσικής διαστρέβλωσης» και να αποκαλύψει το απροσδιόριστο, αλλά διαπιστωμένο άγχος του υπαρξιακού ανθρώπου. Παράλληλα, μέσω αυτού του «εργαλείου», του δίνεται επίσης η δυνατότητα να ρίξει και ένα σκοτεινό βλέμμα σε αυτό που (ίσως) είναι ο άνθρωπος, ο απεκδυμένος όμως από πομπώδεις και φανταχτερές ψευδαισθήσεις επιφανειακού «πολιτισμού».

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση, συλλαμβάνει ο Δημήτρης Σωτάκης με έναν προκλητικό, επιθετικά «παράλογο» μύθο του οποίου η προέκταση υπερβαίνει την επιφανειακά ρεαλιστική διεκπεραίωσή του. Ο αντι-ήρωάς του, ένας καθ’ όλα φυσιολογικός, καθημερινός άνθρωπος, μέσω της προσωπικής του οδύσσειας το επιβεβαιώνει. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το οικονομικό του πρόβλημα δέχεται μια «παράξενη» εργασία. Διαθέτει το σπίτι του έναντι υψηλού μισθού ως αποθήκη επίπλων. Η εν λόγω «εργασία» του εξασφαλίζει σύντομα μια μικρή περιουσία. Συν τω χρόνω, όμως, θάβεται, στην κυριολεξία, ως σώμα μέσα στην ανυπαρξία πλέον του άλλοτε ελεύθερου χώρου του οίκου του. Δεν του απομένει παρά μια υποτυπώδη οπή από την οποία μπορεί τουλάχιστον να βιώνει μόνο το θαύμα της... αναπνοής του. Με μια σίγουρη γραφή ο συγγραφέας, η οποία κλιμακώνει σταδιακά την ένταση της ιστορίας του, εικονογραφεί το παράλογο του κόσμου, σαρκάζοντας στο βάθος το όνειρο της ευτυχίας και το όραμα της ουτοπίας, όμως, που μόνο στη φαντασίωση των εκτός πραγματικότητας ιδεαλιστών υπάρχει.

Tuesday, June 2, 2009

Λογοτεχνία της μετανάστευσης

  • Η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα, άρτιο δείγμα μιας φιλόξενης τέχνης
  • Του Παντελή Mπουκάλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2/6/2009
  • Δημήτρης Νόλλας: «Ναυαγίων πλάσματα». Εκδόσεις «Κέδρος», 2009, σελ. 92.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Η λογοτεχνία της μετανάστευσης έχει μακρά παράδοση στη γλώσσα μας και θα αρκούσε να μνημονεύσει κανείς τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς και τον κόσμο που ιστόρησαν με βαθύ πάθος. Η αλλαγή πεδίου πάντως, ή μάλλον οπτικής, είναι φανερή τα τελευταία χρόνια: η συγγραφική έμπνευση δεν παρακολουθεί πια Ελληνες που ξενιτεύονται και βασανίζονται από το άλγος του νόστου, αλλά ξένους κάθε φυλής, γλώσσας και θρησκεύματος που μεταναστεύουν εδώ, είτε επειδή οι σπασμένες φήμες που φτάνουν στον τόπο τους θέλουν την Ελλάδα κάτι σαν γη της επαγγελίας (το κάτι, αν συγκριθεί με το τίποτα, φαντάζει παράδεισος) είτε επειδή θεωρούν τη χώρα μας έναν αναγκαίο σταθμό στο αβέβαιο και επικίνδυνο ταξίδι τους προς τη βαθύτερη Δύση.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η νεοελληνική λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, η πεζογραφία πρωτίστως αλλά και η ποίηση και το θέατρο και ο κινηματογράφος και η ζωγραφική, στάθηκε από αρκετά νωρίς φιλόξενη. Αρκετοί από τους θεράποντές της διέκριναν τα προβλήματα των ξένων και δοκίμασαν να τα αναδείξουν και να τα προβάλουν πολύ πριν υποψιαστεί ή αποδεχτεί την ύπαρξή τους τόσο η ευρύτερη κοινωνία όσο και η πολιτεία. Ο δρόμος για να προσέλθουν οι καλλιτέχνες σε αυτόν τον καινούργιο «τόπο», τον τόπο του ξένου, και γενικότερα του άλλου, μοιάζει να είναι ένας: ο δρόμος της ευθύνης· τα παρακλάδια του, πάντως, είναι πολλά και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν υπερβαίνει πάντοτε την αισθηματική καταγωγή κάθε κειμένου ή τον ιδεολογικό του προορισμό. Το θέμα, όσο ευαίσθητο, δεν έφτιαξε ποτέ τον τεχνίτη.

Οι άλλοι κι εμείς

Η καινούργια σειρά «Εμείς και οι άλλοι» των εκδόσεων «Κέδρος», η δημιουργία της οποίας ακούγεται εύλογη, ευτύχησε να εγκαινιαστεί με τη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα (γενν. στη Δράμα το 1940). Και λέω πως ευτύχησε, διότι ο Νόλλας, πεζογράφος ιδιότυπα σπουδαίος, δεν έρχεται αγχωμένος να επιβιβαστεί σε κάποιον συρμό συγγραφικής φιλο-ξενίας και να υπηρετήσει ορισμένες συμβάσεις, χειραγωγούμενος κατά κάποιον τρόπο από τις αναγνωστικές προσδοκίες. Αυτό είναι, άλλωστε, το εσωτερικό πρόβλημα των θεματικών λογοτεχνικών σειρών που συστήνουν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι: ο ενδεχόμενος κανονιστικός ρόλος της παραγγελίας, η οποία, αν δεν λειτουργήσουν αποτελεσματικά τα συγγραφικά αντανακλαστικά, ενδέχεται να δράσει υπερπροσδιοριστικά, περίπου όπως η έκθεση των πανελλαδικών, σύροντας τον «εξεταζόμενο» συγγραφέα προς κάποιο «δέον γράφειν». Το άλλο σύμφυτο πρόβλημα των λογοτεχνικών παραγγελιών, δηλαδή η αμοιβή (όταν βέβαια υπάρχει), για πολλούς έχει λυθεί από τον καιρό του Σιμωνίδη του Κείου, του πρώτου ποιητή που, σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές, έγραψε επί πληρωμή («γράψαι άσμα μισθού»)· μέχρι τότε, καταπώς έλεγε ο Πίνδαρος σε Ισθμιόνικό του, η Μούσα δεν πληρωνόταν, δεν δούλευε επ’ αμοιβή («α Μοίσα γαρ ου φιλοκερδής / πω τότ’ ην ουδ’ εργάτις»).

Εγκαιρη ευαισθησία

Εγκαιρα λοιπόν, κι ευαίσθητα, ο Δημήτρης Νόλλας άνοιξε τις σελίδες του στον ξένο, για να αναδείξει την ουσία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει μακριά από τα γενέθλια χώματα. Δεν έχει σημασία αν πήρε αυτό τον δρόμο οδηγημένος από το (πρακτικώς ακυρωμένο) «Δος μοι τούτον τον ξένον» της χριστιανικής παράδοσης ή από το (από αιώνων σβησμένο) παράγγελμα του «Εις ξένους» Ομηρικού Υμνου, «Αιδείσθε ξενίων κεχρημένον ηδέ δόμοιο» (στη μετάφραση του Δ. Π. Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά: «Αυτόν που χρειάζεται φιλοξενία και κατοικία σεβαστείτε τον»), Εκείνο που ενδιαφέρει είναι τ ότι στο έργο του ο ξένος, και η έγνοια για τα πάθη του, δεν είναι πρόσχημα ή σκέτη αφορμή αλλά βαθιά αιτία: είναι ένας λόγος που πρέπει να μιληθεί. Και, διά χειρός και στόματος Νόλλα, μιλιέται τίμια και δυνατά.

Δίχως τη μαστορική του συγγραφέα, η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» ίσως κινδύνευε να βουλιάξει κάτω από τις όχι και λίγες πέτρες των ενδολογοτεχνικών της υπαινικτικών ή άμεσων αναφορών. Ηδη ο τίτλος της μνημονεύει τον τίτλο «Ναυαγίων ναυάγια» ενός διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο ίσκιος του οποίου πλανιέται στις σελίδες του Νόλλα, όπως υπέδειξε (εξετάζοντας και τη συγγένεια των ονομάτων των ηρώων της νουβέλας με ονόματα ηρώων του Σκιαθίτη) η Μάρη Θεοδοσοπούλου, στην κριτική της ανάγνωση στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»· στη δική της ανάγνωση, στην «Καθημερινή» η Ελισάβετ Κοτζιά εντόπισε και ανέδειξε τη σχέση παραγράφων του κειμένου του Νόλλα με διηγήματα του Δημήτρη Χατζή.

Ηδη πάντως στο ξεκίνημα του βιβλίου, η «πομπή πνιγμένων» (μετανάστες από άγνωστη πατρίδα που ναυαγούν και πνίγονται στο Αιγαίο) δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου έναν στίχο-σφραγίδα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου: «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» («κι είδαμε το Αιγαίο νεκρούς ν’ ανθεί»). Κι ύστερα, ο «Ιγνάτιος, ο Πωστονλέν», ο τυφλός που, σαν ποιητής μιας μικρής Οδύσσειας δίχως νόστο, αφηγείται στον συγγραφέα μια ξένη ιστορία για να τη γράψει, στρέφει τη μνήμη στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και στον Πωσνατονπούμ (ως Ιγνάτης Τρελός, παρεμπιπτόντως, υπέγραφε ο Γιώργος Σεφέρης το κείμενό του για την «Κυρία Ερση» του Πεντζίκη).

Χωρισμένο σε δεκαπέντε κεφάλαια (μόνο στο δεύτερο ο συγγραφέας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, για να σημειώσει πως «είναι πάντα ένας άλλος που γράφει το βιβλίο μου και το βιβλίο του μοιάζει με το δικό μου»), το πεζογράφημα του Νόλλα είναι η σφιχτή εξιστόρηση της διάσωσης μιας ναυαγισμένης μετανάστριας, της Ασμάτ, κάπου στο Αιγαίο, με τον λυρισμό να αντιστρατεύεται την ωμότητα των πραγμάτων. Ούτε η καταγωγή της προσδιορίζεται ούτε το νησί όπου θα βρει καταρχάς τη σωτηρία, κατόπιν τον έρωτα και τελικά τον θάνατο, που κι αυτός μένει αδιευκρίνιστος (φόνος ή αυτοκτονία;). Για τη γυμνή ζωή της ξένης, των ξένων, η ποθητή ουτοπία αποδεικνύεται ου τόπος.

Sunday, October 19, 2008

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: «Αρκετά βολευτήκαμε με τους αρχαίους»



Ο Νίκος Θέμελης, μικρός, δεν ήταν από τα παιδιά που είχαν σπίτι τους πολλά βιβλία. «Πρόσφυγες ήταν οι δικοί μου», λέει, «με τι να τ' αγόραζαν; Οι στερήσεις που γνώρισαν ήταν τρομακτικές...». Γαλουχήθηκε, βέβαια, κι αυτός με Ιούλιο Βερν και Πηνελόπη Δέλτα, κι ώσπου να ενηλικιωθεί, τα έργα της γενιάς του '30 και του Καζαντζάκη είχαν γίνει κτήμα του. Κανένα ωστόσο δεν τον σημάδεψε τόσο, όσο το κλασικό έργο του Γκότχολντ Λέσινγκ, του αρχιερέα του γερμανικού διαφωτισμού, «Νάθαν, ο σοφός»: μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην πολυπολιτισμική Ιερουσαλήμ την εποχή των σταυροφοριών, τότε που η «αλήθεια» των χριστιανών ερχόταν σε σύγκρουση με τις «αλήθειες» των εβραίων και των μουσουλμάνων, μια ιστορία που υμνεί τις αξίες της κατανόησης και της ανοχής κι έμελλε να συντροφεύει τον Θέμελη μέχρι σήμερα.


«Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά», λέει ο συγγραφέας.
Οι «Αλήθειες των άλλων», το έκτο στη σειρά μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί αύριο από τον «Κέδρο», είναι κι αυτό διαποτισμένο από το μάθημα του Λέσινγκ, αλλά η μελαγχολία που σε κυριεύει διαβάζοντάς το είναι ανάλογη μ' εκείνη της «Αναλαμπής». Οπως στο τελευταίο μέρος της πολυδιαβασμένης τριλογίας του, έτσι και στο νέο του βιβλίο, τον τόνο δεν δίνουν ήρωες-πρότυπα για το ψυχικό τους σθένος, αλλά άνθρωποι «αθώοι, μετριοπαθείς, ρομαντικοί, αποκαμωμένοι από την προσπάθειά τους να υπερασπιστούν τις αρχές και τα φρονήματά τους σε μια κοινωνία όπου τις εντυπώσεις κερδίζουν οι ακραίοι». Να 'ναι, άραγε, τυχαίο ότι και στα δυο αυτά έργα γίνεται λόγος για τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής;

Οταν, πάντως, ο Θέμελης αναφέρεται σε «τουρκόσπορους», ξέρει πολύ καλά για τι μιλάει: «Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά. Επρεπε να έρθει ο Εμφύλιος για να περάσουμε από το δίπολο ντόπιοι και ξένοι που διαδέχτηκε το βασιλικοί-βενιζελικοί, στη νέα διαχωριστική γραμμή δεξιοί-αριστεροί...».

Αδελφικές αγριότητες

Στον πατέρα του - «απόφοιτο της εμπορικής σχολής της Σμύρνης που το '22 είδε ν' ακυρώνονται οι επαγγελματικές του φιλοδοξίες και κατέληξε λογιστής στην βαμβακουργία της Νέας Φιλαδέλφειας που περιγράφω στην "Αναλαμπή"»- ο Θέμελης δεν χρωστά μόνο μια γερά σφυρηλατημένη συναισθηματική σχέση αλλά κι ένα σωρό ιστορίες από τα περασμένα που μπόλιασαν αργότερα το λογοτεχνικό του έργο. Τι κι αν στις «Αλήθειες των άλλων» οι ήρωες είναι φανταστικοί και οι περιπέτειές τους επινοημένες;

Οι απώλειες, οι απογοητεύσεις και τα διλήμματά τους είναι εν πολλοίς εμπνευσμένα από ένα βιωμένο πάρε-δώσε ανάμεσα σε Ελληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους, γηγενείς και «ξένους». Σε πείσμα δε των κλισέ, οι μεγαλύτερες αγριότητες δεν συμβαίνουν ανάμεσα στ' αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά ανάμεσα σε «αδέλφια».

Το ζήτημα της ταυτότητας -βασικό μοτίβο στο έργο του Θέμελη- παρουσιάζεται εδώ μέσα από πολιτισμικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ακόμα και σεξουαλικές παραμέτρους, ενώ στο κουκούτσι του βιβλίου δεσπόζει ο προβληματισμός του για την αναπαραγωγή των εθνικών μας μύθων, με κορυφαίο εκείνον περί της αέναης συνέχειας του ελληνισμού:

«Βολευτήκαμε με το ιδεολόγημα πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων κι ότι όλοι μας οφείλουν... Κι αντί ν' αντλούμε αυτοπεποίθηση από πιο σύγχρονα επιτεύγματά μας, όπως τόσες και τόσες άλλες εθνότητες, συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε το φαντασιακό μας με μια σειρά από κατασκευές».

Η πλοκή στις «Αλήθειες των άλλων» καλύπτει την περίοδο 1923 -1957 μέσα από τις περιπέτειες μιας οικογένειας προσφύγων, των Λινών, με ρίζες από το Αϊβαλί―της Μικράς Ασίας. Στο μεγαλύτερο ωστόσο μέρος της πρωταγωνιστεί ο Μανόλης Λινός, τον οποίο παρακολουθούμε από παλικαράκι, σ' εκείνη τη φάση της ζωής του που κρύβει την ταυτότητά του για να επιβιώσει κι ακούει στο όνομα Μεχμέτ, μέχρι την ωριμότητά του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου εργάζεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη -ένα αμερικανικό ίδρυμα που για τους γύρω του αντιπροσωπεύει ό,τι πιο μισητό, αλλά που για τον ίδιο υπήρξε σωτήριο καταφύγιο, όταν βίωσε την απόρριψη από την ελληνική κοινωνία.

Πατρίδα είναι οι άνθρωποι

Ορφανός από τα γεννοφάσκια του, μεγαλωμένος με περίσσευμα αγάπης μέσα σ' ένα σόι εμπόρων και γραμματιζούμενων ξακουστών «σ' όλες τις Κυδωνιές», ο Μανόλης βλέπει στα 17 του να καταρρέουν γύρω του τα πάντα. Θείοι, θείες και ξαδέλφια έχουν διασκορπιστεί στους δρόμους της προσφυγιάς ή του πολέμου, το όνειρό του για σπουδές στην Αθήνα έχει ματαιωθεί και η γενέτειρά του είναι πια μια πόλη-φάντασμα αποψιλωμένη από το ελληνικό στοιχείο, με μοναδική εξαίρεση τον ίδιο και τον συνονόματο παππού του ο οποίος, γαντζωμένος στον τόπο του, αρνείται να τον αποχωριστεί. Για τον παππού Μανόλη, ανέκαθεν επιφυλακτικό με τη Μεγάλη Ιδέα, «πατρίδα ήταν ο τόπος που ζούσαν, λυτρωμένος ή όχι δεν είχε τόση σημασία». Σύντομα όμως, όπως λέει ο Θέμελης, «θ' αντιληφθεί κι αυτός ότι πατρίδα είναι κάτι παραπάνω απ' τους δεσμούς με τη γη που πατάει και που τον θρέφει, ότι είναι και οι άνθρωποι, οι κοινότητες, οι συντεχνίες, ο πολιτισμός τους».

Σ' ένα Αϊβαλί όπου ακόμα κι ο αέρας έχει τουρκέψει, ο νεαρός Μανόλης δένεται φιλικά με τον Ισμαήλ, έναν ομοφυλόφιλο τούρκο από τη Μυτιλήνη, ξεριζωμένο λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών που έχει προηγηθεί. Οι σελίδες όπου ο ήρωας αντικρούει το ερωτικό κέλευσμα του τελευταίου, χωρίς όμως και ν' απαρνηθεί τη συντροφιά του, είναι από τις ωραιότερες του βιβλίου και, όπως λέει ο Θέμελης, βασανίστηκε αφάνταστα για να τις γράψει. Η σεξουαλική ιδιαιτερότητα του Ισμαήλ θ' αποδειχτεί μοιραία για τον ίδιο -θα πέσει θύμα ανηλεούς ξυλοδαρμού από ομοεθνείς του. Προηγουμένως όμως θα έχει βοηθήσει όσο κανείς τον Μανόλη για να περάσει απέναντι και να συναντήσει τους δικούς του, φυγαδεύοντας μαζί του ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: ένα μπαούλο με σπάνιες εκδόσεις όπου αποθησαυριζόταν ο πολιτισμός των Κυδωνιών, μαζί μ' ένα χειρόγραφο του 15ου αιώνα που οι Λινοί φυλούσαν από γενιά σε γενιά ως κόρη οφθαλμού, έχοντας όμως πλήρη συνείδηση ότι οι καιροί δεν επέτρεπαν να μοιραστούν με άλλους το περιεχόμενό του.

Αυτό ακριβώς είναι το όχημα που διάλεξε ο Θέμελης για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Ενα οικογενειακό κειμήλιο με τη μαρτυρία ενός ανώνυμου μοναχού για την Αλωση της Πόλης, σύμφωνα με την οποία ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν έπεσε στη μάχη ηρωικά, αλλά φυγαδεύτηκε άρον άρον με χρυσοπληρωμένο ψαράδικο στον Αθω! Φορέας ενός πολιτισμού που, όπως θα διαπιστώσει, λίγο ενδιαφέρει τους Ελλαδίτες, ο ήρωας του βιβλίου θα περάσει από φωτιά και σίδερο για να σταθεί στα πόδια του ως άτομο, ως εκπαιδευτικός κι ως οικογενειάρχης στη Μυτιλήνη, την Κομοτηνή και την Αθήνα.

Τη μοναδική φορά -στη διάρκεια σχολικής γιορτής για την 25η Μαρτίου- που θα τολμήσει να ψελλίσει ότι το σύμβολο του γένους ενδέχεται να ήταν προδότης, θα το πληρώσει πανάκριβα. Το ίδιο ακριβά θα πληρώσει και το συγχρωτισμό του με το -τόσο οικείο σ' αυτόν- μουσουλμανικό στοιχείο της Θράκης. Οπως και στην περίπτωση του Ισμαήλ, η βία που εισπράττει ο Μανόλης δεν εκτοξεύεται από «προαιώνιους» εχθρούς, αλλά από ομοεθνείς του.

Αν στο πρώτο μέρος της «Αλήθειας των άλλων» η δράση προχωράει σιγά σιγά, στο δεύτερο μέρος τα άλματα στο χρόνο είναι μεγάλα. Το συναισθηματικό κενό που άφησε στον Μανόλη ο χαμός του Ισμαήλ αναπληρώνεται τώρα από μια ανεξάρτητη όσο και βασανισμένη γυναίκα, τη Ρούσα. Μια μυτιληνιά κόρη παπά, «μαύρο πρόβατο» κι αυτή για την τοπική κοινωνία εξαιτίας του δεσμού της με αριστοκράτη Εγγλέζο. Κι ενώ θ' απορρίψει τον Μανόλη ερωτικά, θα ορίζει εμμέσως τις επιλογές του.

Ο γάμος του ήρωα με την Ευγενούλα, παιδική του φίλη απ' τις Κυδωνιές, οφείλεται περισσότερο σε μια αίσθηση καθήκοντος παρά στην εκπλήρωση ενός πάθους. Και η κοινή τους ζωή θα σημαδευτεί αμετάκλητα από τη στάση της τελευταίας απέναντι στους κομμουνιστές, καθώς προδίδοντας -κάτω απ' τα μάτια του Μανόλη...- έναν αριστερό συνάδελφό του στις αρχές, βάζει υποθήκη τη ζωή της. Οσο για το βάρος του χρέους που εκείνος κουβαλά, για την αποκατάσταση, όπως πιστεύει, της ιστορικής αλήθειας, θα περάσει στον πρωτότοκο γιο του, τον Ιωακείμ, τον οποίο ο Θέμελης φροντίζει να συστήσει από το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του.

Οι Λινοί μοιάζουν καταδικασμένοι όχι μόνο ν' αναχωρούν αλλά και να συμβιβάζονται, κι ο Ιωακείμ δεν θ' αποτελέσει εξαίρεση. Ιστορικός με λαμπρές σπουδές στο Λονδίνο, θα θυσιάσει τους ενδοιασμούς του για την περίφημη συνέχεια του ελληνισμού στο βωμό μιας απρόσκοπτης ακαδημαϊκής καριέρας. Αποφασίζει να καταθέσει τα όπλα, παρά ν' αναμετρηθεί με μια «φονταμενταλιστική» κατά βάθος κοινωνία. Μια κοινωνία που βυθίστηκε σε μια καταστροφική εμφύλια διαμάχη αλλά «εξακολουθεί να ευνοεί τα πισωγυρίσματα, ανήμπορη ακόμα και σήμερα ν' αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και διάθεση συζήτησης τις αλήθειες των άλλων», όπως επιμένει ο συγγραφέας.

Δεν μετανιώνει

Στο καινούριο του βιβλίο, ο Νίκος Θέμελης έπλασε ήρωες που προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς πορεύονται με τσακισμένα τα φτερά τους αλλά, παρ' όλα αυτά, καταφέρνουν να γευτούν τη γαλήνη, έστω και στα γεράματά τους. Πώς θα όριζε άραγε ο ίδιος, ως ορκισμένος εκσυγχρονιστής, την αγάπη για την πατρίδα;

«Αγαπώ την πατρίδα μου σήμερα, σημαίνει αγαπώ μια ισχυρή Ελλάδα. Οχι μια Ελλάδα απομονωμένη στα Βαλκάνια που τρώγεται πότε με τους Τούρκους και πότε με τους FYROMιανούς, αλλά μια Ελλάδα που μπορεί να σταθεί στα σύγχρονα κέντρα λήψης αποφάσεων μετέχοντας στις εξελίξεις. Αγαπώ την πατρίδα μου σημαίνει ότι επιθυμώ μια κοινωνία όπου έχει κατακτηθεί ένας υψηλός βαθμός κοινωνικής δικαιοσύνης».

Γι' αυτήν την Ελλάδα εργάστηκε πλάι στον Κώστα Σημίτη, χωρίς ν' αποφύγει κι εκείνος τους συμβιβασμούς, γευόμενος και το θρίαμβο και την απαξίωση. Απ' τη μεριά του, δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: «Εκπρόσωπος μιας μειοψηφίας είμαι». Ο,τι κόστος, όμως, κι αν είχε αυτή η διαδρομή, όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, «δεν μετανιώνω για τίποτα!» λέει. Και το εννοεί μέχρι κεραίας.

Tuesday, June 3, 2008

Γιάννης Αντάμης: «Σχέδιο τρόμου»

Μια άναρχη φανταστική πόλη

Γιάννης Αντάμης: «Σχέδιο τρόμου», Εκδόσεις «Οξύ». Αθήνα 2007, σελ. 100.

Το να αντιστέκεσαι συνειδητά στη σύγχρονη τηλεοπτική γραφή που υπόσχεται εύκολη πρόσβαση στον εκδοτικό χώρο αλλά και την αποδοχή ενός κοινού εθισμένου στα υποπροϊόντα της «λογοτεχνικής» χωματερής, είναι οπωσδήποτε μια γενναία στάση. Δείχνει γνώση των κακόφωνων σειρήνων που υπόσχονται ταχεία αναγνώριση εάν ενδώσεις στην αντιγραφή του άσματός τους, γεγονός που μεταφράζεται ως «βαθυστόχαστο είδωλο της σύγχρονης πραγματικότητας», «φέτα ζωής της αλλοτριωμένης ζωής του κατοίκου των πόλεων», «σπαραχτική προσωπογραφία της αμοραλιστικής κοινωνίας», σύμφωνα με τη βαρύγδουπη γνώμη «έγκυρων» κριτικών.
Ο Γιάννης Αντάμης (1975) στρέφει με επίγνωση και θάρρος τα νώτα του στα προαναφερθέντα είδωλα μιας ούτως ή άλλως παραμορφωμένης πραγματικότητας, καταθέτοντας τα λογοτεχνικά του διαπιστευτήρια, το υλικό των οποίων έχει αντλήσει από τη λογοτεχνία του φανταστικού. Η διαπραγμάτευσή τους γίνεται με τις νόμιμες αναρχικότητες του εφιάλτη, του παράξενου και του παράλογου, πράγμα που του προσφέρει τη δυνατότητα να κινείται ελεύθερα, με αποτέλεσμα η μυθολογία του να χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και κάποιες στιγμές να χάνει την αληθοφάνειά της. Και αυτό εγγράφεται στα μειονεκτήματα του βιβλίου\u0387 διότι ακόμη και στο παραμύθι που το θαυμαστό είναι δεδομένο οι ερμηνευτικές του πείθουν με τον «φανταστικό ρεαλισμό τους... [Του Μακη Πανωριου, Η Καθημερινή, 3/6/2008]

Ιαν ΜακΓιούαν: περιβαλλοντικές ανησυχίες...


Από το 2005 σκεφτόταν ο ΜακΓιούαν να γράψει ένα μυθιστόρημα... οικολογικών ανησυχιών. Πήγε κρουαζιέρα παρέα με επιστήμονες και έχασε πάσαν ιδέ
Ο πόλεμος στο Ιράκ, η οικογενειακή προδοσία, η σεξουαλική ανικανότητα. Ο Ιαν ΜακΓιούαν αφού ξεμπέρδεψε, λογοτεχνικά, μ' αυτά τα θέματα στρέφεται σε κάτι άμεσης προτεραιότητας στο πεδίο του σύγχρονου προβληματισμού: στο θέμα των κλιματικών αλλαγών. Το χειρίζεται όμως με απρόβλεπτο τρόπο, μακριά από οποιαδήποτε διάθεση πολιτικής ορθότητας.
Οι πρώτοι που το διαπίστωσαν ήταν, διαβάζουμε στον «Γκάρντιαν», όσοι επισκέφτηκαν το Φεστιβάλ Βιβλίου του Hay. Εκεί ο ΜακΓιούαν ανακοίνωσε ότι γράφει ένα νέο, ατιτλοφόρητο ακόμα μυθιστόρημα και διάβασε αποσπάσματα από τα πρώτα κεφάλαια. Αν και το βιβλίο του δεν θα εκδοθεί πριν από το 2010, ανταποκρίνεται σε μια ιδέα που δούλευε από το 2005.
Είχε λάβει τότε μέρος σε μια συνάντηση καλλιτεχνών και επιστημόνων, οι οποίοι πέρασαν αρκετές εβδομάδες σε σκάφος που έπλεε προς τον Βόρειο Πόλο αναπτύσσοντας τις περιβαλλοντολογικές τους ανησυχίες. Εξαρχής ο ΜακΓιούαν εντόπισε μια ενδιαφέρουσα «αντίφαση»: «Ο κοινόχρηστος χώρος στον οποίο αλλάζαμε ρούχα ή αφήναμε τα παπούτσια μας μετατράπηκε εξ αρχής σε ένα σκηνικό... κοινωνικού χάους!». Περιέγραψε πώς μερικοί από τους επιφανείς ομιλητές, που προβληματίζονταν για το μέλλον του ανθρώπινου είδους, ήταν ταυτόχρονα ικανοί να κλέβουν ο ένας τα παπούτσια του άλλου ή να αντιμετωπίζουν τους συναδέλφους τους με εμφανή αηδία! «Συνειδητοποίησα ότι όλα -και οι κλιματικές αλλαγές- σχετίζονται με την ανθρώπινη φύση», λέει τώρα ο ΜακΓιούαν... [Κι αυτά... Επιμέλεια: Ν. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, 3/6/2008]

mcewan460.jpg

McEwan sees funny side of climate change in novel reading

· Author gave surprise glimpse at Hay festival
· Main character is scientist who hopes to save planet


Judith Soal, Monday June 2, 2008. The Guardian

After tackling in his recent novels the weighty topics of the Iraq war, family betrayal and sexual inadequacy, it is not surprising that Ian McEwan's next endeavour would address something of similar import - the pressing question of climate change.
What is perhaps more surprising is that he has approached it, at least partly, as a comedy. McEwan, one of Britain's most celebrated novelists, surprised audiences at the Hay festival yesterday with an unexpected reading from his latest work, an as-yet unnamed novel about a scientist who hopes to save the planet. What surprised them even more was that it was funny. The author said he had wanted to tackle climate change, a subject "fraught with baggage" for several years, but had struggled to find a way to begin.
The impetus for this novel came in 2005 when he was part of an expedition of artists and scientists who spent several weeks aboard a ship near the north pole to discuss environmental concerns.
"While I was on board I soon realised that the boot room, where we all changed our clothing and left our shoes, had turned into a scene of social chaos," McEwan said, describing how the eminent scientists, who down the hall were gathering to talk earnestly about the future of the humankind, were also capable of stealing each others' footwear and regarding their colleagues with deep distrust. "I realised that it's all about human nature," he said. "The way to write about climate change is through writing about human nature."
The novel's protagonist Michael Beard has been awarded a Nobel prize for his pioneering work on physics, and has discovered that winning the coveted prize has interfered with his work.
McEwan described Beard's constant struggle against "the thing he really wanted, which he did not want to want ... in this case, food". Describing Beard's pleasure at eating a crisp, he wrote: "The trick was to set the fragment at the centre of the tongue and, after a moment's spreading sensation, push the potato up hard to shatter against the roof of the mouth."
But Beard's reverie is interrupted when another man starts eating the crisps, setting up an intense but never quite realised confrontation. It is only when he arrives at the station that Beard realises that his crisps are still in his pocket, and that those he ate belonged to the man on the train.
McEwan said he overheard a version of this anecdote and decided to use it, only to be told by a member of the Hay audience that a similar incident, involving chocolate biscuits, appears in Douglas Adam's Hitchhiker's Guide to the Galaxy series.
McEwan denied that the novel, which is not due to be published for at least two years, was a comedy, saying instead that it had extended comic stretches: "I hate comic novels; it's like being wrestled to the ground and being tickled, being forced to laugh." Certainly, there is also a sombre element to a story about a man hoping to solve a problem largely caused by human greed, yet unable to quieten his own appetites. Does it suggest McEwan is pessimistic about human efforts to address climate change? "Not at all," he said. "I'm not a fatalist."

Wednesday, May 7, 2008

ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΣΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥΣ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΗΤΕΡΑΣ - ΠΑΙΔΙΟΥ


Πολλά μυθιστορήματα με θέμα τις σχέσεις μητέρας-παιδιού -κυρίως όμως, όπως φαίνεται, μητέρας και γιου- έχουν κυκλοφορήσει το τελευταίο διάστημα στην εκδοτική αγορά της Γαλλίας, ίσως και εν όψει της Ημέρας της Μητέρας. Πολλά μυθιστορήματα με θέμα τις σχέσεις μητέρας-παιδιού -κυρίως όμως, όπως φαίνεται, μητέρας και γιου- έχουν κυκλοφορήσει το τελευταίο διάστημα στην εκδοτική αγορά της Γαλλίας, ίσως και εν όψει της Ημέρας της Μητέρας.

Ταχάρ Μπεν Τζελούν: νοσταλγία για τη μητέρα που δεν υπάρχει πια
Φαίνεται πως, στις ημέρες μας, αυτά που άλλοτε οι άνθρωποι εκμυστηρεύονταν στον ψυχαναλυτή, σήμερα γράφονται στο χαρτί και δημοσιεύονται.

Πολλοί γνωστοί συγγραφείς, ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν, ο Αλεξάντρ Ζαρντέν, ο Ζακ Σεσέξ, αποφάσισαν ν' ανοίξουν την ψυχή τους στους αναγνώστες τους, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Λε Φιγκαρό». Αλλοτε μιλούν με τρυφερότητα και συγκίνηση, άλλοτε βγάζουν θυμό και πίκρα, άλλοτε ακόμη και απέχθεια.

Ο Μπεν Τζελούν και ο Ζακ Σεσέξ στα μυθιστορήματά τους θυμούνται με νοσταλγία τη μητέρα τους που δεν υπάρχει πια...


Ενα βιβλίο προσφέρει σε πολλούς άλλους την ευκαιρία να βρεθούν μπροστά στη δική τους ιστορία λέει η ψυχαναλύτρια Κλοντ Αλμός

Κατά την ψυχαναλύτρια Κλοντ Αλμός, οι μαρτυρίες πάνω στις οικογενειακές σχέσεις είναι σήμερα του συρμού. Το να μιλάς για τον εαυτό σου δεν αποτελεί σκάνδαλο, όπως άλλωστε και το να γράφεις ένα βιβλίο με αυτό το θέμα.

«Από κοινωνιολογική άποψη -λέει η ψυχαναλύτρια στην εφημερίδα «Λε Φιγκαρό»- είναι της μόδας αυτή η λογοτεχνία με θέμα τα οικογενειακά προβλήματα. Πρώτη η τηλεόραση ανακάλυψε τη δύναμη της δημόσιας μαρτυρίας και χειραγώγησε τις εκπομπές όπου ανώνυμοι άνθρωποι πηγαίνουν και μιλούν για τον εαυτό τους. Μπορούμε να πούμε πως στην αρχή γι' αυτούς τους ανθρώπους ήταν μια απελευθέρωση. Οσο για εκείνους που παρακολουθούσαν αυτού του είδους τις εκπομπές, μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν πως τα προβλήματα που νόμιζαν πως μόνο αυτοί είχαν, τα αντιμετώπιζαν κι άλλοι. Η συγγραφή των βιβλίων αυτών έχει την ίδια λογική. Ο ίδιος σου ο εαυτός έχει γίνει ένα πολύ καλό θέμα. Διαπιστώνουμε όμως ότι η τηλεόραση αρχίζει να εξαντλείται σε αυτού του είδους τις εκπομπές. Το ίδιο θα ισχύσει και για τα βιβλία».

Μπορούμε να συγκρίνουμε τη στάση αυτών των συγγραφέων με εκείνη ενός ασθενούς που καταφεύγει στον ψυχαναλυτή;

«Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά, που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Στη διάρκεια μιας ψυχανάλυσης θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά βιβλία. Ο ίδιος ο Φρόιντ συνέκρινε την ψυχανάλυση με την εργασία ενός αρχαιολόγου που ανακαλύπτει διαδοχικά στρώματα ερειπίων. Σε κάθε επίπεδο, ο ασθενής σχηματίζει μια κάποια ιδέα της προσωπικής του ιστορίας και θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο γι' αυτήν. Στη συνέχεια περνάει σε ένα άλλο επίπεδο, φθάνοντας μέχρι του σημείου που μαθαίνει αρκετά για να γράψει το τελευταίο βιβλίο, το πιο αληθινό. Στο γραφείο του ψυχαναλυτή αποκαλύπτουμε την ιστορία μας σε κάποιον που βρίσκεται εκεί. Γιατί μας ακούει και μας επιτρέπει να ακούσουμε. Το βιβλίο ακολουθεί μια άλλη διαδικασία. Βάζει μια απόσταση. Λέμε κάτι με έναν τρόπο συγκαλυμμένο. Επίσης, όταν γράφουμε ένα βιβλίο, αυτό μας ξεφεύγει, δεν ξέρουμε τι το κάνουν οι αναγνώστες»...

[Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ, Ελευθεροτυπία, 7/5/2008]

Monday, April 7, 2008

ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΡΟΖΝΤΕΒ: TΟ ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ

Γκεόργκι Γκρόζντεβ. Tο πλιάτσικο. Mετάφραση από τα βουλγαρικά Xρήστος Xαρτοματσίδης. Mυθιστόρημα. Eκδόσεις «Mανδραγόρας», Aθήνα 2008, σελ. 112, ευρώ 10

Το «πλιάτσικο» εκδόθηκε στη Βουλγαρία το 2005 και ενώ από μια πρώτη προσέγγιση μπορεί να ενταχθεί στη λεγόμενη ανιμαλιστική λογοτεχνία που έχει πλούσια παράδοση στη Βουλγαρία, μια πιο ουσιαστική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι στο μυθιστόρημα του Γκρόζντεβ, η φύση, οι ιστορίες κυνηγιού, τα ζώα είναι μονάχα η καλλιτεχνική μορφή, η φόρμα.

Το μυθιστόρημα αναδεικνύει μια σειρά από οδυνηρά κοινωνικά προβλήματα, επίκαιρα στη Βουλγαρία του μετασοσιαλισμού, της εποχής δηλαδή που ενώ δεν υφίσταται πια το παλαιό καθεστώς, δεν έχει ολοκληρωθεί η εγκαθίδρυση του καινούργιου, που ενώ οι παλιές ηθικές αρχές έχουν ήδη ξεπεραστεί, κοινωνικά δεν έχουν καθιερωθεί καινούργιες· της εποχής που χαρακτηρίζεται και ως «περίοδος αρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου» ή «ληστρικός καπιταλισμός» όπου όλα επιτρέπονται.

Αυτή την εποχή περιγράφει ο Γκρόζντεβ με την τόσο εύστοχη και τόσο βαλκάνια λέξη «πλιάτσικο». Ίσως αν δεν είχε χρησιμοποιήσει το «πλιάτσικο» ο Γκρόζντεβ θα έπρεπε να ονομάσει το βιβλίο του «ανθρώπινη ζούγκλα», γιατί τέτοιες είναι οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων του μυθιστορήματος. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας είναι δυνητικό πλιάτσικο των άλλων, το ανθρώπινο στις ψυχές μας είναι πλιάτσικο των υλιστικών επιθυμιών μας, με τη δικαιολογία πως έτσι κάνουν όλοι…

Στο μυθιστόρημα οι ιστορίες των θηραμάτων διασταυρώνονται μ’ ένα γρήγορο, κοφτό ρυθμό με ιστορίες ανθρώπων· της Λίνας, της ψυχιάτρου που παίζει το προσωπικό της επιστημονικό στοίχημα σε μια προσπάθεια αποασυλοποίησης μια ομάδας τεσσάρων ασθενών της, του Xάντερ, του πατέρα που ζει το δράμα της εξαφάνισης της έφηβης κόρης του, του Ένιο και του Mιχάλ, των δύο γέρων που επιμένουν να ζουν σ’ ένα εγκαταλειμμένο χωριό, του Kέμπο του λαθροκυνηγού, της Αμερικανίδας Mαίρης, του τραπεζίτη Xανς από το Mόναχο, του χρηματιστή Bίλχελμ, των τουριστών που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους ξέφρενους ρυθμούς των μεγαλουπόλεών τους και δραπετεύουν στην άγρια φύση της Βουλγαρίας, του «Δράκου», ενός εμπόρου λευκής σάρκας από τους πολλούς της εποχής μας. Οι διαφορετικές ιστορίες των ηρώων συναντιούνται σε ένα εκτροφείο άγριων ζώων που προσφέρει εναλλακτικό κυνηγετικό τουρισμό. Ανάμεσα σε ολοζώντανες σκηνές κυνηγιού αγριόχηνας, κάπρου, λύκου, αρκούδας, αλεπούς οι άνθρωποι εναλλάσσονται στους ρόλους κυνηγού και θηράματος, ποιος είναι πλιάτσικο τίνος... [ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ]

Ο συγγραφέας Γκεόργκι Γρόζντεβ [Georgi Grozdev, 1957] έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Το 1991 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Balkani» και από το Μάιο του 2002, στη σειρά Βαλκανική βιβλιοθήκη, παρουσιάζει, ελεύθερος από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος για πρώτη φορά στη βουλγαρική λογοτεχνική και πολιτιστική ιστορία, γνωστούς συγγραφείς από όλες τις βαλκανικές χώρες: μεταξύ άλλων τους Ίβο Άντριτς, Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη. Ήδη έχει εκδώσει στα βουλγαρικά έντεκα Έλληνες ποιητές και συγγραφείς, μια εκδοτική δραστηριότητα που δεν έχει το ανάλογό της στα Βαλκάνια. Ιδρυτής και αρχισυντάκτης του δίγλωσσου (βουλγαρικά-αγγλικά) περιοδικού «Λογοτεχνικά Βαλκάνια» και μέλος του βουλγαρικού κέντρου PEN, βραβεύθηκε το 2002 με το εθνικό βραβείο διηγήματος «Ελίν Πελίν». Έχει γράψει δέκα βιβλία με διηγήματα και νουβέλες. Πεζά κείμενα του έχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα, Αγγλία, Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Αλβανία, πΔΓΜ και Μαυροβούνιο. Το μυθιστόρημά του «Πλιάτσικο» (2004) έχει ήδη μεταφραστεί στα σέρβικα, σκοπιανά, αγγλικά. [e-mail:balkani@infotel.bg www.balkani.eu]

O μεταφραστής Χρήστος Xαρτοματσίδης γεννήθηκε στις 8.12.1954 στη Σόφια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε Ιατρική και εργάζεται ως διευθυντής Μικροβιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «O ξένος» (1986) «H νύχτα των εμβρύων», εκδ. Nικολαΐδης (1989), τα διηγήματα: «Tο παλιό κτίριο», εκδ. «Nεφέλη» (1991), «Φωτο-Veritas», εκδ. «Mεταίχμιο» (2003), και τα μυθιστορήματα: «Kιθαρίστας σε ταβέρνα», εκδ. «Πατάκης» (1996), «Oι περιπέτειες του Mπρέγκα», εκδ. «Πατάκης», (2001). Το μυθιστόρημά του «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» είχε αποσπάσει B' βραβείο στο διαγωνισμό μυθιστορήματος του Δήμου Φιλιππούπολης της Βουλγαρίας. Επίσης έχει εκδοθεί σε μετάφρασή του επιλογή ποιημάτων του σημαντικού σύγχρονου Βούλγαρου ποιητή Λιουμπομίρ Λέβτσεβ, με τίτλο «Στιχοράματα» εκδ. «Mανδραγόρας» (2004). Tέλος έχει γράψει τα θεατρικά μονόπρακτα: «H έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται» (1984) και «Tο ασανσέρ» (1986) τα οποία ανέβηκαν από το ΔH.ΠE.ΘE. Kομοτηνής το 2003 με το γενικό τίτλο «Σκούρο μαύρο σχεδόν λευκό», σε σκηνοθεσία Hλία Φραγκάκη.

ΤΖΑΝΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ: ΚΑΘΕ ΝΟΥΒΕΛΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ...

Eυάγγελος I. Tζάνος: Eνέδρα. 5 Nουβέλες. Σχεδιασμός εξωφύλλου: Aνδρέας Λαζάνης. Eκδόσεις «Mανδραγόρας», Aθήνα 2008. Σελ. 170, ευρώ 12.

Tο βιβλίο αποτελείται από πέντε νουβέλες: «οι χειριστές», «ο άθλος των κυμάτων», «σάκος για ταξίδι», «το σπάσιμο της νύχτας» και «δέρμα από σομόν». Kάθε νουβέλα και μια ιστορία που κρύβει μια ενέδρα για τους ήρωές της. Στην πρώτη, στους «χειριστές», που εκτυλίσσεται σε μια πόλη του μελλοντικού, κι ίσως όχι τόσο μακρινού, κόσμου των δυσοίωνων κλιματικών αλλαγών, η μικρή Θωμαΐς αντιμάχεται απρόσμενες και αδιάγνωστες αλλαγές στο παιδικό της σώμα.

Στη δεύτερη, στον «Άθλο των κυμάτων», σ’ ένα νησί μιας Eλλάδας, μπορεί και του σήμερα, η μικρή τοπική κοινωνία προσπαθεί να βρει τις ισορροπίες της ανάμεσα σε κοινωνικά σκάνδαλα, προσωπικούς ανταγωνισμούς των προεστών, κρατικές επιχορηγήσεις και την παρέμβαση των πανταχού παρόντων παντοδύναμων Mέσων μαζικής επικοινωνίας.

Στο «σάκο για ταξίδι» στην Aθήνα του 1889, καταγράφεται μια φανταστική επιστολή που απευθύνει ο ποιητής και δημοσιογράφος Kλεάνθης Tριαντάφυλλος, λίγο πριν την αυτοχειρία του, στον πολιτικό Pόκκο Xοϊδά. Στο «σπάσιμο της νύχτας», αναβιώνει η τουρκοκρατούμενη ερημωμένη Aθήνα του 1695, σε μια ιστορία αρχαιοκαπηλίας που εξελίσσεται μια νύχτα καρναβαλιού.

Στην τελευταία ιστορία, στο «δέρμα από σομόν» το σκηνικό επανέρχεται στην Aθήνα του σήμερα. Mια ερωτική ιστορία κατά το χρόνο ανάνηψης του ήρωά της από τραυματισμό σε τροχαίο. Kαι στις πέντε νουβέλες, με λιτά εκφραστικά μέσα ο συγγραφέας κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και θέτει, με το δικό του τρόπο, τα αιώνια αναπάντητα μεταφυσικά ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη και την ανθρώπινη φύση. [ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ]

Ο Ευάγγελος Ι. Τζάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Το 1990 τύπωσε το θεατρικό έργο Ένας νεανικός χρόνος. Από το 1980 δημοσιεύει διηγήματα και δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Wednesday, February 20, 2008

ΕΞΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ... ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ;

Δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν το γεγονός της εβδομάδας ή απλώς το γεγονός της περασμένης Τρίτης ή ένα σκέτο γεγονός! Αναφέρομαι στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος του Μegaron Ρlus (στο Μέγαρο Μουσικής) και όπου έξι πεζογράφοι «εξομολογήθηκαν»... Βέβαια, ποτέ ένας δημιουργός δεν είναι σε θέση να αποκαλύψει δρόμους έμπνευσης και δημιουργίας. Μονάχα κάποια στοιχεία είναι σε θέση να εκθέσει στο κοινό. Διότι, εάν ξεδιπλώσει τα πάντα στο κοινό, τότε χάθηκε και η μαγεία!
Πάντως, τιμημένοι είναι οι πεζογράφοι που "εκτέθηκαν": οι Θανάσης Βαλτινός, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Κώστας Μουρσελάς, Φίλιππος Δρακονταειδής, Νίκος Θέμελης και Μένης Κουμανταρέας. Γνωστοί, αγαπημένοι του κοινού, με αλλεπάλληλες πωλήσεις και πάντα στην πρώτη δεκάδα... Διαβάζω από το ρεπορτάζ του Αναστάση Βιστωνίτη στο "Βήμα":

Μιλώντας για την τέχνη τους οι έξι πεζογράφοι, συγκινητικά εξομολογητικοί, αποκάλυψαν στο κοινό μέσω ποιας διαδικασίας έγιναν συγγραφείς και ποιοι είναι οι δρόμοι της δημιουργίας για τον καθέναν.

Photo: © E.KE.BI, 2001. Σταφυλίδου
Η λογοτεχνία για τον Θανάση Βαλτινό είναι « ένα μακρύ και τυφλό ταξίδι » που εκφράζει την αβεβαιότητα του συγγραφέα, τη μόνη ωστόσο πραγματικά δημιουργική δύναμη.

Τα σκληρά βιώματα της παιδικής του ηλικίας οδήγησαν στη συγγραφή τον Φίλιππο Δρακονταειδή.

Photo: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης
Ο Νίκος Θέμελης άρχισε να γράφει στα 50 του χρόνια, όταν ανακάλυψε τη γοητεία και τη μαγεία της αφήγησης.

Photo: © E.KE.BI, 2001. Τσουμπλέκας
Για τον Τάκη Θεοδωρόπουλο η είσοδος στη λογοτεχνία έγινε μέσω της ανάγνωσης. Εγινε συγγραφέας, είπε, επειδή ήθελε να προεκτείνει αυτά που διάβαζε και του άρεσαν.

Photo: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης

«Η φύση κατά βάθος με τροφοδοτεί, κι ας της έχω γυρίσει την πλάτη γράφοντας για το αστικό τοπίο » τόνισε ο Μένης Κουμανταρέας.

Photo: © E.KE.BI, 2001. Σταφυλίδου
Τέλος, ο Κώστας Μουρσελάς υπογράμμισε ότι η μεγαλύτερη δυσκολία για έναν συγγραφέα είναι το πώς θα ξεκινήσει το κάθε του κείμενο.

Thursday, November 22, 2007

ΑΝΤΡΕ ΜΑΛΡΟ...

Image:Malraux.jpg

O Γάλλος Αντρέ Μαλρό [André Malraux] γεννήθηκε στις Νοεμβρίου 1901 και πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1976. Σπουδαίος συγγραφέας, άνθρωπος της περιπέτειας, διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση του Ντε Γκολ, και γενικώς υπήρξε μια για ορισμένους αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της γαλλικής πολιτικής ζωής αλλά και των γραμμάτων.

Για μένα όμως ανήκε στη χορεία εκείνων των προσωπικοτήτων που θαύμαζα, μέχρι την εποχή του Γαλλικού Μάη του 1968 όταν μπήκε επικεφαλής της αντιδιαδήλωσης για τη στήριξη του "κατεστημένου". Ήταν ένας εξαιρετικός πεζογράφος, αλλά και η επαναστατική αφετηρία του (συμμετοχή στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, με την πλευρά φυσικά των Δημοκρατικών), ήταν αυτή που δημιουργούσε την εικόνα ενός αντικονφορμιστή. Είχε το "θάρρος" να περάσει σε μια δύσκολη (κοινωνικο-πολιτικά) εποχή στην πλευρά του κατεστημένου, όταν σύμπασα η διανόηση τότε που η νεολαία βρισκόταν στα οδοφράγματα του Παρισιού, της Ναντέρ και αλλού, και υπερασπίζονταν ιδέες ανατρεπτικές. Ο Μαλρό διάλεξε το "καθεστώς". Δεν ξέρω αν αυτό θα μείνει στην ιστορία.

Μερική βιβλιογραφία:


Βιβλία για τον Μαλρό:

  • Andre Malraux (1960) by Geoffrey H. Hartm an
  • Malraux (1971) by Pierre Galante (SBN 40212441-3)
  • Andre Malraux: A Biography (1997) by Curtis Cate (ISBN 208066795)
  • Malraux ou la Lutte avec l'ange. Art, histoire et religion (2001) by Raphaël Aubert (ISBN 2-8309-1026-5)
  • Malraux : A Life (2005) by Olivier Todd (ISBN 0375407022)
  • Dits et écrits d'André Malraux : Bibliographie commentée (2003) by Jacques Chanussot and Claude Travi (ISBN 2-905965-88-6)
  • The Battle for Spain: The Spanish Civil War 1936 - 1939 (Second edition 2006) by Anthony Beevor (ISBN 0-2978-4832-1)
  • André Malraux (2003) by Roberta Newnham (ISBN 97818415085
Κι αυτό


André Malraux (1901-1976)

Pour beaucoup d'écrivains, l'enfance fait l'objet d'une introspection nostalgique ou émerveillée. André Malraux, lui, a mis toute son énergie à l'oublier : " Presque tous les écrivains que je connais aiment leur enfance, je déteste la mienne" écrira-t-il dans ses Antimémoires en 1967. Il n'aimait guère, non plus, que l'on fouille ce "tas de petits secrets" qu'est la vie d'un homme... Aussi s'emploiera-t-il à brouiller les pistes concernant sa propre existence.

Rien ne prédestinait ce jeune banlieusard sans fortune, né en 1903, au pied de la butte Montmartre à devenir l'un des géants français du vingtième siècle. Elevé , du fait de la séparation de ses parents, par trois femmes, sa grand-mère, sa mère et sa tante, il découvrira d'abord le monde au travers des livres et des musées. Doué d'une grande curiosité et d'une mémoire prodigieuse, il devient "chineur" pour un libraire-éditeur parisien, et s'immisce ainsi dans les milieux littéraires et artistiques de l'avant-garde . Malraux se passionne pour la peinture cubiste. Un grand marchand de tableau, qui est aussi éditeur, Kanhweiler, éditera en 1921 le premier livre de Malraux : Lunes en papier.

Puis Malraux rencontre Clara Goldschmidt , riche héritière d'une famille allemande émigrée. La jeune fille est immédiatement séduite par ce garçon élégant à l'intelligence brillante et aux propos pétillants. Fiançailles, mariage. Malraux place la fortune de son épouse en bourse. Les entreprises minières mexicaines dans lesquelles il a tout misé, ne tiendront pas leur promesse. Le couple est ruiné.

Pour se reconstituer rapidement un patrimoine, André Malraux prend l'étrange décision d'aller s'emparer de quelques statues khmères dans la jungle cambodgienne pour les revendre ensuite en occident. L'expédition est un désastre. A la veille de Noël 1923, le couple est arrêté à Phnom-Penh. André Malraux est condamné à trois ans de prison ferme. Clara Malraux, elle, bénéficie d'un non lieu et parvient à rentrer en France. Elle réussira, en mobilisant une vingtaine de grands écrivains français à faire libérer son mari.

Mais ce séjour asiatique lui a donné le virus de l'aventure et a révélé son intérêt pour l'action politique. Malraux retourne en Asie. Ses positions anti-coloniales lui valent quelques démêlés avec la justice. Rédacteur en chef d'une publication clandestine, L'Indochine enchaînée, Malraux suit avec un regard attentif les événements de la révolution chinoise, notamment le soulèvement de Canton (1925). Revenu en France, il publie ses premiers romans : La Tentation de l'Occident (1926) , Les Conquérants (1928) , La Voie royale (1930, prix Interallié). La condition humaine lui vaut le prix Goncourt en 1933.

Son goût de l'action et ses convictions anti-fascistes poussent Malraux à participer à la guerre civile espagnole aux côtes des républicains en 1936. Ces événements lui inspireront un grand roman : L'Espoir ( 1937) et un film ( Sierra de Terruel, 1939)

Durant la seconde guerre mondiale, Malraux entre tardivement dans la résistance ( en 1943) sous le nom de colonel Berger. Il éprouve de grandes difficultés, tant auprès des résistants gaullistes que communistes, qui le considèrent comme un transfuge tardif. En juillet 1944, sa voiture tombe dans une embuscade à Toulouse : blessé, Malraux est arrêté, interrogé, et transféré à la prison Saint-Michel de Toulouse. Il ne doit sa libération, en août, qu'à un départ précipité des allemands.

En 1945, il rencontre le Général de Gaulle. Un grande admiration réciproque se crée entre les deux hommes. Malraux accepte de devenir son conseiller technique à la Culture et devient un éphémère ministre de l'Information (novembre 1945 à janvier 1946).

Il ne quittera plus le Général de Gaulle. Lors de son retour aux affaires en 1958, il devient Ministre d'Etat chargé des Affaires culturelles. Le militant révolutionnaire s'est mué en militant gaulliste. Sa diction magnétique et haletante résonne pour longtemps dans nos mémoires : l'oraison funèbre de Braque et le transfert des cendres de Jean Moulin au Panthéon...

Malraux publiera encore La Voix du Silence (1951), La Métamorphose des dieux (1957-1976), et les Antimémoires (1967).

En 1970, il publie les Chênes que l'on abat, un dernier hommage au général de Gaulle disparu, dont il était resté le plus proche des compagnons.

Il meurt en 1976, à l'hôpital Henri-Mondor de Créteil, suite à une congestion pulmonaire.

Malraux est un personnage que l'on a eu trop tendance à statufier . Sans doute le livre d'Olivier Todd ("André Malraux. Une vie", Biographie d'Olivier Todd, Gallimard, avril 2001) , qui va ébranler ce monument trop vénéré, sera-t-il salutaire ?

Jean d'Ormesson écrivait d'ailleurs, il y a quelques années, dans son dictionnaire de la Littérature française : "Le risque pour Malraux est de voir son œuvre étouffée par sa vie tumultueuse. Le Panthéon est un triomphe, mais ce n'est pas au Panthéon, c'est dans le cœur et la mémoire que survivent les écrivains."

En dévoilant les mensonges et les points faibles de Malraux, Olivier Todd, comme l'écrit Angelo Rinaldi, "humanise" la statue ; et c'est tant mieux.

Claire Delune

Résumé de la Condition humaine sur alalettre

André Malraux, Une vie, Biographie d'Olivier Todd

Jean Daniel, directeur du Nouvel Observateur, évoque l'Espoir, le livre qui a marqué "ses vingt ans".


Wednesday, November 21, 2007

ΚΑΙΤΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

Πρόκειται για ένα ταξίδι ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, θρησκείες και συμφέροντα. Οι ήρωες, Ταϋγέτη και Ιάσων, χαμογελούν στους θεούς τους και τρέχουν στον χρόνο, ψάχνοντας την ολοκλήρωσή τους. Ο έρωτας τους ακολουθεί. Όπως και ο θάνατος. Ένα χαμένο χειρόγραφο η πυξίδα για τον σκοπό της τελευταίας ενσάρκωσης, θα είναι όμως και ο σκοπός για την τελευταία περιπέτεια της ανθρωπότητας. Οι πυραμίδες των Αιγυπτίων, των Αζτέκων και των Ελλήνων κρύβουν πολλά. Και τα μονοθεϊστικά ιερατεία ακόμη περισσότερα. Αλλά οι εξόριστοι θεοί μετρούν αλλιώς τον χρόνο. Και... απλώς περιμένουν.

Η συγγραφέας... Η Καίτη Νικολοπούλου κατάγεται από την Αρκαδία, γεννήθηκε στην Καλαμάτα και ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει αρχιτεκτονικό και τοπογραφικό σχέδιο. Το 1981 και για μια συνεχή τριετία, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και υπεύθυνη Τύπου στην καθημερινή εφημερίδα της Ρόδου «Ενημέρωση». Με την επιστροφή της στην Αθήνα, συνεργάζεται ως επιμελήτρια και διορθώτρια εκδόσεων με σημαντικούς εκδοτικούς οίκους. Το 1990, κυκλοφορεί το πρώτο, υπό μορφήν πρόζας, βιβλίο της, «Οκτώ κλισέ και μια Λεζάντα» από τις εκδόσεις «Ηριδανός». Από το 1991, παρουσιάζεται σε διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς ως παραγωγός λογοτεχνικών εκπομπών. Το 2000 εκδίδει το δεύτερο βιβλίο της, θεατρικό, και συγκεκριμένα λιμπρέτο για σύγχρονη όπερα, με τίτλο «Ατλαντίς – Το όραμα» από τις εκδόσεις «Φυτράκη». Ως στιχουργός, έγραψε και κυκλοφόρησε δισκογραφικά, διάφορα τραγούδια της, με σημαντικότερη, τη συνεργασία της στην μπλουζ-ροκ, μουσική σκηνή. Από το 2002 συνεργάζεται με την εφημερίδα «Η Άποψη» από τη θέση της διορθώτριας , ενώ τελευταία, στην ίδια εφημερίδα, αρθρογραφεί και συγκεκριμένα έχει αναλάβει την ενότητα των Πολιτιστικών. Η Καίτη Νικολοπούλου είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης και της Ένωσης Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού. Επίσης, έχει διατελέσει, για αρκετά χρόνια γενική γραμματέας της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων (Ε.ΠΟ.Σ).

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΑΚΡΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ

Βικτώρια Μακρή Ελεύθεροι Φυλακισμένοι

Σειρά: Έλληνες Λογοτέχνες

Σεπτέμβριος 2007. Εκδόσεις Ψυχογιός

ISBN: 978-960-453-240-7

O ένας, οι μόνες κουβέντες που είχε πει στη ζωή του ήταν «τα ρέστα σας»... Εγκλωβισμένος και αυτός και η ζωή του και η ψυχή του στο περίπτερο όπου εργαζόταν χρόνια. Σαν κελί το περίπτερο, σαν φυλακή ο εαυτός του. Έτσι ένιωθε. Έτσι είχε επιλέξει να νιώθει. Άτολμος. Φοβισμένος. Ένα «σπίτι» απέναντι από το περίπτερό του, αλλά έρωτα δε γνώρισε ποτέ. Τις γυναίκες που δούλευαν στο «σπίτι» τις κοίταζε, τις ξανακοίταζε, τις ποθούσε, τις ξαναποθούσε, «τα ρέστα σας» τους έλεγε όταν έρχονταν ν’ αγοράσουν τσίχλες με άρωμα δυόσμο, αλλά μετά χαμήλωνε τα μάτια κατακόκκινος…

Ο άλλος, αληθινά φυλακισμένος αυτός. Για έγκλημα. Δεκαεννέα χρόνια κάθειρξη. Σε πραγματικό κελί εκείνος. Με φεγγίτη ψηλά, με καρέκλα που την έβαζε κάτω από το φεγγίτη και σκαρφάλωνε να κοιτάξει έξω· εκεί όπου ήταν η ψυχή του. Ανεγκλώβιστη. Ελεύθερη, όπως γεννήθηκε. Αδιαπραγμάτευτη στη δυστυχία, στη μιζέρια. Προορισμένη να βρίσκεται μέσα κι έξω από την ύλη. Και πέρα από τα όρια της λογικής. Και πέρα από οποιαδήποτε όρια. Βίοι παράλληλοι οι δυο τους, δρόμοι παράλληλοι, που δε συναντήθηκαν ποτέ. Περιπτεράς και φυλακισμένος. Άγνωστοι μεταξύ τους. Ξένοι. Ως το τέλος. Ή περίπου ως το τέλος...

Η συγγραφέας… Η Βικτώρια Μακρή γεννήθηκε στην Πάτρα και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου συνεχίζει να κατοικεί και να εργάζεται. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Πολυτεχνείο άρχισε να γράφει διηγήματα και στίχους. Αργότερα ασχολήθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με την επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

ΟΡΧΑΝ ΚΕΜΑΛ: Η ΠΑΝΤΡΕΙΑ

Η παντρειά

ISBN: 978-960-03-4523-0

Τα Χρόνια της αλητείας δεν είναι παντοτινά, κάποια στιγμή τελειώνουν. Ο νεαρός Ορχάν παντρεύεται αλλά δεν «νοικοκυρεύεται». Παραμένει ατίθασο πνεύμα και αντιρρησίας στα κακώς κείμενα της κοινωνίας. Εργάζεται ως γραμματέας σε λογιστήριο. Ο μισθός του, μισθός πείνας. Κάποια στιγμή, του προτείνουν μια γερή «αρπαχτή». Η άρνησή του, τον οδηγεί σε αδιέξοδο. Συκοφαντείται ως υπαίτιος κλοπής και στη συνέχεια χάνει τη δουλειά του. Άνεργος, οργισμένος με όλους και με όλα, ακόμα και με τη γυναίκα του, τσακισμένος από το βάρος της φήμης του πατέρα του, αλλά και από τις δυσκολίες της ζωής, περιπλανιέται στους δρόμους με το μυαλό του να παίρνει ανάποδες στροφές και να κολλάει στο ίδιο πάντα ερώτημα: Πόσο επ ιτρέπεται σε ένα «μικρό» άνθρωπο να κρατήσει ψηλά το κεφάλι σε πείσμα των καιρών; Το δεύτερο, αυτόνομο, μέρος από το Μυθιστόρημα του μικρού ανθρώπου, το δημοφιλέστερο σε όλο το ν κόσμο έργο του κλασικού Τούρκου συγγραφέα.
Ο συ
γγραφέας... Γεννήθηκε στα Άδανα το 1914. Οι αριστερές καταβολές της οικογένειάς του τον α νάγκασαν από μικ ρό να εξοριστεί στη Συρία και να ριχτεί στη βιοπάλη. Το 1939, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, καταδικάζε ται σε πέντε χρόνια φυλάκιση για ανατρεπτική δράση. Σήμερα το εγκυρότερο λογοτεχνικό βραβείο της Τουρκίας φέρει το όν ομά του. Θεωρείται από τους σημαντικότερους Τούρκους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί επίσης: