Wednesday, September 2, 2015
Νέοι δίαυλοι της πεζογραφίας
Sunday, September 11, 2011
Μυθιστορήματα για βραβείο
- ΤΑ ΒΑΡΙΑ ΧΑΡΤΙΑ του «Καστανιώτη» στον τομέα της ξένης λογοτεχνίας είναι ο Εγγλέζος Αλαν Χόλινγκστερ κι ο Ιρλανδός Σεμπάστιαν Μπάρι, υποψήφιοι για το φετινό βραβείο Μαν Μπούκερ και οι δύο.
Sunday, September 12, 2010
Η πεζογραφία ακόμη αντιστέκεται
- Είναι μόδα, δεν απαιτεί κεφάλαια, μονοπωλεί τις λίστες των μπεστ σέλερ και ξαναβάζει το κοινό στα ελληνικά βιβλιοπωλεία
- Tης Oλγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/09/2010
- Δεν υπάρχουν στεγανά
- Η θεματολογία
- Οι συγγραφείς
Sunday, August 29, 2010
Γραφές και εικόνες της «φιλόξενης» εξορίας
- ΒΕΝΕΤΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, εκδόσεις Πόλις, σελ. 164
Tuesday, July 14, 2009
Μια αποδοτική αλλά «παράξενη» εργασία
- Του Μακη Πανωριου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/07/2009
Δημήτρης Σωτάκης: Το θαύμα της αναπνοής, μυθιστόρημα, «Κέδρος», Αθήνα 2009, σελ. 213.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Μπορεί η ρεαλιστική πραγματικότητα να δίνει την ψευδαίσθηση ενός καθ’ όλα «φυσιολογικού» φαινόμενου, όπου όλα κινούνται σε «λογικούς» ρυθμούς και ότι, εν πάση περιπτώσει, όλα έχουν «ποιηθεί» σωστά και ότι όλα είναι ενταγμένα, είτε θεολογικά είτε ρασιοναλιστικά, σε ένα υπερσχέδιο, που ανεξαρτήτως του ότι ο κοινός, αλλά και ο διανοούμενος άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει την υπαρξιακή σημασία του, όμως, το γεγονός ότι βιώνει μια εκλογικευμένη καθημερινότητα, αρκεί για να του εξασφαλίσει τον επίπλαστο εφησυχασμό του: Ολα βαίνουν καλώς και όλα μετεξελίσσονται ομαλά. Αμέσως μετά, όμως, η σκέψη και μόνο του παράλογου της ζωής και του θανάτου υπονομεύουν τον προαναφερθέντα εφησυχασμό και δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας, αν όχι και ανησυχίας: Οχι, δεν βαίνουν όλα καλώς. Αντίθετα μάλιστα, το σύμπαν –και η καθημερινότητα– με ψύχραιμη και απαλλαγμένη από μεταφυσικές ανεδαφικότητες οπτική – προσυπογράφουν το παράλογο της ύπαρξης και αυτού καθ’ εαυτού του εξουθενωτικά επαναλαμβανόμενου εικοσιτετραώρου εντός του οποίου ο άνθρωπος απλώς κάποια στιγμή και, πέρα από τη διαπιστωμένη ψευδαίσθηση του «φυσιολογικού» βιώνει το παράλογο της ύπαρξής του: Πρέπει να την εξαντλήσει χωρίς περιθώρια επιλογής.
Πώς, λοιπόν, συλλαμβάνει κανείς και, κυρίως, ο συγγραφέας, το παράλογο ή την παράνοια της βιωμένης πραγματικότητας; Μα μόνο, υποθέτω, καθώς μας έχει ήδη διδάξει η λογοτεχνία με παράλογο μύθο, τον μόνο που μπορεί να αποκρυπτογραφήσει, υπό μορφή κρυπτογραφικού αινίγματος μέσω μιας νόμιμης λογοτεχνικά «φυσικής διαστρέβλωσης» και να αποκαλύψει το απροσδιόριστο, αλλά διαπιστωμένο άγχος του υπαρξιακού ανθρώπου. Παράλληλα, μέσω αυτού του «εργαλείου», του δίνεται επίσης η δυνατότητα να ρίξει και ένα σκοτεινό βλέμμα σε αυτό που (ίσως) είναι ο άνθρωπος, ο απεκδυμένος όμως από πομπώδεις και φανταχτερές ψευδαισθήσεις επιφανειακού «πολιτισμού».
Αυτήν ακριβώς την αίσθηση, συλλαμβάνει ο Δημήτρης Σωτάκης με έναν προκλητικό, επιθετικά «παράλογο» μύθο του οποίου η προέκταση υπερβαίνει την επιφανειακά ρεαλιστική διεκπεραίωσή του. Ο αντι-ήρωάς του, ένας καθ’ όλα φυσιολογικός, καθημερινός άνθρωπος, μέσω της προσωπικής του οδύσσειας το επιβεβαιώνει. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το οικονομικό του πρόβλημα δέχεται μια «παράξενη» εργασία. Διαθέτει το σπίτι του έναντι υψηλού μισθού ως αποθήκη επίπλων. Η εν λόγω «εργασία» του εξασφαλίζει σύντομα μια μικρή περιουσία. Συν τω χρόνω, όμως, θάβεται, στην κυριολεξία, ως σώμα μέσα στην ανυπαρξία πλέον του άλλοτε ελεύθερου χώρου του οίκου του. Δεν του απομένει παρά μια υποτυπώδη οπή από την οποία μπορεί τουλάχιστον να βιώνει μόνο το θαύμα της... αναπνοής του. Με μια σίγουρη γραφή ο συγγραφέας, η οποία κλιμακώνει σταδιακά την ένταση της ιστορίας του, εικονογραφεί το παράλογο του κόσμου, σαρκάζοντας στο βάθος το όνειρο της ευτυχίας και το όραμα της ουτοπίας, όμως, που μόνο στη φαντασίωση των εκτός πραγματικότητας ιδεαλιστών υπάρχει.
Tuesday, June 2, 2009
Λογοτεχνία της μετανάστευσης
- Η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα, άρτιο δείγμα μιας φιλόξενης τέχνης
- Του Παντελή Mπουκάλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2/6/2009
Δημήτρης Νόλλας: «Ναυαγίων πλάσματα». Εκδόσεις «Κέδρος», 2009, σελ. 92.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Η λογοτεχνία της μετανάστευσης έχει μακρά παράδοση στη γλώσσα μας και θα αρκούσε να μνημονεύσει κανείς τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς και τον κόσμο που ιστόρησαν με βαθύ πάθος. Η αλλαγή πεδίου πάντως, ή μάλλον οπτικής, είναι φανερή τα τελευταία χρόνια: η συγγραφική έμπνευση δεν παρακολουθεί πια Ελληνες που ξενιτεύονται και βασανίζονται από το άλγος του νόστου, αλλά ξένους κάθε φυλής, γλώσσας και θρησκεύματος που μεταναστεύουν εδώ, είτε επειδή οι σπασμένες φήμες που φτάνουν στον τόπο τους θέλουν την Ελλάδα κάτι σαν γη της επαγγελίας (το κάτι, αν συγκριθεί με το τίποτα, φαντάζει παράδεισος) είτε επειδή θεωρούν τη χώρα μας έναν αναγκαίο σταθμό στο αβέβαιο και επικίνδυνο ταξίδι τους προς τη βαθύτερη Δύση.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η νεοελληνική λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, η πεζογραφία πρωτίστως αλλά και η ποίηση και το θέατρο και ο κινηματογράφος και η ζωγραφική, στάθηκε από αρκετά νωρίς φιλόξενη. Αρκετοί από τους θεράποντές της διέκριναν τα προβλήματα των ξένων και δοκίμασαν να τα αναδείξουν και να τα προβάλουν πολύ πριν υποψιαστεί ή αποδεχτεί την ύπαρξή τους τόσο η ευρύτερη κοινωνία όσο και η πολιτεία. Ο δρόμος για να προσέλθουν οι καλλιτέχνες σε αυτόν τον καινούργιο «τόπο», τον τόπο του ξένου, και γενικότερα του άλλου, μοιάζει να είναι ένας: ο δρόμος της ευθύνης· τα παρακλάδια του, πάντως, είναι πολλά και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν υπερβαίνει πάντοτε την αισθηματική καταγωγή κάθε κειμένου ή τον ιδεολογικό του προορισμό. Το θέμα, όσο ευαίσθητο, δεν έφτιαξε ποτέ τον τεχνίτη.
Οι άλλοι κι εμείς
Η καινούργια σειρά «Εμείς και οι άλλοι» των εκδόσεων «Κέδρος», η δημιουργία της οποίας ακούγεται εύλογη, ευτύχησε να εγκαινιαστεί με τη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» του Δημήτρη Νόλλα (γενν. στη Δράμα το 1940). Και λέω πως ευτύχησε, διότι ο Νόλλας, πεζογράφος ιδιότυπα σπουδαίος, δεν έρχεται αγχωμένος να επιβιβαστεί σε κάποιον συρμό συγγραφικής φιλο-ξενίας και να υπηρετήσει ορισμένες συμβάσεις, χειραγωγούμενος κατά κάποιον τρόπο από τις αναγνωστικές προσδοκίες. Αυτό είναι, άλλωστε, το εσωτερικό πρόβλημα των θεματικών λογοτεχνικών σειρών που συστήνουν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι: ο ενδεχόμενος κανονιστικός ρόλος της παραγγελίας, η οποία, αν δεν λειτουργήσουν αποτελεσματικά τα συγγραφικά αντανακλαστικά, ενδέχεται να δράσει υπερπροσδιοριστικά, περίπου όπως η έκθεση των πανελλαδικών, σύροντας τον «εξεταζόμενο» συγγραφέα προς κάποιο «δέον γράφειν». Το άλλο σύμφυτο πρόβλημα των λογοτεχνικών παραγγελιών, δηλαδή η αμοιβή (όταν βέβαια υπάρχει), για πολλούς έχει λυθεί από τον καιρό του Σιμωνίδη του Κείου, του πρώτου ποιητή που, σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές, έγραψε επί πληρωμή («γράψαι άσμα μισθού»)· μέχρι τότε, καταπώς έλεγε ο Πίνδαρος σε Ισθμιόνικό του, η Μούσα δεν πληρωνόταν, δεν δούλευε επ’ αμοιβή («α Μοίσα γαρ ου φιλοκερδής / πω τότ’ ην ουδ’ εργάτις»).
Εγκαιρη ευαισθησία
Εγκαιρα λοιπόν, κι ευαίσθητα, ο Δημήτρης Νόλλας άνοιξε τις σελίδες του στον ξένο, για να αναδείξει την ουσία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει μακριά από τα γενέθλια χώματα. Δεν έχει σημασία αν πήρε αυτό τον δρόμο οδηγημένος από το (πρακτικώς ακυρωμένο) «Δος μοι τούτον τον ξένον» της χριστιανικής παράδοσης ή από το (από αιώνων σβησμένο) παράγγελμα του «Εις ξένους» Ομηρικού Υμνου, «Αιδείσθε ξενίων κεχρημένον ηδέ δόμοιο» (στη μετάφραση του Δ. Π. Παπαδίτσα και της Ελένης Λαδιά: «Αυτόν που χρειάζεται φιλοξενία και κατοικία σεβαστείτε τον»), Εκείνο που ενδιαφέρει είναι τ ότι στο έργο του ο ξένος, και η έγνοια για τα πάθη του, δεν είναι πρόσχημα ή σκέτη αφορμή αλλά βαθιά αιτία: είναι ένας λόγος που πρέπει να μιληθεί. Και, διά χειρός και στόματος Νόλλα, μιλιέται τίμια και δυνατά.
Δίχως τη μαστορική του συγγραφέα, η νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» ίσως κινδύνευε να βουλιάξει κάτω από τις όχι και λίγες πέτρες των ενδολογοτεχνικών της υπαινικτικών ή άμεσων αναφορών. Ηδη ο τίτλος της μνημονεύει τον τίτλο «Ναυαγίων ναυάγια» ενός διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο ίσκιος του οποίου πλανιέται στις σελίδες του Νόλλα, όπως υπέδειξε (εξετάζοντας και τη συγγένεια των ονομάτων των ηρώων της νουβέλας με ονόματα ηρώων του Σκιαθίτη) η Μάρη Θεοδοσοπούλου, στην κριτική της ανάγνωση στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»· στη δική της ανάγνωση, στην «Καθημερινή» η Ελισάβετ Κοτζιά εντόπισε και ανέδειξε τη σχέση παραγράφων του κειμένου του Νόλλα με διηγήματα του Δημήτρη Χατζή.
Ηδη πάντως στο ξεκίνημα του βιβλίου, η «πομπή πνιγμένων» (μετανάστες από άγνωστη πατρίδα που ναυαγούν και πνίγονται στο Αιγαίο) δεν μπορεί παρά να φέρει στον νου έναν στίχο-σφραγίδα από τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου: «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς» («κι είδαμε το Αιγαίο νεκρούς ν’ ανθεί»). Κι ύστερα, ο «Ιγνάτιος, ο Πωστονλέν», ο τυφλός που, σαν ποιητής μιας μικρής Οδύσσειας δίχως νόστο, αφηγείται στον συγγραφέα μια ξένη ιστορία για να τη γράψει, στρέφει τη μνήμη στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και στον Πωσνατονπούμ (ως Ιγνάτης Τρελός, παρεμπιπτόντως, υπέγραφε ο Γιώργος Σεφέρης το κείμενό του για την «Κυρία Ερση» του Πεντζίκη).
Χωρισμένο σε δεκαπέντε κεφάλαια (μόνο στο δεύτερο ο συγγραφέας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, για να σημειώσει πως «είναι πάντα ένας άλλος που γράφει το βιβλίο μου και το βιβλίο του μοιάζει με το δικό μου»), το πεζογράφημα του Νόλλα είναι η σφιχτή εξιστόρηση της διάσωσης μιας ναυαγισμένης μετανάστριας, της Ασμάτ, κάπου στο Αιγαίο, με τον λυρισμό να αντιστρατεύεται την ωμότητα των πραγμάτων. Ούτε η καταγωγή της προσδιορίζεται ούτε το νησί όπου θα βρει καταρχάς τη σωτηρία, κατόπιν τον έρωτα και τελικά τον θάνατο, που κι αυτός μένει αδιευκρίνιστος (φόνος ή αυτοκτονία;). Για τη γυμνή ζωή της ξένης, των ξένων, η ποθητή ουτοπία αποδεικνύεται ου τόπος.
Sunday, October 19, 2008
ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ: «Αρκετά βολευτήκαμε με τους αρχαίους»
«Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά», λέει ο συγγραφέας. |
Οταν, πάντως, ο Θέμελης αναφέρεται σε «τουρκόσπορους», ξέρει πολύ καλά για τι μιλάει: «Η απόρριψη που γνώρισε ο πατέρας μου από την ελληνική κοινωνία ήταν καθολική. Η ενσωμάτωση των προσφύγων έγινε σιγά σιγά. Επρεπε να έρθει ο Εμφύλιος για να περάσουμε από το δίπολο ντόπιοι και ξένοι που διαδέχτηκε το βασιλικοί-βενιζελικοί, στη νέα διαχωριστική γραμμή δεξιοί-αριστεροί...».
Στον πατέρα του - «απόφοιτο της εμπορικής σχολής της Σμύρνης που το '22 είδε ν' ακυρώνονται οι επαγγελματικές του φιλοδοξίες και κατέληξε λογιστής στην βαμβακουργία της Νέας Φιλαδέλφειας που περιγράφω στην "Αναλαμπή"»- ο Θέμελης δεν χρωστά μόνο μια γερά σφυρηλατημένη συναισθηματική σχέση αλλά κι ένα σωρό ιστορίες από τα περασμένα που μπόλιασαν αργότερα το λογοτεχνικό του έργο. Τι κι αν στις «Αλήθειες των άλλων» οι ήρωες είναι φανταστικοί και οι περιπέτειές τους επινοημένες;
Οι απώλειες, οι απογοητεύσεις και τα διλήμματά τους είναι εν πολλοίς εμπνευσμένα από ένα βιωμένο πάρε-δώσε ανάμεσα σε Ελληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους, γηγενείς και «ξένους». Σε πείσμα δε των κλισέ, οι μεγαλύτερες αγριότητες δεν συμβαίνουν ανάμεσα στ' αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά ανάμεσα σε «αδέλφια».
Το ζήτημα της ταυτότητας -βασικό μοτίβο στο έργο του Θέμελη- παρουσιάζεται εδώ μέσα από πολιτισμικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ακόμα και σεξουαλικές παραμέτρους, ενώ στο κουκούτσι του βιβλίου δεσπόζει ο προβληματισμός του για την αναπαραγωγή των εθνικών μας μύθων, με κορυφαίο εκείνον περί της αέναης συνέχειας του ελληνισμού:
«Βολευτήκαμε με το ιδεολόγημα πως είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων κι ότι όλοι μας οφείλουν... Κι αντί ν' αντλούμε αυτοπεποίθηση από πιο σύγχρονα επιτεύγματά μας, όπως τόσες και τόσες άλλες εθνότητες, συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε το φαντασιακό μας με μια σειρά από κατασκευές».
Η πλοκή στις «Αλήθειες των άλλων» καλύπτει την περίοδο 1923 -1957 μέσα από τις περιπέτειες μιας οικογένειας προσφύγων, των Λινών, με ρίζες από το Αϊβαλί―της Μικράς Ασίας. Στο μεγαλύτερο ωστόσο μέρος της πρωταγωνιστεί ο Μανόλης Λινός, τον οποίο παρακολουθούμε από παλικαράκι, σ' εκείνη τη φάση της ζωής του που κρύβει την ταυτότητά του για να επιβιώσει κι ακούει στο όνομα Μεχμέτ, μέχρι την ωριμότητά του στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όπου εργάζεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη -ένα αμερικανικό ίδρυμα που για τους γύρω του αντιπροσωπεύει ό,τι πιο μισητό, αλλά που για τον ίδιο υπήρξε σωτήριο καταφύγιο, όταν βίωσε την απόρριψη από την ελληνική κοινωνία.
Σ' ένα Αϊβαλί όπου ακόμα κι ο αέρας έχει τουρκέψει, ο νεαρός Μανόλης δένεται φιλικά με τον Ισμαήλ, έναν ομοφυλόφιλο τούρκο από τη Μυτιλήνη, ξεριζωμένο λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών που έχει προηγηθεί. Οι σελίδες όπου ο ήρωας αντικρούει το ερωτικό κέλευσμα του τελευταίου, χωρίς όμως και ν' απαρνηθεί τη συντροφιά του, είναι από τις ωραιότερες του βιβλίου και, όπως λέει ο Θέμελης, βασανίστηκε αφάνταστα για να τις γράψει. Η σεξουαλική ιδιαιτερότητα του Ισμαήλ θ' αποδειχτεί μοιραία για τον ίδιο -θα πέσει θύμα ανηλεούς ξυλοδαρμού από ομοεθνείς του. Προηγουμένως όμως θα έχει βοηθήσει όσο κανείς τον Μανόλη για να περάσει απέναντι και να συναντήσει τους δικούς του, φυγαδεύοντας μαζί του ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: ένα μπαούλο με σπάνιες εκδόσεις όπου αποθησαυριζόταν ο πολιτισμός των Κυδωνιών, μαζί μ' ένα χειρόγραφο του 15ου αιώνα που οι Λινοί φυλούσαν από γενιά σε γενιά ως κόρη οφθαλμού, έχοντας όμως πλήρη συνείδηση ότι οι καιροί δεν επέτρεπαν να μοιραστούν με άλλους το περιεχόμενό του.
Αυτό ακριβώς είναι το όχημα που διάλεξε ο Θέμελης για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Ενα οικογενειακό κειμήλιο με τη μαρτυρία ενός ανώνυμου μοναχού για την Αλωση της Πόλης, σύμφωνα με την οποία ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν έπεσε στη μάχη ηρωικά, αλλά φυγαδεύτηκε άρον άρον με χρυσοπληρωμένο ψαράδικο στον Αθω! Φορέας ενός πολιτισμού που, όπως θα διαπιστώσει, λίγο ενδιαφέρει τους Ελλαδίτες, ο ήρωας του βιβλίου θα περάσει από φωτιά και σίδερο για να σταθεί στα πόδια του ως άτομο, ως εκπαιδευτικός κι ως οικογενειάρχης στη Μυτιλήνη, την Κομοτηνή και την Αθήνα.
Τη μοναδική φορά -στη διάρκεια σχολικής γιορτής για την 25η Μαρτίου- που θα τολμήσει να ψελλίσει ότι το σύμβολο του γένους ενδέχεται να ήταν προδότης, θα το πληρώσει πανάκριβα. Το ίδιο ακριβά θα πληρώσει και το συγχρωτισμό του με το -τόσο οικείο σ' αυτόν- μουσουλμανικό στοιχείο της Θράκης. Οπως και στην περίπτωση του Ισμαήλ, η βία που εισπράττει ο Μανόλης δεν εκτοξεύεται από «προαιώνιους» εχθρούς, αλλά από ομοεθνείς του.
Αν στο πρώτο μέρος της «Αλήθειας των άλλων» η δράση προχωράει σιγά σιγά, στο δεύτερο μέρος τα άλματα στο χρόνο είναι μεγάλα. Το συναισθηματικό κενό που άφησε στον Μανόλη ο χαμός του Ισμαήλ αναπληρώνεται τώρα από μια ανεξάρτητη όσο και βασανισμένη γυναίκα, τη Ρούσα. Μια μυτιληνιά κόρη παπά, «μαύρο πρόβατο» κι αυτή για την τοπική κοινωνία εξαιτίας του δεσμού της με αριστοκράτη Εγγλέζο. Κι ενώ θ' απορρίψει τον Μανόλη ερωτικά, θα ορίζει εμμέσως τις επιλογές του.
Ο γάμος του ήρωα με την Ευγενούλα, παιδική του φίλη απ' τις Κυδωνιές, οφείλεται περισσότερο σε μια αίσθηση καθήκοντος παρά στην εκπλήρωση ενός πάθους. Και η κοινή τους ζωή θα σημαδευτεί αμετάκλητα από τη στάση της τελευταίας απέναντι στους κομμουνιστές, καθώς προδίδοντας -κάτω απ' τα μάτια του Μανόλη...- έναν αριστερό συνάδελφό του στις αρχές, βάζει υποθήκη τη ζωή της. Οσο για το βάρος του χρέους που εκείνος κουβαλά, για την αποκατάσταση, όπως πιστεύει, της ιστορικής αλήθειας, θα περάσει στον πρωτότοκο γιο του, τον Ιωακείμ, τον οποίο ο Θέμελης φροντίζει να συστήσει από το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του.
Οι Λινοί μοιάζουν καταδικασμένοι όχι μόνο ν' αναχωρούν αλλά και να συμβιβάζονται, κι ο Ιωακείμ δεν θ' αποτελέσει εξαίρεση. Ιστορικός με λαμπρές σπουδές στο Λονδίνο, θα θυσιάσει τους ενδοιασμούς του για την περίφημη συνέχεια του ελληνισμού στο βωμό μιας απρόσκοπτης ακαδημαϊκής καριέρας. Αποφασίζει να καταθέσει τα όπλα, παρά ν' αναμετρηθεί με μια «φονταμενταλιστική» κατά βάθος κοινωνία. Μια κοινωνία που βυθίστηκε σε μια καταστροφική εμφύλια διαμάχη αλλά «εξακολουθεί να ευνοεί τα πισωγυρίσματα, ανήμπορη ακόμα και σήμερα ν' αντιμετωπίσει με ψυχραιμία και διάθεση συζήτησης τις αλήθειες των άλλων», όπως επιμένει ο συγγραφέας.
Στο καινούριο του βιβλίο, ο Νίκος Θέμελης έπλασε ήρωες που προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς πορεύονται με τσακισμένα τα φτερά τους αλλά, παρ' όλα αυτά, καταφέρνουν να γευτούν τη γαλήνη, έστω και στα γεράματά τους. Πώς θα όριζε άραγε ο ίδιος, ως ορκισμένος εκσυγχρονιστής, την αγάπη για την πατρίδα;
Γι' αυτήν την Ελλάδα εργάστηκε πλάι στον Κώστα Σημίτη, χωρίς ν' αποφύγει κι εκείνος τους συμβιβασμούς, γευόμενος και το θρίαμβο και την απαξίωση. Απ' τη μεριά του, δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: «Εκπρόσωπος μιας μειοψηφίας είμαι». Ο,τι κόστος, όμως, κι αν είχε αυτή η διαδρομή, όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε προσωπικό επίπεδο, «δεν μετανιώνω για τίποτα!» λέει. Και το εννοεί μέχρι κεραίας.
Tuesday, June 3, 2008
Γιάννης Αντάμης: «Σχέδιο τρόμου»
Γιάννης Αντάμης: «Σχέδιο τρόμου», Εκδόσεις «Οξύ». Αθήνα 2007, σελ. 100.
Ιαν ΜακΓιούαν: περιβαλλοντικές ανησυχίες...
Από το 2005 σκεφτόταν ο ΜακΓιούαν να γράψει ένα μυθιστόρημα... οικολογικών ανησυχιών. Πήγε κρουαζιέρα παρέα με επιστήμονες και έχασε πάσαν ιδέ |

McEwan sees funny side of climate change in novel reading
· Main character is scientist who hopes to save planet
Judith Soal, Monday June 2, 2008. The Guardian
After tackling in his recent novels the weighty topics of the Iraq war, family betrayal and sexual inadequacy, it is not surprising that Ian McEwan's next endeavour would address something of similar import - the pressing question of climate change.What is perhaps more surprising is that he has approached it, at least partly, as a comedy. McEwan, one of Britain's most celebrated novelists, surprised audiences at the Hay festival yesterday with an unexpected reading from his latest work, an as-yet unnamed novel about a scientist who hopes to save the planet. What surprised them even more was that it was funny. The author said he had wanted to tackle climate change, a subject "fraught with baggage" for several years, but had struggled to find a way to begin.The impetus for this novel came in 2005 when he was part of an expedition of artists and scientists who spent several weeks aboard a ship near the north pole to discuss environmental concerns."While I was on board I soon realised that the boot room, where we all changed our clothing and left our shoes, had turned into a scene of social chaos," McEwan said, describing how the eminent scientists, who down the hall were gathering to talk earnestly about the future of the humankind, were also capable of stealing each others' footwear and regarding their colleagues with deep distrust. "I realised that it's all about human nature," he said. "The way to write about climate change is through writing about human nature."The novel's protagonist Michael Beard has been awarded a Nobel prize for his pioneering work on physics, and has discovered that winning the coveted prize has interfered with his work.McEwan described Beard's constant struggle against "the thing he really wanted, which he did not want to want ... in this case, food". Describing Beard's pleasure at eating a crisp, he wrote: "The trick was to set the fragment at the centre of the tongue and, after a moment's spreading sensation, push the potato up hard to shatter against the roof of the mouth."But Beard's reverie is interrupted when another man starts eating the crisps, setting up an intense but never quite realised confrontation. It is only when he arrives at the station that Beard realises that his crisps are still in his pocket, and that those he ate belonged to the man on the train.McEwan said he overheard a version of this anecdote and decided to use it, only to be told by a member of the Hay audience that a similar incident, involving chocolate biscuits, appears in Douglas Adam's Hitchhiker's Guide to the Galaxy series.McEwan denied that the novel, which is not due to be published for at least two years, was a comedy, saying instead that it had extended comic stretches: "I hate comic novels; it's like being wrestled to the ground and being tickled, being forced to laugh." Certainly, there is also a sombre element to a story about a man hoping to solve a problem largely caused by human greed, yet unable to quieten his own appetites. Does it suggest McEwan is pessimistic about human efforts to address climate change? "Not at all," he said. "I'm not a fatalist."
Wednesday, May 7, 2008
ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΣΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥΣ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΗΤΕΡΑΣ - ΠΑΙΔΙΟΥ
Ταχάρ Μπεν Τζελούν: νοσταλγία για τη μητέρα που δεν υπάρχει πια |
Πολλοί γνωστοί συγγραφείς, ο Ταχάρ Μπεν Τζελούν, ο Αλεξάντρ Ζαρντέν, ο Ζακ Σεσέξ, αποφάσισαν ν' ανοίξουν την ψυχή τους στους αναγνώστες τους, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Λε Φιγκαρό». Αλλοτε μιλούν με τρυφερότητα και συγκίνηση, άλλοτε βγάζουν θυμό και πίκρα, άλλοτε ακόμη και απέχθεια.
Ο Μπεν Τζελούν και ο Ζακ Σεσέξ στα μυθιστορήματά τους θυμούνται με νοσταλγία τη μητέρα τους που δεν υπάρχει πια...
«Από κοινωνιολογική άποψη -λέει η ψυχαναλύτρια στην εφημερίδα «Λε Φιγκαρό»- είναι της μόδας αυτή η λογοτεχνία με θέμα τα οικογενειακά προβλήματα. Πρώτη η τηλεόραση ανακάλυψε τη δύναμη της δημόσιας μαρτυρίας και χειραγώγησε τις εκπομπές όπου ανώνυμοι άνθρωποι πηγαίνουν και μιλούν για τον εαυτό τους. Μπορούμε να πούμε πως στην αρχή γι' αυτούς τους ανθρώπους ήταν μια απελευθέρωση. Οσο για εκείνους που παρακολουθούσαν αυτού του είδους τις εκπομπές, μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν πως τα προβλήματα που νόμιζαν πως μόνο αυτοί είχαν, τα αντιμετώπιζαν κι άλλοι. Η συγγραφή των βιβλίων αυτών έχει την ίδια λογική. Ο ίδιος σου ο εαυτός έχει γίνει ένα πολύ καλό θέμα. Διαπιστώνουμε όμως ότι η τηλεόραση αρχίζει να εξαντλείται σε αυτού του είδους τις εκπομπές. Το ίδιο θα ισχύσει και για τα βιβλία».
«Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά, που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Στη διάρκεια μιας ψυχανάλυσης θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά βιβλία. Ο ίδιος ο Φρόιντ συνέκρινε την ψυχανάλυση με την εργασία ενός αρχαιολόγου που ανακαλύπτει διαδοχικά στρώματα ερειπίων. Σε κάθε επίπεδο, ο ασθενής σχηματίζει μια κάποια ιδέα της προσωπικής του ιστορίας και θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο γι' αυτήν. Στη συνέχεια περνάει σε ένα άλλο επίπεδο, φθάνοντας μέχρι του σημείου που μαθαίνει αρκετά για να γράψει το τελευταίο βιβλίο, το πιο αληθινό. Στο γραφείο του ψυχαναλυτή αποκαλύπτουμε την ιστορία μας σε κάποιον που βρίσκεται εκεί. Γιατί μας ακούει και μας επιτρέπει να ακούσουμε. Το βιβλίο ακολουθεί μια άλλη διαδικασία. Βάζει μια απόσταση. Λέμε κάτι με έναν τρόπο συγκαλυμμένο. Επίσης, όταν γράφουμε ένα βιβλίο, αυτό μας ξεφεύγει, δεν ξέρουμε τι το κάνουν οι αναγνώστες»...
[Της ΒΙΚΗΣ ΤΣΙΩΡΟΥ, Ελευθεροτυπία, 7/5/2008]
Monday, April 7, 2008
ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΡΟΖΝΤΕΒ: TΟ ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ
Γκεόργκι Γκρόζντεβ. Tο πλιάτσικο. Mετάφραση από τα βουλγαρικά Xρήστος Xαρτοματσίδης. Mυθιστόρημα. Eκδόσεις «Mανδραγόρας», Aθήνα 2008, σελ. 112, ευρώ 10Το μυθιστόρημα αναδεικνύει μια σειρά από οδυνηρά κοινωνικά προβλήματα, επίκαιρα στη Βουλγαρία του μετασοσιαλισμού, της εποχής δηλαδή που ενώ δεν υφίσταται πια το παλαιό καθεστώς, δεν έχει ολοκληρωθεί η εγκαθίδρυση του καινούργιου, που ενώ οι παλιές ηθικές αρχές έχουν ήδη ξεπεραστεί, κοινωνικά δεν έχουν καθιερωθεί καινούργιες· της εποχής που χαρακτηρίζεται και ως «περίοδος αρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου» ή «ληστρικός καπιταλισμός» όπου όλα επιτρέπονται.
Αυτή την εποχή περιγράφει ο Γκρόζντεβ με την τόσο εύστοχη και τόσο βαλκάνια λέξη «πλιάτσικο». Ίσως αν δεν είχε χρησιμοποιήσει το «πλιάτσικο» ο Γκρόζντεβ θα έπρεπε να ονομάσει το βιβλίο του «ανθρώπινη ζούγκλα», γιατί τέτοιες είναι οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων του μυθιστορήματος. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας είναι δυνητικό πλιάτσικο των άλλων, το ανθρώπινο στις ψυχές μας είναι πλιάτσικο των υλιστικών επιθυμιών μας, με τη δικαιολογία πως έτσι κάνουν όλοι…
Στο μυθιστόρημα οι ιστορίες των θηραμάτων διασταυρώνονται μ’ ένα γρήγορο, κοφτό ρυθμό με ιστορίες ανθρώπων· της Λίνας, της ψυχιάτρου που παίζει το προσωπικό της επιστημονικό στοίχημα σε μια προσπάθεια αποασυλοποίησης μια ομάδας τεσσάρων ασθενών της, του Xάντερ, του πατέρα που ζει το δράμα της εξαφάνισης της έφηβης κόρης του, του Ένιο και του Mιχάλ, των δύο γέρων που επιμένουν να ζουν σ’ ένα εγκαταλειμμένο χωριό, του Kέμπο του λαθροκυνηγού, της Αμερικανίδας Mαίρης, του τραπεζίτη Xανς από το Mόναχο, του χρηματιστή Bίλχελμ, των τουριστών που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους ξέφρενους ρυθμούς των μεγαλουπόλεών τους και δραπετεύουν στην άγρια φύση της Βουλγαρίας, του «Δράκου», ενός εμπόρου λευκής σάρκας από τους πολλούς της εποχής μας. Οι διαφορετικές ιστορίες των ηρώων συναντιούνται σε ένα εκτροφείο άγριων ζώων που προσφέρει εναλλακτικό κυνηγετικό τουρισμό. Ανάμεσα σε ολοζώντανες σκηνές κυνηγιού αγριόχηνας, κάπρου, λύκου, αρκούδας, αλεπούς οι άνθρωποι εναλλάσσονται στους ρόλους κυνηγού και θηράματος, ποιος είναι πλιάτσικο τίνος... [ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ]
Ο συγγραφέας Γκεόργκι Γρόζντεβ [Georgi Grozdev, 1957] έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Το 1991 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Balkani» και από το Μάιο του 2002, στη σειρά Βαλκανική βιβλιοθήκη, παρουσιάζει, ελεύθερος από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος για πρώτη φορά στη βουλγαρική λογοτεχνική και πολιτιστική ιστορία, γνωστούς συγγραφείς από όλες τις βαλκανικές χώρες: μεταξύ άλλων τους Ίβο Άντριτς, Γιώργο Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη. Ήδη έχει εκδώσει στα βουλγαρικά έντεκα Έλληνες ποιητές και συγγραφείς, μια εκδοτική δραστηριότητα που δεν έχει το ανάλογό της στα Βαλκάνια. Ιδρυτής και αρχισυντάκτης του δίγλωσσου (βουλγαρικά-αγγλικά) περιοδικού «Λογοτεχνικά Βαλκάνια» και μέλος του βουλγαρικού κέντρου PEN, βραβεύθηκε το 2002 με το εθνικό βραβείο διηγήματος «Ελίν Πελίν». Έχει γράψει δέκα βιβλία με διηγήματα και νουβέλες. Πεζά κείμενα του έχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα, Αγγλία, Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Αλβανία, πΔΓΜ και Μαυροβούνιο. Το μυθιστόρημά του «Πλιάτσικο» (2004) έχει ήδη μεταφραστεί στα σέρβικα, σκοπιανά, αγγλικά. [e-mail:balkani@infotel.bg www.balkani.eu]
O μεταφραστής Χρήστος Xαρτοματσίδης γεννήθηκε στις 8.12.1954 στη Σόφια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, σπούδασε Ιατρική και εργάζεται ως διευθυντής Μικροβιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «O ξένος» (1986) «H νύχτα των εμβρύων», εκδ. Nικολαΐδης (1989), τα διηγήματα: «Tο παλιό κτίριο», εκδ. «Nεφέλη» (1991), «Φωτο-Veritas», εκδ. «Mεταίχμιο» (2003), και τα μυθιστορήματα: «Kιθαρίστας σε ταβέρνα», εκδ. «Πατάκης» (1996), «Oι περιπέτειες του Mπρέγκα», εκδ. «Πατάκης», (2001). Το μυθιστόρημά του «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» είχε αποσπάσει B' βραβείο στο διαγωνισμό μυθιστορήματος του Δήμου Φιλιππούπολης της Βουλγαρίας. Επίσης έχει εκδοθεί σε μετάφρασή του επιλογή ποιημάτων του σημαντικού σύγχρονου Βούλγαρου ποιητή Λιουμπομίρ Λέβτσεβ, με τίτλο «Στιχοράματα» εκδ. «Mανδραγόρας» (2004). Tέλος έχει γράψει τα θεατρικά μονόπρακτα: «H έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται» (1984) και «Tο ασανσέρ» (1986) τα οποία ανέβηκαν από το ΔH.ΠE.ΘE. Kομοτηνής το 2003 με το γενικό τίτλο «Σκούρο μαύρο σχεδόν λευκό», σε σκηνοθεσία Hλία Φραγκάκη.
ΤΖΑΝΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ: ΚΑΘΕ ΝΟΥΒΕΛΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ...
Eυάγγελος I. Tζάνος: Eνέδρα. 5 Nουβέλες. Σχεδιασμός εξωφύλλου: Aνδρέας Λαζάνης. Eκδόσεις «Mανδραγόρας», Aθήνα 2008. Σελ. 170, ευρώ 12.
Tο βιβλίο αποτελείται από πέντε νουβέλες: «οι χειριστές», «ο άθλος των κυμάτων», «σάκος για ταξίδι», «το σπάσιμο της νύχτας» και «δέρμα από σομόν». Kάθε νουβέλα και μια ιστορία που κρύβει μια ενέδρα για τους ήρωές της. Στην πρώτη, στους «χειριστές», που εκτυλίσσεται σε μια πόλη του μελλοντικού, κι ίσως όχι τόσο μακρινού, κόσμου των δυσοίωνων κλιματικών αλλαγών, η μικρή Θωμαΐς αντιμάχεται απρόσμενες και αδιάγνωστες αλλαγές στο παιδικό της σώμα.
Στη δεύτερη, στον «Άθλο των κυμάτων», σ’ ένα νησί μιας Eλλάδας, μπορεί και του σήμερα, η μικρή τοπική κοινωνία προσπαθεί να βρει τις ισορροπίες της ανάμεσα σε κοινωνικά σκάνδαλα, προσωπικούς ανταγωνισμούς των προεστών, κρατικές επιχορηγήσεις και την παρέμβαση των πανταχού παρόντων παντοδύναμων Mέσων μαζικής επικοινωνίας.
Στο «σάκο για ταξίδι» στην Aθήνα του 1889, καταγράφεται μια φανταστική επιστολή που απευθύνει ο ποιητής και δημοσιογράφος Kλεάνθης Tριαντάφυλλος, λίγο πριν την αυτοχειρία του, στον πολιτικό Pόκκο Xοϊδά. Στο «σπάσιμο της νύχτας», αναβιώνει η τουρκοκρατούμενη ερημωμένη Aθήνα του 1695, σε μια ιστορία αρχαιοκαπηλίας που εξελίσσεται μια νύχτα καρναβαλιού.
Στην τελευταία ιστορία, στο «δέρμα από σομόν» το σκηνικό επανέρχεται στην Aθήνα του σήμερα. Mια ερωτική ιστορία κατά το χρόνο ανάνηψης του ήρωά της από τραυματισμό σε τροχαίο. Kαι στις πέντε νουβέλες, με λιτά εκφραστικά μέσα ο συγγραφέας κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και θέτει, με το δικό του τρόπο, τα αιώνια αναπάντητα μεταφυσικά ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη και την ανθρώπινη φύση. [ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ]
Ο Ευάγγελος Ι. Τζάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1962. Το 1990 τύπωσε το θεατρικό έργο Ένας νεανικός χρόνος. Από το 1980 δημοσιεύει διηγήματα και δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Wednesday, February 20, 2008
ΕΞΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ... ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ;

Photo: © E.KE.BI, 2001. Σταφυλίδου

Photo: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης

Photo: © E.KE.BI, 2001. Τσουμπλέκας
Photo: © E.KE.BI, 2001. Ορδόλης

Photo: © E.KE.BI, 2001. Σταφυλίδου
Thursday, November 22, 2007
ΑΝΤΡΕ ΜΑΛΡΟ...
O Γάλλος Αντρέ Μαλρό [André Malraux] γεννήθηκε στις Νοεμβρίου 1901 και πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1976. Σπουδαίος συγγραφέας, άνθρωπος της περιπέτειας, διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση του Ντε Γκολ, και γενικώς υπήρξε μια για ορισμένους αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της γαλλικής πολιτικής ζωής αλλά και των γραμμάτων.

Μερική βιβλιογραφία:
- Lunes en Papier, 1923 (Paper Moons, 2005)
- La Tentation de l'Occident, 1926 (The Temptation of the West, 1926)
- Royaume-Farfelu, 1928 (The Kingdom of Farfelu, 2005)
- Les Conquérants, 1928 (The Conquerors, 1928)
- La Voie royale, 1930 (The Royal Way or The Way of the Kings, 1930)
- La Condition humaine, 1933 (Man's Fate, 1934)
- Le Temps du mépris, 1935 (Days of Wrath, 1935)
- L'Espoir, 1937 (Man' Hope, 1938)
- Les Noyers de l'Altenburg, Paris, Gallimard, 1948. (The Walnut Trees of Altenburg)
- La Psychologie de l'Art, 1947-1949 (The Psychology of Art)
- Les Voix du silence, 1951 (The Voices of Silence, 1953)
- La Métamorphose des dieux: Vol 1. Le Surnaturel, Paris, Gallimard, 1957 (In English as The Metamorphosis of the Gods, translated by Stuart Gilbert); Vol 2. L'Irréel, Paris, Gallimard, 1974; Vol 3. L'Intemporel, Paris, Gallimard, 1976.
- Antimémoires, 1967 (Anti-Memoirs, 1968 - autobiography)
- Les Chênes qu'on abat, 1971 (Felled Oaks or The Fallen Oaks)
- Lazare, 1974 (Lazarus, 1977)
Βιβλία για τον Μαλρό:
- Andre Malraux (1960) by Geoffrey H. Hartm an
- Malraux (1971) by Pierre Galante (SBN 40212441-3)
- Andre Malraux: A Biography (1997) by Curtis Cate (ISBN 208066795)
- Malraux ou la Lutte avec l'ange. Art, histoire et religion (2001) by Raphaël Aubert (ISBN 2-8309-1026-5)
- Malraux : A Life (2005) by Olivier Todd (ISBN 0375407022)
- Dits et écrits d'André Malraux : Bibliographie commentée (2003) by Jacques Chanussot and Claude Travi (ISBN 2-905965-88-6)
- The Battle for Spain: The Spanish Civil War 1936 - 1939 (Second edition 2006) by Anthony Beevor (ISBN 0-2978-4832-1)
- André Malraux (2003) by Roberta Newnham (ISBN 97818415085
Pour beaucoup d'écrivains, l'enfance fait l'objet d'une introspection nostalgique ou émerveillée. André Malraux, lui, a mis toute son énergie à l'oublier : " Presque tous les écrivains que je connais aiment leur enfance, je déteste la mienne" écrira-t-il dans ses Antimémoires en 1967. Il n'aimait guère, non plus, que l'on fouille ce "tas de petits secrets" qu'est la vie d'un homme... Aussi s'emploiera-t-il à brouiller les pistes concernant sa propre existence.
Rien ne prédestinait ce jeune banlieusard sans fortune, né en 1903, au pied de la butte Montmartre à devenir l'un des géants français du vingtième siècle. Elevé , du fait de la séparation de ses parents, par trois femmes, sa grand-mère, sa mère et sa tante, il découvrira d'abord le monde au travers des livres et des musées. Doué d'une grande curiosité et d'une mémoire prodigieuse, il devient "chineur" pour un libraire-éditeur parisien, et s'immisce ainsi dans les milieux littéraires et artistiques de l'avant-garde . Malraux se passionne pour la peinture cubiste. Un grand marchand de tableau, qui est aussi éditeur, Kanhweiler, éditera en 1921 le premier livre de Malraux : Lunes en papier.
Puis Malraux rencontre Clara Goldschmidt , riche héritière d'une famille allemande émigrée. La jeune fille est immédiatement séduite par ce garçon élégant à l'intelligence brillante et aux propos pétillants. Fiançailles, mariage. Malraux place la fortune de son épouse en bourse. Les entreprises minières mexicaines dans lesquelles il a tout misé, ne tiendront pas leur promesse. Le couple est ruiné.
Pour se reconstituer rapidement un patrimoine, André Malraux prend l'étrange décision d'aller s'emparer de quelques statues khmères dans la jungle cambodgienne pour les revendre ensuite en occident. L'expédition est un désastre. A la veille de Noël 1923, le couple est arrêté à Phnom-Penh. André Malraux est condamné à trois ans de prison ferme. Clara Malraux, elle, bénéficie d'un non lieu et parvient à rentrer en France. Elle réussira, en mobilisant une vingtaine de grands écrivains français à faire libérer son mari.
Mais ce séjour asiatique lui a donné le virus de l'aventure et a révélé son intérêt pour l'action politique. Malraux retourne en Asie. Ses positions anti-coloniales lui valent quelques démêlés avec la justice. Rédacteur en chef d'une publication clandestine, L'Indochine enchaînée, Malraux suit avec un regard attentif les événements de la révolution chinoise, notamment le soulèvement de Canton (1925). Revenu en France, il publie ses premiers romans : La Tentation de l'Occident (1926) , Les Conquérants (1928) , La Voie royale (1930, prix Interallié). La condition humaine lui vaut le prix Goncourt en 1933.
Son goût de l'action et ses convictions anti-fascistes poussent Malraux à participer à la guerre civile espagnole aux côtes des républicains en 1936. Ces événements lui inspireront un grand roman : L'Espoir ( 1937) et un film ( Sierra de Terruel, 1939)
Durant la seconde guerre mondiale, Malraux entre tardivement dans la résistance ( en 1943) sous le nom de colonel Berger. Il éprouve de grandes difficultés, tant auprès des résistants gaullistes que communistes, qui le considèrent comme un transfuge tardif. En juillet 1944, sa voiture tombe dans une embuscade à Toulouse : blessé, Malraux est arrêté, interrogé, et transféré à la prison Saint-Michel de Toulouse. Il ne doit sa libération, en août, qu'à un départ précipité des allemands.
En 1945, il rencontre le Général de Gaulle. Un grande admiration réciproque se crée entre les deux hommes. Malraux accepte de devenir son conseiller technique à la Culture et devient un éphémère ministre de l'Information (novembre 1945 à janvier 1946).
Il ne quittera plus le Général de Gaulle. Lors de son retour aux affaires en 1958, il devient Ministre d'Etat chargé des Affaires culturelles. Le militant révolutionnaire s'est mué en militant gaulliste. Sa diction magnétique et haletante résonne pour longtemps dans nos mémoires : l'oraison funèbre de Braque et le transfert des cendres de Jean Moulin au Panthéon...
Malraux publiera encore La Voix du Silence (1951), La Métamorphose des dieux (1957-1976), et les Antimémoires (1967).
En 1970, il publie les Chênes que l'on abat, un dernier hommage au général de Gaulle disparu, dont il était resté le plus proche des compagnons.
Il meurt en 1976, à l'hôpital Henri-Mondor de Créteil, suite à une congestion pulmonaire.
Malraux est un personnage que l'on a eu trop tendance à statufier . Sans doute le livre d'Olivier Todd ("André Malraux. Une vie", Biographie d'Olivier Todd, Gallimard, avril 2001) , qui va ébranler ce monument trop vénéré, sera-t-il salutaire ?
Jean d'Ormesson écrivait d'ailleurs, il y a quelques années, dans son dictionnaire de la Littérature française : "Le risque pour Malraux est de voir son œuvre étouffée par sa vie tumultueuse. Le Panthéon est un triomphe, mais ce n'est pas au Panthéon, c'est dans le cœur et la mémoire que survivent les écrivains."
En dévoilant les mensonges et les points faibles de Malraux, Olivier Todd, comme l'écrit Angelo Rinaldi, "humanise" la statue ; et c'est tant mieux.
Claire Delune
Résumé de la Condition humaine sur alalettre
André Malraux, Une vie, Biographie d'Olivier Todd
Jean Daniel, directeur du Nouvel Observateur, évoque l'Espoir, le livre qui a marqué "ses vingt ans".
Wednesday, November 21, 2007
ΚΑΙΤΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
Η συγγραφέας... Η Καίτη Νικολοπούλου κατάγεται από την Αρκαδία, γεννήθηκε στην Καλαμάτα και ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει αρχιτεκτονικό και τοπογραφικό σχέδιο. Το 1981 και για μια συνεχή τριετία, εργάστηκε ως δημοσιογράφος και υπεύθυνη Τύπου στην καθημερινή εφημερίδα της Ρόδου «Ενημέρωση». Με την επιστροφή της στην Αθήνα, συνεργάζεται ως επιμελήτρια και διορθώτρια εκδόσεων με σημαντικούς εκδοτικούς οίκους. Το 1990, κυκλοφορεί το πρώτο, υπό μορφήν πρόζας, βιβλίο της, «Οκτώ κλισέ και μια Λεζάντα» από τις εκδόσεις «Ηριδανός». Από το 1991, παρουσιάζεται σε διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς ως παραγωγός λογοτεχνικών εκπομπών. Το 2000 εκδίδει το δεύτερο βιβλίο της, θεατρικό, και συγκεκριμένα λιμπρέτο για σύγχρονη όπερα, με τίτλο «Ατλαντίς – Το όραμα» από τις εκδόσεις «Φυτράκη». Ως στιχουργός, έγραψε και κυκλοφόρησε δισκογραφικά, διάφορα τραγούδια της, με σημαντικότερη, τη συνεργασία της στην μπλουζ-ροκ, μουσική σκηνή. Από το 2002 συνεργάζεται με την εφημερίδα «Η Άποψη» από τη θέση της διορθώτριας , ενώ τελευταία, στην ίδια εφημερίδα, αρθρογραφεί και συγκεκριμένα έχει αναλάβει την ενότητα των Πολιτιστικών. Η Καίτη Νικολοπούλου είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης και της Ένωσης Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού. Επίσης, έχει διατελέσει, για αρκετά χρόνια γενική γραμματέας της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων (Ε.ΠΟ.Σ).
ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΑΚΡΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ
Βικτώρια Μακρή Ελεύθεροι Φυλακισμένοι
Σειρά: Έλληνες Λογοτέχνες
Σεπτέμβριος 2007. Εκδόσεις Ψυχογιός
ISBN: 978-960-453-240-7
O ένας, οι μόνες κουβέντες που είχε πει στη ζωή του ήταν «τα ρέστα σας»... Εγκλωβισμένος και αυτός και η ζωή του και η ψυχή του στο περίπτερο όπου εργαζόταν χρόνια. Σαν κελί το περίπτερο, σαν φυλακή ο εαυτός του. Έτσι ένιωθε. Έτσι είχε επιλέξει να νιώθει. Άτολμος. Φοβισμένος. Ένα «σπίτι» απέναντι από το περίπτερό του, αλλά έρωτα δε γνώρισε ποτέ. Τις γυναίκες που δούλευαν στο «σπίτι» τις κοίταζε, τις ξανακοίταζε, τις ποθούσε, τις ξαναποθούσε, «τα ρέστα σας» τους έλεγε όταν έρχονταν ν’ αγοράσουν τσίχλες με άρωμα δυόσμο, αλλά μετά χαμήλωνε τα μάτια κατακόκκινος…
Ο άλλος, αληθινά φυλακισμένος αυτός. Για έγκλημα. Δεκαεννέα χρόνια κάθειρξη. Σε πραγματικό κελί εκείνος. Με φεγγίτη ψηλά, με καρέκλα που την έβαζε κάτω από το φεγγίτη και σκαρφάλωνε να κοιτάξει έξω· εκεί όπου ήταν η ψυχή του. Ανεγκλώβιστη. Ελεύθερη, όπως γεννήθηκε. Αδιαπραγμάτευτη στη δυστυχία, στη μιζέρια. Προορισμένη να βρίσκεται μέσα κι έξω από την ύλη. Και πέρα από τα όρια της λογικής. Και πέρα από οποιαδήποτε όρια. Βίοι παράλληλοι οι δυο τους, δρόμοι παράλληλοι, που δε συναντήθηκαν ποτέ. Περιπτεράς και φυλακισμένος. Άγνωστοι μεταξύ τους. Ξένοι. Ως το τέλος. Ή περίπου ως το τέλος...
Η συγγραφέας…
ΟΡΧΑΝ ΚΕΜΑΛ: Η ΠΑΝΤΡΕΙΑ

ISBN: 978-960-03-4523-0


Ο συγγραφέας... Γεννήθηκε στα Άδανα το 1914. Οι αριστερές καταβολές της οικογένειάς του τον α νάγκασαν από μικ ρό να εξοριστεί στη Συρία και να ριχτεί στη βιοπάλη. Το 1939, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, καταδικάζε ται σε πέντε χρόνια φυλάκιση για ανατρεπτική δράση. Σήμερα το εγκυρότερο λογοτεχνικό βραβείο της Τουρκίας φέρει το όν ομά του. Θεωρείται από τους σημαντικότερους Τούρκους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί επίσης:
- Τα χρόνια της αλητείας, 2006


