Showing posts with label Πικρός Πέτρος. Show all posts
Showing posts with label Πικρός Πέτρος. Show all posts

Sunday, January 30, 2011

Ο κομμουνιστής που αγαπούσε τις πόρνες και τα αποβράσματα

  • ΛΑΪΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
  • Ορθόδοξος αριστερός; περιθωριακός; ή μήπως ένας κοσμοπολίτης του λόγου; Ο Πέτρος Πικρός, ο συγγραφέας που συγκινούσε την Ελλάδα του Μεσοπολέμου με τα ιστορικά του μυθιστορήματα, παραμένει άγνωστος 
Μια άγνωστη μορφή του Μεσοπολέμου τάραξε τα νερά της λογοτεχνίας και της κομματικής ορθοδοξίας γύρω στα 1920-1930 και μετά χάθηκε χωρίς κανείς να μάθει τι απέγινε. Τo όνομά του ήταν Πέτρος Πικρός. Ως σήμερα τα ερωτήματα γύρω από αυτόν παραμένουν πολλά. Ποιος ήταν ακριβώς; Ενας ορθόδοξος κομμουνιστής; ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας; ένας άνθρωπος του περιθωρίου; Ενας σημαντικός λογοτέχνης που δεν εκτιμήθηκε όσο ζούσε;

Πιθανόν να ήταν όλα αυτά μαζί. Για τη ζωή του Πέτρου Πικρού ακόμη και σήμερα ελάχιστα γνωρίζουμε. Ως πριν από λίγο καιρό δεν ήταν γνωστό ούτε ποιο ήταν το πραγματικό του όνομα ούτε πότε ακριβώς γεννήθηκε ούτε πότε ήρθε στην Ελλάδα. Δεν είναι καν γνωστό το σύνολο του έργου του. Οι ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας τού αφιέρωσαν λίγες αράδες ενώ οι κριτικοί της Αριστεράς και της συντηρητικής παράταξης τον αγνόησαν επιδεικτικά. Οι εκδόσεις Αγρα και η Χριστίνα Ντουνιά με τη φροντισμένη κυκλοφορία των πιο γνωστών πεζογραφημάτων του τον «ανέστησαν», ενώ η έκδοση για πρώτη φορά του λαϊκού μυθιστορήματός του Θεοφανώ.Η Μεσσαλίνα του Βυζαντίου από τον μελετητή Γιάννη Δ. Μπάρτζη, με πρόλογο της ανιψιάς του Π. Πικρού Νίνας Μαυρατζά-Κουμή, λύνει μερικά βασικά ερωτήματα για τη ζωή του.
  • Ζωή σαν μυθιστόρημα

Ο Ιωάννης Γενναρόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Πέτρου Πικρού, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1894. Το ψευδώνυμο Πικρός λέγεται ότι το εμπνεύστηκε από το όνομα του ρώσου συγγραφέα που θαύμαζε, του Μαξίμ Γκόρκι (Γκόρκι στα ρωσικά σημαίνει πικρός). Η οικογένειά του ζούσε στο Πέρα και ήταν ευκατάστατη καθώς ο πατέρας του διατηρούσε δύο εργοστάσια ζαχαροπλαστικής. Ως τα 16 του φοίτησε στη Γερμανική Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Μετά έφυγε για ιατρικές σπουδές στην Ελβετία και κατόπιν στη Γερμανία. Στη Γαλλία, όπου έζησε για κάποια περίοδο, κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Jean Υennar και δούλευε ως ραδιοβιολόγος. Το 1919, σε ηλικία 24 ετών, έρχεται στην Ελλάδα. Εγκαθίσταται για λίγο στην Κρήτη δουλεύοντας σε τοπικές εφημερίδες και δημοσιεύοντας κάποια ποιήματα.

Μετά το 1920 κάνει δυναμικά την εμφάνισή του στη λογοτεχνική Αθήνα με την περίφημη τριλογία του Χαμένα Κορμιά (1922), Σα θα γίνουμε άνθρωποι (1924) και Τουμπεκί (1927). Ο Πικρός διαφοροποιείται από τους περισσότερους συγκαιρινούς του καθώς είναι από τους πρώτους (μαζί με τον Δ. Βουτυρά) που εμπνεύστηκαν λογοτεχνικά από το νέο αστικό τοπίο το οποίο προέκυψε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δηλαδή από τους απόκληρους και κατεστραμμένους ανθρώπους της πόλης. Θα επικριθεί από την αριστερή λογοτεχνική κριτική, η οποία δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ένας σκληρός ρεαλιστής μαρξιστής ασχολείται με τα αποβράσματα, τις πόρνες και τους λωποδύτες της Αθήνας. Ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, θα συγκρουστεί με τον Γιάννη Κορδάτο, διευθυντή του στον «Ριζοσπάστη», με τον τροτσκιστή ηγέτη Παντελή Πουλιόπουλο, τον Νίκο Ζαχαριάδη, τον Κώστα Βάρναλη κ.ά. Θα ηγηθεί της δημιουργίας λογοτεχνικών περιοδικών, με κυριότερο τους «Πρωτοπόρους» (1930), αλλά με το που θα αλλάξει η «γραμμή» θα συγκρουστεί με το κόμμα και θα αποχωρήσει. Από εκείνη τη χρονιά και μετά τα ίχνη του Πέτρου Πικρού χάνονται. Ο ίδιος όμως εξακολουθούσε να γράφει.

Στα εβδομαδιαία έντυπα «Η εβδομάς» και «Ο ήλιος» εμφανίζονταν κατά καιρούς λαϊκά μυθιστορήματα με ψευδώνυμα που είχαν μεγάλη απήχηση. Μερικά από αυτά, ιστορικά κυρίως μυθιστορήματα, με την υπογραφή «Ω» έκρυβαν πίσω τους τον λογοτέχνη Πέτρο Πικρό. Ενδεικτικοί τίτλοι: Η Ασπασία,Ο βρυκόλακας του Γιλδίζ, Σπιναλόγκα- Ο τάφος των ζωντανών πτωμάτων, Οι θηλυκοί πειρατές, Λουκρητία Βοργία, Σκότωσε τον αδελφό σου, Ουράνιον, το στοιχείον που θα καταστρέψει τη Γη κτλ.

Η λογοτεχνία του Πέτρου Πικρού εκπλήσσει καθώς φανερώνει έναν συγγραφέα με εύρος μόρφωσης, ανοιχτούς ορίζοντες και ανεξάρτητο πνεύμα. Ανάμεσα στα γραπτά του συγκαταλέγονται διηγήματα, μυθιστορήματα ιστορικά και φαντασίας, πολλά παιδικά και εφηβικά έργα, βιογραφίες, ψυχολογικά μυθιστορήματα, ρεπορτάζ κτλ. Εξέδωσε επίσης πολιτικές μελέτες, που δεν σώζονται, μεταφράσεις έργων των Γκαίτε, Ζολά κ.ά.

  • Λογοτεχνία λαϊκή... και ανεξερεύνητη
Η Θεοφανώ, η Μεσσαλίνα του Βυζαντίου ξεκίνησε να δημοσιεύεται στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Η Εβδομάς» από το τεύχος 265 της 28ης Οκτωβρίου 1932 και τελείωσε στο τεύχος 296 της 2ας Ιουνίου 1933- σε 31 συνέχειες. Τα γεγονότα αναφέρονται στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα,στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Λειτουργώντας ως όργανο της φατρίας των Πρασίνων και εξυπηρετώντας παράλληλα τις δικές της φιλοδοξίες, η Θεοφανώ δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τον έρωτα και το έγκλημα για την άνοδο και τη διατήρησή της στον θρόνο του Βυζαντίου.

Με τη δημοσίευση τηςΘεοφανώςανοίγεται ένα μεγάλο ζήτημα για τη μελέτη των λαϊκών μυθιστορημάτων με τα οποία ασχολήθηκε, για βιοποριστικούς λόγους,μια πλειάδα καλών συγγραφέων όπως ο Γιώργος Τσουκαλάς, ο Νικόλας Σεγκύρ (Νικόλαος Επισκοπόπουλος), ο Αριστείδης Κυριακός, ο Αγγελος Δόξας, ο Διονύσιος Κόκκινος κ.ά. Το λαϊκό ανάγνωσμα έχει τη δική του παράδοση στη χώρα μας. Σχεδόν από τον 16ο αιώνα υπήρξαν σειρά εκδόσεων, οι λεγόμενες «φυλλάδες», απλοϊκές πολλές φορές σε εμφάνιση αλλά με ιδιότυπη εικονογράφηση (ξυλογραφίες από λαϊκούς καλλιτέχνες όπως ο Σ.Χρηστίδης). Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε ως το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Το ζήτημα είναι ότι,πλην εξαιρέσεων, η παραγωγή αυτή είναι ανεξερεύνητη. Χρειάζεται να διερευνηθεί ο ιστορικός, ο πνευματικός, ο πολιτισμικός και κοινωνιολογικός ρόλος της. Διαβάστε ακόμη: Χαμένα Κορμιά, Σα θα γίνουμε άνθρωποι και Τουμπεκί (Αγρα), Χρ.Ντουνιά, Τα όρια και η υπέρβαση του νατουραλισμού (Γαβριηλίδης), Γ. Μπάρτζη, Πέτρος Πικρός, στράτευση, αντιπαραθέσεις, πικρίες στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου (Σταμούλης, Θεσσαλονίκη).

Monday, November 15, 2010

Ο Αράπης του Πικρού


  • Τουμπεκί
  • εισαγωγή-επιμέλεια: Χριστίνα Ντουνιά
  • εκδόσεις Αγρα, σ. 440, ευρώ 21,10
Το αστικό μυθιστόρημα του υπόκοσμου θεωρήθηκε ανέκαθεν υποδεέστερο, τουλάχιστον λογοτεχνικά. Τα πρώτα μυθιστορήματα αυτού του είδους, με την προσωνυμία απόκρυφα, εντάχτηκαν συλλήβδην στα λαϊκά αναγνώσματα. Ετσι, αποκαθαρμένος, ο όρος αστικό μυθιστόρημα προσδιορίζει μάλλον τα μυθιστορήματα της αστικής τάξης παρά τα έχοντα θέμα διαδραματιζόμενο στο άστυ. Το αστικής παραβατικότητας μυθιστόρημα κάνει σταδιακά την εμφάνισή του, όταν «οι βασιλείς των ορέων» κατεβαίνουν και εγκλιματίζονται στο κλεινόν άστυ. Μία τεσσαρακονταετία χωρίζει τον «Θάνο Βλέκα» του Παύλου Καλλιγά από τους «Αθλίους των Αθηνών» του Ιωάννη Κονδυλάκη, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ο εισηγητής αυτού του λογοτεχνικού είδους. Προηγείται το μίνι μυθιστόρημα «Η μάγκα του Ωρολογίου», του Νικόλαου Β. Βωτυρά, που μένει, ακόμη και γραμματολογικά, μία αφανής περίπτωση. Το πέρασμα από τις φυλακές του Μεντρεσέ των Αθηνών, όπου διατρίβουν μοσχόμαγκες και κουτσαβάκηδες, στις φυλακές Συγγρού των εγκληματιών και των πρώτων πολιτικών κρατούμενων και από τα «καλά σπίτια» στη Γούβα του Βάβουλα, όπου εκτυλίσσεται το δράμα της Μαριώρας, της τηνιακιάς ηρωίδας του Κονδυλάκη, στα αθηναϊκά «σπίτια» του κέντρου γίνεται με το «Τουμπεκί», που διεκδικεί μια μοναδική θέση στο μυθιστόρημα του άστεως. Επίσης, μοναδική θέση στο λογοτεχνικό στερέωμα του Μεσοπολέμου διεκδικεί και ο συγγραφέας του, Πέτρος Πικρός. Κωνσταντινουπολίτης, μεγαλωμένος στη Γενεύη, σπουδασμένος στο Παρίσι, κατατάσσεται στο πιο ριζοσπαστικό τμήμα της κομμουνιστικής Αριστεράς και -γιατί όχι- στο πιο ριζοσπαστικό και ενδιαφέρον κεφάλαιο της ρεαλιστικής πεζογραφίας.

Το «Τουμπεκί» θα μπορούσε να έχει ως υπότιτλο «σκηνές από τη ζωή ενός εγκληματία». Κι αυτό, λόγω της θεατρόμορφης εντύπωσης που δημιουργούν οι εκτενείς διάλογοι, αλλά και της αφηγηματικής ασυνέχειας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, η οποία, ωστόσο, δεν διαταράσσει τη χρονική αλληλουχία των συμβάντων. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια, όπου, στα εννέα, πρωταγωνιστεί ο Αράπης, ένας σκληρός και βίαιος άντρας. Ως προς τα γνωρίσματα θα πρέπει να αποτελεί έναν από τους πλέον καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες του ελληνικού υπόκοσμου. Στη σημερινή, μάλιστα, συγκυρία, που η βία, ως θέμα μυθιστορήματος, δελεάζει όλο και περισσότερους συγγραφείς, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οσο για τις περιγραφές φόνων και λοιπών εγκληματικών πράξεων, δίνονται με τόσες εξονυχιστικές λεπτομέρειες, που, μπροστά τους, ωχριούν οι αντίστοιχες προσπάθειες της τρεχούσης μυθιστοριογραφίας. Τεχνίτης στη δουλειά του ο Αράπης, αναπτύσσει το σκεπτικό του παλιού μάστορα. Αφενός, τον σεβασμό στην παράδοση της τέχνης του, που περνάει από το αφεντικό στον παραγιό, και αφετέρου, το δέος μπροστά στην τεχνολογική πρόοδο, που καθιστά παρωχημένα τα δικά του τεχνικά μέσα. Οπως τον κάθε καλό τεχνίτη, έτσι κι αυτόν, τον παρηγορεί μόνον η σκέψη πως τα έργα της μηχανής δεν συγκρίνονται μ' εκείνα που δουλεύονται στο χέρι.

Πυρήνας του μυθιστορήματος είναι η διάρρηξη πλούσιας κατοικίας του Κολωνακίου, που καταλήγει σε ληστεία μετά δύο φόνων. Απρόβλεπτες συγκυρίες εξωθούν στο τελευταίο, αλλά και γιατί ο συνήθως τόσο προνοητικός μάστορας έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, καθώς αναμετριέται νοερά με τους γραμματισμένους, που ανοίγουν νέους ορίζοντες στο επάγγελμα. Γι' αυτό και βάζει στην επιχείρηση έναν αμούστακο φοιτητή. Λάθος, για το οποίο δεν θα πληρώσει, αφού το μυθιστόρημα θέλει τις ανακριτικές αρχές θεόστραβες, να εκπροσωπούνται από έναν «κορδωμένο» ανακριτή, εξ Εσπερίας ερχόμενο. Ωστόσο, θα συλληφθεί, αφού η κατεξοχήν επικράτεια, που ζητά να περιγράψει το μυθιστόρημα, είναι αυτή της φυλακής. Μόνο που η σύλληψή του θα γίνει για άλλο έγκλημα από εκείνο που διέπραξε, οπότε και είναι σίγουρο ότι, τελικά, θα αθωωθεί, καθώς η Δικαιοσύνη είναι πολλαπλώς χειραγωγούμενη. Το μυθιστόρημα, πάντως, καταλήγει με τον Αράπη στη φυλακή. Δυστυχή, όχι γιατί βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα, αλλά γιατί διαβάζει στις εφημερίδες για τη βιομηχανική επέλαση. Επωδός του μυθιστορήματος είναι ο καημός του μάστορα, που αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί πια να είναι ο πρώτος και ο καλύτερος.

Αυτή είναι μία πλευρά της ελληνικής κοινωνίας την επομένη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που επιχειρεί να σκιαγραφήσει το μυθιστόρημα. Μια άλλη, είναι η παρουσίαση της εξουσίας ως μιας πυραμίδας, που στοχεύει σ' ένα και μοναδικό σημείο, το χρήμα. Η πρωτοτυπία βρίσκεται στο ότι, αντί να δείξει κεφαλαιοκράτες και προλετάριους, προβάλλει το αντεστραμμένο, αλλά πιστό είδωλό τους στη διαστρωμάτωση του υπόκοσμου. Οταν ο εγκληματίας αντιλαμβάνεται την ηθική μόνον ως επαγγελματική ηθική, δεν απέχει και πολύ από τον οιονδήποτε επιχειρηματία, που θεωρεί ηθικό καθετί που δεν απαγορεύει ο νόμος. Αυτήν την επίκαιρη, ιδίως σήμερα, κοινωνική σύλληψη την αποδυναμώνει κάπως ο συγγραφέας με τις αφηγηματικές του παρεμβάσεις, πιθανώς επειδή ανησυχεί, μήπως η εικόνα δεν γίνει αρκούντως αντιληπτή.

Σε πρώτο πλάνο, στις αντιστοιχίες ανάμεσα στους δύο κόσμους, μπαίνει η γυναίκα. Εκτός από τη φυλακή, ο άλλος σκηνογραφικός χώρος είναι το σπίτι του Αράπη. Πρόκειται για έναν οίκο ανοχής, τον οποίο «κουμαντάρει» η γυναίκα του. Ενα «καλό σπίτι», με τα όλα του: τον αγιασμό, τα εικονίσματα, τα κορίτσια να δουλεύουν και το μερτικό του σπιτιού από κάθε δουλειά του αφεντικού, όπως, αντίστοιχα, ο κάθε καλός νοικοκύρης κόβει κομμάτι της βασιλόπιττας για το σπίτι.

«Μάστορας, άντρας και παλικάρι» ο Αράπης, κι αυτό, όπως επαίρεται, γιατί μαθήτευσε δίπλα σε μεγάλους δασκάλους του υπόκοσμου της Κωνσταντινούπολης. Καθώς ανακαλεί τα ανατριχιαστικά ανδραγαθήματά του, που μπορούν να καταταχθούν στις καλύτερες σελίδες των «απόκρυφων» αναγνωσμάτων, δίνει μια μοναδική εικόνα της πορνείας στις πόλεις της Ανατολής. Οι πάσης φύσεως προύχοντες που πλήρωναν όσο όσο για τον «ανθό» των κοριτσιών, αλλά και το «σφάξιμό» τους κατά τη στιγμή της κορύφωσης της πράξης, ανακαλούν «τους έρωτες ενός οσποδάρου» του Απολλιναίρ. Οπως κι αν το χαρακτηρίσουμε, κτηνώδες ή διαστροφή, πάντως κάπου γειτνιάζει με την ηδονή, που μπορεί να προσφέρουν σήμερα οι ταινίες σναφ. Τη διαφορά την κάνουν μόνον «οι νέοι ορίζοντες της τεχνολογίας», όπως θα έλεγε και ο Αράπης. Αντιθέτως, τα έργα των γυναικών, όπως εκτρώσεις και θανατώσεις νεογνών, που δεν υστερούν σε εγκληματικότητα, υπακούουν στον έτερο πόλο του περιγραφόμενου κόσμου, στη λογική του χρήματος.

Το «Τουμπεκί» συνιστά μαρτυρία, εκτός όλων των άλλων, για τα ήθη, τις νοοτροπίες και τις πρακτικές μιας εποχής. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η μαρτυρία δεν έχει μόνον ιστορική αξία. Τρόφιμος των φυλακών ο συγγραφέας ως πολιτικός κρατούμενος, αλλά και δημοσιογράφος επιδιδόμενος από τους πρώτους στο κοινωνικό ρεπορτάζ, κατορθώνει να δώσει μια εκ των ένδον εικόνα του υπόκοσμου. Απαράμιλλη ως λογοτεχνική καταγραφή αλλά και ενδιαφέρουσα, όσον αφορά τα πραγματολογικά στοιχεία, αφού, στις οκτώ δεκαετίες που μας χωρίζουν από την πρώτη έκδοση του 1927, πολλές καταστάσεις μένουν αναλλοίωτες ή κάπως μεταλλαγμένες. Πρόκειται, βεβαίως, για άλλες εποχές, αλλά αρκετές παρατηρήσεις εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα. Παράδειγμα, το πόσο βοηθούν τα παχυλά δημοσιογραφικά ρεπορτάζ τους υπόδικους εγκληματίες να προετοιμάσουν καλύτερα τη νομική τους άμυνα κατά τη διεξαγωγή της δίκης.

Ταυτόχρονα, «Το Τουμπεκί», με τους ήρωες να μιλούν τη δική τους γλώσσα, δίνει μια σπάνια μαρτυρία για τη γλώσσα και τον μετωνυμικό πλούτο της, καθώς οι σημασίες των λέξεων μετακυλούν από εύσημες σε κακόσημες και τούμπαλιν. Τέλος, όσον αφορά τη φιλολογική επιμέλεια, παρατηρούμε: 1) Παραλείπεται το μότο του μυθιστορήματος, «δεν υπάρχει καλύτερος δάσκαλος από τη ζωή», που στάθηκε βασικός κανόνας τόσο για τον Πικρό όσο και για τον ήρωά του, τον Αράπη. 2) Στην αρχική έκδοση ορισμένες λέξεις τυπώνονται με μαύρα στοιχεία, καθώς ο συγγραφέας επιζητεί να τονίσει περαιτέρω τον προφορικό λόγο. Αντιθέτως, οι λέξεις στο γλωσσάρι δεν σημειώνονται μέσα στο κείμενο με ξεχωριστά στοιχεία. Στην πρόσφατη έκδοση τυπώνονται με πλάγιους χαρακτήρες τόσο οι επισημασμένες από τον συγγραφέα λέξεις όσο και οι λέξεις στο επαυξημένο γλωσσάρι, δεδομένου ότι η επιμελήτρια κάνει προσθήκες προς διευκόλυνση του σημερινού αναγνώστη. 3) Πιστεύουμε ότι το μυθιστόρημα για να λειτουργήσει και ως μαρτυρία εποχής, θα χρειαζόταν κάποιες υποσελίδιες σημειώσεις. Αντ' αυτών, την καινούρια έκδοση συμπληρώνουν εισαγωγή και επίμετρο με ανθολόγιο κριτικών και βιο-εργογραφικά του συγγραφέα.

Πολλά ακόμη θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε. Περιοριζόμαστε μόνο στην παρατήρηση ότι η επιμελήτρια φαίνεται να έχει άλυτο πρόβλημα με τα ονόματα και τα ψευδώνυμα. Οπως είχαμε γράψει στην παρουσίαση των δύο πρώτων τόμων των Απάντων Πικρού («Βιβλιοθήκη» «Ελευθεροτυπίας», 10.7.2009), η επιμελήτρια, σε κάθε καινούριο βιβλίο της για τον Πικρό, αλλάζει το πραγματικό του όνομα: Γουναρόπουλος, Γιανναρόπουλος, Γενναρόπουλος. Αρνούμενη πεισματικά να καταλήξει στο Γεναρόπουλος, με το οποίο έχει καταχωριστεί σε εγκυκλοπαίδειες και γραμματολογίες. Ενα δεύτερο παράδειγμα επ' αυτού δίνει η εκτενέστερη από τις αναδημοσιευόμενες κριτικές, που φέρει υπογραφή Γ. ΒΟΥΓΑΣ. Η επιμελήτρια εικάζει ότι πρόκειται για αταύτιστο ψευδώνυμο, όπως και όσοι άλλοι έχουν ασχοληθεί. Είναι, πράγματι, απορίας άξιο πώς και διέλαθε η πραγματική ταυτότητα του κριτικού, όταν πρόκειται για τον «κολοσσό» Γιώργο Κατσίμπαλη. Για περαιτέρω διευκρινίσεις θα επανέλθουμε αλλού. *

Sunday, May 31, 2009

Στο περιθώριο του μεσοπολέμου

  • Επτά, Κυριακή 31 Μαΐου 2009

  • Πόρνες και τσακισμένοι στρατιώτες σε έναν χορό απόλυτης καταστροφής, βγαλμένον από τη δεκαετία του 1920. Πέτρος Πικρός «Χαμένα κορμιά» και «Σα θα γίνουμε άνθρωποι». (ΑΓΡΑ)
  • Γεννημένος στην τελευταία πενταετία του 19ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη (από έμπορο πατέρα), μεγαλωμένος στην Ελβετία και σπουδασμένος στη Γαλλία και στη Γερμανία, όπου έκανε Ιατρική και Βιοχημεία, ο Πέτρος Πικρός, ο οποίος πέθανε το 1956 στην Αθήνα, αποτελεί μια μάλλον ξεχασμένη προσωπικότητα του λογοτεχνικού Μεσοπολέμου: κοσμοπολίτης και ταυτοχρόνως κομμουνιστής, θα αφοσιωθεί με πάθος στη δημοσιογραφία και στα γράμματα και θα ζωγραφίσει με τα μελανότερα χρώματα το κοινωνικό περιθώριο της εποχής του, αποκαλύπτοντας χωρίς καμία χειραγωγική πρόθεση την παθολογία του.
  • Πενήντα και παραπάνω χρόνια μετά το θάνατο του Πικρού, το έργο του ζωντανεύει εκ νέου χάρη σε μιαν ωραία πρωτοβουλία της Χριστίνας Ντουνιά και των εκδόσεων «Αγρα». Τρεις άψογα επιμελημένοι τόμοι, υπό τους τίτλους «Χαμένα κορμιά» (1922), «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» (1924) και «Τουμπεκί» (1927), δίνουν στους νεότερους την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με μια λογοτεχνία η οποία δεν έχει χάσει το παραμικρό από την αρχική φρεσκάδα και αμεσότητά της.
  • Μολονότι ενταγμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Πικρός σπεύδει να απομακρύνει από την πρώτη στιγμή τον επαναστατικό διδακτισμό από τα γραπτά του, φτάνοντας από ένα σημείο και πέρα σε ανοιχτή ρήξη με τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Κανένα από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του Πικρού δεν αποκτά σωτηριολογική προοπτική στα διηγήματα των δύο πρώτων τόμων (ο τρίτος ετοιμάζεται αυτό τον καιρό και θα κυκλοφορήσει εντός του τρέχοντος έτους).
  • Πόρνες (αμέτρητες και αφόρητα καταπιεσμένες ή δυστυχισμένες πόρνες), καραβοτσακισμένοι στρατιώτες, φυλακισμένοι (ορκισμένοι εγκληματίες ή τυχαίοι απατεώνες), κορίτσια που αυτοκτονούν παρατημένα από τον εραστή τους, τρομαγμένες παλλακίδες, άστεγοι και πεινασμένοι, καθώς και φθονεροί φονιάδες ή τρελαμένες σεξουαλικά γεροντοκόρες θα πιουν το ποτήρι της καταστροφής μέχρι την τελευταία σταγόνα, χωρίς την ελάχιστη ελπίδα ανακούφισης ή διαφυγής, αλλά και δίχως την παρήγορη χείρα της πολιτικής αρωγής.
  • Η επίμονη άρνηση του Πικρού να καθοδηγήσει πολιτικά τους παρίες του (λιγότερο, σίγουρα, απ' όσο το δοκιμάζουν την ίδια περίοδο ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης ή ο Κώστας Παρορίτης) εγκλιματίζει αμέσως τα κείμενά του στον αντιηρωικό και αντιπατερναλιστικό λόγο των ημερών μας, τον οποίο, άλλωστε, ακουμπούν και με τις σαφώς προωθημένες αφηγηματικές τεχνικές τους: από ελεύθερο πλάγιο λόγο και έκκεντρη ή αποσπασματική πλοκή μέχρι παραληρηματική έκφραση και σκόπιμη, προφορικού τύπου συντακτική διαταραχή.
  • Μοιρασμένος μεταξύ ελληνικού ρεαλισμού και ευρωπαϊκού νατουραλισμού ή εξπρεσιονισμού (βλ. και τις σχετικές εισαγωγικές παρατηρήσεις της Ντουνιά), ο Πικρός είναι σε κάθε περίπτωση ένας συγγραφέας τον οποίο οφείλουμε να κοιτάξουμε ξανά και από την αρχή. Θα μας εντυπωσιάσουν, αν μη τι άλλο, η οξύτητα και το βάθος του.

Wednesday, April 29, 2009

Πέτρος Πικρός: Ο Ελληνας Γκόρκι του Μεσοπολέμου

  • Επανεκδόθηκαν οι συλλογές διηγημάτων «Χαμένα κορμιά» και «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» του Πέτρου Πικρού (1895-1956). Το λούμπεν προλεταριάτο των σελίδων του ενοχλούσε τους «νοικοκύρηδες» Δεξιάς και Αριστεράς. Μία από τις καλές ειδήσεις της ανοιξιάτικης εκδοτικής παραγωγής είναι η επανέκδοση δύο σημαντικών βιβλίων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, των συλλογών διηγημάτων «Χαμένα κορμιά» (1922) και «Σα θα γίνουμε άνθρωποι» (1924) του Πέτρου Πικρού (ψευδώνυμο του Ιωάννη Γιανναρόπουλου, 1895/96-1956).

«Τους ήρωές μου τους είδα να ζούνε μέσα στη βιοπάλη, στον βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά» έγραφε ο Πικρός

«Τους ήρωές μου τους είδα να ζούνε μέσα στη βιοπάλη, στον βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά» έγραφε ο Πικρός

Είναι τα δύο πρώτα μέρη μιας τριλογίας, η οποία ολοκληρώνεται με το μυθιστόρημα «Τουμπεκί» (1927). Τη φιλολογική επιμέλεια ανέλαβε η Χριστίνα Ντουνιά, επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, και την έκδοση η «Αγρα» του Σταύρου Πετσόπουλου.

Νατουραλιστής, κατά τα λογοτεχνικά του πρότυπα, τον Εμίλ Ζολά και τον Μαξίμ Γκόρκι (η ρωσική λέξη «γκόρκι» σημαίνει πικρός, εξ ου και το ψευδώνυμο Πικρός), βγάζει από την αφάνεια το λούμπεν προλεταριάτο της εποχής του. Οι ήρωές του είναι οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι, οι οποίοι έχουν ριχτεί στη μεγάλη πόλη προσπαθώντας να επιβιώσουν, ξεχνώντας το παρελθόν τους και υπογράφοντας το αβέβαιον του μέλλοντός τους. Με μια γλώσσα απλή, φυσική και ρέουσα, δίνει φωνή στις πόρνες, στους προαγωγούς, στους μικροαπατεώνες, στους άστεγους, στους φυλακισμένους, στους χρήστες ναρκωτικών, στους πάσχοντες από αφροδίσια και φυματίωση.

Με μεγάλη κλίση στις επιστήμες και στα γράμματα, ο Πέτρος Πικρός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού σπούδασε Ιατρική και Βιοχημεία στο Παρίσι και τη Γερμανία, επέστρεψε στην Ελλάδα, τρία χρόνια πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Επηρεασμένος από τις αριστερές ιδέες του Ανρί Μπαρμπίς, θα επιδώσει διαμαρτυρία στον Ελευθέριο Βενιζέλο για τον εκτοπισμό του Αβραάμ Μπεναρόγια στην Ανάφη.

Ιδιότροπη και εριστική προσωπικότητα, αισθάνεται άβολα με τους ομοϊδεάτες του, αν κι είχε περάσει από διευθυντικές θέσεις στον «Ριζοσπάστη» και τα λογοτεχνικά περιοδικά «Πρωτοπόροι» και «Νέοι Πρωτοπόροι». Κι αυτοί θα του καταλογίσουν ότι στο έργο του περιγράφει έναν κόσμο παρακμής που δεν συνάδει με τις νέες ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι ιδεολογικοί εχθροί του θα τον κυνηγήσουν και θα τον φυλακίσουν. Ετσι, διωγμένος από δικούς και ξένους, θα ζήσει την εξορία μέσα στην ίδια του τη χώρα.

Τα ταλέντα του όμως δεν θα καταφέρει να του τα αφαιρέσει κανείς: πεζογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής του Νίτσε, του Λένιν και μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Γκόρκι, Ντοστογιέφσκι, Ζολά, Φρανς, Ντ' Ανούτσιο κ.ά.), μέγας ρήτορας σε φοιτητικές και εργατικές συγκεντρώσεις. «Τους τύπους μου, τους ήρωές μου, τους είδα να ζούνε, να πονούνε, να λαχταρούνε, να παραδέρνουνε μέσα στη βιοπάλη, στον κοινωνικό ανεμοστρόβιλο, στο βόρβορο και στην κοσμοχαλασιά», απευθύνεται στον αναγνώστη από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου «Σα θα γίνουμε άνθρωποι». Και συνεχίζει: «Τους κοίταξα έναν έναν υπομονετικά, επίμονα, με το ενδιαφέρον του ανατόμου που ψάχνει να βρει τον κρυφό ιστό στο πτώμα που έχει εμπρός του -ενδιαφέρον, που στα μάτια του ανήξερου και του ανίδεου αποκλείει τάχατες τη συμπονιά. Ετσι τους μάζεψα άλλους ήσυχα ήσυχα κι άλλους τους άρπαξα απ' τα μαλλιά για να τους ρίξω εδώ μέσα και να ζωντανέψω τις κάμποσες αυτές σελίδες».

Φανερά ενοχλημένος από τον πόλεμο που τού έχουν ανοίξει συγκεκριμένοι κύκλοι διανοουμένων -όπως ο Πάνος Δ. Ταγκόπουλος του «Νουμά»-, θα εξαπολύσει αντεπίθεση: «Ο νοικοκύρης άνθρωπος, ο "καλός" πατέρας κι ο "αγνός" ηθικολόγος, να προσέξουνε καλά να μην το πάνε το βιβλίο μου σπίτι τους. Ας μη χωρέσει αμφιβολία, το βιβλίο αυτό είναι ενάντιο τόσο στη νοικοκυρίστικια όσο και στην ταγκοπουλίστικια ψευτοηθική».

Ο Πέτρος Πικρός δεν ανήκει στο μουσείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας και εξηγεί τους λόγους η επιμελήτρια Χριστίνα Ντουνιά: «Το έργο του προσελκύει τον σημερινό αναγνώστη, όχι μόνο γιατί είναι γραμμένο σε μια γλώσσα που ακούγεται ακόμα ολοζώντανη, αλλά επειδή διαθέτει μια αφηγηματική τεχνική που καθόλου δεν μυρίζει λογοτεχνική ναφθαλίνη. Δίνοντας φωνή στους ήρωές του, εκτελώντας κάποτε τον ρόλο του στενογράφου που καταγράφει τις μαρτυρίες του, αναδεικνύει εκ των έσω τη δική τους εμπειρία του κόσμου και τη δική τους οπτική». *