Showing posts with label Μπουκάλας Παντελής. Show all posts
Showing posts with label Μπουκάλας Παντελής. Show all posts

Tuesday, March 1, 2016

Οταν η «μάχαιρα» μεταφράζεται σαν «διαίρεση»

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28.02.2016

Α​​ν ήταν μόνο 400 στις 4.900 οι λέξεις της Καινής Διαθήκης που μένουν «ακατανόητες» στο σύγχρονο αυτί, όπως αποφαινόταν ο Γ. Ν. Χατζιδάκις, ίσως δεν θα επέμενε ο Κωστής Παλαμάς στην ανάγκη να μεταφράζονται τα Ευαγγέλια. Στο άρθρο του «Η ελληνική ψυχή: Ομηρος και Ευαγγέλιον» («Ακρόπολις», 31.10.1899, τώρα στα Απαντα, τόμ. 16) καταθέτει την πίστη του ότι «το είναι ημών διαμορφώνουσι, κατά το μάλλον ή ήττον ανίσως διαμοιρασμένα, στοιχεία ειδωλολατρικά και στοιχεία χριστιανικά» και προτρέπει:
«Τινές ίσως θα παρατηρήσουν ότι τα μεγάλα μνημεία του παρελθόντος εξακολουθούν υπάρχοντα διά τους ολίγους μόνον και τους εκλεκτούς, απρόσιτα εις τους πολλούς. Οχι. Δύνανται ταύτα να λαλήσωσι προς πλείστους όσους την θαυμαστήν των γλώσσαν, φθάνει μόνον να καταστώσι προσιτά εις πάντας. Ποίον είναι το επισημότατον των ειδωλολατρικών αναγνωσμάτων του Ελληνικού λαού; Είναι ο Ερωτόκριτος. Μεταφράσετε τον Ομηρον εις γλώσσαν και εις ρυθμόν ως η του Κρητικού αριστουργήματος. Μόνον οι σχολαστικοί θα είπωσι περί αυτού ότι εξεχυδαΐσθη. [...]

Sunday, June 7, 2015

Ηταν λαϊκιστής ο Διονύσιος Σολωμός;


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.05.2015

Παντελής Μπουκάλας​Αρχή σοφίας λεξικών επίσκεψις; Ισως. Ισως όμως και να ’ναι αρχή μπελάδων, επειδή κάθε λεξικό σφραγίζεται από τις ιδέες των συντακτών του, γλωσσικές και πολιτικές. Κάποτε μάλιστα είναι τόσο επιθετικές που αποτυπώνονται και σε
κρίσιμα λήμματα και στα επιλεγόμενα παραδείγματα. Δεδομένου λοιπόν ότι ο όρος «λαϊκισμός» είναι από τους συχνότερα χρησιμοποιούμενους στις πολιτικές μας αντιπαραθέσεις, συνήθως δε εξαπολύεται σαν ανάθεμα παρά κατατίθεται σαν στέρεα δομημένο επιχείρημα, σκέφτηκα να προσφύγω σε τρία λεξικά. Για να δω πόσο αυτονόητο είναι αυτό που όλοι πιστεύουμε πως είναι αυτονόητο.

Wednesday, April 22, 2015

Ο Γκίντερ Γκρας και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο

 





Tuesday, May 31, 2011

Ο Γιάννης Βαρβέρης στο «εσπερινό μονοπάτι»


Σήματα και διαδρομές στο πολύχρονο έργο του ποιητή, μεταφραστή, δοκιμιογράφου και κριτικού του θεάτρου
  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η Καθημερινή, 31/5/2011
ΜΝΗΜΗ. Τώρα, για να το πω με δικά του λόγια, με τον καταληκτικό στίχο από το πρώτο του ποίημα («Τα σκεύη») του πρώτου του βιβλίου (1985), που ο καβαφογενής τίτλος του, «Εν φαντασία και λόγω», έδειχνε όχι απλώς να υποδεικνύει λογοτεχνικά πρότυπα αλλά να συνοψίζει ένα ποιητικό πιστεύω, ο Γιάννης Βαρβέρης, στα πενήντα έξι του, «προβιβάζεται στη σιωπή». Αλλά τα πολλά και καλά βιβλία που άφησε για να μας συντροφεύουν, βιβλία ποιητικά, μεταφραστικά, δοκιμιακά ή απαρτισμένα από θεατρικές κριτικογραφίες όπως αυτές που δημοσίευε στην κυριακάτικη «Καθημερινή» από το 1989, δίνουν τη σχετική έστω παραμυθία ότι πρόκειται για μια σιωπή ομιλητική, ζωηρή, πλούσια σε νοήματα. 

Δεν πρόκειται, πάντως, για μια γραφή μοιρασμένη στα τρία ή στα τέσσερα, αλλά ενιαία, αφού τα μέλη της αλληλοτροφοδούνται και αλληλοεπηρεάζονται. Δεν θα μπορούσε, ας πούμε, να μη μεταφράσει ο Βαρβέρης Λεό Φερρέ, Ζακ Πρεβέρ και Ζορζ Μπρασένς, όταν οι Γάλλοι αυτοί, οι αγαπημένοι του, δεν είναι απλοί επισκέπτες του ποιητικού του έργου αλλά μόνιμοι κάτοικοί του: και οι δέκα ποιητικές συλλογές που εξέδωσε όσο ζούσε μάς εισάγουν στον κόσμο τους με καθοδηγητικό μότο ευφυώς επιλεγμένους στίχους του τροβαδούρου Λεό Φερρέ.

Tuesday, January 11, 2011

Ο πατριάρχης Ομηρος στην τρίτη του χιλιετία


Ο εσωτερικός «διάλογος» του ποιητή στην «Ιλιάδα» με τους ήρωές του, Ελληνες και Τρώες, σαν ένα νεύμα στους κατοπινούς
  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 11 Iανoυαρίου 2011
Στην εποχή τους και για κάμποσους αιώνες έπειτα, όταν ο Ομηρος την Ελλάδα πάσαν επαίδευε και η πλούσια τράπεζά του έδινε υψηλής ποιότητας ύλη στους τραγωδούς για να συνθέσουν τα δικά τους σπουδαία έργα, τα έπη αφηγούνταν ιστορίες σε ανθρώπους που ήδη τις γνώριζαν· κατά συνέπεια ο αοιδός θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα άξιος για να καθηλώσει τους ακροατές-θεατές του και να τέρψει το πνεύμα τους. Σήμερα οι ιστορίες αυτές πρέπει να ξαναειπωθούν, πλήρεις και σε γλώσσα και ρυθμό οικείο, γιατί μόνο αποσπασματικά είναι πια γνωστές, για να μην πω ότι διαμεσολαβήθηκαν μαζικώς και διαβλήθηκαν από τις χολιγουντιανές παραναγνώσεις. Το αίτημα, ακριβώς, της επαναναγνώρισης και ευρύτερης ανάκτησης των ομηρικών επών υπηρετεί στο ακέραιο η μετάφρασή τους από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη.

Ακουγα λοιπόν πρόσφατα, σε ένα ντοκιμαντέρ για τις αφηγηματικές τεχνικές των αρχαίων πολιτισμών, ότι οι εικόνες που σκάλιζαν ή ζωγράφιζαν οι Αβορίγινες της Αυστραλίας ήδη 40.000 χρόνια πριν, και οι οποίες στα μάτια του πεπολιτισμένου Δυτικού είναι αφελέστατα παιδικά σκαριφήματα μονότονα επαναλαμβανόμενα, αυτές λοιπόν οι ζωγραφιές γίνονται εκτενείς και πλούσιες ιστορίες όταν αρχίζει να τις αφηγείται κάποιος από τους λιγοστούς εναπομείναντες Αυτόχθονες (είναι περίπου 350.000, όταν οι Ελληνες της Αυστραλίας προσεγγίζουν το μισό εκατομμύριο). Οι ιστορίες όμως αυτές δεν γίνονται πλήρως αντιληπτές, δεν υπάρχουν καν, αν η αφήγηση του γέροντα δεν συνοδεύεται από τον ήχο του ντίτζερι, του χειροποίητου ξύλινου πνευστού οργάνου των ιθαγενών. Ο λόγος δηλαδή νοηματοδοτείται από τη μουσική του υπόκρουση, δίχως την οποία παραμένει όχι απλώς ατελής αλλά, αυτό κυρίως, αμετάδοτος.
  • Εσωτερική ρύθμιση
Ντίτζερι η ελληνική μουσική παράδοση δεν διαθέτει, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα ή το ζητούμενο. Το ζητούμενο, αυτό δηλαδή που κατορθώνει η μετάφραση του Δ.Ν. Μαρωνίτη, πέραν των άλλων της αρετών, είναι να ακούγεται ενόσω διαβάζεται, και να ακούγεται έρρυθμη, να επικυρώνει δηλαδή το νόημά της, να το οξύνει και να το σαφηνίζει με τη ρυθμική της αγωγή· ο λόγος εδώ δεν είναι άμουσα πεζός αλλά και δεν εξαρτά τη μετρική του από σταθερά σχήματα, που συχνά αποδεικνύονται πνιγηρά ή οδηγούν σε απιστίες προς το μεταφραζόμενο κείμενο, καθιστώντας σχεδόν υποχρεωτικές τις απαλοιφές ή τις προσθήκες για να ικανοποιηθούν. Είναι δηλωμένος άλλωστε ο στόχος του μεταφραστή «να επιμείνει η μετάφραση στην εσωτερική ρύθμιση του ποιητικού λόγου, στον εσωτερικό ρυθμό: στον σφυγμό και στην ανάσα του· στην αναπνοή και την εκπνοή του· στην ταχύρρυθμη ή αργόρρυθμη ροή του, ανάλογα με τον κυματισμό του νοήματος· στην ένταση ή στη χαλάρωση· στο κόμπιασμα ή στην προσωρινή ανακοπή, όπου τα δρώμενα του ποιητικού λόγου κόβουν την ανάσα». Και επειδή αυτός ο ρητός στόχος δεν μένει γράμμα κενό όπως συμβαίνει με τους στόχους της πολιτικής, αλλά σαρκώνεται, με την προκείμενη μετάφραση ο Ομηρος ξαναδιαβάζεται, απαιτεί να ξαναδιαβαστεί, επειδή ξανακούγεται.

Κι όσο βλέπω, ακόμα και οι αλλαγές που επιφέρει ο Δ.Ν. Μαρωνίτης από την προκαταρκτική ή δοκιμαστική δημοσίευση (σε περιοδικά ή εφημερίδες ή ως τμήμα της ύλης των δοκιμιακών βιβλίων του) στην τελική -αν νοείται τέλος σε μια μετάφραση- αποβλέπουν εξίσου στη λύση μικροκόμπων του ρυθμού και στη σημασιολογική διευκρίνιση ή ενίσχυση. Ενα μόνο δείγμα: Στο βιβλίο του «Μεγαθέματα» οι στίχοι 529-530 της ιλιαδικής ραψωδίας Δ μεταφράζονται ως εξής: «Υστερα βρέθηκε κοντά του ο Θόας, τραβά απ’ το στέρνο / το βαρύ κοντάρι, βγάζει το μυτερό του ξίφος και το βύθισε / στη μέση της κοιλιάς». Τώρα, στον πρώτο από τους δύο τόμους της μετάφρασής του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αγρα», παραδίδονται ως ακολούθως: «Υστερα βρέθηκε κοντά του ο Θόας, τραβά απ’ το στέρνο / το βαρύ κοντάρι, βάζει το μυτερό του ξίφος, το βύθισε / στη μέση της κοιλιάς». Τι άλλαξε; Μόλις ένα «και» που έφυγε για να μπει ένα κόμμα στη θέση του. Αλλά ένα «και» που προβλημάτιζε τον βηματισμό του κειμένου, του στερούσε τον ακαριαίο χαρακτήρα, και κόβοντας σε ξεχωριστές στάσεις τη βιαιότατη, ορμητική κίνηση του πολεμιστή, ανέκοπτε την ίδια την ταχύτητα του ραγδαία επερχόμενου θανάτου, την οποία οφείλει να παρακολουθεί από απόσταση αναπνοής η ταχύτητα της ποίησης.

Ο Ομηρος λοιπόν, ο οποίος στην «Οδύσσεια» βρίσκει τρόπους και μεθόδους να υποδηλώσει την παρουσία του, την παρουσία δηλαδή ενός ποιητή που δεν είναι απλώς αχθοφόρος ήδη δημιουργημένων ωδών (μπορούμε να τον ακούσουμε πίσω από το τραγούδι του «περικλυτού αοιδού» Δημόδοκου, αλλά και πίσω από την αυτοεξιστόρηση του ίδιου του Oδυσσέα), αφήνει τελικά το ίχνος του και στην «Ιλιάδα». Το πιο συγκινητικό χνάρι του πιστεύω πως σχηματίζεται όταν, εγκαταλείποντας προσωρινά την τριτοπρόσωπη ή απρόσωπη αφήγηση, στρέφεται και απευθύνεται όχι πια στις Μούσες, κατά το έθος, αλλά σε κάποιον από τους ήρωές του, θεό ή θνητό, Ελληνα ή Τρώα, με έναν τρόπο οικειότητας ή τρυφερότητας που αναγνωρίζεται και στα δημοτικά τραγούδια (για παράδειγμα: «Σήμερα, Δήμο μ’, Πασχαλιά, σήμερα πανηγύρι / κι εσύ, Δήμο μ’, στα Γιάννινα», «Λιάκο, σε κλαίνε τ’ Αγραφα, οι βρύσες και τα δέντρα», ή «Ηλιε μου Μπουκουβάλα μου, κι άστρο μου Καρακίτσο, / σύμασ’ τα παλικάρια σου»). Ετσι, εκτός από τη συζυγική, την παρασυζυγική και την εταιρική ομιλία που έχουν ήδη εντοπιστεί στα δύο έπη (ανάμεσα σε συζύγους, εραστές ή συντρόφους), είναι σαν να συστήνεται με τις αποστροφές αυτές και μια παράπλευρη ή υπόγεια συνομιλία ανάμεσα στον ποιητή και τα πρόσωπα του έπους του, μια ημι-συνομιλία μάλλον, μιας και δεν υπάρχει απόκριση στον ποιητικό δημιουργό από αυτούς στους οποίους απευθύνεται.

Για να σταθώ μόνο στον δεύτερο τόμο της μεταφρασμένης «Ιλιάδας», σημειώνω τις εξής αποστροφές του ποιητή: Στο Ν 603 ο Ομηρος απευθύνεται στον Μενέλαο («Μοίρα κακή τον έσπρωχνε να βρει το θάνατό του, να δαμαστεί, / Μενέλαε, μέσα στην άγρια μάχη, απ’ το δικό σου χέρι»), στο Ο 365 στον Απόλλωνα, στο Ο 582 στον Μελάνιππο («Ετσι και πάνω σου, / Μελάνιππε, με πείσμα ορμά ο Αντίλοχος τα όπλα σου ν’ αρπάξει»), στο Π 20, στο Π 584, στο Π 692, στο Π 744, στο Π 812 και στο Π 843 στον Πάτροκλο («Στενάζοντας βαριά αποκρίθηκες, Πάτροκλε καβαλάρη», ή «Ομως κι εσύ, γενναίε, Πάτροκλε, μίλησες τότε ξεψυχώντας»), στο Ρ 679 και στο Ρ 703 στον Μενέλαο. Ας μην πέσουμε σε υπολογισμούς για το πώς και σε ποιους μοιράζει ο ποιητής τη συμπάθεια, την εκτίμηση ή τον σεβασμό του.

Κι ας υποθέσουμε ότι δεν πρόκειται για απλή φιλοφρόνηση αλλά για μεθοδευμένο σήμα με το οποίο κάπως εμφανίζεται και προσωποποιείται ο αφανής ποιητής.

Το παράδοξο, μολαταύτα, παραμένει, ως τμήμα του ευρύτερου ομηρικού προβλήματος, όχι πάντως το σημαντικότερο: Ο ποιητής που βεβαίωνε ότι «σ’ αυτόν τον κόσμο κανείς δεν μένει ανώνυμος» («ου μεν γαρ τις πάμπαν ανώνυμός εστ’ ανθρώπων») και έθετε σταθερά στο στόμα των ηρώων του το ερώτημα «ποιος είσαι κι από πού; πού βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;» («τις πόθεν εις ανδρών; πόθι τοι πόλις ηδέ τοκήες;») πέρασε στην αθανασία δίχως να γνωρίζουμε ποια η πόλη του από τις επτά που ερίζουν ποια υπήρξε η γενέτειρά του και ποιο το όνομα των γονέων του (ακόμα και ο Τηλέμαχος, ο γιος του Οδυσσέα, έχει προταθεί σαν πατέρας σου, όπως διαβάζουμε στο παλαιότατο έργο «Αγών Ομήρου και Ησιόδου», ενώ και σήμερα δεν λείπουν όσοι υποστηρίζουν ότι δεν ήταν άλλος από τον Οδυσσέα), αλλά και ποιο ήταν το δικό του πρώτο όνομα (Μέλης; Μελησιγένης; ή μήπως Αλτης;) και για ποιον ακριβώς λόγο αποκλήθηκε έπειτα Ομηρος· επειδή έτσι ονόμαζαν οι Αιολείς τους τυφλούς ή επειδή ο πατέρας του είχε δοθεί όμηρος από τους Κύπριους στους Πέρσες;

Με τη μετάφραση των επών έχουν δοκιμαστεί πολλές γενιές Ελλήνων· αλλά το στοίχημα αυτό δεν κλείνει ποτέ, δεν πρέπει να κλείνει· κάθε γενιά οφείλει να αναλάβει τη δική της μεταφραστική προσπάθεια, εκμεταλλευόμενη την εν τω μεταξύ πρόοδο της φιλολογίας, την εξέλιξη και τα επιτεύγματα της λογοτεχνίας, καθώς και την προκοπή της ίδιας της νεοελληνικής γλώσσας. Αυτό ακριβώς επιχείρησε και αυτό πέτυχε η μετάφραση της «Ιλιάδας» από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη· ζευγαρωμένη πια με την προηγηθείσα μετάφραση της «Οδύσσειας» από τον ίδιο, επανατοποθετεί τα έπη στο κέντρο του ενδιαφέροντός μας, γλωσσικού, γραμματολογικού, λογοτεχνικού και εκπαιδευτικού, ως έργα ενός ποιητή νεότατου με όλες τις τρεις χιλιετίες της ηλικίας του.

Sunday, October 24, 2010

Η πολιτική, η λογοτεχνία και τα βραβεία

  • Tου Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/10/2010
Mε αφορμή την απονομή στον Περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα του Νομπέλ Λογοτεχνίας, ξανάρθε στο προσκήνιο το ζήτημα της σχέσης της πολιτικής με τη λογοτεχνία. Δεν εννοώ εδώ την πολιτικότητα της ίδιας της λογοτεχνίας, τη στράτευσή της με τη μια ή την άλλη μορφή, αλλά την παρείσδυση ή και επικράτηση πολιτικών παραμέτρων στην αποτίμησή της, οπότε τα κριτήρια θολώνουν και η αξιολόγηση κάθε άλλο παρά αμερόληπτη και απροσωπόληπτη αποβαίνει. Δύο λοιπόν τα ερωτήματα, όχι πρωτότυπα είναι η αλήθεια, αφού επανέρχονται με κάθε απονομή του Νομπέλ. Το πρώτο, πόσο βαραίνει η πολιτική στην απόφαση των δεκαοκτώ ισόβιων μελών της Σουηδικής Ακαδημίας για τον ετήσιο εκλεκτό τους. Πόσο καθοριστικά, δηλαδή, δρουν καθαρά εξωλογοτεχνικές παράμετροι, λ.χ. η επιθυμία των ακαδημαϊκών να εκδηλώσουν τη συμπάθειά τους για κάποια χώρα που εξέρχεται από τυραννικό καθεστώς, έστω κι αν η αξία του έργου των λογοτεχνών της υπολείπεται της αξίας λογοτεχνημάτων άλλων χωρών, δημοκρατικών, αν συγκριθούν με γραμματολογικά μέτρα και σταθμά. Επίσης, πόσο δραστική αποδεικνύεται (τόσο που να παραχαράσσεται οτιδήποτε αφορά τη λογοτεχνία) η εξωλογοτεχνική φήμη ή αίγλη κάποιας προσωπικότητας.
Ως προς την πολιτικότητα των κριτηρίων της σουηδικής Ακαδημίας δεν χωρεί αμφισβήτηση. Από τη μια δεκαετία στην άλλη, η επιλογή των λογοτεχνών που βραβεύονται δεν είναι άσχετη από τα πολιτικοϊδεολογικά ρεύματα των καιρών ούτε από το είδος των ιδεών τις οποίες προβάλλει το έργο τους. Τούτου δοθέντος, μοιάζει λογικό αυτό που δεν είναι καθόλου λογοτεχνικό, να μένουν δηλαδή εκτός του κανόνα των βραβευτέων πνεύματα και έργα αντισυμβατικά ή αιρετικά. Και επίσης λογικό το ότι ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν κοπίασε να αποσπάσει το 1953, με τα Απομνημονεύματά του και μόνο, το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ένα βραβείο δηλαδή για το οποίο δεν κρίθηκαν άξιοι ο Κάφκα, ο Τζόις, ο Μπροχ, ο Ντίλαν Τόμας, ο Σελίν, ο Προυστ, ο Μούζιλ, ο Καλβίνο, ο Πάουντ, ο Πεσόα, ο Μπόρχες, ο Μπέρνχαρντ και, από τους ζώντες, ο Κούντερα και ο Ροθ (τα ονόματα όλων αυτών των λογοτεχνικά υποδεέστερων τόσο του Τσόρτσιλ όσο και του Μπέρτραντ Ράσελ, που και αυτός, παρότι μη λογοτέχνης αλλά φιλόσοφος, τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1950, τα θύμισε ο Ηλίας Μαγκλίνης στην «Καθημερινή» του Σαββάτου 16 Οκτωβρίου)· τουλάχιστον για τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό έχουμε να σκεφτόμαστε ημιπαρηγορητικά ότι έγραψαν σε περιφερειακή, «αδύναμη» γλώσσα, και οι δύο εξ αυτών, οι νεότεροι, καίτοι προταθέντες ως υποψήφιοι το 1950 (όπως και ο Παλαμάς το 1929), υπονομεύτηκαν από την ίδια τους τη μετεμφυλιακή πατρίδα.
Κρισιμότερο πιστεύω είναι το δεύτερο ερώτημα-ζήτημα, που μάλιστα έχει βαθύτατες τις ρίζες του, στον καιρό των Μηδικών πολέμων, όταν η πόλη των Θηβών μήδισε και ο μέγας Πίνδαρος είχε συντελέσει σε αυτό, υμνώντας την ουδετεροφιλία, για να αλλάξει στάση μετά τη νίκη των Ελλήνων: Πόσο επηρεάζεται ή πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να επηρεάζεται η κρίση του αναγνώστη (είτε στον δήμο ανήκει είτε στους σοφιστές που αποδίδουν βραβεία και τιμές) από τα πολιτικά και ιδεολογικά γνωρίσματα όχι τόσο του λογοτεχνικού έργου ενός συγγραφέα, ποιητή ή πεζογράφου, όσο του βίου του. Δηλαδή, χοντροκομμένα: Παραμένει μέγας ο Πίνδαρος ή απορρίπτεται μετά πολλών επαίνων; Κι ο «αντιδραστικός» Αριστοφάνης μετράει ή όχι ως ποιητής; Και πιο κοντά στα δικά μας χρόνια: Είναι σπουδαίος συγγραφέας ο Φερντινάν Σελίν (ή ο Εζρα Πάουντ) ή μήπως ο αχαλίνωτος αντισημιτισμός του και ο έμπρακτος φιλοναζισμός του μηδενίζουν την αξία των λογοτεχνημάτων του, ακόμα και όσων είχε γράψει πριν από τη μεταστροφή του; Ή μήπως πρέπει να τον κόψουμε περίπου στη μέση και να πούμε, αν είμαστε αριστεροί, πως είναι θαυμάσιος συγγραφέας έως το 1936, ενόσω δηλαδή έκλινε προς τις ιδέες της σοσιαλιστικής Αριστεράς, και κάκιστος έκτοτε, και να ισχυριστούμε το αντίθετο αν είμαστε δεξιοί; Ή, ακόμα πιο κοντά: Μηδενίζεται (ή αυξάνεται, ανάλογα με το πολιτικοϊδεολογικό πρίσμα του αναγνώστη-κριτή) η αξία της λογοτεχνικής παραγωγής του Μάριο Βάργκας Λιόσα αν συναρτηθεί με τις νεοφιλελεύθερες από ένα σημείο κι έπειτα ιδέες του (που τον κατέστησαν και υποψήφιο της Κεντροδεξιάς για την προεδρία του Περού το 1990) και με τον ρητό θαυμασμό του για τη Μάργκαρετ Θάτσερ και την πολιτική της;
Ακόμα πιο βάναυσα: Είναι μέτριος ποιητής ο Σεφέρης, όπως πρεσβεύουν ορισμένοι, «επειδή ήταν δεξιός»; Είναι μέτριος ποιητής ο Ρίτσος, όπως πρεσβεύουν άλλοι, από την αντίπερα όχθη, «επειδή ήταν αριστερός»; Και είναι χείριστος ποιητής ο Καβάφης επειδή κάποιοι αποφάσισαν να του φορτώσουν αναδρομικά μια (ανύπαρκτη) συνυπογραφή του σε επιστολή Αλεξανδρινών, το 1928, υπέρ της «Ενωσης Ελλήνων Φασιστών»; Και τι κάνουμε με τον Παλαμά; Τον προσκυνούμε (ή τον σταυρώνουμε, ανάλογα με τις απόψεις μας) όταν γράφει, το 1913, «Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι / που τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή. / Αγκαλιαστείτε αδέρφια, ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη, / Δικαιοσύνη, βρόντηξε, και λάμψε, Προκοπή», τον σταυρώνουμε (ή τον δοξάζουμε, κατά το πιστεύω μας) όταν λέει, το 1922, «Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι! / Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί, / καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι, / για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί», και τον ακούμε προσεκτικά όταν αυτοκρίνεται το 1929: «Εργάτη, είδα το δίκιο σου κι έλεα να ξεκινήσω / να σταθώ πλάι σου... Μια φωνή μού έκραζε πάντα: Πίσω! / Να ήταν το αίμα μέσα μου που ρέει του νοικοκύρη / να ήταν η Μούσα ρηγικό που μου 'δωσε ψαλτήρι;»
Προφανώς η στάση κάθε λογοτέχνη ως πολίτη, οι επιλογές και οι κοσμοαντιλήψεις του, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη λογοτεχνική του οπτική και βρίσκουν τον τρόπο να την προσανατολίσουν, προσωρινά ή μονιμότερα - γιατί δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι και οι συγγραφείς έχουν δικαίωμα στην αναθεώρηση, την αναστοχαστική αυτοκριτική και την αυτοαναίρεση ακόμα· αντιφατικοί άνθρωποι είναι κι αυτοί και εξελισσόμενοι, όπως όλοι, όχι εξαρχής και τελεσίδικα σχηματισμένοι. Αν ωστόσο το μόνο που καταφέρνουν με τη γραφή τους, ή το μόνο που θέλουν να καταφέρουν είναι, δημαγωγώντας, να την καταστήσουν (ή να την καταντήσουν) άμουσο αχθοφόρο των ιδεολογημάτων τους, μπορεί να γευτούν πρόσκαιρη φήμη αλλά γρήγορα θα αποκαλυφθεί η λογοτεχνική μετριότητά τους. Οσο τίμιο είναι λοιπόν να μη χρησιμοποιούμε τη λογοτεχνική αξία ενός συγγραφέα σαν συχωροχάρτι ή άλλοθι για τις πολιτικές επιλογές που σημάδεψαν τον βίο τους, άλλο τόσο τίμιο είναι να αποφασίσουμε ότι δεν αγαπάμε αποκλειστικά τους λογοτέχνες που συμφωνούν με τα δικά μας ιδεολογικά και πολιτικά πιστεύω ή όσους υιοθετούν την τεχνοτροπία και την αισθητική της προτιμήσεώς μας. Η λογοτεχνία θέλει φανατικούς της ανάγνωσης αλλά κανενός άλλου είδους φανατισμό.

Monday, June 7, 2010

To περιοδικό "Ο Πολίτης": ένα εργαστήριο αριστερών ιδεών και αισθημάτων

Η ΑΥΓΗ: 06/06/2010
  • Ο Πολίτης υπήρξε το επίκεντρο της διανοητικής και πολιτικής δραστηριότητας του Άγγελου Ελεφάντη, έργο ζωής, ταυτισμένο μαζί του, όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι και τον θάνατό του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ένα περιοδικό με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και καθοριστική επίδραση στο χώρο των αριστερών ιδεών. Τιμώντας τη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, καθώς στις 29 Μαΐου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατό του, ζητήσαμε από τον Διονύση Καψάλη, τον Αριστείδη Μπαλτά και τον Παντελή Μπουκάλα, τρεις ξεχωριστούς συνεργάτες του περιοδικού και στενά συνδεδεμένους με τον Άγγελο Ελεφάντη, να καταθέσουν τις σκέψεις τους, σε μια πρώτη προσπάθεια να προσεγγίσουμε τη διαδρομή, τη σημασία, τα χαρακτηριστικά αυτού του τόσο ιδιαίτερου περιοδικού. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση και τη συμβολή τους. Η συζήτηση έγινε στον πάντα φιλόξενο χώρο του αναγνωστηρίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).
(Συζητείστε για το άρθρο στην σχετική ανάρτηση στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων)



Συζητούν ο Διονύσης Καψάλης, ο Αριστείδης Μπαλτάς και ο Παντελής Μπουκάλας

Παντελής Μπουκάλας: Είμαι σίγουρος ότι ο ίδιος ο Άγγελος Ελεφάντης δεν θα αποδεχόταν αυτό που έχει κατά κόρον γραφτεί και ακουστεί: «ο Πολίτης του Άγγελου». Θα προτιμούσε να πούμε «ο Άγγελος του Πολίτη». «Ο Πολίτης του Άγγελου» είναι σαν να θέτει εξαρχής τον Άγγελο σε ένα υπερεπίπεδο από το οποίο διαφεντεύει. Μπορεί να συνέβαινε στην πραγματικότητα αυτό, αλλά τουλάχιστον η εικόνα της συλλογικότητας υπήρχε. Μιλάμε λοιπόν για τον Άγγελο του Πολίτη, και το θέμα είναι ποιοι είμαστε εμείς που μιλάμε, πού μιλάμε, από ποια θέση μιλάμε. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν αισθάνομαι και δεν είμαι κληρονόμος των ιδεών του Ελεφάντη, γιατί ούτε ο ίδιος θα δεχόταν ότι απάρτισε ένα σύστημα ιδεών, το οποίο θα ήθελε να κληροδοτήσει. Περισσότερο θα ήθελε να πει ότι κληροδότησε ένα σύστημα αισθημάτων απέναντι στην Aριστερά, όχι ένα ολικό συγκεντρωτικό πράγμα που πρέπει εμείς ή ο οποιοσδήποτε να το συνεχίσουμε. Το λέω αυτό, για να μη δούμε πάλι γραμμένες τίποτα επιπολαιότητες για «τα ορφανά του Ελεφάντη». Ακόμη και αν εγώ αισθανόμουν τον Άγγελο σαν πνευματικό μου πατέρα, δεν θα μπορούσα να αυτοχαρακτηριστώ, και δεν θα δεχόταν να με χαρακτηρίσει οποιοσδήποτε άλλος, «ορφανό του Άγγελου». Είμαι ορφανός πολλών πατεράδων, όπως είμαστε όλοι μας ορφανοί πολλών πατεράδων, κι αυτό απορρέει και από τη συλλογικότητα του Πολίτη, από την ιδρυτική του συλλογικότητα, έστω και αν αυτή διασπάστηκε σχεδόν πριν εκδοθεί ο Πολίτης. Αν θυμηθούμε ότι ήταν τρεις στην εκκίνησή του, η διάσπαση επήλθε πριν καν εκδοθεί το πρώτο τεύχος. Και επισημοποιήθηκε όταν εκδόθηκε το πρώτο τεύχος. Έμειναν οι δύο από τους «τρεις ιεράρχες», και σε πολύ λίγα τεύχη έφυγε και ο επόμενος. Οι «τρεις ιεράρχες» είναι ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο Δήμος Μαυρομμάτης και ο Άγγελος Ελεφάντης.
  • Η εκκίνηση του περιοδικού

Διονύσης Καψάλης: Θα προσπαθήσω να σας δώσω την ατμόσφαιρα της εποχής. Τον Αντώνη Καρκαγιάννη τον βλέπαμε σαν ένα γλυκύτατο αλλά λίγο απόμακρο προς εμάς κύριο της Αριστεράς. Ήταν ο εμπνευστής του Πολίτη -- είχε βαφτίσει και είχε εμπνευστεί πολλά περιοδικά, το Αντί, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, το Τώρα. Ήταν ένας άνθρωπος που γεννούσε ιδέες και γοήτευσε ανθρώπους. Ο Καρκαγιάννης και ο Μαυρομμάτης ήταν ηγετικές προσωπικότητες του λεγόμενου «Χάους», ένα ρευστό πολιτικό μόρφωμα που εμείς το βλέπαμε λίγο αφ’ υψηλού και με κάποια δόση αλαζονείας· δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε τι βάρος εμπειρίας σήκωναν αυτοί οι άνθρωποι. Σας θυμίζω ότι ο Ελεφάντης, μέσα στη δικτατορία, είχε γράψει ένα καταπληκτικό κείμενο στον Αγώνα, τχ. 2, «Μερικές απόψεις για το Χάος ή Το χάος μερικών απόψεων», όπου κι ένα προσφυέστατο μότο από τον Ησίοδο «ἐκ Χάεος δ' Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο». Το κείμενο αυτό, όπως μάθαμε μετά, γεννήθηκε από μια συζήτηση του Άγγελου με τον Δήμο Μαυρομμάτη στο Παρίσι.
Ο Δήμος Μαυρομμάτης είναι φορέας της πολύ μεγάλης απογοήτευσης που κουβαλούσε ένα σοβαρό από κάθε άποψη κομμάτι της Αριστεράς. Θα ήταν χρήσιμο κάποτε να μπούμε για λίγο στη θέση αυτών των ανθρώπων, των χιλιάδων αριστερών, που μια ωραία πρωία, στα νησιά και στις φυλακές όπου βρίσκονται, μαθαίνουν ότι η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Τσεχοσλοβακία. Η προηγούμενη γενιά είχε αναγκαστεί να καταπιεί την Ουγγαρία. Αυτή η γενιά, ευτυχώς για όλους μας, δεν κατάπιε την Τσεχοσλοβακία. Ο Άγγελος ήταν από τους λίγους ανθρώπους, απ’ όσους παρέμειναν ενταγμένοι, που καταλάβαινε τι σήμαινε μια Αριστερά στην οποία κάθε γενιά ακυρώνει την ιστορία της: ένα είδος σπασμωδικής Αριστεράς. Υπήρχαν και άλλοι βέβαια, πολλοί, που μίλησαν γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά ο Άγγελος ήταν ίσως ο μόνος που έκανε κάτι με αυτή την κατανόηση. Η κίνηση των 400 λ.χ., ήταν ουσιαστικά μια προσπάθεια του Ελεφάντη να δώσει πολιτική κατεύθυνση σε αυτό το μόρφωμα, να πολιτικοποιήσει την --υγιέστατη-- απέχθεια του «Χάους» προς κάθε έννοια κομματικής καθοδήγηση και ανελευθερίας.
Εκεί νομίζω ότι ρίχτηκε και ο σπόρος του Πολίτη: ενός περιοδικού πολιτικής παιδείας, που θα επιχειρούσε να συνοψίσει αυτό το κλίμα και αυτό τον κόσμο. Οι τρεις ιεράρχες, όπως τους λέει ο Παντελής, Καρκαγιάννης, Μαυρομμάτης και Ελεφάντης, συνυπάρχουν τότε στις εκδόσεις Ολκός, στην οδό Υπατίας 5, δίπλα στη Μητρόπολη. Ποικιλία και ζωντάνια ήταν τα χαρακτηριστικά εκείνων των γραφείων. Στο ένα δωμάτιο έβγαινε ο Πολίτης, στο άλλο ο Γιάννης Χάρης μετέφραζε τις επιστολές του Μαρξ, πιο κει κάποιος ερχόταν από το Παρίσι, η Στέλλα Γεωργούδη, λόγου χάρη, για να μεταφράσει το Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα του Ζαν-Πιέρ Βερνάν, και παραδίπλα, αν θυμάμαι σωστά, μπαινόβγαιναν τα παιδιά του Σύγχρονου Κινηματογράφου. Βιβλία όπως το Φασισμός και δικτατορία του Πουλαντζά και η Ελληνική τραγωδία του Τσουκαλά (και τα δύο από τις εκδόσεις Ολκός) γίνονταν αντικείμενο καθημερινής συζήτησης. Από αυτό το κλίμα βγήκε ο Πολίτης.
Θυμάμαι το κείμενο του Αριστείδη που είχε ενθουσιάσει τον Ελεφάντη, «Μια πρόσκληση-πρόκληση» (τχ. 3-4), που αναφερόταν σε μια σημαντική τότε απεργία, δεν θυμάμαι ποια. Ο Ελεφάντης είχε ενθουσιαστεί, γιατί μέσα σε όλο εκείνο το σωρό βρέθηκε κάποιος να μιλήσει για την εργατική τάξη.

Αριστείδης Μπαλτάς: Εγώ δεν έχω εμπειρίες από αυτή την εικόνα, εμφανίζομαι στο περιοδικό αργότερα. Ήξερα τον Άγγελο από το Παρίσι και είχαμε, μπορώ να πω, μια πολύ καλή σχέση, παρόλο που με τα δεδομένα της εποχής θεωρούμουν αριστεριστής. Όταν πρωτοβγήκε ο Πολίτης, στις δικές μου πολιτικές παρέες, στις οποίες ανήκε και ο Σταύρος Λιβαδάς και αρκετοί ακόμη, η πρώτη εικόνα ήταν ότι το περιοδικό έφερνε κάπως προς το «κατεστημένο». Θυμίζω ότι η συντακτική του ομάδα αποτελούνταν από διανοούμενους και καθηγητές που είχε αναδείξει ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία, δηλαδή από ό,τι καλύτερο υπήρχε τότε στο πεδίο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, των γραμμάτων και των τεχνών. Θέλω να πω ότι εκείνοι που απάρτιζαν τη συντακτική ομάδα δεν φαινόταν να μετέχουν ευθέως στην πολιτική έξαψη που χαρακτήριζε εκείνα τα χρόνια. Εκείνοι με τους οποίους συναγελαζόμουν τότε αγόραζαν το περιοδικό, αλλά τηρούσαν κάποια απόσταση.
Σε αυτό το κλίμα, όταν η Χριστίνα Αγριαντώνη μου ζήτησε ένα άρθρο για το περιοδικό, σκέφτηκα να γράψω κάτι προκλητικό. Η εργατική τάξη εισβάλλει στον ίδιο τον Πολίτη… Σε αυτό το άρθρο, που αναφερόταν στην τότε απεργιακή έκρηξη πολλών εργοστασιακών σωματείων, αναφέρεται ο Διονύσης. Από τη μεριά μου, είδα την ευνοϊκή υποδοχή του άρθρου, μπλέχτηκα κάπως περισσότερο, ξεπάγωσαν οι καχυποψίες. Εν τω μεταξύ είχε ξεκινήσει και η κίνηση των 400. Εκεί βρέθηκα αρχικά σε άλλη «τάση» από εκείνη των Μαυρομμάτη-Ελεφάντη, αλλά στην πορεία αποκαταστάθηκε μια πολιτική, ούτως ειπείν, συμμαχία στη βάση μιας πολύ συγκεκριμένης τοποθέτησης του Άγγελου ενάντια στο ΚΚΕ, αν θυμάμαι καλά. Για εμάς που ήμασταν αντίπαλοι του ΚΚΕ, όχι μέσω του ΚΚΕ εσωτερικού αλλά από άλλη μήτρα, αυτή ήταν μια υγιής συμμαχία που επέτρεπε μια δική μου πιο συστηματική ένταξη στο κλίμα που περιέγραψαν ο Διονύσης και ο Παντελής προηγουμένως.

Δ. Καψάλης: Ο Πολίτης είναι ένα περιοδικό μάλλον παράξενο και πιο σύνθετο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Δεν ήταν ακριβώς η αυτονόητη μορφή περιοδικού για την εποχή. Περιείχε και στοιχεία αντιρρητικά προς το γενικευμένο κλίμα της εύκολης και ανέξοδης πολιτικοποίησης των πάντων. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του οφείλεται ασφαλώς στο ιδιαίτερο πολιτικό και πνευματικό κράμα που διαμορφώνεται από την αντίσταση στη Χούντα, την εντός και εκτός Ελλάδας. Οφείλεται όμως σε μεγάλο βαθμό και στον χαρακτήρα, τις δεξιότητες και την προηγούμενη πείρα του Άγγελου. Εάν πρέπει να περιγράψει κανείς τι είδους περιοδικό ήταν με όρους παρελθόντος, μπορεί να πει ότι ήταν κάτι ανάμεσα στην Επιθεώρηση Τέχνης και τις Εποχές, μαζί με άλλα στοιχεία, βέβαια, νεότερα. Ας θυμηθούμε εδώ και τη Συνέχεια, που βγαίνει στα τελευταία χρόνια της Χούντας, που κι αυτή αναχωνεύεται εν μέρει στον Πολίτη.
Ο Πολίτης, όπως καθρεφτίζεται καθαρότατα και στη συντακτική του επιτροπή, αντιπροσωπεύει μια ιδιότυπη συμμαχία --σε επίπεδο ιδεών κυρίως, όχι πολιτικής πράξης--, η οποία προκύπτει από τη Δικτατορία και περιλαμβάνει την εκτός ΚΚΕ Αριστερά, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, τη Δημοκρατική Άμυνα, τη Σοσιαλιστική Πορεία κ.ά., και ό,τι όλο αυτό το δυναμικό σύνολο είχε φτιάξει ως σκέψη μέσα στη Δικτατορία. Από την άλλη, το περιοδικό γονιμοποιείται επίσης από τα θεωρητικά κινήματα και τις νεόκοπες σχολές στις επιστήμες του ανθρώπου (την ιστορία, τη φιλοσοφία, τη γλωσσολογία, την ανθρωπολογία, την ψυχανάλυση κ.λπ.), που αναστατώνουν τότε την αριστερή σκέψη και τα πανεπιστήμια του εξωτερικού.

  • Η σχέση με το ΚΚΕ εσωτερικού
Π. Μπουκάλας: Συνεχίζοντας αυτά που λες, θέλω να σημειώσω ότι το περιοδικό μπορεί να ξεκίνησε ως το περιοδικό της μη ΚΚΕ Αριστεράς αλλά με τη συνειδητοποίησή του --αυτόματη, αυθόρμητη και κυρίως μέσα από τα κείμενά του-- έγινε το περιοδικό της αντι-ΚΚΕ Αριστεράς, γιατί διαφορετικά το εγχείρημα της ανανέωσης έχανε το νόημά του.
Α. Μπαλτάς: Μια και πιάνουμε την πολιτική διάσταση, το περιοδικό ήταν πολιτικά στραμμένο από την αρχή σε μια κριτική στήριξη του ΚΚΕ εσωτερικού. Βέβαια, το στοιχείο της κριτικής είναι πιο έντονο από το στοιχείο της στήριξης, σε όλη τη διάρκεια. Ταυτοχρόνως η πολιτική κριτική στο ΚΚΕ εσωτερικού γίνεται, στη συμβατική τουλάχιστον πολιτική τοπογραφία, σαφώς εξ αριστερών. Η βασική κριτική στο ΚΚΕ εσωτερικού, δηλαδή, είναι ότι έχει αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία της κομμουνιστικής ανανέωσης. Η περιπέτεια της Ανανεωτικής Αριστεράς που εκφράζεται από τον Πολίτη ορίζεται, από τη μια μεριά, από την κριτική στο ΚΚΕ και, από την άλλη, από την κριτική στο, ας το πούμε έτσι, υπό τον Λεωνίδα Κύρκο ΚΚΕ εσωτερικού. Και τα δύο ταυτόχρονα. Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, περίπου εκεί εξακολουθούμε να βρισκόμαστε ακόμη και σήμερα…
Π. Μπουκάλας: Ο προνομιακός συνομιλητής ήταν το ΚΚΕ εσωτερικού. Και να μην υπήρχε πάντως, όλη αυτή η Αριστερά, που έφτασε στο ακρότατο της αυτοσυνειδησίας της (δηλαδή «είμαι αριστερός επειδή είμαι αντισοβιετικός», και ενδεχομένως, για κάποιους από αυτούς, «είμαι αριστερός επειδή είμαι αντικομμουνιστής», δηλαδή αντίπαλος του στρατοπεδικού «υπαρκτού σοσιαλισμού»), κάποιον τρόπο έπρεπε να επινοήσει για να ακουμπήσει το φορτίο της και να συνεχίσει.
Α. Μπαλτάς: Η ύπαρξη του ΚΚΕ εσωτερικού παίζει το ρόλο του πολιτικού στηρίγματος, τον ρόλο τού πού «πολιτικώς ακουμπάω». Είναι βασικό για τη σκέψη του Ελεφάντη και για τους περισσότερους από μας αυτό το «πολιτικώς ακουμπάω»: έχω κάτι με το οποίο να μπορώ να σχετισθώ στις μεγάλες πολιτικές μάχες, π.χ. στις εκλογές. Αλλά ταυτόχρονα αυτό είναι κάτι με το οποίο διαφωνώ ως έχει, κάτι στο οποίο ασκώ κριτική. Με αυτή την έννοια και από τη στενά πολιτική άποψη, η σχέση με το ΚΚΕ εσωτερικού όντως παίζει συγκροτητικό ρόλο για τον Πολίτη.
Μετά τη δημιουργία της ΕΑΡ και του ΚΚΕ εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά (οπότε συνέβη και διάσπαση του Πολίτη: τότε για αρκετούς το ζήτημα του «κάπα», του κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος είχε αναχθεί σχεδόν σε υπαρξιακό ζήτημα) είχαμε μια σύντομη περίοδο --τη μόνη στη ζωή του περιοδικού και του Άγγελου-- στενής συμπόρευσης με έναν κομματικό φορέα. Ο Άγγελος, ο Σταύρος Λιβαδάς και εγώ γινόμαστε (με κοοπτάτσια) μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α. Είναι η περίοδος που στήνεται η Εποχή, το περιοδικό Κάπα κλπ. Έπειτα, μετά τη σχετική συρρίκνωση και τη μετατροπή του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α. σε ΑΚΟΑ, τίθεται το ερώτημα του αν και κατά πόσον η παλιά σχέση με το ΚΚΕ εσωτερικού μπορεί να αναπαραχθεί με τον Συνασπισμό. Στις εκλογές που δεν μπήκε ο Συνασπισμός στη Βουλή, ο Πολίτης είχε πάρει θέση: είχα γράψει εγώ ένα άρθρο ότι, «παρ’ όλα αυτά», ψηφίζουμε Συνασπισμό. Ήταν, ας το πούμε, η ανανέωση πολιτικού «ακουμπήματος» σε έναν κομματικό φορέα, μια συνθήκη, πάντοτε κριτικής, πολιτικής επανασύνδεσης με τον φορέα αυτόν.
Δ. Καψάλης: Δεν νομίζω ότι υπάρχει σταθερός συνεργάτης του περιοδικού, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που να μην είναι ψηφοφόρος του ΚΚΕ εσωτερικού με διάφορες αποχρώσεις κριτικής, κριτικότερης ή κριτικότατης στάσης. Ίσως μόνο ο Αύγουστος Μπαγιόνας!
Π. Μπουκάλας: Αρπαχτήκαμε από το άρμα Μπερλινγκουέρ στην αρχή, το άρμα Σολινταρνόσκ, το μεγάλο όχημα του ευρωκομμουνισμού: ενθουσιαστήκαμε με τα πειράματα που γίνονταν στο ΚΚΓ --ατελέσφορα, ατελή-- όπου διακρινόταν μια προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, ανανέωσης, απεγκλωβισμού απ’ το σταλινισμό.
Α. Μπαλτάς: Η αίσθηση ήταν πως ο Μπερλινγκουέρ είναι καλύτερος από τον Καρίγιο, ενώ ο Μαρσέ μας φαινόταν κάτι σαν πολιτικός ψιλοαπατεώνας. Από την άλλη μεριά, είχαμε την αίσθηση ότι ο ίδιος ο Πολίτης συνιστούσε κάτι σαν κόμμα. Κάτι σαν κόμμα της διανόησης, χωρίς όμως να θέλουμε ούτε να πριμοδοτήσουμε τους διανοούμενους ούτε να είναι διανοουμενίστικος ο τρόπος που θέλαμε να γράφουμε. Απλώς είχαμε σαφώς την αίσθηση ότι δεν είμαστε εργάτες ή χειρωνακτικά εργαζόμενοι. Είχαμε όμως την αίσθηση ότι είμαστε κάτι σαν κόμμα γιατί θέλαμε να παρεμβαίνουμε. Να παίρνουμε πρωτοβουλίες, να ανοίγουμε θέματα, να οργανώνουμε συζητήσεις, να κάνουμε συναντήσεις με τις ηγεσίες των διαφόρων συνιστωσών της Αριστεράς….
Δ. Καψάλης: Η ιστορία του Άγγελου και πολλών άλλων ανθρώπων της γενιάς του, μέσα στους διάφορους σχηματισμούς του κομμουνιστικού κινήματος, αποτελεί ένα ιδιαίτερο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο της πολιτικής μας ιστορίας (όπως και της ιστορίας των συνειδήσεων), και μακάρι να υπάρξει ένας ιστορικός να καταπιαστεί σοβαρά με αυτά. Είναι η γενιά που παίρνει το βάπτισμά της στην παράνομη ΕΠΟΝ, μπαίνει πρώτη στη Νεολαία της ΕΔΑ, γίνεται κατόπιν η ηγετική γενιά των Λαμπράκηδων και στελεχώνει το ΚΚΕ εσωτερικού στην πρώτη του φάση, εκτός από ένα μεγάλο κομμάτι που, όπως είπαμε, θα αποτελέσει το «Χάος» και το οποίο ίσως είναι πολυπληθέστερο του κομματιού που μπαίνει το ΚΚΕ εσωτερικού. Σ’ αυτή τη γενιά ανήκει ο Άγγελος Ελεφάντης και ο Φίλιππος Ηλιού και τόσοι άλλοι, παρόντες και απόντες.
Π. Μπουκάλας: Έχουμε μια γενιά της ενταξιμότητας. Μια ενταξιμότητα, η οποία έμεινε στον Ελεφάντη μέχρι και στο τελευταίο του κείμενο, «Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε». Αν έμενες δηλαδή εκτός κόμματος, δεν το έκανες ποτέ για λόγους σνομπισμού ή διανοουμενίστικου αναχωρητισμού. Δεν ήταν ιδεολογία η αν-ενταξιμότητα. Το ευκολότερο για τον Άγγελο και για άλλους θα ήταν να μπουν μέσα και να κάνουνε μια ωραία φράξια, τάση, συνιστώσα…
Δ. Καψάλης: Η κομματική οργάνωση Παρισιού έχει αποστασιοποιηθεί από την ηγεσία του ΚΚΕ πριν από τη διάσπαση. Με τη διάσπαση πηγαίνει όλη στο ΚΚΕ εσωτερικού. Παίρνει κατά γράμμα, όπως έπρεπε, την αρχική διακήρυξη του Γραφείου Εσωτερικού, ότι δεν προχωρεί στη δημιουργία νέου κόμματος, αλλά δεσμεύεται να συγκαλέσει συνέδριο. Αυτό σημαίνει --για τον Άγγελο και οποιονδήποτε εχέφρονα άνθρωπο-- ότι το κομμάτι που διαφώνησε με την ηγεσία, που ήταν και πλειοψηφικό, διεκδικεί το κόμμα. Εκεί παίχτηκε το όλο πράγμα, και δυστυχώς επικράτησε εν τέλει η άποψη Κύρκου. Η γραμμή που μας οδήγησε ως εδώ είναι του Λεωνίδα Κύρκου. Τον σεβόμαστε και τον αγαπάμε, αλλά αυτό πρέπει να το πούμε.


  • Και πάλι για την πρώτη περίοδο του Πολίτη
Π. Μπουκάλας: Για να επανέλθουμε και να κλείσουμε το κεφάλαιο των «τριών ιεραρχών», οι δύο που δεν συμμετείχαν τελικά στην εξέλιξη του Πολίτη, ο Δήμος και ο Αντώνης δηλαδή, ήξεραν ότι περιοδικό χωρίς τον Ελεφάντη δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ο Άγγελος ήταν ο οργανωτικός, ο γραφιάς, θα έβρισκε άλλους ανθρώπους να γράψουνε, είχε μια σταθερή γραμμή για κάποια πράγματα. Οι άλλοι δεν ήταν καν γραφιάδες· παρότι εκ των υστέρων έγιναν δημοσιογράφοι, τότε δεν καίγονταν να γράψουν. Προέρχονταν από μια κουλτούρα της συζήτησης, του κουβεντολογιού. Στο πρώτο τεύχος, πάντως, το κείμενο που κυρίως προκάλεσε αίσθηση ήταν του Διονύση Καψάλη, μια αποδόμηση του Παπανούτσου.
Δ. Καψάλης. Το 1974, όταν ο Ελεφάντης γύρισε από το Παρίσι, έψαξε, όπως όλοι, να βρει δουλειά για να ζήσει. Τι φυσικότερο από το να αναζητήσει τον φίλο του τον Δήμο τον Μαυρομμάτη στον Ολκό; Έτσι βρίσκεται σύντομα, τυπικά ή ουσιαστικά, υπεύθυνος για δύο εκδοτικές σειρές: μια σειρά για την ιστορία του εργατικού κινήματος (με πρώτο βιβλίο την Πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου του Μπεναρόγια) και μια άλλη με θεωρητικά κείμενα, όπως το Φασισμός και δικτατορία του Πουλαντζά. Την ίδια εποχή, μέσα στον Ολκό πάλι, γεννιέται η ιδέα ενός νέου περιοδικού, με εμπνευστή τον Καρκαγιάννη και θεμελιωτή τον Μαυρομμάτη.
Π. Μπουκάλας: Και οι τρεις ήταν ισχυρότατοι, ογκολιθικοί χαρακτήρες, που όσες κοινές εμπειρίες και ιδέες κι αν είχαν ήταν εξαιρετικά δύσκολο να συνυπάρξουν επί μακρόν.
Δ. Καψάλης: Αν θυμάμαι καλά, η κυοφορία του Πολίτη ήταν αρκετά μακρά και σε κάποια σημεία άγγιξε τα όρια της κωμωδίας. Πρόκειται για ένα σύνδρομο μεγαλομανίας, που το έχω ξαναδεί έκτοτε πολλές φορές. Μαζεύονται κάποιοι σοφοί άνθρωποι, κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικοί όλων των ειδικοτήτων του επιστητού, και σχεδιάζουν το περιοδικό. Κάθονται λοιπόν και καταστρώνουν ατελείωτες λίστες θεμάτων: η ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, την Τουρκία, το Αφγανιστάν… η λογοτεχνία σήμερα, η λογοτεχνία στην αρχαία Ελλάδα, η ιστορία της φιλοσοφίας εδώ, της τέχνης εκεί. Δούλευαν μήνες ολόκληρους, πλήρωναν ανθρώπους που προετοίμαζαν τεράστιους φακέλους και υποφακέλους· θα ήταν το μεγάλο και πανταχόθεν αναμενόμενο περιοδικό αυτής της ιδιότυπης πνευματικής-πολιτικής συμμαχίας που έβγαινε από τη Δικτατορία -- το νέο παίδευμα.
Φαίνεται ότι κάποια στιγμή ο Δήμος αντιλαμβάνεται (ίσως και από στοιχειώδες αίσθημα αυτοσυντήρησης: η προετοιμασία κοστίζει) ότι με τον τρόπο αυτόν περιοδικό δεν πρόκειται να βγει ποτέ. Πήγε λοιπόν στον Άγγελο και του είπε: --Άγγελε, θέλω να αναλάβεις εσύ το περιοδικό που σχεδιάζουμε. Ο Άγγελος (σε ένα μέρος της συνομιλίας, εντελώς τυχαία, ήμουν παρών) πρέπει να απάντησε: --Ξέρεις, εγώ είμαι κομμουνιστής, αν βγάλω περιοδικό θα προσπαθήσω να το πάω όπου θέλω εγώ. Ο Δήμος απάντησε: --Το ξέρουμε, αλλά εσένα θέλουμε. Αυτή η απόφαση του Δήμου πρέπει να αποξένωσε τον Καρκαγιάννη, και εκεί έγινε η πρώτη διάσπαση. Η πρώτη κίνηση του Άγγελου ήταν να πετάξει τους φακέλους στον κάλαθο των αχρήστων και να απευθύνει στους παρευρισκόμενους την μετέπειτα κλασική ερώτησή του: «Λοιπόν, εσύ τι θα γράψεις;»
Π. Μπουκάλας: Ο στόχος δεν ήταν ένα ακτιβίστικο περιοδικό. Ήταν ένα περιοδικό που διεκδικούσε από την αρχή τη διάρκειά του. Δηλαδή μπορεί κάποτε να κλείσει, αλλά κάποια από τα κείμενά του να είναι κείμενα αναφοράς. Και υπάρχουν κείμενα αναφοράς και για την πολιτική και για τη λογοτεχνία…
Δ. Καψάλης: Και για πολλά άλλα θέματα που συνυπάρχουν και συμβάλλονται σαν ουσιώδη τμήματα ενός ανεύρετου συνόλου. Να τι δεν μπορούσε ποτέ να καταλάβει ένας καθαρολόγος (ας πούμε της Β΄ Πανελλαδικής): τι δουλειά μπορεί να έχει στο ίδιο περιοδικό ο Αλτουσέρ με τον Μοισιόδακα.
Α. Μπαλτάς: Την εποχή εκείνη δεν υπάρχουν άλλα περιοδικά που να καλύπτουν τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών ή της λογοτεχνίας. Ο Πολίτης γίνεται έτσι περιοδικό που λειτουργεί ντε φάκτο ακαδημαϊκά, με μια αριστερή όμως έννοια ακαδημαϊκότητας, έννοια που ισοδυναμούσε εκείνη την περίοδο με σοβαρότητα στην πραγμάτευση, με την ανάγκη να τα μαθαίνουμε όλα, με όλα εκείνα που μπορούν να συστήσουν πολιτική παιδεία με την ευρύτερη έννοια του όρου. Και αυτό σε αντιδιαστολή με τον ύστατο Πολίτη, όπου πολλά από τα κείμενα γράφονταν, τουλάχιστον κατά τον Ελεφάντη, για να προαχθείς στο Πανεπιστήμιο, για να γίνεις επίκουρος, όπως έλεγε. Την πρώτη περίοδο, που δεν υπάρχουν εξειδικευμένα περιοδικά,  πρότυπο ουσιαστικής γραφής σε όσα αφορούν τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες γίνονται κάποια κείμενα του Πολίτη. Μπορούμε ίσως να ισχυριστούμε ότι ο Πολίτης φτιάχνει σχολή με αυτή την έννοια.
Δ. Καψάλης: Αν ο Σηφάκης θελήσει να γράψει ένα ανορθόδοξο φιλολογικό κείμενο (λ.χ. για τον Σαββόπουλο ως μεταφραστή του Αριστοφάνη), θα το γράψει στον Πολίτη· το ίδιο θα κάνει, με τα δικά του θέματα, και ο Μάριο Βίττι. Αυτό τον ιδιότυπο συγκερασμό ο Ελεφάντης τον πίστεψε και τον πάλεψε πολύ. Δεν ήθελε να διώξει τους ανθρώπους, κάθε άλλο. Απλώς δεν θα δεχόταν, προκειμένου να μην τους διώξει, να υποστείλει την πολιτική του ταυτότητα. Αυτό το τίμημα δεν θα το πλήρωνε. Δεν είχε ιδιαίτερες διπλωματικές ικανότητες, είχε όμως την ικανότητα να γοητεύει, ακόμη και αντιπάλους του, και η γοητεία αυτή υποκαθιστούσε τις διπλωματικές ικανότητες που δεν είχε. Ο Άγγελος ήταν συμπαγής, σαν ορεσίβιος άνθρωπος, δεν ήταν όμως δογματικός, όπως πίστεψαν κάποιοι· δεν μπορούσε να ζήσει έξω από τη συνομιλία, την καθημερινή, συνεχιζόμενη συνομιλία. Άλλαζε κι αυτός, όπως όλοι μας.
Π. Μπουκάλας: Είχε διπλωματικές ικανότητες διά της επιθέσεως. Υπήρχαν περιπτώσεις που άνθρωποι είχαν φύγει ενθουσιασμένοι, μόνο και μόνο επειδή είχαν κάτσει με τον Άγγελο δυο ώρες και τους είχε καταχερίσει και για το τι είχαν γράψει και για το πώς το είχαν γράψει, είχε τσακωθεί δηλαδή μαζί τους. Ήταν ενθουσιασμένοι επειδή είχαν κερδίσει δύο ώρες ενός πλούσιου λόγου, μιας κριτικής.
Α. Μπαλτάς: Να πω και κάτι γενικότερο. Τι δίδασκε ο Πολίτης σε όλους εμάς, τουλάχιστον έμμεσα; Δίδασκε κάτι που θα ονόμαζα δημοκρατία της ποιότητας. Δεν μιλάμε για τυπική δημοκρατία, όπου σε κάθε άποψη μπορεί να υπάρχει νομίμως και η αντίθετή της, ούτε μιλάμε για δογματισμό, όπου κάποιες απόψεις χωράνε στο περιοδικό και κάποιες δεν χωράνε. Αναφέρομαι σε μιας μορφής δημοκρατία που ορίζεται μεν από το πολιτικό πλαίσιο που αναφέραμε παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά ευρύχωρη, με μόνο κριτήριο εκείνο της ποιότητας. Μιας ποιότητας που μπορεί να χαρακτηρίζει πάρα πολλές αποχρώσεις σε όλα τα επίπεδα, μιας ποιότητας που μπορεί να αποτελέσει συστατικό στοιχείο πολιτικής παιδείας. Κατά τον Άγγελο, και όπως μαθαίναμε στην πορεία όλοι, μόνο μιας τέτοιας μορφής δημοκρατία μπορεί να ανοίξει γόνιμες παραπέρα συζητήσεις, να κάνει το πράγμα να προχωρήσει.

  • Σημεία αιχμής που διαμόρφωσαν την ατζέντα της Αριστεράς
Π. Μπουκάλας: Ένα από τα ζητήματα στα οποία ο Πολίτης βγήκε καθαρά μπροστά ήταν το ζήτημα της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία. Χωρίς να μας ενδιαφέρει τι θα μπορούσε να γίνει μετά ο Λεχ Βαλέσα. Το επέβαλλε η ιδρυτική απαίτηση της ανανέωσης και του απεγκλωβισμού από οποιαδήποτε εκδοχή σταλινισμού, δεσποτισμού και βίας. Το κτίριο της Κέκροπος είχε γεμίσει τότε με αφίσες της «Αλληλεγγύης», είχαμε βγάλει ένα ειδικό τεύχος και μια αφίσα, και είχαμε κάνει μια διαδήλωση ως Πολίτης με σύνθημα «Είμαστε όλοι Πολωνοί», σύνθημα με το οποίο δεν νομίζω να συμφωνούσε ο χώρος του ΚΚΕ εσωτερικού, που τότε στηρίζαμε κριτικά.
Α. Μπαλτάς: Αν, εκτός από την Πολωνία, σκεφτούμε τα μεγάλα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Πολίτης, θέματα όλα μέσα στην επικαιρότητα, αλλά θέματα απέναντι στα οποία το περιοδικό πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, μπορούμε να πούμε τα εξής. Πρώτον, τον Οκτώβριο του 1977 δημοσιεύεται το ιστορικό, θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω, κείμενο του Ελεφάντη και του Μάκη Καβουριάρη «ΠΑΣΟΚ: Λαϊκισμός ή σοσιαλισμός» και, στη συνέχεια, όσο πλησιάζουμε προς το 1981 και άλλα σχετικά άρθρα του Ελεφάντη· κάπου εκεί υπάρχει και η περίφημη πλέον φράση: «Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους». Επειδή εκείνη την εποχή δεν έχει οικοδομηθεί ρητά η αντίθεση ΠΑΣΟΚ-Αριστεράς, σοκάρει πολλούς. Σοκάρει και στελέχη του ΠΑΣΟΚ που θέλουν να απαντήσουν, αλλά δεν το κάνουν για να μην μας «αναβιβάσουν». Κατόπιν, ιστορικό επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί το κείμενο του Ελεφάντη «Ποιος δεν φοβάται τους αγιοταλλάδες;» ενάντια στον Χομεϊνί, κείμενο που ουσιαστικά προβλέπει όλα όσα επακολούθησαν και γράφεται σε μια στιγμή όπου μεσουρανεί η δόξα της Ιρανικής Επανάστασης. Παραπέρα, είναι η άποψη που διαμορφώνει το περιοδικό ότι η πολιτική Γκορμπατσόφ δεν οδηγεί κατά κανένα τρόπο σε ανανέωση του σοσιαλισμού και της κομμουνιστικής επαγγελίας, όπως πιστεύουν εκείνη την εποχή οι περισσότεροι. Οφείλουμε να προσθέσουμε ακόμη την μάχη του περιοδικού ενάντια στον εθνικισμό με αφορμή το «Μακεδονικό» και ίσως αρκετά ακόμη. Στα τριάντα τόσα χρόνια της ύπαρξης του περιοδικού, υπάρχουν μερικές στιγμές όπου ο Πολίτης, ουσιαστικά μόνος, αλλάζει την ατζέντα της σκέψης των ανθρώπων της Αριστεράς. Σε αυτά τα θέματα φτιάχνει το πολιτικό τους στίγμα.
Π. Μπουκάλας: Ο Ελεφάντης είναι από τους ανθρώπους που φτιάχνουν κόντρες, με την παρουσία τους, με τον λόγο τους. Η σημασία του «αιέν αριστερεύειν», που είχε γράψει ο ίδιος, λογοπαίζοντας με το «αιέν αριστεύειν», ήταν ακριβώς η παραγωγή κόντρας. Δηλαδή αριστερεύω μέσα από τον τσακωμό και τον καβγά, με το κόμμα, αυτό που πάντα κριτικά υποστηρίζαμε, με τους φίλους μου, αυτούς με τους οποίους θεωρητικά συμφωνώ. Αν θα θέλαμε να αποδώσουμε και στον Πολίτη και στον Άγγελο έναν τίτλο είναι «Ανανεωτική Αριστερά», με το ίδιο βάρος και στα δύο. Αυτό έφτιαχνε και τα σύνορα, προς τα πού πας. Τα σύνορα μπορεί να μη φαίνονταν στην αρχή, να ερχόταν κάποιος, να έγραφε στον Πολίτη, να συνεργαζόταν, αλλά αν κάποια στιγμή δεν συμφωνούσε με ένα από τα δύο αυτά άλφα και απέκλινε, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για να συνεχίσει να συνεργάζεται.


  • Η Αριστερά ως πολιτικό κίνημα πρέπει να έχει βάθος παιδείας

Δ. Καψάλης: Για να πάμε λίγο πίσω. Όταν στήνεται το περιοδικό, νομίζω ότι το στίγμα του περιλαμβάνει τα εξής τρία σημεία:
Πρώτον, την κριτική υποστήριξη προς το ΚΚΕ εσωτερικού, κατά κανόνα από θέσεις πιο αριστερές, με τη συμβατική έννοια πολιτικού προσανατολισμού. Στην περίοδο αυτή το πάγιο αίτημα του Άγγελου παραμένει ένα μεγάλο συνέδριο των ελλήνων κομμουνιστών, το οποίο θα επανιδρύσει την κομμουνιστική Αριστερά. Ήταν μια βασική θέση της κομματικής οργάνωσης Παρισιού του ΚΚΕ εσωτερικού, που ο Άγγελος την έφερε μαζί του στις αποσκευές του και συνέχισε να την υποστηρίζει, ώσπου ήταν πλέον ουτοπική και το θέμα έμοιαζε να έχει λήξει.
Το δεύτερο σημείο, χαρακτηριστικό του Άγγελου άρα και του περιοδικού, είναι η συνεχής υπόμνηση ότι η Αριστερά και η πολιτική της δράση δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο σε ένα κλίμα βαθιάς, ανανεωμένης και ανανεωτικής παιδείας, η οποία αναπόφευκτα θα βρεθεί αντίπαλη της δογματικής. Είπαμε: Ο Πολίτης ήταν το μόνο περιοδικό την εποχή εκείνη όπου θα άκουγες να συζητούν για τον Αδαμάντιο Κοραή ή τον Καταρτζή μαζί με τον Μαρξ και τον Αλτουσέρ. Αυτό το κράμα στάθηκε για μένα --και για πολλούς άλλους, νομίζω-- αληθινό πανεπιστήμιο.
Π. Μπουκάλας: Υπήρχε από πίσω η Ιστορία. Δεν υπήρχαν δυο μάτια στραμμένα προς την Εσπερία μόνον, από όπου έρχονται οι φοβερές ιδέες. Υπήρχαν ιδέες που είχαν ρίζες στην Ελλάδα. Δεν ένιωθε κανείς ουρανοκατέβατος.
Δ. Καψάλης: Τον καλύτερο τρόπο για να κατανοήσουμε αυτό τον ιδιότυπο συγκερασμό μάς τον έδωσε ο Σπύρος Ασδραχάς στην περσινή κουβέντα των «Ενθεμάτων». Μίλησε, αν δεν απατώμαι, για δύο δυναμογόνα στοιχεία που συνυφαίνουν την προσωπικότητα του Άγγελου. Το ένα ξεκινάει από το Καρπενήσι, από τα βουνά και τον βιωμένο χρόνο της παιδικής ηλικίας, και τρέφει κατά τον Ασδραχά όλο το ενδιαφέρον του Άγγελου για την ανθρωπολογία, ενώ το δεύτερο αφορά την Αριστερά και τον θεωρητικό μαρξισμό. Αυτά τα δύο συνυπάρχουν και στο περιοδικό, και απολήγουν στο μείζον αίτημα για μια Αριστερά που θα απλώσει βαθιές ρίζες στην παιδεία αυτού του τόπου, μακριά από οποιαδήποτε έννοια εθνικισμού. Η ιστορία του παππού μου είναι το βαθύτερο, το πιο πειστικό και το πιο συγκινητικό τεκμήριο αυτού του πραγματοποιημένου, μέσα στο χρόνο της ζωής του Άγγελου, συγκερασμού. Μοναδικό κείμενο.
Το τρίτο στοιχείο ήταν η διατύπωση παρά προσδοκίαν πολιτικών θέσεων από τον Ελεφάντη -- κυρίως θέσεων που πηγάζουν από μια βαθιά ιστορική γνώση και αίσθηση της ελληνικής κοινωνίας. Και εδώ ο Άγγελος αποδείχτηκε κάθε άλλο παρά δογματικός. Το πολύ εντυπωσιακό ήταν η ανάγκη του να επιστρέφει και να ξανασκέφτεται παλαιότερες θέσεις και απόψεις, όχι τάχα για να συμμορφωθεί με τα μαρξιστικά θέσφατα περί αυτοκριτικής, αλλά γιατί πίστευε ότι αν αφήσεις κάτι πίσω σου αστόχαστο, αυτό κάποια μέρα θα επιστρέψει και θα εκδικηθεί -- θα σε σκεπάσει, θα σε πλακώσει, ή θα σε καταπιεί.
Θα μπορούσα να αναφέρω χιλιάδες παραδείγματα. Ο Άγγελος δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να υποστηρίξει, από θέσεις αρχής, το κίνημα της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία. Δεν τον ενδιέφερε αν ο Βαλέσα ήταν κατ’ όνομα κομμουνιστής, μαρξιστής ή οτιδήποτε άλλο, αν είχε διαβάσει το Κεφάλαιο ή το Ο Λένιν και η φιλοσοφία. Διέθετε μια πολύ βαθύτερη ιστορική αντίληψη για το τι σημαίνει, για τον κόσμο αλλά και για τη φτωχή μας συνείδηση, μια εργατική τάξη να ξεσηκώνεται για να ρίξει ένα τυραννικό καθεστώς…
Α. Μπαλτάς: …και δη κατ’ όνομα κομμουνιστικό
Δ. Καψάλης: Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. Είχε την εγρήγορση, την πνευματική διαύγεια, την τόλμη και την κρίση να παίρνει θέσεις που σε άλλους φάνταζαν άκρως ανορθόδοξες για έναν αριστερό. Και τις έπαιρνε κυρίως σε άρθρα του που αφορούσαν την ελληνική κοινωνία. Εγώ θαυμάζω αυτά τα κείμενα περισσότερο από τα αμιγώς πολιτικά κείμενά του· με εντυπωσιάζει η ευαισθησία και η βαθιά αίσθηση της Ιστορίας σ’ αυτά. Ένα τυχαίο παράδειγμα είναι η θέση του απέναντι στη φοβερή ιστορία που ονομάζεται ακόμα αγροτικό ζήτημα. Ο Άγγελος λοιπόν γράφει, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς -- μια από τις πρώτες φορές που οι αγρότες κατεβάζουν τα τρακτέρ και αποκλείουν την εθνική οδό: --Ξέρετε κάτι; Πέρα από όλα τα άλλα που απασχολούν και οφείλουν να απασχολούν το Υπουργείο (τις επιδοτήσεις, τις μονοκαλλιέργειες και ό,τι άλλο), υπάρχει και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο, ως κοινωνικό μέγεθος: οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν πια, δεν μπορούν να ζουν στην επαρχία· δεν την ανέχονται τη ζωή στην επαρχία, τη μισούν. Τέτοιες σκέψεις μόνο ο Άγγελος ήταν σε θέση να κάνει και να διατυπώσει ως αριστερός.
Α. Μπαλτάς: Ή εκείνο με τη νησιωτική πολιτεία του Αιγαίου, τα νησιά του Αιγαίου…
Π. Μπουκάλας: Και αυτή η φοβερή ματιά του, να βλέπει τι συμβαίνει γύρω του έτσι όπως περπάταγε στην Αθήνα, συνοδευόμενος από τον Βάγγο ή τον Μάνθο, τον εκάστοτε σκύλο του. Αν λοιπόν τον έλεγες ποτέ, έτσι χάριν αστεϊσμού, «οικολόγο», θα μπορούσε να σε κρεμάσει. Κι όμως έχει γράψει ορισμένα από τα βαθύτερα οικολογικά κείμενα. Ένα που θυμάμαι έχει θέμα μια σκοτωμένη δεντρογαλιά στην Καλλιρρόης. Κάποιοι τρόμαξαν βλέποντας δεντρογαλιά, και τη σκότωσαν -- αυτό σημαίνει ότι έχουν βγει εντελώς εκτός φύσης. Έχει γράψει και για το ποδόσφαιρο θαυμάσια κείμενα, αλλά αν τον αποκαλούσες «φίλαθλο», επίσης θα σε σκότωνε. Στην αρχή ειδικά ήταν εντελώς αρνητικός για την μπάλα, αλλά σιγά σιγά άρχισε να στρώνει…
Α. Μπαλτάς. Γενικώς θα σε σκότωνε για κάθε προσδιορισμό που περιστέλλει ταυτότητα. Είναι αυτό που λέει ο Διονύσης «πολιτική παιδεία», το οποίο αποτυπώνεται στην όλη ύλη του περιοδικού. Όσες φορές βρέθηκα σε συντακτική επιτροπή, η ερώτηση που του ήταν αδύνατο να απαντήσει χωρίς να σε βρίσει ήταν «τι να γράψουμε». Σου απαντούσε: «Οτιδήποτε». Η ύλη του περιοδικού, και αυτό ήταν μεγάλο δίδαγμα για μένα, είναι οτιδήποτε. Ό,τι μπορείς να φανταστείς και να το στήσεις με όρους που θα του αποδίδουν τη σημασία του και θα διευρύνουν αντίστοιχα τους ορίζοντες όλων μας, αποτελεί αυτοδικαίως ύλη του περιοδικού. Κατά τον Ελεφάντη, η ύλη του περιοδικού πολύ λίγο προδιαγραφόταν. Ήταν νομίζω συνειδητή η στάση του κατά τις συναντήσεις της υποτιθέμενης συντακτικής επιτροπής: δεν έχει νόημα να κατανείμουμε ύλη, αλλά έχει πολύ νόημα να κάνουμε μια γενική συζήτηση επί της επικαιρότητας, να μάθουμε πώς να τη σκεφτόμαστε και να δούμε πώς την αντιμετωπίζουμε και μόνο μετά, υπό την έμπνευση αυτής της συζήτησης, να γράψουμε ό,τι είναι να γράψουμε.
Π. Μπουκάλας: Σκέφτομαι τι σπουδαία ιστοριογραφήματα θα μπορούσε να γράψει ο Άγγελος αν δεν υπήρχε η δαπάνη χρόνου για τον Πολίτη (και την Εποχή και την Αυγή, αργότερα). Γιατί δεν έγινε δάσκαλος σε κάποιο πανεπιστήμιο ή γιατί δεν αποφάσισε την εμπλοκή στην εφημεριδογραφία με την παραδοσιακή της έννοια. Είχε προτάσεις συγκεκριμένες από εφημερίδες και κάποια στιγμή είχε φτάσει σχεδόν να πει το ναι, να γράφει για την παιδεία, αυτή ήταν η «αρρώστια» του, το πάθος όλων μας: να μάθουμε λίγο την ιστορία μας και μετά θα αρχίσουμε την παραγωγή θεωρίας. Νομίζω ότι, τελικά, φοβόταν όχι ότι θα αλλοτριωθεί η σκέψη του, αλλά ότι θα κινδυνεύσει ο Πολίτης. Προτιμούσε λοιπόν έναν βίο που ήταν περισσότερο στενάχωρος για τον ίδιο, παρά να πάει κάπου να γράφει επ’ αμοιβή.
Λυπάμαι που δεν έγραψε περισσότερη ιστορία. Είναι μεγάλη απώλεια, γιατί η ματιά του για την ιστορία είναι τόσο ιδιαίτερη: είναι ταυτόχρονα θεωρητική, πρακτική και αισθηματική, είναι αυτό που λέει ο Διονύσης ότι «μυρίζει τους ανθρώπους» -- και μυρίζει και τους ανθρώπους του ’40, μπορεί να τους μυρίσει μέσα από τα ψίχουλα της Ιστορίας.

  • Ένας βίος σωκρατικός
Α. Μπαλτάς: Δεν διαφωνώ καθόλου. Απλώς, δεν τον βλέπω καθόλου εντάξιμο σε κανονική επαγγελματική πειθαρχία. Έχει κάτι το αναγεννησιακό, θα τολμούσα να ισχυριστώ, γιατί ήθελε να λειτουργεί ως θεωρητικός, ως πολιτικό στέλεχος, ως ιστορικός, και ακόμα ως άνθρωπος που μπορεί να περπατάει στους δρόμους και να μιλά με τους άλλους ανθρώπους στην ταβέρνα ή αλλού. Άρα η επαγγελματική ένταξη σε ένα πανεπιστήμιο ή μια εφημερίδα δεν μπορούσε να ταιριάξει. Και το άλλο ενδιαφέρον, σε συνέχεια με αυτό που λέει ο Παντελής, είναι ότι από ένα σημείο και πέρα, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα και αν εξαιρέσουμε τη μικρή περίοδο του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α., δεν θεώρησε τον εαυτό του εντάξιμο σε κομματική συλλογικότητα.
Δ. Καψάλης: Υπάρχει κάτι που θα το έλεγα σωκρατικό στον βίο του. Ο Άγγελος Ελεφάντης, όπως και ο Φίλιπππος Ηλιού, απαντούν στο ερώτημα που θέτει ο Σωκράτης, το πρώτο ερώτημα της ηθικής: Πώς πρέπει να ζούμε. Ο Άγγελος και ο Φίλιππος έχουν συγκεκριμένη απάντηση, απαντούν εμπράκτως. Αυτή ήταν η μεγάλη αρετή τους. Παρεμπιπτόντως, ο Άγγελος με τον Φίλιππο, αν κι έχουν συνυπάρξει για πολλά χρόνια στο Παρίσι και συνεχίζουν μετά να εκτιμούν ο ένας τον άλλον, κρατούν αποστάσεις στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο Φίλιππος, σαν πιο κομματικός που ήταν, δεν θα συνεργαστεί τα πρώτα χρόνια με τον Πολίτη. Ήρθαν κοντά, πολύ κοντά, μόνο τα τελευταία χρόνια. Όταν πέθανε ο Φίλιππος, ο Άγγελος ένιωσε σαν να του έφυγε το έδαφος κάτω από τα πόδια. Θυμάμαι ότι έλεγε: «Είναι ο μόνος σοφός άνθρωπος που έχω γνωρίσει».
Πιστεύω ότι ο Άγγελος δεν μπορούσε να γίνει ιστορικός στο πανεπιστήμιο. Όχι επειδή υποτιμούσε το πανεπιστήμιο, κάθε άλλο· το υποστήριζε φανατικά σαν θεσμό. Με χίλιους τρόπους και σε πάμπολλα κείμενα έχει υποστηρίξει την αυτονομία και την αυταξία της γνώσης, σε αντίθεση με κάθε έννοια χρησιμοθηρίας, τεχνοκρατικής ή άλλης εμπνεύσεως. Ο ίδιος όμως δεν θα βιοποριστεί ως καθηγητής Πανεπιστημίου, γιατί ο τρόπος ζωής του τον οδηγεί αλλού. Ο Πολίτης ήταν τελικά τρόπος ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τον Φίλιππο Ηλιού· είναι ο κατεξοχήν μη πανεπιστημιακός σοφός.
Α. Μπαλτάς. Είχα προτείνει κάποτε στον Άγγελο να μας κάνει ένα σεμινάριο στο μεταπτυχιακό στο Πολυτεχνείο, λέγοντάς του ότι ήταν τελείως ελεύθερος, μπορούσε να κινηθεί σε θέματα Ιστορίας, θεωρίας ή οτιδήποτε συναφές -- είχαμε τότε αυτή τη δυνατότητα. Χωρίς λεφτά, δεν υπήρχε αμοιβή. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση ότι καταρχάς είχε δεχτεί και φαινόταν να του αρέσει η ιδέα. Αλλά όταν κάποια στιγμή του είπα ότι η πολύ απλή υποχρέωσή του θα ήταν να βαθμολογήσει τις εργασίες των παιδιών, αρνήθηκε. Η ιδέα τελείωσε εκεί. Όχι βέβαια επειδή είχε την άποψη ότι δεν πρέπει να δίνουμε εργασίες στους φοιτητές ή να μη βαθμολογούνται τα γραπτά. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν υπέρ μιας ελευθεριακής αντίληψης περί παιδείας. Αλλά η υποχρέωση που συζητάμε ήταν κάτι που η όλη συγκρότησή του δεν του επέτρεπε να υπηρετήσει.
Π. Μπουκάλας: Η απάντηση του Άγγελου στο ερώτημα «πώς ζούμε», είτε το πούμε σωκρατικό είτε όχι, είναι: Ζούμε με όσα έχουμε. Φτάνουν, πάντα θα φτάσουν. Ζούμε πάντα με φίλους, όχι χωρίς φίλους. Για να έχουμε να τσακωνόμαστε. Για να πηγαίνουμε στην ταβέρνα. Και ζούμε ώστε τις κουβέντες που θα κάνουμε στην ταβέρνα ή στο τσιπουράδικο να τις κάνουμε γραπτό λόγο. Πάρα πολλά από τα κείμενα του Άγγελου είναι αυτά που έλεγε στην ταβέρνα, με τη φοβερή ευχέρεια γραφής που είχε. Θυμάμαι, πολλές φορές, που περίμεναν οι κοπελιές στη φωτοσύνθεση να τελειώνει ένα-ένα τα χειρόγραφα. Και σκεφτόσουν, τι κείμενο τραυματισμένο θα βγει τώρα… είτε από την κούραση είτε από τον σπασμένο ύπνο. Και όμως, έβγαινε ένα κείμενο άψογο. Γιατί όλα τα κείμενά του ήταν αφηγηματικά, έλεγε μια ιστορία, ακόμα και αν ήταν ένα κείμενο θεωρητικό, με τσιτάτα -- αν και μισούσε τα τσιτάτα, σπάνια τα χρησιμοποιούσε.
Αυτό το «ζούμε με όσα έχουμε» έγινε και τρόπος ζωής του Πολίτη. Έβγαινε με όσα είχε, δηλαδή με όσα δεν είχε. Παρ’ όλα αυτά, η αντοχή του περιοδικού υπήρξε πολύ μεγάλη, κυρίως χάρη στον Άγγελο που επέμενε μέχρι τέλους, αλλά και χάρη στους ηρωικούς συνδρομητές του. Ήταν φοβερό, το ότι τη στιγμή που τα οικονομικά του Πολίτη ήταν σε δεινότατη θέση, και η Αριστερά επίσης, αποφασίστηκε να γίνει ο Πολίτης δεκαπενθήμερος. Μια υπερφαλάγγιση της πραγματικότητας. Έχει αρχίσει να αποκτά όλο και περισσότερο χριστιανικό χαρακτήρα η δημοκρατία που λέει ο Αριστείδης, με την έννοια ότι όσοι δημοσιεύουν το κάνουν για την ψυχή τους.
Σταδιακά, ο Πολίτης γινόταν ένα περιοδικό που όλο και περισσότερο ταυτιζόταν με τον Άγγελο. Πολλοί για διάφορους λόγους απομακρύνθηκαν, είτε επειδή ο βίος τους οδήγησε στο να πρέπει να ζήσουνε και να μην τους περισσεύει καν ένα τρίωρο για να σκεφτούν ένα κείμενο και να το δώσουνε, άλλοι  γίναν εν τω μεταξύ καθηγητές, επίκουροι κ.λπ. και δεν χρειαζότανε πια την επικουρία του Πολίτη για το κουρίκουλουμ, άλλοι κουράστηκαν… Αυτό όμως ήταν ο πραγματικός βίος που ήρθε και στένεψε τη ζωή πολλών ανθρώπων. Στένεψε και του Άγγελου τη ζωή. Άρχισε να είναι πολυτελής ο χρόνος από ένα σημείο και πέρα, να μην τον δίνεις εύκολα.
Το 1975, όταν ξεκίνησαν όλα, υπήρχε φούρια, ήταν όλα για δόσιμο κι όλα για πάρσιμο. Είχαν να δώσουν οι άνθρωποι, που είχαν έρθει από την εξορία, από τη Γαλλία, ήταν φρέσκια η ψυχή, όχι μόνο το μυαλό τους, κι ας είχαν κάνει δέκα χρόνια στη φυλακή. Το φαντάζεσαι πώς βγαίνει ένας άνθρωπος από την εξορία, έχει την όρεξη να μιλάει από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά ουδέποτε ηρωολογώντας.
  • Τότε και τώρα: η επίδραση του Πολίτη
Δ. Καψάλης: Σήμερα αισθάνομαι, πολλές φορές, ότι μιλάω για ένα θέμα που δεν αφορά κανέναν.
Π. Μπουκάλας: Τότε ο Πολίτης αφορούσε;
Δ. Καψάλης: Φυσικά και αφορούσε. Αλλιώς δεν θα ’βγαινε.
Π. Μπουκάλας: Την κομματική εκδοχή της Ανανεωτικής Αριστεράς, τη μεγάλη, την πλειοψηφική, την αφορούσε;
Δ. Καψάλης: Η συζήτηση δεν είναι μόνο για την Αριστερά. Ο Πολίτης επέδρασε ευεργετικά στην ελληνική κοινωνία.
Π. Μπουκάλας: Ένα μέτρο για να το κρίνουμε είναι αν σε δέκα-δεκαπέντε χρόνια βρεθούνε κάποιοι άνθρωποι και θελήσουν να βγάλουν ένα περιοδικό σαν τον Πολίτη, κι όχι να κάνουν διατριβές για την περιοδολόγηση του περιοδικού ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ θέλω να πιστεύω πως θα βρεθούνε. Αυτό θα είναι ένα μέτρο επίδρασης.
Α. Μπαλτάς: Αυτό που λέει ο Διονύσης, θα το πω με όρους που ίσως φαίνονται υπερβολικοί. Σε επίπεδο ιστορίας της Ελλάδας, όχι απλώς ιστορίας της Αριστεράς, και για ένα διάστημα που πηγαίνει από το 1974 μέχρι το 2000, ένας ιστορικός που θα θελήσει να δει και να εξιστορήσει το τι παίχτηκε στην Ελλάδα σε επίπεδο ιδεών θα θεωρήσει ως κύριο ντοκουμέντο της εποχής, όχι απλώς ως καθρέφτη αλλά ως ουσιαστική παρέμβαση με σημαντικές επιπτώσεις, τον Πολίτη και τα κείμενά του.
Π. Μπουκάλας: Σκέφτομαι όμως το ερώτημα του Διονύση: Η επίδραση είναι στο χώρο της Αριστεράς ή πάει και λίγο παραπέρα; Διά του πανεπιστημίου, επί παραδείγματι.
Α. Μπαλτάς: Νομίζω ότι πάει και στο πανεπιστήμιο και πολύ παραπέρα. Φτιάχνονται νήματα συνειδήσεων έξω από τον στενό χώρο της Αριστεράς, έξω από τον στενό χώρο του πανεπιστημίου, νήματα ιστορικά προσδιορισμένα σε σχέση με τον Πολίτη, νήματα που εκκινούν από εκεί. Η διάκριση μεταξύ του μαζικού και του πολιτικού, το τι κάνουμε με την «Αλληλεγγύη», τον Γκορμπατσόφ ή το Ιράν, το ποια οφείλει να είναι η παιδεία της Αριστεράς, είναι τέτοια νήματα, νήματα με εγκυρότητα πέρα από την αυτοεπιβεβαίωση της ίδιας της Αριστεράς.
Π. Μπουκάλας: Από τον Πολίτη ειδοποιείται έγκαιρα η Αριστερά και η Ελλάδα για το τι είναι ΠΑΣΟΚ, για το τι είναι και τι πρόκειται να είναι ασαλεύτως το ΚΚΕ.
Δ. Καψάλης: Για το τι είναι το ΠΑΣΟΚ, τι είναι λαϊκισμός. Για το τι είναι το ΚΚΕ: πλήρης απενοχοποίηση για το τι εστί Σοβιετική Ένωση· η πεποίθηση ότι μπορώ να είμαι αριστερός και να πιστεύω ότι όχι μόνο δεν βασιλεύει εκεί ο πολυπόθητος σοσιαλισμός, αλλά ότι πρόκειται για ένα από τα πιο τυραννικά καθεστώτα που γνώρισε η ανθρωπότητα.
Π. Μπουκάλας: Δεν θυμάμαι αν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ, μπορεί και να έχει μπει στα χιλιάδες κείμενα που είχε γράψει ο Άγγελος, ο τίτλος: «Κύριε, όχι με αυτούς!».
Δ. Καψάλης: Το πρόβλημα αυτό όμως δεν αφορά κανέναν σήμερα. Ο Άγγελος, ο Πολίτης, οι ιδέες της ανανέωσης μοιάζει να έχουν αποτύχει. Ο πάταγος αυτής της αποτυχίας είναι κάποτε εκκωφαντικός -- η συνεχής, αξιοθρήνητη έκκληση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνεργασία και την ενότητα της Αριστεράς. Δεν ξέρω αν θυμάστε το εξαιρετικό άρθρο του Άγγελου, όταν ο Συνασπισμός απέρριψε τον Παπαγιαννάκη ως υποψήφιο για τον Δήμο Αθηναίων. Ήταν ένα καταπληκτικό πολιτικό κείμενο, όχι επειδή καταφερόταν εναντίον της υποψηφιότητας του Τσίπρα, αλλά επειδή επεσήμανε ένα πράγμα: ότι η υποψηφιότητα Τσίπρα σήμανε την επιδεικτικά τρανή αδιαφορία αυτής της Αριστεράς προς το αξιακό σύστημα της διάσπασης και της ανανέωσης. Ήταν σαν να λέει: «Δεν με ενδιαφέρει το παρελθόν, δεν με ενδιαφέρει αν υπήρξε διάσπαση, Σοβιετική Ένωση, εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, σταλινισμός. Τα διαγράφω και πάμε παραπέρα. Αυτά είναι παλαιά πράγματα». Ίσως αυτή η στάση, αυτή η επιλησμονή, να περιέχει κι ένα στοιχείο υγιές. Όμως όλα αυτά τα παλαιά πράγματα επαναλαμβάνονται σήμερα με εφιαλτική συχνότητα και εν μέσω εφιαλτικής αδιαφορίας ημών των υπολοίπων. Αρκεί να μιλήσεις, στην ΚΝΕ, με παιδαρέλια 20-22 ετών και να ακούσεις να υποστηρίζουν με κάθε βεβαιότητα ότι το 1938, στις δίκες της Μόσχας, η Σοβιετική Ένωση, θριαμβεύουσα, απάλλαξε το εργατικό κίνημα από διάφορα «αντεπαναστατικά καθάρματα» και «πράκτορες του ιμπεριαλισμού». Αντιλαμβάνεσαι τι συνειδήσεις και τι ανθρώπους κατασκευάζει το κόμμα με το οποίο επιθυμείς να συνεργαστείς;
Α. Μπαλτάς: Θα σου απαντήσω διά του Μπουκάλα που έλεγε ότι μιλούσε με τον εαυτό του ως Κνίτη (θυμίζω, για όποιον δεν το ξέρει, ότι ο Μπουκάλας υπήρξε στα νιάτα του Κνίτης), αναφερόμενος σε μια φράση του Φίλιππου Ηλιού. Σε μια συζήτηση, δεν θυμάμαι πότε και πού έγινε, μπήκε το θέμα υπό ποιους όρους φεύγει κανείς από το ΚΚΕ. Ο Ηλιού είχε πει ότι ο καθένας φεύγει τη δική του στιγμή ωρίμανσης, που δεν ταυτίζεται με τη στιγμή ωρίμανσης ενός άλλου. Άρα, θα ξαναβρεθούν πολλοί που στο μέλλον θα φύγουν
Δ. Καψάλης: Φύγαμε όμως, όσοι φύγαμε, από την ΚΝΕ, πάει τελείωσε· δεν μπορεί να συνεχίσουμε να φεύγουμε από την ΚΝΕ επ’ άπειρον. Την απέρριψε η ανθρώπινη ιστορία.
Α. Μπαλτάς: Αν υπάρχει όμως επ’ άπειρον η ΚΝΕ;
Δ. Καψάλης: Η ιστορία των ανθρώπων έχει αποφασίσει ότι δυστυχώς αυτό που υποστηρίζει και διαφημίζει η ΚΝΕ και το ΚΚΕ κατέληξε σε μια τυραννία, από τις χειρότερες που γνώρισε η ανθρωπότητα.
Α. Μπαλτάς: Δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί, ποιος έχει αντίρρηση σε αυτό που λες;
Δ. Καψάλης: Έχει η ΚΝΕ.
Α. Μπαλτάς: Περίμενε. ΤΟ ΚΚΕ συνεχώς παράγει Μπουκάλες. Δηλαδή υπάρχουν νεολαίοι που εντάσσονται στην ΚΝΕ --και μπορούμε να συζητήσουμε γιατί-- που μετά μια πορεία και σε κάποια στιγμή ωρίμανσης φεύγουν. Αν το αγνοήσουμε αυτό, δεν έχουμε αίσθηση μιας πτυχής της ιστορίας της Αριστεράς στη χώρα μας.
Δ. Καψάλης: Και οι φυλακές, οριακά, παράγουν ανθρώπους που μαθαίνουν γαλλικά και άλλα χρήσιμα πράγματα. Έτσι έμαθε γαλλικά ο Καρκαγιάννης. Αυτός δεν είναι λόγος υπεράσπισης των φυλακών!
Α. Μπαλτάς: Δεν υπερασπίζομαι τις φυλακές!
Π. Μπουκάλας: Για να επανέλθω στην επίδραση του Πολίτη. Οι άνθρωποι που ρίζωσαν στον Αϊ-Στράτη, στη Λέρο, στα Γιούρα, που τάχθηκαν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και συναντήθηκαν μετά με τα καινούρια μυαλά και τα καινούρια αισθήματα από τη Γαλλία, φτιάξαν μια ιστορία. Ιστορία σκέψης, και όχι τόσο πολιτικής πρακτικής, παρεκτός και αν κάποια κείμενά τους σήμαιναν οτιδήποτε στο επίπεδο της ΚΕ του ΚΚΕ εσωτερικού, της ΕΑΡ, του ΚΚΕ εσωτερικού-Α.Α., του ΣΥΝ κλπ., σε όλη την ακολουθία.
Αν μας αφορά ο Πολίτης και τον συζητάμε τώρα, δεν είναι για να του κάνουμε μνημόσυνο αλλά για να δούμε αν τα σποράκια που έριξε άντεξαν πουθενά. Σε κομματικό σχηματισμό δεν άντεξαν. Ως προς αυτό, η ιστορία του Πολίτη συνολικά, και καθενός από τους ανθρώπους του ξεχωριστά, μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια αποτυχία. Διότι σήμερα ο χώρος της Ανανεωτικής Αριστεράς, ή έστω ένα κομμάτι αυτής της Ανανεωτικής Αριστεράς ζητάει τη σύμπλευση με το ΚΚΕ.
Ως προς αυτό οι ιδέες του Πολίτη, οι ιδέες της Ανανεωτικής Αριστεράς νομίζω ότι ηττήθηκαν κατά κράτος, άσχετα με το αν υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να εμφορούνται από αυτές τις ιδέες, όπου κι αν βρίσκονται, και να θεωρούν την Αριστερά με τον τρόπο που ο Πολίτης προσπάθησε, δηλαδή ως μια διαρκή αμφισβήτηση, του εαυτού μας συμπεριλαμβανομένου -- κυρίως όμως της Αριστεράς.
Α. Μπαλτάς: Όσο έχω συνείδηση του πράγματος, για τον Συνασπισμό και τους συν αυτώ, η κατάσταση δεν είναι αυτή. Το μέτωπο ανοιχτής συστηματικής κριτικής προς το ΚΚΕ είναι υποσταλμένο, έχεις απόλυτο δίκιο εδώ, αλλά η όλη κουβέντα περί ενότητας της Αριστεράς αποσκοπεί να πιέσει τους ανθρώπους του ΚΚΕ να έρθουν προς τα εδώ, όχι να πείσει την Παπαρήγα.
Π. Μπουκάλας: Αυτό έχει γίνει τόσα χρόνια που είναι αναποτελεσματικό, άγονο. Είναι άγονο και με το ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι τα κείμενα του περιοδικού ή τις κουβέντες που γίνονταν κάθε φορά, ότι τώρα, με την επόμενη κρίση και διάσπαση στο ΠΑΣΟΚ, κάποιοι θα απεγκλωβιστούν. Και απεγκλωβίστηκαν και τι κάνανε; Ή αδρανοποιούνταν εντελώς ή κάνανε κάποιους ομίλους παραγωγής σκέψης, επί Σημίτη κλπ. Δεν έρχονται προς την Αριστερά όσο βλέπουν την Αριστερά αυτή να είναι μαγκωμένη. Ενώ έχει κόψει και τα δύο της χέρια που την κρατούσαν με τον σταλινισμό, εξακολουθεί με τα μάτια της να κοιτάει προς τα αδέρφια της του σταλινισμού.
Α. Μπαλτάς: Δεν θα ήμουν τόσο κατηγορηματικός… Για παράδειγμα, ο Άγγελος, σκεπτόμενος την αναπαραγωγή της Αριστεράς και των ιδεών της, ιδρύει ένα «πράγμα» που από εμάς τους γεροντότερους ονομάστηκε «νεολαία του Πολίτη». Παιδιά αυτής της γενιάς άρχισαν να δημοσιεύουν, να μαθαίνουν να γράφουν, να μαθαίνουν γράμματα μαθαίνοντας να γράφουν. Αυτή η γενιά μπορεί να μην έχει το εύρος που είχε η γενιά που βγήκε από τη Δικτατορία, αλλά όντως οικοδομεί μιας μορφής συνέχεια. Η γενιά αυτή σχετίζεται στενά με τη Νεολαία του Συνασπισμού, ενώ στο κλίμα που διαμορφώνεται στην τελευταία ο Πολίτης και τα κείμενά του λειτουργούν ως εργαλείο σκέψης. Ως ένα βαθμό αντίστοιχα πράγματα συμβαίνουν και σε κάποιους χώρους των ΕΑΑΚ. Μπορώ να αναφέρω εδώ αρκετές συγκεκριμένες περιπτώσεις, και γι’ αυτό είμαι λιγότερο απαισιόδοξος. Πιστεύω ωστόσο ότι συνθήκες παραγωγής που θα επέτρεπαν να δημιουργηθεί ένα περιοδικό σαν τον Πολίτη σήμερα ακόμη απουσιάζουν.
Π. Μπουκάλας: Ας γυρίσουμε τότε στον Γκράμσι, όπως γυρνούσε συχνά και ο Άγγελος και ο άλλος μας φίλος και αδερφός, ο Μιχάλης ο Παπαγιαννάκης. Και ας ξαναμιλήσουμε για την «απαισιοδοξία της γνώσης και την αισιοδοξία της βούλησης».

Sunday, January 31, 2010

Ποίηση εξομολογητική και πιο καθολική παρά ποτέ

Μεστό αισθημάτων το νέο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/01/2010
  • Παντελης Μπουκαλας, Ρήματα, εκδ. Αγρα

Δημοσιογράφος που βρίσκεται συχνά στη δίνη του κυκλώνα με τις αντιρατσιστικές, αντιεθνικιστικές του θέσεις, μεταφραστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, την οποία με πάθος διεκδικεί από τους απανταχού προγονολάτρες, χειρώναξ διορθωτής και, πάνω από όλα, ποιητής, που εξέδωσε την πρώτη του συλλογή, τον «Αλγόρυθμο», το 1980, στα είκοσι τρία του χρόνια, ο Παντελής Μπουκάλας (1957) ζει από το λόγο και μέσα σ’ αυτόν. Αυτόν τον καιρό η μετάφρασή του των «Τρωάδων» παριστάνεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και τα «Συμποτικά επιγράμματα» από το ενδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας κυκλοφόρησαν πολύ κοντά με τη νέα του ποιητική συλλογή «Ρήματα». Μέσα στο σύστημα του λόγου που τον ορίζει, η ποίηση κατέχει θέση ξεχωριστή. Τα ποιήματα μοιάζουν να χαράσσουν τα ίδια την πορεία τους, επιβάλλοντας ή αναβάλλοντας την έκδοσή τους: από το «Οπόταν πλάτανος» ώς την έβδομη σήμερα συλλογή έχει παρέλθει μια ολόκληρη δεκαετία. Και ο αυτοπροσδιορισμός τους αυτός έχει να κάνει με τη συναίρεση του δημόσιου με το ιδιωτικό, που διαρκώς αναδιευθετούνται, σε ένα πλαίσιο αυτοαναφορικό που σχολιάζει μονίμως το ρόλο, τη δύναμη και την αδυναμία του ποιητικού λόγου. Ο ίδιος ο τίτλος, «Ρήματα», είναι διαφωτιστικός ως προς την απόβλεψη της συλλογής στην καθολικότητα: το ρήμα ως λέξη και ομιλία, ως δημιουργία, πρώτη αιτία και λογική, αλλά και ως φορέας της δράσης, ως πράξη καθαυτή. Για τον Μπουκάλα, ο λόγος διατηρεί σχέση αναδραστική με τον κόσμο, από τον οποίο διαμορφώνεται και τον οποίο διαμορφώνει. Και η παρούσα συλλογή συνοψίζει την τριαντάχρονη πορεία του, από τις καταλήψεις του 1979 στις πορείες του Δεκέμβρη και από την «έφηβη αυτοπεποίθηση» στην «πεινασμένη ανάγκη» του χρόνου και του λόγου.

Πενήντα έξι ποιήματα σε τρεις ενότητες, «Ιστορίες», «Ερωτήματα» και «Μυθολογήματα», συν δύο ποιήματα με διακριτή, πλάγια γραφή, που ανοίγουν και κλείνουν τη συλλογή – εν είδει προλόγου και εξόδου στην αενάως επαναλαμβανόμενη τραγωδία της θνητότητας και της φθοράς, στην οποία ο Μπουκάλας ως γνήσιος λυρικός επανέρχεται, «όμορφα ηττημένος» όμως και αντλώντας από τον πόνο την ύψιστη ανθρώπινη ουσία. Στο πρώτο ποίημα, πάντως, η τέχνη της ποιήσεως και η μούσα συναντούν ήδη την απρόσιτη κυρά των τροβαδούρων και των μυθιστοριών στον έρωτα που φιλά και στο λόγο που εκφέρεται έστω και με ένα χείλι.

Ενα λόγο λόγιο και μαζί λαϊκό, όπως υπογραμμίζει το «Ανώνυμο» του τέλους, σημερινό και καθημερινό, που κουβαλάει όμως μέσα του τα σήματα των καταβολών του.

Στις «Ιστορίες», η ζωή καθημερινή, της ψυχής και του δρόμου, πίσω από παράθυρα υπογείων, με ομοιώματα και προσομοιώσεις σε βιτρίνες και οθόνες, λόγια ξένα και χαμηλόφωνα και βιβλία-διαβατήρια στην «ξενιτιά της γλώσσας», και την άλλη, την αληθινή. Ζωή με τους άλλους κι ανάμεσά τους το άλλο μισό, η παραμυθένια αγαπημένη της παραμυθίας και της έμπνευσης.

Ο έρωτας ως ένωση ενάντια στο διασκορπισμό και το χωρισμό του θανάτου, η παραφορά ενάντια στο αμετάκλητο, και ενδιαμέσως τα του βίου, οι φόβοι και οι επιθυμίες, το δέον και το εφικτό, το επιθυμητό και απωθημένο κυρίως, ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό και στη μοίρα, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό: δεν είναι τυχαίο που τα «Ερωτήματα» συγκεντρώνουν τα περισσότερα ποιήματα, είκοσι δύο τον αριθμό.

Η συλλογή κλείνει με τα «Μυθολογήματα», ένσαρκες απαντήσεις στην α-πορία, πρόσωπα μυθικά, ζόρικα, παραπονεμένα, εξεγερμένα, που δραματοποιούν τις επιλογές και τους καταναγκασμούς του καθενός μας χωριστά.

Εξομολογητική, πιο προσωπική και μαζί πιο καθολική παρά ποτέ, η ποίηση του Μπουκάλα στα «Ρήματα» καταφέρνει να χωρέσει τα «ζόρικα» πράγματα στα γράμματα, με μια απαισιοδοξία που δεν αποποιείται την τρυφερότητα και μια προσδοκία μέσα στην παραδοχή.

Σ’ αυτόν ακριβώς τον τόνο, ο λυρισμός του, πλαισιωμένος από μια φιλοσοφία της ανυπακοής, που αρχίζει από τα μικρά, σαν το τσιγάρο, και καταλήγει στα μεγάλα, την άρνηση της εξουσίας και του θανάτου εν επιγνώσει της παντοδυναμίας τους, μοιάζει να τον οδηγεί σε νέους δρόμους, πέρα από τα αδιαμφισβήτητα έως σήμερα κεκτημένα του. Με κατακτημένη, προσωπική ποιητική γλώσσα, δεν διστάζει να αφεθεί περισσότερο στο αίσθημα και στο ρυθμό, προσδίδοντας έτσι μια νέα διάσταση στην υπαρξιακή, ηθική και πολιτική ποιητική του ύλη.

Sunday, January 17, 2010

Πιο κοντά στην ποίηση

  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 17 Iανoυαρίου 2010

Το τελευταίο που μπορείς να εμπιστευτείς όταν καταπιάνεσαι, Νεοέλληνας εσύ, με τη μετάφραση κάποιου κειμένου της αρχαιοελληνικής γραμματείας είναι τα γονίδια· οι ψευδαισθησιακοί μύθοι είναι μια σάπια βακτηρία. Και το τελευταίο που δικαιούσαι να επικαλεστείς σαν άλλοθι για τις ευκολίες στις οποίες ενδεχομένως θα ενδώσεις, από αμέθοδη βιασύνη ή από βολική οκνηρία, είναι η σχέση σου με την ποίηση, αν τυχαίνει να γράφεις στίχους· η αφιλολόγητη «ποιητικότητα» δεν σώζει ούτε τα προσχήματα, πώς λοιπόν να διασώσει ένα κλάσμα έστω από το ύψος του μεταφραζόμενου λόγου, ιδίως αν αυτός συναιρεί την ποίηση με τη βαθιά ανθρωπογνωσία, και τη θεολογία με τη φιλοσοφία, όπως ο λόγος του Ευριπίδη, στις «Τρωάδες» και παντού.

Πονηρό, αν όχι ψεύτικο, μού φαίνεται το δίλημμα «μετάφραση κατά πνεύμα ή κατά γράμμα;» Ο,τι αρμόζει, πιστεύω, είναι να προσπαθήσεις (τουλάχιστον αυτό) να μεταφράσεις κατά το πνεύμα του γράμματος, για να το πω κάπως σοφιστικά.

Να δοκιμάσεις δηλαδή (και να δοκιμαστείς) να αναστήσεις την τραγωδία ξαναδιαβάζοντάς τη λέξη τη λέξη και ιδέα την ιδέα στο πρωτότυπό της· να λύσεις λίγους από τους αμέτρητους κόμπους της σκύβοντας με σέβας στην πρώτη της μορφή και γυρεύοντας συνδρομή από όσα έχει ήδη δώσει η τέχνη αλλά και η επιστήμη, άρα και από τους αρχαίους σχολιαστές, κι όχι βέβαια να ψευτοκόψεις τους κόμπους αυτούς επιμεταφράζοντας και αδιαφορώντας (με την επίκληση μιας κάποιας «θεωρίας») για την κύμανση του ύφους, για την ποιητική και τον κόσμο του.

Ο μεταφραστής αρχαιοελληνικού λόγου, αν τυγχάνει Νεοέλληνας, για ένα μόνο οφείλει να είναι βέβαιος: ότι η δοκιμή του άλλο δεν είναι παρά μία μόνο στιγμή σε μια ήδη μακρά σκυταλοδρομία, που και το μέλλον της ελπίζουμε, και πρέπει, να είναι μακρό. Αυτό θα του βραχύνει την οίηση και ίσως τον φέρει πιο κοντά στην ποίηση.

Sunday, October 25, 2009

Στου γλυτωμού το χάζι στου ποιητή την κάβα

  • Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΒΑΡΑ*, Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009
  • Συμποτικά επιγράμματα, από το από το 11ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Παντελής Μπουκάλας, εκδόσεις Άγρα, σελ. 200

Ιδιοποιούμαι εν μέρει στον υπέρτιτλο του κειμένου μου τον τίτλο της γνωστής συλλογής του υπερρεαλιστή Θ. Ντόρρου, αφενός για να τονίσω ότι ο ευρετής του υπερρεαλιστικού τρόπου δεν είναι ο Breton, όπως καταχρηστικά καταχωρείται από τους ληξίαρχους, αλλά ο οίνος και ο ύπνος (ο ιδιωτικός κινηματογράφος), ο οίνος το καύσιμο του πνεύματος που οδηγεί στο διάλειμμα της υπέρβασης της πραγματικότητος δια της μεθυστικής/μυστικιστής οδού, κι αφετέρου γιατί γλυτωμός (από τα νύχια του χρόνου και της βιοτής) και χάζι μόνο στο καταφύγιο της κάβας του ποιητή μπορεί να συντελεστεί, έστω προσωρινός, ως παροδικό μούδιασμα του πνεύματος δια του οινο-πνεύματος.

Και η παρούσα κάβα του Μπουκάλα-παλιά κρασιά σε καινούργια ασκιά/βαρέλια/μπουκάλια, παρουσιάζει εντυπωσιακή ποικιλία και δη υψηλής απόσταξης. Δέσμιος ίσως υποσυνείδητα του ονόματός του, nomina faciunt omina έλεγαν οι Λατίνοι, το όνομα κάνει οιωνό, ή το όνομα είναι το νόημα, αδιαίρετα τρισυπόστατος, ποιητής, κριτικός, λόγιος (χωρίς το τρίτο να δολιεύεται το πρώτο), τρισυπόστατος de jure, de nomine, de facto, γράφει για το κρασί, πίνει κρασί με σωκρατική αντοχή και νηφαλιότητα (μάρτυρες οι τόσοι φίλοι του και συν-πότες), κάνει σπονδές για το κρασί νομιμοποιώντας ως και την υπερβολή του, ναυπηγώντας σχεδία να διαπλεύσουμε το απέραντο οινικό πέλαγος «όπως σχηματίστηκε στη διαδρομή χιλιετιών από στίχους που ύμνησαν το κρασί. Από τον Όμηρο, τον Ανακρέοντα... ως τον Παλλαδά, Χριστόπουλο, Καγιάμ, Μπωντλαίρ... Καβάφη, Καρυωτάκη» που τίμησαν δεόντως το δώρο του Διόνυσου, την λαλίστατη ενδεκάτη μούσα.

Και ως σχεδία εννοώ την 66 σελίδων πυκνή εισαγωγή του, εμπεριστατωμένη πραγματεία περί οίνου, όπου αινείται διεξοδικά ο παυσίλυπος κι αναφέρεται με μεθυστική νηφαλιότητα στη γενεαλογία του οίνου που το όνομά του το πήρε από τον Οινέα, βασιλέα της Αιτωλίας (πάτρια εδάφη του συγγραφέα), όνομα που εκτελωνίζεται σχεδόν ατόφιο και στην Λατινική (in vino veritas), στη γερμανική, την αγγλική κ.ά. Εκτενής αναφορά επίσης στη διαμάχη των θρησκειών (παλιών και νέων) για τη διεκδίκησή του, στη σημασία του ως καθρέφτη που αποκαλύπτει το βάθος της αυθεντικότητάς μας. Απολαυστική πληθώρα διεισδυτικών και απολαυστικών σχολίων, που διευρύνουν την κοινωνική, ηθική, πολιτική, μυθική γεωγραφία του οίνου.

Διαβάζουμε ότι οι Πέρσες δεν έκαναν ανακρίσεις, με βασανιστήρια, αλλά μεθούσαν τους ανακρινόμενους. Σωστά επισημαίνει ο Καζαντζάκης, μην εμπιστεύεσαι άνθρωπο που δεν μέθυσε ποτέ του, κάτι κρύβει. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες περί κεκραμένου οίνου, οινοφλυγίας, απαξίωσης νεροπότων, για τον αγώνα των ποιητών σε προπόσεις υπέρ του οίνου «Λοιπόν και τον παράδεισον χωρίς κρασίν μισώ τον», σπονδές από επίθετα μελιηδέα, αλυπιακόν, λυσίπονος ή λη(υ)ρικές εκκλήσεις λ.χ. δως μου να πιώ τα δάκρυα τα γλυκά του αμπελιού, κ.ά. Σταθμεύει επίσης στην πρόσληψη του οίνου από το τραγούδι (λαϊκό, ρεμπέτικο κ.ά.), ενώ στο μακρύ του νηολόγιο/οινολόγιο λείπει αναφορά στο γνωστό ποίημα «Το νερωμένο κρασί» του Πολέμη. Φυσικά είναι αδύνατον να του καταλογίσεις άγνοια, δεδομένου ότι την τελευταία έκδοση του Πολέμη την έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο Μπουκάλας.

Ο συγγραφέας μεταφράζει 64 συμποτικά επιγράμματα του 11ου βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, δημιουργών που έζησαν κατά την ύστερη αρχαιότητα (από τον 3ο π.Χ. έως τον 6ο μ.Χ. αι.) όπως του Αλκαίου του Μεσσήνιου, του Αντίπατρου του Θεσσαλονικέα, του Παλλαδά, του Παύλου Σιλεντάριου, του Στράτωνα του Σαρδεινού, του Κριναγόρα από τη Λέσβο, του Φιλόδημου από τα Γάδαρα, κ.ά. Έμμεσα πρόκειται γα μια σειρά προπόσεων και σπονδών στους ποιητές άδοξοι που 'ναι, για συγκινητικής αλληλεγγύης χειρονομία, ίσως και καρυωτακικής υποβολής.

Η μεταφραστική οδός του είναι η μέση, υποστηριζόμενη από την ποιητική διαισθητική, δοκιμασμένη ήδη σε απαιτητικότερα κείμενα (έχει μεταφράσει Αγαμέμνονα του Αισχύλου για το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και Αχαρνείς του Αριστοφάνη για το Εθνικό Θέατρο). Η σχέση του γενικότερα με τους αρχαίους είναι δημιουργική και κριτική, σεφερικού βάθους, ελυτικού εύρους, μαρωνίτειου κύρους. Αναφέρομαι εδώ και στο ποιητικό του έργο και στη στοχαστική του επιφυλλιδογραφία.

Ο Μπουκάλας πιστός στην μπωντλερική παρακαταθήκη, «Για να μην είστε οι ανελέητοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε, μεθάτε δίχως τελειωμό. Με κρασί, με ποίηση ή μ' αρετή, διαλέχτε», διαλέγει και προσθέτει στα μεθυστικά και το μελάνι της γραφής του, σοφά ανακεκραμένο με ποίηση, αλήθεια, λογισμό και όνειρο αλλά και ισόποσες δόσεις σαρκασμού και χιούμορ. Σε μια χώρα με μεγάλη οινική παράδοση (με έδρες οινογευσίας στα Πανεπιστήμια, όπως λ.χ. η Γαλλία, η Ιταλία κ.ά.) το παρόν πόνημα θα είχε περίοπτη θέση ακόμη και σε μπαρ, κάβες και άλλα ευαγή λυσίπονα ιδρύματα. Στη χώρα της αμπέλου (που ανήγαγε εσχάτως σε εθνικό ποτό της το ουίσκυ) και της φαιδράς πορτοκαλέας ίδωμεν.

*Ο Γιάννης Κουβαράς είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας